AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED κ.α. ν. LAVRODE LIMITED κ.α., Αριθμός αγωγής: 84/2025, 13/1/2026
print
Τίτλος:
AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED κ.α. ν. LAVRODE LIMITED κ.α., Αριθμός αγωγής: 84/2025, 13/1/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αριθμός αγωγής: 84/2025

 

Μεταξύ:

 

1. AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους

2. VLADIMIR ZHELEZOV

Ενάγοντες

και

 

1. LAVRODE LIMITED, από τη Λευκωσία

2. KONSTANTIN SHUMΙLIN, από τη Ρωσία

3. KONSTANTIN PANOV, από τη Ρωσία

4. LINKIND LIMITED, από τη Λεμεσό

Εναγόμενοι

 

13 Ιανουαρίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για Linkind Limited: κα Μ. Πορνάρη για Giorgos Landas LLC

Για Ενάγοντες: κ. Ι. Οικονόμου για E. Economou & Co LLC

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Αίτηση Εναγόμενης 4 ημερομηνίας 13.10.2025 (α) για προσθήκη διάδικου και (β) για παράταση του χρόνου καταχώρησης Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης

 

 

Με την υπό κρίση Αίτηση η Εναγόμενη 4 (στο εξής η «Linkind») ζητά (α) όπως επιτραπεί η προσθήκη της Joint Stock Company Alfa-Bank (στο εξής η «Alfa-Bank») ως δι’ ανταπαιτήσεως εναγόμενης και (β) παράταση της προθεσμίας καταχώρησης Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.

 

Κατόπιν οδηγιών του Δικαστηρίου, η Αίτηση επιδόθηκε στους Ενάγοντες (στο εξής «Ambermanor» και «Zhelezov», αντίστοιχα) ώστε να ακουστούν αναφορικά με το 2ο αιτητικό, δηλαδή κατά πόσο πρέπει να χορηγηθεί η αιτούμενη παράταση στην καταχώρηση του δικογράφου. Για το 1ο αιτούμενο διάταγμα δεν κρίθηκε αναγκαίο να δοθεί ειδοποίηση σε οποιοδήποτε πρόσωπο και αυτό αποφασίζεται μονομερώς.

 

Τα γεγονότα που περιβάλλουν την υπόθεση καθώς και οι θέσεις των δύο πλευρών καταγράφονται σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου ημερομηνίας 7.1.2026 (που αφορούσε αίτηση των Εναγόντων ημερομηνίας 22.1.2025). Παραπέμπω στο περιεχόμενο εκείνης της απόφασης και δεν κρίνω αναγκαίο να τα επαναλάβω. Αναφορές στις θέσεις των μερών γίνονται μόνο στο βαθμό που κρίνω επιθυμητό προς παρακολούθηση αυτής της απόφασης.

 

Πριν προχωρήσω, σημειώνω ότι έχω εξετάσει το περιεχόμενο της Αίτησης και ενόρκων δηλώσεων που την υποστηρίζουν. Παρομοίως έχω εξετάσει την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει. Μελέτησα επίσης τις γραπτές αγορεύσεις των δύο πλευρών καθώς και τη νομολογία και τις αρχές στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι.

 

Θα ξεκινήσω με το 1ο αιτούμενο διάταγμα με το οποίο η Linkind ζητά άδεια για προσθήκη της Alfa-Bank ως εναγόμενης σε ανταπαίτηση που έχει πρόθεση να καταχωρήσει.

 

Το ζήτημα ρυθμίζεται από το Μέρος 21.5 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Σύμφωνα με τις σχετικές διατάξεις του Μέρους 21.5:

 

«21.5. Ανταπαίτηση εναντίον προσώπου μαζί με τον ενάγοντα

 

(1) Εναγόμενος ο οποίος επιθυμεί να εγείρει ανταπαίτηση εναντίον προσώπου μαζί με τον ενάγοντα οφείλει να αιτηθεί από το δικαστήριο διάταγμα προσθήκης του προσώπου αυτού ως πρόσθετου διαδίκου.

 

(2) Αίτηση για έκδοση διατάγματος δυνάμει της παραγράφου (1) μπορεί να υποβληθεί χωρίς ειδοποίηση εκτός αν το δικαστήριο διατάξει διαφορετικά.

 

(3) Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δυνάμει της παραγράφου (1), δίδει οδηγίες ως προς τη διαχείριση της υπόθεσης.»

 

Από το πιο πάνω κείμενο προκύπτει ότι επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά πόσο θα επιτρέψει τη συμπερίληψη τρίτου προσώπου, μη διάδικου, ως εναγόμενου σε ανταπαίτηση μαζί με τον ενάγοντα. Δεν έχω εντοπίσει καθοδήγηση από Κυπριακή νομολογία αναφορικά με την ορθή προσέγγιση του Μέρους 21.5 ΚΠΔ. Όμως θεωρώ ότι η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου πρέπει να ασκείται στα πλαίσια που καθορίζονται στο Μέρος 20.2(2) των ΚΠΔ, που ρυθμίζει γενικά το ζήτημα της προσθήκης νέου διάδικου σε υφιστάμενη αγωγή. Συγκεκριμένα, εκεί προβλέπονται τα εξής:

 

«Το δικαστήριο δύναται να διατάξει την προσθήκη προσώπου ως νέου διαδίκου αν:

(α) η προσθήκη του νέου διαδίκου είναι επιθυμητή, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει όλα τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία ή

 

(β) υφίσταται ζήτημα, το οποίο αφορά στον νέο διάδικο και στον υφιστάμενο διάδικο, το οποίο συνδέεται με τα αμφισβητούμενα θέματα στη δικαστική διαδικασία, και είναι επιθυμητό να προστεθεί ο νέος διάδικος, ώστε το δικαστήριο να δυνηθεί να επιλύσει το εν λόγω ζήτημα.»

 

Αυτό συνάδει και με την Αγγλική προσέγγιση του ζητήματος[1]. Σημειώνω ότι το Μέρος 21.5 ΚΠΔ είναι πανομοιότυπο με το Part 20.5[2] των Αγγλικών Civil Procedure Rules και το Μέρος 20.2(2) ΚΠΔ είναι πανομοιότυπο με το CPR Part 19.2.2[3].

 

Στην παρούσα περίπτωση, στη βάση όλων των στοιχείων που έχουν τεθεί ενώπιον μου από την πλευρά της Linkind και ως θα εξηγήσω στη συνέχεια, κρίνω ότι δεν μπορεί να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια.

 

Ο βασικός λόγος που δεν μπορεί να εγκριθεί το αίτημα είναι διότι δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η προσθήκη της Alfa-Bank ως διάδικου είναι αναγκαία για την αποτελεσματική επίλυση των θεμάτων της αγωγής.

 

Η θέση της Linkind, όπως προκύπτει από τις ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν αυτή την Αίτηση καθώς και την αίτηση ημερομηνίας 22.1.2025 που έχει εκδικαστεί σε ενωρίτερο στάδιο, είναι πως οι Ambermanor και Zhelezov δεν είναι οι «πραγματικοί ενάγοντες» αλλά ενεργούν «εικονικά» ενώ η πραγματική ενάγουσα είναι η Alfa-Bank (η οποία δεν μπορεί να δράσει η ίδια γιατί υπόκειται σε διεθνείς κυρώσεις). Η πλευρά της Linkind αναφέρεται σε διάφορα γεγονότα, συναλλαγές και διαδικασίες και προβάλλει ισχυρισμούς που, κατά τη θέση της, στοιχειοθετούν ότι η Alfa-Bank καμία ζημιά έχει υποστεί από την κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγία, αλλά ενεργεί δόλια μαζί με τους Ambermanor και Zhelezov για να αποσπάσει οφέλη που δεν δικαιούται. Κατ’ επέκταση, εισηγείται πως ούτε οι Ambermanor και Zhelezov δικαιούνται στις θεραπείες που αξιώνουν με την αγωγή.

 

Αυτές οι θέσεις που η Linkind προβάλλει, μπορούν να εγερθούν στα πλαίσια της Υπεράσπισης της στην αγωγή. Εάν κατά τη δίκη οι Ενάγοντες αποσείσουν το γενικό βάρος απόδειξης των δικών τους θέσεων, τότε εναπόκειται στην Linkind να αποσείσει το ειδικό βάρος απόδειξης των ισχυρισμών που προβάλλει προς υπεράσπιση. Δεν διακρίνω με ποιο τρόπο είναι αναγκαία ή επιθυμητή η προσθήκη της Alfa-Bank. Δεν χρειάζεται να είναι εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη η Alfa-Bank, για να μπορέσει να προβάλλει η Linkind αυτές τις θέσεις ως Υπεράσπιση.

 

Περαιτέρω, η Linkind δεν διευκρινίζει επαρκώς ποιες αξιώσεις προτίθεται να εγείρει εναντίον της Alfa-Bank και σε ποια βάση. Στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση υπάρχουν αναφορές ότι «η Alfa-Bank προσπαθεί να αποκομίσει όφελος έχοντας ως αχυράνθρωπους τους Ενάγοντες. Η Alfa-Bank με την παρούσα αγωγή προσπαθεί να υπερπηδήσει τις κυρώσεις που της έχουν επιβληθεί, να παρακάμψει τις αποφάσεις των ξένων δικαστηρίων και εκμεταλλευόμενη τον Όμιλο έχει ξεκινήσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο αγωγή εναντίον μεταξύ άλλων και της Αιτήτριας με αποκλειστικό σκοπό την αποκόμιση οφέλους το οποίο σε καμία απολύτως περίπτωση δικαιούται.» (παράγραφος 23 της ένορκης δήλωσης αρ. 1 του Α. Πινδάρου). Σε άλλο σημείο αναφέρεται ότι η Alfa-Bank «προσπαθεί παράνομα να αποκομίσει διπλό όφελος καθότι η τελευταία έχει πλήρως εξοφληθεί με αποτέλεσμα να υποστεί βλάβη η Αιτήτρια και προς τούτο διεκδικεί σχετικές αποζημιώσεις μέσω της ανταπαίτησης τόσο εναντίον των Εναγόντων όσο και εναντίον της Alfa-Bank» (παράγραφος 24 της ίδιας ένορκης δήλωσης).

 

Το επιχείρημα της Linkind καταλήγει ότι «η ανταπαίτηση την οποία η Αιτήτρια προτίθεται να εγείρει έναντι των Εναγόντων και της Alfa-Bank αφορά και άπτεται, εν συντομία και χωρίς περιορισμό των αστικών αδικημάτων της απάτης, συνομωσίας με νόμιμα μέσα (lawful means) και δυνάμει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού. Είναι δε θέση της Αιτήτριας ότι ένεκα των ενεργειών των Εναγόντων και της Alfa-Bank έχει υποστεί ζημιά και προς τούτο ζητά την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων προκειμένου να είναι σε θέση να διασφαλίσει όλα τα νόμιμα δικαιώματα και συμφέροντα της» (παράγραφος 26 της ίδιας ένορκης δήλωσης).

 

Δεν έχω ενώπιον μου προσχέδιο του προτεινόμενου δικόγραφου της Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης. Αυτό δεν είναι ρητή προϋπόθεση, όμως στην Αγγλία έχει καθιερωθεί ως πρακτική δυνάμει σχετικού Practice Direction. To προτεινόμενο δικόγραφο θα ήταν βοηθητικό για να γίνει καλύτερα κατανοητή η αξίωση που η Linkind θέλει να προωθήσει ανταπαιτητικά εναντίον της Alfa-Bank. Χωρίς το προτεινόμενο δικόγραφο, στη βάση των ενώπιον μου δεδομένων, πρέπει να σημειώσω πως δεν είναι αντιληπτό ποια ζημιά έχει υποστεί η Linkind από όσα αποδίδει στην Alfa-Bank, όπως αναφέρεται στα πιο πάνω αποσπάσματα. Ούτε είναι αντιληπτό με ποιο τρόπο έχει εξαπατηθεί η ίδια η Linkind ή με ποιο τρόπο έχει καταστεί αδικαιολόγητα πλουσιότερη η Alfa Bank. Οι ισχυρισμοί που εγείρονται φαίνεται και πάλιν να αφορούν θέσεις που η Linkind θα προωθήσει ως υπεράσπιση εναντίον των Ambermanor και Zhelezov, όμως δεν είναι αντιληπτό με ποιο τρόπο μεταφράζονται σε αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Alfaank το οποίο είναι αναγκαίο να δικαστεί στα πλαίσια αυτής της αγωγής.

 

Πολύ ενδιαφέρουσα σε σχέση με το CPR Part 20.5 είναι η ανάλυση στην Αγγλική υπόθεση Wise Payments Ltd v With Wise Ltd & Ors [2024] EWHC 234 (IPEC), αναφορικά τόσο με την ορθή προσέγγιση του θέματος της προσθήκης νέων διάδικων σε ανταπαίτηση, όσο και για το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο αιτών διάδικος πριν επιτραπεί η προσθήκη.

 

Συνοψίζοντας όσα προανέφερα, καταλήγω ότι το αίτημα για προσθήκη της Alfa-Bank ως εναγόμενης δι’ ανταπαιτήσεως δεν μπορεί να εγκριθεί γιατί δεν έχω ικανοποιηθεί πως η συμπερίληψη της είναι αναγκαία για να επιλυθούν τα επίδικα θέματα της αγωγής. Αντίθετα, κρίνω ότι θα καθυστερήσει και θα περιπλέξει δυσανάλογα και αχρείαστα τη διαδικασία αυτής της αγωγής, η πρόοδος της οποίας προς τη δίκη έχει ήδη καθυστερήσει.

 

Προχωρώ στο 2ο αιτούμενο διάταγμα της παρούσας Αίτησης. Όπως σημείωσα στην αρχή, η Linkind ζητά παράταση για την καταχώρηση Υπεράσπισης & Ανταπαίτησης.

 

Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης σε σχέση με την Alfa-Bank, η εξέταση αυτού του αιτούμενου διατάγματος αφορά πλέον την Υπεράσπιση και προτιθέμενη Ανταπαίτηση μόνο εναντίον των Ambermanor και Zhelezov.

 

Δεν αμφισβητείται ότι η Υπεράσπιση της Linkind στην αγωγή έπρεπε να καταχωρηθεί μέχρι 5.5.2025. Η ημερομηνία εκείνη παρήλθε χωρίς να συμμορφωθεί. Συμφώνησε με τους Ενάγοντες παράταση 42 ημερών όπως και πάλιν δεν συμμορφώθηκε. Τον Σεπτέμβριο 2025 καταχώρησε αίτηση για επέκταση της προθεσμίας την οποία τελικά απέσυρε. Επανήλθε στις 13.10.2025 με την παρούσα Αίτηση με την οποία ζητά περαιτέρω παράταση για καταχώρηση Υπεράσπισης αλλά, για πρώτη φορά, και Ανταπαίτησης στην αγωγή.

 

Θα συμφωνήσω με το συνήγορο των Εναγόντων ότι η παράλειψη της Linkind να καταχωρήσει εμπρόθεσμα την Υπεράσπιση της συνιστά παρατυπία. Απαλλαγή από την παρατυπία και τις δικονομικές επιπτώσεις της, προϋποθέτει την υποβολή σχετικού αιτήματος. Ένα τέτοιο αίτημα υποβάλλεται στη βάση του Μέρους 3.6 των ΚΠΔ που προνοεί τα εξής:

 

«3.6. Απαλλαγή από κυρώσεις

 

(1) Όταν διάδικος παραλείπει να συμμορφωθεί με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, οποιαδήποτε κύρωση για μη συμμόρφωση, η οποία επιβάλλεται από τον κανονισμό ή το δικαστικό διάταγμα, ισχύει, εκτός αν ο διάδικος, ο οποίος παρέλειψε να συμμορφωθεί αιτηθεί και εξασφαλίσει απαλλαγή από την κύρωση.

 

(2) Σε αίτηση για απαλλαγή από οποιαδήποτε επιβληθείσα κύρωση, λόγω παράλειψης συμμόρφωσης με οποιαδήποτε κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα, το δικαστήριο θα λάβει υπόψη όλες τις περιστάσεις της υπόθεσης προκειμένου να χειριστεί με δίκαιο τρόπο, την αίτηση, με γνώμονα τον πρωταρχικό σκοπό, περιλαμβανομένης της ανάγκης:

 

(α) διεξαγωγής της δικαστικής διαδικασίας αποτελεσματικά και με αναλογικό κόστος· και

(β) επιβολής συμμόρφωσης με κανονισμούς και δικαστικά διατάγματα.

 

(3) Αίτηση για απαλλαγή υποστηρίζεται από μαρτυρία.»

 

Η πλευρά της Linkind δεν έχει συμπεριλάβει αυτό τον Κανονισμό στη νομική βάση της Αίτησης. Όμως, θεωρώ ότι η παράληψη μπορεί να θεραπευτεί. Αυτό, έχοντας υπόψη την ανάγκη για ταχεία και αποτελεσματική διεκπεραίωση των ζητημάτων. Έχοντας επίσης υπόψη το γεγονός ότι η πλευρά των Εναγόντων έχει αντιληφθεί ποια είναι η φύση του αιτήματος που υποβάλλεται και παρουσίασε με πληρότητα τις δικές της θέσεις επί αυτού - συνεπώς δεν διακρίνω να επηρεάζεται αρνητικά εάν θεραπευτεί η παράληψη.

 

Θεωρώ ότι η ορθή προσέγγιση του Μέρους 3.6 ΚΠΔ αναλύεται και διατυπώνεται στην Αγγλική υπόθεση Denton & Ors v TH White Ltd & Ors [2014] EWCA Civ 906, που αφορά την πανομοιότυπη διάταξη Part 3.9 των Αγγλικών Civil Procedure Rules. Στην παράγραφο 24 της απόφασης εκείνης αναφέρονται τα εξής:

 

«A judge should address an application for relief from sanctions in three stages. The first stage is to identify and assess the seriousness and significance of the "failure to comply with any rule, practice direction or court order" which engages rule 3.9(1). If the breach is neither serious nor significant, the court is unlikely to need to spend much time on the second and third stages. The second stage is to consider why the default occurred. The third stage is to evaluate "all the circumstances of the case, so as to enable [the court] to deal justly with the application including [factors (a) and (b)]". We shall consider each of these stages in turn identifying how they should be applied in practice. We recognise that hard-pressed first instance judges need a clear exposition of how the provisions of rule 3.9(1) should be given effect. We hope that what follows will avoid the need in future to resort to the earlier authorities.»

 

Πιστεύω ότι αντίστοιχη προσέγγιση πρέπει να εφαρμοστεί και στην παρούσα περίπτωση. Η καθυστέρηση καταχώρησης Υπεράσπισης πέραν των επτά μηνών, δεν μπορεί παρά να θεωρηθεί σοβαρή παρατυπία για την οποία δεν έχει δοθεί ικανοποιητική εξήγηση από τη Linkind. Πρέπει όμως να συνεκτιμήσω όλα τα δεδομένα της υπόθεσης πριν αποφασίσω εάν μπορεί να χορηγηθεί η αιτούμενη παράταση. Όπως εξηγήθηκε στην Denton:

 

«It seems that some judges are approaching applications for relief on the basis that, unless a default can be characterised as trivial or there is a good reason for it, they are bound to refuse relief. This is leading to decisions which are manifestly unjust and disproportionate. It is not the correct approach and is not mandated by what the court said in Mitchell: see in particular para 37. A more nuanced approach is required as we have explained. But the two factors stated in the rule must always be given particular weight. Anything less will inevitably lead to the court slipping back to the old culture of non-compliance which the Jackson reforms were designed to eliminate

 

Τα δεδομένα έχουν ως εξής. Τα δικόγραφα δεν έχουν ακόμα κλείσει με όλους τους υπόλοιπους διάδικους στην αγωγή. Μέχρι σήμερα διεκπεραιώθηκαν διάφορα ενδιάμεσα διαβήματα στην αγωγή, συνεπώς η υπόθεση δεν ήταν αδρανής στον χρόνο που μεσολάβησε. Οι επιπτώσεις εάν δεν χορηγηθεί η αιτούμενη παράταση θα είναι καταλυτικές για την Linkind αφού ουσιαστικά θα εμποδιστεί να υπερασπιστεί την αγωγή. Αντίθετα, εάν δοθεί η παράταση, οι Ενάγοντες δεν θα χάσουν το δικαίωμα να προωθήσουν την αγωγή τους. Χορήγηση της αιτούμενης παράτασης δεν ανατρέπει τον προγραμματισμό της ακρόασης της υπόθεσης, αφού δεν έχει καθοριστεί ακόμα ημερομηνία δίκης.

 

Στη βάση των πιο πάνω, και υπό τις περιστάσεις αυτής της υπόθεσης, κρίνω ότι είναι ορθότερο να χορηγηθεί η αιτούμενη παράταση παρά όχι. Κρίνω επίσης ορθό να δοθεί η δυνατότητα στην Linkind να εγείρει την Ανταπαίτηση που επιθυμεί εναντίον των Εναγόντων και χορηγείται αντίστοιχη παράταση προς το σκοπό αυτό.

 

Συγκεφαλαιώνοντας, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της Αίτησης απορρίπτεται. Η Αίτηση εγκρίνεται ως προς το αιτητικό Β με τη διαφοροποίηση ότι η χορηγηθείσα παράταση ισχύει για 30 ημέρες από σήμερα.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων. Παρά την μερική έγκριση της Αίτησης, κρίνω ότι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν εναντίον της Linkind και υπέρ των Εναγόντων και εκδίδεται αντίστοιχη διαταγή. Αυτό διότι για την ανάγκη καταχώρησης της Αίτησης ευθύνεται η πλευρά της Linkind που παρέλειψε να καταχωρήσει έγκαιρα το δικόγραφο της. Έχω επίσης λάβει υπόψη ότι δεν έχει δοθεί ικανοποιητική δικαιολογία για την καθυστέρηση. Συνεπώς, θα ήταν λάθος να επιβραβευθεί η Linkind με έξοδα.

 

Για το ύψος των εξόδων σημειώνω πως οι δύο πλευρές είχαν καταχωρήσει προτεινόμενους καταλόγους εξόδων. Η μεν Linkind ζητούσε έξοδα ύψους €8.648 πλέον ΦΠΑ, οι δε Ενάγοντες έξοδα ύψους €6.932 πλέον ΦΠΑ.

 

Έλαβα υπόψη τη φύση και πορεία εκδίκασης της αίτησης καθώς και τους προτεινόμενους καταλόγους εξόδων και τις κλίμακες αμοιβής.

Στη βάση αυτών των παραμέτρων κρίνω εύλογο και επιδικάζω υπέρ των Εναγόντων και εναντίον της Εναγόμενης 4 ποσό €6.932 πλέον ΦΠΑ, πλέον €22 πραγματικά έξοδα.

 

 

 

 

(Υπ.)  …………….………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Μεταξύ άλλων, Wise Payments Limited (formerly Transferwise Limited) v With Wise Limited and others [2024] EWHC 234 (IPEC), PeCe Beeher BV v Alevere Ltd [2016] EWHC 434 (IPEC), The Welsh Ministers v Price & Anor (Rev 1) [2017] EWCA Civ 1768

[2] «CPR. 20.5:

(1) Subject to rule 20.7, a defendant who wishes to counterclaim against a person other than the claimant must apply to the court for an order that that person be added as an additional party.

(2) An application for an order under paragraph (1) may be made without notice unless the court directs otherwise.

(3) Where the court makes an order under paragraph (1), it will give directions as to the management of the case.»

[3] «CPR. 19.2(2):

The court may order a person to be added as a new party if –

(a) it is desirable to add the new party so that the court can resolve all the matters in dispute in the proceedings; or

(b) there is an issue involving the new party and an existing party which is connected to the matters in dispute in the proceedings and it is desirable to add the new party so that the court can resolve that issue.»

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο