ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Συνενωμένες αγωγές 84/2025 &
2346/2022
Αριθμός αγωγής: 84/2025
Μεταξύ:
1. AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους
2. VLADIMIR ZHELEZOV
Ενάγοντες
και
1. LAVRODE LIMITED, από τη Λευκωσία
2. KONSTANTIN SHUMΙLIN, από τη Ρωσία
3. KONSTANTIN PANOV, από τη Ρωσία
4. LINKIND LIMITED, από τη Λεμεσό
Εναγόμενοι
Αριθμός αγωγής: 2346/2022
Μεταξύ:
1. VLADIMIR ZHELEZOV, από το Λουξεμβούργο
2. AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους
Ενάγοντες
και
1. LAVRODE LIMITED, από τη Λευκωσία
2. IDAZKARI SECRETARIAL LTD, από τη Λευκωσία
3. ΣΩΚΡΑΤΗΣ ΜΠΑΡΣΕΓΙΑΝΝΙΔΗΣ, από τη Λευκωσία
4. BYEOLBI LTD, από τη Λευκωσία
Εναγόμενοι
Συνεκδικαζόμενες αιτήσεις ως εξής:
(1) Αίτηση Εναγόντων ημερομηνίας 22.1.2025 στην αγωγή 84/2025
για ενδιάμεσες θεραπείες και
(2) Αίτηση Konstantin Panov ημερομηνίας 13.3.2025 στην αγωγή 2346/2022
για άδεια παρέμβασης
7 Ιανουαρίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Ambermanor Asset Management Ltd & Vladimir Zhelezov: κ. Ι. Οικονόμου για E. Economou & Co LLC
Για Lavrode Limited: κα Άντρεα Αντωνιάδου
Για Konstantin Shumilin: καμία εμφάνιση
Για Konstantin Panov: Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Linkind Limited: κα Μ. Πορνάρη για Giorgos Landas LLC
Για Byeolbi Ltd: καμία εμφάνιση
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Εισαγωγικά σχόλια. Αυτή η απόφαση πραγματεύεται κατά πόσο πρέπει να χορηγηθούν ενδιάμεσες θεραπείες που ζητούν οι Ενάγοντες στην αγωγή 84/2025 (στο εξής «Ambermanor» και «Zhelezov», αντίστοιχα) εναντίον των εκεί Εναγόμενων (στο εξής η «Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα»). Πραγματεύεται επίσης κατά πόσο πρέπει να εγκριθεί αίτηση που υποβλήθηκε από τον Konstantin Panov (στο εξής ο «Panov») στα πλαίσια της αγωγής 2346/2022 για να του δοθεί άδεια ώστε να παρέμβει σε εκείνη την αγωγή (στο εξής η «Αίτηση Παρέμβασης»).
Επειδή στις δύο Αιτήσεις το πραγματικό υπόβαθρο και οι θέσεις του Panov από τη μια και των Ambermanor και Zhelezov από την άλλη, έχουν συνάφεια, με τη σύμφωνη γνώμη όλων των εμπλεκομένων αποφασίστηκε η συνένωση των δύο αγωγών προς συνεκδίκαση των δύο αιτήσεων.
Θέσεις των εμπλεκομένων. Ο πυρήνας των γεγονότων είναι κοινά αποδεκτός από όλους τους εμπλεκόμενους. Η διαφωνία μεταξύ τους εστιάζει σε κάποια ζητήματα που θα επισημάνω πιο κάτω, κυρίως στην ερμηνεία των γεγονότων, των προθέσεων και του ρόλου του κάθε μέρους.
Εκδοχή Ambermanor και Zhelezov. Πολύ συνοπτικά, η θέση των Ambermanor και Zhelezov είναι η εξής.
Η εταιρεία Ambermanor ανήκει σε όμιλο εταιρειών (στο εξής ο «Όμιλος») του οποίου πραγματικός δικαιούχος είναι ο Zhelezov. Οι Konstantin Shumilin (στο εξής «Shumilin») και Konstantin Panov κατείχαν κατά τον επίδικο χρόνο διευθυντικές θέσεις στον Όμιλο, ασκώντας έλεγχο και επιρροή στη λήψη αποφάσεων. Μεταξύ άλλων, είχαν τον έλεγχο της Lavrode Limited και της Linkind Limited (στο εξής η «Lavrode» και «Linkind»). Εκμεταλλευόμενοι τη θέση και επιρροή τους, οι Shumilin και Panov ενορχήστρωσαν και εκτέλεσαν διάφορες δόλιες συναλλαγές (στο εξής οι «Επίδικες Συναλλαγές») με τις οποίες υπεξαίρεσαν περιουσιακά στοιχεία των Εναγόντων. Οι Επίδικες Συναλλαγές περιλάμβαναν τη συνομολόγηση διάφορων εικονικών συμφωνιών για να διευκολύνουν μεταφορές χρημάτων προς υπεξαίρεση τους. Η Lavrode και η Linkind (τελώντας, υπό τον έλεγχο των Shumilin και Panov) συμμετείχαν στην υλοποίηση του ισχυριζόμενου δόλιου σχεδίου. Αυτά πάντα κατά τη θέση των Ambermanor και Zhelezov.
Ειδικότερα, οι Ambermanor και Zhelezov υποστηρίζουν ότι οι Shumilin και Panov κατά το 2019, με διάφορες ενέργειες απέκτησαν τον έλεγχο των τραπεζικών λογαριασμών της Linkind, που ήταν μια από τις εταιρείες του Ομίλου. Ακολούθως με εικονικές συναλλαγές προκάλεσαν την πίστωση ποσού περί τα 1,5 δις Ρωσικά Ρούβλια σε λογαριασμό της Linkind. Παράλληλα, μεσολάβησαν για το άνοιγμα επενδυτικού λογαριασμού προς όφελος της Linkind, ως επαγγελματία επενδυτή (professional investor), στην PNB Banka στη Λετονία. Στον επενδυτικό λογαριασμό πιστώθηκε ποσό περί τα €21.000.000 που προήλθαν από τα προαναφερόμενα 1,5 δις Ρούβλια. Με το ποσό αυτό αγοράστηκαν ευρωομόλογα ίσης περίπου αξίας. Την ίδια περίοδο προκάλεσαν την υπογραφή πέντε συμφωνιών επαναγοράς (REPO) μεταξύ της Linkind και της PNB Banka δια των οποίων η Linkind πώλησε ευρωομόλογα στην PNB Banka για τα οποία η Linkind έλαβε περί τα €17.000.000. Στη συνέχεια η Linkind δάνεισε το ποσό αυτό στην Lavrode. Παρά τον δανεισμό του ποσού, τα ευρωομόλογα συνέχιζαν να εμφανίζονται στον επενδυτικό λογαριασμό με «λογιστικό τέχνασμα», όπως το περιγράφουν ενώ στην πραγματικότητα είχαν αποξενωθεί προς την Lavrode. Το ποσό των €17.000.000, μέσα από μια σειρά άλλων εικονικών συναλλαγών, τελικά χρησιμοποιήθηκε για την αγορά εμπορικού κέντρου στη Ρωσία με την ονομασία Metromarket Mall που κατά τον επίδικο χρόνο ανήκε στον Όμιλο. Η αγορά έγινε μέσω μιας εταιρείας Liga Management Ltd και δικτύου άλλων εταιρειών που ανήκαν στον Vladimir Aristarkhov (στο εξής ο «Aristarkhov»), άτομο συνδεδεμένο με τον Shumilin. Ακολούθως, με σειρά άλλων εικονικών συναλλαγών, οι Shumilin και Panov απέκλεισαν την Linkind από τον Όμιλο. Δηλαδή, το Metromarket Mall πωλήθηκε από τον Όμιλο και αποκτήθηκε από τους συνωμότες με χρήματα του ιδίου του Ομίλου.
Τα πιο πάνω αποκαλύφθηκαν περί τον Ιούνιο 2021 όταν οι αρχές της Λετονίας ξεκίνησαν διερεύνηση θεωρώντας ύποπτες τις συναλλαγές της Linkind μέσω της PNB Banka. Αφού στάλθηκε αίτημα από την Αστυνομική Διεύθυνση Λευκωσίας στο Κυπριακό γραφείο του Ομίλου, ξεκίνησε εσωτερική διερεύνηση που οδήγησε στην αποκάλυψη μέρους των Επίδικων Συναλλαγών. Ο Panov και ο Shumilin παραιτήθηκαν από τον Όμιλο. Τον Οκτώβρη 2021 ο Zhelezov υπέβαλε ποινική καταγγελία στις Ρωσικές αρχές εναντίον του Shumilin, ο οποίος έκτοτε καταδικάστηκε για αδικήματα απάτης και σήμερα εκτίει ποινή στη Ρωσία. Ο Panov αντιμετωπίζει επίσης ποινική υπόθεση στη Ρωσία. Παράλληλα με τις ποινικές καταγγελίες, κινήθηκαν από τον Όμιλο και διάφορες αστικές υποθέσεις στη Ρωσία.
Η αγωγή 2346/2022. Στην προσπάθεια διερεύνησης των ισχυριζόμενων δόλιων συναλλαγών που συντελέστηκαν εις βάρος τους, η Ambermanor και ο Zhelezov καταχώρησαν την αγωγή 2346/2022 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Πρόκειται για αγωγή αποκάλυψης (Norwich Pharmacal action). Στα πλαίσια εκείνης της αγωγής οι Ambermanor και Zhelezov καταχώρησαν ενδιάμεση μονομερή αίτηση με την οποία ζητούσαν διατάγματα αποκάλυψης τύπου Norwich Pharmacal για να διαταχθούν οι εκεί Εναγόμενοι να αποκαλύψουν στοιχεία που συνδέονται με τις Επίδικες Συναλλαγές (στο εξής η «Αίτηση Αποκάλυψης») καθώς και άδεια για χρήση των αποκαλυφθέντων στοιχείων. Με την ίδια αίτηση ζητούσαν επίσης διάταγμα φίμωσης (στο εξής το «Διάταγμα Φίμωσης») και διάταγμα για τη μη καταστροφή στοιχείων. Σημειώνω ότι Εναγόμενοι σε εκείνη την αγωγή είναι η Lavrode και πρώην αξιωματούχοι της. Το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το Διάταγμα Φίμωσης και το διάταγμα μη καταστροφής στοιχείων και διέταξε την επίδοση της Αίτησης σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα. Οι εκεί Εναγόμενοι εμφανίστηκαν στη διαδικασία και ήγειραν ένσταση τόσο στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων όσο και στη συνέχιση ισχύος των εκδοθέντων. Κατόπιν εκδίκασης, το παρόν Δικαστήριο (με διαφορετική σύνθεση) εξέδωσε ενδιάμεση απόφαση στις 31.1.2024 με την οποία οριστικοποίησε τα μονομερώς εκδοθέντα διατάγματα και εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης (στο εξής τα «Διατάγματα Αποκάλυψης») καθώς και το διάταγμα που επιτρέπει την χρήση των αποκαλυφθέντων στοιχείων (στο εξής το «Διάταγμα Χρήσης Αποκαλυφθέντων»).
Οι Εναγόμενοι 2, 3 και 4 στην αγωγή 2346/2022 προέβησαν στην διαταχθείσα αποκάλυψη οπόταν περιήλθαν σε γνώση των Ambermanor και Zhelezov περαιτέρω στοιχεία για τις Επίδικες Συναλλαγές και τον ρόλο του κάθε εμπλεκόμενου στην υπεξαίρεση (ισχυριζόμενη, πάντα) των περιουσιακών στοιχείων του Ομίλου. Ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής 84/2025 με την οποία οι Ambermanor και Zhelezov αξιώνουν αποζημιώσεις εναντίον των Lavrode, Shumilin, Panov και Linkind ένεκα της εμπλοκής τους στις Επίδικες Συναλλαγές, για ζημιές που ισχυρίζονται ότι έχουν υποστεί συνεπεία αυτών.
Σημειώνω παρενθετικά ότι η Lavrode δεν συμμορφώθηκε με το Διάταγμα Αποκάλυψης. Πριν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης ημερομηνίας 31.1.2024 στην αγωγή 2346/2022, προσπάθησε το επανάνοιγμα της Αίτησης Αποκάλυψης. Εκείνο το διάβημα απορρίφθηκε με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.11.2023. Ακολούθησε άλλη ενδιάμεση αίτηση από τη Lavrode ημερομηνίας 12.7.2024. Στα πλαίσια εκείνης της ενδιάμεσης αίτησης προβλήθηκε για πρώτη φορά από τη Lavrode, μεταξύ άλλων, η θέση ότι ο Zhelezov (ενάγοντας) είναι στην πραγματικότητα ο τελικός δικαιούχος της Lavrode (εναγόμενης). Η αίτηση εκείνη στην πορεία αποσύρθηκε από τη Lavrode.
Η Αίτηση Παρέμβασης. Στις 13.3.2025, ο Panov καταχώρησε την Αίτηση Παρέμβασης στα πλαίσια της αγωγής 2346/2022, η οποία αποφασίζεται σήμερα. Μέσω της Αίτηση Παρέμβασης ζητά (α) άδεια να καταστεί διάδικος στην αγωγή εκείνη για να επιδιώξει τον παραμερισμό της ενδιάμεσης απόφασης και εκδοθέντων διαταγμάτων ημερομηνίας 31.1.2024, (β) άδεια να προστεθεί ως εναγόμενος στην αγωγή εκείνη, (γ) διάταγμα που να παραμερίζει την ενδιάμεση απόφαση και διατάγματα που εκδόθηκαν στις 31.1.2024 και (δ) διάταγμα που να απαγορεύσει τη χρήση των αποκαλυφθέντων στοιχείων. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση Παρέμβασης, αναφέρει ότι οι πληροφορίες που παρουσίασαν στο Δικαστήριο οι Ambermanro και Zhelezov για να εξασφαλίσουν τα Διατάγματα Αποκάλυψης, ενέπλεκαν και τον ίδιο στην ισχυριζόμενη αδικοπραγία. Υποστηρίζει ότι η μη επίδοση της Αίτησης Αποκάλυψης σε εκείνον πριν την εκδίκαση της επηρέασε τα δικαιώματα και συμφέροντα του και πρέπει να του επιτραπεί να παρέμβει για να τα προστατεύσει.
Οι Ambermanor και Zhelezov έχουν εγείρει ένσταση υποστηρίζοντας, μεταξύ άλλων, ότι οι θέσεις του Panov αντιστρατεύονται των αρχών που διέπουν την έκδοση διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal, ότι επιζητείται από το παρόν Δικαστήριο να ενεργήσει ως εφετείο του εαυτού του αναιρώντας την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 31.1.2024 και ότι ο Panov δεν μπορεί να θεωρηθεί αναγκαίος διάδικος ώστε να προστεθεί ως εναγόμενος.
Η αγωγή 84/2025. Επανέρχομαι στην εκδοχή των Ambermanor και Zhelezov, όπως την περίγραψα στην αρχή. Όπως ανέφερα, στη βάση εκείνων των θέσεων και με τις περαιτέρω πληροφορίες που εξασφάλισαν μέσω του Διατάγματος Αποκάλυψης, καταχώρησαν την αγωγή 84/2025 με την οποία εγείρουν διάφορες αξιώσεις για αποζημιώσεις εναντίον των κατ΄ ισχυρισμό αδικοπραγούντων και άλλες συναφείς θεραπείες, ως εξειδικεύονται στην έκθεση απαίτησης που έχει καταχωρηθεί στο ενδιάμεσο.
Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Προβάλλοντας όσα - πολύ επιγραμματικά - έχω περιγράψει πιο πάνω, οι Amebrmano και Zhelezov προώθησαν στα πλαίσια της αγωγής 84/2025 την Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Μέσω αυτής της Αίτησης επιδιώκουν την δέσμευση περιουσιακών στοιχείων των Lavrode, Shumilin, Panov και Linkind στην Κύπρο και την παγοποίηση των περιουσιακών τους στοιχείων στην Κύπρο και ανά το παγκόσμιο (τα αιτούμενα αυτά διατάγματα, μέχρι του ποσού των αξιώσεων που εγείρονται εναντίον έκαστου εναγόμενου) (στο εξής τα «Διατάγματα Τύπου Mareva»). Ζητούν επίσης επικουρικό διάταγμα που να διατάσσει τον κάθε ένα από τους Εναγόμενους να αποκαλύψει περιουσιακά στοιχεία στη Δημοκρατία και ανά το παγκόσμιο, προς επιτήρηση των Διαταγμάτων Τύπου Mareva.
Οι Lavrode, Panov και Linkind έχουν εγείρει ένσταση στην έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, υποστηρίζοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για έκδοση τους. Ο Shumilin δεν έχει εμφανιστεί στη διαδικασία, η οποία προχωρά στην απουσία του.
Από τις ενστάσεις που έχουν καταχωρηθεί διακρίνω ότι οι Lavrode, Panov και Linkind δεν διαφωνούν πως διενεργήθηκαν οι επίδικες συναλλαγές, πως υπογράφηκαν οι διάφορες συμφωνίες ή έγιναν οι διάφορες μεταφορές χρημάτων. Αυτά τα στοιχεία, που εξ άλλου αναδύονται μέσα από την έγγραφη μαρτυρία, δεν έχουν τύχει ουσιαστικής αμφισβήτησης. Αυτό για το οποίο διαφωνούν οι Lavrode, Panov και Linkind, είναι για τη δόλια πρόθεση που τους αποδίδεται. Προσφέρουν τη δική τους εκδοχή και ερμηνεία των στοιχείων αυτών και εισηγούνται ότι η Ambermanor, ο Όμιλος, ο Zhelezov και η Ρωσική τράπεζα Alfa Bank JSC ενεργούν ενορχηστρωμένα και κακόπιστα προσπαθώντας με προφάσεις να εκβιάσουν και να αποκτήσουν πλεονεκτήματα και οφέλη που δεν δικαιούνται για να εξυπηρετήσουν άλλα συμφέροντα.
Ειδικότερα, προβάλλουν τη θέση ότι η Ambermanor και ο Zhelezov ενεργούν ως «εικονικοί ενάγοντες». Αυτό προς κάλυψη της «πραγματικής ενάγουσας» που είναι η Ρωσική τράπεζα Alfa Bank JSC, η οποία υπόκειται σε διεθνείς κυρώσεις που την εμποδίζουν να κινήσει η ίδια την αγωγή. Η θέση αυτή εδράζεται στο επιχείρημα ότι η Ambermanor, o Όμιλος γενικότερα και η Alfa Bank JSC είναι συνδεδεμένα πρόσωπα με κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ο δε Zhelezov είναι αχυράνθρωπος που έναντι πολύ χαμηλής αμοιβής παρουσιάζει τον εαυτό του ως πραγματικό δικαιούχο της Ambermanor προς απόκρυψη της σύνδεσης της Alfa Bank JSC με τις Επίδικες Συναλλαγές.
Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι ο Zhelezov είναι ο πραγματικός δικαιούχος της Lavrode, βασιζόμενοι στο μητρώο πραγματικών δικαιούχων της Lavrode που τον κατονομάζει ως τέτοιο. Παρενθετικά σημειώνω ότι η άλλη πλευρά χαρακτηρίζει το επιχείρημα αυτό απίθανο και παράλογο, υποστηρίζει ότι το έγγραφο αυτό είναι πλαστό, κατασκευασμένο από τους αδικοπραγούντες προς εξυπηρέτηση των σκοπών τους, και έχει προβεί σε σχετική καταγγελία στην αστυνομία και άλλους φορείς στην Κύπρο.
Οι Lavrode, Panov και Linkind υποστηρίζουν επίσης ότι οι Επίδικες Συναλλαγές, όπως παρουσιάζονται από τους Ambermanor και Zhelezov δεν δίνουν πλήρη εικόνα. Η δική τους θέση είναι ότι οι Επίδικες Συναλλαγές εντάσσονται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο συναλλαγών που αφορούσαν προσπάθειες διευθέτησης υπερήμερων υποχρεώσεων του ομίλου εταιρειών που ανήκει στον Aristarkhov προς την Alfa Bank JSC. Η μεταβίβαση του Metromarket Mall προς την Alfa Bank JSC έγινε στα πλαίσια της διευθέτησης στην οποία κατέληξαν. Συνεπώς, εισηγούνται ότι καμία ζημιά έχει υποστεί η Alfa Bank JSC και κατ΄ επέκταση η Ambermanor, σε σχέση με την αγοραπωλησία του Metromarket Mall.
Προβάλλονται επίσης τα πλαίσια των ενστάσεων, μεταξύ άλλων, επιχειρήματα που αφορούν απόκρυψη στοιχείων από την Ambermanor και τον Zhelezov, έλλειψη δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου να επιληφθεί της επίδικης διαφοράς, κωλύματος, την αρχή forum non convenience, ότι οι ενάγοντες δεν έχουν έννομο συμφέρον να προωθούν τις αξιώσεις τους.
Ανάλυση. Για σκοπούς εκδίκασης των δύο προς απόφαση Αιτήσεων, καταχωρήθηκαν από όλες τις πλευρές ενστάσεις και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις. Παρουσιάστηκε μεγάλος όγκος έγγραφης μαρτυρίας και τεκμηρίων. Για σκοπούς ακρόασης ετοιμάστηκαν εμπεριστατωμένες γραπτές αγορεύσεις από τους συνηγόρους που είχαν την ευκαιρία να τοποθετηθούν και προφορικά.
Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω αναφορικά με τις θέσεις και επιχειρήματα των εμπλεκόμενων. Έχω εξετάσει όλο το υλικό και στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου καθώς και τις εισηγήσεις των συνηγόρων.
Προχωρώ στην ουσία.
Αίτηση Παρέμβασης. Θα ξεκινήσω από την Αίτηση Παρέμβασης.
Όπως σημείωσα πιο πάνω, η πλευρά του Panov υποστηρίζει ότι είναι πρόσωπο με άμεσο συμφέρον στα διατάγματα που εκδόθηκαν στα πλαίσια της Αίτησης Αποκάλυψης (για τα οποία ενημερώθηκε από αναφορές που έγιναν στην αγωγή 84/2025) όμως στερήθηκε του δικαιώματος να ακουστεί πριν αυτή αποφασιστεί. Σε αυτή τη βάση εισηγείται ότι πρέπει να εγκριθεί η Αίτηση Παρέμβασης για να του δοθεί η ευκαιρία να λάβει διαβήματα και να προστατεύσει τα συμφέροντα του.
Η πλευρά των Ambermanor και Zhelezov διαφωνεί υποστηρίζοντας ότι αυτό που επιχειρείται από τον Panov καταστρατηγεί τις αρχές έκδοσης διαταγμάτων τύπου Norwich Pharmacal. Παραπέμπει στην έκδοση του Διατάγματος Φίμωσης που σκοπό είχε να προστατεύσει εκείνη τη διαδικασία από τρίτα πρόσωπα τα οποία εάν λάμβαναν γνώση ίσως προσπαθούσαν να εμποδίσουν την αποκάλυψη.
Η πλευρά του Panov βασίζεται στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Zubitskiy κ.α. ν Kazak, Πολιτική Έφεση 18/2020 ημερομηνίας 9.3.2022. Στέκεται στο εξής απόσπασμα από εκείνη την απόφαση:
«Θεωρούμε πως το πρωτόδικο Δικαστήριο έχει παραπλανηθεί τόσο σε σχέση με τη δικονομική όσο και με την ουσιαστική διάσταση της υπόθεσης, με το λάθος να βρίσκεται πρωταρχικά και κύρια στο ότι εξέδωσε και κατέστησε απόλυτα δραστικότατα διατάγματα αποκάλυψης με βάση την εξαπάτηση και γενικότερα αδικοπραξίες που κατ’ ισχυρισμό εμπλέκονται οι εφεσείοντες, δηλαδή οι καθ΄ων η αίτηση στην κυρίως αίτηση περιουσιακών σχέσεων, αλλά και ο Εφεσείων Davidov, χωρίς ποτέ να γίνει επίδοση στους άμεσα εμπλεκόμενους στις κατ’ ισχυρισμό παράνομες πράξεις, οι οποίοι σαφώς και επηρεάζονται από το περιεχόμενο του διατάγματος.»
Η άλλη πλευρά υποστηρίζει ότι ο Panov αποδίδει λανθασμένη ερμηνεία στην απόφαση εκείνη.
Εξετάζοντας το κείμενο της απόφασης Zubitskiy (ανωτέρω), συμφωνώ με το συνήγορο των Ambermanor και Zhelezov ότι η ερμηνεία που εισηγείται η πλευρά Panov είναι λανθασμένη.
Κρίνω από το κείμενο ότι εκείνη η απόφαση δεν αποσκοπούσε στη διατύπωση μιας γενικής αρχής, ως η πλευρά του Panov εισηγείται. Αντίθετα φαίνεται ότι εκείνη η απόφαση αφορούσε τα συγκεκριμένα δεδομένα εκείνης της υπόθεσης.
Περαιτέρω, τα δεδομένα της Zubitskiy είναι ουσιωδώς διαφορετικά από τα δεδομένα της αγωγής 2346/2022. Επρόκειτο για υπόθεση περιουσιακών διαφορών στην οποία είχαν προηγουμένως εκδοθεί και καταστεί απόλυτα εκ συμφώνου παγοποιητικά διατάγματα εναντίον των καθ’ ων η αίτηση. Αργότερα, η αιτήτρια είχε εξασφαλίσει μονομερώς διάταγμα αποκάλυψης από τραπεζικά ιδρύματα εναντίον των καθ’ ων η αίτηση αλλά και εναντίον του Davidov και άλλων προσώπων που δεν ήταν διάδικοι.
Στην περίπτωση της αγωγής 2346/2022 τα Διατάγματα Αποκάλυψης δεν διέταζαν την αποκάλυψη στοιχείων εναντίον του Panov, αλλά στοιχεία που αφορούσαν τους εκεί Εναγόμενους (στους οποίους δεν συγκαταλέγεται ο Panov).
Δεν διαπιστώνω έρεισμα για έγκριση της Αίτησης Παρέμβασης. Τα πρόσωπα εναντίον των οποίων στρέφονταν τα Διατάγματα Αποκάλυψης έλαβαν γνώση και ακούστηκαν πριν την έκδοση τους. Κανένα διάταγμα ή θεραπεία διεκδικείται με εκείνη την αγωγή ή με την Αίτηση Αποκάλυψης εναντίον του Panov.
Περαιτέρω, η έκδοση του Διατάγματος Φίμωσης, το οποίο κατέστη απόλυτο κατόπιν ακρόασης, σκοπό είχε να «προστατεύσει» και να απομονώσει εκείνη τη διαδικασία από τρίτα πρόσωπα. Εάν επιτραπεί στον Panov να παρέμβει, αυτό θα καταστρατηγούσε τον σκοπό και ισχύ του Διατάγματος Φίμωσης. Αυτό επισημαίνεται και στην απόφαση Zubitskiy όπου λέχθηκε ότι:
«Δεν προκύπτει από τις αρχές των διαταγμάτων τύπου Norwich πως σε κανένα στάδιο της διαδικασίας δεν πρέπει να επιδίδονται διατάγματα που επηρεάζουν δικαιώματα προσώπων και να γίνονται απόλυτα χωρίς να λάβουν δεόντως γνώση. Είναι το αντίθετο που προκύπτει από τη νομολογία για είναι σαφής ο εννοιολογικός διαχωρισμός τους με τα διατάγματα φίμωσης (βλ. Penderhill Holdings Ltd κ.α. v Abramchyk κ.α. (2014) 1 ΑΑΔ 118)»
Περαιτέρω, ο πυρήνας του αιτήματος αντιστρατεύεται της ουσίας των διαταγμάτων τύπου Nowrich Pharmacal που είναι η εξασφάλιση στοιχείων που υπό άλλες περιστάσεις δεν θα αποκαλύπτονταν στον αιτούντα διάδικο. Έστω και αν κάποιες από τις αποκαλυφθείσες πληροφορίες αφορούν τον Panov δεν διαπιστώνω πως επηρεάζεται άμεσα. Στην Αίτηση Παρέμβασης, πέραν της γενικής αναφοράς περί επηρεασμού των δικαιωμάτων και συμφερόντων του, δεν καθίσταται σαφές με ποιο τρόπο αυτά έχουν επηρεαστεί. Η αγωγή 84/2025 η οποία τον αφορά άμεσα, εφόσον είναι ένας εκ των εκεί Εναγόμενων, του έχει επιδοθεί, έχει λάβει γνώση και συμμετέχει πλήρως σε εκείνη τη διαδικασία έχοντας την ευκαιρία να παρουσιάσει τις θέσεις και την υπεράσπιση του.
Επί των προς απόφαση ζητημάτων σχετική είναι η ανάλυση της έντιμης κας E. Εφραίμ Π.Ε.Δ. (ως ήταν τότε) στην απόφαση ημερομηνίας 29.11.2019 στην αγωγή 965/2019 Joint Stock Company “Alfa Bank” v Hellenic Bank Public Company Ltd κ.α.
Τέλος, δεν διαπιστώνω ότι ο Panov αποτελεί αναγκαίο διάδικο ώστε να προστεθεί στην αγωγή ως εναγόμενος. Πρόκειται για αγωγή αποκάλυψης, ειδικού χαρακτήρα (Norwich Pharmacal action)[1].
Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, κρίνω ότι η Αίτηση Παρέμβασης δεν μπορεί να επιτύχει.
Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Προχωρώ στην Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 84/2025.
Θα ξεκινήσω με το ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας και της αρχής forum non convenience που εγείρεται μέσω των ενστάσεων. Αναφορικά με αυτό το θέμα πρέπει να σημειώσω ότι η αμφισβήτηση της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από το Μέρος 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικαιοδοσίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Στην παρούσα περίπτωση, δεν δηλώθηκε πρόθεση αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου κατά την καταχώρηση εμφάνισης. Ούτε προωθήθηκε οποιαδήποτε σχετική αίτηση εντός της καθορισμένης προθεσμίας. Συνεπώς, κατά τα προβλεπόμενα στο Μέρος 12.1(4) θεωρείται ότι οι εναγόμενοι έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν δύνανται να ισχυριστούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.
Εγείρεται επίσης μέσω των ενστάσεων ζήτημα κωλύματος ένεκα δεδικασμένου. Οι Εναγόμενοι επικαλούνται αποφάσεις από Ρωσικά Δικαστήρια στα οποία εμπλέκονται οι εδώ διάδικοι, η τράπεζα Alfa Bank JSC και άλλα πρόσωπα στα οποία υπάρχουν αναφορές στο υλικό που παρουσιάστηκε κατά την εκδίκαση της Αίτησης.
Τα επιχειρήματα που προβάλλουν οι Εναγόμενοι σε σχέση με αυτό το ζήτημα, προϋποθέτουν μελέτη και ερμηνεία των Ρωσικών αποφάσεων και των συμπερασμάτων που μπορούν να εξαχθούν από αυτές. Εδράζονται επίσης στη θέση ότι η Alfa Bank JSC και η Ambermanor και Zhelezov ταυτίζονται, ως οι Εναγόμενοι υποστηρίζουν, και πρέπει να θεωρηθούν ως το ίδιο πρόσωπο. Προϋποθέτουν επίσης ότι η ερμηνεία που πρέπει να αποδοθεί σε κάποιες από τις συμφωνίες είναι αυτή που εισηγούνται οι Εναγόμενοι. Είναι σαφές ότι στα πλαίσια αυτής της ενδιάμεσης αίτησης δεν μπορεί να γίνει τέτοια ανάλυση ούτε να εξαχθούν συμπεράσματα για αμφισβητούμενα ζητήματα αυτής της φύσης και έκτασης.
Περιορίζομαι να σημειώσω ότι στις Ρωσικές υποθέσεις που παρουσιάστηκαν, προσεγγίζοντας τις στην όψη τους, δεν διαπιστώνω να υπάρχει σύμπτωση διαδίκων ούτε σύμπτωση επίδικων θεμάτων με την παρούσα αγωγή.
Συνεπώς, στο παρόν στάδιο και στα πλαίσια αυτής της Αίτησης, δεν μπορώ να προβώ σε διαπίστωση για ύπαρξη κωλύματος.
Προχωρώντας, προβάλλεται η θέση μέσω των ενστάσεων ότι οι Ambermanor και Zhelezov δεν αποκάλυψαν πλήρως όλα τα σχετικά γεγονότα στο Δικαστήριο και αυτό καθιστά την Αίτηση θνησιγενή.
Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας[2]. Ένα από τα αξιώματα της επιείκειας είναι ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση στον εκάστοτε αιτητή να αποκαλύπτει πλήρως και ειλικρινά (fully and fairly)[3] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Η ουσία είναι να δοθεί στο Δικαστήριο μια σαφής εικόνα για τα περιστατικά που περιβάλλουν την υπόθεση.
Στην παρούσα περίπτωση δεν διαπιστώνω ουσιώδη απόκρυψη ή προσπάθεια παραπλάνησης από πλευράς των Amebrmanor και Zhelezov.
Υπάρχουν διαφορετικές εκδοχές σε σχέση με την ερμηνεία γεγονότων και συναλλαγών καθώς και διαφορετική αντίληψη των προθέσεων των μερών. Μέσω των ενστάσεων παρουσιάστηκαν περαιτέρω γεγονότα και στοιχεία προς στοιχειοθέτηση της εκδοχής που προβάλλεται από τους Εναγόμενους.
Αυτό δεν είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστεί ποια από τις διιστάμενες εκδοχές για διάφορα γεγονότα είναι η αληθινή. Ούτε είναι το κατάλληλο στάδιο για να αποφασιστούν προθέσεις, επιδιώξεις, κίνητρα των εμπλεκόμενων.
Σημειώνω ότι στην παρούσα περίπτωση η Αίτηση δεν εξετάστηκε μονομερώς. Οι Εναγόμενοι έλαβαν γνώση και είχαν την ευκαιρία να απαντήσουν και να παρουσιάσουν τη δική τους εκδοχή, όπως και έπραξαν. Δεν θεωρώ ότι η παράλειψη των Εναγόντων να θέσουν εξ αρχής την εκδοχή της άλλης πλευράς, μπορεί να θεωρηθεί απόκρυψη. Δεν διαπιστώνω στοιχεία που να συνηγορούν ότι υπήρξε εσκεμμένη προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου από μέρους των Εναγόντων.
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση του Εφετείου Investar SPC Ltd v Investar Investments Ltd, Πολιτική έφεση Ε50/2021, ημερομηνίας 15.2.2024, σε αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα που καταχωρείται ή καθίσταται δια κλήσεως, η παράληψη πλήρους αποκάλυψης μπορεί να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης μόνο εφόσον διαπιστωθεί ότι έγινε εσκεμμένα, με πρόθεση παραπλάνησης του Δικαστηρίου.
Στρέφομαι στο άρθρο 32(1) του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 που κωδικοποιεί τη γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα:
«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:
Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»
Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν πληρούνται, σωρευτικά, οι προϋποθέσεις που καθορίζονται στην πιο πάνω διάταξη. Δηλαδή εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιο ή πρόσφορο» υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.
Συνεπώς, προχωρώ να εξετάσω εάν πληρούνται οι σωρευτικές προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 για έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων[4].
Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.
Όπως επεξηγήθηκε στην απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:
«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»
Στην προκείμενη περίπτωση, η έκθεση απαίτησης περιλαμβάνει ισχυρισμούς σε σχέση με τα γεγονότα όπως τα έχω συνοψίσει πιο πάνω. Από το περιεχόμενο της έκθεσης απαίτησης, προκύπτει ότι οι Ενάγοντες επικαλούνται τα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας, παράβασης καθήκοντος εμπιστοσύνης, δόλιας υποβοήθησης (dishonest assistance) και εν γνώση παραλαβής (knowing receipt).
Κρίνω ότι το περιεχόμενο του δικογράφου αποκαλύπτει πραγματικά και νομικά ζητήματα προς απόφαση στα πλαίσια δίκης και, συνεπώς, κρίνω ότι πληρείται η 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) Ν.14/60.
Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[5]. Εξετάζοντας κατά πόσο πληρείται αυτή η προϋπόθεση, το Δικαστήριο περιορίζεται να διαπιστώσει μόνο αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να επιτύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[6].
Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:
«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»
Από τη συνοπτική αναφορά στις εκατέρωθεν θέσεις προκύπτει ότι υπάρχουν διιστάμενες εκδοχές ως προς τα γεγονότα, τις προθέσεις των εμπλεκομένων, την ερμηνεία εγγράφων, τα εκατέρωθεν νομικά δικαιώματα και υποχρεώσεις.
Η διαδικασία έκδοσης παρεμπίπτοντων διαταγμάτων δεν προσφέρεται για εις βάθος αξιολόγηση αντικρουόμενης μαρτυρίας ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε ευρήματα για αμφισβητούμενα γεγονότα. Ούτε είναι αυτό το κατάλληλο στάδιο για εξέταση του περιεχόμενου εγγράφων και διατύπωσης συμπερασμάτων. Η μαρτυρία που παρουσιάζεται εκατέρωθεν προσεγγίζεται και εξετάζεται μόνο στο βαθμό που είναι απαραίτητο για τα προς απόφαση ζητήματα.
Στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση όλων των στοιχείων ενώπιον μου, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει παρουσιάσει μαρτυρία που να αποκαλύπτει πραγματικό έρεισμα για τους ισχυρισμούς που προβάλλει και τις αξιώσεις που εγείρει. Συνεπώς, κρίνω ότι ικανοποιείται και η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60.
Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Η συγκεκριμένη προϋπόθεση αφορά κατά πόσο η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας είναι απαραίτητη για να αποφευχθεί ανεπανόρθωτη βλάβη τους Ενάγοντες.
Η διαπίστωση «δυσκολίας απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο», που καθορίζει το άρθρο 32(1) εξετάζεται σε συνάρτηση με τη φύση των επίδικων θεμάτων και θέσεων που προβάλλονται.
Στην παρούσα περίπτωση, και πάλιν τονίζοντας ότι δεν εκφράζω τελικά συμπεράσματα, η θέση των Εναγόντων είναι ότι οι Εναγόμενοι ενορχηστρωμένα και με δόλια πρόθεση επιδίωξαν την αποξένωση περιουσιακών στοιχείων και έλαβαν μέτρα, μέσω σειράς εταιρικών οχημάτων και εικονικών συναλλαγών, για απόκρυψη των προθέσεων και ενεργειών τους. Χωρίς να παραγνωρίζω όσα οι Εναγόμενοι προβάλλουν προς αντίκρουση αυτής της θέσης, οι Ενάγοντες έχουν παρουσιάσει στοιχεία σχετικά με τη δική τους εκδοχή που κρίθηκε ότι δεικνύουν ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση ισχύουν κατ΄αναλογία όσα αναφέρθηκαν στην Boris Mints κ.α. ν Pavel Shishkin, Πολιτική έφεση Ε69.2020:
«θεωρούμε ότι πράγματι προσκομίστηκαν πρωτόδικα ικανοποιητικά πειστήρια αποξένωσης ουσιωδών περιουσιακών στοιχείων, ώστε να δικαιολογείτο το συμπέρασμα για πραγματοποιηθείσα ή δυνητική αποξένωση με σκοπό τη μη ικανοποίηση μελλοντικής δικαστικής απόφασης. Έτσι πληρείτο η τρίτη προϋπόθεση για όλους του εφεσείοντες, οι οποίοι με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, ενεργά ή σιωπηρά, φαίνεται να συμμετείχαν σε αυτή την κατ’ ισχυρισμό συμπαιγνία αποξένωσης. Η δαιδαλώδης διαδρομή των περιουσιακών στοιχείων και ο εταιρικός και ατομικός ιστός που αποκαλύφθηκε, σαφώς και δημιουργεί εύλογη υποψία για προσπάθεια ασφαλούς απομάκρυνσης τους και συνακόλουθης μη ικανοποίησης δικαστικής απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον των εφεσειόντων».
Δεδομένων των ενεργειών και προθέσεων που αποδίδονται στους Εναγόμενους και του μελετημένου σχεδίου (πάντα ως η θέση των Εναγόντων) που εφάρμοσαν χρησιμοποιώντας δίκτυο εταιρειών σε διάφορες χώρες και δικαιοδοσίες, κρίνω πως υπάρχει ορατός κίνδυνος απομάκρυνσης περιουσίας από μέρους τους με σκοπό να παρεμποδίσουν την ικανοποίηση τυχόν απόφασης που ήθελε εκδοθεί εναντίον τους στην αγωγή.
Σε σχέση με αυτό το ζήτημα πρέπει να προσθέσω ότι δεν παρουσιάστηκαν στοιχεία από τους Εναγόμενους που να δείχνουν ή να εισηγούνται ότι διαθέτουν τους πόρους για ικανοποίηση τυχόν απόφασης εναντίον τους. Φαίνεται ότι υπήρχε πρόθεση για διάλυση των εταιρειών Lavrode και Linkind. Δεν φαίνεται να τηρούνται οι υποχρεώσεις προς τον Έφορο Εταιρειών για κατάθεση οικονομικών καταστάσεων με αποτέλεσμα προώθηση από τον Έφορο διαδικασία διαγραφής τους (που εμπόδισαν οι Ενάγοντες). Ο δε Shumilin αντιμετωπίζει διαδικασία πτώχευσης στη Ρωσία. Κανένα στοιχείο υπάρχει για την περιουσιακή κατάσταση του Panov.
Στη βάση των πιο πάνω καταλήγω ότι και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρείται και ότι είναι αναγκαία η παρέμβαση του Δικαστηρίου ώστε να διαφυλαχθεί η δυνατότητα παροχής αποτελεσματικής θεραπείας σε περίπτωση επιτυχίας των αξιώσεων στα πλαίσια της δίκης.
Το επόμενο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν η έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων είναι εύλογη και δίκαιη υπό τις περιστάσεις και τα ενώπιον μου δεδομένα.
Έχω σταθμίσει τις επιπτώσεις τόσο στους Ενάγοντες από τη μια όσο και στους Εναγόμενους από την άλλη σε περίπτωση έκδοσης ή μη των αιτούμενων διαταγμάτων.
Κρίνω ότι το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ της έκδοσης τους.
Δεν εντοπίζω αναφορές για συγκεκριμένες αρνητικές επιπτώσεις προς τους Εναγόμενους από τυχόν έκδοση τους, πέραν από γενικές αναφορές στις ενστάσεις. Δεν θα απωλέσουν την περιουσία τους. Η επίπτωση των διαταγμάτων θα είναι ο προσωρινός περιορισμός στον τρόπο διαχείρισης του μέρους της περιουσίας που θα καλύπτεται από το παγοποιητικό διάταγμα.
Αντίθετα, χωρίς τα διατάγματα, όπως εξηγήθηκε πιο πάνω, υπάρχει κίνδυνος να χαθεί η δυνατότητα ικανοποίησης τυχόν δικαστικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων.
Συνεπώς, υπό τις περιστάσεις, κρίνω ότι είναι ορθό να διαφυλαχθεί η υφιστάμενη κατάσταση για να διαφυλαχθεί, κατ’ επέκταση, η ακεραιότητα της κυρίως δίκης.
Πέραν από τα διατάγματα παγοποίησης που οι Ενάγοντες διεκδικούν, ζητούν και διάταγμα για αποκάλυψη πληροφοριών αναφορικά με τα περιουσιακά τους στοιχεία. Αυτό το διάταγμα ζητείται επικουρικά και δεν είναι ασύνηθες σε περιπτώσεις έκδοσης παγοποιητικών διαταγμάτων παγκόσμιας εμβέλειας τύπου Mareva. Ο σκοπός του είναι η παροχή στο Δικαστήριο της δυνατότητας επιτήρησης του παγοποιητικού διατάγματος και της δυνατότητας να ελέγξει τη συμμόρφωση των Εναγόμενων[7].
Στην παρούσα περίπτωση, ενόψει των δόλιων προθέσεων και συμπεριφοράς που αποδίδονται στους Εναγόμενους και με βάση τις πιο πάνω διαπιστώσεις αναφορικά με την αναγκαιότητα έκδοσης των παγοποιητικών διαταγμάτων, κρίνω την έκδοση του επικουρικού διατάγματος επίσης αναγκαία ώστε να μπορεί να διαπιστωθεί η συμμόρφωση με τα παγοποιητικά διατάγματα. Κρίνω επίσης ότι η επιφύλαξη που περιλαμβάνεται στο αιτητικό, εξισορροπεί και παρέχει προστασία που τυχόν θεωρηθεί αναγκαία από τους Εναγόμενους.
Πριν ολοκληρώσω σημειώνω και τα εξής.
Οι Lavrode, Panov και Linkind προβάλλουν δεκάδες λόγους ένστασης. Υπάρχει στη διατύπωση των λόγων ένστασης μεγάλος βαθμός επανάληψης και αλληλοκάλυψης τους. Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να ασχοληθώ ξεχωριστά με κάθε μια από τις δεκάδες παραγράφους λόγων που παρατίθενται σε κάθε ένσταση. Έχω ασχοληθεί ειδικά πιο πάνω με τα κύρια ζητήματα που εγείρουν. Σημειώνω ότι έχω εξετάσει όλα όσα προβάλλουν όμως δεν διαπιστώνω λόγο για απόρριψη της Αίτησης. Δεν εντοπίζω ουσιαστικό ελάττωμα ή έλλειψη στην υπόθεση των Ambermanor και Zhelezov που να δικαιολογεί απόρριψη της Αίτησης.
Με βάση τα πιο πάνω καταλήγω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις για έγκριση της Αίτησης και έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Κατάληξη. Όσα εξήγησα πιο πάνω προδιαγράφουν το αποτέλεσμα των δύο αιτήσεων. Εκδίδεται διάταγμα αποσυνένωσης των δύο αγωγών, εφόσον ο σκοπός της συνένωσης έχει επιτευχθεί.
Αίτηση Παρέμβασης. Σε ό,τι αφορά την Αίτηση Παρέμβασης που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2346/2022, αυτή απορρίπτεται.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης Παρέμβασης στην αγωγή 2346/2022 επιδικάζονται υπέρ των εκεί Εναγόντων και εναντίον του Konstantin Panov.
Για το ποσό των εξόδων σημειώνω τα ακόλουθα. Η πλευρά των Εναγόντων έχει καταχωρήσει προτεινόμενο κατάλογο εξόδων. Η πλευρά του Panov δεν το έχει πράξει.
Έλαβα υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της αίτησης. Έλαβα επίσης υπόψη τα έξοδα που αιτούνται οι Ενάγοντες, τις κλίμακες αμοιβής αλλά και το γεγονός της συνεκδίκασης. Κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €4.500 πλέον ΦΠΑ, πλέον €32 πραγματικά έξοδα.
Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα. Σε ό,τι αφορά την Αίτηση για Ενδιάμεσα Διατάγματα που καταχωρήθηκε στα πλαίσια της αγωγής 84/2025, αυτή επιτυγχάνει.
Εκδίδονται επομένως τα διατάγματα των παραγράφων 1, 2 και 3 αυτής.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των εκεί Εναγόντων και εναντίον των εκεί Εναγόμενων 1-4 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα.
Για το ποσό των εξόδων σημειώνω πως η πλευρά των Εναγόντων έχει καταχωρήσει προτεινόμενο κατάλογο εξόδων. Οι Lavrode, Panov και Linkind δεν το έχουν πράξει.
Έλαβα υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της αίτησης καθώς και τον προτεινόμενο κατάλογο εξόδων των Εναγόντων, τις κλίμακες αμοιβής, το γεγονός της συνεκδίκασης και την έκταση και πολυπλοκότητα των ζητημάτων που εγέρθηκαν.
Στη βάση αυτών των παραμέτρων κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €10.000 πλέον ΦΠΑ, πλέον €139 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.) …………….………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Abyzov, Πολιτική Αίτηση 217/2019 ημερομηνίας 20.1.2020
[3] Konamaneni v Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd [2002] 1 WLR 1269
[4] Ενδεικτικά Οδυσσέως ν Pieris Estates Ltd (1982)1 A.A.Δ.557
[5] Οδυσσέως (ανωτέρω)
[6] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829
[7] Σχετικές μεταξύ άλλων οι Shishkin (ανωτέρω), Seamark Consultancy Services Limited v Joseph P Lasala et al (2007) 1 C.L.R 162, Motorola Credit Corporation v Uzan [2002] EWCA Civ 989, Malofeev v VTB Capital plc (2011) EWCA Civ 1252
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο