ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αριθμός αγωγής: 84/2025
Μεταξύ:
1. AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους
2. VLADIMIR ZHELEZOV, από το Λουξεμβούργο
Ενάγοντες
και
1. LAVRODE LIMITED, από τη Λευκωσία
2. KONSTANTIN SHUMLIN, από τη Ρωσία
3. KONSTANTIN PANOV, από τη Ρωσία
4. LINKIND LIMITED, από τη Λεμεσό
Εναγόμενοι
7 Ιανουαρίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες/Καθ’ ων η αίτηση στην παρούσα: κ. Ι. Οικονόμου για E. Economou & Co LLC
Για Εναγόμενο 3/Αιτητή στην παρούσα: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αίτηση Εναγόμενου 3 ημερομηνίας 3.10.2025
για επανάνοιγμα της αίτησης για ενδιάμεσες θεραπείες ημερομηνίας 22.1.2025
Η παρούσα αγωγή αφορά αξιώσεις των Εναγόντων για ισχυριζόμενη (μεταξύ άλλων) συνωμοσία και απάτη, που διενεργήθηκε εις βάρος τους από τους Εναγόμενους. Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στις δικογραφημένες θέσεις γιατί δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς της παρούσας απόφασης.
Με την καταχώρηση της αγωγής οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση ημερομηνίας 22.1.2025 με την οποία αξιώνουν ενδιάμεσες θεραπείες εναντίον των Εναγόμενων (στο εξής η «Κυρίως Αίτηση»). Οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 καταχώρησαν ένσταση στην Κυρίως Αίτηση και δόθηκε σε όλες τις πλευρές η ευκαιρία καταχώρησης, πέραν των αρχικών, και συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων προς υποστήριξη των εκατέρωθεν θέσεων. Η ακρόαση της Κυρίως Αίτησης έλαβε χώρα στις 3.7.2025 οπόταν και επιφυλάχθηκε απόφαση.
Πριν την έκδοση της επιφυλαχθείσας απόφασης, η πλευρά του Εναγόμενου 3 καταχώρησε την παρούσα Αίτηση. Μέσω αυτής ζητά το επανάνοιγμα της Κυρίως Αίτησης ώστε να της επιτραπεί να καταχωρήσει συμπληρωματική ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της ένστασης που έχει εγείρει. Η πλευρά των Εναγόντων διαφωνεί να δοθεί η σχετική άδεια.
Μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, ο Εναγόμενος 3 επιθυμεί ουσιαστικά να παρουσιάσει τέσσερα έγγραφα που, όπως αναφέρει, περιήλθαν στην κατοχή των Ρώσων δικηγόρων που τον εκπροσωπούν σε ποινική διαδικασία στη Ρωσία που σχετίζεται με τις επίδικες συναλλαγές αυτής της αγωγής.
Το αίτημα αιτιολογείται από την πλευρά του Εναγόμενου 3 ως εξής. Στις 17.4.2024 το Tushino District Court of Moscow διέταξε την κράτηση του Εναγόμενου 3 in absentia. Στις 29.5.20024 το Moscow City Court επικύρωσε (upheld) την απόφαση εκείνη. Στις 23.7.2024 το Second Cassation Court of General Jurisdiction αρνήθηκε να εξετάσει έφεση κατά της απόφασης (refused to transfer the cassation appeal for consideration). Τέλος, στις 23.5.2025 το Supreme Court of the Russian Federation επικύρωσε την άρνηση έφεσης. Αυτό κατέστησε τελεσίδικη την απόφαση για κράτηση του Εναγόμενου 3.
Σύμφωνα με τον Εναγόμενο 3, «in August 2025 my Russian lawyers received a copy of the Supreme Court of the Russian Federation’s judgement refusing to transfer the appeal. My Russian lawyer, having exhausted all available domestic remedies adopted a strategic line to prepare a complaint to the United Nations Human Rights Committee on the basis that there are grounds to consider that I was subjected to substantial procedural violations m including issues arising from imposition of a preventive measure in absentia and restriction of the right to defence. In order to substantiate the complaint to the United Nations Human Rights Committee, as I am informed by my Russian Lawyer, there was a need to obtain reliable external evidence, including third party documents that objectively demonstrate the corporate structure, the movement of funds and the positions of the other parties». Κατόπιν, στις 29.9.2025, ο Ρώσος δικηγόρος απεύθυνε επιστολή προς τους δικηγόρους της Εναγόμενης 4 στην παρούσα αγωγή και ζητούσε στοιχεία και έγγραφα. Εκείνοι ανταποκρίθηκαν 3 μέρες μετά αποστέλλοντας του τα τέσσερα έγγραφα που επιθυμεί να παρουσιάσει με την προτεινόμενη συμπληρωματική ένορκη δήλωση.
Η πλευρά του Εναγόμενου 3 υποστηρίζει ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια. Σημειώνει ότι ενήργησε μόλις περιήλθαν στην κατοχή της τα εν λόγω έγγραφα και ότι αυτά τα νέα δεδομένα πρέπει να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου πριν αποφασιστεί η Κυρίως Αίτηση.
Η πλευρά των Εναγόντων έχει εγείρει ένσταση υποστηρίζοντας ότι κανένα νέο γεγονός συνέβη που να δικαιολογεί επανάνοιγμα της Κυρίως Αίτησης. Υποστηρίζει επίσης ότι η επιδίωξη του Εναγόμενου 3 είναι η πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης.
Αυτές είναι, εν συντομία, οι θέσεις των δύο πλευρών. Σημειώνω ότι έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση καθώς και τις ένορκες δηλώσεις που έχουν καταχωρηθεί από τις δύο πλευρές μαζί με όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου. Έχω επίσης εξετάσει όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των δύο συνηγόρων, τη νομολογία και στις αρχές στις οποίες παραπέμπουν. Γνωρίζω και το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής.
Επί της ουσίας της Αίτησης, δέχομαι ότι σε περιορισμένες, εξαιρετικές, περιπτώσεις μπορεί να επιτραπεί το επανάνοιγμα μιας αίτησης ή υπόθεσης όταν έχει επιφυλαχθεί απόφαση. Πρόκειται όμως για εξέλιξη εξαιρετικής φύσης.
Το ζήτημα δεν ρυθμίζεται ειδικά από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Όμως, η προσέγγιση διαγράφεται στο γενικότερο πλαίσιο του Μέρους 23. Σύμφωνα με το Μέρος 23.12 των Θεσμών, τροποποιήσεις στο χρονοδιάγραμμα εκδίκασης μιας ενδιάμεσης αίτησης που επηρεάζουν την ημερομηνία ακρόασης ή επηρεάζουν την ημερομηνία που η απόφαση θεωρείται επιφυλαχθείσα, επιτρέπονται μόνο σε «εξαιρετικές περιπτώσεις». Τουλάχιστον το ίδιο αυστηρή, εάν όχι αυστηρότερη, θεωρώ ότι πρέπει να είναι η προσέγγιση σε διαβήματα όπως εδώ, που απολήγουν σε ανατροπή της έκδοσης επιφυλαχθείσας ενδιάμεσης απόφασης.
Στην απόφαση του Εφετείου Alpha Panareti Public Ltd v Κοινοτικού Συμβουλίου Χλώρακας, Πολιτική Έφεση αρ. Ε27/2010, ημερομηνίας 4.4.2025 (μονομελής σύνθεση), αναφέρθηκαν τα εξής:
«Είμαι της άποψης ότι οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023 στους οποίους βασίζεται η υπό κρίση αίτηση, δεν διαφοροποιούν τις αρχές που τέθηκαν στην υπόθεση Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ.1) (1996) 1 ΑΑΔ 49 […].
Προκύπτει από τη νομολογία ότι επαφίεται στο Δικαστήριο να διατάξει κατ’ εξαίρεση το επανάνοιγμα υπόθεσης εάν διαπιστώσει ότι εξυπηρετείται το συμφέρον της δικαιοσύνης. Με άλλα λόγια δεν αποτελεί αναφαίρετο δικαίωμα του αιτητή να ακουσθεί σε περίπτωση που καταχωρεί αίτηση μετά την επιφύλαξη της απόφασης».
Υπό το δικονομικό πλαίσιο των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, η σταθερή θέση ήταν πως επανάνοιγμα υπόθεσης μπορεί να επιτραπεί μόνο εάν το επιβάλλει το συμφέρον της δικαιοσύνης, εφόσον προέκυψαν νέα γεγονότα μετά την επιφύλαξη της απόφασης[1]. Στην Μαυρογένης ν Βουλής των Αντιπροσώπων κ.α. (Αρ. 1) (ανωτέρω), είχαν αναφερθεί τα εξής:
«Η επιφύλαξη δικαστικής απόφασης δεν αποτελεί στάδιο της διαδικασίας. Όπως επισημαίνεται στη Δημοκρατία ν Ηρακλέους (Αρ. 1) (1994) 2 ΑΑΔ 213, η έκδοση της δικαστικής απόφασης αποτελεί καθήκον του δικαστηρίου μόλις αυτό καταλήξει στην ετυμηγορία του. Το επανάνοιγμα υπόθεσης στην οποία η απόφαση έχει επιφυλαχθεί μπορεί να διαταχθεί μόνο εφόσον το δικαστήριο διαπιστώσει ότι αυτό επιβάλλει το συμφέρον την δικαιοσύνης, λόγω γεγονότων τα οποία προέκυψαν μετά την επιφύλαξη της απόφασης […] Η επιθυμία διάδικου να προβάλει περαιτέρω επιχειρηματολογία προς στήριξη των θέσεων του, στην ουσία απολήγει στην επανακρόαση της υπόθεσης και την παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο ν’ αναπτύξει την υπόθεση του. η παροχή δεύτερης ευκαιρίας στο διάδικο ν’ ακουστεί πλήττει το θεμέλιο των κανόνων απονομής της δικαιοσύνης που συναρτά την τελεσιδικία με το κλείσιμο της υπόθεσης των αντιδίκων».
Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Για τους λόγους που θα εξηγήσω στη συνέχεια κρίνω ότι δεν είναι ούτε ορθό ούτε δίκαιο να χορηγηθεί η αιτούμενη άδεια στην παρούσα περίπτωση.
Η πλευρά του Εναγόμενου 3 εισηγείται ότι τα νέα γεγονότα που συνέβησαν από την επιφύλαξη της απόφασης στην Κυρίως Αίτηση αφορούν τις εξελίξεις στην ποινική υπόθεση στη Ρωσία. Σύμφωνα με την πλευρά του Εναγόμενου 3, ο Ρώσος δικηγόρος του έλαβε αντίγραφο της απόφασης του Supreme Court of the Russian Federation τον Αύγουστο 2025, χωρίς να προσδιορίζεται ημερομηνία. Η εν λόγω απόφαση όμως είχε εκδοθεί 23.5.2025 (πριν ακόμα ολοκληρωθεί η ανταλλαγή ΣΕΔ στην Κυρίως Αίτηση). Αν και δεν αναφέρεται ρητά, το μόνο λογικό συμπέρασμα από τα συμφραζόμενα είναι ότι η Ρωσική απόφαση ήταν εις γνώση του Εναγόμενου 3 και των δικηγόρων του από την έκδοση της τον Μάιο 2025. Δεν μπορεί να εκδόθηκε απόφαση κατ΄ έφεσην (σε τέταρτο βαθμό) παρά με διαβήματα του ίδιου του Εναγόμενου 3. Συνεπώς, το γεγονός της έκδοσης εκείνης της απόφασης τον Μάιο 2025 δεν είναι νέο γεγονός που προέκυψε μετά την επιφύλαξη της απόφασης. Μπορούσε να τεθεί έγκαιρα ενώπιον του Δικαστηρίου, έστω και αν το κείμενο λήφθηκε αργότερα.
Επίσης, καμία εξήγηση προσφέρεται για τον χρόνο που μεσολάβησε μεταξύ Αυγούστου 2025, που ο Ρώσος δικηγόρος του Εναγόμενου 3 έλαβε το κείμενο της απόφασης, και 29.9.2025 που αποτάθηκε στους δικηγόρους της εδώ Εναγόμενης 4 σε αναζήτηση «reliable external evidence». Το επανάνοιγμα της Κυρίως Αίτησης δεν μπορεί να επιτραπεί χωρίς πειστική και ικανοποιητική εξήγηση για τον χρόνο που μεσολάβησε. Ελλείψει ικανοποιητικής δικαιολογίας, θεωρώ την καθυστέρηση υπέρμετρη και αδικαιολόγητη.
Περαιτέρω, τα τέσσερα έγγραφα που ο Εναγόμενος 3 επιδιώκει να παρουσιάσει μέσω της προτεινόμενης συμπληρωματικής μαρτυρίας δεν είναι νέα δεδομένα. Το ένα εξ αυτών (μητρώο τελικών δικαιούχων Εναγόμενης 1) έχει ήδη παρουσιαστεί στα πλαίσια της Κυρίως Αίτησης. Τα υπόλοιπα έγγραφα συντάχθηκαν το 2023. Τί εμπόδιζε την πλευρά του Εναγόμενου 3 να αναζητήσει αυτά τα στοιχεία νωρίτερα, όπως έπραξε στις 29.9.2025; Τα τέσσερα έγγραφα δεν είναι νέα δεδομένα. Πρόκειται για έγγραφα που προϋπήρχαν τόσο της Κυρίως Αίτησης όσο και της αγωγής. Πρόκειται επίσης για έγγραφα που τέθηκαν στη διάθεση του Εναγόμενου 3 μόλις αυτός τα αναζήτησε.
Περαιτέρω, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η παρουσίαση της επιδιωκόμενης πρόσθετης μαρτυρίας είναι αναγκαία για σκοπούς της Κυρίως Αίτησης. Αυτό που διακρίνω είναι ότι η πλευρά του Εναγόμενου 3 επιθυμεί να παρουσιάσει πρόσθετη μαρτυρία για να ενισχύσει, τρόπον τινά, επιχειρήματα και θέσεις που έχει ήδη προβάλει και αναλύσει εκτενώς στην ένσταση, υφιστάμενες ένορκες δηλώσεις και αγόρευση του συνηγόρου της (γραπτή και προφορική).
Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα αυτής της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου 3.
Η πλευρά των Εναγόντων έχει καταχωρήσει προτεινόμενο κατάλογο εξόδων. Η πλευρά του Εναγόμενου 3 δεν το έχει πράξει. Σε κάθε περίπτωση, έχοντας κατά νου τη φύση και πορεία εκδίκασης της παρούσας Αίτησης καθώς και τα έξοδα που αιτούνται οι Ενάγοντες, κρίνω εύλογο και επιδικάζω υπέρ τους ποσό €6.500 πλέον ΦΠΑ, πλέον €48 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.) …………………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Sigma Radio TV Ltd κ.α. v Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2004) 3 ΑΑΔ 134, Λάμπη Ανδρέας κ.α. v Διοικητή Κεντρικής Τράπεζας κ.α. (2013) 3 ΑΑΔ 302, Ανδρούλλα Κώστα Βασιλείου v Γεωργίου Τσαρδελλή κ.α., Πολιτική Έφεση 106/2015 ημερομηνίας 9.12.2024.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο