ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ
Αγωγή αρ.: 3546/2019
Διαχειριστικής Επιτροπής της κοινόκτητης οικοδομής «NIKIS COURT», από τη Λευκωσία
Εναγόντων
-και-
ΓΕΩΡΓΟΥΛΛΑΣ ΤΕΡΛΙΔΟΥ, από τη Λευκωσία
Εναγόμενη
_______________________________________________________________________
Ημερομηνία: 9 Οκτωβρίου 2025
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα – Αιτήτρια: κ. Αντωνίου, για Χ. Μάρκου & Σια ΔΕΠΕ
Για την Εναγόμενη – Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Γεωργίου, για LEFKOS CLERIDES & SONS LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(στην αίτηση ημερομηνίας 26.5.2021 για αποκλεισμό και/ή διαγραφή Ανταπαίτησης)
Εισαγωγή
Μέσω της παρούσας αγωγής, η Ενάγουσα επιζητεί εναντίον της Εναγόμενης, μεταξύ άλλων, το ποσό των €2.649,70, ως οφειλόμενα κοινόχρηστα και/ή έξοδα αναφορικά με τη διαχείριση της κοινόκτητης οικοδομής της Ενάγουσας (στο εξής «η πολυκατοικία») και/ή των κοινόχρηστων χώρων αυτής, ως επίσης και ενδιάμεσα κοινόχρηστα από την 1.11.2019.
Η πορεία της παρούσας αγωγής προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο και δεν προτίθεμαι να την παραθέσω για σκοπούς της παρούσας απόφασης. Αρκεί απλά να σημειώσω ότι, η Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση της Εναγόμενης καταχωρήθηκε στις 11.9.2020. Με την εν λόγω Ανταπαίτηση, η Εναγόμενη αξιώνει γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις για τις ζημίες που αυτή υπέστη συνεπεία της, κατ’ ισχυρισμόν, οχληρίας και/ή αμέλειας της Ενάγουσας, η οποία παρέλειψε να διατηρεί σε καλή κατάσταση και/ή λειτουργικότητα την πολυκατοικία και/ή τμήματα αυτής, με αποτέλεσμα να προκαλείται σοβαρή και συνεχιζόμενη οχληρία στην Εναγόμενη, λόγω λιμνάζοντων νερών και/ή διαρροής νερού από την οροφή της πολυκατοικίας στο διαμέρισμα της. Επίσης, η Εναγόμενη, μέσω της ανταπαίτησής της, επιζητεί διάταγμα άρσης της εν λόγω οχληρίας και/ή γενικές αποζημιώσεις για τη μείωση της αξίας του ακινήτου της συνεπεία αυτής, αλλά και αποζημιώσεις για την ταλαιπωρία και απώλεια της απόλαυσης της ελεύθερης χρήσης της ιδιοκτησίας της.
Η υπό κρίση Αίτηση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει
Η υπό κρίση Αίτηση βασίζεται στη Δ. 19 θθ. 3, 4 και 26, Δ. 21 θ. 10, Δ. 27 θθ. 1- 3, Δ. 29 θθ. 1-2, Δ. 30 θ. 1, 2(α), 3-6, Δ. 48 θθ.1-4, 9(k), 11 και 12, Δ. 64, ως επίσης και στη νομολογία και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά το πραγματικό υπόβαθρο επί του οποίου αυτή (η Αίτηση) εδράζεται, τούτο προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης της κας Μαρίας Δημητρίου (στο εξής «η ομνύουσα»), η οποία είναι γενική διευθύντρια της εταιρείας διαχείρισης κτιρίων D.M. Building Care Ltd, η οποία διαχειρίζεται την πολυκατοικία της Ενάγουσας και γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, λόγω της εμπλοκής της με τούτη, αλλά και από έγγραφα που έχει στην κατοχή της. Εν πολλοίς, η ομνύουσα αναφέρει ότι, η ανταπαίτηση που ήγειρε η Εναγόμενη στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, δεν έχει άμεση σχέση με τα επίδικα ζητήματα τούτης (της αγωγής) και απώτερο στόχο έχει να προκαλέσει καθυστέρηση στην εκδίκασή της, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται πρόσφορη η συνεκδίκασή της με την αγωγή. Είναι δε η θέση της ότι, η συνεκδίκαση της αγωγής με την ανταπαίτηση της Εναγόμενης, θα περιπλέξει τα επίδικα ζητήματα, καθότι, για σκοπούς απόδειξης της ανταπαίτησης, θα πρέπει να παρουσιαστεί μαρτυρία αναφορικά με την ευθύνη της Ενάγουσας και/ή την αιτία που προκάλεσε τις κατ’ ισχυρισμόν ζημίες που υπέστη η οροφή του διαμερίσματος της Εναγόμενης και/ή το διαμέρισμα της γενικότερα, ως επίσης και μαρτυρία αναφορικά με το ύψος των εν λόγω ζημιών. Πάντα δε, κατά τους ισχυρισμούς της, η ανάγκη για απόδειξη των πιο πάνω ζητημάτων, θα αυξήσει τον όγκο της μαρτυρίας που θα παρουσιαστεί στο Δικαστήριο, ενώ η ανάγκη επίλυσης των νομικών και πραγματικών θεμάτων που εγείρονται με την ανταπαίτηση, θα έχουν ως αποτέλεσμα η εκδίκαση της αγωγής να περιπλεχθεί, πράγμα που θα συντείνει στη σημαντική καθυστέρηση για την εκδίκασή της. Και τούτο διότι, από συμβουλή που έχει λάβει από τους δικηγόρους της, αλλά και ως προκύπτει και από τα δικόγραφα, το βασικό ζήτημα της παρούσας αγωγής είναι το ύψος των οφειλόμενων κοινοχρήστων και η υποχρέωση της Εναγόμενης να καταβάλει τούτα στην Ενάγουσα, ενώ με την ανταπαίτηση της Εναγόμενης, εισάγεται ως βάση αγωγής η κατ’ ισχυρισμόν οχληρία, η οποία προϋποθέτει την εξέταση νομικών και πραγματικών ζητημάτων, τα οποία είναι ευρύτερα από αυτά της αγωγής, γεγονός που θα προκαλέσει δυσχέρεια στην Ενάγουσα. Είναι τέλος η θέση της ότι, ουδεμία ζημία θα υποστεί η Εναγόμενη με τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της ανταπαίτησής της, εφόσον αυτή θα είναι σε θέση να εγείρει τους όποιους ισχυρισμούς και αξιώσεις της στο πλαίσιο ξεχωριστής αγωγής.
Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που την υποστηρίζει
Η υπό κρίση Αίτηση προσέκρουσε στην Ένσταση της Εναγόμενης, στην οποία προβάλλονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης. Δεν κρίνω σκόπιμο, εντούτοις, να καταγράψω τούτους, εφόσον ως έχει αποκρυσταλλωθεί στην αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020), οι μόνοι λόγοι που, στην ουσία, προωθούνται είναι οι εξής: (1) ότι η υπό κρίση Αίτηση είναι παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή νομικά και/ή πραγματικά αστήρικτη και/ή ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται στην αιτούμενη θεραπεία, βασιζόμενη, επί της ουσίας, στις πρόνοιες της Δ. 19 θ. 26 και της Δ. 27 θ. 3, ως επίσης και την σχετική, με τις εν λόγω Διαταγές, νομολογία, (2) ότι υπάρχει καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό εξέταση Αίτησης και (3) ότι τούτη (η Αίτηση) καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς και αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και της ανταπαίτησης. Συνεπώς, κρίνω ότι οποιοσδήποτε άλλος λόγος ένστασης έχει προβληθεί μέσω της Ένστασης που καταχώρησε η πλευρά της Εναγόμενης, έχει εγκαταλειφθεί από αυτήν.
Την Ένσταση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Εναγόμενης. Επί της ουσίας, σε αυτήν, η Εναγόμενη επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασής της, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Επίσης, αυτή αρνείται την αξίωση της Ενάγουσας που αφορά τα κατ’ ισχυρισμόν οφειλόμενα κοινόχρηστα από αυτήν και, επιπλέον, είναι η θέση της ότι μέσω της ανταπαίτησής της αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που προκλήθηκαν στο διαμέρισμά της, συνεπεία των παραλείψεων και/ή ατασθαλιών της Ενάγουσας, για τις οποίες η ίδια (η Εναγόμενη) αναγκάστηκε να επωμιστεί έξοδα, με σκοπό την επιδιόρθωσή τους. Επισυνάπτει δε και ως Τεκμήριο 1, φωτογραφίες από τις κατ’ ισχυρισμόν ζημίες τις οποίες υπέστη το διαμέρισμά της, «εξ υπαιτιότητας» της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται δε ότι, η Ενάγουσα καταχώρησε την παρούσα Αίτηση καθυστερημένα, εφόσον έπρεπε να καταχωρήσει τούτη ταυτόχρονα με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, αλλά και ότι οι όποιοι ισχυρισμοί από πλευράς της, αναφορικά με τους λόγους που καταχώρησε την υπό εξέταση Αίτηση στο χρόνο που το έπραξε, είναι παντελώς αβάσιμοι. Τέλος, είναι η θέση της ότι, η υπό κρίση Αίτηση αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της παρούσας αγωγής και της ανταπαίτησης, ενώ καταχωρήθηκε για αλλότριους σκοπούς και με σκοπό την άσκηση πίεσης στην ίδια.
Ακροαματική διαδικασία
Ουδείς εκ των ομνυόντων αντεξετάστηκε επί του περιεχομένου της ένορκης δήλωσής του και αμφότερες οι πλευρές ετοίμασαν και παραδώσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Νομική πτυχή
Προτού προχωρήσω να εξετάσω την Αίτηση, κρίνω σκόπιμο να παραθέσω τη νομική πτυχή που περιβάλλει τούτη.
Κατ' αρχάς, όμως, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω το εξής. Παρά το γεγονός ότι στη νομική βάση της παρούσας Αίτησης, περιλαμβάνεται η Δ. 19 θ. 26 και η Δ. 27 θ. 3, εντούτοις, το νομικό υπόβαθρο αυτής, ως τούτο προκύπτει και από την αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας, είναι η Δ. 21 θ. 10 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, τα όσα αναφέρονται στο αιτητικό της υπό εξέταση Αίτησης περί διαγραφής της ανταπαίτησης, λόγω του ότι αυτή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας, δεν μπορούν να προωθηθούν και, εν πάση περιπτώσει δεν προωθούνται από πλευράς της Ενάγουσας, εφόσον, επί της ουσίας, εκείνο που επιζητείται είναι ο αποκλεισμός της ανταπαίτησης της Εναγόμενης, βάσει της Δ. 21 θ. 10.
Η Δ.21 θ.10, έχει ως ακολούθως:
«Where a defendant sets up a counterclaim, if the plaintiff, or any other person made a party to it, contends that the claim thereby raised ought not to be disposed of by way of counterclaim, but in an independent action, the court or a judge may at any time order that such counterclaim be excluded.»
Σε ελεύθερη μετάφραση
«Όταν ο εναγόμενος ασκήσει ανταπαίτηση, εάν ο ενάγων ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο που κατέστη διάδικος σε αυτήν υποστηρίζει ότι η αξίωση που προβάλλεται κατ' αυτόν τον τρόπο δεν πρέπει να εκδικαστεί με ανταπαίτηση, αλλά με αυτοτελή αγωγή, το δικαστήριο ή ο δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε στάδιο να διατάξει τον αποκλεισμό της εν λόγω ανταπαίτησης.»
Δυνάμει της Δ. 21 θ. 10, το Δικαστήριο δεν έχει εξουσία για διαγραφή της ανταπαίτησης, αλλά μόνο για αποκλεισμό συνεκδίκασης της με την αγωγή. Στην υπόθεση Said Galip v. Umit Suleiman (1963) 2 C.L.R 129, το Εφετείο ανέφερε τα εξής:
«There is no doubt that, under the provisions of Order 21, rule 10, the Court may "at any time" exclude, but not strike out, the counter-claim. Consequently, the correct wording of the order should be: "It is ordered that the counter-claim be and is hereby excluded from the present action"».
Σε ελεύθερη μετάφραση:
«Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.21 Θ.10, το Δικαστήριο μπορεί "ανά πάσα στιγμή" να αποκλείσει, αλλά όχι να διαγράψει, την ανταπαίτηση. Κατά συνέπεια, η ορθή διατύπωση του διατάγματος πρέπει να είναι: "Διατάσσεται η όπως η ανταπαίτηση αποκλειστεί από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής"».
Τούτο, ουσιαστικά, σημαίνει ότι δεν απορρίπτεται το αγώγιμο δικαίωμα που προβάλλεται στην ανταπαίτηση, αλλά, απλώς και μόνο, αποκλείεται από την συνεκδίκασή του με την αγωγή και μπορεί να εκδικαστεί μόνο με ξεχωριστή αγωγή που θα καταχωρίσει ο εναγόμενος. Η ίδια αρχή επιβεβαιώθηκε και στην μεταγενέστερη υπόθεση Πελετιές ν. Fayek Ataya (1990) 1 Α.Α.Δ 535.
Η Δ.21 θ. 10 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών ερμηνεύθηκε από τη νομολογία σε σειρά αποφάσεων. Βλ. μεταξύ άλλων, Σιακόλας v. Federal Bank of Lebanon (SAL) (1992) 1(A) ΑΑΔ 710, GDL Trading (Famagusta) Ltd v Φάρκονα και Άλλων (2010) 1(Α) ΑΑΔ 63, και Athina Leathergoods Ltd v Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α. (2000) 1(Β) ΑΑΔ 787.
Στην υπόθεση GDL Trading (Famagusta) Ltd v Φάρκονα κ.α. (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα εξής:
«Με ενδιάμεση αίτηση της η ενάγουσα ζήτησε αποκλεισμό της ανταπαίτησης, με το επιχείρημα ότι συνεκδίκασή της με την απαίτηση δεν θα ήταν πρόσφορη, αφού θα προκαλούσε σημαντική καθυστέρηση και θα περιέπλεκε τα επίδικα θέματα.
Ο εναγόμενος 1, που προβάλλει την ανταπαίτηση, εισηγήθηκε ότι τα θέματα που εγείρονται με αυτή είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με την υπεράσπιση και ότι συνεκδίκαση είναι όχι μόνο πρόσφορη, αλλά και ότι εκείνο που θα προκαλούσε δυσχέρεια και σπατάλη χρόνου και εξόδων θα ήταν ο διαχωρισμός.
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού αναφέρθηκε στις νομικές αρχές που διέπουν το θέμα και αφού ανέλυσε την απαίτηση και την ανταπαίτηση δέχθηκε την αίτηση και διέταξε αποκλεισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή, καταλήγοντας ως ακολούθως:
«Ως εκ των άνω, αν η ανταπαίτηση παραμείνει, η υπόθεση θα διευρυνθεί και θα περιπλακεί με αποτέλεσμα να προκληθεί υπέρμετρη καθυστέρηση και άρα δυσχέρεια στην ενάγουσα κατά τρόπο μάλιστα που θα ήταν άδικος, εφόσον ο εναγόμενος εργάστηκε για πέντε σχεδόν χρόνια με τους όρους και υπό τις περιστάσεις σε σχέση με τις οποίες τώρα παραπονείται και έκτοτε έχουν παρέλθει άλλα δύο ή τρία χρόνια χωρίς να εγείρει απαίτηση[1].»
.............................................................
Το πρωτόδικο Δικαστήριο, αφού ανέλυσε με λεπτομέρεια τη φύση της απαίτησης και της ανταπαίτησης, συγκρίνοντας τις δύο, κατέληξε, όπως ήδη είπαμε, πως δεν θα ήταν πρόσφορο να συνεκδικαστούν, κρίνοντας επίσης ότι δεν υπήρχε άμεση συνάφεια από πλευράς γεγονότων μεταξύ της ανταπαίτησης και της απαίτησης και της υπεράσπισης.
Περαιτέρω, αναφερόμενο και στην υπόθεση Factories Insurance Co. v. Anglo-Scottish General Commercial Insurance Co. [1913] 29 T.L.R. 312, όπου δεν είχε επιτραπεί η ανταπαίτηση για λίβελο σε αγωγή για αποζημιώσεις, θεώρησε και εδώ τον ισχυρισμό για λίβελο στην ανταπαίτηση ακόμη ένα στοιχείο που δικαιολογούσε το διαχωρισμό της ανταπαίτησης από την αγωγή.
Έχοντας υπόψη και τις αρχές στις οποίες αναφερθήκαμε πιο πάνω, που αφορούν επέμβαση του Εφετείου, δεν διαπιστώσαμε οποιοδήποτε σφάλμα στον τρόπο που χειρίστηκε την υπόθεση το πρωτόδικο Δικαστήριο και που το οδήγησε στην αποδοχή της αίτησης, ούτως ώστε να επέμβουμε στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, αφού κρίνουμε ότι ασκήθηκε μέσα στο σωστό νομικό της πλαίσιο.
Η ορθότητα της άσκησης της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου και το σκεπτικό της κατάληξής του φαίνονται καθαρά στο πιο κάτω απόσπασμα από την απόφασή του:
«Με το δέοντα σεβασμό, δεν συμφωνώ με την εισήγηση του ευπαιδεύτου δικηγόρου του εναγομένου ότι εάν διαταχθεί ο αποκλεισμός ο εναγόμενος «θα αναγκαστεί να προσκομίσει μαρτυρία εις διπλούν για ακριβώς τα ίδια γεγονότα». Τι σχέση μπορεί να έχει το αν άσκησε ή όχι ανταγωνιστική δραστηριότητα με το εάν του είχαν υποσχεθεί μέρισμα, επίδομα κλπ., ή με το εάν τον εξαπάτησαν ή τον εξανάγκασαν να πωλήσει τις μετοχές του, ή με το εάν τον κακολογούσαν; Η ανταπαίτηση σε όλες της τις πτυχές αφορά άλλα γεγονότα, αλλά και προϋποθέτει εξέταση της διαφοράς σε πολύ ευρύτερα και διαφορετικά νομικά πλαίσια που κυμαίνονται από δόλο και ψευδείς ή αμελείς παραστάσεις ή παράβαση όρων συμφωνίας μέχρι την δυσφήμιση. Ειδικότερα για την τελευταία αυτή πτυχή, αν πρόκειται όντως για λίβελο και τεθεί η υπεράσπιση του αληθούς σχολίου, γίνεται αντιληπτό ότι θα ανοίξει ένα μεγάλο κεφάλαιο για την επαγγελματική επάρκεια ή μη του εναγομένου.»».
Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd v Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.α. (2000) 1(Β) ΑΑΔ 787, το Εφετείο υπογράμμισε πως:
«Το δεύτερο σκέλος των θέσεων των εφεσειόντων διέπεται από τις αρχές που διέπουν τον αποκλεισμό ανταπαίτησης. Καθώς έχει προαναφερθεί το θέμα διέπεται από τον θ.10 της Δ.21. Ο τελευταίος έχει ερμηνευθεί στην Σιακόλας ν. Federal Bank of Lebanon (SAL) (1992) 1 Α.Α.Δ. 710, 714, στην οποία οι σχετικές αρχές έχουν επεξηγηθεί ως εξής:
(1) Παρέχεται διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει τη συνεκδίκαση της ανταπαίτησης με την αγωγή εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον.
(2) Η σχετική εξουσία του δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη κατά το δυνατό διεκπεραίωση της δίκης.
(3) Η Αγγλική Νομολογία, ερμηνευτική των αντίστοιχων αγγλικών δικονομικών προνοιών στις οποίες η Δ.21 θ.10 είναι προσαρμοσμένη αναγνωρίζει ευρεία διακριτική ευχέρεια στο δικαστήριο να αποκλείσει ανταπαίτηση οποτεδήποτε κρίνεται ότι η συνεκδίκαση της με την αγωγή δεν είναι πρόσφορος (expedient) ή θα προκαλέσει δυσχέρεια (inconvenience) στη διεκδίκηση των δικαιωμάτων του ενάγοντος.
(4) Ενδεχόμενο πρόκλησης σημαντικής καθυστέρησης στην εκδίκαση της αγωγής συνιστά δυσχέρεια που παρέχει έρεισμα για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης.
(5) Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα απ' αυτό το ενδεχόμενο.
Το πρωτόδικο δικαστήριο απέρριψε το αίτημα για διαγραφή των επίδικων παραγράφων του δικογράφου των εναγομένων γιατί οι "απαιτήσεις των διαδίκων εναντίον αλλήλων όπως εμφαίνονται στα δικόγραφα συνδέονται άρρηκτα η μια με την άλλη" και θα ήταν ορθό και δίκαιο να εκδικασθούν όλες οι διαφορές των μερών μαζί.
Όπως έχει υποδειχθεί στην Σιακόλας (πιο πάνω), σελ. 718 "το μη πρόσφορο της συνένωσης και η αποτίμηση της δυσχέρειας η οποία θα προκληθεί στον ενάγοντα λόγω της ανταπαίτησης ανάγονται στη διακριτική ευχέρεια του πρωτόδικου δικαστηρίου. Περιορισμένη μόνο ευχέρεια παρέχεται στο Εφετείο να επέμβει με την άσκηση της" (βλ. Αρέστη ν. Ηλία (1991) 1 Α.Α.Δ. 984 στην οποία λέχθηκε ότι "ευχέρεια επέμβασης περιορίζεται σε δύο μόνο περιπτώσεις: (α) όπου διαπιστώνεται ότι η διακριτική ευχέρεια ασκήθηκε έξω από το πλαίσιο που παρέχεται από το νόμο, όπως όταν διαπιστώνεται ότι υπεισήλθαν στην άσκηση της εξωγενείς παράγοντες, και (β) όπου η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας οδηγεί σε πασιφανή αδικία, όπως είναι η περίπτωση απόφασης στην οποία δε θα μπορούσε να προέλθει κανένα δικαστήριο.")».
Απαύγασμα των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, καταδεικνύει ότι, το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια να αποκλείσει τη συνεκδίκαση ανταπαίτησης με την αγωγή, εφόσον τούτο κρίνεται πρέπον. Η σχετική δε εξουσία του Δικαστηρίου είναι συνυφασμένη με την καλή απονομή της δικαιοσύνης, η οποία συναρτάται άμεσα με την απρόσκοπτη, κατά το δυνατόν, διεκπεραίωση της δίκης.
Το κυριαρχικό στοιχείο στην άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου είναι το πρόσφορο της εκδίκασης της ανταπαίτησης συγχρόνως με την αγωγή, ως επίσης και η πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από αυτό το ενδεχόμενο. Η συνάφεια των επιδίκων θεμάτων της ανταπαίτησης, με εκείνα της αγωγής, δεν αποτελεί προϋπόθεση για την έγερση ανταπαίτησης. Παρόλα αυτά, η μη συνάφεια της ανταπαίτησης με την αγωγή, ενισχύει την πιθανότητα πρόκλησης δυσχέρειας στον ενάγοντα από την εν λόγω συνεκδίκαση, η οποία συνιστά και τον ουσιαστικό λόγο για τον αποκλεισμό της ανταπαίτησης. Επίσης, ο αποκλεισμός της ανταπαίτησης μπορεί να διαταχθεί παρά την συγγενικότητα των επιδίκων θεμάτων με την αγωγή, αν η συνεκδίκαση θα επιφέρει σημαντική καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπόθεσης (βλ. Said Galip v. Umit Suleiman (ανωτέρω)).
Σε ό,τι τώρα αφορά το χρόνο που μια τέτοια αίτηση θα πρέπει να υποβάλλεται, στην υπόθεση Πελετιές (ανωτέρω), επαναλήφθηκε η αρχή που τέθηκε στην (ανωτέρω) ότι, η αίτηση για αποκλεισμό ανταπαίτησης θα πρέπει να καταχωρίζεται το συντομότερο δυνατόν, μόλις γίνει αντιληπτό στον Αιτητή ότι η συνεκδίκαση θα προκαλέσει δυσχέρεια στην υπόθεσή του και, εν πάση περιπτώσει, όχι πριν την έναρξη της ακρόασης. Ως εκ τούτου, η αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης, αποτελεί λόγο για απόρριψη του αιτήματος.
Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης
Καθοδηγούμενη από τις πιο πάνω κατευθυντήριες γραμμές που έχει θέσει η νομολογία επί του ζητήματος, έχω εξετάσει με προσοχή τους ισχυρισμούς που προβάλλονται στα δικόγραφα των διαδίκων, σε συνδυασμό πάντοτε με τις θέσεις και τους ισχυρισμούς που η κάθε πλευρά προβάλλει στην αγόρευσή της, χωρίς, βεβαίως, να παραβλέπω τα όσα έχουν τεθεί στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν τόσο την υπό κρίση Αίτηση όσο και την Ένσταση. Είναι στη βάση αυτών που προχωρώ να εξετάσω την παρούσα Αίτηση.
Έχοντας μελετήσει τις θέσεις των δύο πλευρών, όπως τούτες προκύπτουν από τα καταχωρημένα δικόγραφα, και οι οποίες συνοψίζονται πιο πάνω, το πρώτο πράγμα το οποίο διαπιστώνεται είναι ότι, η αγωγή αφορά την κατ’ ισχυρισμόν μη καταβολή οφειλόμενων κοινοχρήστων από πλευράς της Εναγόμενης προς την Ενάγουσα. Από την άλλη, η Εναγόμενη, μέσω της ανταπαίτησής της, αξιώνει αποζημιώσεις για τις ζημιές που υπέστη, συνεπεία της, κατ’ ισχυρισμόν, οχληρίας και/ή αμέλειας της Ενάγουσας, ως επίσης και σχετικά διατάγματα για άρση της εν λόγω οχληρίας από πλευράς της τελευταίας.
Είναι, λοιπόν, ξεκάθαρο ότι, τα εγειρόμενα ζητήματα στην αγωγή και στην ανταπαίτηση, δεν έχουν καμία συνάφεια μεταξύ τους, από πλευράς γεγονότων. Ουδεμία σύνδεση υπάρχει μεταξύ, των κατ’ ισχυρισμών οφειλόμενων κοινοχρήστων της Εναγόμενης, από τη μία, και της οχληρίας και/ή αμέλειας της Ενάγουσας, από την άλλη, στη βάση της οποίας, κατά τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, προκλήθηκαν ζημίες στο διαμέρισμά της, για τις οποίες αναγκάστηκε να επωμιστεί έξοδα. Συνεπώς, η αγωγή και η ανταπαίτηση δεν βασίζονται στα ίδια γεγονότα.
Επιπρόσθετα με τα ανωτέρω, σημειώνω ότι, η εκδίκαση της, εν προκειμένω, ανταπαίτησης, προϋποθέτει την εξέταση ζητημάτων εντός ενός ευρύτερου, αλλά και διαφορετικού, πραγματικού και νομικού πλαισίου, όπως, μεταξύ άλλων, το θέμα της ευθύνης και/ή των αποζημιώσεων και/ή το ύψος αυτών, αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμόν οχληρία και/ή αμέλεια της Ενάγουσας, γεγονός που θα διεύρυνε την υπόθεση και την μαρτυρία που θα πρέπει να προσκομιστεί για σκοπούς απόδειξης των εκατέρωθεν απαιτήσεων των μερών. Επίσης, τούτο, αναπόφευκτα θα μετατρέψει την παρούσα υπόθεση, από υπόθεση ταχείας εκδίκασης (βλ. Δ. 30 θ. 6), σε υπόθεση ακροαματικής εκδίκασης (βλ. Δ. 30 θ. 8), εφόσον το ποσό που αξιώνεται στην ανταπαίτηση είναι άνω των €3.000, πράγμα που θα προκαλούσε καθυστέρηση στην εκδίκαση της αγωγής της Ενάγουσας και άρα δυσχέρεια σε αυτήν.
Επομένως, στη βάση όσων εξήγησα ανωτέρω, κρίνω ότι, επί της ουσίας, η υπό κρίση Αίτηση θα μπορούσε να επιτύχει, νοουμένου ότι δεν διαπιστώνεται αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της.
Για τους σκοπούς εξέτασης του ζητήματος αυτού, κρίνω σκόπιμο να προβώ σε σύντομη αναφορά σε ό,τι αφορά την πορεία της παρούσας υπόθεσης, όπως αυτή προκύπτει από το δικαστικό φάκελο αυτής, για το διάστημα μεταξύ της ημερομηνίας καταχώρησης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης από πλευράς της Εναγόμενης και της ημερομηνίας καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης από πλευράς της Ενάγουσας.
Όπως αναφέρεται και πιο πάνω, το δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης καταχωρήθηκε στις 11.9.2020 και αυτό της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, στις 23.10.2020. Ακολούθως, στις 10.11.2020, η πλευρά της Ενάγουσας καταχώρησε την Κλήση για Οδηγίες στην αγωγή, η οποία ορίστηκε για πρώτη φορά, στις 19.2.2021. Σημειώνω εδώ δε, ότι, η Ενάγουσα, στο παράρτημα της Κλήσης για Οδηγίες που καταχώρησε, επιφύλαξε το δικαίωμά της για να προχωρήσει στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης. Στη συνέχεια, στις 19.2.2021 που ήταν ορισμένη η Κλήση για Οδηγίες στην αγωγή, οι δύο πλευρές ζήτησαν την έκδοση εκατέρωθεν διαταγμάτων αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων. Η δε πλευρά της Ενάγουσας ενημέρωσε το Δικαστήριο ότι, ο λόγος που δεν είχε προωθήσει την υπό κρίση Αίτηση μέχρι τότε, ήταν επειδή δεν γνώριζε κατά πόσο, εν τέλει, η ανταπαίτηση της Εναγόμενης θα προωθείτο, εφόσον η Κλήση για Οδηγίες σε σχέση με την ανταπαίτηση, της είχε επιδοθεί, μόλις, στις 17.2.2021. Με την εν λόγω δε τοποθέτηση του συνηγόρου της Ενάγουσας, η τότε συνήγορος της Εναγόμενης συμφώνησε[2] πλήρως. Ακολούθως, στις 20.4.2021 που ήταν ορισμένη η Κλήση για Οδηγίες στην ανταπαίτηση, ο δικαστικός φάκελος δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο επιλήφθηκε τούτης (της Κλήσης για Οδηγίες) στις 25.5.2021. Κατά την εν λόγω δικάσιμο, η πλευρά της Ενάγουσας ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει την υπό κρίση Αίτηση, άδεια η οποία της δόθηκε, εξού και δεν δόθηκαν οποιεσδήποτε περαιτέρω οδηγίες σε σχέση με την έκδοση διαταγμάτων αποκάλυψης και επιθεώρησης εγγράφων στο πλαίσιο της ανταπαίτησης ή για καταχώρηση ονομαστικού καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας.
Έχοντας κατά νου τα πιο πάνω, δεν κρίνω ότι η Ενάγουσα, υπό τις περιστάσεις, ενήργησε υστερόβουλα ή ότι παρουσιάζεται καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης, τέτοιας μορφής και έκτασης που να οδηγεί στην απόρριψη της υπό εξέταση Αίτησης. Ειδικότερα δε, εφόσον η πλευρά της Ενάγουσας είχε επιφυλάξει πλήρως το δικαίωμά της να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση, στο πλαίσιο της Κλήσης για Οδηγίες που καταχώρησε στην αγωγή. Πέραν τούτου, όταν, στις 19.2.2021, τέθηκε το ζήτημα από πλευράς της Ενάγουσας, αναφορικά με την επιφύλαξη του εν λόγω δικαιώματός της, αλλά και ο ισχυρισμός της περί άγνοιάς της ως προς το κατά πόσο η Εναγόμενη θα προωθούσε την εν λόγω ανταπαίτηση, η πλευρά της τελευταίας συμφώνησε πλήρως με τα λεγόμενα του συνηγόρου της πρώτης, και ουδέν ζήτημα ήγειρε σε σχέση με το ζήτημα της καθυστέρησης. Ούτε και έθεσε ένα τέτοιο ζήτημα, στις 25.5.2021, όταν και η πλευρά της Ενάγουσας ζήτησε την άδεια του Δικαστηρίου να καταχωρήσει την υπό εξέταση Αίτηση. Τουναντίον, η πλευρά της Εναγόμενης, κατά την εν λόγω δικάσιμο (25.5.2021[3]), στην ουσία, συμφώνησε να μην δοθούν οδηγίες για την καταχώρηση εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων στην ανταπαίτηση, μέχρι να καταχωρηθεί και εκδικαστεί η παρούσα Αίτηση και αποκρυσταλλωθεί το ζήτημα της ανταπαίτησης, εφόσον και από πλευράς της υπήρχε, ως δήλωσε, το ενδεχόμενο να προχωρήσει σε τροποποίηση της ανταπαίτησής της για να αυξήσει το ποσό που αξίωνε από την Ενάγουσα.
Πέραν των πιο πάνω, έχοντας κατά νου και τα όσα η πλευρά της Ενάγουσας επικαλείται στην αγόρευσή της, στη βάση του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) (Αρ. 6) Διαδικαστικού Κανονισμού του 2020, από τις 12.11.2020 μέχρι και τις 8.3.2021, οι χρονικές προθεσμίες για την καταχώρηση οποιουδήποτε δικογράφου, αιτήσεως, ή άλλου εγγράφου, ή γενικά για την τέλεση ή τη διεκπεραίωση οποιουδήποτε δικονομικού βήματος, αναστάληκαν λόγω της πανδημίας του κορωνοϊού. Συνεπώς, δεν βρίσκω ότι, στην προκειμένη περίπτωση, υπό τις περιστάσεις, υπήρχε αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης.
Τέλος, σημειώνω εδώ ότι, η ακρόαση της υπόθεσης δεν έχει ακόμη αρχίσει, εφόσον δεν έχει καν, ακόμη, οριστεί η υπόθεση για ακρόαση, ενώ, ουδέποτε δόθηκαν οδηγίες στο πλαίσιο της ανταπαίτησης, είτε για καταχώρηση ενόρκων δηλώσεων αποκάλυψης εγγράφων είτε ονομαστικών καταλόγων μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας. Συνεπώς, δεν προκύπτει ότι η Εναγόμενη θα υποστεί οποιαδήποτε ζημία από τυχόν έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, εφόσον αυτή θα έχει τη δυνατότητα, όλα τα ζητήματα που εγείρει στην ανταπαίτησή της, να τα εγείρει σε ξεχωριστή αγωγή.
Κατάληξη
Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει. Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα αποκλεισμού της ανταπαίτησης της Εναγόμενης από την εκδίκαση της παρούσας αγωγής.
Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω από τον γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα, υπέρ της Ενάγουσας - Αιτήτριας και εναντίον της Εναγόμενης – Καθ’ ης η Αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπογρ.)………………………
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Η υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όσες ακολουθούν.
[2] Βλ. ηλεκτρονικά μηνύματα προς Δικαστήριο ημερ. 18.2.2021 τα οποία βρίσκονται εντός του δικαστικού φακέλου.
[3] Βλ. σχετικό πρακτικό του Δικαστηρίου.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο