A. Papayiannis Constructions Ltd ν. Αντρέας Πιτζολής, Αγωγή αρ. 6179/15, 29/1/2026
print
Τίτλος:
A. Papayiannis Constructions Ltd ν. Αντρέας Πιτζολής, Αγωγή αρ. 6179/15, 29/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ. Ηλία, Ε.Δ.

Αγωγή αρ. 6179/15

Μεταξύ:-

A.   Papayiannis Constructions Ltd

Ενάγουσα / Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη

 

-και-

 

Αντρέας Πιτζολής

Εναγόμενος / Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγων

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Ημερομηνία: 29 Ιανουαρίου 2026

Για Ενάγουσα / Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη: κ. Α. Αρτεμίου για Αρτεμίου, Πιερή & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο / Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα: κ. Χ. Νεοφύτου για Νεοφύτου & Νεοφύτου Δ.Ε.Π.Ε.

 

Με την ως άνω αγωγή, η Ενάγουσα αξιώνει το ποσό των €4,500, πλέον τόκο, βάσει συμφωνίας για ανέγερση κατοικίας, την οποία συνήψε με τον Εναγόμενο.

 

Με την ανταπαίτηση του, ο Εναγόμενος αξιώνει τα ακόλουθα:

-       €24,000 ως αποζημιώσεις για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου,

-       €10,517.30 ως ειδικές αποζημιώσεις για επιδιορθώσεις ένεκα ζημιών και/ή κακοτεχνιών και/ή ελαττωματικών εργασιών,

-       €1,360 ως ειδικές αποζημιώσεις για αγορά υλικών,

-       €300 ως ειδικές αποζημιώσεις για αποφράξεις φρεατίων,

-       €595 ως έξοδα για την ετοιμασία έκθεσης πραγματογνωμοσύνης, και

-       αποζημιώσεις και/ή τιμωρητικές αποζημιώσεις για παράβαση συμφωνίας.

 

Πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, δηλώθηκαν ως παραδεκτά τα ακόλουθα:

 

«Το ποσό των €4,500, πλέον νόμιμο τόκο από 1/8/2013 μέχρι εξοφλήσεως, αποτελεί καθορισθέν από τον αρχιτέκτονα του επίδικου έργου ποσό κράτησης με βάση τη συμφωνία ανέγερσης της επίδικης κατοικίας. Το ποσό αυτό υπόκειται σε συμψηφισμό με τυχόν ποσό που θα επιδικαστεί υπέρ του Εναγομένου στο πλαίσιο της ανταπαίτησης του και εναντίον της Ενάγουσας. Σε περίπτωση που ο Εναγόμενος αποτύχει να αποδείξει την ανταπαίτηση του για οποιοδήποτε ποσό, τότε το εν λόγω ποσό θα οφείλει να το καταβάλει στην Ενάγουσα.».

 

Ακολούθως, δηλώθηκε από την Ενάγουσα ότι δεν θα προσέφερε μαρτυρία για σκοπούς της απαίτησης και προς εκδίκαση παρέμεινε μόνο η ανταπαίτηση.

 

Τα πιο κάτω αποτελούν κοινώς παραδεκτό υπόβαθρο, τόσο στη βάση των δικογράφων όσο και της προσκομισθείσας μαρτυρίας, σε σχέση με τα οποία προβαίνω σε συναφή ευρήματα:

 

Η Ενάγουσα/Εξ ανταπαιτήσεως Εναγόμενη εταιρεία (εφεξής «η Ενάγουσα») ασχολείται με την εργολαβία οικοδομών και στις 28/11/2010 συνήψε με τον Εναγόμενο/Εξ ανταπαιτήσεως Ενάγοντα (εφεξής «ο Εναγόμενος») συμφωνία για την ανέγερση οικίας (Τεκμήριο 10) (εφεξής «η Συμφωνία). Δυνάμει της Συμφωνίας, η Ενάγουσα εκτέλεσε οικοδομικές εργασίες για τις οποίες εκδόθηκαν από τον αρχιτέκτονα του έργου διάφορα διατακτικά πληρωμής, τα οποία εξοφλήθηκαν από τον Εναγόμενο (Τεκμήριο 2). Στις 6/8/2012 ο αρχιτέκτονας εξέδωσε το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, και καθόρισε ως ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών την 1/8/2012. Καθόρισε, επίσης, ως ημερομηνία λήξης της περιόδου ευθύνης της Ενάγουσας για τυχόν ελαττώματα την 1/8/2013. Κατά την ίδια ημερομηνία, εξέδωσε, επίσης, το όγδοο διατακτικό πληρωμής και καθόρισε ως ποσό κράτησης το ποσό των €4,500 (μέρος Τεκμηρίου 2). Ο Εναγόμενος εξόφλησε το εν λόγω διατακτικό εξαιρουμένου του ποσού κράτησης.

 

Σύμφωνα με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του Εναγόμενου στην Ανταπαίτηση, η απαίτηση του εδράζεται σε δύο πυλώνες: αφενός, στην καθυστέρηση εξ υπαιτιότητας της Ενάγουσας για την ολοκλήρωση και παράδοση του έργου, και, αφετέρου, στα ελαττώματα και/ή κακοτεχνίες κατά την κατασκευή του έργου.

 

Σε ό,τι αφορά την καθυστέρηση, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι με βάση τη Συμφωνία η Ενάγουσα όφειλε να παραδώσει το έργο στις 29/11/2011, πλην, όμως, οι εργασίες συμπληρώθηκαν, σύμφωνα με τον αρχιτέκτονα, την 1/8/2012. Ο Εναγόμενος θεωρεί την καθυστέρηση αδικαιολόγητη και αποκλειστικά υπεύθυνη την Ενάγουσα.

 

Σε ό,τι αφορά τις κακοτεχνίες, λεπτομέρειες των οποίων δικογραφούνται, ο Εναγόμενος ισχυρίζεται ότι η Ενάγουσα δεν επέδειξε την δέουσα προσοχή και ότι αγνόησε τις υποδείξεις, επισημάνσεις, παρατηρήσεις και οδηγίες του αρχιτέκτονα με αποτέλεσμα να προκληθούν κακοτεχνίες, οι οποίες δεν επιδιορθώθηκαν, και ζημιές. Γίνεται αναφορά στη σχετική αλληλογραφία μεταξύ του αρχιτέκτονα και της Ενάγουσας και προβάλλεται ότι αν και η Ενάγουσα συμφώνησε να επιδιορθώσει τις κακοτεχνίες, δεν το έπραξε.

 

Η Ενάγουσα με την Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση αρνείται και απορρίπτει τις αξιώσεις και τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου.

 

Σε σχέση με την καθυστέρηση, ισχυρίζεται ότι ο τελικός χρόνος παράδοσης του έργου καθορίστηκε από παράγοντες που δεν αφορούσαν την ίδια, οι οποίοι μεταξύ άλλων αφορούσαν υπεργολάβους που διορίστηκαν από τον Εναγόμενο καθώς και τροποποιήσεις στην τελική μορφή του παραδοτέου έργου και/ή αρχιτεκτονικές οδηγίες. Προβάλλεται, επίσης, ότι η όποια καθυστέρηση λήφθηκε υπόψη κατά την έγκριση των διατακτικών πληρωμής και/ή της παράτασης του χρόνου, ότι η πρόοδος εκτέλεσης των εργασιών και/ή ο χρόνος παράδοσης του έργου ήταν πάντοτε της λογικής ικανοποίησης των μηχανικών του έργου και/ή του Εναγόμενου και ότι ο Εναγόμενος δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά.

 

Σε σχέση με τις κακοτεχνίες, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες έγιναν επιμελώς και σύμφωνα με τους όρους της Συμφωνίας και/ή τις αρχιτεκτονικές οδηγίες και ήταν πάντοτε της λογικής ικανοποίησης των μηχανικών του έργου και/ή του Εναγόμενου. Προβάλλει, περαιτέρω, ότι το ισχυριζόμενο κόστος επιδιόρθωσης είναι υπερβολικό καθώς και ότι όλες και/ή μερικές από τις ισχυριζόμενες κακοτεχνίες και/ή ελαττώματα έγιναν και/ή επιδεινώθηκαν λόγω των πράξεων και/ή παραλείψεων του Εναγόμενου, ο οποίος δεν έπραξε οτιδήποτε για περιορισμό της ισχυριζόμενης ζημιάς του. Σε ό,τι αφορά τις επιστολές και/ή προσφορές της Ενάγουσας, προβάλλεται ότι έγιναν με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της και/ή στο πλαίσιο διαπραγματεύσεων για εξώδικη διευθέτηση της διαφοράς. Τέλος, προβάλλεται ότι οι απαιτήσεις του Εναγόμενου έγιναν μετά το πέρας του εύλογου και/ή συμβατικού χρόνου εντός του οποίου δικαιούνταν ο Εναγόμενος να εγείρει τέτοιες απαιτήσεις και/ή μετά την έκδοση πιστοποιητικού έμπρακτης συμπλήρωσης εργασιών και/ή τη λήξη της συμβατικά προνοούμενης περιόδου ευθύνης του εργολάβου για τα ελαττώματα.

 

Με την Απάντηση στην Υπεράσπιση, ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και εμμένει στις θέσεις του. Προβάλλει ότι η Ενάγουσα αγνόησε οδηγίες του αρχιτέκτονα για άμεση αποπεράτωση και/ή διορθωτικές εργασίες και ότι ο χρόνος παράδοσης εμπράκτως καθορίστηκε σε μεταγενέστερο χρόνο λόγω των πράξεων και/ή παραλείψεων της Εναγομένης ενώ ισχυρίζεται ότι οποιαδήποτε άλλα πρόσωπα εργοδοτήθηκαν από τον Εναγόμενο δεν ανέλαβαν εργασίες που σχετίζονταν με τις εργασίες της Ενάγουσας. Περαιτέρω, προβάλλεται ότι οι οποιεσδήποτε απαιτήσεις έγιναν εντός του συμβατικού χρόνου και πριν τη λήξη της περιόδου ευθύνης του εργολάβου για ελαττώματα.

 

Προς απόδειξη των ισχυρισμών του Εναγόμενου κατέθεσε ο ίδιος (ΜΕΑ1), ο [.] (ΜΕΑ2) και ο [.] (ΜΕΑ3). Από μέρους της Ενάγουσας, κατέθεσε η [.] (ΜΥΑ).

 

Σύνοψη μαρτυρίας

 

Ο Εναγόμενος, ΜΕΑ1, στο Έγγραφο Α’, το οποίο αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, επανέλαβε τους δικογραφημένους ισχυρισμούς του ως συνοψίζονται πιο πάνω και κατέθεσε σχετικά έγγραφα.

 

Κατά την αντεξέταση του, ερωτήθηκε σε σχέση με έκαστο ισχυρισμό που προέβαλε στο Έγγραφο Α’ αναφέροντας άλλοτε την πηγή της γνώσης του και άλλοτε τις θέσεις του.

 

Ο ΜΕΑ2, αρχιτέκτονας μηχανικός, στον οποίο, ως ο ίδιος ανέφερε, ανατέθηκε από τον Εναγόμενο η αρχιτεκτονική μελέτη και επίβλεψη της επίδικης οικίας, στο Έγγραφο Β’, το οποίο αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στις κακοτεχνίες που εντόπισε κατά τη διάρκεια των εργασιών (Τεκμήριο 12) και τις καθυστερήσεις, στην ενημέρωση της Ενάγουσας από τον ίδιο για τα προβλήματα που είχαν παρουσιαστεί κατά την Περίοδο Ευθύνης Ελαττωμάτων (Τεκμήριο 13), στις μετέπειτα επιστολές του προς την Ενάγουσα, στη συμφωνία της Ενάγουσας να προβεί σε επιδιορθώσεις καθώς και στην αλληλογραφία του με το ΕΤΕΚ (Τεκμήρια 23 έως 25). Ανέφερε ότι κατά την 1/8/2013 τα ελαττώματα ήταν ως αναφέρονται στην επιστολή, Τεκμήριο 13, με επιπλέον θέμα την στεγάνωση της οροφής και επεσήμανε ότι εύλογο χρονικό διάστημα για την επιδιόρθωση τους θεωρείται η περίοδος 2-3 βδομάδων.

 

Αντεξετάστηκε σε σχέση με την αποστολή της επιστολής, Τεκμήριο 13, προς την Ενάγουσα διαφωνώντας με τη θέση ότι δεν της στάλθηκε ποτέ. Αντεξετάστηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τις επιστολές του αναφορικά με τις κακοτεχνίες και τις καθυστερήσεις, το συμπέρασμα του ότι υπεύθυνη για τις κακοτεχνίες και τις καθυστερήσεις ήταν η Ενάγουσα, την κατ’ ισχυρισμό παραδοχή της Ενάγουσας σε σχέση με την ευθύνη της και τη διαδικασία στο ΕΤΕΚ. Αναφέρθηκε στα προβλήματα που καταγράφονται στην επιστολή, ημ. 12/11/2014, Τεκμήριο 14, και δεν περιλαμβάνονται στην επιστολή, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13, και αντεξετάστηκε σε σχέση με την παράλειψη του να ενεργήσει από τις 13/3/2013 (Τεκμήριο 13) μέχρι τις 12/11/2014 (Τεκμήριο 14), στη βάση του ότι ο ίδιος καθόρισε ως εύλογο χρόνο επιδιόρθωσης των όσων αναφέρονται στο Τεκμήριο 13 τις 2-3 βδομάδες. Αντεξετάστηκε, τέλος, σε σχέση με τις κακοτεχνίες σε συνάρτηση με την έκδοση πιστοποιητικών και δη του τελικού πιστοποιητικού και τη μεγιστοποίηση των ζημιών λόγω του χρόνου που παρήλθε μέχρι την επιδιόρθωση τους.

 

Ο ΜΕΑ3, πολιτικός μηχανικός, στο Έγγραφο Γ’, το οποίο αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης του, αναφέρθηκε στην επίσκεψη του στην οικία του Εναγόμενου στις 20/1/2016 και στις διαπιστώσεις του σε σχέση με τις κακοτεχνίες που εντόπισε στην τοποθέτηση του υποστρώματος στις βεράντες του ορόφου, στην τοποθέτηση των εξωτερικών πατωμάτων (κεραμικών), στην αποκόλληση της πέτρας από την ψησταριά και στη στεγάνωση της οροφής υιοθετώντας την έκθεση του, Τεκμήριο 6. Ερωτήθηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τα συμπεράσματα του και την κοστολόγηση των εργασιών επιδιόρθωσης.

 

Αντεξετάστηκε σε σχέση με τις οδηγίες, τις πληροφορίες και τα έγγραφα που έλαβε από την πλευρά του Εναγόμενου για την ετοιμασία της έκθεσης του λέγοντας ότι τα συμπεράσματα του στηρίχθηκαν στα έγγραφα που έλαβε και την οπτική επιθεώρηση της οικίας. Αντεξετάστηκε, επίσης, σε σχέση με το συμπέρασμα του ότι για τις ρύσεις ευθύνεται η Ενάγουσα σε συνάρτηση με τα σχέδια, τις τεχνικές προδιαγραφές και τις αρχιτεκτονικές οδηγίες, το συμπέρασμα του για ευθύνη της Ενάγουσας σε σχέση με τις καθυστερήσεις σε συνάρτηση με την τροποποιημένη άδεια οικοδομής, Τεκμήριο 22, την κοστολόγηση των εργασιών επιδιόρθωσης, την επιδείνωση της κατάστασης λόγω της μη επιδιόρθωσης των κακοτεχνιών το 2013 και την επιδιόρθωση τους από άλλο εργολάβο πριν την επίσκεψη του.

 

Κατά την επανεξέταση ερωτήθηκε σε σχέση με τη λειτουργία της μόνωσης και την εμφάνιση της υγρασίας.

 

Η ΜΥΑ, υπεύθυνη του αρχείου της Ενάγουσας, στο Έγγραφο Δ’, το οποίο αποτέλεσε μέρος της κυρίως εξέτασης της, ανέφερε ότι έχει απεριόριστη πρόσβαση στα γραφεία και το αρχείο της Ενάγουσας και ότι τόσο τον Ιανουάριο 2025 όσο και τον Μάρτιο 2025 ερεύνησε όλο το φυσικό και ηλεκτρονικό αρχείο της Ενάγουσας καθώς και ηλεκτρονική διεύθυνση που καταγράφεται χωρίς να εντοπίσει την επιστολή, Τεκμήριο 13.

 

Κατά την αντεξέταση της επιβεβαίωσε ότι δεν έφερε ολόκληρο το αρχείο στο Δικαστήριο και ανέφερε ότι, εκτός από την ίδια, πρόσβαση στο αρχείο έχει και μια γραμματέας, η οποία, όμως, δεν είναι εξουσιοδοτημένη να βλέπει τα αρχεία και η πρόσβαση της είναι μερική. Ερωτήθηκε, περαιτέρω, σε σχέση με τη δυνατότητα της να σβήσει οτιδήποτε από το αρχείο, λέγοντας ότι θα μπορούσε αλλά δεν το έπραξε, και διαφώνησε με τη θέση ότι η μαρτυρία της ήταν κατασκευασμένη. Αντεξετάστηκε, τέλος, σε σχέση με την πολιτική επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων της Ενάγουσας.

 

Η ακροαματική διαδικασία ολοκληρώθηκε με τις γραπτές αγορεύσεις των ευπαιδεύτων συνηγόρων, οι οποίες έχουν μελετηθεί και δεν κρίνεται σκόπιμη η λεπτομερής αναφορά σε αυτές, πέραν του αναγκαίου κατωτέρω.

 

 

 

Αρχές αξιολόγησης μαρτυρίας

 

Σκοπός της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι η εξαγωγή διαπιστώσεων αναφορικά με τα αμφισβητούμενα πραγματικά γεγονότα (δέστε Wynne v Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138). Προς τούτο, μέσα στο πλαίσιο της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης είχα την ευκαιρία να παρακολουθήσω με κάθε δυνατή προσοχή τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως ενώπιον μου. Όπως λέχθηκε στην C&A Pelecanos Associates Limited v Πελεκάνου (1999) 1 ΑΑΔ 1273, «η αξιολόγηση προφορικής μαρτυρίας είναι άρρηκτα συνυφασμένη με την αξιοπιστία του μάρτυρα.  Η εντύπωση που αφήνει στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας.  Ο τελευταίος είναι όρος πολυσήμαντος.  Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, οι αντιδράσεις του, κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες, ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητα του, ή η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των σημείων που μόνο ο πρωτόδικος δικαστής που τον είδε και τον άκουσε μπορεί να παρατηρήσει.  Και στη συνέχεια να τα χρησιμοποιήσει υπό το πρίσμα της πείρας που διαθέτει και της γνώσης του της ανθρώπινης φύσης για να εκτελέσει το πιο σημαντικό και δυσκολότερο ίσως καθήκον του, την εύρεση της αλήθειας.». Κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη σειρά παραγόντων, οι οποίοι, μεταξύ άλλων, αφορούν στην σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων, την ύπαρξη υπερβολών και ουσιαστικών αντιφάσεων, τη λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, την ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης, τη μνήμη και τους λόγους που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν. Πέραν τούτου, με βάση τις καλά καθιερωμένες αρχές της νομολογίας, η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα θα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της, συγκρινόμενη με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου ν Δημοκρατίας (2001) 2 ΑΑΔ 506). Όπως λέχθηκε στην Στυλιανίδης ν Χατζηπιέρα (1992) 1 ΑΑΔ 1056, «η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται μόνο στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του καθενός μάρτυρα ξεχωριστά. Είναι επιθυμητό η μαρτυρία να συσχετίζεται, να αντιπαραβάλλεται και να διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων, προσέγγιση η οποία επαυξάνει το κύρος των ευρημάτων του δικαστηρίου και ενισχύει την πίστη του κοινού στη δικαστική αποστολή.» (δέστε, επίσης, Ναούμ ν Chris Cash & Carry Ltd, Πολ. Εφ. Αρ. 291/2013, ημερομηνίας 20/7/2021, ECLI:CY:AD:2021:A321)

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με την πάγια αρχή της νομολογίας, το Δικαστήριο «έχει διακριτική ευχέρεια να δεχθεί τη μαρτυρία ενός μάρτυρα, είτε στο σύνολο της είτε εν μέρει. Η ευχέρεια όμως αυτή δεν είναι ανεξέλεγκτη ούτε και είναι απόλυτη. Υπόκειται σε συγκεκριμένο περιορισμό. Υπόκειται στον περιορισμό της αιτιολόγησης της σχετικής από το Δικαστήριο προσέγγισης του.» (Λαζάρου κ.α. ν Δημοκρατίας (2010) 2 ΑΑΔ 633) (δέστε, επίσης, Mustafa v Κακούρη κ.α. (2002) 1 ΑΑΔ 165, Χρίστου ν Khoreva (2002) 1 ΑΑΔ 454). Στην πρόσφατη απόφαση Παυλίδης ν Συμβουλίου Υδατοπρομήθειας Λάρνακας, Πολ. Εφ. Αρ. 33/2015, ημερομηνίας 1/11/2023 λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Εν πρώτοις είναι νομολογημένο ότι ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Αγαπίου ν. Παναγιώτου (1988) 1 Α.Α.Δ. 263, Γενικός Εισαγγελέας ν. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207) και δεν είναι επιλήψιμο, μέρος μαρτυρίας να γίνεται αποδεκτό ενώ άλλο να απορρίπτεται. Τούτο, όμως, είναι δυνατό εφόσον προηγηθεί η αξιολόγηση της μαρτυρίας του (Χριστοφή ν. Γρηγορίου (2015) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 2154) και όταν μέσα από μια αξιόπιστη μαρτυρία προσφέρονται στοιχεία τα οποία κρίνονται μη αξιόπιστα και τα οποία δεν αντικρούουν την αξιόπιστη μαρτυρία.».

 

Ανάλυση και αξιολόγηση μαρτυρίας

 

Μεγάλο μέρος της μαρτυρίας του Εναγόμενου διαπιστώνεται να συνιστά ένα συνονθύλευμα πληροφοριών και απόψεων που εξέφρασαν ο ΜΕΑ3 και, ιδιαίτερα, ο ΜΕΑ2, μεταφέροντας τις ως ο ίδιος τις αντιλήφθηκε. Σε αρκετές περιπτώσει κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος παρέπεμπε ιδιαίτερα στον ΜΕΑ2, πλην, όμως, σε αρκετά σημεία δεν επιβεβαιώθηκε. Πέραν της παράθεσης της ανταλλαχθείσας αλληλογραφία μεταξύ του ΜΕΑ2 και της Ενάγουσας, στην οποία καταγράφονται τα όσα εξελίχθηκαν τόσο κατά τη διάρκεια διεξαγωγής των εργασιών όσο και κατά την μετέπειτα περίοδο, δεν διαπιστώνεται ο ίδιος ο Εναγόμενος να είχε οποιαδήποτε περαιτέρω προσωπική γνώση η οποία θα ήταν βοηθητική προς επίλυση των επίδικων ζητημάτων που αφορούν στην ευθύνη της Ενάγουσας. Οι δε ζημιές που προέκυψαν μετά την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και την παραλαβή του έργου καταγράφηκαν τόσο από τον ΜΕΑ2 όσο και από τον ΜΕΑ3, οι οποίοι κατέθεσαν και επί της αιτίας που κατ’ ισχυρισμό τους τις προκάλεσε, χωρίς η μαρτυρία του Εναγόμενου να προσθέτει οτιδήποτε ουσιώδες.

 

Ο ΜΕΑ2, ως ανέφερε, ήταν ο αρχιτέκτονας και επιβλέπων μηχανικός του έργου. Ως εκ του ρόλου του, είχε άμεση εμπλοκή στην διαπίστωση τόσο των ισχυριζόμενων κακοτεχνιών όσο και των ζημιών που προέκυψαν μετά την παραλαβή της οικίας από τον Εναγόμενο, αφού, ως ανέφερε, επιθεωρούσε το έργο και έστελνε επιστολές και οδηγίες στην Ενάγουσα για την επιδιόρθωση τους.

 

Ο ΜΕΑ3, πολιτικός μηχανικός, ενεπλάκη στην υπόθεση εκ των υστέρων, στις 20/1/2016, κατόπιν διορισμού του από τον Εναγόμενο, όταν πλέον η διαφορά πήρε το δρόμο της δικαστικής επίλυσης, μετά, δηλαδή, που η Ενάγουσα απέστειλε δια δικηγόρου την επιστολή, Τεκμήριο 20, απορρίπτοντας τις θέσεις του Εναγόμενου και μετά που ο ΜΕΑ2 αποτάθηκε στο ΕΤΕΚ για διορισμό πραγματογνώμονα, διαδικασία που εν τέλει δεν ολοκληρώθηκε (Τεκμήρια 23 έως και 25). Η μαρτυρία του ΜΕΑ3, ως διαφάνηκε, στηρίχθηκε στις επιστολές του ΜΕΑ2 προς την Ενάγουσα καθώς και σε δική του επιθεώρηση της επίδικης οικίας και σκοπό είχε την έκφραση γνώμης ως προς τις καθυστερήσεις, τις κακοτεχνίες και την κοστολόγηση τους. Η πραγματογνωμοσύνη του ΜΕΑ3 δεν αμφισβητήθηκε ρητά και στη βάση των όσων ανέφερε καθώς και της βεβαίωσης και άδειας άσκησης επαγγέλματος που παρουσίασε, Τεκμήρια 26 και 27, δέχομαι ότι είναι ειδικός στον κλάδο της πολιτικής μηχανικής.

 

Πριν από οτιδήποτε άλλο, θα πρέπει να σημειωθεί ότι το περιεχόμενο της Συμφωνίας, Τεκμήριο 10, δεν αμφισβητήθηκε. Περαιτέρω, η Ενάγουσα, με εξαίρεση την επιστολή, Τεκμήριο 13, δεν αμφισβήτησε την λήψη των λοιπών επιστολών του ΜΕΑ2.

 

Ουσιωδώς, στις 6/8/2012, ο ΜΕΑ2 εξέδωσε το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης των Εργασιών, Τεκμήριο 11, το οποίο ως αναφέρεται επ’ αυτού και προκύπτει και από το ίδιο το τεκμήριο, συνοδεύτηκε από το «τελικό πιστοποιητικό πληρωμής, στο οποίο αναφέρεται το τελικό κόστος της οικοδομής καθώς και το ποσό το οποίο πρέπει να καταβάλει ο Εργοδότης προς τον Εργολάβο.». Με το εν λόγω πιστοποιητικό, ο ΜΕΑ2 καθόρισε, επίσης, το ποσό των €4,500 «ως κρατήσεις» λέγοντας ότι «θα καταβληθεί από τον Εργοδότη προς τον Εργολάβο με τη λήξη της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα η οποία καθορίζεται στο Συμβόλαιο στους 12 μήνες» και κάλυπτε την περίοδο 1/8/2012-1/8/2013. Σημειώθηκε, τέλος, ότι «[σ]ε περίπτωση που θα παρουσιαστούν οποιαδήποτε προβλήματα στο κτίριο κατά την Περίοδο Ευθύνης για Ελαττώματα, θα ισχύσουν οι σχετικές πρόνοιες του Συμβολαίου.».

 

Το επίδικο ζήτημα συνίσταται στο κατά πόσο η Ενάγουσα ευθύνεται για τις ζημιές και τα ελαττώματα που παρουσιάστηκαν μετά την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών και για την καθυστέρηση στην αποπεράτωση του έργου. Σε σχέση με το πρώτο, αν και ο ΜΕΑ3 αναφέρθηκε και σε άλλες λιγότερο σοβαρές κακοτεχνίες, το κυριότερο ζήτημα που απασχόλησε αφορούσε στην μόνωση της οροφής και των βεραντών.

 

Έχοντας υπόψη το σύνολο της μαρτυρίας, τα ουσιώδη αμφισβητούμενα ζητήματα είναι κατά την κρίση μου τα εξής:

(α) κατά πόσο η Ενάγουσα έλαβε την επιστολή, Τεκμήριο 13,

(β) κατά πόσο οι ισχυριζόμενες κακοτεχνίες οφείλονται στην Ενάγουσα, και

(γ) κατά πόσο η Ενάγουσα ευθύνεται για την καθυστέρηση που σημειώθηκε για την αποπεράτωση του έργου.

 

Επιστολή, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13

 

Σύμφωνα με τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από την πλευρά του Εναγομένου, η επιστολή, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13, συνιστούσε την πρώτη γραπτή επικοινωνία μεταξύ του ΜΕΑ2 και της Ενάγουσας μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11. Σύμφωνα με την εν λόγω επιστολή, «έπειτα από επισκέψεις του επιβλέποντα μηχανικού στο…έργο», επισημάνθηκαν πέντε σημεία ως «παρατηρήσεις», οι οποίες, ως αναφέρεται, θα έπρεπε «να ρυθμιστούν σε εύλογο χρονικό διάστημα», όπως και «κάποια προβλήματα εξωτερικής στεγάνωσης του Έργου». Η αποστολή αυτής της επιστολής στην Ενάγουσα αμφισβητήθηκε έντονα και αποτέλεσε, μάλιστα, το μοναδικό ζήτημα για το οποίο η πλευρά της Ενάγουσας προσκόμισε μαρτυρία (ΜΥΑ).

 

Ο ΜΕΑ2 υποστήριξε ότι έστειλε την εν λόγω επιστολή στην Ενάγουσα μέσω του ηλεκτρονικού του ταχυδρομείου με κοινοποίηση στον Εναγόμενο, θέση την οποία προέβαλε και ο Εναγόμενος. Σε αντίθεση με άλλα ηλεκτρονικά μηνύματα του ΜΕΑ2 για τα οποία παρουσιάστηκε και αποδεικτικό αποστολής (Τεκμήρια 3, 19), ουδέν τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε σε σχέση με την επιστολή, Τεκμήριο 13.  Ο Εναγόμενος ρωτήθηκε κατά την αντεξέταση του κατά πόσο είχε το email που του κοινοποιήθηκε από τον ΜΕΑ2 με επισυνημμένο το Τεκμήριο 13 και μετά που διευκρινίστηκε ότι αυτό που αμφισβητούνταν ήταν η αποστολή της εν λόγω επιστολής στην Ενάγουσα, ανέφερε ότι θα το έβρισκε ο ίδιος ο ΜΕΑ2 στο αρχείο του. Ο ΜΕΑ2, όμως, ανέφερε στο Έγγραφο Β’ ότι τα emails που απέστελλε κατά καιρούς στην Ενάγουσα και τον Εναγόμενο διαγράφηκαν από το ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο λόγω της αλλαγής της ηλεκτρονικής του διεύθυνσης μεταξύ 2013-2014 αλλά και από το νέο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο λόγω της παρέλευσης αρκετών ετών. Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι εντόπισε την επιστολή σε έντυπη μορφή μέσα σε ένα απλό φάκελο του γραφείου του, ο οποίος περιλάμβανε διάφορα έγγραφα της οικοδομής πλην, όμως, δεν συνιστούσε τον φάκελο του εργοταξίου.

 

Κατά πρώτον, σε σχέση με τα όσα ανέφερε ο ΜΕΑ2 περί της αδυναμίας του να εντοπίσει αποδεικτικό της αποστολής του Τεκμηρίου 13 στο ηλεκτρονικό του ταχυδρομείο, θα πρέπει να λεχθεί ότι ουδόλως καταδείχθηκε επαρκώς και με συγκεκριμένη μαρτυρία ότι τα δεδομένα του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου δύνανται να διαγραφούν εξαιτίας των όσων αναφέρθηκαν. Πέραν τούτου, ακόμα κι αν ήθελε θεωρηθεί ότι τα σχετικά στοιχεία διαγράφηκαν λόγω της αλλαγής διεύθυνσης, αυτό θα σήμαινε ότι δεν μεταφέρθηκαν στο νέο ταχυδρομείο και άρα δεν θα ήταν λογικό να διαγράφηκαν και από αυτό λόγω παρέλευσης μακρού χρόνου. Αν, δε, δεν έγινε οποιαδήποτε μεταφορά από την παλιά στη νέα διεύθυνση, ουδόλως έγινε οποιαδήποτε αναφορά στο κατά πόσο τα δεδομένα του παλαιότερου ταχυδρομείου ήταν ακόμα διαθέσιμα και κατά πόσο έγινε οποιαδήποτε προσπάθεια ανάκτησης τους.

 

Πέραν των πιο πάνω, ακόμα και στην περίπτωση που ήθελε γίνει δεκτό ότι όντως ο ΜΕΑ2 αντιμετώπισε την αδυναμία που ανέφερε σε σχέση με την προσκόμιση του σχετικού αποδεικτικού αποστολής, ουδεμία εξήγηση δόθηκε από τον Εναγόμενο περί οποιασδήποτε δικής του αδυναμίας να παρουσίαζε το email που ο ίδιος έλαβε δια κοινοποίησης. Αρκέστηκε να παραπέμψει προς τούτο στον ΜΕΑ2.

 

Εν πάση περιπτώσει, όμως, υπάρχουν και ισχυρότεροι λόγοι για τους οποίους η θέση περί αποστολής του Τεκμηρίου 13 στην Ενάγουσα δεν μπορεί να γίνει δεκτή.

 

Ενώ, ως ο ίδιος ο ΜΕΑ2 επεσήμανε, τα όσα καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 13 θα μπορούσαν να επιδιορθωθούν εντός 2-3 βδομάδων, η επόμενη ενέργεια του ήταν η συνάντηση με την Ενάγουσα στο έργο τον Σεπτέμβρη 2014 και, έπειτα, στις 6/11/2014. Κατόπιν της τελευταίας συνάντησης, απέστειλε στην Ενάγουσα στις 12/11/2014 οδηγίες σε σχέση με την εκτέλεση εργασιών ζητώντας όπως προχωρήσουν άμεσα (Τεκμήριο 14/17). Αποτέλεσε, δε, θέση όλων των μαρτύρων της πλευράς του Εναγομένου ότι οι υγρασίες και οι συναφείς ζημιές, οι οποίες ήταν το κύριο πρόβλημα στην οικοδομή, επιδεινώνονταν με την πάροδο του χρόνου. Προκύπτει, συνεπώς, σύμφωνα με τα όσα προωθήθηκαν από την πλευρά του Εναγόμενου, ότι στις 13/3/2013 στάλθηκε ένας κατάλογος με επισημάνεις, αφέθηκαν οι ζημιές να διογκώνονται και στις 12/11/2014, ήτοι μετά από ένα χρόνο και οκτώ μήνες, ο ΜΕΑ2 απέστειλε στην Ενάγουσα τις οδηγίες του για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών που προκαλούσαν τις ζημιές. Η παρέλευση τόσο μεγάλου χρονικού διαστήματος για την έκδοση οδηγιών, τις οποίες προφανώς ο ΜΕΑ2 θεώρησε αναγκαίο να εκδώσει, και δη για ένα πρόβλημα που διογκωνόταν με την πάροδο του χρόνου εγείρει από μόνη της εύλογα ερωτήματα. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΕΑ2 ανέφερε ότι «κατά τη διάρκεια αυτής της περιόδου υπήρξαν και προφορικές συναντήσεις και τηλεφωνικές», πλην, όμως, πέραν του ότι δεν μπορούσε να αναφέρει πότε έλαβαν χώρα, ούτε και το τί κατ’ ισχυρισμό διεμήφθη σε αυτές ανέφερε. Ελλείψει οποιωνδήποτε στοιχείων ή λεπτομερειών, δεν θεωρώ ότι θα μπορούσε να δοθεί ιδιαίτερη βαρύτητα στις αναφερόμενες προφορικές συζητήσεις.

 

Η επόμενη γραπτή επικοινωνία του ΜΕΑ2 με την Ενάγουσα ήταν στις 5/3/2015 (μέρος Τεκμηρίου 15). Σε αυτήν την επιστολή, ο ΜΕΑ2 αναφέρεται σε συνάντηση με την Ενάγουσα τον Σεπτέμβριο 2024 κατά την οποία «υποδείχθηκαν ορισμένες επιδιορθώσεις (σχετική λίστα με τις εργασίες σας έχει σταλεί προηγουμένως) η [sic] οποίες θα έπρεπε να είχαν ήδη διεκπεραιωθεί.». Η «σχετική λίστα με τις εργασίες» δεν μπορεί παρά να είναι το Τεκμήριο 14/17, ημ. 12/11/2014, αφού στο Τεκμήριο 13, ημ. 13/3/2013, δεν αναφέρονται εργασίες αλλά «παρατηρήσεις», ήτοι τα προβλήματα που παρουσιάστηκαν. Ακολούθησε επιστολή από μέρους της Ενάγουσας, ημ. 12/3/2015 (μέρος Τεκμηρίου 3), στην οποία έγινε αναφορά στην «συνεχή πίεση και επικοινωνία [νοείται από μέρους της Ενάγουσας] για να προχωρήσου[ν] στην καταγραφή των εργασιών για την τελική παράδοση» καθώς και σε «καταραφή [καταγραφή] των εργασιών τον Σεπτέμβριο». Ο ΜΕΑ2 απάντησε στις 19/3/2015 σημειώνοντας την προθυμία της Ενάγουσας να προβεί σε επιδιορθώσεις. Η Ενάγουσα επανήλθε με μήνυμα της, ημ. 31/3/2015, Τεκμήριο 9, στο οποίο και πάλι γίνεται αναφορά στην «καθυστέρηση που παρατηρήθηκε στην καταγραφή των εργασιών (περίπου ένα χρόνο) για την οριστικοποίηση των εκκρεμοτήτων για οριστική παράδοση και εξόφληση», σημειώνοντας ότι η περίοδος ευθύνης της έληξε την 1/8/2013. Με δεδομένο ότι γίνεται δεκτό στην εκατέρωθεν αλληλογραφία ότι οι εργασίες καταγράφηκαν τον Σεπτέμβριο 2014, ο αναφερόμενος στην επιστολή της Ενάγουσας ένας περίπου χρόνος καθυστέρησης ανάγεται στην περίοδο περί τη λήξη της περιόδου ευθύνης (1/8/2013). Ουσιωδώς, το μήνυμα της Ενάγουσας προχωρά λέγοντας ότι «πολλά από τα προβλήματα έπρεπε να κληθούμε επίσημα να τα αντιμετωπίσουμε πολύ πιο πριν, για να αποφευχθεί η επιδείνωση της κατάστασης και η επιβάρυνση μας» εξηγώντας, όπως και στο προηγούμενο μήνυμα της, τους λόγους για τους οποίος δεν προχώρησαν με τις επιδιορθώσεις μετά τον Σεπτέμβρη 2014. Στην απαντητική επιστολή του ΜΕΑ2, ημ. 3/4/2015, Τεκμήριο 16/19, αναφέρεται ότι «[σ]ε συνάντηση που είχαμε στο πιο πάνω έργο στην παρουσία και του εργοδότη την 31 Μαρτίου 2015, είχατε συμφωνήσει να προχωρήσετε σε όλες τις εργασίες που σας υποδείχτηκαν επί τόπου, αλλά και με επιστολή μας στις 12 Νοεμβρίου 2014 έπειτα από την συνάντηση μας για τελική παραλαβή του έργου» και, στη συνέχεια, ο ΜΕΑ2 κάλεσε την Ενάγουσα να προχωρήσει με τις εργασίες επισυνάπτοντας νέες οδηγίες.

 

Προκύπτει από τα πιο πάνω ότι ουδεμία αναφορά έγινε κατά την ανταλλαχθείσα αλληλογραφία στην επιστολή, Τεκμήριο 13. Ειδικότερα, ενώ η Ενάγουσα προέβαλε ότι αφέθηκε η κατάσταση να επιδεινωθεί και διαμαρτυρήθηκε περί του ότι θα έπρεπε να είχε κληθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα «πολύ πιο πριν», ήτοι πριν τον Σεπτέμβριο 2024, στην απάντηση του ο ΜΕΑ2, με την οποία, θα πρέπει να προστεθεί, απέρριψε αίτημα της Ενάγουσας για πληρωμή μέρους της κράτησης και διαφάνηκε ότι η διαφορά όδευε προς τη μη επίλυση, όπως άλλωστε βεβαιώθηκε και με την επόμενη επιστολή των δικηγόρων της Ενάγουσας, ημ. 17/4/2015, Τεκμήριο 20, ουδόλως αναφέρθηκε στην επιστολή Τεκμήριο 13, η οποία, σύμφωνα με τη δική του μαρτυρία, φέρεται να στάλθηκε όντως «πολύ πιο πριν», ήτοι στις 13/3/2013 και μάλιστα εντός της περιόδου ευθύνης. Η αναφορά στην επιστολή αυτή ήταν και λογική αλλά και φυσιολογικά αναμενόμενη αφού δεν ήταν μια επουσιώδης επιστολή. Το αντίθετο. Ως προκύπτει από τις πρόνοιες της Συμφωνίας, και δη του όρου 16, τις οποίες ο ΜΕΑ2 παρουσιάστηκε κατά τη μαρτυρία του να γνωρίζει πολύ καλά και ως εκ του ρόλου του είχε καθήκον να εφαρμόσει, αποτελούσε αναγκαία επιστολή σε σχέση με την ευθύνη του εργολάβου για την επιδιόρθωση των ελαττωμάτων που θα προέκυπταν κατά την περίοδο ευθύνης.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω, κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕΑ2 και η θέση του Εναγόμενου περί αποστολής της εν λόγω επιστολής στερείται πειστικότητας και λογικοφάνειας. Η ανταλλαχθείσα αλληλογραφία μεταξύ του ΜΕΑ2 και της Ενάγουσας δεν υποστηρίζει τη θέση αυτή ενώ, αντίθετα, συνάδει με τη θέση της Ενάγουσας περί μη αποστολής της επιστολής, Τεκμήριο 13. Εν τέλει, ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι η πρώτη γραπτή επιστολή μετά την έναρξη της περιόδου ευθύνης ήταν η επιστολή του Νοεμβρίου 2014, Τεκμήριο 14/17 («Ε. Ότι η πρώτη φορά που ενοχλήθηκε ο εργολάβος, μετά την έναρξη περιόδου ευθύνης του, ήταν τον 11ο του 2014… Α. Προφορικά ενημερώθηκε από τον αρχιτέκτονα. Η πρώτη γραπτή, τζιείνη ήταν.»).

 

Από την άλλη, η ΜΥΑ ανέφερε ότι κατόπιν επιθεώρησης δις του αρχείου της Ενάγουσας δεν εντόπισε την επιστολή, Τεκμήριο 13. Η μαρτυρία της ΜΥΑ ήταν συμπαγής και ουδόλως κλονίστηκε κατά την αντεξέταση της ενώ κατέθεσε με θετικότητα το αποτέλεσμα των ερευνών της στο αρχείο της Ενάγουσας. Με ειλικρίνεια και ευθύτητα δέχθηκε ότι είχε τη δυνατότητα να διαγράψει το σχετικό ηλεκτρονικό μήνυμα από το αρχείο της Ενάγουσας, πλην, όμως, κατηγορηματικά και πειστικά ανέφερε ότι δεν το έπραξε. Το ότι δεν προσκόμισε στο Δικαστήριο ολόκληρο το αρχείο της Ενάγουσας, ως έντονα της υπεβλήθη, πέραν του ότι θα ήταν πρακτικά δύσκολο, αν όχι αδύνατο, δεν θεωρώ ότι δημιουργεί ρήγμα ή αμφιβολία ως προς την ειλικρίνεια της. Σε σχέση, δε, με τα περί φύλαξης και επεξεργασίας προσωπικών δεδομένων για τα οποία αντεξετάστηκε, ουδόλως καταδείχθηκε η όποια σημασία ή σχέση τους με τα επίδικα ζητήματα. Έχοντας υπόψη την εργοδότηση της ΜΥΑ στην Ενάγουσα, εξέτασα τη μαρτυρία της με αυξημένη προσοχή προς αποκλεισμό της όποιας πιθανότητας να έχει αλλοιώσει τη μαρτυρία της προς υποστήριξη της Ενάγουσας, πλην, όμως, δεν έχω διαπιστώσει τέτοια πρόθεση ή προσπάθεια. Σημειώνεται επί τούτου ότι δεν αμφισβητήθηκε η θέση της ΜΥΑ ότι δεν είχε οποιαδήποτε άλλη «ιδέα» για την επίδικη αντιδικία. Ούτε έχω πειστεί ότι η μαρτυρία της ήταν κατασκευασμένη καθ’ υπόδειξη του δικηγόρου της Ενάγουσας, ως η θέση του κ. Νεοφύτου.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω αλλά και το περιεχόμενο της ανωτέρω αναφερόμενης ανταλλαχθείσας αλληλογραφίας, κρίνω ότι η μαρτυρία της ΜΥΑ ήταν ειλικρινής, αυθεντική και γίνεται αποδεκτή.

 

Καθίσταται, συνεπώς, εύρημα ότι η επιστολή, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13 δεν στάλθηκε από τον ΜΕΑ2 στην Ενάγουσα και δεν παραλήφθηκε από αυτή.

 

Σε σχέση με το δεύτερο ζήτημα, ήτοι το κατά πόσο οι ισχυριζόμενες κακοτεχνίες οφείλονται στην Ενάγουσα, υπενθυμίζεται καταρχάς, ως λέχθηκε και πιο πάνω, ότι το κύριο πρόβλημα που παρουσιάστηκε στην οικοδομή ήταν οι υγρασίες στην οροφή και στις βεράντες. Αυτό που κατά βάση προώθησε ο κ. Αρτεμίου ήταν ότι οι εργασίες που εκτελέστηκαν από την Ενάγουσα, όπως και ο χρόνος εκτέλεσης τους, έγιναν αποδεκτές από τον Εναγόμενο και ΜΕΑ2 ως της λογικής ικανοποίησης τους θέτοντας, παράλληλα, ότι ο Εναγόμενος συνέβαλε με την αδράνεια του στην διόγκωση των ζημιών.

 

Προκειμένου να γίνει αντιληπτό το όλο ζήτημα, θα πρέπει να σημειωθεί πως αποτέλεσε κοινό έδαφος ότι το ζήτημα των υγρασιών άπτεται τόσο της κλίσης του δαπέδου όσο και του υλικού υγρομόνωσης που χρησιμοποιήθηκε. Ως χαρακτηριστικά ανέφερε ο ΜΕΑ3, «η πρώτη γραμμή [άμυνας] είναι η κλίση του πατώματος, να πηγαίνει το νερό στην υδρορροή και εάν διαφεύγει νερό να υπάρχει η σωστή υγρομόνωση που να προστατεύει να μην κατεβαίνει κάτω, να εισέρχεται εντός της οικοδομής.». Ζήτημα ευθύνης της Ενάγουσας ως προς την επιλογή των υλικών δεν τέθηκε αφού, όπως άλλωστε ο ΜΕΑ2 ανέφερε κατά την αντεξέταση του χωρίς να αμφισβητηθεί, η αγορά και παράδοση των υλικών ήταν ευθύνη του εργοδότη, ήτοι του Εναγόμενου, έχοντας ο ίδιος συντάξει τις προδιαγραφές τους.

 

Ο ΜΕΑ2 συμφώνησε κατά την αντεξέταση του με τη θέση ότι «πιστοποιητικό έμπρακτης συμπλήρωσης του έργου εκδίδεται όταν γίνει επιθεώρηση του εργοταξίου από τον αρχιτέκτονα και βρει τις εργασίες της αρεσκείας του». Στη συνέχεια, ερωτώμενος κατά πόσο υπήρχαν κακοτεχνίες στις 6/8/2012, ήτοι κατά την έκδοση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, απάντησε αρνητικά ενώ δέχτηκε ότι τίποτα δεν τον εμπόδιζε κατά τον χρόνο εκείνο να εξέταζε την κλίση του δαπέδου προς τις υδρορροές, ήτοι τις ρύσεις, και το υπόβαθρο των κεραμικών.

 

Έγινε, επομένως, δεκτό και από τις δύο πλευρές ότι στις 6/8/2012, κατά την έκδοση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, ο ΜΕΑ2 δεν εντόπισε οποιαδήποτε κακοτεχνία.

 

Η Συμφωνία, και δη ο όρος 16, δεν προνοεί, όμως, ότι η έκδοση του εν λόγω πιστοποιητικού συνεπάγεται την αποδοχή της οποιασδήποτε εργασίας από τον αρχιτέκτονα, όπως ούτε και η έκδοση οποιουδήποτε ενδιάμεσου πιστοποιητικού πληρωμής (δέστε όρο 31(9)). Εξ ου και της έκδοσης του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών έπεται η περίοδος ευθύνης του εργολάβου για τυχόν ελαττώματα.

 

Συναφώς, αυτό που προέβαλε ο ΜΕΑ2 ήταν ότι τα προβλήματα που καταγράφηκαν στην επιστολή του, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13, παρουσιάστηκαν μετά την έκδοση του Πιστοποιητικού Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, και ως εκ τούτου δεν ήταν δυνατό να εντοπιστούν στις 6/8/2012. Ανέφερε, συγκεκριμένα, ότι «τα συγκεκριμένα προβλήματα δεν ήταν εμφανή μετά την επιστολή που έστειλα για την έμπρακτη συμπλήρωση [Τεκμήριο 11]. Εάν ήταν εμφανή, σίγουρα θα τα επισήμανα με επιστολή μου και θα τα κοινοποιούσα στον εργολάβο.». Υποστήριξε επί τούτου ότι η Ενάγουσα είχε ευθύνη να τα επιδιορθώσει μετά που της υποδείχθηκαν.

 

Η περίοδος ευθύνης διέπεται από τις πρόνοιες του όρου 16 της Συμφωνίας. Σύμφωνα με τον όρο 16(2), οποιαδήποτε ελαττώματα ή λάθη τα οποία θα εμφανιστούν εντός της περιόδου ευθύνης, τα οποία οφείλονται σε υλικά ή τεχνουργία μη σύμφωνα προς τους όρους της Συμφωνίας, «…θα καθορισθούν από τον Αρχιτέκτονα εις Κατάλογο Ελαττωμάτων τον οποίο θα συντάξει και παραδώσει εις τον Εργολάβο εντός λογικού χρόνου μετά την εκπνοή της προαναφερόμενης Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα και, εντός λογικού χρόνου μετά την λήψη αυτού του Καταλόγου, τα ελαττώματα, οι συστολές και άλλα λάθη τα οποία καθορίζονται εις τον εν λόγω Κατάλογο θα επιδιορθώνονται από τον Εργολάβο…». Ανεξαρτήτως των προνοιών αυτών, «…ο Αρχιτέκτονας θα δύναται όποτε το θεωρήσει αναγκαίο, να εκδίδει οδηγίες με τις οποίες θα απαιτεί οποιαδήποτε ελαττώματα, συστολές ή άλλα λάθη τα οποία θα εμφανιστούν εντός της Περιόδου Ευθύνης…, να επιδιορθώνονται και ο Εργολάβος εντός λογικού χρόνου μετά την λήψη τέτοιων οδηγιών θα συμμορφώνεται προς αυτές….Νοουμένου ότι ουδεμία τέτοια οδηγία θα εκδίδεται μετά από παρέλευση 14 ημερών από την εκπνοή της εν λόγω Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα.» (παρ. 3). Όταν, δε, κατά τη γνώμη του αρχιτέκτονα οποιαδήποτε ελαττώματα, τα οποία δυνατόν να είχε απαιτήσει να επιδιορθωθούν βάσει των ανωτέρω αναφερόμενων προνοιών, έχουν πράγματι επιδιορθωθεί, ο αρχιτέκτονας θα εκδίδει Πιστοποιητικό Συμπλήρωσης της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων (παρ. (4)).

 

Εν προκειμένω, ως λέχθηκε πιο πάνω, η επιστολή, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13, δεν στάλθηκε στην Ενάγουσα ενώ οι οδηγίες του ΜΕΑ2 στάλθηκαν πολύ πιο μετά την «παρέλευση 14 ημερών από την εκπνοή της εν λόγω Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα» και σε κάθε περίπτωση μετά την παρέλευση εύλογου χρόνου, ήτοι στις 12/11/2024 και στις 3/4/2015 (Τεκμήρια 14/17 και 15 ). Σημειώνω ότι στο Τεκμήριο 15 αναγράφεται η ημερομηνία 3/3/2015, πλην, όμως, λανθασμένα αφού στο ίδιο το τεκμήριο αναφέρεται ότι στάλθηκαν μετά την συνάντηση, ημ. 31/3/2015 («Έπειτα από την συνάντηση μας στο πιο πάνω έργο την 31/03/15, έχουν επισημανθεί τα πιο κάτω και συναφώς των όρων συμβολαίου εκδίδονται οι πιο κάτω οδηγίες.»). Όπως,  επίσης, προκύπτει από το Τεκμήριο 19, οι εν λόγω οδηγίες επισυνάφθηκαν στην επιστολή, ημ. 3/4/2015, ως αναφέρεται και επ’ αυτής.

 

Ουσιωδώς, όμως, στις 6/8/2012, την ίδια μέρα δηλαδή που ο ΜΕΑ2 εξέδωσε το Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, εξέδωσε και το Τελικό Πιστοποιητικό, επισυνάπτοντας το, μάλιστα, στο πιο πάνω πιστοποιητικό μαζί με τον τελικό λογαριασμό που υποβλήθηκε από την Ενάγουσα. Σημειώνεται πως με βάση τα πιο πάνω έγγραφα, κατά την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού ο ΜΕΑ2 υιοθέτησε τα όσα υπέβαλε η Ενάγουσα..Το Τελικό Πιστοποιητικό αποτέλεσε το όγδοο κατά σειρά πιστοποιητικό πληρωμής και περιλαμβάνεται, επίσης, στο Τεκμήριο 2.

 

Ο Εναγόμενος κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε πως δεν εκδόθηκε τελικό πιστοποιητικό. Αφού του υποδείχθηκε το σχετικό έγγραφο στο Τεκμήριο 2 συμφώνησε ότι υπάρχει σε αυτό η αναφορά «τελικό», πλην, όμως, επέμεινε ότι συνιστούσε την «τελική πληρωμή», δηλαδή ένα διατακτικό το οποίο παρ’ όλο που ήταν το «τελικό στη σειρά», υπήρχε και «το επόμενο που ήταν αυτά που έμειναν μέσα για τις 4.500». Τα όσα, όμως, ο Εναγόμενος προέβαλε ουδόλως υποστηρίζονται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 11, το οποίο, ως αναφέρεται σε αυτό και προκύπτει και από το ίδιο το τεκμήριο, συνοδεύτηκε από το «τελικό πιστοποιητικό πληρωμής, στο οποίο αναφέρεται το τελικό κόστος της οικοδομής καθώς και το ποσό το οποίο πρέπει να καταβάλει ο Εργοδότης προς τον Εργολάβο.». Όχι μόνο η αναφορά σε «τελικό πιστοποιητικό πληρωμής» από τον αρχιτέκτονα, ΜΕΑ2, δεν θα μπορούσε να παραπέμπει σε οτιδήποτε άλλο, αλλά και η θέση του αρχιτέκτονα ότι σε αυτό «αναφέρεται το τελικό κόστος της οικοδομής» συνάδει με την ουσία και τον σκοπό έκδοσης του τελικού πιστοποιητικού. Ο ΜΕΑ2 κατά τη μαρτυρία του δεν προέβαλε οτιδήποτε διαφορετικό από τα όσα καταγράφονται στο Τεκμήριο 11.

 

Σύμφωνα με τον όρο 31(8)(α) της Συμφωνίας, η έκδοση του τελικού πιστοποιητικού επιφέρει συγκεκριμένες έννομες συνέπειες, οι οποίες προφανώς διασφαλίζουν την αποτελεσματική ολοκλήρωση των συμφωνηθέντων. Προνοούνται συγκεκριμένα τα εξής:

 

«(8)(α) Εκτός εάν οποιεσδήποτε διαδικασίες επίλυσης διαφορών είχαν αρχίσει είτε βάση του Άρθρου 36 των παρόντων Όρων είτε διαφορετικά (είτε από το ένα είτε από το άλλο μέρος εις το παρόν Συμβόλαιο) πριν ή εντός 14 ημερών από την ημερομηνία έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, το εν λόγω Πιστοποιητικό θα συνιστά, εις οποιεσδήποτε τέτοιες διαδικασίες οι οποίες αναφύονται από ή σε σχέση με το παρόν Συμβόλαιο,

(ι) αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι όπου η ποιότητα των υλικών ή το επίπεδο τεχνουργίας εις το παρόν Συμβόλαιο πρέπει να είναι σύμφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα, αυτά είναι σύμφωνα προς τέτοια ικανοποίηση, και

(ιι) αδιαμφισβήτητη μαρτυρία του ότι έχουν εφαρμοσθεί δεόντως όλες οι πρόνοιες του παρόντος Συμβολαίου οι οποίες απαιτούν για γίνει ρύθμιση του Ποσού Συμβολαίου,

εκτός για οποιοδήποτε ποσό εις το Τελικό Πιστοποιητικό το οποίο διαπιστώνεται ότι δεν είναι ορθό εξ αιτίας είτε δόλου, ανειλικρίνειας ή δόλιας απόκρυψης σε σχέση με τις Εργασίας ή με οποιονδήποτε τμήμα αυτών, ή με οποιοδήποτε θέμα το οποίο διακανονίζεται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό, είτε οποιουδήποτε ελαττώματος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίας ή εις οποιονδήποτε τμήμα αυτών το οποίο με λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ’ οποιονδήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν από την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί, είτε οποιασδήποτε τυχαίας συμπερίληψης ή εξαίρεσης οποιασδήποτε εργασίας, υλικών, εμπορευμάτων ή ψηφίου εις οποιονδήποτε υπολογισμό ή οποιουδήποτε αριθμητικού λάθους εις οποιονδήποτε υπολογισμό. Πάντοτε νοουμένου ότι εις όλες τις προαναφερόμενες εξαιρούμενες περιπτώσεις, το Τελικό Πιστοποιητικό θα συνιστά αδιαμφησβήτητη μαρτυρία εις ότι αφορά τα υπόλοιπα ποσά τα οποία συμπεριλαμβάνονται εις το εν λόγω Πιστοποιητικό.».

 

Συναφώς, ο όρος 31(7) της Συμφωνίας προνοεί ότι ο αρχιτέκτονας θα εκδίδει το τελικό πιστοποιητικό «όσο το δυνατόν ενωρίτερα αλλά πριν από την εκπνοή 3 μηνών από το τέλος της Περιόδου Ευθύνης για Ελαττώματα…ή από την Συμπλήρωση της Επιδιόρθωσης των Ελαττωμάτων βάσει του Άρθρου 16 των παρόντων Όρων          …, οποιοδήποτε γεγονός συμβεί αργότερα». Η, δε, υποπαράγραφος (α) προνοεί ότι το τελικό πιστοποιητικό θα αναφέρει «το άθροισμα των ποσών τα οποία έχουν ήδη καθορισθεί ως οφειλόμενα εις τα Ενδιάμεσα Πιστοποιητικά και τα Πιστοποιητικά τα οποία έχουν εκδοθεί βάσει των παραγράφων (4)(β) και (4)(γ) του παρόντος Άρθρου…». Η παρ. (4)(γ) αφορά στην έκδοση πιστοποιητικού για την πληρωμή του υπολοίπου των κρατήσεων κατόπιν της εκπνοής της περιόδου ευθύνης ή της έκδοσης πιστοποιητικού για τη συμπλήρωση της επιδιόρθωσης των ελαττωμάτων.

 

Στη βάση των προαναφερθεισών συμβατικών προνοιών, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του όρου 16, προκύπτει ότι μετά την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών θα πρέπει πρώτα να ολοκληρώνεται η περίοδος ευθύνης, να επιδιορθώνονται τυχόν ελαττώματα που θα εμφανιστούν εντός αυτής, ακολούθως να εκδίδεται πιστοποιητικό συμπλήρωσης των επιδιορθώσεων (όρος 16(4)) και, έπειτα, να εκδίδεται το τελικό πιστοποιητικό ώστε δια μέσω αυτού να προσαρμόζονται τα ποσά των κρατήσεων που ενδεχομένως θα πρέπει να καταβληθούν στον εργολάβο και οι συναφείς υποχρεώσεις των μερών. Αυτή τη σειρά επιβάλλουν ιδιαίτερα οι πρόνοιες της παρ. 8(α) του όρου 31 (πιο πάνω), οι οποίες προβλέπουν για τη δεσμευτικότητα του τελικού πιστοποιητικού σε σχέση με όσα ελαττώματα ή παραλείψεις που με λογική επιθεώρηση ή εξέταση θα ήταν δυνατό να αποκαλυφθούν πριν την έκδοση του.

 

Στην προκειμένη περίπτωση, ο ΜΕΑ2 για οποιουσδήποτε λόγους, οι οποίοι δεν ενδιαφέρουν για τους σκοπούς της παρούσας αγωγής, εξέδωσε το Τελικό Πιστοποιητικό ταυτόχρονα με την πιστοποίηση της έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών. Οι έννομες συνέπειες που επιφέρει η έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού ως αναφέρονται πιο πάνω, δεν θα μπορούσαν να αγνοηθούν. Εν προκειμένω, όχι μόνο ο ΜΕΑ2 εξέδωσε το Τελικό Πιστοποιητικό, δηλώνοντας έτσι κατά τρόπο αδιαμφισβήτητο ότι η ποιότητα των υλικών και το επίπεδο τεχνουργίας της Ενάγουσας ήταν σύμφωνα προς την λογική ικανοποίηση του, αλλά δέχθηκε, επίσης, ότι το ζήτημα με τις ρύσεις, όπως και τα κεραμικά, θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί στις 6/8/2012. Το ζήτημα, συνεπώς, τέθηκε εκτός της εμβέλειας της εξαίρεσης του όρου 31(8)(α) («εκτόςοποιουδήποτε ελαττώματος (συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε παράλειψης) εις τις Εργασίας ή εις οποιονδήποτε τμήμα αυτών το οποίο με λογική επιθεώρηση ή εξέταση καθ’ οποιονδήποτε λογικό χρόνο κατά την διάρκεια της εκτέλεσης των Εργασιών ή πριν από την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού δεν ήταν δυνατό να αποκαλυφθεί…»).

 

Η θέση που προέβαλε ότι, παρόλο που η κακή κατασκευή θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί στις 6/8/2012, τα προβλήματα δεν ήταν εμφανή εξ ου και δεν ζήτησε την επιδιόρθωση τους, αντιβαίνει την κοινή λογική και προκύπτει να συνιστά εκ των υστέρων σκέψη. Δεν θα ήταν λογικό να υπάρχει το ζήτημα με τις ρύσεις, το οποίο ως διαφάνηκε αποτελούσε βασικό λόγο για την εμφάνιση των υγρασιών, όπως και το ζήτημα με τα κεραμικά, να μπορούσε να εντοπιστεί πριν την εμφάνιση οποιωνδήποτε προβλημάτων, και δη τον Αύγουστο 2012, και να αφηνόταν μέχρι να εμφανιστεί το πρόβλημα, ήτοι οι υγρασίες, ούτως ώστε να καλούνταν τότε ο κατά τον ίδιο υπεύθυνος για να το διορθώσει.

 

Εν ολίγοις, με την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού τα μέρη αποδέχτηκαν ότι οι εκτελεσθείσες εργασίες ήταν της λογικής ικανοποίησης του αρχιτέκτονα, ΜΕΑ2, και, κατ’ αυτό τον τρόπο, ότι έλαβαν την έγκριση του. Έπεται, ότι αποδέχτηκαν πως δεν υπήρχαν κακοτεχνίες αλλά ούτε και ελαττώματα τα οποία η Ενάγουσα θα έπρεπε να επιδιορθώσει.

 

Πέραν των πιο πάνω, όμως, κρίνω σκόπιμο να σημειώσω και τα ακόλουθα:

 

Κατά την αντεξέταση του ΜΕΑ2 διερευνήθηκε το κατά πόσο απέκλεισε οποιεσδήποτε άλλες αιτίες για την πρόκληση των ζημιών, και δη ζητήματα που αφορούσαν στις προδιαγραφές του έργου, προτού καταλήξει στο ότι τα προβλήματα οφειλόταν σε πράξεις ή παραλείψεις της Ενάγουσας. Ο ΜΕΑ2 ανέφερε σχετικά ότι «ο ισχυρισμός περί λανθασμένων προδιαγραφών ή επεξήγηση των προδιαγραφών στα σχέδια, δεν απαλλάσσει τον εργολάβο που την ευθύνη της εργασίας που κάνει» αφού κατά τον ίδιο «εάν ο εργολάβος θεωρεί ότι είτε οι προδιαγραφές, είτε ο σχεδιασμός είναι λανθασμένες, είναι υπόχρεος να στείλε γραπτώς του μελετητή επί τούτου.». Στη συνέχεια συμφώνησε με την θέση ότι «εάν ένας αρχιτέκτονας προσχεδίασε λανθασμένα για παράδειγμα και ο εργολάβος ακολούθησε κατά γράμμα τις προδιαγραφές» θα υπήρχε εκροή υδάτων, πλην, όμως, ενέμεινε στη θέση ότι η ευθύνη δεν φεύγει από τον εργολάβο εφόσον υπεύθυνος για τις εργασίες που διεκπεραιώνει είναι ο ίδιος.

 

Οι όροι της Συμφωνίας δεν επιβεβαιώνουν τον ΜΕΑ2. Οι υποχρεώσεις του εργολάβου διαλαμβάνονται στον όρο 2(1), ο οποίος προνοεί τα ακόλουθα:

 

«Ο Εργολάβος συμφώνως προς και υπό τους παρόντες Όρους θα εκτελέσει, συμπληρώσει και συντηρήσει τις Εργασίες οι οποίες δεικνύονται, περιγράφονται ή αναφέρονται εις ή δυνατόν λογικά να συμπεραίνονται από τα Έγγραφα Συμβολαίου, λαμβανόμενα υπ’ όψη εις το σύνολο τους, με πλήρη συμμόρφωση προς αυτά και χρησιμοποιώντας υλικά και τεχνουργία τέτοιας ποιότητας και τέτοιων προτύπων όπως καθορίζονται εις αυτά…». Σύμφωνα με τον ερμηνευτικό όρο 1, τα Έγγραφα Συμβολαίου περιλαμβάνουν τα σχέδια του έργου και τη συμπληρωμένη Συγγραφή Υποχρεώσεων. Περαιτέρω, σύμφωνα με τον όρο 7(1) «όλα τα υλικά, εμπορεύματα και η τεχνουργία θα είναι του αντίστοιχου είδους και προτύπου όπως δεικνύονται, περιγράφονται ή αναφέρονται εις ή δυνατόν λογικά να συμπεραίνονται από τα Έγγραφα Συμβολαίου, λαμβανομένα υπ’ όψη εις το σύνολο τους.». Παρέχεται, δε, η εξουσία στον αρχιτέκτονα να εκδίδει οδηγίες για απομάκρυνση οποιασδήποτε εργασίας η οποία δεν είναι σύμφωνη προς τη Συμφωνία (όρος 7(4)).

 

Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τις πρόνοιες του όρου 3(1) ο εργολάβος θα πρέπει να συμμορφώνεται αμέσως προς όλες τις οδηγίες που εκδίδονται από τον αρχιτέκτονα. Το πόσο σημαντικές και δεσμευτικές για τον εργολάβο είναι οι οδηγίες του αρχιτέκτονα διαφαίνεται από τις συνέπειες που επιφέρει η μη εφαρμογή τους. Προνοείται, συγκεκριμένα, ότι «[ε]αν εντός 7 μερών μετά την λήψη γραπτής ειδοποίησης από τον Αρχιτέκτονα η οποία θα απαιτεί συμμόρφωση προς κάποια οδηγία, ο Εργολάβος δεν συμμορφωθεί σχετικά τότε ο Εργοδότης θα δικαιούται να εργοδοτήσει και πληρώσει άλλα πρόσωπα για να εκτελέσουν οποιανδήποτε ανεξαιρέτως εργασία η οποία δυνατόν να είναι αναγκαία για την εφαρμογή αυτής της οδηγίας και όλα τα προκύπτοντα έξοδα σχετικά με τέτοια εργοδότηση θα καθίστανται χρέη του Εργολάβου πληρωτέα προς τον Εργοδότη ή θα δύνανται να αφαιρεθούν από τον Εργοδότη από οποιαδήποτε ποσά τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται προς την Εργολάβο βάσει του παρόντος Συμβολαίου.».

 

Επομένως, ουδόλως η ευθύνη του εργολάβου καθορίζεται πέραν και ανεξάρτητα από τις προδιαγραφές του έργου, ως προκύπτουν από τα Έγγραφα Συμβολαίου, αλλά, αντίθετα, καθορίζεται από αυτές σε συνάρτηση με τις οδηγίες του αρχιτέκτονα, οι οποίες είναι δεσμευτικές και άμεσα εκτελεστέες. Κρίνεται, επομένως, ουσιώδες για τον καθορισμό της ευθύνης της Ενάγουσας το κατά πόσο ακολούθησε ή όχι τις προδιαγραφές του έργου και τις οδηγίες του αρχιτέκτονα.

 

Επί του σημείου τούτου, θα πρέπει να λεχθεί ότι ο ΜΕΑ2 δεν προσδιόρισε τις προδιαγραφές του έργου αλλά ούτε και ανέφερε ή εξήγησε κατά πόσο δόθηκαν κατά την εκτέλεση των εργασιών οποιεσδήποτε κατασκευαστικές οδηγίες στα σχέδια ή αλλού για τις ρύσεις και τη μόνωση και ποιες ήταν αυτές.

 

Σε σχέση με τις προδιαγραφές του έργου, εντοπίζονται ως συνημμένες στην έκθεση του ΜΕΑ3, Τεκμήριο 6, κάποιες σελίδες, υπ’ αρ. 15, οι οποίες φαίνεται να συνιστούν μέρος της Συγγραφής Υποχρεώσεων. Πέραν του ότι δεν αναφέρεται οτιδήποτε σε σχέση με τις ρύσεις και τη μόνωση, οι εν λόγω σελίδες παρουσιάστηκαν εντελώς αποσπασματικά και θα ήταν επισφαλές να τους δοθεί η όποια βαρύτητα.

 

Η επιστολή του ΜΕΑ2 προς την Ενάγουσα, ημ. 7/7/2011, Τεκμήριο 12, ήταν η μόνη που παρουσιάστηκε και στάλθηκε κατά την εκτέλεση των εργασιών. Με αυτήν ο ΜΕΑ2 επεσήμανε στην Ενάγουσα 13 σημεία και έδωσε οδηγίες για την περαιτέρω εξέλιξη του έργου. Συγκεκριμένα, οι οδηγίες συνίσταντο στο ότι «…οι εργασίες επιχρισμάτων θα πρέπει να διακοπούν άμεσα μέχρι να τακτοποιηθούν όλα τα πιο πάνω εκκρεμή θέματα αφού πολλά από αυτά επηρεάζουν την σωστή αποπεράτωση των εργασιών αυτών.». Ως λογικά προκύπτει σε συνάρτηση με το Τεκμήριο 11 και την πιστοποίηση της έμπρακτης συμπλήρωση των εργασιών στις 6/8/2012, οι παρατηρήσεις αυτές αντιμετωπίστηκαν και οι εργασίες προχώρησαν και εν τέλει συμπληρώθηκαν. Δεν θα ήταν λογικό να μην γίνονταν τα όσα επισημάνθηκαν στις 7/7/2011 και παρ’ όλα αυτά μεταγενέστερα, στις 6/8/2012, να πιστοποιούνταν η έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, ενόψει και του ότι οι οδηγίες που δόθηκαν αφορούσαν σε αναστολή των εργασιών.

 

Σε αυτό το πλαίσιο, τα κατά άλλα ατεκμηρίωτα και αναιτιολόγητα συμπέρασμα του ΜΕΑ3, τα οποία εξήχθησαν στη βάση των σημείων 4 και 12 της εν λόγω επιστολής (Τεκμήριο 12) και ήταν τα μόνα σε σχέση με τις υγρασίες στις τοιχοποιίες, αντίκεινται στη λογική. Τα σημεία 4 και 12 της επιστολής αφορούν  αντίστοιχα στο «πάχος του θερμομονωτικού σοβά» και σε «κενά σημεία στις τοιχοποιίες» και ο ΜΕΑ3 στηριζόμενος σε αυτά κατέληξε χωρίς άλλη εξήγηση στο ότι «[ο] εργολάβος αγνόησε την οδηγία του Αρχιτέκτονα και έχουν για τον λόγο αυτό παρουσιασθεί υγρασίες εσωτερικά της τοιχοποιίας» και ότι «[η] υγρασία από τη βροχή βρήκε τα κενά και διαπερνώντας τον σουβά εμφανίζεται στην εσωτερική επιφάνεια της τοιχοποιίας» (Τεκμήριο 6, σελ. 3).

 

Ουσιωδώς, στην επιστολή, ημ. 7/7/2011, ουδεμία αναφορά γίνεται σε ρύσεις και μόνωση. Επίσης, δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι, ως ο ΜΕΑ2 δέχθηκε, το ζήτημα με τις ρύσεις θα μπορούσε να είχε εντοπιστεί στις 6/8/2012 και κατά την ίδια ημερομηνία ο ΜΕΑ2 δεν είχε οποιαδήποτε παρατήρηση και ούτε προέβη σε όποια υπόδειξη προς την Ενάγουσα ενώ εξέδωσε, μάλιστα, και το Τελικό Πιστοποιητικό.

 

Οδηγίες σε σχέση με τις ρύσεις και τη μόνωση δόθηκαν από τον ΜΕΑ2 μόνο μετά την αποπεράτωση του έργου και την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών δια των επιστολών του ημ. 12/11/2014 και 3/4/2015 (δέστε Τεκμήριο 5). Στις εν λόγω οδηγίες καμία αναφορά γίνεται σε παράλειψη συμμόρφωσης με προηγούμενες ίδιες ή συναφείς οδηγίες που δόθηκαν κατά την εκτέλεση των εργασιών. Αναπάντητο, δε, παρέμεινε το ερώτημα, εφόσον ο ΜΕΑ2 θεώρησε αναγκαίο να δοθούν οδηγίες σε σχέση με τις ρύσεις, γιατί το έπραξε μόνο μετά την εμφάνιση των προβλημάτων, και δη μετά που εξέδωσε το Τελικό Πιστοποιητικό, και δεν έδωσε τέτοιες οδηγίες κατά την διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών ή έστω στις 6/8/2012.

 

Με το ζήτημα της μόνωσης και των ρύσεων σχετική ήταν και η μαρτυρία του ΜΕΑ3, ο οποίος αφού επιθεώρησε την επίδικη οικία στις 20/1/2016, επισυνάπτοντας προς τούτο στην έκθεση του, Τεκμήριο 6, 26 φωτογραφίες, και αφού έλαβε υπόψη τις επιστολές και οδηγίες του ΜΕΑ2, εξέφρασε τη θέση ότι η Ενάγουσα ευθύνεται για την απουσία ρύσεων. Για το εν λόγω συμπέρασμα βασίστηκε στο ότι ήταν η Ενάγουσα που τοποθέτησε το screed και τις μονώσεις, όπως και τα κεραμικά («Ο εργολάβος έκανε την τοποθέτηση screed και τις μονώσεις, στις μονώσεις τοποθέτησε κεραμικό. Όταν κουλιάζουν νερά στην οροφή, ποιος φταίει; Ο εργολάβος.»). Κατά την αντεξέταση του, σε σχέση με το κατά πόσο η Ενάγουσα διενήργησε τις εργασίες με τον τρόπο που της υποδείχθηκε, ο ΜΕΑ3 συμφώνησε πως σε περίπτωση που οι οδηγίες του αρχιτέκτονα ήταν να μην δημιουργηθούν ρύσεις τότε δεν θα τίθετο ζήτημα ευθύνης της Ενάγουσας. Σημείωσε, ωστόσο, πως δεν είδε τέτοια οδηγία, αν και δέχτηκε ότι στα αρχιτεκτονικά σχέδια που είχε στη διάθεση του δεν περιλαμβάνονταν κλίσεις, όπως ούτε και υδρορροές, καθώς και ότι δεν διερεύνησε το ζήτημα με οποιονδήποτε μελετητή ή τον εργολάβο. Παρ’ όλα αυτά, ο ΜΕΑ3 ανέφερε πως «πιθανόν να επέδειξε τις υδρορροές» και στη συνέχεια πως «ο εργολάβος για να τις τοποθετήσει ή σχέδια ή ακολούθησε οδηγίες» προβάλλοντας συναφώς τη θέση ότι «ήταν θέμα της τεχνουργίας του εργολάβου να οδηγά τα νερά σε εκείνα τα σημεία που υπάρχει υδρορροή». Ουσιωδώς, αυτό που προκύπτει από τα όσα ο ΜΕΑ3 ανέφερε είναι πως, βασιζόμενος στη συμπερίληψη προτεινόμενης χρέωσης για υδρορροές στην προσφορά της Ενάγουσας, Τεκμήριο 8, οι οποίες εν τέλει, ως διαφάνηκε, τοποθετήθηκαν, υπέθεσε ότι είχαν δοθεί οδηγίες για την τοποθέτηση τους τις οποίες η Ενάγουσα απέτυχε να τις εκτελέσει κατά τον δέοντα τρόπο. Ούτε, όμως, αν δόθηκαν αλλά ούτε και ποιες οδηγίες δόθηκαν προκύπτει να γνώριζε θετικά. Το γεγονός ότι ο ΜΕΑ3 προέβη σε υποθέσεις και όχι σε επαρκή και πλήρη έρευνα προτού καταλήξει στα συμπεράσματα του αναιρεί το βάσιμο και ασφαλές της προσέγγισης του.

 

Στρεφόμενη, τώρα, στις επιστολές της Ενάγουσας, ημ. 12/3/2015 και 31/3/2015, Τεκμήρια 3 και 9, οι οποίες στάλθηκαν μετά τη λήψη των οδηγιών του ΜΕΑ2, ημ. 12/11/2014, διαπιστώνεται ότι δεν αναιρούν και ούτε αντικρούουν τα πιο πάνω. Ως αναφέρεται λεπτομερέστερα πιο κάτω, με τις εν λόγω επιστολές η Ενάγουσα δεν παραδέχθηκε οποιαδήποτε δική της ευθύνη για τις κακοτεχνίες ή τις ζημιές που ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι παρουσιάστηκαν ενώ δήλωσε την προθυμία της να προβεί στην εκτέλεση των όσων ζητήθηκαν από τον ΜΕΑ2 σε φιλικό πλαίσιο λόγω των καλών σχέσεων της με τον Εναγόμενο. Στο Τεκμήριο 9, αναφέρεται συγκεκριμένα ότι, κατά την Ενάγουσα, δεν υπήρχε οτιδήποτε που να καταδείκνυε ότι «οι υγρασίες είναι αποτέλεσμα ελλειπών [sic] ρύσεων και προβληματικής μόνωσης» και προστίθεται η πεποίθηση της ότι «η πηγή της υγρασίας είναι άλλη και πρέπει να αντιμετωπιστεί παράλληλα με τα εξυγειαντικά [sic] μέτρα που προτάθηκαν». Προς τούτο, στην προηγούμενη επιστολή της, Τεκμήριο 3, η Ενάγουσα ζήτησε την αφαίρεση μέρους της γυψοσανίδας της οροφής προς επιβεβαίωση του ότι «δεν υπάρχει κάποιος εξωγενής παράγοντας που εηρεάζει [sic] το σύστημα και φέρνει νερά μέσα (τρυπημένη πλάκα, είσοδς [sic] νερών από σωλήνες κλπ)».

 

Αυτό που προκύπτει είναι η θέση της Ενάγουσας πως οι ρύσεις που κατασκευάστηκαν δεν ήταν ελλιπείς. Κατά τη διάρκεια εκτέλεσης των εργασιών δεν προκύπτει ο ΜΕΑ2 να υπέδειξε οτιδήποτε στην Ενάγουσα, το οποίο να μην ακολούθησε, ενώ εκδίδοντας το Τελικό Πιστοποιητικό δήλωσε τη λογική ικανοποίηση του προς ό,τι και όπως είχε κατασκευαστεί. Πέραν τούτου, ούτε από τη μαρτυρία του ΜΕΑ2 αλλά ούτε και από τη μαρτυρία του ΜΕΑ3 προκύπτει το τί ακριβώς είχε κατασκευάσει η Ενάγουσα. Ο ΜΕΑ3 αρκέστηκε στη διαπίστωση πως φαίνονταν λιμνάζοντα νερά σε ένα σημείο της οροφής, ενώ δεν διαπιστώνεται το ίδιο στις φωτογραφίες των βεραντών που υπέδειξε. Ουδόλως, δε, επεξηγήθηκε με την απαιτούμενη επάρκεια και σαφήνεια το τί όφειλε η Ενάγουσα να πράξει και γιατί αυτό που έπραξε θα πρέπει αντικειμενικά να κριθεί ανεπαρκές και πλημμελές. Με άλλα λόγια, δεν επεξηγήθηκε στον αναμενόμενο βαθμό το τί απαιτούνταν από τον μέσο λογικό εργολάβο να πράξει ώστε να μπορεί να κριθεί το κατά πόσο η Ενάγουσα εξέπεσε του επιπέδου αυτού.

 

Συμπερασματικά, από τις ανωτέρω αναφερόμενες συμβατικές πρόνοιες σε συνάρτηση με την ενώπιον μου τεθείσα μαρτυρία και τα επίδικα θέματα, προκύπτει ότι οι προδιαγραφές του έργου και οι κατασκευαστικές οδηγίες που δόθηκαν κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών, συμπεριλαμβανομένων και αυτών που περιλαμβάνονται στα σχέδια, συνιστούν ουσιώδη ζητήματα για την κρίση της ευθύνης της Ενάγουσας. Ούτε αναφέρθηκε αλλά ούτε και εξηγήθηκε επαρκώς και στοιχειοθετημένα αν υπήρχαν και ποιες ήταν. Οι συναφείς υποθέσεις του ΜΕΑ3 δεν μπορούν να γίνει αποδεκτές. Πέραν τούτου, ούτε το τί έπραξε η Ενάγουσα σε συνάρτηση με το τί θα ήταν λογικά αναμενόμενο να πράξει εξηγήθηκε πλήρως και επαρκώς. Θεωρώ, επομένως, ότι η μαρτυρία τόσο του ΜΕΑ2 όσο και του ΜΕΑ3 δεν ήταν πλήρης και το συμπέρασμα τους περί ευθύνης της Ενάγουσας δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό εφόσον η μαρτυρία τους δεν μπορεί να αποτελέσει ασφαλές υπόβαθρο για τέτοια κατάληξη.

 

Σε ό,τι αφορά την επιθεώρηση και τα συμπεράσματα του ΜΕΑ3, τέθηκε το ζήτημα κατά πόσο μεσολάβησαν εργασίες από τρίτα πρόσωπα. Ο ΜΕΑ3 ανέφερε κατά την αντεξέταση του ότι όταν επισκέφτηκε την επίδικη οικία, ήτοι στις 20/1/2016, ο ιδιοκτήτης, ήτοι ο Εναγόμενος, του ανέφερε ότι δεν είχε προβεί σε οποιανδήποτε επιδιόρθωση. Ο Εναγόμενος, στη γραπτή δήλωση του, Έγγραφο Α’, την οποία υιοθέτησε κατά την κυρίως εξέταση του, ανέφερε ότι «[μ]έχρι σήμερα, δεν έγινε τελική παραλαβή του έργου ένεκα κακοτεχνιών ή/και ζημιών εκ μέρους της Ενάγουσας, οι οποίες παραμένουν και υφίστανται μέχρι και την ημερομηνία καταχώρησης της παρούσας Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως. Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο(παρ. 76). Η εν λόγω παράγραφος συνιστά, παραδόξως, αυτούσια μεταφορά της παρ. 79 του αναφερόμενου δικογράφου. Ως, δε, ανέφερε στην παρ. 62 του Εγγράφου Α’, προκειμένου να προστατέψει την οικία του προσέλαβε υπεργολάβο για την επιδιόρθωση της μόνωσης, ο οποίος λόγω της κατάστασης στην οποία βρισκόταν «δεν κατόρθωσε να επιδιορθώσει σε ένα σημείο την κλίση προς την υδρορροή και θα επανέλθει για να συμπληρώσει την εργασία του.». Η εν λόγω παράγραφος συνιστά αυτούσια μεταφορά της παρ. 65 του πιο πάνω αναφερόμενου δικογράφου.

 

Συνδυαστικά, αυτό το οποίο λογικά συνάγεται είναι ότι μέχρι τις 3/3/2016, ημερομηνία καταχώρισης του αναφερόμενου δικογράφου, τουλάχιστον η μόνωση είχε επιδιορθωθεί, με εξαίρεση, βεβαίως, το ένα σημείο που αναφέρεται και για το οποίο 9 και πλέον έτη αργότερα ο Εναγόμενος αναμένει ακόμα τον υπεργολάβο που εργοδότησε να πάει να το επιδιορθώσει. Κατά την αντεξέταση του, ο Εναγόμενος προσέθεσε ότι επιδιόρθωσε και τις γυψοσανίδες του ορόφου.

 

Ερωτώμενος ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του κατά πόσο «[α]πό την τελευταία μέρα που ήρθε οποιοσδήποτε της Papayiannis να δουλέψει στο σπίτι μέχρι και τη μέρα που επήεν ο κύριος Κοντεάτης να το επιθεωρήσει, πήγε οποιοσδήποτε άλλος να δουλέψει στο σπίτι», απάντησε πως πήγε «[μ]όνο για τη στέγαση της ταράτσας», χωρίς, όμως, να θυμάται την ακριβή ημερομηνία. Σε επακόλουθη ερώτηση κατά πόσο μίλησε ο ίδιος με τον ΜΕΑ3, αναφέρθηκε στο προηγούμενο θέμα λέγοντας «όχι πριν, μετά την έφτιαξα την ταράτσα» και, αφού ο κ. Αρτεμίου επανέλαβε την πιο πάνω ερώτηση του, ο Εναγόμενος απάντησε «[α]π’ ό,τι θυμάμαι, όχι.». Στη συνέχεια της αντεξέτασης, επανερχόμενος ο κ. Αρτεμίου στο ίδιο θέμα και ρωτώντας τον Εναγόμενο κατά πόσο η νέα μόνωση έγινε μετά την επιθεώρηση από τον ΜΕΑ3, ο Εναγόμενος απάντησε πως δεν θυμούνταν λόγω του ότι παρήλθαν πολλά χρόνια, ενώ σε σχέση με την γυψοσανίδα απάντησε κατηγορηματικά πως έγινε «μετά».

 

Έκδηλα είναι που προκύπτει ότι οι θέσεις του Εναγόμενου είναι από μόνες τους αντιφατικές και ουδόλως πειστικές. Πέραν τούτου, όμως, καταρρίπτονται από την ίδια την έκθεση του ΜΕΑ3, Τεκμήριο 6, όπως και η αναφορά του ΜΕΑ3 περί του ότι ο Εναγόμενος τον ενημέρωσε πως δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε επιδιόρθωση πριν την επιθεώρηση του. Η έκθεση του ΜΕΑ3, Τεκμήριο 6, συντάχθηκε, ως αναφέρεται στην πρώτη σελίδα αυτής, την 21/1/2016 και στην σελ. 4 αναφέρεται πως ο Εναγόμενος είχε ήδη προσλάβει υπεργολάβο για την μόνωση. Αναφέρονται, συγκεκριμένα τα εξής, τα οποία αναπαράχθηκαν τόσο στο δικόγραφο όσο και στη γραπτή δήλωση του Εναγόμενου, Έγγραφο Α’, παραλείποντας, όμως, την χρονική τοποθέτηση τους:

 

«Ο ιδιοκτήτης για να προστατέψει την κατοικία του προσέλαβε υπεργολάβο μονώσεων ο οποίος αφαίρεσε [sic] την υπάρχουσα μόνωση και κατασκεύασε νέα. Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν η μόνωση που κατασκεύασε ο εργολάβος ήταν σε τέτοια κατάσταση που και ο κατασκευαστής που προσέλαβε ο ιδιοκτήτης δεν κατόρθωσε να επιδιορθώσει σε ένα σημείο την κλίση προς την υδρορροή και θα επανέλθει για να συμπληρώσει την εργασία του. Ιδε Φ 11 και Φ 14.».

 

Δεν θεωρώ ότι κατ’ εκείνο το στάδιο, ήτοι στις 20-21/1/2016, υπήρχε οποιοσδήποτε λόγος να γινόταν η σχετική αναφορά από τον Εναγόμενο και συνακόλουθα να καταγραφόταν στο Τεκμήριο 6 χωρίς να ανταποκρινόταν στην πραγματικότητα. Οι φωτογραφίες, άλλωστε, στις οποίες αναφέρεται ο ΜΕΑ3, απεικονίζουν, όντως, μόνο ένα σημείο της οροφής με λιμνάζοντα νερά.

 

Ο Εναγόμενος δέχθηκε ότι προχώρησε με τις επιδιορθώσεις μετά που αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν επρόκειτο να το πράξει. Προς τούτο, αναφέρθηκε άλλοτε στην επιστολή, ημ. 17/4/2015, Τεκμήριο 20, και άλλοτε στην αγωγή, η οποία ως προκύπτει από την σχετική ένορκη δήλωση επίδοσης που βρίσκεται στον φάκελο του Δικαστηρίου, του επιδόθηκε προσωπικά στις 15/1/2016. Η προσπάθεια του να διασυνδέσει το πότε αντιλήφθηκε ότι η Ενάγουσα δεν επρόκειτο να προβεί στις επιδιορθώσεις με την επιδιόρθωση της μόνωσης και την επιθεώρηση του ΜΕΑ3 ήταν και συγκεχυμένη και απέλπιδα. Αυτό που καταφανώς προκύπτει είναι πως η θέση του περί επιδιόρθωσης της μόνωσης μετά την επιθεώρηση του ΜΕΑ3 συνιστά εκ των υστέρων σκέψη.

 

Τα πιο πάνω όχι μόνο καταδεικνύουν την αναξιοπιστία του Εναγόμενου αλλά και την έλλειψη αντικειμενικότητας και αμεροληψίας από μέρους του ΜΕΑ3. Ιδιαίτερα σε σχέση με τον ΜΕΑ3 διαφαίνεται ότι άλλαξε τη θέση του προκειμένου να υποστηρίξει τον Εναγόμενο, προσπάθεια που κλονίζει την αξιοπιστία του έχοντας υπόψη τις πάγιες αρχές της νομολογίας αναφορικά με το καθήκον των πραγματογνωμόνων προς το Δικαστήριο. 

 

Προβλήθηκε έντονα από την πλευρά του Εναγόμενου ότι η Ενάγουσα παραδέχθηκε την ευθύνη της για τις ζημιές που παρουσιάστηκαν και συμφώνησε να τις επιδιορθώσει. Ο Εναγόμενος κατά την αντεξέταση του αναφέρθηκε στη συμφωνία αυτή ως υπογεγραμμένη («τη συμφωνία του που υπογράψαμε με τον αρχιτέκτονα»), στη συνέχεια ως μη υπογραμμένη αλλά γραπτή («δεν είπα υπογράψαμε, υπάρχει και γραπτώς η συμφωνία που έκαναν…») και στη συνέχεια ως ούτε γραπτή («όχι γραπτή. Υπάρχει συμφωνία, είπα.»). Παρά την πρόδηλη ασυνέπεια των όσων ανέφερε, παρέπεμψε στην επιστολή του ΜΕΑ2 προς στην Ενάγουσα, ημ. 3/4/2015, Τεκμήριο 16, στην οποία, ως αναφέρεται και πιο πάνω, καταγράφονται τα εξής:

 

«Στην συνάντηση που είχαμε στο πιο πάνω έργο στην παρουσία και του εργοδότη την 31 Μαρτίου 2015, είχατε συμφωνήσει να προχωρήσετε σε όλες τις εργασίες που σας υποδείχτηκαν επί τόπου, αλλά και με επιστολή μας στις 12 Νοεμβρίου 2014 έπειτα από την συνάντηση μας για τελική παραλαβή του έργου.».

 

Από το περιεχόμενο της εν λόγω επιστολής, προκύπτει ότι η ισχυριζόμενη συμφωνία επετεύχθη προφορικά στις 31/3/2015.

 

Το ζήτημα της συμφωνίας από μέρους της Ενάγουσας τέθηκε και κατά την αντεξέταση του ίδιου του ΜΕΑ2, ο οποίος στην υποβολή της θέσης ότι «η Papayiannis ουδέποτε παραδέχθηκε είτε σε εσάς, είτε σε οποιονδήποτε άλλον για δική της ευθύνη περί ελαττωμάτων» απάντησε πως «[σ]ε κάποια που τα email που μου έστειλε ο κύριος Μάριος Παπαγιάννης, που τους εκπροσώπους του εργολάβου, σε τζιείνες τις συναντήσεις, ναι, προέβαλε κάποιος [sic] ισχυρισμούς ότι πιθανώς να προκλήθηκαν από διαφορετικούς λόγους.». Συμφώνησε, δε, ότι η Ενάγουσα πρότεινε κατά χάρη κάποια συμφωνία επιδιορθώσεων, δηλώνοντας, όμως την διαφωνία του με τον χαριστικό χαρακτήρα της συμφωνίας. Ίδια ήταν και η θέση του Εναγόμενου λέγοντας ότι «[δ]εν μπορούσε να έρθει να μου τα σάσει φιλικά, είναι ζημιές που φαίνονται, δεν μου κάμνει χάρη…Η [sic] κύριος Παπαγιάννης είπε ότι θα έρθει φιλικά να μου της σάσει, δεν ήρθε.».

 

Στην επιστολή της Ενάγουσας, ημ. 12/3/2015, Τεκμήριο 3, εκφράζεται, παρά την προθυμία της να προχωρήσει με επιδιορθώσεις, η αμφιβολία της ως προς την πηγή της υγρασίας αφού αναζητήθηκε η διερεύνηση άλλων πιθανών «εξωγενών παραγόντων που επηρεάζουν το σύστημα και φέρνουν νερά μέσα (τρυπημένη πλάκα, είσοδος νερών από σωλήνες κτλ)». Μετά δε την συνάντηση στο εργοτάξιο στις 31/3/2015, ακολούθησε δεύτερη επιστολή της Ενάγουσας, ημ. 31/3/2015, Τεκμήριο 9, στην οποία επαναλαμβάνεται η ίδια αμφιβολία αφού, όπως αναφέρεται, «τίποτε ακόμα δεν δείχνει ξεκάθαρα ότι, οι υγρασίες είναι αποτέλεσμα ελλειπών ρύσεων και προβληματικής μόνωσης». Στην εν λόγω επιστολή, τονίζεται, επίσης, η πεποίθηση της Ενάγουσας ότι «η πηγή της υγρασίας είναι άλλη» εξ ου και, ως αναφέρεται, διευθετήθηκε συνάντηση για την αφαίρεση μέρους της γυψοσανίδας της οροφής «για έλεγχο της πηγής της υγρασίας». Στη συνέχεια, ρητά δηλώνονται τα εξής:

 

«…έχουμε κάθε καλή διάθεση σε πνεύμα κατανόησης να συνεργαρτούμε [sic] με εσένα [ήτοι τον ΜΕΑ2] και τους ιδιοκτήτες αποκλειστικά και μόνον χάρην της φιλίας μας με τους ιδιοκτήτες και της άριστης σχέσης που είχαμε μέχρι πρόσφατα. Σε καμία περίπτωση δεν θεωρούμε πως είμαστε υπεύθυνοι για την σημερινή κατάσταση (αφού απλές λύσεις εάν εφαρμόζονταν πολύ πιο πριν θα επίλυναν [sic] όλα τα προβλήματα). Όπως όμως σου ανέφερα και σου επαναλαμβάνω δεν επιθυμούμε σε καμία περίπτωση να δημιουργηθεί πρόβλημα στις σχέσεις μας με τους πελάτες.».

 

Έχοντας, δε, ο ΜΕΑ2 απορρίψει την εισήγηση της Ενάγουσας σε σχέση με την καταβολή του ποσού των €4,500 (Τεκμήριο 16), η Ενάγουσα απάντησε μέσω των δικηγόρων της δηλώνοντας ότι σε καμία περίπτωση δεν αποδεχόταν ότι είχε παραβιάσει τους όρους της Συμφωνίας και ότι ήταν διατεθειμένη «χωρίς να αποδέχ[εται] την όποια ευθύνη ή/και χαριστικά» να προχωρήσει στις επιδιορθώσεις αφού της παραδινόταν το ποσό των €4,500 (Τεκμήριο 20). Η πλευρά του Εναγόμενου αρνήθηκε και οι επιδιορθώσεις δεν έγιναν.

 

Αυτό που προκύπτει, στη βάση των όσων τόσο ο Εναγόμενος και ο ΜΕΑ2 ανέφεραν αλλά και των όσων καταγράφονται στις πιο πάνω επιστολές της Ενάγουσας, είναι ότι η πρόθεση της Ενάγουσας να προβεί στις επιδιορθώσεις δεν έγινε στη βάση ρητής και ανεπιφύλακτης αποδοχής οποιασδήποτε ευθύνης από μέρους της αλλά στη βάση της καλής συνεργασίας και σχέσης της με τον Εναγόμενο, την οποία και ο ίδιος παραδέχτηκε κατά την αντεξέταση του («Την αλήθεια είπα την ότι είχα καλές σχέσεις με τον κύριο Παπαγιάννη, και οικογενειακές και φιλικές…»). Σε αυτό το πλαίσιο είναι που, ως γίνεται αντιληπτό, εντάσσεται και η επίσκεψη τεχνίτη της Ενάγουσας μετά τη λήξη της περιόδου ευθύνης, ήτοι τον Ιούνιο 2014, ως παραδεκτώς προκύπτει από τα δικόγραφα. Δεν τίθεται, επομένως, οποιοδήποτε ζήτημα αποδοχής από μέρους της Ενάγουσας οποιασδήποτε δικής της ευθύνης, ως η πλευρά του Εναγόμενου υποστήριξε.

 

Ζημιές

 

Σε ό,τι αφορά τις ζημιές που ο Εναγόμενος ισχυρίστηκε ότι υπέστη συνεπεία των κακοτεχνιών της Ενάγουσας, προκύπτουν δύο ζητήματα: πρώτον, το κατά πόσο ο Εναγόμενος συνέβαλε στη διόγκωση τους, και, δεύτερον, η κοστολόγηση τους.

 

Σύμφωνα με τη θέση που προώθησε ο Εναγόμενος, οι κακοτεχνίες εντοπίστηκαν μετά την αποπεράτωση του έργου, στις 13/3/2013 (Τεκμήριο 13), και ο χρόνος επιδιόρθωσης τους, σύμφωνα με τον ΜΕΑ2, ήταν 2-3 βδομάδες. Στη βάση των όσων λέχθηκαν πιο πάνω σε συνάρτηση με τα όσα δέχθηκε ο Εναγόμενος, προκύπτει ότι προέβη σε επιδιορθώσεις στη μόνωση της οροφής κατά την περίοδο από τον Απρίλη 2015, το ενωρίτερον, μέχρι την 21/1/2016, χωρίς να προσδιοριστεί ο ακριβής χρόνος.

 

Αποτέλεσε κοινό έδαφος αλλά και θέση του Εναγόμενου ότι οι ζημιές επιδεινώνονταν με την πάροδο του χρόνου. Προς τούτο, ο ΜΕΑ2 συμφώνησε πως σε περίπτωση που οι κακοτεχνίες δεν επιδιορθώνονταν το 2013, τόσο μέχρι το 2015 όσο και μέχρι σήμερα η ζημιά θα μεγάλωνε. Συμφώνησε, επίσης, με τη θέση πως από τον Μάρτη 2013 μέχρι τον Νοέμβριο 2014 (δέστε Τεκμήριο 14/17) η ζημιά όντως μεγάλωσε. Συναφώς, και ο ΜΕΑ3 συμφώνησε πως η παραμονή των κακοτεχνιών επιδείνωσε το πρόβλημα, ιδιαίτερα ενόψει του ότι επρόκειτο για υγρασίες. Ερωτώμενος σε σχέση με το κατά πόσο τα προβλήματα που είδε το 2016 ήταν περισσότερα από όσα ενδεχομένως να υπήρχαν το 2013, ο ΜΕΑ3 απάντησε πως πιθανόν να ήταν περισσότερα επιβεβαιώνοντας ότι η μη επιδιόρθωση τους για τόσο μεγάλο διάστημα επιδείνωσε την κατάσταση. Συγκεκριμένα, σε σχέση με τα όσα καταγράφηκαν στο Τεκμήριο 13 προέβαλε πως «εάν διορθώνονταν σε εύλογο χρονικό διάστημα μετά την ημερομηνία 13 Μαρτίου του 2013, αν δεν εξέλειπαν το πρόβλημα, αν θα παρουσιάζονταν, θα ήταν πιο μικρά προβλήματα.». Δεν απέκλεισε, συνεπώς, το ενδεχόμενο να μην υπήρχε μετά την επιδιόρθωση τους κατ’ εκείνο το χρόνο κανένα πρόβλημα.

 

Λαμβάνοντας υπόψη τον χρόνο από την επιστολή, Τεκμήριο 13 (13/3/2013), ή ακόμα τη λήξη της περιόδου ευθύνης (1/8/2013) μέχρι τον Απρίλιο 2015, το ενωρίτερο, δηλαδή, χρονικό σημείο που ο Εναγόμενος, στη βάση των όσων ανέφερε, είχε επιδιορθώσει τη μόνωση, προκύπτει με ασφάλεια ότι οι κακοτεχνίες δεν επιδιορθώθηκαν εντός ευλόγου χρόνου και ότι το γεγονός αυτό προκάλεσε περισσότερες ζημιές από αυτές που θα προκαλούνταν αν επιδιορθώνονταν εγκαίρως. Πέραν δε των επιδιορθώσεων στις οποίες προέβη, ο Εναγόμενος άφησε τα υπόλοιπα προβλήματα, συμπεριλαμβανομένου μέρους της οροφής και τις υγρασίες στις βεράντες, να εκκρεμούν μέχρι σήμερα.

 

Όλα τα πιο πάνω οδηγούν στο συμπέρασμα ότι και ο ίδιος ο Εναγόμενος συνέβαλε στην ζημιά που υπέστη. Και τούτο πέραν και ανεξάρτητα της οποιασδήποτε ευθύνης ήθελε αποδοθεί στην Ενάγουσα.

 

Το α. 73(3), Κεφ. 149 προνοεί σχετικά ότι «κατά τον υπολογισμό της απώλειας ή της ζημιάς που προέκυψε από την παράβαση της σύμβασης, πρέπει να λαμβάνονται υπόψη τα μέσα τα οποία υπήρχαν για θεραπεία της δυσχέρειας η οποία προκλήθηκε συνεπεία της μη εκτέλεσης της σύμβασης».

 

Ως λέχθηκε στην Centra (Holdings) Ltd v Reuters Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 298, «είναι νομολογημένο και αποτελεί στοιχειώδη αρχή ότι το βάρος αποδείξεως τόσον των γεγονότων όσο και των ζημιών βαρύνει τον Ενάγοντα.  Θα πρέπει να αποσύσει το βάρος αυτό πριν νομιμοποιηθεί στη διεκδίκηση ουσιαστικών αποζημιώσεων. Ενίοτε συμβαίνει ο Εναγόμενος να παραδέχεται τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα αναφορικά με τις ζημιές αλλά ταυτόχρονα προβάλλει ισχυρισμούς προς αποφυγή ευθύνης.  Τούτο συμβαίνει εκεί όπου ο Εναγόμενος επιδιώκει να αποδείξει ότι ο Ενάγων είχε υποχρέωση να λάβει ορισμένα μέτρα για μετριασμό της απώλειας του.  Η αρχή αυτή διατυπώθηκε πολύ νωρίς.  Στην υπόθεση Roper v. Johnson [1873] L.R. 8 C.P. 167 αποφασίστηκε ότι το βάρος αποδείξεως επί του θέματος βαρύνει τον Εναγόμενο και οι επιδικασθησόμενες αποζημιώσεις δεν μειώνονται εκτός αν ο εναγόμενος πετύχει να αποδείξει ότι ο Ενάγων όφειλε εύλογα να προβεί στη λήψη των μέτρων για μετριασμό των ζημιών(Βλ. επίδης Garnac Grain Co. v. Faure and Fairclough [1968] A.C. 1130, McGregor on Damages 14th Ed. p. 1023).».

 

Έχοντας, λοιπόν, υπόψη τις ανωτέρω αναφερόμενες αρχές και έχοντας καταλήξει στο συμπέρασμα ότι και ο Εναγόμενος συνέβαλε στη δική του ζημιά, ως εξηγείται πιο πάνω, οι αποζημιώσεις που ήθελε σε κάθε περίπτωση επιδικαστούν υπέρ του θα πρέπει να είναι μειωμένες ενόψει της αποτυχίας του να λάβει εγκαίρως μέτρα για μετριασμό της ζημιάς του.

 

Δεν διαλανθάνει την προσοχή ότι ο Εναγόμενος προέβαλε πως ο λόγος για τον οποίο δεν προέβη σε οποιεσδήποτε άλλες επιδιορθώσεις ήταν «οικονομικός». Ο εν λόγω ισχυρισμός, όμως, προβλήθηκε εντελώς γενικά και αόριστα, χωρίς καμία λεπτομέρεια ή στοιχειοθέτηση, σε βαθμό που θα ήταν επισφαλές να γίνει αποδεκτός και να του δοθεί η όποια βαρύτητα.

 

Η θέση του κ. Αρτεμίου ότι το κόστος επιδιόρθωσης των όσων καταγράφονται στο Τεκμήριο 13, με εξαίρεση το σημείο αρ. 4, το οποίο αφορά σε απόφραξη σωλήνας αποχέτευσης, ανέρχεται στα €850 δεν μπορεί να γίνει δεκτή ελλείψει σχετικής μαρτυρίας. Ούτε ο ΜΕΑ2 αλλά ούτε και ο ΜΕΑ3 συμφώνησαν μαζί του.

 

 

Κοστολόγηση

 

Η αξίωση του Εναγόμενου σε σχέση το ποσό των €10,517.30 ως αποζημιώσεις για την επιδιόρθωση των κακοτεχνιών και των συναφών ζημιών βασίστηκε στην «Κοστολόγηση Εργασιών προς Επιδιόρθωση» που συνέταξε ο ΜΕΑ3 (Τεκμήριο 6, σελ. 6), η οποία, ως αναφέρεται, έγινε με βάση τις τιμές μονάδος της προσφοράς της Ενάγουσας, Τεκμήριο 8. Ως ο ΜΕΑ3 διευκρίνισε κατά τη μαρτυρία του χωρίς να αμφισβητηθεί, οι εν λόγω τιμές δεν διέφεραν ουσιωδώς από τις τιμές αγοράς του 2016.

 

Εν πρώτοις, παρατηρείται πως ο ΜΕΑ3 περιέλαβε στην κοστολόγηση του τόσο το κόστος αφαίρεσης, αγοράς και τοποθέτησης νέας μόνωσης (σημεία αρ. 1 και 2) όσο και το κόστος αγοράς και τοποθέτησης νέας γυψοσανίδας (σημείο αρ. 13). Αν και ο Εναγόμενος, ως αναφέρεται πιο πάνω, δέχτηκε ότι επιδιόρθωσε τη μόνωση και τις γυψοσανίδες, δεν παρουσίασε οποιοδήποτε αποδεικτικό προς τεκμηρίωση των εξόδων που υπέστη. Η αξίωση ειδικών αποζημιώσεων ύψους €1,360 για «έξοδα που κατέβαλ[ε] για αγορά υλικών ή/και γόμες», ελλείψει σχετικής τεκμηρίωσης και αυστηρής απόδειξης, ως οι πάγιες αρχές της νομολογίας επιτάσσουν, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την αξίωση για το ποσό των €300 ως «έξοδα για εργασίες που εκτελέστηκαν σε σχέση με αποφράξεις φρεατίων» (δέστε και Τεκμήριο 13, σημείο 4). Η πιο πάνω προσέγγιση είναι παράδοξη εφόσον λογικά θα αναμενόταν να παρουσιαστούν αποδείξεις για το κόστος που όντως ο Εναγόμενος υπέστη παρά εκτίμηση του κόστους από μέρους του ΜΕΑ3. Δεν θεωρώ, όμως, ότι αυτός θα ήταν λόγος για μη αποδοχή των ποσών που υπολόγισε ο ΜΕΑ3 δεδομένης της μη αντεξέτασης του επ’ αυτών και έχοντας υπόψη τα όσα αναφέρθηκαν στην Παπαχρυσοστόμου ν Κώστας Γρηγοριάδης & Συνέταιροι κ.α. (2015) 1 ΑΑΔ 2755 («Οι ειδικές αποζημιώσεις πρέπει βεβαίως να εξειδικεύονται και να αποδεικνύονται με αυστηρότητα, αλλά είναι δυνατή η απόδοση αποζημίωσης όταν η μαρτυρία είναι αξιόπιστη, αλλά υπολείπεται σε επάρκεια διότι όπου είναι αποδεκτό ότι έχει προκληθεί ζημιά, ο παραβάτης δεν πρέπει να απαλλάσσεται. Το Δικαστήριο μπορεί να καθορίζει ένα ποσό στη βάση της όλης εικόνας ως εύλογο υπό τις περιστάσεις (Πέτρου ν. Γαλάνη (2009) 1 Α.Α.Δ 84 και Chaplin vHicks [1911] 2 Κ.Β. 786).»).

 

Ο ΜΕΑ3 εκτίμησε ότι οι «ζημιές εις ξυλουργικά» ανέρχονται στα €800 (Τεκμήριο 6, σελ. 7, σημείο 25). Παρά το ότι δέχθηκε ότι οι ξυλουργικές εργασίες έγιναν από υπεργολάβο και όχι την Ενάγουσα, θεώρησε ότι η τελευταία ήταν υπεύθυνη για τις εν λόγω ζημιές λόγω του ότι «χρέωσε εργασίες, βοήθεια από τους υπεργολάβους.». Κατέστη, δε, σαφές κατά την αντεξέταση του ότι οι αναφορές του σε «χρέωση» παρέπεμπαν στην προσφορά της Ενάγουσας, Τεκμήριο 8. Στο εν λόγω έγγραφο, όμως, αυτό που αναφέρεται είναι «βοήθεια προς υπεργολάβους», πράγμα ουσιωδώς διαφορετικό από αυτό που ο ΜΕΑ3 ανέφερε. Η δε γενική αναφορά του σε επόμενη επί τούτου ερώτηση ότι οι ζημιές προήλθαν από υγρασίες στην οροφή και τα μπαλκόνια, για τα οποία υπεύθυνος ήταν ο εργολάβος, ουδόλως επαρκεί. Πέραν των όσων αναφέρονται πιο πάνω, ούτε από την έκθεση του, Τεκμήριο 6, αλλά ούτε και από τη δια ζώσης μαρτυρία του προκύπτει έστω το σε τί συνίστανται αυτές οι ζημιές όπως ούτε και το πώς εκτιμήθηκαν και κοστολογήθηκαν.

 

Περαιτέρω, ο ΜΕΑ3 υπολόγισε το κόστος για την αγορά νέου πατώματος, ως γίνεται αντιληπτό, για τις βεράντες (Τεκμήριο 6, σελ. 6, σημείο 4). Ερωτώμενος κατά την αντεξέταση του ως προς το πώς κατέληξε στο εν λόγω ποσό αναφέρθηκε στο «συμβόλαιο», πλην, όμως, ούτε στη Συμφωνία αλλά ούτε και στην προσφορά της Ενάγουσας, Τεκμήριο 8, εντοπίζεται σχετική τιμή μονάδος, αφού, ως αναφέρεται στο Τεκμήριο 8, η αγορά πατωμάτων ρητά εξαιρέθηκε από την προσφορά και τις συναφείς υποχρεώσεις της Ενάγουσας. Πέραν τούτου, ουδόλως αιτιολογήθηκε και ούτε προσκομίστηκε οποιοδήποτε δικαιολογητικό για την τιμή μονάδος που χρησιμοποιήθηκε.

 

Ο ΜΕΑ3 υπολόγισε, επίσης, το κόστος για  τον καθαρισμό της επιφάνειας και την επανατοποθέτηση πέτρας στην ψησταριά (Τεκμήριο 6, σελ. 7, σημείο 21). Ως ο Εναγόμενος δέχτηκε, η ψησταριά εξαιρέθηκε από τις εργασίες που διενήργησε η Ενάγουσα καθότι δωρίστηκε στον Εναγόμενο.

 

Πέραν των ανωτέρω αναφερόμενων σημείων αρ. 4, 21 και 25, οι υπόλοιπες κοστολογήσεις του ΜΕΑ2, ως καταγράφονται στο Τεκμήριο 6, σελ. 6-7, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του και γίνονται αποδεκτές.

 

Γίνεται, επίσης, δεκτό ότι ο Εναγόμενος κατέβαλε για τις υπηρεσίες του ΜΕΑ3 το ποσό των €595 εφόσον το ζήτημα αυτό δεν αποτέλεσε αντικείμενο αμφισβήτησης και παρουσιάστηκε το σχετικό τιμολόγιο με απόδειξη πληρωμής (Τεκμήριο 7).

 

Καθυστέρηση

 

Αποτελεί κοινώς αποδεκτό υπόβαθρο ότι η Ενάγουσα παρέλαβε το εργοτάξιο στις 29/11/2010 και, σύμφωνα με τα όσα ρητά καταγράφονται στη Συμφωνία (όρος 22 σε συνάρτηση με το Παράρτημα), όφειλε να παραδώσει το έργο στις 29/11/2011. Ως, όμως, λέχθηκε πιο πάνω, ο ΜΕΑ2 στο Πιστοποιητικό Έμπρακτης Συμπλήρωσης Εργασιών, Τεκμήριο 11, καθόρισε ως ημερομηνία έμπρακτης συμπλήρωσης των εργασιών την 1/8/2012, ημερομηνία κατά την οποία δεν αμφισβητείται ότι παραδόθηκε το έργο στον Εναγόμενο.

 

Αποτελεί, επίσης, κοινό έδαφος ότι η Ενάγουσα δεν ζήτησε παράταση χρόνου για τη συμπλήρωση των εργασιών και ότι καμία τέτοια παράταση δεν δόθηκε από τον ΜΕΑ2. Αν και δεν αμφισβητήθηκε, επίσης, ότι στις 17/5/2011, ως προκύπτει από το Τεκμήριο 22, εξασφαλίστηκε άδεια οικοδομής για «προσθήκες/μετατροπές» στην επίδικη οικία, ουδόλως εξηγήθηκε ή διασυνδέθηκε με σαφή και επαρκή μαρτυρία κατά πόσο το ζήτημα αυτό επέδρασε και σε ποιο βαθμό στον χρόνο αποπεράτωσης του έργου.

 

Στη βάση, λοιπόν, της μη συμπλήρωσης του έργου κατά τη συμφωνημένη ημερομηνία, ο Εναγόμενος αξίωσε αποζημιώσεις ένεκα της καθυστέρησης. Η αξίωση του βασίζεται, συγκεκριμένα, στον χρόνο που παρήλθε από τις 29/11/2011 μέχρι την 1/8/2012 και η σχετική απαίτηση του υπολογίζεται στη βάση του ποσού των €100 ανά μέρα, το οποίο καθορίζεται στο Παράρτημα της Συμφωνίας ως «Εκτιμηθείσες Αποζημιώσεις για Καθυστερήσεις».

 

Ο όρος 23 της Συμφωνίας διαλαμβάνει ως ακολούθως:

 

«Εάν ο Εργολάβος παραλείψει να συμπληρώσει τις Εργασίες μέχρι την Ημερομηνία Συμπλήρωσης η οποία καθορίζεται εις το Παράρτημα των παρόντων Όρων ή εντός οποιουδήποτε παραταθέντος χρόνου παραχωρούμενου βάσει του Άρθρου 24 ή του Άρθρου 34(1)(γ) των παρόντων Όρων και ο Αρχιτέκτονας πιστοποιήσει γραπτώς ότι κατά την γνώμη του αυτές έπρεπε λογικά να είχαν συμπληρωθεί τότε ο Εργολάβος, εφ’ όσον γραπτώς δυνατόν να απαιτήσει τούτο ο Εργοδότης όχι αργότερα από την ημερομηνία της έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού, θα πληρώσει ή θα παραχωρήσει προς τον Εργοδότη κάποιο ποσό το οποίον θα υπολογίζεται βάσει της τιμής η οποία καθορίζεται εις το εν λόγω Παράρτημα ως Εκτιμηθείσες Αποζημιώσεις για Καθυστερήσεις σε σχέση με την χρονική περίοδο κατά την οποία οι Εργασίες θα παραμένουν ή θα είχαν παραμείνει ασυμπλήρωτες και ο Εργοδότης θα δύναται να αφαιρέσει το ποσό αυτό από οποιαδήποτε ποσά τα οποία οφείλονται ή θα οφείλονται εις τον Εργολάβο βάσει του παρόντος Συμβολαίου ή θα δύναται να ανακτήσει το ποσό αυτό από τον Εργολάβο υπό την μορφή χρέους.

 

Πάντοτε νοουμένου ότι οποιοσδήποτε υπολογισμός και οποιαδήποτε αφαίρεση ή ανάκτηση του προαναφερόμενου ποσού θα γίνεται, ανεξάρτητα από οτιδήποτε το οποίο εκφράζεται ρητά ή υπονοείται αλλού εις το παρόν Συμβόλαιο, συμφώνως προς την σχετική Νομοθεσία της Δημοκρατίας η οποία ισχύει κατά την ημερομηνία της υπογραφής του Συμφωνητικού Εγγράφου.».

 

Συνεπώς, δεδομένου ότι όντως το έργο δεν παραδόθηκε κατά την ημερομηνία που διαλαμβάνεται στη Συμφωνία και ότι ο χρόνος συμπλήρωσης των εργασιών δεν παρατάθηκε, προκειμένου να δικαιούται ο εργοδότης αποζημίωση για την καθυστέρηση του εργολάβου, βάσει του όρου 23 της Συμφωνίας θα πρέπει:

-       ο αρχιτέκτονας να πιστοποιήσει γραπτώς ότι κατά την γνώμη του οι εργασίες έπρεπε λογικά να είχαν συμπληρωθεί, και

-       ο εργοδότης να απαιτήσει γραπτώς αποζημιώσεις όχι αργότερα από την ημερομηνία της έκδοσης του Τελικού Πιστοποιητικού.

 

Ο ΜΕΑ2 κατά τη μαρτυρία του προώθησε τη θέση ότι υπεύθυνη για την καθυστέρηση ήταν η Ενάγουσα αφού, αν και δέχθηκε ότι μερικές εργασίες εκτελέστηκαν από υπεργολάβους, δύο μήνες πριν την συμφωνηθείσα αποπεράτωση η πρόοδος του έργου ήταν σε τέτοιο στάδιο «που δεν υπήρχε περίπτωση να προλάβει να παραδώσει, ούτε οι υπεργολάβοι, ούτε ο ίδιος [η Ενάγουσα] τις εργασίες στην ημερομηνία που ήταν καθορισμένη στο συμβόλαιο.». Θεωρούσε, δε, ότι η Ενάγουσα ήταν υπεύθυνη για την «ουσιώδη» καθυστέρηση, η οποία αφορούσε στον σκελετό του έργου, και οι όποιες καθυστερήσεις των υπεργολάβων ήταν συνακόλουθες της δικής της καθυστέρησης. Συναφώς, ο Εναγόμενος ανέφερε ότι «οι άλλοι ήταν στην ώρα τους, πάντα όποτε ήταν το χρονοδιάγραμμα ήταν στην ώρα τους», πλην, όμως, αν και του ζητήθηκε να παρουσιάσει το χρονοδιάγραμμα, απάντησε «θα το βρω» και εντέλει ουδέν τέτοιο έγγραφο παρουσιάστηκε. Οι πιο πάνω θέσεις παρουσιάστηκαν κατά τρόπο γενικό και αόριστο αφού ούτε οποιαδήποτε συγκεκριμένη λεπτομέρεια ή στοιχείο δόθηκε αλλά ούτε και παρουσιάστηκε οποιοδήποτε συναφές έγγραφο, όπως παραδείγματος χάρη το χρονοδιάγραμμα στο οποίο αναφέρθηκε ο Εναγόμενος ή πρακτικά εργοταξίου.

 

Το ουσιώδες, όμως, είναι ότι ο ΜΕΑ2 εξέδωσε το Τελικό Πιστοποιητικό στις 6/8/2012 και ουδόλως προκύπτει από την ενώπιον μου μαρτυρία ότι πιστοποίησε γραπτώς, ως ο όρος 23 προβλέπει, τις όποιες καθυστερήσεις που κατά τον ίδιο οφείλονταν στην Ενάγουσα. Συναφώς, κατά την αντεξέταση του δέχθηκε ότι δεν απέστειλε επιστολές στην Ενάγουσα σε σχέση με τις καθυστερήσεις αλλά ούτε και ζήτησε εξηγήσεις είτε από την Ενάγουσα είτε από τους υπεργολάβους. Συμφώνησε, προς τούτο, με την θέση του κ. Αρτεμίου ότι το ζήτημα των καθυστερήσεων δεν περιλήφθηκε «ούτε στα ενδιάμεσα διατακτικά, ούτε σε επιστολές [του] μέχρι την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών, ούτε σε οποιανδήποτε επιστολή προς τον εργολάβο, ούτε σε οποιοδήποτε παραστατικό εργοταξίου.».

 

Ο Εναγόμενος, δε, αντεξεταζόμενος σε σχέση με τις καθυστερήσεις κατά τη διάρκεια της εκτέλεσης των εργασιών ανέφερε ότι μιλούσε με τον αρχιτέκτονα, ο οποίος απέστελλε επιστολές στην Ενάγουσα. Σε υποβολή ότι ποτέ ο αρχιτέκτονας δεν αναφέρθηκε στην καθυστέρηση των εργασιών, ο Εναγόμενος απάντησε πως έγινε τέτοια αναφορά «στο τέλος της οικίας», ήτοι «στις παρατηρήσεις που έχει…και το 2011 και το 2012 και το 2013.». Διαφώνησε, επίσης, με την υποβολή ότι ο αρχιτέκτονας ποτέ δεν πιστοποίησε οποιανδήποτε καθυστέρηση λέγοντας «να ρωτήσουμε τον ίδιο.». Έκδηλα είναι που προκύπτει ότι οι θέσεις του Εναγόμενου δεν επιβεβαιώθηκαν από τον ΜΕΑ2, αλλά, αντίθετα, καταρρίφθηκαν.

 

Στη συνέχεια της αντεξέτασης του ο Εναγόμενος διαφοροποίησε τη θέση του λέγοντας ότι μέχρι «και το 2012 και το 2013» δεν αναφέρθηκε οτιδήποτε για καθυστερήσεις, πλην, όμως, «με την προϋπόθεση ότι θα έρχονταν να σάσουν τα πράγματα, να μπορεί να τελειώσει το σπίτι, για τον λόγο ότι είχ[ε] και μια προσωπική φιλία με τον κύριο Παπαγιάννη…». Στην μετέπειτα υποβολή του κ. Αρτεμίου ότι δεν υπάρχει επιστολή από οποιονδήποτε για υπέρβαση του χρόνου παράδοσης του έργου, ο Εναγόμενος ουσιαστικά συμφώνησε επαναλαμβάνοντας ότι «[ο] λόγος που δεν έχει [είναι επειδή] περιμέναμε τον κύριο Παπαγιάννη να έρθει να φτιάξει την οικία. Όταν είχαμε συμφωνία για να έρθει να την φτιάξει, η συμφωνία ήταν για να έρθει να την φτιάξει. Από τη στιγμή που δεν το έπραξε πλήρως, είναι καθυστέρηση. Εάν το έπραττε, δεν θα είχε πρόβλημα.». Στη συνέχεια, στις ίδιες γραμμές, ανέφερε ότι «[τ]ην καθυστέρηση δεν την έβαλε ο αρχιτέκτονας γιατί είχαμε συμφωνία να φτιάξει το σπίτι. Απλώς τη στιγμή που δεν το έπραξε… γι’ αυτό ξεκίνησαν οι καθυστερήσεις. Ξαναεπαναλαμβάνω [sic], εάν τα έφτιαχνε δεν θα είχα καμία, καμία απαίτηση.». Συμφώνησε, ακολούθως, τόσο με την υποβολή ότι δεν υπήρξε καθυστέρηση, η οποία να επιβεβαιώνεται ως τέτοια από τον αρχιτέκτονα, όσο και με την υποβολή ότι ποτέ δεν διαμαρτυρήθηκε για την πρόοδο των εργασιών και την παράδοση του έργου.

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει, αφενός, ότι ο Εναγόμενος παραπονέθηκε για καθυστέρηση όταν η Ενάγουσα δεν προέβη στις επιδιορθώσεις σύμφωνα με την κατά τον ίδιο σχετική συμφωνία, και, αφετέρου, ότι δεν υπήρχε τέτοια συναφής απαίτηση ή ζήτημα πριν την έμπρακτη συμπλήρωση των εργασιών. Διαπιστώνεται, επομένως, ότι η απαίτηση για αποζημιώσεις συνεπεία καθυστέρησης δεν είχε επισημανθεί εξαρχής αλλά προωθήθηκε επειδή η Ενάγουσα δεν είχε προέβη στις επιδιορθώσεις που της ζητήθηκαν. Διαπιστώνεται, επίσης, ότι ενώ το Τελικό Πιστοποιητικό εκδόθηκε στις 6/8/2012, ο Εναγόμενος ουδέποτε προηγουμένως απαίτησε γραπτώς αποζημιώσεις για καθυστέρηση και το έπραξε μόνο στο πλαίσιο της αγωγής. Τούτο επιβεβαιώνεται και από την αναφορά του Εναγόμενου ότι οι καθυστερήσεις επισημάνθηκαν από τον ΜΕΑ3, ο οποίος διορίστηκε στις 20/1/2016. Ως, δε, ο ΜΕΑ3 ανέφερε εν τέλει κατά την αντεξέταση του, «πιθανόν να εδίδετο παράταση χρόνο να γίνουν οι εργασίες» ενόψει των καλών σχέσεων μεταξύ των οικογενειών του Εναγόμενου και της Ενάγουσας.

 

Συνοψίζοντας, πέραν της ΜΥΑ αναφορά στην οποία γίνεται πιο πάνω, δεν θεωρώ ότι η μαρτυρία του Εναγόμενου, του ΜΕΑ2 και του ΜΕΑ3 μπορεί να γίνει αποδεκτή. Ο Εναγόμενος δεν έπεισε για την ειλικρίνεια και την γνησιότητα των όσων ανέφερε ενώ εμφανής ήταν η εσκεμμένη προσπάθεια του να προωθήσει θέσεις που θεωρούσε ότι ευνοούσαν την υπόθεση του, ανεξαρτήτως του αν ανταποκρίνονταν ή όχι στην πραγματικότητα. Έκδηλη ήταν, επίσης, η άγνοια του επί ουσιωδών ζητημάτων σε σχέση με τα οποία, όμως, τοποθετήθηκε ενώ αρκετά από τα όσα ανέφερε δεν υποστηρίχθηκαν από την υπόλοιπη μαρτυρία. Ομοίως, ούτε ο ΜΕΑ2 άφησε καλή εντύπωση, όπως ούτε και ο ΜΕΑ3. Ο ΜΕΑ2 προσπάθησε κατά τη μαρτυρία του να επιρρίψει τις ευθύνες για τις ζημιές που παρουσιάστηκαν στην Ενάγουσα, αποσιωπώντας τις ευθύνες και υποχρεώσεις που απέρρεαν από τον δικό του ρόλο ενώ η μαρτυρία του δεν έπεισε για την επάρκεια και την τεκμηρίωση της. Σε ό,τι αφορά τον ΜΕΑ3, ουδόλως έπεισε ότι η έρευνα στην οποία προέβη ήταν πλήρης και αντικειμενική ενώ, αντίθετα, διαπιστώνεται ότι προέβη σε αυθαίρετα συμπεράσματα και υποθέσεις μεροληπτώντας υπέρ του Εναγόμενου.

 

Συνεπώς, η μαρτυρία του Εναγόμενου, του ΜΕΑ2 και του ΜΕΑ3 σε σχέση με τις αμφισβητούμενες πτυχές της υπόθεσης απορρίπτεται.

 

Συμπεράσματα

 

Ο όρος 2(1) της Συμφωνίας προνοεί ως ακολούθως:

 

«Ο Εργολάβος συμφώνως προς και υπό τους παρόντες Όρους θα εκτελέσει, συμπληρώσει και συντηρήσει τις Εργασίες οι οποίες δεικνύονται, περιγράφονται ή αναφέρονται εις ή δυνατόν λογικά να συμπεραίνονται από τα Έγγραφα Συμβολαίου, λαμβανόμενα υπ’ όψη εις το σύνολο τους, με πλήρη συμμόρφωση προς αυτά και χρησιμοποιώντας υλικά και τεχνουργία τέτοιας ποιότητας και τέτοιων προτύπων όπως καθορίζονται εις αυτά, πάντοτε νοουμένου ότι, όπου και μέχρι του σημείου που η έγκριση τέτοιας ποιότητας των εν λόγω υλικών ή των προτύπων της εν λόγω τεχνουργίας αποτελεί θέμα άποψης του Αρχιτέκτονα, τέτοια ποιότητα και τέτοια πρότυπα θα είναι σύμφωνα προς την λογική ικανοποίηση του Αρχιτέκτονα.».

 

Ως προς το θέμα των κακοτεχνιών, σχετική είναι η Χαραλάμπους ν Decostone Ltd (2010) 1 ΑΑΔ 747 στην οποία λέχθηκαν τα εξής:

 

«Κατ' αρχάς η άρνηση εκ μέρους ενός διαδίκου ότι αυτός προκάλεσε κακοτεχνίες κατά την εκτέλεση ενός έργου που του είχε ανατεθεί, δεν σημαίνει και άρνηση ύπαρξης κάποιων προβλημάτων που αντικειμενικά μπορούν να διαπιστωθούν στις εκτελεσθείσες εργασίες. Ο όρος "κακοτεχνίες", δεν σημαίνει τίποτε άλλο παρά, όπως η γραμματική ερμηνεία της λέξης υποδηλώνει, την κακή κατασκευή εκείνου που ανέλαβε να εκτελέσει ο διάδικος. Δικαιούται επομένως ο διάδικος ο οποίος αρνείται ότι ευθύνεται για κακοτεχνίες, να προβάλει τη θέση ότι οποιαδήποτε προβλήματα παρουσιάστηκαν στο έργο οφείλονται σε αιτίες άλλες που δεν τον αφορούν και ασφαλώς το Δικαστήριο επίσης μπορεί να καταλήξει ότι δεν αποδείχθηκε ότι ο διάδικος ευθύνεται για κακοτεχνίες και ότι τα όποια προβλήματα παρουσιάστηκαν καταλογίζονται αλλού ή σε άλλους.».

 

Λέχθηκε, επίσης, ότι «…η διακρίβωση ύπαρξης προβλημάτων, ελλειμμάτων ή αδυναμιών σε ένα έργο που ανέλαβε να κατασκευάσει ένας διάδικος δεν δημιουργεί, χωρίς άλλο, θέμα κακοτεχνιών και δεν εξουδετερώνει ή μειώνει την υποχρέωση εκείνου που εγείρει θέμα ευθύνης να στοιχειοθετήσει την αμέλεια που καταλογίζει στο διάδικο ή την ύπαρξη και παράβαση συμβατικού όρου στο πλαίσιο εκτέλεσης της σύμβασης.».

 

Θα πρέπει, επομένως, να αποδειχθεί, εν προκειμένω από μέρους του Εναγόμενου, πρώτον, ότι η Ενάγουσα απέτυχε να εκτελέσει τις εργασίες που τις ανατέθηκαν σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας, και, δεύτερον, ότι υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράβασης και των ζημιών.

 

Εν προκειμένω, ουδόλως έχει αποδειχθεί ότι οι όποιες κακοτεχνίες παρουσιάστηκαν στην οικοδομή οφείλονται στην Ενάγουσα. Αντίθετα, η έκδοση Τελικού Πιστοποιητικού συνιστά, σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συμφωνίας, αδιαμφισβήτητη μαρτυρία περί του ότι το επίπεδο τεχνουργίας της Ενάγουσας ήταν σύμφωνο προς την λογική ικανοποίηση του αρχιτέκτονα, ΜΕΑ2, και, έπεται, ότι η Ενάγουσα εκπλήρωσε πλήρως και επαρκώς τις υποχρεώσεις της που απορρέουν από τη Συμφωνία. Ανεξαρτήτως αυτού, ουδόλως αποδείχθηκε ότι η Ενάγουσα απέτυχε να εκτελέσει τις όποιες τυχόν οδηγίες του ΜΕΑ2 κατά την εκτέλεση των εργασιών και δεν αποδείχθηκε ότι εκτέλεσε τις εργασίες της κατά τρόπο πλημμελή ή αμελή. Δεν τίθεται, επομένως, ζήτημα παράβασης των όρων της Συμφωνίας από μέρους της Ενάγουσας και, κατά συνέπεια, ούτε ζήτημα αιτιώδους σύνδεσης των ζημιών.

 

Ακόμα, όμως, κι αν ήθελε το όλο ζήτημα ιδωθεί κάτω από το πρίσμα του όρου 16 σε σχέση με την περίοδο ευθύνης, η απόρριψη της θέσης περί αποστολής της επιστολής, ημ. 13/3/2013, Τεκμήριο 13, οδηγεί και πάλι στην απόρριψη της αξίωσης αφού, ως εξηγείται και πιο πάνω, δεν πληρώθηκαν οι συμβατικές πρόνοιες για την ενεργοποίηση της ευθύνης του εργολάβου για επιδιόρθωση των ελαττωμάτων που προέκυψαν κατά την περίοδο ευθύνης.

 

Για σκοπούς πληρότητας σε περίπτωση διαφορετικής εφετειακής κατάληξης, σημειώνω τα εξής σε σχέση με τη θέση που προωθήθηκε στη γραπτή αγόρευση του κ. Αρτεμίου πως η προσέγγιση του ΜΕΑ3 για την κοστολόγηση των εργασιών με αναφορά στις τιμές μονάδος της προσφοράς της Ενάγουσας, ημ. 26/10/2010, δεν μπορεί να γίνει αποδεκτή. Στην Bettabilt Services Ltd κ.α. ν Dawes (Αρ. 1) (2004) 1 ΑΑΔ 824 λέχθηκε όντως ότι ο χρόνος του καθορισμού των ζημιών είναι εκείνος των εργασιών αποκατάστασης και το ορθό μέτρο είναι εκείνο της επανόρθωσης των ζημιών.

 

Εν προκειμένω, όμως, δεν θεωρώ ότι θα είχε οποιαδήποτε σημασία το ότι ο ΜΕΑ3 υπολόγισε το κόστος επιδιόρθωσης με βάση τις τιμές της προσφοράς της Ενάγουσας, οι οποίες, ως ανέφερε και δεν αμφισβητήθηκε, δεν απέκλιναν από τις τιμές αγοράς του 2016. Τούτο ενόψει του ότι η πλευρά της Ενάγουσας ούτε προσέφερε οποιαδήποτε μαρτυρία αλλά ούτε και ούτε υπέβαλε στον ΜΕΑ3 ότι οι τρέχουσες τιμές είναι χαμηλότερες.

 

Σε σχέση με την καθυστέρηση στην αποπεράτωση των εργασιών, ως προκύπτει από την πιο πάνω αξιολόγηση, ούτε ο ΜΕΑ2 πιστοποίησε γραπτώς ότι κατά την γνώμη του οι εργασίες έπρεπε λογικά να είχαν συμπληρωθεί αλλά ούτε και ο Εναγόμενος απαίτησε γραπτώς αποζημιώσεις πριν την έκδοση του Τελικού Πιστοποιητικού. Στη βάση, λοιπόν, των προνοιών του όρου 23 η αξίωση για αποζημιώσεις συνεπεία καθυστέρησης είναι έκθετη σε απόρριψη.

 

Πέραν τούτου, το ζήτημα διέπεται από τις πρόνοιες του α. 74(1), Κεφ. 149 ως έχει αναλυθεί σε αριθμό υποθέσεων (Χαραλάμπους ν A. N. Stasis Estates Ltd & Another (1991) 1 ΑΑΔ 418, Παγιάση κ.α. ν Σπύρος Σταυρινίδης Κέμικαλς Λτδ (1993) 1 ΑΑΔ 232, Γεώργιος Χρυσοστόμου & Υιός Λτδ ν Long Life Construction Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 1944, Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ ν G & C Exhaust Systems Ltd (2001) 1 ΑΑΔ 500, Σύλλογος «Ανόρθωσις» Αμμοχώστου ν «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1 ΑΑΔ 518, Δάμτσας κ.α. ν D. Ouzounian M. Sultanian and Company (Cars) Ltd (2016) 1 ΑΑΔ 805). Όπως χαρακτηριστικά λέχθηκε στην Μεταλλικά Ηράκλης Μιχαηλίδης Λτδ (ανωτέρω), «[α]υτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι τούτο: Επιδίκαση ουσιαστικών αποζημιώσεων - όχι συμβολικών ή ονομαστικών - είναι δυνατή μόνο όπου αυτές αποδεικνύονται.».

 

Η αναφορά στον όρο 23 ότι ο εργολάβος «θα πληρώσει ή θα παραχωρήσει προς τον Εργοδότη κάποιο ποσό το οποίον θα υπολογίζεται βάσει της τιμής η οποία καθορίζεται εις το εν λόγω Παράρτημα ως Εκτιμηθείσες Αποζημιώσεις για Καθυστερήσεις σε σχέση με την χρονική περίοδο κατά την οποία οι Εργασίες θα παραμένουν ή θα είχαν παραμείνει ασυμπλήρωτες» καταδεικνύει αναμφίβολα ότι το ποσό των €100 ημερησίως συνιστά γνήσιο προκαθορισμό των αποζημιώσεων. Εν προκειμένω, όμως, παρά τις περί του αντιθέτου δικογραφημένες θέσεις του Εναγόμενου, ουδεμία πραγματική ζημία αποδείχθηκε και ο Εναγόμενος ούτε καν ισχυρίστηκε κατά τη μαρτυρία του ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά συνεπεία της καθυστέρησης. Ως εκ τούτου, το ποσό που αξιώνει δεν θα μπορούσε σε κάθε περίπτωση να επιδικαστεί υπέρ του.

 

Κατάληξη

 

Ενόψει των πιο πάνω, η ανταπαίτηση απορρίπτεται.

 

Στη βάση των όσων δηλώθηκαν σε σχέση με την απαίτηση, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου για το ποσό των €4,500, πλέον νόμιμο τόκο από 1/8/2013 μέχρι εξοφλήσεως.

 

Τα έξοδα της απαίτησης και της ανταπαίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγομένου, ως υπολογιστούν από την Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο, πλέον Φ.Π.Α.. Νοείται ένα σετ εξόδων όπου είναι κοινά.

 

 

(Υπ.)……………………

Κ. Ηλία, Ε.Δ.

 

Πρωτοκολλητής

Πιστό αντίγραφο

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο