ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης: 1765/2022
Μεταξύ:
1. ΓΡΗΓΟΡΗΣ ΘΩΜΑ
2. ΑΝΝΑ – ΜΑΡΙΑ ΠΑΥΛΙΔΟΥ
3. AMG FIDELITY PROPERTY INVESTMENTS LTD
4. MECONE LTD
Ενάγοντες
και
THEMIS PORTFOLIO (S1) MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Εναγόμενη
19 Ιανουαρίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες/Αιτητές: κα Ιωαννίδου για Σκορδής & Στεφάνου Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη/Καθ΄ης η Αίτηση: κ. Πανάγος για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην Αίτηση Εναγόντων/Αιτητών ημερομηνίας 18.12.2025
για ενδιάμεσα διατάγματα
Με την παρούσα Αίτηση οι Ενάγοντες ζητούν την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων που να απαγορεύουν την εκποίηση ενυπόθηκου ακινήτου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.
Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτουν τα εξής.
Κατά το 2006 και 2007 οι Ενάγοντες συνήψαν διάφορες συμφωνίες πιστωτικών διευκολύνσεων με την Ελληνική Τράπεζα Δημόσια Εταιρεία Λίμιτεδ (στο εξής η «Ελληνική»). Μεταξύ αυτών ήταν δύο συμφωνίες στεγαστικών δανείων των Εναγόντων 1 & 2 (στο εξής τα «Στεγαστικά Δάνεια») και μια συμφωνία για χορήγηση επαγγελματικού δανείου της Ενάγουσας 3, οικογενειακής εταιρείας των Εναγόντων 1 & 2 (στο εξής το «Επαγγελματικό Δάνειο»). Το Επαγγελματικό Δάνειο εξασφαλίζεται με προσωπικές εγγυήσεις των Εναγόντων 1 & 2 και υποθήκη επί του ακινήτου της Ενάγουσας 3, στο οποίο στεγάζεται η επιχείρηση (στο εξής η «Επίδικη Υποθήκη» και το «Επίδικο Ακίνητο»).
Η θέση της Ελληνικής ήταν ότι τα Στεγαστικά Δάνεια και το Επαγγελματικό Δάνειο είχαν καταστεί σε κάποιο στάδιο υπερήμερα με αποτέλεσμα να τερματίσει τις σχετικές συμφωνίες και να απαιτήσει εξόφληση. Μαζί τερμάτισαν και διάφορους άλλους λογαριασμούς των Εναγόντων που αφορούσαν πιστωτικές κάρτες και τρεχούμενο με όριο. Οι Ενάγοντες 1 & 2 υποστηρίζουν ότι τα οφειλόμενα υπόλοιπα που διεκδικούσε η Ελληνική δεν παρουσίαζαν την πραγματική οφειλή. Η δική τους θέση είναι πως η Ελληνική – καταχρηστικά, παράνομα και αντισυμβατικά – χρέωνε τους λογαριασμούς των Στεγαστικών Δανείων και του Επαγγελματικού Δανείου με λανθασμένο επιτόκιο και τους επιβάρυνε με περαιτέρω χρεώσεις και έξοδα. Στην Έκθεση Απαίτησης (μεταξύ άλλων στην παράγραφο 5 και στις εκεί δικογραφημένες λεπτομέρειες) εξειδικεύονται οι ενέργειες αυτές που αποδίδονται στην Ελληνική.
Προ δεκαετίας περίπου οι Ενάγοντες 1 & 2 είχαν προσεγγίσει την Ελληνική τράπεζα παραπονούμενοι για τα αντινομικά (ως η θέση τους) επαυξημένα, οφειλόμενα ποσά και ζητούσαν ρύθμιση των οφειλών. Από αλληλογραφία που παρουσιάστηκε στα πλαίσια αυτής της Αίτησης φαίνεται ότι από το 2018 οι Ενάγοντες επικαλούνται έκθεση/ανάλυση από οικονομικό σύμβουλο, την οποία έθεσαν υπόψη της Ελληνικής, και ζήτησαν την διόρθωση των λογαριασμών τους και αφαίρεση των υπερχρεώσεων (πάντα ως η δική τους θέση). Φαίνεται επίσης από την αλληλογραφία ότι η Ελληνική διαφωνούσε ότι υπήρχαν υπερχρεώσεις και επέμενε στην αρχική της απαίτηση για την κάθε χορήγηση.
Οι Ενάγοντες εισηγούνται ότι η αντιμετώπιση της Ελληνικής ήταν κακόπιστη και αποτελούσε συνέχεια της προηγούμενης καταχρηστικής και παράνομης συμπεριφοράς. Ουσιαστικά εισηγούνται ότι η Ελληνική ενεργούσε αθέμιτα και αποσκοπούσε σε οικονομική εκμετάλλευση τους. Η έλλειψη της προσδοκόμενης ανταπόκρισης από την Ελληνική τους οδήγησε στην υποβολή παραπόνου στην Υπηρεσία Προστασίας Ανταγωνισμού του Υπουργείου Εμπορίου και Βιομηχανίας σε σχέση με την ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στα Στεγαστικά Δάνεια. Κατόπιν διερεύνησης, το 2017 εκδόθηκε σχετική απόφαση από την Υπηρεσία. Πρόκειται για την απόφαση 2017/6 (ΚΡ) στην οποία η Υπηρεσία προβαίνει σε διαπιστώσεις για ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών στις εν λόγω συμφωνίες.
Η εν λόγω απόφαση δεν άλλαξε τη στάση της Ελληνικής που συνέχισε να διεκδικεί τα ίδια ποσά. Περαιτέρω εξώδικες προσπάθειες των Εναγόντων για αφαίρεση των χρεώσεων που θεωρούσαν παράνομες, καταχρηστικές και αντισυμβατικές δεν είχαν ανταπόκριση.
Τελικά, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα αγωγή. Μέσω αυτής διεκδικούν, μεταξύ άλλων, δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με τις ισχυριζόμενες υπερχρεώσεις στους λογαριασμούς τους και σε σχέση με το ύψος της πραγματικής οφειλής. Διεκδικούν επίσης διατάγματα ότι κατά τις ημερομηνίες τερματισμού των σχετικών συμφωνιών από την Ελληνική, οι χορηγήσεις δεν ήταν υπερήμερες (η υπερημερία που επικαλέστηκε η Ελληνική ήταν αποτέλεσμα των παράνομων και αντισυμβατικών χρεώσεων), διάταγμα που να εμποδίζει την εκποίηση του ενυπόθηκου Επίδικου Ακινήτου, αποζημιώσεις και άλλες συναφείς θεραπείες.
Από τα ενώπιον μου στοιχεία προκύπτει επίσης ότι, εκκρεμούσης αυτής της αγωγής, η Εναγόμενη (που στο μεταξύ έχει διαδεχθεί την Ελληνική) προχώρησε με τη διαδικασία πλειστηριασμού του Επίδικου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65. Ο πλειστηριασμός είχε προγραμματιστεί για τις 17.10.2025. Η διαδικασία του πλειστηριασμού προσβλήθηκε με την καταχώρηση Αίτησης/Έφεσης από τους εδώ Ενάγοντες 1-3 και στις 15.10.2025 εκδόθηκε στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης 457/25 το ακόλουθο διάταγμα (στο εξής το «Διάταγμα Αναστολής») το οποίο θα παραθέσω αυτούσιο γιατί το λεκτικό είναι σημαντικό:
«[ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥΤΟ] ΔΙΑ ΤΟΥ ΠΑΡΟΝΤΟΣ ΕΚΔΙΔΕΙ ΕΚ ΣΥΜΦΩΝΟΥ ΔΙΑΤΑΓΜΑ ΜΕ ΤΟ ΟΠΟΙΟ ΔΙΑΤΑΤΤΕΙ όπως η επίδικη Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ ημερ. 17/07/2025 παραμεριστεί και ο επίδικος πλειστηριασμός ημερ. 17/10/2025 για το επίδικο ακίνητο ΑΝΑΣΤΕΛΛΕΤΑΙ. Ο πλειστηριασμός για το εν λόγω ακίνητο επαναορίζεται δια της παρούσης για την 22/01/2026 χωρίς την ανάγκη να σταλούν οποιεσδήποτε νέες ειδοποιήσεις βάσει του σχετικού Νόμου».
Οι θέσεις των δύο πλευρών διίστανται αναφορικά με τις συνθήκες που οδήγησαν στο πιο πάνω διάταγμα και την αναστολή του πλειστηριασμού. Η μεν Εναγόμενη υποστηρίζει ότι αυτό ήταν αποτέλεσμα της αναγνώρισης από τους Ενάγοντες των οφειλών τους και επιδίωκαν να κερδίσουν χρόνο για να διαπραγματευτούν τον τρόπο αποπληρωμής τους. Οι δε Ενάγοντες εντάσσουν όσα προηγήθηκαν της αναστολής στην ευρύτερη καταχρηστική και αθέμιτη συμπεριφορά της Ελληνικής και μετέπειτα της νυν Εναγόμενης. Δηλαδή, υποστηρίζουν ότι η διαδικασία πλειστηριασμού είχε ξεκινήσει για σκοπούς άσκησης πίεσης προς αυτούς, ότι αιφνιδιάστηκαν με την έναρξη της διαδικασίας εν μέσω προσπαθειών εξώδικης διευθέτησης της παρούσας διαφοράς, ότι υπήρξε εσκεμμένη παραπλάνηση και κωλυσιεργία από μέρους της Εναγόμενης με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν συνθήκες που να μην αφήσουν άλλο χρονικό περιθώριο παρά να συμφωνηθεί η αναστολή. Υποστηρίζουν επίσης ότι η αναστολή συμφωνήθηκε κατόπιν υποσχέσεων της Εναγόμενης ότι θα συνεργαζόταν προς επίτευξη διευθέτησης, υποσχέσεων που τελικά δεν τηρήθηκαν.
Έρχομαι στην παρούσα Αίτηση την οποία οι Ενάγοντες αναφέρουν ότι καταχώρησαν όταν διαφάνηκε ότι δεν υπήρχε διάθεση από την άλλη πλευρά για διόρθωση των οφειλόμενων υπόλοιπων και ενώ επίκειται η νέα ημερομηνία πλειστηριασμού.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η Αίτηση είναι, εν πολλοίς αυτά που έχω περιγράψει πιο πάνω. Οι Ενάγοντες παρουσιάζουν, μεταξύ άλλων, την ανάλυση του οικονομικού τους συμβούλου και την απόφαση της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή του Υπουργείου Εμπορίου. Δηλώνουν ότι δεν αμφισβητούν την ύπαρξη οφειλής αλλά αμφισβητούν το ισχυριζόμενο ύψος της. Επίσης δηλώνουν έτοιμοι να πληρώσουν το ποσό των €114.801,67 που σύμφωνα με τον οικονομικό τους σύμβουλο αντιπροσωπεύει (μέχρι το 2020) το πραγματικό υπόλοιπο του Επαγγελματικού Δανείου. Υποστηρίζουν πως η ζημιά εάν απωλέσουν την επαγγελματική τους στέγη θα είναι ανυπολόγιστη και δεν θα μπορούν να αποζημιωθούν ικανοποιητικά στο μέλλον.
Η Εναγόμενη έχει εγείρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. Οι (αχρείαστα εκτενείς) λόγοι ένστασης που προβάλλουν, εστιάζουν στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, ότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν πλήρως τα γεγονότα και ότι η επιδίωξη των Εναγόντων μέσω αυτής της Αίτησης προσκρούει στο Διάταγμα Αναστολής.
Εξέτασα το σύνολο των δεδομένων που τέθηκαν ενώπιον μου μέσω της Αίτησης και ένστασης αλλά και των εκατέρωθεν ενόρκων δηλώσεων. Μελέτησα όσα αναφέρθηκαν στις αγορεύσεις, γραπτές και προφορικές, των συνηγόρων των δύο πλευρών καθώς και τη νομολογία και αρχές στις οποίες με έχουν παραπέμψει.
Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας και στρέφομαι στις προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν. 14/60[1]. Το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιον ή πρόσφορον» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Στην παρούσα υπόθεση κρίνω ότι η 1η προϋπόθεση πληρείται.
Οι Ενάγοντες με την αγωγή εγείρουν πραγματικά και νομικά σημεία που δικαιολογούν εκδίκαση στα πλαίσια δίκης. Παράλληλα, οι θεραπείες που αξιώνουν δεν μπορούν να θεωρηθούν έκδηλα αντινομικές ή απαράδεκτες.
Κρίνω επίσης ότι και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 πληρείται.
Οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει μαρτυρία από οικονομικό σύμβουλο για να υποστηρίξουν τον ισχυρισμό τους περί λαθών στις καταστάσεις λογαριασμών της Ελληνικής (και, μετέπειτα της Εναγόμενης), προς απόδειξη του ύψους των ισχυριζόμενων υπερχρεώσεων και για να παρουσιάσουν τα ορθά (κατά τους ίδιους) οφειλόμενα υπόλοιπα.
Η απόφαση 2017/6(ΚΡ) της Υπηρεσίας Προστασίας Καταναλωτή, αν και δεν είναι δεσμευτική, δεν παύει να είναι ένα στοιχείο μαρτυρίας σχετικό με τις δικογραφημένες θέσεις των Εναγόμενων. Ασφαλώς η αποδεικτική αξία και βαρύτητα που πρέπει να της αποδοθεί (σε συνάρτηση με τους ισχυρισμούς που αφορούν τα Στεγαστικά Δάνεια) θα αξιολογηθεί κατά την κυρίως δίκη και όχι σε αυτό το στάδιο. Όμως είναι μαρτυρία σχετική που υποστηρίζει τους ισχυρισμούς που οι Ενάγοντες προβάλλουν.
Δεν παραγνωρίζω ότι η Ευρωπαϊκή Οδηγία 93/13/ΕΟΚ (και σχετική νομολογία του ΔΕΕ) αφορά συμβάσεις με καταναλωτές (ως εκεί ορίζονται) και δεν εφαρμόζεται στην περίπτωση του Επαγγελματικού Δανείου και συνακόλουθα της Επίδικης Υποθήκης. Όμως, παρά την εισήγηση του συνηγόρου της Εναγόμενης περί του αντίθετου, θεωρώ ότι η μη εφαρμογή της Οδηγίας 93/13/ΕΟΚ στο Επαγγελματικό Δάνειο, αυτό δεν εμποδίζει τους Ενάγοντες να εγείρουν ζητήματα καταχρηστικότητας σε σχέση με αυτό. Η κατάχρηση ανέκαθεν ήταν και παραμένει, κυρίως, ζήτημα πραγματικό (question of fact). Υπάρχουν μεν περιπτώσεις στις οποίες ο νομοθέτης έχει καθορίσει πως συγκεκριμένες συμπεριφορές και περιστάσεις συνιστούν κατάχρηση δια νόμου (by operation of law). Αυτό όμως δεν ακυρώνει ούτε περιορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να εξετάσει εάν σε άλλες περιστάσεις υπάρχουν συμπεριφορές μεταξύ διαδίκων που απολήγουν σε καταχρηστικό και καταπιεστικό αποτέλεσμα για την μια πλευρά, τέτοιο που δικαιολογεί παρέμβαση και προστασία από το Δικαστήριο. Οι θέσεις των δύο πλευρών επί του ζητήματος της κατάχρησης για το Επαγγελματικό Δάνειο είναι καταγραμμένες. Παραμένει ζήτημα που θα εξεταστεί ενδελεχώς και θα αποφασιστεί τελικά στα πλαίσια της δίκης. Για σκοπούς αυτής της Αίτησης, περιορίζομαι να σημειώσω ότι υπάρχει επαρκές έρεισμα για να στοιχειοθετήσει ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με αυτούς τους ισχυρισμούς.
Δεν θα επεκταθώ πέραν του απολύτως αναγκαίου βαθμού. Διατηρώ επιφυλάξεις σε σχέση με τη θέση των Εναγόντων ότι η ύπαρξη καταχρηστικών ρητρών καθιστά τις επίδικες συμφωνίες άκυρες και άνευ νομικού αποτελέσματος. Από την άλλη για τις πλείστες των αξιώσεων που εγείρονται με την αγωγή κρίνω ότι έχει παρουσιαστεί επαρκές πραγματικό υπόβαθρο που δείχνει ότι υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας κατά τη δίκη.
Η 3η προϋπόθεση αφορά κατά πόσο θα είναι δυνατή η παροχή επαρκούς αποζημίωσης σε μεταγενέστερο στάδιο για τη ζημιά που θα υποστούν οι Ενάγοντες εάν δεν χορηγηθεί η ενδιάμεση θεραπεία. Η προσέγγιση που επικράτησε στην νομολογία είναι πως ζημιά δεν θεωρείται ανεπανόρθωτη εάν μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα. Όμως η νομολογία αναγνωρίζει ότι αυτό δεν συνιστά απόλυτο κανόνα. Η κάθε υπόθεση εξετάζεται με βάση τα δικά της δεδομένα και ιδιαίτερα περιστατικά και στη βάση όλης της εικόνας το Δικαστήριο πρέπει να αποφασίσει εάν η φύση της ενδεχόμενης ζημιάς αποδέχεται χρηματικής αποζημίωσης, εάν η χρηματική αποτίμηση της ενδεχόμενης ζημιάς είναι εφικτή και εάν η απόδοση αποζημίωσης σε μελλοντικό χρόνο μπορεί να αποκαταστήσει ικανοποιητικά τη ζημιά αυτή.
Εδώ, όπως εξηγούν οι Ενάγοντες, το Επίδικο Ακίνητο είναι η επαγγελματική τους στέγη στην οποία δραστηριοποιούνται από το 2008 περίπου. Πρόκειται για την οικογενειακή επιχείρηση. Η απώλεια της θα έχει αναμφίβολα καταλυτικές συνέπειες για την ίδια την επιχείρηση αλλά και για την οικογένεια. Θεωρώ ότι υπό τις περιστάσεις είναι δύσκολη η αποτίμηση της ζημιάς που θα υποστούν εάν το Επίδικο Ακίνητο εκποιηθεί. Δύσκολη θα είναι επίσης η ικανοποιητική αποκατάσταση της ζημιάς με χρηματική αποζημίωση σε μέλλοντα χρόνο. Συνεπώς καταλήγω ότι σε αυτή την περίπτωση και η 3η προϋπόθεση πληρείται.
Στη βάση όλων των πιο πάνω, θα θεωρούσα ορθό και δίκαιο σε αυτή την περίπτωση να διατηρηθεί η υφιστάμενη κατάσταση μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Πέραν από την καθυστέρηση στην άσκηση των δικαιωμάτων εκποίησης του ενυπόθηκου, δεν διακρίνω ουσιαστική βλάβη για τα δικαιώματα της Εναγόμενης. Η υποθήκης παραμένει, τα δικαιώματα της ως ενυπόθηκου δανειστή επίσης δεν επηρεάζονται (πέραν του δικαιώματος για άμεση εκποίηση που περιορίζεται προσωρινά).
Δεν παραγνωρίζω πως οι Ενάγοντες δεν αμφισβητούν την ύπαρξη ενυπόθηκης οφειλής. Αυτό που αμφισβητούν είναι το ύψος της. Δήλωναν εξ αρχής και επαναλαμβάνουν στην παρούσα Αίτηση την ετοιμότητα τους να πληρώσουν το πραγματικά οφειλόμενο ποσό, όπως το καθορίζουν στην Έκθεση Απαίτησης και στην παρούσα Αίτηση. Προς το σκοπό δίκαιου χειρισμού, θα μπορούσε να εκδοθεί διάταγμα για τη διατήρηση του ενυπόθηκου ακίνητου μέχρι την εκδίκαση της αγωγής υπό τον όρο πληρωμής στον Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου ή παροχής σχετικής εγγύησης για πληρωμή, του ποσού για το οποίο υπάρχει παραδοχή από τους Ενάγοντες ότι οφείλεται (ως καθορίζεται στο παρακλητικό 15(7) της αγωγής). Αυτό θα έδινε στους μεν Ενάγοντες τη δυνατότητα διατήρησης του ενυπόθηκου ακινήτου, στη δε Εναγόμενη την ασφάλεια ότι το ποσό για το οποίο υπάρχει παραδοχή είναι διαθέσιμο.
Όμως, στην παρούσα περίπτωση υπάρχει ένα ανυπέρβλητο εμπόδιο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος. Πρόκειται για το Διάταγμα Αναστολής, το οποίο εκδόθηκε εκ συμφώνου, δηλαδή κατόπιν συμφωνίας για αναστολή του πλειστηριασμού του Επίδικου Ακινήτου.
Το λεκτικό του Διατάγματος Αναστολής οδηγεί στο συμπέρασμα ότι η συμφωνία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε περιλάμβανε και τον επαναπρογραμματισμό του πλειστηριασμού στις 22.1.2026, χωρίς μάλιστα την ανάγκη για αποστολή εκ νέου των ειδοποιήσεων που προβλέπει ο Ν.9/65.
Κατ΄ ακολουθία της συμφωνίας των διαδίκων, το Διάταγμα Αναστολής διατάσσει όπως:
«Ο πλειστηριασμός για το εν λόγω ακίνητο επαναορίζεται δια της παρούσης για την 22/01/2026 χωρίς την ανάγκη να σταλούν οποιεσδήποτε νέες ειδοποιήσεις βάσει του σχετικού Νόμου».
Δεν μπορεί το παρόν Δικαστήριο να αναιρέσει ή ακυρώσει αυτό που έχει διαταχθεί στα πλαίσια της Αίτησης/Έφεσης 457/2025. Επέμβαση αυτού του Δικαστηρίου στις σαφείς πρόνοιες του Διατάγματος Αναστολής θα ήταν αντινομική και ανεπίτρεπτη.
Στην πρόσφατη απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου Αναφορικά με την αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ για άδεια για την έκδοση εντάλματος Certiorari, Πολιτική αίτηση 130/2025, ημερομηνίας 3.10.2025, η έντιμη κα Εφραίμ Δ. ανέφερε τα εξής:
«Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου και να αμφισβητεί την ορθότητα αυτών, καθώς και ότι τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ, κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149, Αναφορικά με την Αίτηση των Νικόλα Σιδέρη κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 286, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 639 και Papademetriou v. Christofi and others (1988) 1 C.L.R. 101. Στην υπόθεση Περατικός (ανωτέρω) αναφέρθηκε πως σύγκρουση διαταγμάτων ή ενέργεια ενός Δικαστηρίου που υποδηλώνει ενέργεια εφετειακή επί απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του προνομιακού εντάλματος και στην εμβέλεια του. Στην υπόθεση Νικόλα Σιδέρη (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής:
«Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»»
Εφόσον υπάρχει διάταγμα από το Δικαστήριο στα πλαίσια της Αίτηση/Έφεσης 457/2025 που διατάζει τον επαναορισμό του πλειστηριασμού του Ενυπόθηκου Ακινήτου στις 22.1.2026, δεν μπορεί να εκδοθεί διάταγμα από το παρόν Δικαστήριο που να απαγορεύει τη διενέργεια του πλειστηριασμού.
Δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Η κατάληξη μου είναι ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας στη βάση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Όμως το Διάταγμα Αναστολής εμποδίζει την επιτυχία της Αίτησης. Δεν επιτρέπεται η έκδοση διατάγματος που να συγκρούεται με την προηγούμενη διαταγή ομόβαθμου Δικαστηρίου για επαναορισμό του πλειστηριασμού του Επίδικου Ακινήτου στις 22.1.2026.
Συνεπώς, η παρούσα Αίτηση απορρίπτεται.
Αναφορικά με τα έξοδα, ακολουθώντας το αποτέλεσμα τα έξοδα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων/Αιτητών, όπως θα υπολογιστούν και εγκριθούν.
(Υπ.) ….…………………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σχετική ως προς τον ορθό τρόπο προσέγγισης των προϋποθέσεων του άρθρου 32 είναι η ανάλυση στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο