Του ανήλικου Χ. Κ. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΕΟΤΚ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2744/2022, 30/9/2025
print
Τίτλος:
Του ανήλικου Χ. Κ. ν. ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΕΟΤΚ) κ.α., Αρ. Αγωγής: 2744/2022, 30/9/2025

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ 

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ. 

 

Αρ. Αγωγής: 2744/2022 

Μεταξύ: 

 

Του ανήλικου Χ. Κ., αρ. ταυτότητας [ ] δια μέσου των γονέων του Κ. Κ. και Ζ. Α. από [ ] 

 

Ενάγοντας 

-και- 

 

1.    ΕΘΝΙΚΗΣ ΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΣ ΤΑΕΚΒΟΝΤΟ ΚΥΠΡΟΥ (ΕΟΤΚ) 

2.    Φοίβου Χρίστου υπό την ιδιότητα του ως προέδρου της ομοσπονδίας 

3.    Ανδρέας Χριστοφή υπό την ιδιότητα του ως Αντιπροέδρου και Αναπληρωτή προέδρου της ομοσπονδίας 

4.    Γιώργου Κορέλλη υπό την ιδιότητα του ως Γενικός Γραμματέας της ομοσπονδίας 

5.    Άγγελου Σαρπέτσα υπό την ιδιότητα του ως Ταμεία της ομοσπονδίας 

6.    Ανδρέα Κόκκινο υπό την ιδιότητα του ως Εφόρου της ομοσπονδίας 

7.    Πέτρος Πέτρου ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας 

8.    Ανδρέας Προδρόμου ως μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Ομοσπονδίας 

 

Εναγόμενοι 

Ημερομηνία: 30 Σεπτεμβρίου 2025 

 

Εμφανίσεις:  

Για τους Εναγόμενους - Αιτητές: κ. Κ. Κνώφου για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ 

Για τον Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Χ. Στρατουράς 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ 

(στην αίτηση ημερ. 11.9.2024 για διαγραφή του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση) 

Εισαγωγή

 

Μέσω της υπό κρίση Αίτησης, οι Εναγόμενοι – Αιτητές (στο εξής «οι Εναγόμενοι») επιζητούν διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να διατάσσει τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, από πλευράς του Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση (στο εξής «ο Ενάγοντας»).

 

Την ίδια μέρα που το παρόν Δικαστήριο επιφύλαξε την υπό κρίση Αίτηση, επιφύλαξε και την ενδιάμεση απόφασή του στην αίτηση ημερ. 15.5.2024, με την οποία οι Εναγόμενοι επιζητούν τη διαγραφή και/ή τον παραμερισμό της Κλήσης για Οδηγίες που καταχώρησε η πλευρά του Ενάγοντα, στο πλαίσιο της παρούσας της αγωγής, και/ή τη διαγραφή της παρούσας αγωγής λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της εν λόγω Κλήσης για Οδηγίες (στο εξής «η αίτηση ημερ. 15.5.2024»).

 

Για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω, στο παρόν στάδιο, ότι η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε με ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 6.12.2022, ενώ οι Εναγόμενοι 1 και 2, και οι Εναγόμενοι 3-8, καταχώρησαν το δικόγραφο της Υπεράσπισης τους, στις 21.3.2022 και στις 14.11.2023, αντίστοιχα. Η πλευρά του Ενάγοντα δεν καταχώρησε το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση εντός της προνοούμενης, βάσει της Δ.21, θ.14, περιόδου των 7 ημερών (από τις 14.11.2023, που όλοι πλέον οι Εναγόμενοι είχαν καταχωρήσει την Υπεράσπισή τους), με αποτέλεσμα, στις 21.11.2023[1], τα δικόγραφα, να θεωρούνταν συμπληρωμένα. Στις 19.4.2024, και δη σχεδόν 5 μήνες αφότου συμπληρώθηκαν τα δικόγραφα και περίπου 1 μήνα μετά την παρέλευση του χρόνου για την καταχώρηση της προνοούμενης Κλήσης για Οδηγίες, βάσει της Δ.30, η πλευρά του Ενάγοντα προχώρησε στην καταχώρηση του δικογράφου της Aπάντησης στην Υπεράσπιση, ενώ την ίδια μέρα καταχώρησε και την Κλήση για Οδηγίες. Ακολούθως, η πλευρά των Eναγομένων καταχώρησε την αίτηση ημερ. 15.5.2024 και στις 11.9.2024 καταχώρησε την υπό κρίση Αίτηση για διαγραφή του επίδικου δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση.

 

Βασικό στοιχείο για την κρίση και των δύο επίδικων ενδιάμεσων αιτήσεων είναι το κατά πόσο το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση θα πρέπει να διαγραφεί λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησής του ή αν μπορεί η εκπρόθεσμη καταχώρησή του να θεωρηθεί ως παρατυπία δυνάμενη να διορθωθεί (βάσει της Δ.64). Στη βάση τούτου, κρίνω ορθότερο να εξετάσω πρώτα την υπό κρίση Αίτηση, με την οποία επιζητείται η διαγραφή του εν λόγω επίδικου δικογράφου, εφόσον τούτο θα καθορίσει και το αποτέλεσμα της αίτησης ημερ. 15.5.2024.

 

Η υπό εξέταση Αίτηση βασίζεται στη Δ.19, θθ.14 και 26, Δ.21, Δ.26, Δ.27 θθ. 1‑3 και Δ.48, ως επίσης και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Τα δε γεγονότα επί των οποίων τούτη στηρίζεται, καταγράφονται στην συνημμένη σε αυτήν (την Αίτηση) ένορκη δήλωση της κας Μ. Γιαννακού, δικηγορικής υπαλλήλου στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί τους Εναγόμενους στην παρούσα αγωγή. Σε αυτήν, η ομνύουσα αναφέρει ότι το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε, από πλευράς του Ενάγοντα, εκπρόθεσμα (και δη πέραν των 7 ημερών από την καταχώρηση της Υπεράσπισης των Εναγομένων), ενώ αυτός ουδέποτε έλαβε την προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου για να πράξει τούτο, ούτε και καταχώρησε οποιαδήποτε αίτηση για να παραταθεί ο χρόνος για την καταχώρηση του εν λόγω δικογράφου.

 

Προς αναχαίτιση της υπό κρίση Αίτησης, η πλευρά του Ενάγοντα καταχώρησε Ένσταση, στην οποία εγείρονται συνολικά 13 λόγοι ένστασης. Τούτοι, επί της ουσίας, ως έχουν αποκρυσταλλωθεί στην αγόρευση του συνηγόρου του (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λίμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, ημερ. 28.5.2020), έχουν ως εξής: (1) η  παρούσα Αίτηση είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και αποτελεί προσπάθεια εκ μέρους των Εναγομένων να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της υπόθεσης, ενώ δεν δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος, (2) η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, ενώ έγινε για αλλότριους σκοπούς, (3) η Αίτηση καταχωρήθηκε πολύ καθυστερημένα από πλευράς των Εναγομένων, και (4) τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση δεικνύουν ότι ο Ενάγοντας δεν επέδειξε αδιαφορία για την προώθηση της υπόθεσής του.

 

Η εν λόγω Ένσταση υποστηρίζεται από την ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Στρατουρά, ο οποίος είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από τον Ενάγοντα, ως επίσης και από τους γονείς και νόμιμους κηδεμόνες του για να προβεί σε αυτήν. Επί της ουσίας, ο κ. Στρατουράς, στην εν λόγω ένορκη δήλωσή του, καταγράφει το ιστορικό της παρούσας υπόθεσης και, χρονολογικά, τις διάφορες διαδικασίες που καταχωρήθηκαν στο πλαίσιο αυτής, τις οποίες δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω στο παρόν στάδιο, εφόσον αυτές εμφαίνονται στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης. Αναφορά σε τούτες θα γίνει, αν τούτο κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω. Αναφέρει δε, ουσιαστικά, ο κ. Στρατουράς ότι, ως προκύπτει από τον δικαστικό φάκελο της υπόθεσης, οι διαδικασίες που εκκρεμούσαν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, δικαιολογούν την καθυστέρηση, από πλευράς του Ενάγοντα, στην καταχώρηση του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση, καθώς και την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για άρση της εν λόγω παρατυπίας (της εκπρόθεσμης καταχώρησής του), πράγμα που είναι και προς όφελος της απονομής της δικαιοσύνης. Είναι η θέση του ότι, η υπό κρίση Αίτηση θα έπρεπε να καταχωρηθεί εντός εύλογου χρόνου. Αντ’ αυτού, αναφέρει, καταχωρήθηκε πέντε μήνες μετά την καταχώρηση του επίδικου δικογράφου και ενώ η πλευρά του Ενάγοντα είχε υποβάλει αίτημα προς το Δικαστήριο με σκοπό την παράταση του χρόνου καταχώρησης του εν λόγω επίδικου δικογράφου, μέσω της επικοινωνίας του ηλεκτρονικού φάκελου της παρούσας υπόθεσης, στις 4.7.2024.

 

Ακροαματική Διαδικασία

 

Η ακρόαση της παρούσας Αίτησης διεξήχθη επί τη βάσει των ενόρκων δηλώσεων, ενώ αμφότεροι οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων καταχώρησαν, στον ηλεκτρονικό φάκελο της υπόθεσης, τις γραπτές τους αγορεύσεις προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων τους. Τα όσα εκεί αναφέρονται έχουν μελετηθεί δεόντως και δεν κρίνω σκόπιμο να τα επαναλάβω. Αναφορά, βεβαίως, επί αυτών, θα γίνει, κατωτέρω, όπου τούτο κριθεί απαραίτητο. 

 

Νομική πτυχή και υπαγωγή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης

 

Στη δοσμένη περίπτωση, είναι γεγονός ότι το επίδικο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε εκπρόθεσμα, εφόσον δεν τηρήθηκε η προθεσμία της Δ.21 θ. 14. Παραθέτω αυτούσιες τις πρόνοιες της Δ. 21 θ. 14 κατωτέρω:

 

«14. (1) Where the plaintiff desires to deliver a reply, he shall file and deliver it within seven days from the delivery of the defence.

(2) No subsequent pleading shall be delivered, unless ordered by the Court or a Judge. Where a subsequent pleading is ordered it shall be filed and delivered together with an office copy of the order within the time specified in the order giving leave to deliver the same».

 

Εν προκειμένω, είναι εμφανές από τον δικαστηριακό φάκελο της υπόθεσης, ότι το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση καταχωρήθηκε σχεδόν πέντε (5) μήνες αφότου καταχωρήθηκε και η Υπεράσπιση των Εναγομένων 3-8, ενώ η πλευρά του Ενάγοντα, πριν την καταχώρηση του εν λόγω επίδικου δικογράφου, δεν έλαβε οποιοδήποτε διάταγμα του Δικαστηρίου που να παρατείνει το χρόνο για την καταχώρησή του.

 

Αξίζει, βέβαια, να σημειωθεί στο παρόν στάδιο ότι, η πλευρά του Ενάγοντα, αφότου καταχώρησε το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση και πριν την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης, και δη σε χρόνο που εκκρεμούσε η εκδίκαση της αίτησης ημερ. 15.5.2024 (για απόρριψη της αγωγής, λόγω του εκπρόθεσμου της καταχώρησης της Κλήσης για Οδηγίες), αλλά και η εκδίκαση της αίτησης ημερ. 7.12.2022 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, ως επίσης και προφορικό αίτημα από πλευράς των Εναγομένων για καταχώρηση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, στο πλαίσιο της αίτησης πιο πάνω αίτησης ημερ. 7.12.2022[2], απέστειλε αίτημα (ημερ. 4.7.2024[3]), μέσω της επικοινωνίας του ηλεκτρονικού φακέλου, για παράταση του χρόνου καταχώρησης του εν λόγω επίδικου δικογράφου.

 

Με δεδομένο όμως ότι, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση είχε καταχωρηθεί εκπρόθεσμα, δεν προκύπτει, στην υπό κρίση περίπτωση, θεωρώ, ζήτημα εξέτασης των προϋποθέσεων της Δ.57 θ. 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, εφόσον εκείνο που ουσιαστικά ζητείται από πλευράς του Ενάγοντα, μέσω της Ένστασης που καταχώρησε στην παρούσα Αίτηση, αλλά και της αγόρευσης του στην παρούσα, δεν είναι η παράταση του χρόνου καταχώρησης του εν λόγω δικογράφου, εφόσον τούτο έχει ήδη καταχωρηθεί, αλλά η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου να θεραπεύσει την παρατυπία σε σχέση με το εκπρόθεσμο της καταχώρησής του. Δηλαδή, το όποιο αίτημα εκ μέρους του Ενάγοντα, ουσιαστικά, στηρίζεται στη Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και όχι στη βάση της Δ.57 θ. 2. Συνεπώς, εν προκειμένω, το Δικαστήριο δύναται να επιλύσει το επίδικο, μέσω της παρούσας Αίτησης, ζήτημα, δυνάμει των σχετικών αρχών της νομολογίας που διέπουν την εφαρμογή της Δ.64 (ως αυτή έχει τροποποιηθεί) (βλ. Wunderlich v. Παναγιώτου (1999) 1Α Α.Α.Δ 366). Σε απάντηση δε των όσων προβάλλονται εκ μέρους των Εναγομένων (μέσω της αγόρευσής τους), περί του ότι η πλευρά του Ενάγοντα δεν έχει προβεί σε οποιοδήποτε διάβημα για διόρθωση της «ισχυριζόμενης από τον ίδιο παρατυπίας», με δεδομένο ότι, στη βάση των πιο πάνω, είναι η Δ.64 που τυγχάνει, στην παρούσα περίπτωση, εφαρμογής, για την οποία δεν προβλέπεται, στις πρόνοιες της Δ.48, συγκεκριμένος τρόπος υποβολής αίτησης στη βάση αυτής, δεν τίθεται ζήτημα καταχώρησης γραπτής αίτησης για την προώθηση του αιτήματος του Ενάγοντα για θεραπεία της παρατυπίας, εφόσον τούτο μπορεί να υποβληθεί και προφορικά. Με δεδομένο δε ότι τούτο έχει υποβληθεί, εκ μέρους του, μέσω της Ένστασης και της γραπτής του αγόρευσης, στην παρούσα, είναι ωσάν να έχει υποβληθεί προφορικώς ενώπιον του Δικαστηρίου και, ως εκ τούτου, θα πρέπει να εξεταστεί.

 

Η Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, προνοεί ότι η μη συμμόρφωση με τα προβλεπόμενα από τους Θεσμούς, αναφορικά, μεταξύ άλλων, με το χρόνο, τόπο και τρόπο, κατά την έναρξη ή φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία, η οποία δεν καθιστά άκυρη τη διαδικασία και/ή οποιοδήποτε διάβημα στη διαδικασία[4]. Επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα θεραπεύσει την παρατυπία (Κηθ ο Κατωκοπίτης Λτδ v. Στέλλας Κωνσταντίνου, Πολιτική Έφεση Ε181/2016, ημερ. 22.9.2023).

 

Η υπόθεση Dasaki  Entertainment  Co  Ltd  v.  Ιερού Ναού Παναγίας Χρυσελεούσης Στροβόλου (Aρ. 2) (2009) 1(Α) Α.Α.Δ 356, περιέχει χρήσιμη ανάλυση για τον σκοπό και τον τρόπο εφαρμογής της Δ.64, στο ακόλουθο απόσπασμα:

 

«Ο σκοπός της νέας Δ.64 είναι η κατάργηση της διάκρισης μεταξύ άκυρου και αντικανονικού μέτρου, εξισώνοντας έτσι κάθε μορφή παρέκκλισης από τους θεσμούς με αντικανονικότητα δυνάμενη να θεραπευθεί. Το θέμα παραμένει στη διακριτική ευχέρεια του δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων, Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 Α.Α.Δ. 255, Panayiotis Georghiou (Catering) Ltd. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1996) 3 A.A.Δ.323 (απόφαση 11 από 13 Δικαστές), Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 167, Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά. (1996) 3 Α.Α.Δ. 149, Wunderlich κ.ά. v. Παναγιώτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 366 και Μιχαήλ v. Ττουνιά (2004) 1 Α.Α.Δ. 113).

 

Στην προαναφερθείσα υπόθεση Καλιά κ.ά. v. Δημοκρατίας κ.ά., σελ. 151-152 διαβάζουμε τα εξής:

 

«Με την κατάργηση της Δ.64 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών και την αντικατάστασή της με τη Δ.64 του περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικού) Διαδικαστικού Κανονισμού του 1995, που δημοσιεύτηκε στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας στις 24.2.95, η διάκριση μεταξύ άκυρης και παράτυπης διαδικασίας καταργήθηκε και η μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή την φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε οποιοδήποτε στάδιο οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία. Πέραν αυτού, με τη νέα Δ.64, παρέχεται η διακριτική ευχέρεια στο Δικαστήριο διάσωσης της παράτυπης διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση. Κατά συνέπεια θέση ότι μια έφεση είναι θνησιγενής όταν κανένας από τους λόγους της δεν είναι αιτιολογημένος και επομένως δεν είναι έγκυρη, καταργήθηκε με την τροποποίηση της Δ.64, αλλά η οποιαδήποτε παρατυπία θα πρέπει να θεραπεύεται.

 

Η θεραπεία αυτή επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου η οποία θα πρέπει να ασκείται με φειδώ και η οποιαδήποτε παρέκκλιση από τους Θεσμούς θα πρέπει να αντιμετωπίζεται έγκαιρα. Όσο μεγαλύτερη είναι η καθυστέρηση στη λήψη διορθωτικών μέτρων, τόσο μεγαλύτερο είναι το βάρος που αναλαμβάνει ο αιτητής να πείσει το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς όφελός του. (Βλ., μεταξύ άλλων, Λοΐζου v. Χαραλάμπους άλλως Καρούσος και Άλλοι (1996) 1 Α.Α.Δ. 167, Κυπριακή Δημοκρατία v. Lion Insurance Agency Ltd (1995) 3 Α.Α.Δ. 338, Γιαννή v. Αναπληρωτή Εφόρου Μηχανοκινήτων Οχημάτων κ.ά. (1995) 3 Α.Α.Δ. 334 και Θαλασσινός v. Δημοκρατίας (Αρ. 1) (1995) 3 Α.Α.Δ. 255).»

 

Είναι λοιπόν φανερό ότι σε περιπτώσεις που πριν την τροποποίηση της Δ.64 το δικαστήριο, με βάση τη νομολογία που ίσχυε τότε, ήταν υπόχρεο να καταλήξει ότι κάποια παράλειψη συμμόρφωσης με τους θεσμούς οδηγούσε σε ακυρότητα, με τη νέα Δ.64 έχει διακριτική εξουσία να θεωρήσει την μη συμμόρφωση ως απλή παρατυπία, που δεν οδηγεί κατ' ανάγκη σε ακυρότητα».

 

Όπως αναφέρθηκε στην Πέτριχου ν. Χ’’Ιωσήφ (1998) 1 Α.Α.Δ. 81, η νέα Δ.64 δεν αποτελεί πανάκεια στη μη συμμόρφωση με τους κανονισμούς. Δεν έχει σκοπό δηλαδή να τους καταργήσει. Οι κανονισμοί πρέπει να τηρούνται. Η Δ.64 δημιουργεί ένα ένδικο μέσο, το οποίο μπορεί να χρησιμοποιήσει ο αιτών για να θεραπεύσει παρατυπίες στη διαδικασία, εφόσον αυτές είναι θεραπεύσιμες. Επομένως, εκεί που εγείρεται ζήτημα ενώπιον του Δικαστηρίου για μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, το Δικαστήριο μπορεί να ασκήσει τη διακριτική ευχέρεια που του παρέχεται από τη Δ.64 και είτε να το παραμερίσει, είτε να θεωρήσει τη μη συμμόρφωση θεραπεύσιμη και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, όπως κρίνει δίκαιο και πρέπον αναφορικά με τη διαδικασία, για διόρθωση ή άρση της παρατυπίας. Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το Δικαστήριο κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64, είναι ο δυσμενής επηρεασμός της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας (βλ. μεταξύ άλλων Φαλέκκος Γιώργος ν. Κυριάκου Χριστοφίδη (2013) 1 ΑΑΔ 2534). Ωστόσο, η Δ.64 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο Δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη. Οι πιο πάνω αρχές που διέπουν το ζήτημα επαναλαμβάνονται στην Πολιτική Έφεση αρ. 177/2011, Ανδρέας Γεωργιάδης και Υιός Λτδ v. Alpha Bank Cyprus Ltd, ημερ. 15.5.2017.

 

Η νομολογία καθιέρωσε κριτήρια για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου με προεξάρχον το ότι η άσκηση της διακριτικής ευχέρειας υπέρ της άρσης της παρατυπίας, δεν θα οδηγούσε σε πασιφανή αδικία της άλλης πλευράς. Στην υπόθεση Wunderlich κ.ά. ν Παναγιώτου (ανωτέρω), το Εφετείο υιοθέτησε τα όσα αναφέρθηκαν στην Αγγλική υπόθεση Metroinvest Ansalt a.ο. v. Commercial Union [1985] 1 WLR 513, στην οποία ερμηνεύθηκε η νέα Αγγλική Δ.2, αντίστοιχη της δικής μας νέας Δ.64. Εκεί ειπώθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:

 

«1. Όπου διαπιστώνεται παρατυπία λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με τους Θεσμούς το παράτυπο μέτρο ή έγγραφο παραμένει παράτυπο inter partes μέχρις ότου το ζήτημα εξεταστεί από το δικαστήριο δυνάμει της νέας Δ.64 θ.2.

 

2.    Επιβάλλεται η εξέταση του ζητήματος της παρατυπίας από το δικαστήριο έστω και αν τέτοιο ζήτημα δεν είχε εγερθεί από τους διάδικους.

 

3.    Η παραίτηση της άλλης πλευράς, με τρόπο ρητό ή εξυπακουόμενο, από το δικαίωμα που της παρέχεται λόγω της παρατυπίας αποτελεί καλό λόγο για να γίνει αποδεκτή η παρατυπία.

 

4.    Ένας από τους κύριους λόγους που λαμβάνονται υπόψη από το δικαστήριο στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας δυνάμει της Δ.64 θ.2 είναι ο δυσμενής επηρεασμός (prejudice) της άλλης πλευράς λόγω της συγκεκριμένης παρατυπίας. Ωστόσο η νέα Δ.64 θ.2 είναι διατυπωμένη με τρόπο που να παρέχει στο δικαστήριο την ευρύτερη δυνατή εξουσία για να απονέμει δικαιοσύνη.

 

5.    Στην άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας το δικαστήριο μπορεί να παραμερίσει πλήρως ή μερικώς τη διαδικασία στην οποία έχει σημειωθεί η παρατυπία ή να εκδώσει τέτοιο διάταγμα αναφορικά με τη διαδικασία γενικά όπως κρίνει πρέπον».

 

Στρεφόμενη τώρα στα όσα αφορούν την παρούσα υπόθεση και εφαρμόζοντας τις πιο πάνω νομολογιακές αρχές, παρατηρώ τα εξής. Στην προκειμένη περίπτωση, είναι εμφανές ότι υπάρχει αναντίλεκτη καθυστέρηση στην καταχώρηση του επίδικου δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση από πλευράς του Ενάγοντα. Η εν λόγω όμως καθυστέρηση από πλευράς του, στη βάση των όσων η πλευρά του αναφέρει, στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Ένστασή του στην υπό κρίση Αίτηση, επήλθε, ουσιαστικά, λόγω των διαφόρων ενδιάμεσων διαδικασιών που εκκρεμούσαν στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, κάποιες εκ των οποίων ακόμη εκκρεμούν, και όχι λόγω έλλειψης ενδιαφέροντος στην προώθηση της υπόθεσής του. Επίσης, σημειώνω εδώ ότι, η πλευρά των Εναγομένων ουδεμία μαρτυρία έχει παραθέσει, μέσω της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτησή τους, που να εγείρει, πόσω μάλλον δε να αποδεικνύει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, ότι τα δικαιώματά τους θα επηρεαστούν δυσμενώς από την άσκηση τυχόν δικαστικής κρίσης υπέρ της άρσης της εν λόγω παρατυπίας. Ούτε, βεβαίως, έχουν οι Εναγόμενοι αποκαλύψει επαρκείς λόγους και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν την αναγκαιότητα έκδοσης του αιτούμενου, μέσω της παρούσας Αίτησης, διατάγματος ή ότι θα πληγεί η απονομή της δικαιοσύνης αν το Δικαστήριο, ασκώντας δικαστική κρίση, καταλήξει όπως το εν λόγω επίδικο δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, θεωρηθεί εμπρόθεσμο. Αντιθέτως, κρίνω ότι στις Υπερασπίσεις που καταχωρήθηκαν από πλευράς των Εναγομένων, εγείρονται ζητήματα που χρήζουν απάντησης από πλευράς του Ενάγοντα. Ενόψει όλων των πιο πάνω, δεν βρίσκω κανένα λόγο γιατί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να μην ασκηθεί υπέρ της άρσης της παρατυπίας του εκπρόθεσμου της καταχώρησης του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Τα δικαιώματα των Εναγομένων ουδόλως επηρεάστηκαν ή θα επηρεαστούν δυσμενώς με οποιοδήποτε τρόπο. Αντιθέτως, τώρα θα έχουν τη δυνατότητα, μέσω της ολοκληρωμένης πλέον δικογραφίας της αγωγής, να προσφέρουν μαρτυρία και να αποδείξουν τους ισχυρισμούς που εγείρουν στην Υπεράσπισή τους.

 

Έχοντας κατά νου όλα τα ανωτέρω και λαμβάνοντας υπόψη τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, κρίνω ότι η παράβαση εκ μέρους του Ενάγοντα να καταχωρήσει εμπρόθεσμα το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση, αποτελεί απλή παρατυπία, η οποία, εν προκειμένω, είναι θεραπεύσιμη. Ως εκ τούτου, το συμφέρον της δικαιοσύνης επιτάσσει να ασκήσω τη διακριτική μου ευχέρεια, στη βάση της Δ.64, και να θεραπεύσω την εν λόγω παρατυπία και εκδίδω σχετικό διάταγμα προς τούτο. 

 

Κατάληξη

 

Ως εκ των ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.

 

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα, κρίνω, εν προκειμένω, ότι δεν θα πρέπει να ακολουθηθεί ο γενικός κανόνας που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα. Και τούτο διότι, ναι μεν η υπό κρίση Αίτηση αποτυγχάνει, αλλά, από την άλλη, γενεσιουργός αιτία των εξόδων αυτής (της υπό κρίση Αίτησης) ήταν η παράλειψη του Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση να καταχωρήσει εμπρόθεσμα το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Κρίνω, επομένως, δίκαιο, όπως, εν προκειμένω, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικαστούν και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων – Αιτητών και εναντίον του Ενάγοντα – Καθ’ ου η Αίτηση.

 

 

(Υπογρ.)………………….

Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Και δη αφότου παρήλθε η προθεσμία των 7 ημερών που προνοεί η Δ.21 θ. 14.

[2] Βλ. ηλεκτρονική επικοινωνία στο σύστημα i-justice, ημερ. 3.7.2024, από τον συνήγορο των Εναγομένων.

[3] Βλ. ηλεκτρονική επικοινωνία του συνηγόρου του Ενάγοντα ημερ. 4.7.2024, στο οποίο αναφέρει, μεταξύ άλλων, τα εξής: «[…] Όσων αφορά την καταχώρηση από πλευράς του Ενάγοντα, Αίτησης ημερομηνίας 19/04/2024 για έκδοση οδηγιών από το Δικαστήριο για την αγωγή, σύμφωνα με το Παράρτημα τύπος 25 που την συνοδεύει και της απαντητικής στην υπεράσπιση, παραλείποντας να ζητήσουμε την άδεια του Δικαστηρίου απολογούμαστε και Αιτούμαστε να μας δοθεί η Άδεια του Σεβαστού σας Δικαστηρίου για την καταχώρηση τους αν το κρίνει σκόπιμο ότι χρειάζεται τέτοια άδεια, λαμβάνοντας υπόψη ότι έχουν καταχωρηθεί λίγες μέρες μετά την λήξη του χρόνου και λαμβάνοντας υπόψη ότι άδειες παράταση του χρόνου καταχώρησης δικογράφων δίνονται από τα δικαστήρια και με προφορικό Αίτημα και δεν απορρίπτετε καμία Αγωγή για τέτοιους λόγους». (οποιαδήποτε γραμματικά και/ή λεκτικά λάθη, καταγράφονται αυτούσια).

[4] Η Δ.64 προβλέπει τα εξής:

«(1) H μη συμμόρφωση, λόγω οποιασδήποτε πράξεως ή παραλείψεως, με τα προβλεπόμενα από τους παρόντες Κανονισμούς, αναφορικά με χρόνο, τόπο, τρόπο, τύπο, περιεχόμενο ή οτιδήποτε άλλο κατά την έναρξη ή τη φερόμενη έναρξη οποιασδήποτε διαδικασίας, ή σε σχέση με αυτή, θα θεωρείται παρατυπία και δε θα καθιστά άκυρη τη διαδικασία, οποιοδήποτε βήμα στη διαδικασία, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή.

(2) Τηρουμένης της παραγράφου (3), το Δικαστήριο δύναται, εφόσο διαπιστώσει τέτοια μη συμμόρφωση με τους Κανονισμούς, όπως προβλέπεται στην παράγραφο (1), και υπό τέτοιους όρους ως προς τα έξοδα ή άλλως, όπως κρίνει δίκαιο, να παραμερίσει εξ ολοκλήρου ή εν μέρει τη διαδικασία στην οποία επεσυνέβη η μη συμμόρφωση, οποιοδήποτε βήμα έγινε στη διαδικασία εκείνη, ή οποιοδήποτε έγγραφο, απόφαση ή διάταγμα σε αυτή, ή ασκώντας τις εξουσίες που του παρέχουν οι παρόντες Κανονισμοί, να επιτρέψει τέτοιες τροποποιήσεις, εάν χρειάζονται, και να εκδώσει τέτοιο διάταγμα, εάν χρειάζεται, αναφορικά με τη διαδικασία γενικά, όπως κρίνει πρέπον».

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο