DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD ν. IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3096/2020, 31/7/2025
print
Τίτλος:
DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD ν. IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 3096/2020, 31/7/2025

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ 

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. 

 

Αρ. Αγωγής: 3096/2020

Μεταξύ: 

 

DE. T. DOMIKI INVESTMENT LTD (HE 323005)

 

Ενάγουσα

-και-

 

1.    IRON MOUNTAIN CYPRUS LIMITED (HE 138222)

2.    OSBORN ASSOCIATES LTD

 

Εναγόμενοι 

 

Ημερομηνία: 31 Ιουλίου 2025 

 

Εμφανίσεις: 
Για την Ενάγουσα: κ. Π. Χατζηπέτρος για Δημητρίου & Δημητρίου ΔΕΠΕ

Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κ. Χρ. Χριστοδούλου για Χρυσοστομίδης & Σια ΔΕΠΕ

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή, η Ενάγουσα επιζητεί εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 (αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα) αποζημιώσεις ύψους €48.495, στη βάση κατ’ ισχυρισμόν παράβασης συμφωνίας εκ μέρους των τελευταίων. Επίσης, αξιώνει το πιο πάνω ποσό στη βάση ψευδών παραστάσεων και/ή εξαπάτησης της από πλευράς των Εναγομένων.

 

Εξ αρχής σημειώνω ότι, ως αποκρυσταλλώθηκε μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων της Ενάγουσας (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020[1]), η παρούσα αγωγή προωθείται, πλέον, μόνο επί τη βάσει της παράβασης σύμβασης και, ως εκ τούτου, θα εξεταστεί μόνο επ’ αυτής της βάσης αγωγής.

 

Ως θα διαφανεί κατωτέρω, αλλά και ως τούτο προκύπτει μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων, ό,τι έχει να αποφασίσει το Δικαστήριο στο πλαίσιο της παρούσας υπόθεσης είναι το κατά πόσο, μεταξύ των μερών, καταρτίστηκε έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία, είτε γραπτώς είτε άλλως πως, δυνάμει της οποίας η Ενάγουσα δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία. Εξού, και, ως, επίσης, θα διαφανεί κατωτέρω, πλείστα εκ των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα, με την μαρτυρία που δόθηκε εκ μέρους των διαδίκων να επικεντρώνεται, ουσιαστικά, στην υποστήριξη της θέσης της κάθε πλευράς αναφορικά με το μοναδικό υπό αμφισβήτηση ζήτημα.

 

Ακροαματική διαδικασία

 

Κατά το στάδιο της ακρόασης της υπόθεσης, παρουσιάστηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου συνολικά 2 μάρτυρες. Προς απόδειξη της υπόθεσης της Ενάγουσας, μαρτυρία έδωσε ο κ. Δημήτρης Μιχαήλ, ο οποίος, κατά τους ουσιώδεις χρόνους, ήταν διευθυντής της (ΜΕ 1), ενώ μαρτυρία εκ μέρους των Εναγομένων 1 και 2, έδωσε ο κ. Χριστόφορος Χριστοφόρου (ΜΥ 1), ο οποίος είναι διευθυντής της Εναγόμενης 1 και εκπροσωπεί και την Εναγόμενη 2 για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας. Τέλος, σημειώνω ότι, ενώπιον του Δικαστηρίου, κατατέθηκαν συνολικά 27 Τεκμήρια, ενώ κατατέθηκε και Κατάλογος Παραδεκτών Γεγονότων στον οποίο επισυνάπτονται τα Παραρτήματα Α-Θ (στο εξής «τα Παραδεκτά Γεγονότα»).

 

Κατά το στάδιο των τελικών αγορεύσεων, οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις. Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.  

 

Οι εκδοχές των μερών 

 

Προτού προχωρήσω να παραθέσω την ενώπιον μου μαρτυρία, κρίνω ορθό, στο σημείο αυτό, να καταγράψω, με εντελώς συνοπτικό τρόπο, τις εκδοχές των διαδίκων σε ό,τι αφορά το μοναδικό ζήτημα που παρέμεινε προς εξέταση. 

 

Η εκδοχή της Ενάγουσας 

 

Είναι η θέση της Ενάγουσας ότι, στις 27.2.2020, η Εναγόμενη 2, η οποία ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, ενεργώντας εκ μέρους, ουσιαστικά, της τελευταίας, προχώρησε στην κατακύρωση της προσφοράς που υπέβαλε η Ενάγουσα για την ανάθεση και/ή ανέγερση και/ή υλοποίηση του έργου για την οικοδόμηση χώρου πυρόσβεσης και δεξαμενής αποθήκευσης νερού, στην τοποθεσία Δάλι, της Επαρχίας Λευκωσίας, το οποίο θα χρησιμοποιείτο από την Εναγόμενη 1 (στο εξής «το Έργο»), για το ποσό των €189.620. Είναι η συναφής θέση της ότι, η ανάθεση και/ή επικύρωση της προσφοράς του Έργου σε αυτήν, αποτελεί έγκυρη και απόλυτα δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών.

 

Πάντα στη βάση των ισχυρισμών της Ενάγουσας, η μεταξύ των μερών συμφωνία, διέπετο από τους ακόλουθους ρητούς και/ή εξυπακουόμενους όρους: (α) ότι, αναλόγως της προόδου των εργασιών και/ή των διατακτικών που θα εκδίδοντο από την Ενάγουσα και/ή από τον πολιτικό της μηχανικό και/ή αρχιτέκτονα και/ή αναλόγως των εργασιών που θα προχωρούσαν και/ή ολοκληρώνονταν και/ή των εξόδων και/ή δαπανών που θα κατέβαλλε η Ενάγουσα, οι Εναγόμενες θα της κατέβαλλαν το ανάλογο ποσό και/ή αντίτιμο, το οποίο θα αφαιρείτο από τη συνολική συμφωνηθείσα αμοιβή της, (β) ότι οι Εναγόμενες 1 και/ή 2 θα κατέβαλλαν το επιπλέον ποσό ύψους €23.000 πλέον ΦΠΑ προς την Ενάγουσα για τις επιπλέον εργασίες και/ή κοστολόγηση που προέκυψε μετά από συζήτηση και/ή συνεννόηση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2 αναφορικά με την εκτέλεση επιπρόσθετων εργασιών στο Έργο.

 

Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, είναι η θέση της ότι η πλευρά των Εναγομένων, ενεργώντας κατά παράβαση των όρων της επίδικης συμφωνίας, στις 6.5.2020, την ενημέρωσαν ότι ένεκα απρόβλεπτων συνθηκών και/ή τεχνικών προβλημάτων, προτίθεντο να επαναπροκηρύξουν την προσφορά για το Έργο και ότι η ανάθεση του στην Ενάγουσα δεν θα προχωρούσε. Ενόψει δε της ανάθεσης και/ή κατακύρωσης της προσφοράς του Έργου σε αυτήν, η ίδια απέρριψε και/ή αρνήθηκε την εκτέλεση άλλων εργασιών και/ή εργοληπτικών έργων και/ή απώλεσε άλλες προσφορές, με αποτέλεσμα να υποστεί ζημιά ύψους €48.495, και δη το ποσό που θα προέκυπτε ως καθαρό κέρδος από την εκτέλεση της επίδικης συμφωνίας, ποσό και το οποίο αξιώνει.

 

Η εκδοχή της Εναγόμενης 1

 

Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι, η Εναγόμενη 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της και/ή προς όφελος της, με σκοπό τη γενική διαχείριση του Έργου, ενώ εντός των αρμοδιοτήτων της τελευταίας ήταν η προκήρυξη του διαγωνισμού, η ανάληψη των προσφορών και η εποπτεία της πορείας του Έργου. Είναι, επίσης, η συναφής θέση της ότι, η Εναγόμενη 2 δεν είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να συνάπτει και/ή να αναθέτει συμφωνίες, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, με τρίτα πρόσωπα, ενώ η όποια συμφωνία θα καταρτιζόταν για την ανέγερση και/ή υλοποίηση του Έργου θα ήταν μεταξύ της τελευταίας (Εναγόμενης 1) και του επιτυχόντος προσφοροδότη, αφότου της παρέχοντο διάφορα αποδεικτικά και/ή πιστοποιητικά. Πάντα δε κατά τους ισχυρισμούς της, ουδέποτε καταρτίστηκε συμφωνία μεταξύ της και της Ενάγουσας, ενώ κατά την εκδοχή της, τα πραγματικά γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση, έχουν ως εξής:

 

(α) Η Εναγόμενη 1, ενεργώντας μέσω της αντιπροσώπου της (της Εναγόμενης 2), μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας του προκηρυχθέντος διαγωνισμού για το Έργο, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι πρόθεση της ήταν να διορίσει την τελευταία για να αναλάβει την ανέγερση του Έργου, υπό την επιφύλαξη και/ή προϋπόθεση ότι θα καταρτίζετο γραπτή συμφωνία μεταξύ της και της Ενάγουσας, βάσει της οποίας και μόνο θα δημιουργούνταν εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις στα μέρη και θα δρομολογείτο η ανέγερση του Έργου.

 

(β) Περί τις 6.3.2020, η Εναγόμενη 2 (ενεργώντας πάντα εκ μέρους της Εναγόμενης 1), βάσει της πάγιας πρακτικής της τελευταίας, απέστειλε στην Ενάγουσα προσχέδιο της συμφωνίας αναφορικά με το Έργο, και ανέμενε από την Ενάγουσα να της παράσχει κάποιες πληροφορίες, οι οποίες ήταν απαραίτητες για σκοπούς καταρτισμού και εκτέλεσης της εν λόγω συμφωνίας.

 

(γ) Η Ενάγουσα δεν απέστειλε στις Εναγόμενες τα έγγραφα και πιστοποιητικά τα οποία ήταν απαραίτητα για σκοπούς καταρτισμού της εν λόγω συμφωνίας, ενώ, παράλληλα, είχε, στις 17.3.2020, προβάλει «σωρεία αμφιβολιών και διαφωνιών»[2] αναφορικά με κάποιους εκ των όρων του προσχέδιου της συμφωνίας που της είχε αποσταλεί, η οποία ακόμη βρισκόταν υπό συζήτηση. Επίσης, περί τις 13.3.2020 και 27.3.2020, η Ενάγουσα ενημέρωσε την Εναγόμενη 2 για τα προβλήματα που αντιμετώπιζε σχετικά με την εύρυθμη λειτουργία της, ένεκα της πανδημίας Covid-19 και των μέτρων αντιμετώπισης που είχαν τεθεί σε ισχύ, κατά τον δεδομένο χρόνο.

 

(δ) Στις 9.4.2020, οι Εναγόμενες ενημερώθηκαν από τον αρχιτέκτονα του «υπό συζήτηση»[3] Έργου ότι προέκυψε πρόβλημα από την πολεοδομική αρχή, αναφορικά με την αδειοδότηση του (του Έργου), το οποίο είχε ως αποτέλεσμα η δεξαμενή του Έργου να μην μπορεί να τοποθετηθεί στην θέση που είχε αρχικώς καθοριστεί. Ένεκα τούτου, οι Εναγόμενες αποφάσισαν ότι η μόνη δυνατή λύση ήταν η ανέγερση της δεξαμενής του Έργου σε διαφορετική από την αρχική της θέση. Ακολούθως, στις 13.5.2020, υπέβαλαν προς έγκριση το νέο σχέδιο για το Έργο, με την προφορική έγκριση για τούτο να λήφθηκε στις 27.5.2020.

 

(ε) Είναι η θέση της Εναγόμενης 1 ότι, λόγω της μετακίνησης της δεξαμενής του Έργου σε χώρο άλλο από αυτόν που είχε αρχικώς καθοριστεί, η εκσκαφή που απαιτείτο για τούτη θα ήταν πιο δύσκολη, πράγμα που θα οδηγούσε σε αύξηση του αναμενόμενου κόστους για την κατασκευή της, ενώ, παράλληλα, δημιουργούσε επιπρόσθετες απαιτήσεις αναφορικά με θέματα ασφάλειας και υγείας. Ένεκα δε των πιο πάνω, οι Εναγόμενες αποφάσισαν ότι υπήρχε ουσιαστική μεταβολή στις απαιτήσεις του Έργου και δικαιολογείτο, υπό τις περιστάσεις, η επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για την ανάθεση του, ούτως ώστε να περιλαμβάνονται και τα νέα δεδομένα που είχαν προκύψει. Περαιτέρω, η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα, στις 22.4.2020, είχε ενημερώσει τις Εναγόμενες ότι συνέχιζαν να υφίστανται ζητήματα αναφορικά με συγκεκριμένους όρους της προτεινόμενης συμφωνίας, τα οποία απέτρεπαν την υπογραφή, συνομολόγηση και/ή καταρτισμό της.

 

(στ) Ακολούθως, στις 6.5.2020, όταν πλέον τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας επέτρεψαν την επαναδραστηριοποίηση της Ενάγουσας, αυτή ενημερώθηκε από τις Εναγόμενες για την πρόθεση τους να επαναπροκηρύξουν το διαγωνισμό για το Έργο, στη βάση των πιο πάνω λόγων. Μάλιστα, οι Εναγόμενες με σχετικά ηλεκτρονικά μηνύματα τους, ημερ. 6.5.2020, 19.5.2020, 20.5.2020 και 28.5.2020, κάλεσαν την Ενάγουσα να υποβάλει εκ νέου προσφορά για το Έργο, στη βάση του ανανεωμένου διαγωνισμού για τούτο, εντούτοις, αυτή δεν το έπραξε.

 

Πέραν των πιο πάνω, αποτελεί θέση της Εναγόμενης 1 ότι, οποιεσδήποτε συζητήσεις τυχόν έλαβαν χώρα, μετά την κατακύρωση της προσφοράς του Έργου στην Ενάγουσα, έγιναν στο πλαίσιο προκαταρτικής συνεννόησης μεταξύ των μερών ότι ο καταρτισμός γραπτής συμφωνίας, μεταξύ τους, αποτελούσε απαραίτητη προϋπόθεση για να δημιουργηθούν εκατέρωθεν συμβατικές υποχρεώσεις και η δρομολόγηση της ανέγερσης του Έργου. Επίσης, είναι η θέση της ότι, ακόμα και αν η Ενάγουσα προέβη σε οποιεσδήποτε δαπάνες, αυτές δεν ήταν σε καμία περίπτωση δικαιολογημένες και ουδεμία συναίνεση και/ή εξουσιοδότηση και/ή έγκριση δόθηκε, από τις Εναγόμενες, για τούτες, ειδικότερα δε εφόσον δεν υπήρχε οποιαδήποτε συμφωνία μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου, η Εναγόμενη 1 αρνείται ότι οφείλει οποιοδήποτε ποσό στην Ενάγουσα.

 

Η εκδοχή της Εναγόμενης 2

 

Η Εναγόμενη 2, παρά το ότι καταχώρισε ξεχωριστή υπεράσπιση, επί της ουσίας, προωθεί τις ίδιες θέσεις με αυτές της Εναγόμενης 1, τις οποίες δεν προτίθεμαι να επαναλάβω. Αποτελεί δε βασική της εκδοχή ότι, η ίδια, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1 και/ή εκ μέρους της τελευταίας, αλλά και ότι δεν είχε οποιαδήποτε εξουσιοδότηση να συνάπτει και/ή να αναθέτει συμφωνίες σε τρίτα πρόσωπα και/ή την Ενάγουσα, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, ενώ η όποια συμφωνία θα καταρτιζόταν για την ανέγερση του Έργου θα υπογραφόταν μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του επιτυχόντος προσφοροδότη.

 

Κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα 

 

Ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, πλείστα εκ των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση είναι κοινώς αποδεκτά και/ή μη αμφισβητούμενα. Κατά τη διάρκεια της ακροαματικής διαδικασίας, οι συνήγοροι των δύο πλευρών, κατέθεσαν[4] τα Παραδεκτά Γεγονότα. Τα Παραρτήματα Α-Θ, που επισυνάπτονται στα Παραδεκτά Γεγονότα, κατατέθηκαν ως έγγραφα παραδεκτά ως προς την ύπαρξη τους. Εντούτοις, κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, και οι δύο πλευρές αναφέρθηκαν προς υποστήριξης των εκατέρωθεν θέσεων τους, τόσο στο περιεχόμενο των εν λόγω Παραρτημάτων, όσο και σε αυτό των τεκμηρίων που κατατέθηκαν και δεν αμφισβητήθηκαν, και συνεπώς προκύπτει ότι και το περιεχόμενο τους είναι κοινώς αποδεκτό. Στη βάση, επομένως, των εν λόγω Παραδεκτών Γεγονότων, των Παραρτημάτων που επισυνάπτονται σε αυτά, της μαρτυρίας που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την ακροαματική διαδικασία και δεν αμφισβητήθηκε (βλ. Frederickou Schoοls Co. Ltd v. Acuac Inc. (2002) 1 ΑΑΔ 1527), τις δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων κατά την επ’ ακροατηρίω διαδικασία, ως επίσης και τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των μερών, τα πιο κάτω προκύπτουν, πλέον, ως κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα: 

 

1.     Η Ενάγουσα, κατά πάντα ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, ήταν ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, δεόντως εγγεγραμμένη στη Κύπρο, με έδρα της τη Λάρνακα, και δραστηριοποιείται, μέχρι και σήμερα, στον κατασκευαστικό τομέα και άλλες συναφείς, στον εν λόγω τομέα, εργασίες.

 

2.     Ο ΜΕ 1 ήταν, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, διευθυντής της Ενάγουσας. Από τις 3.9.2020, την εν λόγω θέση κατέχει ο υιός του, εντούτοις ο ίδιος (ο ΜΕ 1) παραμένει άτομο δεόντως εξουσιοδοτημένο από την Ενάγουσα. Έχει δε την ειδικότητα του Τεχνικού Διευθυντή και κατέχει άδεια από το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών, ενώ απασχολείται στον κατασκευαστικό τομέα και στα οικοδομικά και τεχνικά έργα από το έτος 1999 (βλ. Παράρτημα Α στα Παραδεκτά Γεγονότα).

 

3.     Η Εναγόμενη 1 είναι ιδιωτική εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νομίμως εγγεγραμμένη στη Κύπρο, με έδρα την Λευκωσία και ασχολείται με τη φύλαξη και τήρηση αρχείων και εγγράφων, ως επίσης και με την προστασία διαφόρων προσωπικών αρχείων στην Κύπρο. Η δε Εναγόμενη 2 είναι εταιρεία περιορισμένης ευθύνης με έδρα την Αγγλία, η οποία ασχολείται με τη διαχείριση υλοποίησης κατασκευαστικών έργων και άλλων συναφών εργασιών.

 

4.     Καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, η Εναγόμενη 2, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος και/ή εκ μέρους της Εναγόμενης 2.

 

5.     Στις 31.1.2020, η Εναγόμενη 2 (μέσω του υπαλλήλου της κ. Sean Beard), ενεργώντας εκ μέρους της Εναγόμενης 1, απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Ενάγουσα, με το οποίο ενημέρωνε την τελευταία ότι προτίθετο να προκηρύξει διαγωνισμό για το Έργο, (βλ. Παράρτημα Β στα Παραδεκτά Γεγονότα).

 

6.     Την ίδια μέρα (31.1.2020), η Ενάγουσα εκδήλωσε το ενδιαφέρον της και την πρόθεση της να υποβάλει προσφορά για το Έργο (βλ. Παράρτημα Γ στα Παραδεκτά Γεγονότα).

 

7.     Ακολούθως, και πάλι την ίδια μέρα (31.1.2020), η Εναγόμενη 2 απέστειλε στην Ενάγουσα, πρόσκληση υποβολής προσφοράς (tender invitation), ως επίσης και τα έγγραφα για συμμετοχή της τελευταίας στην προσφορά ανάθεσης του Έργου και δη τις απαιτούμενες προδιαγραφές του Έργου (builders work specifications) και το πρόγραμμα εκτέλεσης εργασιών (program of works). (βλ. Παράρτημα Δ στα Παραδεκτά Γεγονότα). Στα εν λόγω έγγραφα, περιλαμβάνονταν και οι όροι των τυποποιημένων συμβάσεων που χρησιμοποιούσε η Εναγόμενη 1 για τέτοιου είδους έργα.

 

8.     Στις 4.2.2020, η Εναγόμενη 2 ζήτησε από την Ενάγουσα να της επιβεβαιώσει ότι έλαβε όλα τα σχετικά έγγραφα αναφορικά με την προσφορά για το Έργο, ως επίσης και να την ενημερώσει κατά πόσο εξακολουθεί να ενδιαφέρεται να υποβάλει προσφορά για τούτο (βλ. Τεκμήριο 1).

 

9.     Στις 5.2.2020, η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε την Ενάγουσα για τον προγραμματισμό συνάντησης, η οποία αφορούσε τις λεπτομέρειες για την υλοποίηση και τις εργοληπτικές εργασίες του Έργου (βλ. Τεκμήριο 2 και Παραδεκτά Γεγονότα).

 

10.   Στις 11.2.2020, έλαβε χώρα κατ’ ιδίαν συνάντηση στην παρουσία των αντιπροσώπων των Εναγομένων 1 και 2, ως επίσης και του πολιτικού μηχανικού της Ενάγουσας.

 

11.   Στη συνέχεια, στις 14.2.2020, η Εναγόμενη 2 ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι υπήρχαν τροποποιήσεις στο σχεδιασμό του Έργου και συγκεκριμένα ότι η δεξαμενή θα μετακινείτο σε χώρο που βρισκόταν πιο μακριά από την αποθήκη της Εναγόμενης 1, για να μην επηρεαστούν τα θεμέλια της κατά τη διάρκεια της οικοδόμησης του Έργου, αποστέλλοντας το αναθεωρημένο σχέδιο για το Έργο. Επίσης, την ενημέρωσε ότι η προθεσμία για την υποβολή της προσφοράς για το Έργο θα επεκτείνετο, ένεκα των εν λόγω τροποποιήσεων, μέχρι τις 21.2.2020 (βλ. Τεκμήριο 3).

 

12.   Στις 21.2.2020, η Ενάγουσα απέστειλε στην Εναγόμενη 2 την προσφορά της για το Έργο, για το ποσό των €189.620 (βλ. Παραρτήματα Ε και ΣΤ).

 

13.   Στις 27.2.2020, ο κ. Sean Beard απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα (ώρα 12:47μμ) στην Ενάγουσα (βλ. Παράρτημα Ζ στα Παραδεκτά Γεγονότα), με το οποίο ενημέρωσε και συνεχάρη την τελευταία ότι είχε κερδίσει τον διαγωνισμό για το Έργο και ότι το ποσό της προσφοράς της έγινε αποδεκτό από την Εναγόμενη 1. Επίσης, την ενημέρωσε ότι θα προχωρούσε στην ετοιμασία της συμφωνίας για το Έργο και της ζητούσε, για τον σκοπό αυτό, διάφορα έγγραφα και πληροφορίες, όπως πχ. το όνομα και τον τίτλο του προσώπου που θα υπέγραφε το συμβόλαιο εκ μέρους της, τα στοιχεία του τραπεζικού λογαριασμού της, τον αριθμό εγγραφής εταιρείας και του μητρώου ΦΠΑ της, ως επίσης και αντίγραφο της ασφάλειας ευθύνης εργοδότη έναντι τρίτου (employers liability insurance) και της ασφάλειας ευθύνης της εταιρείας έναντι τρίτου (company third party liability insurance).

 

14.   Στις 28.2.2020, η Ενάγουσα, με σχετικό ηλεκτρονικό της μήνυμα (Τεκμήριο 4), απέστειλε κάποια από τα ζητούμενα έγγραφα, πλην της ασφάλειας ευθύνης εργοδότη έναντι τρίτου, την οποία, ως ανέφερε, θα απέστελλε μετά την υπογραφή του συμβολαίου, εφόσον τούτο (το συμβόλαιο) θα έπρεπε να κατατεθεί στον ασφαλιστή της. Επίσης, ζητούσε όπως, ένεκα των τροποποιήσεων που υπήρξαν στο σχέδιο του Έργου, της αποσταλεί ολόκληρο το τελικό πακέτο, δηλαδή λεπτομερή αρχιτεκτονικά και κατασκευαστικά σχέδια, κατασκευαστικές προδιαγραφές, το συμβόλαιο και οι όροι του, το χρονοδιάγραμμα, κτλ («detail design architectural and structural drawings in .dwg files, builders work specifications, the contract and terms, time-schedule, etc») τουλάχιστον 4 ημέρες πριν την υπογραφή του συμβολαίου, με σκοπό να τα μελετήσει.

 

15.   Στις 3.3.2020 ο πολιτικός μηχανικός της Ενάγουσας απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στον κ. Phil Osborn, ο οποίος ήταν ο project manager του Έργου (στο εξής «o Osborn»), με το οποίο ζητούσε από τον τελευταίο να του αποστείλει το σχέδιο ασφάλειας και υγείας του Έργου στο στάδιο της μελέτης. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα, ο Osborn απάντησε ότι η ετοιμασία του εν λόγω σχεδίου είχε ανατεθεί σε ειδικό και ότι τούτο θα ήταν έτοιμο εντός περίπου 2 εβδομάδων. Επίσης, ο  Osborn ρώτησε τον εν λόγω πολιτικό μηχανικό κατά πόσο υπήρχε ανάγκη ενημέρωσης των τοπικών αρχών (πολεοδομική/ οικοδομική αρχή) για το Έργο (βλ. Τεκμήριο 5), με τον τελευταίο να απαντά, στις 4.3.2020, ότι ο εργολάβος έχει υποχρέωση να ενημερώσει το Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας, ως επίσης και το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών (βλ. Τεκμήριο 5).

 

16.   Στις 6.3.2020 έλαβε χώρα τηλεδιάσκεψη (conference call) μεταξύ των εκπροσώπων των διαδίκων, όπου τηρήθηκαν σχετικά πρακτικά (βλ. Παράρτημα Η στα Παραδεκτά Γεγονότα και Τεκμήριο 8), για σκοπούς οργάνωσης των εμπλεκομένων μερών. Τα εν λόγω πρακτικά υπογράφτηκαν από τον Osborn (εκ μέρους της Εναγόμενης 2), ενώ αποστάληκαν, μεταξύ άλλων, στον ΜΥ 1 (διευθυντή της Εναγόμενης 1), για σκοπούς ενημέρωσης της τελευταίας. Κατά την εν λόγω, δε, τηλεδιάσκεψη, και ως τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο του Παραρτήματος Η (ανωτέρω), είχε τεθεί ως ημερομηνία έναρξης του Έργου η 16η Μαρτίου 2020 και η ημερομηνία ολοκλήρωσης και παράδοσης του, η 3η Ιουλίου 2020.

 

17.   Επίσης, στις 6.3.2020, ο κ. Sean Beard, ενεργώντας εκ μέρους της Εναγόμενης 1, απέστειλε, στην Ενάγουσα, το προσχέδιο της γραπτής συμφωνίας για το Έργο και την καλούσε να το υπογράψει (βλ. Τεκμήριο 7).

 

18.   Στις 10.3.2020, ο κ. Sean Beard ζήτησε από την Ενάγουσα, να του αποστείλει την εκτίμηση κινδύνου και δήλωση μεθόδων (Risk Assessment & Method Statement), ούτως ώστε να συμπεριληφθούν στο εγχειρίδιο του Σχεδίου Ασφάλειας και Υγείας (βλ. Τεκμήριο 9).

 

19.   Στις 11.3.2020, ο πολιτικός μηχανικός της Ενάγουσας ανέφερε στον κ. Sean Beard ότι δεν ήταν δυνατόν να του αποστείλει το εν λόγω Risk Assessment & Method Statement, ένεκα του ότι πλείστες από τις εργασίες στο Έργο ήταν υπόγειες και δεν είχε η Ενάγουσα, ακόμη, λάβει από τις Εναγόμενες το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης, τη γεωλογική ή υπεδάφια μελέτη, ως επίσης και την πληροφόρηση ως προς την τυχόν ύπαρξη υπόγειων καλωδίων και σωλήνων δίπλα από το Έργο (βλ. Τεκμήριο 11). Την ίδια μέρα (11.3.2020), ο κ. Sean Beard απέστειλε στην Ενάγουσα τα σχέδια ανέγερσης του Έργου (Construction Issue Drawings) (βλ. Τεκμήριο 10).

 

20.   Ακολούθως, στις 16.3.2020, ο κ. Sean Beard ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης ήταν έτοιμο από το σύμβουλό τους και θα τύγχανε ελέγχου από πλευράς τους και μόλις αυτός (ο έλεγχος) ολοκληρωνόταν, θα τους το απέστελλαν. Περαιτέρω, ζήτησε από την Ενάγουσα να συμπληρώσει και να υποβάλει, επειγόντως, το δικό της σχέδιο ασφάλειας και υγείας, ενώ την ενημέρωσε ότι δεν είχε γίνει συγκεκριμένη γεωλογική και υπεδάφια μελέτη και ότι είχαν διορίσει πολιτικό μηχανικό για να προβεί σε τούτη. Ακόμη, της ανέφερε ότι η πλευρά τους είχε προβεί σε οπτική θεώρηση του χώρου του Έργου και δεν θεωρούσαν ότι υπήρχαν οποιεσδήποτε υπηρεσίες (υπόγεια καλώδια και σωλήνες) στην τόπο που θα κατασκευάζετο η δεξαμενή, άλλες από αυτές που φαίνονταν ήδη στα σχέδια. Παρά ταύτα, της ανέφερε ότι, αν η ίδια επιθυμούσε να πραγματοποιήσει σάρωση του υπεδάφους (CAT scan) στο χώρο του Έργου, τούτο θα μπορούσε να θεωρηθεί ως επιπλέον εργασία, νοουμένου ότι το κόστος ήταν λογικό (βλ. Τεκμήριο 14).

 

21.   Στις 17.3.2020, η Ενάγουσα κάλεσε, μεταξύ άλλων, την πλευρά των Εναγομένων, να της αποστείλουν εντός 10 ημερών το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης, το οποίο είχε ετοιμαστεί, με σκοπό να ετοιμάσει και από πλευράς της, το σχέδιο ασφάλειας και υγείας για το στάδιο της εκτέλεσης (βλ. Τεκμήριο 15). Περαιτέρω, ενημέρωσε τον κ. Sean Beard ότι δεν είχε μέχρι εκείνη τη στιγμή λάβει την γεωλογική και υπεδάφια μελέτη, θεωρώντας, βάσει των όσων της είχαν αναφερθεί πριν την υποβολή της προσφοράς της, ότι το υπέδαφος ήταν σταθερό και δεν θα χρειαζόταν περαιτέρω ενίσχυση της εκσκαφής («no other shoring of the excavation»). Αποτέλεσμα τούτου, ως ανέφερε, ήταν ότι δεν περιλήφθηκε στην προσφορά της οποιοδήποτε ποσό ή χρόνος που θα απαιτείτο για την προσωρινή ενίσχυση της εκσκαφής («for any temporary shoring of the excavation»). Τους ανέφερε, επίσης, ότι, η δεξαμενή του Έργου είναι πολύ κοντά στο υφιστάμενο κτίριο από την μία πλευρά, ενώ από την άλλη εφάπτεται με δημόσιο δρόμο/ πεζόδρομο, οπότε υφίστατο η πιθανότητα να υπάρχουν υπόγειες υπηρεσίες και ότι η οπτική επιθεώρηση του χώρου δεν ήταν αρκετή ή ασφαλής και χρειάζετο να γίνει σάρωση του υπέδαφους (CAT scan). Ακόμη, ανέφερε ότι είχε ετοιμάσει λίστα των προτεινόμενων υλικών, για έγκριση, την οποία θα τους απέστελλε με ξεχωριστό ηλεκτρονικό μήνυμα, αλλά και ότι το πρόγραμμα εργασιών του Έργου θα έπρεπε να τροποποιηθεί από πλευράς των Εναγομένων, ούτως ώστε να αντικατοπτρίζει τις αλλαγές που έγιναν και ζητούσε να της επιτραπεί να εργάζεται στο Έργο πέραν των καθορισμένων ωρών. Τέλος, ανέφερε ότι για να μπορεί να προχωρήσει και να δηλώσει το Έργο στο Τμήμα Επιθεώρησης Εργασίας και το Συμβούλιο Εγγραφής και Ελέγχου Εργοληπτών, θα έπρεπε η πλευρά των Εναγομένων να της στείλει τον αριθμό, την ημερομηνία έκδοσης της πολεοδομικής/ οικοδομικής άδειας και το όνομα της αρχής που την εξέδωσε (βλ. Τεκμήριο 15).

 

22.   Στις 26.3.2020, η πλευρά των Εναγομένων, ανέφερε στην Ενάγουσα ότι, από τις 24.3.2020, ο κατασκευαστικός τομέας είχε κλείσει, λόγω της πανδημίας, και ότι θα την κρατούσαν ενήμερη για το πότε θα επέστρεφαν στο Έργο («for returning to work at the Dali 2 Site»), ως επίσης και ότι θα προέβαιναν σε εκ νέου υπολογισμό των ημερομηνιών για την ολοκλήρωση του, για να συμπληρωθούν τούτες στο συμβόλαιο. Τέλος, της ανέφεραν ότι δεν χρειάζεται να ανησυχεί αν η ημερομηνία συμπλήρωσης του Έργου που καθόρισαν, παρέλθει, όσο το εργοτάξιο είναι κλειστό («there is no need to be concerned if your contract practical completion date passes and the site is still closed»).

 

23.   Στις 27.3.2020, ο κ. Sean Beard ζήτησε από την Ενάγουσα να του αποστείλει το υπολογιζόμενο κόστος για την εργασία για το σάρωμα του υπέδαφους (CAT scanning), ως επίσης και για την τοπογραφική μελέτη του χώρου (βλ. Τεκμήριο 17), όπου θα κατασκευάζετο η δεξαμενή του Έργου, ούτως ώστε να διαφανούν οποιεσδήποτε τυχόν υπόγειες υπηρεσίες, τις οποίες δεν γνώριζαν, αλλά και τα επίπεδα του εδάφους γύρω από την εν λόγω δεξαμενή. Επίσης, της ανέφερε ότι αν το κόστος των εν λόγω εργασιών είναι λογικό, θα της έδιδαν οδηγία και για την διενέργεια τούτων των μελετών.

 

24.   Περαιτέρω, την ίδια μέρα (27.3.2020), ο Osborn απέστειλε στην Ενάγουσα τα ανανεωμένα κατασκευαστικά σχέδια της δεξαμενής του Έργου, λόγω τροποποίησης στο βάθος της, και ζήτησε από την τελευταία, την αναθεωρημένη κοστολόγηση του Έργου. Περαιτέρω, την ενημέρωσε ότι δεν θα της καταβάλλονταν, από την Εναγόμενη 1, υπερωρίες για το Έργο (Τεκμήριο 18), αλλά και ότι ο ίδιος ζήτησε από τον μηχανικό του Έργου (structural engineer) να σχεδιάσει την υποστήριξη της δεξαμενής και να δώσει τη δήλωση μεθόδου για την κατασκευή της, συμπεριλαμβανομένου και της προσωρινής υποστήριξης αυτής, τα οποία μόλις λάμβανε, θα της απέστελλε (της Ενάγουσας).

 

25.   Υπήρχε περαιτέρω επικοινωνία μεταξύ των μερών, κατά τις 30.3.2020, 31.3.2020 και 4.4.2020 (βλ. Τεκμήρια 19, 20 και 26). Συγκεκριμένα, στις 30.3.2020, η Ενάγουσα απέστειλε στον Osborn τη λίστα των υλικών για το Έργο, για έγκριση (Τεκμήριο 19). Ο τελευταίος, στις 31.3.2020, κοινοποίησε τούτη, στον μελετητή του Έργου για σκοπούς έγκρισης των γενικών προϊόντων σκυροδέματος, ενώ για τα υπόλοιπα υλικά ζήτησε από την Ενάγουσα να υποβάλει αναθεωρημένη λίστα, λόγω των αμφιβολιών του αναφορικά με την ποιότητα των εν λόγω υλικών στην εγχώρια αγορά (βλ. Τεκμήριο 19). Επίσης, με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 30.3.2020, ο Osborn ζήτησε από την Ενάγουσα να τον ενημερώσει κατά πόσο είχε υπολογίσει το κόστος για την ολοκλήρωση των μελετών αναφορικά με την σάρωση του υπέδαφους (CAT scanning) και για την τοπογραφική μελέτη του χώρου, τις οποίες θα συμπεριλάμβαναν σε ξεχωριστή, από την κυρίως συμφωνία, για να αποφευχθούν οποιεσδήποτε κυρώσεις (penalties) για καθυστερήσεις (βλ. Τεκμήριο 20).

 

26.   Στο πιο πάνω ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 30.3.2020, η Ενάγουσα απάντησε στις 4.4.2020, αναφέροντας ότι είχε λάβει τα αναθεωρημένα κατασκευαστικά σχέδια, αλλά ότι δεν είχε λάβει ακόμη το σχέδιο ασφάλειας και υγείας από πλευράς των Εναγομένων. Ενημέρωσε, επίσης, τους τελευταίους, ότι, μόλις λάβει τον σχεδιασμό για την υποστήριξη και την δήλωση μεθόδου κατασκευής αυτής, συμπεριλαμβανομένου και της προσωρινής υποστήριξης της εκσκαφής, θα τους ενημέρωνε για το επιπρόσθετο κόστος και το χρόνο που θα χρειάζετο για την εκτέλεση του Έργου. Τέλος, τους ανέφερε ότι πρέπει να της σταλεί η οικοδομική άδεια αναφορικά με τις επιπρόσθετες εργασίες (tank, fence, κτλπ) (βλ. Τεκμήριο 26).

 

27.   Στις 6.4.2020, η Ενάγουσα απέστειλε στον κ. Sean Beard, δύο ηλεκτρονικά μηνύματα, με τα οποία του ανέφερε ότι θα ήταν κλειστή και εκτός εργασίας, λόγω των μέτρων αντιμετώπισης της πανδημίας Covid-19 που είχαν τότε τεθεί σε ισχύ, ως επίσης και ότι το κόστος για την τοπογραφική μελέτη ανέρχετο στο ποσό των €690. Εισηγήθηκε ακόμη όπως η υπεδάφια σάρωση πραγματοποιηθεί από την Αρχή Ηλεκτρισμού (βλ. Τεκμήριο 21). Επίσης, του ανέφερε ότι θα υπήρχε επιπρόσθετο κόστος, ύψους €23.000, για τις επιπρόσθετες εργασίες που προκύπταν βάσει των αναθεωρημένων σχεδίων που της είχαν σταλεί, για την εκτέλεση των οποίων θα χρειαζόταν ακόμη μία εβδομάδα, ούτως ώστε να ολοκληρωθεί το Έργο (βλ. Τεκμήριο 21).

 

28.   Την ίδια μέρα (6.4.2020), ο Osborn, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι μόλις έχει την τιμή και το άτομο που θα πραγματοποιήσει την υπεδάφια σάρωση, θα εξετάσει το ζήτημα της ανάθεσης της, νοουμένου ότι είναι λογικό (βλ. Τεκμήριο 22). Περαιτέρω, της ανέφερε ότι θα της κοινοποιούσε την πρόταση προσωρινής προστασίας εκσκαφής (temporary excavation protection proposal) μόλις λάμβανε τούτη από τον μηχανικό του Έργου, ούτως ώστε να κοστολογηθεί από την Ενάγουσα και το εν λόγω κόστος να συμπεριληφθεί σε ένα ενιαίο έγγραφο, μαζί με τις επιπρόσθετες εργασίες ύψους €23.000 (βλ. Τεκμήριο 22).

 

29.   Στη συνέχεια, στις 20.4.2020, ο κ. Sean Beard ρώτησε την Ενάγουσα αν είχε την ευκαιρία να μελετήσει το ζήτημα αναφορικά με το βάθος των θεμελίων του κτιρίου, ως επίσης και τους λόγους για τους οποίους δεν είχε ακόμη, η τελευταία, υπογράψει το συμβόλαιο που της είχε αποσταλεί για υπογραφή (βλ. Τεκμήριο 23).

 

30.   Στις 22.4.2020, η πλευρά της Ενάγουσας απάντησε στο πιο πάνω, αναφέροντας ότι αυτή θα παρέμενε κλειστή μέχρι το τέλος Απριλίου, λόγω της πανδημίας Covid-19, και ότι η εκσκαφή των θεμελίων και η τοποθέτηση περίφραξης θα ξεκινούσε αρχές Μαΐου. Σε ότι αφορά το ζήτημα της υπογραφής του συμβολαίου, η Ενάγουσα ανέφερε στον Osborn ότι πριν αλλά και μετά την υποβολή της προσφοράς της, είχε θίξει αρκετά ζητήματα τα οποία θα συμπεριλαμβάνονταν στο εν λόγω συμβόλαιο, όπως το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης, το ζήτημα της προσωρινής στήριξης των θεμελίων και την άδεια οικοδομής, η οποία δεν είχε εκδοθεί, για τα οποία ακόμη ανέμενε την τοποθέτηση της πλευράς των Εναγομένων, για να συμπεριληφθούν στο συμβόλαιο (βλ. Τεκμήριο 23[5]).

 

31.   Ακολούθως, στις 6.5.2020, η Ενάγουσα ενημέρωσε τον κ. Sean Beard ότι είχε επανέλθει σε λειτουργία (μετά τη διακοπή της λειτουργίας της λόγω της πανδημίας) και, ότι, είχε προχωρήσει στην πρόσληψη υπεργολάβων και τον καλούσε όπως προχωρήσει στην επίλυση των ζητημάτων που παρέμεναν σε εκκρεμότητα, ούτως ώστε οι όροι του συμβολαίου να εκσυγχρονιστούν (updated) και να προχωρήσουν στην υπογραφή του. Η δε Ενάγουσα δήλωσε ετοιμότητα για να ξεκινήσει με το Έργο. (βλ. Παράρτημα Θ των Παραδεκτών Γεγονότων και Τεκμήριο 24).

 

32.   Την ίδια μέρα, ο Osborn, ενημέρωσε την Ενάγουσα ότι, ένεκα απρόβλεπτων συνθηκών πριν το κλείσιμο της τελευταίας (λόγω της πανδημίας), ήρθαν αντιμέτωποι με μία απρόβλεπτη κατάσταση αναφορικά με το υπόγειο σύστημα της δεξαμενής νερού του Έργου και ότι η αρμόδια αρχή δεν ενέκρινε την αδειοδότηση του, ένεκα του ότι το σημείο τοποθέτησης της δεξαμενής βρισκόταν κοντά σε πεζόδρομο. Τούτο, ως της ανέφερε, θα προκαλούσε καθυστέρηση, καθότι θα γίνονταν νέα σχέδια, με αποτέλεσμα να γίνουν και αλλαγές στα υλικά και διάφορα άλλα. Λόγω δε αυτής της εξέλιξης, προτίθεντο να επαναπροκηρύξουν τον διαγωνισμό ανάθεσης του Έργου (βλ. Παράρτημα Θ στον Κατάλογο Παραδεκτών Γεγονότων και Τεκμήριο 24). Κάλεσε δε την Ενάγουσα να του επιβεβαιώσει αν ενδιαφερόταν να υποβάλει προσφορά στον νέο διαγωνισμό για το Έργο, ούτως ώστε να της αποσταλούν τα σχετικά έγγραφα (βλ. Τεκμήριο 24 και 27).

 

33.   Η Ενάγουσα δεν προχώρησε στην υποβολή προσφοράς για το νέο διαγωνισμό του Έργου.

 

Όλα τα πιο πάνω, καθίστανται ευρήματα του Δικαστηρίου από αυτό το στάδιο.

 

Συνοπτική παράθεση της προσκομισθείσας μαρτυρίας 

 

Δεν θεωρώ αναγκαίο να παραθέσω με λεπτομέρεια την ενώπιον μου μαρτυρία. Πλήρης έκταση της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, βρίσκεται καταγεγραμμένη στα πρακτικά. Σκοπός της παρούσας απόφασης, δεν είναι η λεπτομερής παράθεση του συνόλου της μαρτυρίας που δόθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, εφόσον, κάτι τέτοιο, θεωρώ, δεν θα εξυπηρετούσε οποιοδήποτε πρακτικό σκοπό. Αναφορά στα κυριότερα σημεία της μαρτυρίας θα γίνει, για σκοπούς αξιολόγησης της, λαμβανομένου υπόψη του μοναδικού προς επίλυση επίδικου ζητήματος (βλ. Χρυσούλλα Καννάουρου κ.α. ν. Α. Ʃταθιώτη (1990) 1 Α.Α.Δ. 35).  

 

ΜΕ 1

 

Ο μάρτυρας αυτός κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Α. Επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Ενάγουσας. Ανέφερε ότι, στα έγγραφα της προσφοράς (tender) που του αποστάληκαν, η Εναγόμενη 1 αναγράφετο ως ο εργοδότης του Έργου και ότι είχε πληροφορηθεί, από την πλευρά των Εναγομένων ότι, αν οι όροι των τυποποιημένων συμβολαίων της Εναγόμενης 1, δεν ήταν αποδεκτοί στην Ενάγουσα, δεν θα έπρεπε να προχωρήσει και να υποβάλει προσφορά για το εν λόγω έργο (βλ. Παράρτημα Δ των Παραδεκτών Γεγονότων). Επίσης, ήταν η θέση του ότι, η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί ότι αν η προσφορά της γινόταν αποδεκτή, θα ακολουθούσε η υπογραφή σχετικής συμφωνίας μεταξύ της και της Εναγόμενης 1. Ακόμη, ανέφερε ότι, τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του πολιτικού μηχανικού της Ενάγουσας και του project manager του Έργου (Osborn), στις 3.3.2020 και 4.3.2020 (βλ. Τεκμήριο 5), και δη ως προς το ποιου ήταν η ευθύνη να ενημερώσει τις αρμόδιες αρχές για τις εργασίες του Έργου, αλλά και αναφορικά με το σχέδιο ασφάλειας και υγείας, επιβεβαιώνουν την έναρξη της συνεργασίας μεταξύ των μερών, αλλά και ότι «προφανώς είχαν ήδη δοθεί οδηγίες [στην Ενάγουσα] για να προχωρήσει με το έργο». Υπήρχε δε, ως ανέφερε, ξεκάθαρα η εντύπωση σε όλους του εμπλεκόμενους ότι η Ενάγουσα ήταν πλέον ο εργολάβος του Έργου και ότι η υπογραφή της συμφωνίας αποτελούσε ζήτημα τυπικό.

 

Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, κατά τον ίδιο, ακόμη ένα στοιχείο επιβεβαιωτικό του ότι μεταξύ των μερών υπήρχε δεσμευτική συμφωνία για την ανάθεση του Έργου στην Ενάγουσα, ήταν το ότι η πλευρά των Εναγομένων, ως φαίνεται στα Τεκμήρια 5 και 17, ακολούθησε τις συμβουλές και υποδείξεις της Ενάγουσας αναφορικά με το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης, αλλά και τους προβληματισμούς της τελευταίας αναφορικά με την αναγκαιότητα διενεργείας προκαταρκτικών μελετών για το υπέδαφος, προκειμένου να ξεκινήσει το Έργο. Ό,τι δε συζητείτο, μετά τις 27.2.2020 (κατακύρωση της προσφοράς), αποτελείτο από λεπτομέρειες αναφορικά με την εκτέλεση του Έργου και ο λόγος που δεν είχε υπογραφεί η συμφωνία ήταν η ύπαρξη των εν λόγω εκκρεμοτήτων (δηλαδή το γεγονός ότι το Έργο ήταν πολύ κοντά στην υφισταμένη αποθήκη και έπρεπε να αλλαχθούν τα σχέδια, να γίνει βαθύτερη εκσκαφή και να αλλάξουν τα κόστη, ενώ χρειάζετο η έκδοση των τελικών σχεδίων του Έργου, από πλευράς των Εναγομένων, και η αποστολή του σχεδίου ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης). Εντούτοις, ως επανέλαβε, η υπογραφή της εν λόγω συμφωνίας ήταν ζήτημα τυπικό και όχι προαπαιτούμενο για την συνεργασία των μερών, εξού και μετά την ημερομηνία κατακύρωσης της προσφοράς είχε ξεκινήσει ο προγραμματισμός, μεταξύ τους, για το Έργο, συναντήσεις επί τόπου κτλ, ενώ είχε καθοριστεί και η ημερομηνία έναρξης και παράδοσης του. Ακόμη, ανέφερε ότι, κατά το στάδιο υποβολής της προσφοράς της Ενάγουσας, η γενικότερη εικόνα του Έργου ήταν γνωστή σε αυτήν, ενώ παρέμενε να καθοριστεί το βάθος της δεξαμενής και ο τόπος υλοποίησης της εντός των εγκαταστάσεων της Εναγόμενης 1, και, αναλόγως των αλλαγών, να καθορίζετο και ο χρόνος αποπεράτωσης του. Ανέφερε δε ότι, το γεγονός ότι η Ενάγουσα στο ηλεκτρονικό της μήνυμα ημερ. 11.3.2020 (Τεκμήριο 11) ανέφερε ότι τα εκεί ζητήματα ήταν ζωτικής σημασίας, σήμαινε ότι ήταν τέτοια, για σκοπούς έναρξης των εργασιών του Έργου και όχι για την υπογραφή του συμβολαίου και, συνεπώς, για την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ των μερών ότι το Έργο θα ανατίθετο και θα υλοποιείτο από την Ενάγουσα.

 

Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι, λόγω του απαιτητικού χρονοδιαγράμματος για την υλοποίηση του Έργου, η Ενάγουσα αρνήθηκε να αναλάβει άλλα έργα. Κατέθεσε δε το Τεκμήριο 25, στο οποίο, ως ανέφερε, καταγράφεται λεπτομερώς το σύνολο των χρεώσεων και του κόστους που η ίδια θα είχε για το Έργο, από το οποίο προκύπτει ότι το κέρδος που θα αποκόμιζε, αν αφηνόταν να προχωρήσει με την υλοποίηση του εν λόγω Έργου, θα ανέρχετο στο ποσό των €48.495, το οποίο απώλεσε ένεκα της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των Εναγομένων να προχωρήσουν σε επαναπροκήρυξη της προσφοράς του (του Έργου).

 

MY 1

 

Ο μάρτυρας αυτός, κατέθεσε ως μέρος της κυρίως εξέτασης του το Έγγραφο Β και, επί της ουσίας, προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή των Εναγομένων. Ανέφερε ότι, όταν, στις 31.1.2020, ο κ. Sean Beard έστειλε στην Ενάγουσα την πρόσκληση υποβολής προσφοράς και τα έγγραφα για συμμετοχή στην προσφορά ανάθεσης του Έργου, το συνοπτικό πρόγραμμα εργασιών που περιλαμβάνετο σε αυτά δεν ήταν ακόμη 100% επιβεβαιωμένο, γεγονός για το οποίο η Ενάγουσα είχε ενημερωθεί (βλ. Παράρτημα Δ). Ανέφερε, επίσης, ότι τα παραδείγματα τυποποιημένων συμβολαίων της Εναγόμενης 1, που αποστάλθηκαν στην Ενάγουσα, ήταν ενδεικτικά των γενικότερων όρων στους οποίους θα βασιζόταν η γραπτή συμφωνία η οποία θα έπρεπε να συναφθεί μεταξύ του επιτυχόντα προσφοροδότη και της Εναγόμενης 1 (βλ. Παράρτημα Δ). Αποτέλεσε θέση του ότι, από το Παράρτημα Ζ (στα Παραδεκτά Γεγονότα), είναι εμφανές ότι η πρόθεση της Εναγόμενης 1 ήταν να αναθέσει την ανέγερση του Έργου στην Ενάγουσα, υπό την προϋπόθεση ότι θα καταρτίζετο γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, πράγμα που για να επιτευχθεί ήταν απαραίτητο να υπάρχει συμφωνία επί του συνόλου των ζητημάτων που παρέμεναν σε εκκρεμότητα, ως επίσης και η προσκόμιση όλων των αναγκαίων εγγράφων από πλευράς της Ενάγουσας. Κατά τον ίδιο, η Ενάγουσα δεν απέστειλε όλα τα απαραίτητα έγγραφα και πιστοποιητικά για να προχωρήσει ο καταρτισμός και η υπογραφή της γραπτής συμφωνίας για το Έργο. Ήταν, ακόμη, η θέση του ότι, τα Τεκμήρια 22 και 23 επιβεβαιώνουν ότι σε κανένα χρονικό σημείο δεν είχε επιτευχθεί συμφωνία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, καθώς συνέχιζαν να υφίστανται ζητήματα σε σχέση με συγκεκριμένους όρους του προσχεδίου της συμφωνίας, τα οποία απέτρεπαν την υπογραφή και/ή συνομολόγηση της. Το δε γεγονός ότι είχε καθοριστεί ημερομηνία έναρξης του Έργου, αποτελούσε διαδικαστικό ζήτημα, εφόσον αφ’ ης στιγμής δεν υπήρχε τελικό σχέδιο ασφάλειας και υγείας, το Έργο δεν μπορούσε να ξεκινήσει.

 

Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, η ανάθεση του Έργου στην Ενάγουσα ήταν δεδομένη, νοουμένου ότι δεν εκκρεμούσαν οποιαδήποτε ζητήματα, ενώ συμφώνησε ότι μέχρι τις 27.3.2020 δεν είχε ακόμη εκδοθεί η άδεια οικοδομής για το Έργο από την Εναγόμενη 1, αλλά και ότι η υπογραφή της συμφωνίας ήταν τυπικής φύσεως. Επίσης, συμφώνησε ότι στο Παράρτημα Ζ των Παραδεκτών Γεγονότων, πουθενά δεν αναφέρεται ότι η γραπτή συμφωνία που θα αποστέλλετο για υπογραφή στην Ενάγουσα, θα τύγχανε οποιασδήποτε περαιτέρω διαπραγμάτευσης. Εντούτοις, ως ανέφερε, αποτελεί, γενικότερα, μέρος της διαδικασίας της Εναγόμενης 1, ότι μπορεί να προκύψει τέτοιου είδους διαπραγματεύσεις, για τα ζητήματα που προέκυψαν μεταξύ των μερών.

 

Πέραν των πιο πάνω, ήταν η θέση του ότι, στις 9.4.2020, η πλευρά τους ενημερώθηκε από τον αρχιτέκτονα του Έργου ότι προέκυψε πρόβλημα με την αδειοδότηση του από την αρμόδια αρχή, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η δεξαμενή του Έργου να μην ήταν δυνατόν να τοποθετηθεί στο χώρο που είχε αρχικώς καθοριστεί για τούτη. Ενόψει τούτου, ως ανέφερε, οι Εναγόμενες κατέληξαν ότι η μόνη λύση ήταν η ανέγερση του Έργου σε διαφορετικό χώρο εντός των ίδιων εγκαταστάσεων. Η δε μετακίνηση του Έργου σε τόπο που ήταν απότομο επικλινές οικόπεδο, απαιτούσε πιο δύσκολη εκσκαφή, πράγμα που δημιουργούσε αύξηση στο αναμενόμενο κόστος εκτέλεσης, δημιουργώντας, επίσης, επιπρόσθετες απαιτήσεις σε θέματα ασφάλειας και υγείας. Ένεκα δε των πιο πάνω, και εφόσον, ως ισχυρίστηκε, υπήρχε ουσιαστική μεταβολή στις απαιτήσεις του Έργου, θεώρησαν ορθότερο να επαναπροκηρυχθεί ο διαγωνισμός, ούτως ώστε να συμπεριλαμβάνονται τα νέα δεδομένα και απαιτήσεις που είχαν προκύψει για τούτο (το Έργο).

 

Αξιολόγηση μαρτυρίας

 

ΜΕ 1

 

Ο μάρτυρας αυτός μου έκανε πολύ καλή εντύπωση. Δεν έχω καμία αμφιβολία ότι προσήλθε στο Δικαστήριο με σκοπό να πει την αλήθεια για τα όσα έλαβαν χώρα κατά τον επίδικο χρόνο. Ήταν δε σταθερός στις τοποθετήσεις του, σαφής και πειστικός, ενώ η μαρτυρία του δεν παρουσιάζει τέτοιου είδους αντιφάσεις που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του, ενώ συμβαδίζει με την κοινή λογική, την αδιαμφισβήτητη εξέλιξη των πραγμάτων, αλλά και με την ενώπιον μου αποδεκτή έγγραφη μαρτυρία.

 

Το μόνο μέρος της μαρτυρίας του στο οποίο δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα, και τούτο όχι στη βάση του ότι ο μάρτυρας αυτός δεν ανέφερε την αλήθεια, είναι αυτό που θέλει την κατακύρωση της προσφοράς του Έργου στην Ενάγουσα να αποτελεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία και την υπογραφή γραπτής συμφωνίας ζήτημα τυπικό και μόνο. Και τούτο, διότι, το κατά πόσο είχε, κατά τον δεδομένο χρόνο, καταρτιστεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των μερών, αποτελεί αμιγώς νομικό ζήτημα και αποτελεί έργο του Δικαστηρίου να το αποφασίσει, στη βάση όλων των δεδομένων που έχει ενώπιον του. Ειδικότερα δε, εφόσον ο μάρτυρας αυτός δεν είναι νομικός και δεν έχει τεθεί οποιοδήποτε υπόβαθρο που να του επιτρέπει να εκφράσει σχετική κρίση επί του εν λόγω ζητήματος.

 

Το γεγονός ότι ο μάρτυρας αυτός δεν θυμόταν να αναφέρει στο Δικαστήριο τα έργα τα οποία η Ενάγουσα δεν ανέλαβε κατά την εν λόγω περίοδο, λόγω του Έργου και του απαιτητικού χρονοδιαγράμματος του, δεν οδηγεί σε αναξιοπιστία του σε ό,τι αφορά το ζήτημα της εν προκειμένω ζημιάς της Ενάγουσας. Και τούτο, διότι, μέσω της παρούσας αγωγής, η τελευταία δεν αξιώνει οποιαδήποτε διαφυγόντα κέρδη λόγω της μη ανάληψης των εν λόγω έργων, αλλά το κέρδος που θα λάμβανε αν η επίδικη συμφωνία για το Έργο, υλοποιείτο κανονικά.

 

Συνεπώς, πλην της ανωτέρω γνώμης του, την οποία δεν αποδέκτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΕ 1 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

 

 

 

ΜΥ 1

 

Ομοίως, ο μάρτυρας αυτός, σε γενικές γραμμές, μου έκανε καλή εντύπωση. Η μαρτυρία του δεν διακατέχεται από τέτοιες αντιφάσεις, αδυναμίες ή αμφιταλαντεύσεις που θα μπορούσαν να κλονίσουν την αξιοπιστία του. Εντούτοις, σε συγκεκριμένα μέρη της μαρτυρίας του δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα ή να τα αποδεκτώ, για τους λόγους που εξηγώ ευθύς αμέσως.

 

Κατ’ αρχάς, για τους ίδιους λόγους που εξήγησα ανωτέρω, στην αξιολόγηση του ΜΕ 1, δεν μπορώ να προσδώσω βαρύτητα στη γνώμη ότι, μεταξύ των μερών, δεν υπήρχε έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία, στη βάση του ότι δεν είχε υπογραφεί γραπτή συμφωνία.

 

Επιπρόσθετα, όμως, με τα πιο πάνω, ο ισχυρισμός του που θέλει την ανάθεση της ανέγερσης του Έργου στην Ενάγουσα, να τελεί υπό την προϋπόθεση ότι θα καταρτίζετο γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτός, καθότι τούτος συγκρούεται με το περιεχόμενο της ενώπιον μου έγγραφης μαρτυρίας. Το περιεχόμενο του Παραρτήματος Ζ (των Παραδεκτών Γεγονότων), στο οποίο ο μάρτυρας παρέπεμψε προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης του, δεν υποστηρίζει τούτη. Τουναντίον, από το Παράρτημα Ζ, καθίσταται εμφανές ότι, εκείνο που ανέφερε η πλευρά των Εναγομένων στην Ενάγουσα ήταν ότι, η προσφορά της τελευταίας για το Έργο έγινε αποδεκτή από την Εναγόμενη 1 και ότι θα προχωρούσαν να ετοιμάσουν το συμβόλαιο για υπογραφή. Πουθενά δεν αναφέρετο ότι η κατακύρωση της εν λόγω προσφοράς τελούσε υπό την προϋπόθεση τέτοιας υπογραφής.

 

Επίσης, έχοντας υπόψη μου το σύνολο των κοινώς αποδεκτών και μη αμφισβητούμενων γεγονότων και του συνόλου της ενώπιον μου αποδεκτής γραπτής μαρτυρίας, δεν μπορώ να αποδεκτώ τον ισχυρισμό του που θέλει να εκκρεμούσε η προσκόμιση εγγράφων από την Ενάγουσα. Στη βάση έγγραφης μαρτυρίας που κατατέθηκε μέσω του εν λόγω μάρτυρα, και δη το Τεκμήριο 26, είναι η Ενάγουσα που επιζητούσε από τους Eναγόμενους επιπρόσθετα έγγραφα, και δη το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης και την άδεια οικοδομής του Έργου, ενώ ανέμενε το τελικό σχέδιο και την δήλωση μεθόδου για την κατασκευή της δεξαμενής, συμπεριλαμβανομένης και της προσωρινής εκσκαφής, το οποίο θα της επέτρεπε να ετοιμάσει και να τους αποστείλει το κόστος και τον χρόνο που θα χρειάζετο για την εν λόγω εργασία. Τα εν λόγω στοιχεία εκκρεμούσαν ακόμη από πλευράς των Εναγομένων για αποστολή στην Ενάγουσα, στις 22.4.2020 (βλ. Τεκμήριο 23) και δη λίγο πριν την ενημέρωση της τελευταίας για επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού του Έργου. Σε ό,τι δε αφορά τη μελέτη για τη σάρωση του υπέδαφους και την τοπογραφική μελέτη, τούτες, στη βάση του Τεκμηρίου 20, θα συμπεριλαμβάνονταν, εν πάση περιπτώσει, σε ξεχωριστό συμβόλαιο από την κυρίως συμφωνία του Έργου και, επομένως, δεν επηρέαζαν την εν λόγω αρχική συμφωνία για την ανάθεση του Έργου στην Ενάγουσα. Η δε Ενάγουσα, στις 6.5.2020, και δη, όταν τούτη επανήλθε σε λειτουργία μετά τα μέτρα αντιμετώπισης της πανδημίας, δήλωνε την ετοιμότητα της να ξεκινήσει με τις εργασίες του Έργου, παρά τη μη υπογραφή της συμφωνίας (βλ. Τεκμήριο 24).

 

Επίσης, εύλογα διερωτάται κανείς, γιατί, η πλευρά των Εναγομένων, ενώ γνώριζε για τα ζητήματα που είχαν προκύψει με την αδειοδότηση του Έργου από τις 9.4.2020, συνέχιζε να ζητά την υπογραφή του συμβολαίου από την Ενάγουσα, στις 20.4.2020, αν θεωρούσε την επίλυση των εν λόγω ζητημάτων ως προϋπόθεση για τη συνομολόγηση της σύμβασης ή ότι τούτα ήταν τόσο σοβαρά που έπρεπε να επαναπροκηρύξει τον διαγωνισμό για τούτο (το Έργο). Είναι αβίαστα που προκύπτει, από τα πιο πάνω, ότι, η αντίληψη που υπήρχε και από πλευράς των Εναγομένων ήταν ότι το Έργο είχε ανατεθεί στην Ενάγουσα και θα υλοποιείτο από αυτήν και ότι το ζήτημα της υπογραφής του συμβολαίου αποτελούσε ζήτημα τυπικό, με τις όποιες διαβουλεύσεις γίνονταν μεταξύ των μερών, στο χρόνο που παρήλθε μετά την κατακύρωση της προσφοράς του Έργου στην τελευταία, να αφορούσαν ζητήματα διαδικαστικής φύσης, όπως το τελικό κόστος και ο ακριβής χώρος στον οποίο τούτο θα διενεργείτο.

 

Για όλους τους πιο πάνω λόγους, πλην των όσων ρητώς δεν αποδέκτηκα, τη λοιπή μαρτυρία του ΜΥ 1 την αποδέχομαι και στη βάση αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.

 

Τελικά ευρήματα

 

 Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω και στα επιπρόσθετα εξής ευρήματα:

 

1.     Η Εναγόμενη 2, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, για τους σκοπούς της γενικής διαχείρισης του Έργου.

2.     Κατά την κατακύρωση της προσφοράς του Έργου και την αποδοχή του ποσού της προσφοράς της Ενάγουσας, μεταξύ της τελευταίας και της Εναγόμενης 1, υπήρχε η κοινή αντίληψη ότι το Έργο είχε ανατεθεί και/ή θα υλοποιείτο από την Ενάγουσα.

3.     Η κατακύρωση της προσφοράς του Έργου, στην Ενάγουσα, δεν τελούσε υπό οποιαδήποτε αίρεση και/ή προϋπόθεση καταρτισμού γραπτής συμφωνίας.

4.     Στις 9.4.2020, η πλευρά των Εναγομένων ενημερώθηκε ότι προέκυψε πρόβλημα με την αδειοδότηση του Έργου από την αρμόδια αρχή, πράγμα που είχε ως αποτέλεσμα η δεξαμενή του Έργου να μην ήταν δυνατόν να τοποθετηθεί στο χώρο που είχε αρχικώς καθοριστεί. Συνεπώς, αποφασίστηκε από πλευράς των Εναγομένων ότι, η κατασκευή της δεξαμενής θα γινόταν σε άλλο χώρο, εντός των εγκαταστάσεων της Εναγόμενης 1, πράγμα που θα δημιουργούσε αύξηση στο αναμενόμενο κόστος εκτέλεσης της και επιπρόσθετες απαιτήσεις σε θέματα ασφάλειας και υγείας.

5.     Κατά τον εν λόγω χρόνο, η Ενάγουσα δεν είχε ενημερωθεί, από τους Εναγόμενους, για τα πιο πάνω, ενώ οι τελευταίοι, στις 20.4.2020, την καλούσαν να τους εξηγήσει τους λόγους που δεν είχε ακόμη υπογράψει το συμβόλαιο από πλευράς της, θεωρώντας δεδομένη την ανάθεση του Έργου στην τελευταία.

6.     Ακολούθησαν επαφές (αλληλογραφία) στη βάση των οποίων οι διάδικοι, εκατέρωθεν, ζητούσαν αναγκαία έγγραφα που θα έπρεπε να συνοδεύουν την γραπτή συμφωνία που θα υπέγραφαν.

7.     Η Εναγόμενη 1 (μέσω της Εναγόμενης 2) ενημέρωσε την Ενάγουσα για την απόφαση της να επαναπροκήρυξει το διαγωνισμό για το Έργο.

8.     Λόγω της επαναπροκήρυξης του διαγωνισμού για το Έργο και, επομένως, του γεγονότος ότι η Ενάγουσα δεν αφέθηκε να προχωρήσει στην υλοποίηση του, η τελευταία απώλεσε το ποσό των €48.495, το οποίο θα ήταν το καθαρό της κέρδος από την ανάθεση και/ή υλοποίηση του εν λόγω Έργου σε αυτήν.

 

Νομική πτυχή και υπαγωγή των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση σε αυτήν

 

Εξ αρχής σημειώνω το εξής. Στη βάση των ευρημάτων μου ανωτέρω, η Εναγόμενη 2 ήταν και/ή ενεργούσε, καθ’ όλους τους ουσιώδεις χρόνους, ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, με την τελευταία να ήταν και το πρόσωπο που αποδέκτηκε την προσφορά και το ποσό της προσφοράς της Ενάγουσας. Επομένως, δεν προκύπτει η Ενάγουσα να έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Εναγόμενης 2, στη βάση της προωθούμενης από αυτήν βάσης αγωγής και δη της παράβασης σύμβασης, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή εναντίον της τελευταίας να είναι καταδικασμένη σε αποτυχία από αυτό το στάδιο.

 

Εν προκειμένω, το βασικό ερώτημα το οποίο το Δικαστήριο καλείται να αποφασίσει, είναι κατά πόσο η αποδοχή, από πλευράς της Εναγόμενης 1, της προσφοράς της Ενάγουσας, για το Έργο, οδήγησε στη σύναψη έγκυρης και δεσμευτικής σύμβασης μεταξύ των εν λόγω μερών, με αποτέλεσμα, η ενέργεια, ουσιαστικά, της Εναγόμενης 1 να επαναπροκηρύξει την προσφορά για το Έργο, να εγείρει ζήτημα μη εκπλήρωσης ή παράβασης της εν λόγω συμφωνίας και, επομένως, ζήτημα τυχόν αποζημίωσης της Ενάγουσας συνεπεία της εν λόγω παράβασης. Ως εκ τούτου, προχωρώ, κατ’ αρχάς, να παραθέσω τις νομικές αρχές που διέπουν τη συνομολόγηση έγκυρης σύμβασης.

 

Για τη συνομολόγηση μίας σύμβασης, το πρώτο στοιχείο που απαιτείται είναι η πρόταση ή προσφορά (offer). Το τι συνιστά πρόταση (offer), ορίζεται στο άρθρο 2(2)(α) του Κεφ. 149, ως εξής:

 

«(2)  Στο Νόμο αυτό, εκτός αν από το κείμενο προκύπτει διαφορετικά, οι ακόλουθες λέξεις και εκφράσεις χρησιμοποιούνται με την ακόλουθη έννοια:

           

(α)   πρόσωπο το οποίο δηλώνει σε άλλο τη βούλησή του για πράξη ή αποχή, με σκοπό να εξασφαλίσει τη συγκατάθεση του άλλου στην πράξη αυτή ή αποχή, θεωρείται ότι προβαίνει σε πρόταση».

 

Ο ορισμός αυτός αποδίδει την έννοια της πρότασης (offer), όπως αυτή διαμορφώθηκε από την αγγλική νομολογία. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (25th edition, vol. 1, paragraph 12), ο όρος, «πρόταση», (offer), έχει ως ακολούθως:

 

«Offer defined. The offer is an expression of willingness to contract made with the intention (actual or apparent) that it shall become binding on the person making it as soon as it is accepted by the person to whom it is addressed. It may be made to an individual or to a specified group of persons or to the world at large. It may be made expressly (by words) or by conduct».

 

Στη βάση της νομολογίας, υπάρχει διάκριση μεταξύ της πρότασης (offer) και της πρόσκλησης για σύναψη σύμβασης ή πρόσκλησης για διαπραγμάτευση (invitation to treat). Στην μεν πρώτη περίπτωση, με την αποδοχή συνάπτεται έγκυρη σύμβαση, νοουμένου ότι συντρέχουν και όλα τα υπόλοιπα αναγκαία στοιχεία για τη δημιουργία μίας σύμβασης, όπως π.χ. πρόθεση νομικής δέσμευσης και αντιπαροχή. Στη δε δεύτερη περίπτωση, δεν εγείρεται ζήτημα αποδοχής, με άμεσο επακόλουθο τη σύναψη σύμβασης. Πρόκειται, απλώς, για πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή, ανάλογα με την περίπτωση, πρόσκληση για διαπραγμάτευση, με το ενδεχόμενο να συναφθεί, σε κάποιο μεταγενέστερο στάδιο, έγκυρη σύμβαση (βλ. μεταξύ άλλων, Gibson v. Manchester City Council [1978] 1 W.L.R. p. 520 (C.A.) και Gibson v. Manchester City Council [1979] 1 W.L.R. p. 294 (H.L)).

 

Το κατά πόσο υπάρχει πρόταση ή πρόσκληση για σύναψη σύμβασης ή για διαπραγμάτευση, αποτελεί ζήτημα πραγματικό, το οποίο κρίνεται αντικειμενικά, ανεξάρτητα από τις υποκειμενικές προθέσεις των μερών. Αν δύο πρόσωπα δημιουργούν με τις ενέργειες και την εν γένει συμπεριφορά τους την εντύπωση σε κάποιον ανεξάρτητο τρίτο ότι, με τις επαφές που είχαν, κατέληξαν σε μια σύμβαση, τότε η σύμβαση θεωρείται έγκυρη και δεσμευτική, παρά τις τυχόν περί του αντιθέτου πραγματικές προθέσεις του ενός ή του άλλου μέρους (objective test of intention or agreement). Συγκεκριμένα, στην υπόθεση Smith v. Hughes [1871] L.R. 6 Q.B. p. 597, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

«If, whatever a man's real intention may be, he so conducts himself that a reasonable man would believe that he was assenting to the terms proposed by the other party, and that other party upon that belief enters into the contract with him, the man thus conducting himself would be equally bound as if he had intended to agree to the other party's terms.»

 

Επίσης, στην υπόθεση McCutcheon v. David Macbrayne Ltd. [1964] 1 Lloyd΄s Rep. p. 16, αναφέρθηκαν, σχετικά, τα εξής:

 

«The judicial task is not to discover the actual intentions of each party; it is to decide what each was reasonably entitled to conclude from the attitude of the other.[6]»

 

Χαρακτηριστικό, ακόμη, είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την υπόθεση Centrovincial Estates plc v. Merchant Investors Assurance Co. Ltd. [1983] Com. L.R. p. 158, όπου λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

«It is a well-established principle of the English law of contract that an offer falls to be interpreted not subjectively by reference to what has actually passed through the mind of the offeror, but objectively, by reference to the interpretation which a reasonable man in the shoes of the offeree would place on the offer. It is an equally well-established principle that ordinarily an offer, when unequivocally accepted according to its precise terms, will give rise to a legally binding agreement as soon as acceptance is communicated to the offeror in the manner contemplated by the offer, and cannot thereafter be revoked without the consent of the other party

 

(Βλέπε, επίσης, τις υποθέσεις Whittaker v. Campbell [1984] Q.B. p. 318 και The Antclizo [1987] 2 Lloyd΄s Rep. p. 130).

 

Το πως δε χαρακτηρίζεται κάποια ενέργεια ή το λεκτικό που χρησιμοποιείται από τα μέρη, π.χ. πρόταση ή πρόσκληση για διαπραγμάτευση, δεν είναι καθοριστικό για τη νομική της φύση. Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts (ανωτέρω), στην παράγραφο 43, αναφέρεται, σχετικά, το εξής: «Apart from this type of case, the wording of the statement is not conclusive: it may be an invitation to treat although it contains the word "offer", while a statement may be an offer although it is expressed as an "acceptance"[7]».

 

Το δεύτερο στοιχείο που είναι απαραίτητο για τη συνομολόγηση μίας σύμβασης είναι η αποδοχή (acceptance), δηλαδή η συγκατάθεση του προσώπου προς το οποίο έγινε η πρόταση. Το άρθρο 2(2)(β) του Κεφ. 149, ορίζει την αποδοχή, ως εξής: «η πρόταση θεωρείται ότι έγινε αποδεκτή, όταν το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται, δηλώσει τη συγκατάθεση του σε αυτή. Η πρόταση όταν γίνει αποδεκτή, καθίσταται υπόσχεση».

 

Στο πλαίσιο του δικαίου των προσφορών (tenders), η πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς δεν δημιουργεί σύμβαση, διότι τέτοια πρόσκληση αποτελεί μόνο πρόσκληση για προσφορά, με αποτέλεσμα να μην είναι αναγκαίο για τον ιδιοκτήτη/ εργοδότη να αναφέρει ρητώς ότι δεν δεσμεύεται να αποδεχθεί τη χαμηλότερη προσφορά (βλ. Halsbury's Laws of England, 4η έκδοση, τόμος 4(3), παράγραφοι 15 και 17). Η δε αποδοχή της προσφοράς πρέπει να είναι ανεπιφύλακτη και σαφής (βλ. Chitty on Contracts, General Principles, 23η έκδοση, παράγραφος 53).

 

Όπως κάθε άλλο συμβόλαιο ή σύμβαση, και τα συμβόλαιο εργολαβίας βασίζονται στην ύπαρξη συμφωνίας. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Keating on Construction Contracts (10th edition), παράγραφος 2-001:

 

«In deciding whether there has been an agreement and what its terms are, the court looks for an offer to do or forbear from doing something by one party and an acceptance of that offer by the other party, turning the offer into a promise[8]

 

Επίσης, στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 2-001, αναφέρεται και το εξής:

 

«The law further requires that a party suing on a promise must show it has given consideration for the promise […]. In the ordinary building contract the consideration given by the employer is the price paid or the promise to pay, and by the contractor is the carrying out of the works or promise to carry them out[9]

 

Επίσης, στην παράγραφο 2-002 του εν λόγω συγγράμματος Keating on Construction Contracts (ανωτέρω), αναφέρεται ότι ο εργοδότης, ο οποίος, συνήθως, ενεργεί μέσω του αρχιτέκτονα ή του μηχανικού του, αποστέλλει πρόσκληση για υποβολή προσφοράς («invitation to tender») για το προτεινόμενο έργο, η οποία συνήθως αποτελείται από τους προτεινόμενους όρους του συμβολαίου, τα σχέδια και προδιαγραφές του. Η δε πρόσκληση για υποβολή προσφοράς, δεν αποτελεί, κατά κανόνα, προσφορά δεσμευτική προς τον εργοδότη να αποδεχθεί τη χαμηλότερη ή οποιαδήποτε προσφορά. Η ετοιμότητα από τον εργολάβο να εκτελέσει την εργασία αποτελεί την προσφορά («tender»), η οποία, σε κάθε περίπτωση, θα πρέπει να είναι σαφής και ανεπιφύλακτη (βλ. παράγραφο 2-005 του συγγράμματος Keating on Construction Contracts (ανωτέρω)).

 

Περαιτέρω, η προκήρυξη προσφοράς συνιστά πρόσκληση για την υποβολή προσφοράς και δεν αποτελεί η ίδια πρόταση (offer). Το πρόσωπο το οποίο υποβάλλει την προσφορά (tender) προβαίνει σε πρόταση (offer) και δεν υπάρχει σύμβαση μέχρις ότου το πρόσωπο το οποίο προκήρυξε την προσφορά, την αποδεχθεί ανεπιφύλακτα (βλ. Chitty on Contracts, 35th edition, παρα. 4-029 και Keating on Construction Contracts (ανωτέρω, παράγραφο 2-019). Όπως αναφέρεται, επίσης, στο πιο πάνω σύγγραμμα Keating on Construction Contracts, παράγραφοι 2-019 και 2-020: «The contractual acceptance has to be a final and unqualified expression of assent to the terms of the offer. The test as to whether there has been such agreement is an objective one so that conduct which demonstrates an apparent intention to accept can be sufficient, despite uncommunicated reservations on the part of the offeree. If the offeree proposes any new terms then there cannot be an acceptance and this may amount to a fresh offer, although a mere request for information about the terms of an offer does not amount to a counter-offer. In order for a concluded agreement to be reached it is not necessary for the agreement to have been perfected in every degree. What is required is that when objectively viewed it can be said that the parties have undoubtedly reached a point whereby a binding agreement has been concluded, taking account of what sensible businessmen would expect»[10].

 

Έχω μελετήσει με ιδιαίτερη προσοχή τα διάφορα έγγραφα που κατατέθηκαν ως Τεκμήρια ενώπιον μου, πλείστα εκ των οποίων περιλαμβάνονται στα κοινώς αποδεκτά και μη αμφισβητούμενα γεγονότα ανωτέρω.

 

Αποτελεί βασική θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι αποτελεί βασική προϋπόθεση, για τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας, η ύπαρξη δικαιοπρακτικής βούλησης εκ μέρους των συμβαλλομένων μερών για τη δημιουργία έννομης σχέσης, κάτι που στην προκειμένη περίπτωση, απουσιάζει. Και τούτο διότι, ως είναι η θέση τους, προκύπτει από το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 31.1.2020 (Παράρτημα Ζ) ότι, θα έπρεπε να καταρτιστεί γραπτή συμφωνία μεταξύ των μερών για να υπάρξει έγκυρη συμφωνία μεταξύ τους, με αποτέλεσμα η αποδοχή της προσφοράς της Ενάγουσας, από πλευράς της Εναγόμενης 1, να τελούσε υπό την αίρεση καταρτισμού γραπτής συμφωνίας (subject to contract). Με κάθε σεβασμό στην πιο πάνω θέση, τούτη δεν με βρίσκει σύμφωνη. Και εξηγώ.

 

Εν προκειμένω, αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι η Εναγόμενη 1, μέσω της Εναγόμενης 2, επικοινώνησε με την Ενάγουσα προτρέποντας την να υποβάλει προσφορά για το Έργο. Τούτο, βεβαίως, από μόνο του δεν δημιούργησε οποιαδήποτε συμβατική υποχρέωση στην Εναγόμενη 1. Αφότου όμως η πλευρά της αξιολόγησε, μεταξύ άλλων προσφορών, και την προσφορά της Ενάγουσας, αποφάσισε την κατακύρωση της και, κατ’ επέκταση την ανάθεση του Έργου, στην τελευταία. Από τα ευρήματα μου ανωτέρω, δεν προκύπτει ότι η αποδοχή της προσφοράς (tender) της Ενάγουσας, από την Εναγόμενη 1, τελούσε υπό οποιαδήποτε προϋπόθεση ή αίρεση κατάρτισης γραπτής συμφωνίας. Οι δε αυθεντίες στις οποίες με παρέπεμψε η πλευρά των Εναγομενων δεν βοηθούν τη θέση τους, εφόσον σε εκείνες, ρητώς, τα μέρη ανέφεραν ότι, τα όσα είχαν προκαταρκτικά συμφωνήσει μεταξύ τους, τελούσαν υπό την αίρεση κατάρτισης γραπτής συμφωνίας, κάτι που, εν προκειμένω, δεν υφίσταται. Στην προκειμένη περίπτωση, οι όροι που θα περιλαμβάνοντο στην γραπτή συμφωνία που θα καταρτίζετο μεταξύ των μερών, είχαν ήδη αποσταλεί στην Ενάγουσα (βλ. Παράρτημα Δ), με την σημείωση ότι, αν τούτοι δεν ήταν αποδεκτοί από την τελευταία, τότε να μην προχωρήσει και να υποβάλει προσφορά για το Έργο. Η Ενάγουσα, η οποία, προφανώς, ήταν σύμφωνη με τους εν λόγω όρους, προχώρησε και υπέβαλε την προσφορά της, η οποία και έγινε δεκτή από την Εναγόμενη 1, κατά τρόπο σαφή και ανεπιφύλακτο, χωρίς στην εν λόγω επιστολή κατακύρωσης της, η τελευταία να αναφέρει το ο,τιδήποτε που θα μπορούσε να εκληφθεί ότι η εν λόγω αποδοχή της τελούσε υπό περαιτέρω διαπραγματεύσεις αναφορικά με τους όρους της εν λόγω συμφωνίας. Τούτο δε εμφαίνεται και από το γεγονός ότι οι πληροφορίες που, κατ’ εκείνο το στάδιο, ζητούσε, η πλευρά της Εναγόμενης 1, από την Ενάγουσα, ήταν τυπικής και μόνο φύσης. Επίσης, το γεγονός ότι το πρόγραμμα εργασιών δεν ήταν ακόμη 100% επιβεβαιωμένο, κατά το στάδιο κατακύρωσης της προσφοράς στην Ενάγουσα, δεν αναιρούσε το δεδομένο, και δη ότι η Εναγόμενη 1 είχε συμφωνήσει να αναθέσει το Έργο και την υλοποίηση του στην Ενάγουσα και παρέμεναν ζητήματα διαδικαστικής φύσης, για τους σκοπούς υπογραφής του κειμένου της συμφωνίας. Η δε αποστολή της συγχαρητήριας επιστολής (Παράρτημα Ζ στα Παραδεκτά Γεγονότα), έδειχνε ακριβώς το αυτονόητο, και δη ότι η Εναγόμενη 1 αποδέκτηκε την προσφορά της Ενάγουσας για το Έργο, με την εν λόγω επιστολή να εμπεριέχει την εξυπακουόμενη συναντίληψη ότι υπήρχε, μεταξύ των μερών, δέσμευση για την ανάθεση/υλοποίηση του Έργου από την τελευταία.

 

Παραπέμπω εδώ, στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση A. Panayides Contracting Limited v. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd (2012) 1 AΑΔ 1136, το οποίο είναι απόλυτα σχετικό, εφόσον προσομοιάζει με τα γεγονότα της παρούσας περίπτωσης. Δεν μου διαφεύγει σε καμία περίπτωση ότι η εν λόγω υπόθεση αφορούσε την κατακύρωση δημόσιας σύμβασης, πλην όμως οι αρχές που διέπουν το ζητούμενο, και δη κατά πόσο η κατακύρωση υποβληθείσας προσφοράς δημιουργεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία και, επομένως, αν, στη βάση αυτής, δημιουργείται αγώγιμο δικαίωμα στα συμβαλλόμενα μέρη, είναι οι ίδιες, εφόσον ανατρέχουν στο δίκαιο των συμβάσεων. Συνοπτικά αναφέρω ότι, στην πιο πάνω υπόθεση, επιδιώκετο η ανατροπή της πρωτόδικης κρίσης στη βάση, μεταξύ άλλων, της κατ’ ισχυρισμόν εσφαλμένης συλλογιστικής του πρωτοδίκου Δικαστηρίου ως προς την κατάληξη του ότι όντως είχαν συνομολογηθεί δεσμευτικές συμφωνίες προς ανάθεση των δύο έργων στους εφεσίβλητους. Η μαρτυρία που δόθηκε, κατά την άποψη των εκεί εφεσειόντων, ήταν τέτοια που όχι μόνο δεν επέτρεπε στο Δικαστήριο να καταλήξει σε ασφαλές συμπέρασμα ως προς την ύπαρξη δεσμευτικής συμφωνίας, αλλά αντίθετα θα έπρεπε να αποφασιστεί ότι καμία συμφωνία δεν είχε καταρτιστεί, μεταξύ των διαδίκων, στη βάση των δεδομένων της εν λόγω υπόθεσης. Αποτέλεσε εκεί, βασική εισήγηση της πλευράς των εφεσειόντων ότι αυτοί είχαν απλώς ζητήσει την υποβολή προσφορών, μεταξύ άλλων, και από τους εφεσίβλητους, χωρίς ποτέ να υπάρξει τελική δέσμευση, εξού και ουδέποτε υπεγράφη οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία στην οποία να καταγράφονταν ρητά οι διάφοροι όροι αυτής. Ισχυρίστηκαν ότι, η πρόσκληση για υποβολή προσφορών, ήταν πρόσκληση για διαπραγμάτευση («invitation to treat») και όχι προσφορά («offer») και, συνεπώς, δεν είχε γίνει ποτέ αποδοχή («acceptance»), από πλευράς τους, της προσφοράς  των εφεσιβλήτων, ώστε να συνομολογηθεί δεσμευτική σύμβαση. Το Ανώτατο Δικαστήριο, επικυρώνοντας την πρωτόδικη κρίση, ως προς το ζήτημα της σύναψης δεσμευτικής συμφωνίας, ανέφερε τα ακόλουθα:

 

«Η κα Παρτασίδου κατά την έφεση υπέμνησε τις βασικές αρχές συνομολόγησης σύμβασης και τη διαφορά μεταξύ πρόσκλησης για διαπραγμάτευση («invitation to treat») και προσφοράς («offer»). Αυτό υπό το φως της γενικότερης δικαιϊκής αρχής ότι για τη σύναψη έγκυρης συμφωνίας είναι αναγκαία η δικαιοπρακτική βούληση προς δημιουργία έννομης σχέσης.

[...]

Παρά τις παρουσιαζόμενες ομολογουμένως ατέλειες στο πρωτόδικο σκεπτικό, όπως θα εξηγηθεί στη συνέχεια, και στον τρόπο αξιολόγησης της ολότητας της μαρτυρίας, η κρίση του, σφαιρικά, υπό το φως της ολότητας των γεγονότων, ήταν ορθή τουλάχιστον ως προς την κατάρτιση δεσμευτικής συμφωνίας μεταξύ των διαδίκων. Η βασική μαρτυρία εδώ του Βλαδιμήρου ήταν ότι ο ίδιος επικοινώνησε με τους εφεσίβλητους με την προτροπή να υποβάλουν προσφορά. Αυτό, βέβαια, από μόνο του δεν δημιούργησε οποιαδήποτε υποχρέωση στους εφεσείοντες.

[…]

Η κύρια όμως σημασία της μαρτυρίας Βλαδιμήρου στην οποία εύλογα απέδωσε καίρια σημασία το Δικαστήριο, έγκειται στο γεγονός ότι όχι μόνο αξιολόγησε, μεταξύ άλλων προσφορών, και αυτή των εφεσιβλήτων, αλλά και την επέλεξε για ενσωμάτωση στη δική τους προσφορά προς το δημόσιο. Την ενσωμάτωση αυτή στην προσφορά των εφεσειόντων δέχθηκε βέβαια και ο ίδιος ο Θεοδοσίου, ο οποίος ορθά χαρακτήρισε τους εφεσίβλητους ως «προτεινόμενους υπεργολάβους», ενώ ο Βλαδιμήρου αναφέρθηκε και στην καταχώρηση του ονόματος της εταιρείας των εφεσιβλήτων στα σχετικά έντυπα προς τον εργοδότη. Μάλιστα επί λέξει ο μάρτυρας αυτός στη σελ. 77 των πρακτικών σ' απάντηση σε σχετική ερώτηση ότι έγινε εκ μέρους τους επιλογή ότι οι εφεσίβλητοι θα ήταν οι ονομαζόμενοι υπεργολάβοι για τα προτεινόμενα έργα, είπε: «Ναι, η πρόταση μας προς τον εργοδότη ήταν ότι θα χρησιμοποιείτο η εταιρεία Φράγκος».

 

Αυτή η θέση έλαβε και έγγραφη μορφή στα Τεκμ. 1 και 2, που είναι το μέρος των εντύπων προσφοράς που αφορούν τις μηχανολογικές εγκαταστάσεις όπως αναλυτικά υποβλήθηκαν από τους  εφεσίβλητους, για το Λύκειο και το έργο της Πάφου. Στο Τεκμ. 1, για παράδειγμα, (η προσφορά για το Λύκειο), υπάρχει σε κάθε σελίδα η σφραγίδα των εφεσιβλήτων, καθώς η σφραγίδα των εφεσειόντων, στη δε σελ. 24 υπάρχει και η υπογραφή του εξουσιοδοτημένου εκπροσώπου των εφεσιβλήτων που αφορά το συνολικό προσφερόμενο ποσό, των £111.860, με ημερ. 1.8.01, ενώ στη σελ. 25 (Συμπλήρωμα Προσφοράς), δίνονται οι λεπτομέρειες των προτεινομένων μηχανημάτων/υλικών «διά τη διευκόλυνση αξιολόγησης από τον Σύμβουλο Μηχανικό». Στη σελ. 26 υπάρχει και η εξής σημαντική αναφορά: «ΕΤΑΙΡΕΙΑ Η ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΜΟΣ ΚΑΤΑΣΚΕΥΗΣ ΤΩΝ  ΜΗΧΑΝΟΛΟΓΙΚΩΝ ΕΓΚΑΤΑΣΤΑΣΕΩΝ Η κατασκευή των μηχανολογικών εγκαταστάσεων θα ανατεθεί στην εταιρεία/συνεταιρισμό M & M Fangos ENG. & CONT. LTD.»

[…]

Ως προς αυτό το τεκμήριο, ο Θεοδοσίου στη σελ. 83, εξήγησε ότι ήταν μια τυπική στο περιεχόμενο της επιστολή «... για να είμαστε σίγουροι ότι σε περίπτωση που επιλεγεί ο συγκεκριμένος υπεργολάβος να έχουμε τη δέσμευση του ότι ... θα είναι σε θέση να εκτελέσει το έργο σύμφωνα με την προσφορά του.» Παρόλο που στην αντεξέταση του ο Θεοδοσίου αρνήθηκε στη σελ. 112 τη σημασία τόσο του Τεκμ. 4, όσο και των Τεκμ. 5 και 6 (που ήταν τα πρόσθετα στοιχεία που ζήτησαν οι σύμβουλοι των δύο έργων από τους εφεσίβλητους απευθείας ή μέσω των εφεσειόντων), η σημασία του παραμένει σαφής. Δεν μπορούσε, κατά το δίκαιο, το Τεκμ. 4 να ήταν μόνο μια μονομερής δέσμευση από τους εφεσίβλητους προς τους εφεσείοντες. Η δέσμευση των πρώτων ότι θα εκτελούσαν το έργο αν αυτό κατακυρωνόταν προς τους τελευταίους, δημιουργούσε υπό το φως της μαρτυρίας και ειδικότερα των Φράγκου και Θεοδοσίου και αντίστοιχη υποχρέωση των εφεσειόντων προς τους εφεσίβλητους. Εξυπάκουε, δηλαδή, δέσμευση εκατέρωθεν. Έπεται ότι και η συγχαρητήρια επιστολή που απέστειλαν οι εφεσίβλητοι στις 31.10.01 με το Τεκμ. 7, εντασσόταν στα πλαίσια αυτής της συναντίληψης, πλαισιούμενης από τα σχετικά έγγραφα που υποδείχθηκαν, ενώ τα προηγηθέντα Τεκμ. 5 και 6 ημερ. 3.10.01 και 9.10.01, αντίστοιχα, αποτελούσαν πρόσθετες πληροφορίες αναγκαίες για να αξιολογηθούν από τους αντίστοιχους συμβούλους του δημοσίου για τα δύο έργα ώστε να εγκριθούν[11].

 

Ενόψει των ανωτέρω, η θέση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι ήταν λογικό και αναμενόμενο οι εφεσείοντες να απαντούσαν στους εφεσίβλητους στις διάφορες επιστολές τους, ήταν ορθή.

 

Η έγκριση που δόθηκε και από τους δύο συμβούλους των δύο έργων του δημοσίου όπως αυτή αποτυπώθηκε από τους μάρτυρες Ριαλά και Μαραγκό, ήταν η επισφράγιση μιας δεσμευτικής για τους εφεσείοντες σύμβασης με τους εφεσίβλητους. Στα δε Τεκμ. 20 και 21 ημερ. 21.9.01, (τα έντυπα προσφοράς), οι εφεσείοντες απευθυνόμενοι προς το Γενικό Λογιστή, Πρόεδρο του Κεντρικού Συμβουλίου Προσφορών, ρητά αναφέρουν ότι είχαν μελετήσει τα έγγραφα της προσφοράς, τους συμπληρωματικούς όρους, ανελάμβαναν δε όπως αρχίσουν, εκτελέσουν, συμπληρώσουν και συντηρήσουν το έργο, σύμφωνα με αυτά. Τα έντυπα προσφοράς, όμως, για κάθε έργο, περιελάμβαναν συγκεκριμένα και τους εφεσίβλητους ως υπεργολάβους για τα μηχανολογικά.

[…]

Κατά παρόμοιο τρόπο και τα Τεκμ. 7 και 8, στα οποία επίσης έδωσε ιδιαίτερη έμφαση η συνήγορος των εφεσειόντων, στην ολότητα των δεδομένων δεν είχαν την έννοια που αποδίδεται από τους εφεσείοντες. Η αποστολή της συγχαρητήριας επιστολής Τεκμ. 7 ημερ. 31.10.01 έδειχνε ακριβώς το αυτονόητο ότι έχοντας οι εφεσίβλητοι πληροφορηθεί για την κατακύρωση των δύο έργων στους εφεσείοντες για τα οποία προσφοροδότησαν μαζί τους, αφενός τους έδιναν τα συγχαρητήρια τους και αφετέρου ζητούσαν συνάντηση για προγραμματισμό της εκτέλεσης των έργων. Ναι μεν η επιστολή αυτή στάληκε από τους εφεσίβλητους στους εφεσείοντες και όχι αντίστροφα, αλλά εμπεριείχε την εξυπακουόμενη συναντίληψη ότι υπήρχε μεταξύ τους δέσμευση, ενώ από την άλλη θα αναμενόταν το εξίσου αυτονόητο να απαντάτο η επιστολή αυτή από τους εφεσείοντες κατά τρόπο που να έδειχνε ότι δεν υπήρχε συμβατική σχέση μεταξύ τους.  Αντ' αυτού οι εφεσείοντες επέλεξαν να μην απαντήσουν ούτε στην επόμενη επιστολή των εφεσιβλήτων ημερ. 30.1.02 που εστάλη τρεις μήνες μετά την επιστολή του Τεκμ. 7, όπου τονιζόταν από πλευράς των εφεσιβλήτων ότι έπρεπε να προγραμματιστεί η εκτέλεση του έργου (η επιστολή αφορούσε το έργο της Πάφου).  Και πάλι οι εφεσείοντες δεν απάντησαν, ενώ με το Τεκμ. 14, όπως προαναφέρθηκε, τους ζητήθηκε έκπτωση στις τιμές. Το γεγονός ότι στο Τεκμ. 8 γίνεται αναφορά από τους εφεσίβλητους ότι αναμενόταν η υπογραφή των μεταξύ τους συμβολαίων δεν σήμαινε ότι δεν είχε συνομολογηθεί προφορική έστω συμφωνία.  Δεν είναι η παρούσα η περίπτωση όπου θεωρείται ότι δεν επέρχεται συμφωνία μέχρις ότου καταρτιστεί σχετική έγγραφη συμφωνία. Η υπογραφή εδώ των συμβολαίων θα ήταν η φυσιολογική και αναμενόμενη προέκταση που θα ακολουθούσε την κατακύρωση των προσφορών από τον εργοδότη στους εφεσείοντες.

[…]

Ορθά επίσης το πρωτόδικο Δικαστήριο δέχθηκε ότι η αλλαγή που επιδιώχθηκε από τους εφεσείοντες στους υπεργολάβους των μηχανολογικών, η οποία αλλαγή και επετεύχθη με τη συγκατάθεση των εργοδοτών, οφειλόταν αποκλειστικά και μόνο στις μειωμένες τιμές που εξασφάλισαν από άλλους υπεργολάβους. Το Τεκμ. 24 υποδεικνύει του λόγου το αληθές».

 

Εν προκειμένω, το γεγονός ότι, μεταξύ άλλων, στα Τεκμήρια 23 και 24, γίνεται αναφορά από τα μέρη ότι αναμενόταν η υπογραφή της μεταξύ τους συμφωνίας, δεν οδηγεί, από μόνο του, στο συμπέρασμα ότι δεν είχε συνομολογηθεί προφορική έστω συμφωνία μεταξύ τους ότι η ανάθεση/ υλοποίηση του Έργου στην Ενάγουσα ήταν δεδομένη. Η δικαιοπρακτική βούληση των μερών ήταν ακριβώς τούτη, γεγονός που προκύπτει και από την ίδια τη μαρτυρία του ΜΥ 1. Είναι αβίαστα που προκύπτει, από την ενώπιον μου μαρτυρία, ότι, η προκειμένη περίπτωση δεν είναι από αυτές όπου θεωρείται ότι δεν έχει επέλθει συμφωνία για σκοπούς ανάθεσης του Έργου στην Ενάγουσα μέχρις ότου καταρτιστεί σχετική έγγραφη συμφωνία (και δη, δεν είναι η περίπτωση που τελεί υπό την προϋπόθεση κατάρτισης γραπτής συμφωνίας (subject to contract)). Τούτο δε, υποστηρίζεται, έτι περαιτέρω, και από το γεγονός ότι, η πλευρά της Εναγόμενης 1 (μέσω της αντιπροσώπου της, Εναγόμενης 2) προχώρησε στη διευθέτηση συνάντησης όλων των εμπλεκόμενων μερών, περιλαμβανομένου και του διευθυντή της (ΜΥ 1), κατά την οποία καθορίστηκε το χρονοδιάγραμμα του Έργου και δη η ημερομηνία έναρξης και παράδοσης αυτού από την Ενάγουσα στην Εναγόμενη 1. Επίσης, προκύπτει, από την ενώπιον μου μαρτυρία, και δη, το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 22 ότι, η πλευρά της Εναγόμενης 1 είχε αποδεκτεί και την κοστολόγηση της Ενάγουσας, για το επιπλέον ποσό των €23.000, για τις επιπλέον εργασίες που προέκυψαν στη βάση της αναθεώρησης των σχεδίων της δεξαμενής του Έργου από πλευράς της πρώτης, γεγονός που υποδήλωνε, ξεκάθαρα, ότι, η δικαιοπρακτική βούληση των μερών ήταν όπως το Έργο υλοποιηθεί από την Ενάγουσα. Τα δε έγγραφα που ανέμενε και ζητούσε η Ενάγουσα για να προχωρήσει στην υπογραφή της συμφωνίας, δεν είχαν να κάνουν με ουσιώδεις όρους αυτής, οι οποίοι τελούσαν ακόμη υπό διαπραγμάτευση, αλλά έγγραφα διαδικαστικής φύσης, για σκοπούς έναρξης των εργασιών του Έργου (π.χ. άδεια οικοδομής, το σχέδιο ασφάλειας και υγείας στο στάδιο της μελέτης), εξού και η Ενάγουσα είχε δηλώσει την ετοιμότητα της για να ξεκινήσει τούτο (το Έργο). Στη βάση των πιο πάνω, το γεγονός ότι είχε σταλεί γραπτή συμφωνία για υπογραφή, αποτελούσε ζήτημα τυπικό και μόνο, με την υπογραφή τούτης να αποτελούσε τη φυσιολογική και αναμενόμενη προέκταση της κατακύρωσης της προσφοράς του Έργου από την Εναγόμενη 1 (ως ο εργοδότης) στην Ενάγουσα (ως ο εργολάβος).

 

Η απόφαση της πλευράς των Εναγομένων και δη της Εναγόμενης 1 να υπαναχωρήσει από την υπόσχεση της κατακύρωσης της προσφοράς στην Ενάγουσα και να επαναπροκηρύξει το διαγωνισμό του Έργου, βασίστηκε, ουσιαστικά, στην αύξηση του κόστους αναφορικά με την κατασκευή της δεξαμενής και όχι σε οποιαδήποτε αλλαγή του σκοπού του Έργου.

 

Στη βάση όλων των ανωτέρω, κρίνω ότι, εν προκειμένω, μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Ενάγουσας είχε συνομολογηθεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία, δυνάμει της οποίας οι εργασίες για την κατασκευή του Έργου είχαν ανατεθεί στην τελευταία, την οποία συμφωνία, η Εναγόμενη 1 παραβίασε, δια του αδικαιολόγητου τερματισμού της (μέσω συμπεριφοράς (by conduct)), όταν προχώρησε στην επαναπροκήρυξη του διαγωνισμού για το Έργο.

 

Αποζημιώσεις

 

Συνεπεία της νομικής βάσης της αγωγής, και δη της παράβασης συμφωνίας, χρήσιμο, κρίνεται, να παρατεθούν τα όσα αποφασίστηκαν σε σχέση με τις πρόνοιες του άρθρου 73 (1) του Περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149[12].  

 

Εκείνο που προκύπτει από την σχετική με το θέμα νομολογία είναι ότι, η αποζημίωση που επιδικάζεται υπέρ του αναίτιου συμβαλλόμενου, αφορά τη ζημιά, η οποία προέκυψε φυσιολογικά κατά την συνήθη ροή των πραγμάτων ή την ζημιά, που οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν, κατά τον χρόνο σύναψης της σύμβασης, ότι θα πρόκυπτε, ως φυσιολογικό αποτέλεσμα της παράβασης. Η δε συνισταμένη των αρχών που διέπουν τον καθορισμό των αποζημιώσεων, είναι η αποκατάσταση του αθώου μέρους, ώστε τούτο να βρεθεί στην θέση που θα βρισκόταν αν δεν σημειωνόταν η διάρρηξη της σύμβασης (βλ. Glaukos Ltd v. Boost Pro Shop Limited, Αγωγή Ναυτοδικείου αρ. 8/2019, απόφαση ημερ. 24.11.2023). Κατά κανόνα, τούτο επιτυγχάνεται με την επιδίκαση τέτοιου ύψους αποζημιώσεων οι οποίες είναι λογικά προβλεπτές κατά το χρόνο της σύναψης της συμφωνίας και είναι πιθανό να προκύψουν από τη διάρρηξη της συμφωνίας. Αναφέρθηκε ακόμα ότι, η αποζημίωση έχει την έννοια της αποκατάστασης εκείνης της απώλειας ή της ζημιάς που στην πραγματικότητα υπέστη το αθώο μέρος. Τέλος, ως προς τον χρόνο υπολογισμού της ζημιάς, αποφασίστηκε ότι «(η) έκταση της ζημιάς την οποία είναι πιθανό να υποστεί το αθώο μέρος, είναι συνήθως διακριτέα κατά το χρόνο της διάρρηξης. Οι επιπτώσεις από την διάρρηξη καθίστανται γνωστές κατά το χρόνο της διάρρηξης. Έτσι συνήθως η ζημιά υπολογίζεται κατά το χρόνο της διάρρηξης» (βλ. George Charalambous Ltd v. Kalos Kafes ltd κ. α. (1997) 1 ΑΑΔ 199, Μιχαήλ Μουρτζινός ν. πλοίου «Galaxias» κ.α. (1997) 1 ΑΑΔ 80, Αλπάν (Αδελφοί Τάκοι) Λτδ κ.α. ν. Θέλμας Τρυφωνίδου (1996) 1 ΑΑΔ 679, Ηλίας Αριστοδήμου ν. Τάκη Χαραλάμπους (1990) 1 ΑΑΔ 319, Saab and Another v. Holy Monastery of Ay. Noephytos (1982) 1 C.L.R. 499, Charalambous v. Vakana (1982) 1 C.L.R. 310, Markou v. Michael 19 C.L.R. 282 και Johnson v. Agnew [1979] 1 Αll E.R. 883).

 

Περαιτέρω, όπως αναφέρθηκε στην πιο πάνω υπόθεση A. Panayides Contracting Limited v. M & M Frangos Engineering & Contracting Ltd, με παραπομπή στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts (1991), σελ. 206, υπό τον υπότιτλο «Employer's Breach of Contract», η περίπτωση όπου ο εργοδότης προβαίνει σε διάρρηξη της συμφωνίας του με τον εργολάβο, πριν ο τελευταίος αρχίσει οποιαδήποτε εργασία, οι αποζημιώσεις που δυνατόν να ανακτηθούν είναι, εκ πρώτης όψεως, το ποσοστό του κέρδους που τα μέρη γνώριζαν, ή, θα έπρεπε να γνωρίζουν, ότι ο εργολάβος θα πραγματοποιούσε εάν επιτρεπόταν σε αυτόν να ολοκληρώσει τις εργασίες του έργου στη συνήθη πορεία των πραγμάτων. Υπάρχει, βέβαια, ως λέχθηκε στην πιο πάνω υπόθεση, και η επιλογή στον εργολάβο να αναζητήσει αποζημιώσεις στη βάση του απωλεσθέντος εξοδολογίου του («wasted expenditure» ή «reliance loss»), αντί του περιθωρίου κέρδους και σε αυτήν την εναλλακτική θεραπεία, το αναίτιο μέρος δύναται να συμπεριλάβει και τα έξοδα τα οποία έγιναν πριν τη συνομολόγηση της σύμβασης εν αναμονή της εκτέλεσης της.

Εν προκειμένω, στη βάση της μαρτυρίας που παρουσίασε η Ενάγουσα, η οποία, επί της ουσίας της, παρέμεινε αναντίλεκτη, το κέρδος που αυτή θα αποκόμιζε εάν η Εναγόμενη 1 δεν παραβίαζε την επίδικη συμφωνία, ανέρχετο στο αξιούμενο ποσό των €48.495. Τούτο, ως εμφαίνεται και από το Τεκμήριο 25, είναι το ποσό το οποίο θα αποτελούσε το κέρδος της Ενάγουσας, αν αυτή αφήνετο να εκτελέσει το Έργο, ως αυτό της κατακυρώθηκε, για την κατασκευή του στην αρχική τοποθεσία.

Αποτελεί θέση της πλευράς των Εναγομένων ότι, η Ενάγουσα όφειλε να μετριάσει τη ζημία της, προχωρώντας στην υποβολή νέας προσφοράς για το Έργο, όταν η πρώτη την κάλεσε να πράξει τούτο. Αν και η γενικότερη θέση ότι το αθώο μέρος, όταν υπάρχει παράβαση σύμβασης, οφείλει να μετριάσει τη ζημία που υπέστει συνεπεία της εν λόγω παράβασης, με βρίσκει σύμφωνη, η, εν προκειμένω, θέση της πλευράς των Εναγομένων, με κάθε σεβασμό, δεν με βρίσκει σύμφωνη, στη βάση των γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση. Και εξηγώ. Κατ’ αρχάς, η πιο πάνω θέση, λαμβάνει, ουσιαστικά, ως δεδομένο ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε έγκυρη συμφωνία, μεταξύ των μερών, για την ανάθεση του Έργου στην Ενάγουσα και, συνεπώς, ότι η τελευταία είχε υποχρέωση να υποβάλει νέα προσφορά για τούτο. Επίσης, και πιο σημαντικά, η υποβολή νέας προσφοράς για το Έργο εκ μέρους της Ενάγουσας, δεν αποτελούσε εναλλακτική πρόταση για την εκτέλεση της υφιστάμενης συμφωνίας, προς μετριασμό της ζημιάς της, αλλά, τουναντίον, θα την έθετε στη θέση να υπαναχωρήσει η ίδια από την εν λόγω υφιστάμενη συμφωνία. Επομένως, η μη υποβολή προσφοράς, εκ μέρους της Ενάγουσας, στον νέο διαγωνισμό για την ανάθεση του Έργου, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως παράβαση του κανόνα μετριασμού της ζημιάς της, ώστε να την εμποδίζει να διεκδικεί την αξιούμενη θεραπεία.

 

Κατάληξη

 

Στη βάση όλων όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η Ενάγουσα πέτυχε, στη βάση του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης 1, και δη να αποδείξει ότι μεταξύ της και της τελευταίας, είχε καταρτιστεί έγκυρη και δεσμευτική συμφωνία για την ανάθεση και/ή υλοποίηση από αυτήν του Έργου, συμφωνία την οποία, η Εναγόμενη 1 παραβίασε, με αποτέλεσμα τούτη (η Ενάγουσα) να υποστεί ζημία ύψους €48.495.

 

Ενόψει των πιο πάνω, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1, για το ποσό των €48.495, πλέον νόμιμο τόκο από την ημερομηνία καταχώρησης της αγωγής (2.11.2020) μέχρι εξόφλησης.

 

Εντούτοις, για τους λόγους που έχω ήδη εξηγήσει ανωτέρω, η Ενάγουσα δεν κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της εναντίον της Εναγόμενης 2, και, ως εκ τούτου, η αγωγή, εναντίον της τελευταίας, απορρίπτεται.

 

Ως προς τα έξοδα, με δεδομένο ότι η Ενάγουσα αποτελεί τον επιτυχόντα διάδικο σε ό,τι αφορά την απαίτηση της εναντίον της Εναγόμενης 1, δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2, με δεδομένο ότι η πρώτη αποτελεί τον αποτυχόντα διάδικο σε ό,τι αφορά την απαίτηση της εναντίον της τελευταίας, αλλά και με δεδομένο ότι η θέση της Ενάγουσας, εξ αρχής, και δη κατά τον χρόνο καταχώρησης της αγωγής της, ήταν ότι η Εναγόμενη 2 ενεργούσε ως αντιπρόσωπος της Εναγόμενης 1, ως επίσης και ότι αυτή επικύρωσε, εκ μέρους της Εναγόμενης 1, την προσφορά για το Έργο, με την όποια συμβατική σχέση να ήταν μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, δεν βρίσκω λόγο γιατί η πρώτη συνέχιζε να προωθεί την παρούσα αγωγή εναντίον της Εναγόμενης 2, στη βάση της παράβασης σύμβασης. Ως εκ τούτου, δεν βρίσκω λόγο να αποκλίνω από τον γενικό κανόνα που θέλει τα έξοδα, της διαδικασίας μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 2, να ακολουθούν το αποτέλεσμα, και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ της Εναγόμενης 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

(Υπογρ.)………………………….

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 



[1] Όπου αναφέρθηκε ότι «Όπως είναι άλλωστε παγίως καθιερωμένο η τελική αγόρευση η οποία δεν επικεντρώνεται σε ένα συγκεκριμένο επίδικο θέμα, θεωρείται ότι περιορίζει τα προς απόφαση ζητήματα και όσα δεν αναπτύχθηκαν με την αγόρευση, κρίνονται ότι έχουν εγκαταλειφθεί».

[2] Βλ. παράγραφο 8.3 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1.

[3] Βλ. παράγραφο 8.4 της Υπεράσπισης της Εναγόμενης 1.

[4] Βλ. πρακτικό Δικαστηρίου ημερ. 21.11.2023.

[5] Ως επίσης και παράγραφο 45 της γραπτής δήλωσης του ΜΕ 1.

[6] Η υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.

[7] Η υπογράμμιση δική μου.

[8] Η υπογράμμιση δική μου.

[9] Η υπογράμμιση δική μου.

[10] Η υπογράμμιση δική μου.

[11] Η υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.

[12] 73.-(1) Σε περίπτωση παράβασης της σύμβασης, ο συμβαλλόμενος που ζημιώνεται από την εν λόγω παράβαση έχει δικαίωμα αποζημίωσης από τον υπαίτιο αντισυμβαλλόμενο, για τη ζημιά ή απώλεια που υπέστη συνεπεία αυτής, η οποία προέκυψε φυσικά κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από την εν λόγω παράβαση ή την οποία οι συμβαλλόμενοι γνώριζαν όταν συνήπτετο η σύμβαση, ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράβασης της σύμβασης.

 

Καμιά αποζημίωση δεν καταβάλλεται για απομακρυσμένη και έμμεση απώλεια ή ζημιά που προξενήθηκε συνεπεία παράβασης της σύμβασης.

 

(2) Το πρόσωπο το οποίο ζημιώνεται από τη μη εκπλήρωση υποχρέωσης που προσομοιάζει με τις συμβατικές, δικαιούται να λάβει από τον υπαίτιο την ίδια αποζημίωση, ωσάν να επρόκειτο για παράβαση σύμβασης.

(3) Κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο