ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2336/2013
Μεταξύ:
D.L. ESTABLISHMENT LTD
Ενάγουσας
-και-
ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΤΔ
Εναγόμενης
Ημερομηνία: 14 Ιανουαρίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Κ. Στυλιανού
Για την Εναγόμενη: κ. Σ. Κόκκινος
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η απαίτηση
Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα εταιρεία (στο εξής «η Ενάγουσα»), επιδιώκει την εξασφάλιση διαφόρων θεραπειών, κάποιες διαζευκτικώς, τις οποίες θεωρώ απαραίτητο να παραθέσω αυτουσίως. Έχουν ως εξής:
«Α. Το ποσό των $343.980,00 ιδιοκτησία των Εναγόντων και κατατεθειμένο και/ή δεσμευμένο σε τρεχούμενο λογαριασμό των Εναγόντων οφειλόμενο από τους Εναγόμενους προς τους Ενάγοντες, δυνάμει γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας, που έγινε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και/ή ως αποζημιώσεις για παράβαση γραπτής και/ή προφορικής συμφωνίας που έγινε μεταξύ των Εναγόντων και των Εναγομένων και/ή κατόπιν προφορικών και/ή γραπτών εντολών των Εναγόντων προς τους Εναγόμενους και/ή άλλως πως.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσοντας τους Εναγόμενους να αποδεσμεύσουν άμεσα προς όφελος και κατ’ απαίτηση των Εναγόντων το ποσό των $343.980,00 από τον τρεχούμενο λογαριασμό (dollar account) των Εναγόντων, υπ’ αρ. 015541008710.
Γ. Διαζευκτικά με το Α, διάταγμα του Δικαστηρίου διατάσσοντας τους Εναγόμενους να μεταφέρουν το συνολικό ποσό των $343.980,00 από τον πιο πάνω τρεχούμενο λογαριασμό (dollar account) των Εναγόντων σύμφωνα με τις οδηγίες των Εναγόντων, ως αναφέρεται κατωτέρω.
Δ. Γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις.
Ε. Νόμιμο τόκο προς 5,5%.
ΣΤ. Έξοδα και τέλη της παρούσας αγωγής, πλέον έξοδα επιδόσεως.
Ζ. ΦΠΑ προς 18%.»
Η εκδοχή της Ενάγουσας
Στη βάση των δικογραφήσεων της, αλλά και της μαρτυρίας που προσκόμισε μέσω του διευθυντή της, η εκδοχή της Ενάγουσας είναι η ακόλουθη:
Κατά τον ουσιώδη για την παρούσα αγωγή χρόνο, η Ενάγουσα διατηρούσε διάφορους τραπεζικούς λογαριασμούς στην εναγόμενη τράπεζα (στο εξής «η Εναγόμενη»), μεταξύ των οποίων και τον επίδικο τραπεζικό λογαριασμό σε Δολάρια (στο εξής «ο επίδικος λογαριασμός»). Στις 15.03.2013, στον εν λόγω λογαριασμό, διά εμβάσματος από πελάτη της, που εδρεύει στην Taiwan, κατατέθηκε το ποσό των $579.925,00 (στο εξής «το έμβασμα») προς εξόφληση τιμολογίου της Ενάγουσας, ημερομηνίας 12.03.2013 (βλ. Τεκμήριο 3), που εξέδωσε σε σχέση με προϊόντα που συμφώνησε να του πωλήσει. Ακολούθως, την ίδια μέρα, και συγκεκριμένα στις 14:34 και 14:45, μέσω της διαδικτυακής εφαρμογής 1bank, της Εναγόμενης, η Ενάγουσα, μέσω του διευθυντή της, έδωσε δύο εντολές με σκοπό να μεταφερθούν, από τον επίδικο λογαριασμό της, δύο χρηματικά ποσά και συγκεκριμένα $243.980,00 και $100.000,00, αντίστοιχα, προς τις δύο εταιρείες που θα την προμήθευαν με τα προϊόντα που πώλησε στον πελάτη από την Taiwan (βλ. Τεκμήρια 2.1 και 2.2). Μετά που δόθηκε η, πιο πάνω, δεύτερη, χρονικά, εντολή, την ίδια μέρα – λίγα μόνο λεπτά μετά -, λειτουργός της Εναγόμενης επικοινώνησε με το διευθυντή της Ενάγουσας και του ζήτησε όπως της αποστείλει συγκεκριμένα επιβεβαιωτικά έγγραφα, ώστε να μπορούν να εκτελεστούν οι εντολές, πράγμα το οποίο και έπραξε ο τελευταίος εντός των επόμενων λεπτών. Ακολούθως, πάντα την ίδια μέρα, και πάλι εντός λίγων λεπτών, η ίδια λειτουργός της Εναγόμενης επικοινώνησε εκ νέου μαζί του και τον ενημέρωσε ότι δεν θα εκτελούντο οι εντολές εντός της ημέρας, καθότι το έμβασμα είχε ημερομηνία ισχύος (value date) την 19.03.2013 (και δη την επόμενη εργάσιμη μέρα[1]), με αποτέλεσμα το διαθέσιμο, στις 15.03.2013, υπόλοιπο, να μην επαρκεί για την εκτέλεση τους. Κατά την Ενάγουσα, στην πρώτη συνομιλία του διευθυντή της με τη λειτουργό της Εναγόμενης, η τελευταία τον διαβεβαίωσε και ή άφησε να εννοηθεί ότι οι εντολές θα εκτελούντο αυθημερόν, νοουμένου ότι θα αποστέλλονταν τα επιβεβαιωτικά έγγραφα, και κατά συνέπεια, δεδομένης της αποστολής των εν προκειμένω εγγράφων, η μετέπειτα άρνηση της Εναγόμενης να εκτελέσει τις επίδικες εντολές, βρίσκεται σε σύγκρουση με τα συμφωνηθέντα των διαδίκων. Ενόψει των ανωτέρω εξελίξεων, οι επίδικες εντολές δεν εκτελέστηκαν αυθημερόν. Στις 16.03.2013, ανακοινώθηκε ότι η Κυπριακή Δημοκρατία θα προχωρούσε σε απομείωση των καταθέσεων της Λαϊκής Τράπεζας, καθώς επίσης και, πιθανότατα, της Εναγόμενης, και ότι όλες οι τράπεζες, περιλαμβανομένης της Εναγόμενης, θα παρέμεναν κλειστές μέχρι και τις 28.03.2013. Στη βάση δε των εξελίξεων αυτών, η Εναγόμενη δέσμευσε τα κατατεθειμένα, στους λογαριασμούς της Ενάγουσας, χρήματα, περιλαμβανομένων των χρημάτων του επίδικου λογαριασμού, με αποτέλεσμα, κατά το χρονικό, αυτό, διάστημα, να μην είναι δυνατή η μεταφορά των ανωτέρω αναφερόμενων δύο ποσών προς τους προμηθευτές της. Λίγες μέρες μετά που η Εναγόμενη επαναλειτούργησε[2], η Ενάγουσα απέστειλε σ’ αυτήν επιστολή. ημερομηνίας 02.04.2013 (βλ. Τεκμήριο 4), μέσω της οποίας υπέβαλλε τα παράπονα της σε σχέση με τη μη εκτέλεση των επίδικων εντολών, αναφέροντας και τα όσα διαμείφθηκαν μεταξύ του διευθυντή της και της συγκεκριμένης λειτουργού της πρώτης. Ενημέρωνε επίσης την Εναγόμενη ότι έχει στην κατοχή της αποδεικτικό στοιχείο, που εξασφάλισε από τον πελάτη της στην Taiwan, ότι το έμβασμα είχε ημερομηνία ισχύος 15.03.2013 και όχι 19.03.2013, ως αυτή ισχυρίστηκε. Ζητούσε δε, όπως, η Εναγόμενη προχωρήσει στις μεταφορές των πιο πάνω ποσών στους προμηθευτές της. Συνεπεία της μη ανταπόκρισης της Εναγόμενης στο πιο πάνω αίτημα, η Ενάγουσα, στις 10.04.2013, καταχώρησε την παρούσα αγωγή και επιζητούσε, και επιζητεί ακόμα, τις ανωτέρω, αυτουσίως παρατεθείσες, θεραπείες. Πάντα κατά την Ενάγουσα, και τούτο στη βάση, μόνο, της μαρτυρίας που προσκόμισε[3], συνεπεία της μη εκτέλεσης των επίδικων εντολών, επήλθε ρήξη στις σχέσεις της με τους πιο πάνω προμηθευτές της, η οποία οδήγησε στην οικονομική καταστροφή της, καταστροφή η οποία θα αποφεύγετο αν η Εναγόμενη ενεργούσε ως η συμφωνία των διαδίκων και ή αν εκτελούσε, επιμελώς, το καθήκον της έναντι της, και δη το καθήκον κάθε τράπεζας προς τον πελάτη της υπό τις περιστάσεις της παρούσας αγωγής.
Η υπεράσπιση
Η Εναγόμενη, μέσω του δικογράφου της (Υπεράσπιση), καθώς και ως προωθήθηκε, εν τέλει, μέσω της μαρτυρίας που παρουσίασε (περιλαμβανομένης και αυτής που προέκυψε από την αντεξέταση του διευθυντή της Ενάγουσας), προβάλλει τη θέση ότι η εκτέλεση των επίδικων εντολών στις 15.03.2013 ήταν αδύνατη, καθότι το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ήταν ανεπαρκές, στη βάση του ότι η ημερομηνία ισχύος του εμβάσματος ήταν 19.03.2013, με αποτέλεσμα τούτο να μην είναι διαθέσιμο για να τύχει χρήσης στις 15.03.2013. Προβάλλει, επιπροσθέτως, τη θέση ότι, εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι ο επίδικος λογαριασμός ήταν σε δολάρια, και δη λογαριασμός προειδοποίησης δύο ημερών σε ξένο νόμισμα, στη βάση της πάγιας, σχετικής, πρακτικής της, που ίσχυε και εξακολουθεί να ισχύει ακόμα για τέτοιας φύσης λογαριασμούς – πρακτική την οποία γνώριζε η Ενάγουσα - δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν οι επίδικες εντολές αυθημερόν – παρά μόνο την επόμενη εργάσιμη μέρα -, εκτός εάν ο πελάτης ζητούσε τούτο ειδικώς, και, επιπροσθέτως, κατέβαλλε και το ανάλογο αντίτιμο, κάτι που δεν έγινε στην υπό κρίση περίπτωση, με αποτέλεσμα η μη εκτέλεση των επίδικων εντολών στις 15.03.2013 να συμβαδίζει με την εν προκειμένω πρακτική. Προβάλλει, ακόμα, ότι, οι επίδικες εντολές, σε κάθε περίπτωση, δεν θα μπορούσαν να εκτελεστούν στις 15.03.2013, καθότι, στη βάση, έτερης, σχετικής, πρακτικής της Εναγόμενης, για να είναι δυνατό να εκτελεστεί μια εντολή αυθημερόν, κατά τις Παρασκευές (ως ήταν η 15.03.2013), θα έπρεπε τούτη (η εντολή), να υποβληθεί το αργότερο μέχρι τις 14:30 της εν λόγω ημέρας, ενώ οι επίδικες εντολές δόθηκαν σε μεταγενέστερο χρόνο.
Όσο δε αφορά στο τι ακολούθησε της εν λόγω ημέρας, η Εναγόμενη προτάσσει ότι, στις 16.03.2013 αποφασίστηκε, στη βάση σχετικών Διαταγμάτων που εκδόθηκαν στο πλαίσιο του περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμου, Ν.17(Ι)/2013 (στο εξής, για σκοπούς ευκολίας «ο Νόμος»), η παύση της λειτουργίας της μέχρι και τις 28.03.2013, καθώς επίσης και η δέσμευση των καταθέσεων των πελατών της, εν αναμονή της τελικής κρίσης ως προς το ύψος των καταθέσεων που θα απομειώνονταν για σκοπούς της εξυγίανσής της.
Είναι, εν προκειμένω, η θέση της Εναγόμενης ότι, μολονότι το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού δεσμεύτηκε στη βάση των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου, εντούτοις, ουδέποτε απομειώθηκε οποιοδήποτε ποσό από τον επίδικο λογαριασμό, και σε κάποιο χρόνο, εντός του 2013, αποδεσμεύτηκε το επηρεασθέν, από τη δέσμευση, υπόλοιπο του, και η Ενάγουσα το χρησιμοποίησε για εξόφληση διαφόρων οφειλών της προς τρίτους αλλά και για καταβολή μισθών και κάλυψη άλλων εξόδων. Στη βάση της ανωτέρω εκδοχής της, η Εναγόμενη προβάλλει, επιπροσθέτως, τη θέση ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη καμία ζημιά, καθότι κανένα ποσό του επίδικου λογαριασμού δεν απομειώθηκε, και η Ενάγουσα χρησιμοποίησε τούτο ως ήθελε. Προς υποστήριξη δε της εν προκειμένω θέσης της, η Εναγόμενη παραπέμπει στο περιεχόμενο της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού (Τεκμήριο 7), για να καταδείξει ότι, σε χρόνο μετά την επαναλειτουργία της (μετά τις 28.03.2013), μέχρι και το τέλος του εν λόγω έτους, η Ενάγουσα συνέχισε να συναλλάσσεται με τον προμηθευτή της, προς τον οποίο θα έπρεπε να γίνει η μεταφορά των €243.980,00 (μία εκ των επίδικων εντολών), προς τον οποίο και μετέφερε διάφορα χρηματικά ποσά σε σχέση με άλλα τιμολόγια του, χωρίς, ποτέ, να ενεργήσει ώστε να εκτελεστεί η σχετική επίδικη εντολή της, εντολή η οποία και ακυρώθηκε από την Εναγόμενη κατά τις 09.05.2013, ως απορριφθείσα από το σύστημά της. Είναι η, επί τούτου, θέση της Εναγόμενης ότι, η Ενάγουσα, κατ’ επιλογή της, εξόφλησε, μέσω του επίδικου λογαριασμού, άλλες οφειλές της προς τον εν λόγω προμηθευτή της, αλλά και μετέφερε άλλα ποσά προς τρίτους, ενώ είχε τη δυνατότητα να δώσει, εκ νέου, νέα εντολή και να εξοφλήσει το σχετικό χρέος της προς τον εν λόγω προμηθευτή.
Επιπροσθέτως, η Εναγόμενη προβάλλει και τη θέση ότι, στις 08.04.2013, και δη πριν την καταχώριση της παρούσας αγωγής, η έτερη επίδικη εντολή, και δη αυτή που αφορά στη μεταφορά του ποσού των $100.000,00, εκτελέστηκε, και τούτο ήταν εμφανές στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, στην οποία είχε, πάντα, πρόσβαση η Ενάγουσα.
Ως προς την αδυναμία της Ενάγουσας να χρησιμοποιήσει το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού καθ’ ον χρόνο τούτο ήταν δεσμευμένο, η Εναγόμενη προβάλλει τη θέση ότι η ίδια δεν ευθύνεται για το γεγονός αυτό, αφού η εν προκειμένω δέσμευσή ήταν το αποτέλεσμα αδήριτης ανάγκης συμμόρφωσής της με τον Νόμο και τους Κανονισμούς, που εκδόθηκαν στη βάση του, καθώς επίσης και τα Διατάγματα, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο της εξυγίανσής της.
Ακροαματική διαδικασία
Η Ενάγουσα, προς απόδειξη της υπόθεσής της, κάλεσε ένα μάρτυρα, και δη το διευθυντή της David Khabie (στο εξής «ο Μ.Ε.1»), ενώ η Εναγόμενη, για αναχαίτιση της αγωγής, κάλεσε δύο μάρτυρες, και δη τη λειτουργό της, Κόννυ Σταύρου (στο εξής «η Μ.Υ.1») και τον Μιχάλη Στυλιανού, λειτουργό της Κεντρικής Τράπεζας Κύπρου (στο εξής «ο Μ.Υ.2»),.
Κοινώς αποδεκτά γεγονότα
Ως προκύπτει από τις μη αμφισβητηθείσες, αναντίλεκτες, θέσεις των μαρτύρων, τα παραδεκτά γεγονότα που κατατέθηκαν από τους συνηγόρους των διαδίκων, αλλά και τις σχετικές τοποθετήσεις τους στις γραπτές τους αγορεύσεις, τα πιο κάτω αποτελούν, στην ουσία, κοινώς αποδεκτά γεγονότα.
Η Ενάγουσα δραστηριοποιείται στον τομέα του γενικού εμπορίου, περιλαμβανομένης και της πώλησης οινοπνευματωδών ποτών. Κατόπιν παραγγελίας τέτοιων ποτών από πελάτη της, που εδρεύει στην Taiwan, εξέδωσε, στις 12.03.2013, σχετικό τιμολόγιο για το συνολικό ποσό των $579.925,00 (βλ. Τεκμήριο 3), με σκοπό τούτος να το εξοφλήσει. Λίγες μέρες μετά, ο εν λόγω πελάτης της Ενάγουσας προέβη στο έμβασμα στον επίδικο λογαριασμό, με σκοπό να εξοφλήσει το εν προκειμένω τιμολόγιο της[4]. Το έμβασμα, στην όψη που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός μέσω της ανωτέρω διαδικτυακής εφαρμογής της Εναγόμενης, στις 15.03.2013, εμφανίζετο ως μέρος του πιστωτικού υπολοίπου του (βλ. Τεκμήρια 6 και 7[5]). Ο Μ.Ε.1, στις 15.03.2013 και ώρα 14:34, μέσω του 1bank, καταχώρισε εντολή για μεταφορά - προς την προμηθεύτρια, της Ενάγουσας, εταιρεία Procesos Maquiladores Orsi S.A. De (στο εξής «η Procesos») - του ποσού των $243.980,00. Την ίδια μέρα, και συγκεκριμένα στις 14:45, μέσω της ίδιας εφαρμογής, καταχώρισε και δεύτερη εντολή για μεταφορά - προς την έτερη, προμηθεύτρια της Ενάγουσας, εταιρεία Malvesi S.A. (στο εξής «η Malvesi»), του ποσού των $100.000,00. Λίγα λεπτά μετά την καταχώριση των εντολών αυτών, συγκεκριμένη λειτουργός της Εναγόμενης, η οποία δεν παρουσιάστηκε ως μάρτυρας ενώπιον του Δικαστηρίου (πλην όμως κατονομάστηκε από αμφότερους τους διαδίκους στη μαρτυρία τους), επικοινώνησε με τον Μ.Ε.1 και του ζήτησε όπως αποστείλει αναγκαία επιβεβαιωτικά έγγραφα σε σχέση με τις επίδικες εντολές, πράγμα το οποίο έπραξε ο τελευταίος λίγα λεπτά ακολούθως. Έπειτα, πάντα στις 15.03.2013, η εν λόγω λειτουργός επικοινώνησε, εκ νέου, με τον Μ.Ε.1 και του ανέφερε ότι δεν ήταν δυνατό να εκτελεστούν οι επίδικες εντολές, καθότι η ημερομηνία ισχύος (value date) του εμβάσματος ήταν η επόμενη εργάσιμη μέρα, και δη η 19.03.2015. Οι επίδικες εντολές δεν εκτελέστηκαν στις 15.03.2013.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, το κατά πόσο στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτής του Μ.Ε.1 με τη λειτουργό της Εναγόμενης, συμφωνήθηκε ή, έστω, αφέθηκε να εννοηθεί, ότι οι επίδικες εντολές θα εκτελεστούν αυθημερόν, παραμένει διαφιλονικούμενο και, κατά συνέπεια, απόφαση επί τούτου θα ληφθεί στη βάση των τελικών ευρημάτων του Δικαστηρίου.
Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, την επόμενη ημέρα (16.03.2013), στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου, των σχετικών Κανονισμών του, και των Διαταγμάτων, που εκδόθηκαν για σκοπούς εξυγίανσης, με ίδια μέσα, της Εναγόμενης, διατάχθηκε η παύση εργασιών της τελευταίας μέχρι και τις 28.03.2013, καθώς επίσης και δεσμεύτηκαν τα πιστωτικά υπόλοιπα των καταθέσεων των πελατών της, για τα ποσά που υπερέβαιναν τα €100.000,00, μεταξύ των οποίων και το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, έως ότου προκύψουν τα ακριβή ποσά που θα απομειώνονταν από του καταθετικούς λογαριασμούς των πελατών της. Συνεπεία της μη εκτέλεσης των επίδικων εντολών στις 15.03.2013, της μετέπειτα παύσης των εργασιών της Εναγόμενης, και της δέσμευσης του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, μέχρι και τις 28.03.2013 δεν εκτελέστηκε καμία εκ των επίδικων εντολών. Στις 08.04.2013, εκτελέστηκε η μία εκ των δύο επίδικων εντολών, και δη αυτή που αφορούσε τη μεταφορά, προς την Malvesi, του ποσού των $100.000,00[6]. Στις 10.04.2013, δύο, δηλαδή, μέρες μετά, η Ενάγουσα καταχώρισε την παρούσα αγωγή. Μέχρι και τις 09.05.2013, η έτερη, επίδικη εντολή, δεν εκτελέστηκε, και κατ’ εκείνη την ημέρα ακυρώθηκε από την Εναγόμενη (βλέπε και Τεκμήριο 10[7]). Παρά την δέσμευση του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, και τον χρόνο που διήρκησε τούτη, η Ενάγουσα συνέχισε να συναλλάσσεται με τρίτους, τόσο διά της μεταφοράς, σε αυτούς, χρημάτων, όσο και διά της κατάθεσης εμβασμάτων σε αυτόν[8]. Τέτοιες περιπτώσεις, μεταξύ, πολλών, άλλων, παρατηρούνται στις 05.04.2013, 09.05.2013, 13.05.2013, 21.05.2013, 23.05.2013 και 13.06.2013, όλες αφορώσες σε μεταφορές χρημάτων της Ενάγουσας προς την Procesos, για εξόφληση άλλων, από το σχετιζόμενο με την επίδικη εντολή, τιμολογίων που εξέδωσε τούτη προς την Ενάγουσα. Δεν αμφισβητείται ότι, οι εν λόγω μεταφορές έγιναν κατόπιν σχετικών εντολών της Ενάγουσας. Παρά την δέσμευση του υπολοίπου του επίδικου λογαριασμού, ουδέποτε απομειώθηκαν οποιαδήποτε χρήματα από αυτόν, και σε κάποιο χρόνο, εντός του 2013, αποδεσμεύτηκε όλο το υπόλοιπο του. Από τις 30.09.2013 και εντεύθεν, μέχρι και τις 31.12.2013[9], ο επίδικος λογαριασμός δεν παρουσίαζε πιστωτικό υπόλοιπο που θα επέτρεπε την εξόφληση της Procesos για το ποσό της μη εκτελεσθείσας επίδικης εντολής. Κατά τους προηγούμενους μήνες, σε διάφορα χρονικά σημεία, ο επίδικος λογαριασμός είχε πιστωτικό υπόλοιπο που επέτρεπε την εν προκειμένω εξόφληση.
Τα πιο πάνω, αδιαμφισβήτητα, κοινώς αποδεκτά, γεγονότα, αποτελούν, πλέον, ευρήματα του Δικαστηρίου.
Συνοπτική παράθεση μαρτυρίας σε σχέση με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα
Μ.Ε.1
Ο Μ.Ε.1, διευθυντής και ιδιοκτήτης της Ενάγουσας, μέσω της μαρτυρίας του, προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την ανωτέρω αναφερόμενη εκδοχή της τελευταίας, με αποτέλεσμα να παρέλκει η αναγκαιότητα της εδώ επανάληψής τους. Στον βαθμό που αφορά στα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, ισχυρίστηκε ότι, στις 15.03.2013, μετά που καταχώρισε τις επίδικες εντολές μέσω της πλατφόρμας 1bank, επικοινώνησε μαζί του η Γαβριέλα, λειτουργός της Εναγόμενης, και του ζήτησε όπως αποστείλει τα αναγκαία επιβεβαιωτικά έγγραφα, ώστε να υλοποιηθούν οι εντολές αυθημερόν. Ήταν, εν προκειμένω, η θέση του Μ.Ε.1 ότι, κατά τη συνομιλία του αυτή με τη λειτουργό της Εναγόμενης, ξεκάθαρα συμφωνήθηκε και/ή ήταν αντιληπτό και στους δύο, ότι οι επίδικες εντολές θα εκτελούνταν αυθημερόν, νοουμένου ότι τούτος θα απέστελλε τα ζητηθέντα επιβεβαιωτικά έγγραφα, πράγμα το οποίο και έπραξε λίγα μόνο λεπτά μετά την πρώτη αυτή συνομιλία. Για πρώτη φορά αντιλήφθηκε ότι η Εναγόμενη δεν σκόπευε να εκτελέσει τις επίδικες εντολές, κατά τη δεύτερη επικοινωνία του με τη λειτουργό, την ίδια ημέρα, σε χρόνο μετά που απέστειλε τα επιβεβαιωτικά έγγραφα. Κατά τον Μ.Ε.1, ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι το έμβασμα είχε ημερομηνία ισχύος την επόμενη εργάσιμη ημέρα, και δη τις 19.03.2013, δεν είναι αληθής, για πέραν του ενός λόγου. Πρώτο γιατί, το έμβασμα είχε κατατεθεί και παρουσιαζόταν ως μέρος του πιστωτικού υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού πριν καν υποβάλει τις επίδικες εντολές, και δεύτερο γιατί, η λειτουργός της Εναγόμενης, στην πρώτη τηλεφωνική συνομιλία τους, άφησε να εννοηθεί ότι, νοουμένου ότι θα απέστελλε τα επιβεβαιωτικά έγγραφα, οι εντολές θα εκτελούνταν αυθημερόν, πράγμα το οποίο δεν θα μπορούσε να γίνει αν, πραγματικά, η ημέρα ισχύος του εμβάσματος ήταν η επόμενη εργάσιμη. Ως προς την ημερομηνία που έγινε το έμβασμα, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι, στη βάση σχετικού εγγράφου που του απέστειλε ο πελάτης της Ενάγουσας που προέβηκε σε αυτό (βλ. Τεκμήριο 5), προέκυπτε ότι το έμβασμα έγινε τις 13.03.2013 και είχε ημέρα ισχύος τις 15.03.2013, εξ ου και παρουσιαζόταν, στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήρια 6 και 7) ως διαθέσιμο υπόλοιπο την εν λόγω ημέρα.
Ερωτηθείς, ειδικώς, ως προς τη ζημιά που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία της μη εκτέλεσης των επίδικων εντολών, ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι, συνεπεία της εν προκειμένω συμπεριφοράς της Εναγόμενης, τούτη καταστράφηκε οικονομικώς, καθότι οι προμηθευτές της, προς τους οποίους θα καταβάλλονταν τα χρήματα των επίδικων εντολών (Procesos και Malvesi), δυσαρεστήθηκαν και δεν επιθυμούσαν να συναλλάσσονται πλέον μαζί της, με αποτέλεσμα να επηρεαστεί δυσμενώς ο κύκλος εργασιών της, και τόσο η Ενάγουσα, όσο και, κατά συνέπεια, ο ίδιος, να καταστραφούν οικονομικά. Προς υποστήριξη του ισχυρισμού αυτού, ισχυρίστηκε ότι κάποιος μεσάζοντας εγκάλεσε τον ίδιο και τη γυναίκα του στο Ισραήλ[10], μέσω μη δικαστικής διαδικασίας, και εξασφάλισε απόφαση εναντίον τους για το συνολικό ποσό των δύο επίδικων εντολών, χρήματα τα οποία παρουσιάζεται αυτός και η γυναίκα του να οφείλουν μέχρι σήμερα, αφού δεν τα κατέβαλαν ακόμα. Ισχυρίστηκε επί τούτου, ότι, αυτός είναι και ο λόγος που δεν επισκέπτεται, έκτοτε, το Ισραήλ, καθότι κινδυνεύει να συλληφθεί για την εν προκειμένω οφειλή του. Ως προς την επίδικη εντολή, η οποία δεν εκτελέστηκε, ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε ότι ουδέποτε ενημερώθηκε για την όποια ακύρωσή της, όπως ούτε και ενημερώθηκε για το γεγονός ότι, στις 08.04.2013, και δη πριν την έγερση της παρούσας αγωγής, η έτερη, επίδικη, εντολή, για το ποσό των $100.000,00, είχε εκτελεστεί.
Μ.Υ.1
Η Μ.Υ.1 προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την πιο πάνω εκδοχή της Εναγόμενης, με αποτέλεσμα να παρέλκει, και σε αυτήν την περίπτωση, η ανάγκη να επαναληφθούν τούτοι. Στον βαθμό που αφορά στα υπό αμφισβήτηση επίδικα γεγονότα, η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι, ο μόνος τρόπος να εκτελούντο οι επίδικες εντολές αυθημερόν, και να αναλάμβανε η Εναγόμενη μια τέτοια ευθύνη, θα ήταν, αφενός ο επίδικος λογαριασμός να παρουσίαζε επαρκές πιστωτικό υπόλοιπο, και αφετέρου, να προωθείτο σχετικό αίτημα από πλευράς της Ενάγουσας και να καταβαλλόταν, από την τελευταία, το ανάλογο αντίτιμο, δεδομένα που δεν ίσχυαν στην προκειμένη περίπτωση.
Για να υποστηρίξει τη βασική θέση της ότι το έμβασμα είχε ημέρα αξίας την επόμενη εργάσιμη ημέρα, παρέπεμψε σε διάφορες καταγραφές στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, οι οποίες αφορούσαν κατά καιρούς εμβάσματα, σε αυτόν, χρημάτων σε δολάρια, όπου εμφαίνεται ότι η ημέρα αξίας, εκάστου τέτοιου εμβάσματος, ήταν η επόμενη, του εμβάσματος, εργάσιμη ημέρα. Ανέφερε επίσης, ότι, αν ζητείτο από την Ενάγουσα μια εντολή να εκτελεστεί αυθημερόν, στην κατάσταση λογαριασμού θα παρουσιαζόταν ειδική χρέωση, ίση με το αντίτιμο που χρέωνε η Εναγόμενη για την αυθημερόν εκτέλεσή της, χρέωση η οποία δεν παρατηρείται σε σχέση με τις επίδικες εντολές, αλλά ούτε και για οποιανδήποτε άλλη περίπτωση για το χρονικό διάστημα που καλύπτει η εν προκειμένω κατάσταση (βλ. Τεκμήριο 7). Επιπροσθέτως, με αναφορά σε σχετική πρακτική της Εναγόμενης (βλ. Τεκμήριο 11), ισχυρίστηκε, ότι, σε κάθε περίπτωση, δεν θα ήταν δυνατή η αυθημερόν εκτέλεση των επίδικων εντολών, καθότι τούτες δόθηκαν σε χρόνο μετά τις 14:30 στις 15.03.2013, ώρα η οποία αποτελεί το τελευταίο χρονικό σημείο για την υποβολή εντολής, αν ο πελάτης επιθυμεί την αυθημερόν εκτέλεσή της. Με αναφορά στα ενώπιον του Δικαστηρίου σχετικά έγγραφα (βλ. Τεκμήρια 2.1 και 2.2) υπέδειξε ότι η πρώτη χρονικά επίδικη εντολή δόθηκε στις 14:34 της εν λόγω ημέρας, ενώ η δεύτερη στις 14:45.
Ως προς την εκτέλεση της μίας εκ των δύο επίδικων εντολών στις 08.04.2013, η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι τούτη εκτελέστηκε, καθότι, παρά τη δέσμευση του πιστωτικού υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού, το μη δεσμευμένο υπόλοιπο του επέτρεπε την εκτέλεσή της, αφού από τη δέσμευση εξαιρείτο το ποσό των €100.000,00, το οποίο υπερεβαινε το, σχετικό με την εν λόγω εντολή, ποσό των $100.000,00. Ισχυρίστηκε, εν προκειμένω, ότι, μετά την εκτέλεση της εν λόγω επίδικης εντολής, το διαθέσιμο, πλέον, πιστωτικό υπόλοιπο του λογαριασμού δεν επαρκούσε, είτε για να εκτελεστεί, είτε ακόμα για να επιχειρηθεί, μέσω διαβημάτων της Εναγόμενης, η εκτέλεση της έτερης επίδικης εντολής, που αφορούσε την Procesos. Συναφώς, στη βάση, πάντα, των ισχυρισμών της Μ.Υ.1, δεδομένου ότι το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού παρέμενε δεσμευμένο λόγω εφαρμογής των Διαταγμάτων που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα - με αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εκτέλεση της εν προκειμένω εντολής - λόγω της παρόδου μεγάλου χρόνου από όταν υποβλήθηκε τούτη, στις 09.05.2013 το σύστημα της Εναγόμενης την ακύρωσε, με αποτέλεσμα, έκτοτε, να μην αποτελεί εκκρεμούσα, πλέον, εντολή για να έστρεφε, προς αυτή, η Εναγόμενη την προσοχή της και να επιδίωκε την εκτέλεσή της. Στη βάση της πιο πάνω θεώρησης, η Μ.Υ.1, ισχυρίστηκε, ότι, αν η Ενάγουσα επιθυμούσε να εξοφλήσει το, σχετικό με την εν προκειμένω επίδικη εντολή, τιμολόγιο της Procesos, θα έπρεπε να υποβάλει νέα σχετική εντολή, πράγμα το οποίο δεν έπραξε, παρά τη δυνατότητα που της παρείχε το μετέπειτα πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού. Συναφώς, παρέπεμψε στα εκάστοτε πιστωτικά υπόλοιπα που παρουσίαζε ο επίδικος λογαριασμός την περίοδο μεταξύ Μαΐου 2013 και τέλη Σεπτεμβρίου του εν λόγω έτους, τα οποία επαρκούσαν για την εξόφληση του σχετικού τιμολογίου της Procesos.
Ως προς τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι οι σχέσεις της Ενάγουσας με τους δύο προμηθευτές της (Procesos και Malvesi) διαταράχτηκαν συνεπεία της μη εκτέλεσης των επίδικων εντολών, η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι τούτο δεν ισχύει, καθότι, η εντολή που αφορούσε τη Malvesi εκτελέστηκε στις 08.04.2013, ενώ αναφορικά με την Procesos, από την κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, προκύπτει ότι η εμπορική τους σχέση συνεχίστηκε, κανονικά και μετά τις 15.03.2013, υποδεικνύοντας, προς τούτο, σχετικές, επί της εν λόγω κατάστασης, χρεοπιστώσεις, στη βάση των οποίων προκύπτει ότι η Ενάγουσα προέβη σε τουλάχιστον 6 μεταφορές για εξόφληση τιμολογίων της Procesos κατά τους μήνες Απρίλιο - Ιούνιο του 2013, τιμολόγια, άλλα από το τιμολόγιο που αφορά στην επίδικη εντολή.
Τέλος, στη βάση πάντα του περιεχομένου της κατάστασης του επίδικου λογαριασμού, η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι, παρά τη δέσμευση μέρους του πιστωτικού υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού, ουδέποτε απομειώθηκε οποιοδήποτε ποσό του για την εξυγίανση της Εναγόμενης, και, κατά συνέπεια, η Ενάγουσα, είχε τη δυνατότητα, την οποία και άσκησε, να χρησιμοποιήσει όλα τα χρήματα του εν λόγω λογαριασμού ως η ίδια επιθυμούσε, επιλέγοντας, στην ουσία, τη μη εξόφληση του, σχετικού με την επίδικη εντολή, τιμολογίου της Procesos. Στη βάση των ανωτέρω θέσεών της, η Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά ως αποτέλεσμα της μη εκτέλεσης της επίδικης εντολής για μεταφορά χρημάτων στην Procesos.
Μ.Υ.2
Ο Μ.Υ.2 προώθησε ισχυρισμούς ως αυτοί καταγράφονται ανωτέρω, στα κοινώς αποδεχτά γεγονότα, και δη σχετικούς με την εφαρμογή των Διαταγμάτων που εξέδωσε η Κεντρική Τράπεζα στο πλαίσιο Νόμου, με αποτέλεσμα να παρέλκει, και σε αυτήν την περίπτωση, η εδώ επανάληψή τους. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, και τούτο κατόπιν σχετικής ερώτησης που του τέθηκε από τον συνήγορο της Ενάγουσας, ισχυρίστηκε, ότι, παρά την εφαρμογή των Διαταγμάτων, υπήρχε δυνατότητα στους καταθέτες της Εναγόμενης, περιλαμβανομένης και της Ενάγουσας, να καταχωρούν εντολές και να επιτυγχάνουν μεταφορές δεσμευμένων χρημάτων σε τρίτα πρόσωπα, νοουμένου ότι για τούτο υποβάλλετο σχετικό αίτημα σε ειδική, συσταθείσα δυνάμει του Νόμου, επιτροπή της Κεντρικής Τράπεζας, νοουμένου ότι πληρούντο οι επιβαλλόμενες από τον Νόμο και/ή Διατάγματα προϋποθέσεις. Απέρριψε, επί τούτου, την υποβληθείσα σε αυτόν θέση, ότι μέλη της εν λόγω επιτροπής ήταν και λειτουργοί της Εναγόμενης, αναφέροντας, συναφώς, ότι αυτή απαρτιζόταν από λειτουργούς της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών. Τέλος, ως ισχυρίστηκε, η τελική απόφαση ως προς τα ποσά που εν τέλει θα απομειώνονταν από τους λογαριασμούς των καταθετών της Εναγόμενης, λήφθηκε στις 30.07.2013, μετά που παραδόθηκε η σχετική έκθεση αποτίμησης των περιουσιακών στοιχείων της, κατόπιν ελέγχου εξωτερικού ελεγκτικού οίκου. Μετά την ημερομηνία αυτή (30.07.2013), τα ποσά που ήταν κατατεθειμένα σε λογαριασμούς πελατών της Εναγόμενης, αποδεσμεύτηκαν και μετατράπηκαν σε προθεσμιακές καταθέσεις 6, 9 και 12 μηνών, με δικαίωμα της Εναγόμενης να ανανεώνει τούτες για ακόμη μία περίοδο. Η δε πλήρης αποδέσμευση των περιορισμών των καταθετών, έγινε 3 περίπου χρόνια μετά τον Μάρτιο του 2013.
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Αν και οι πλείστοι ισχυρισμοί του Μ.Ε.1 επιβεβαιώνονται από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια, αλλά και είναι, σε κάθε περίπτωση, αποδεκτοί και από πλευράς της Εναγόμενης, οι επί των επίδικων ζητημάτων ισχυρισμοί του, για τους λόγους που θα εξηγήσω ευθύς αμέσως, δεν μπορούν να γίνουν δεκτοί.
Ο βασικός ισχυρισμός του ότι, κατά την πρώτη τηλεφωνική συνομιλία του με τη λειτουργό της Εναγόμενης, στις 15.03.2013, συμφωνήθηκε όπως οι επίδικες εντολές εκτελεσθούν αυθημερόν, έρχεται σε σύγκρουση με την κοινή λογική, αλλά και τη λοιπή, ενώπιόν μου, μη αμφισβητηθείσα σχετική μαρτυρία. Πιο συγκεκριμένα, ενώ από τη μια ισχυρίστηκε ότι επιδίωξε και επήλθε η ανωτέρω συμφωνία και ή συνεννόηση, στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, ισχυρίστηκε ότι τελούσε υπό πλήρη άγνοια για το τι θα ακολουθούσε το σαββατοκύριακο και κατά συνέπεια δεν είχε κανένα λόγο να ανησυχεί (βλ. παράγραφο 10 της γραπτής δήλωσής του, Έγγραφο Α). Κατά το στάδιο, δε της αντεξέτασής του, ανέφερε, επιπροσθέτως, πάντα συναφώς, ότι, κατά κανόνα, οι εντολές του διεκπεραιώνονταν, όχι αυθημερόν, αλλά εντός δύο ή ακόμα και τριών εργασίμων ημερών, πράγμα το οποίο και γνώριζε. Τέλος, σε άλλο σημείο της αντεξέτασής του, ισχυρίστηκε ότι, «[…] υπό κανονικές συνθήκες, αν δεν ήθελα να κάνω μια μεταφορά τη Παρασκευή, δεν θα με ενοχλούσε να μείνω τη Δευτέρα ή την Τρίτη». Πώς είναι δυνατό, στη βάση των ανωτέρων τοποθετήσεων του, και εν απουσία ισχυρισμού περί του ότι υπήρχε κάποιος, έστω και επουσιώδης, λόγος για να επιδιώξει οι επίδικες μεταφορές να γίνουν αυθημερόν, να αποδεχθώ την εν προκειμένω θέση του περί υποβολής τέτοιας απαίτησης, ή, έστω, περί σχετικής συνεννόησης του με τη λειτουργό της Εναγόμενης;
Εν πάση περιπτώσει, δεδομένης της μη αμφισβήτησης, από πλευράς της Ενάγουσας, της πρακτικής της Εναγόμενης να εκτελεί εντολές, αυθημερόν, μόνο κατόπιν σχετικού αιτήματος του πελάτη και καταβολής από τον τελευταίο του ανάλογου αντίτιμου, και μόνο στην περίπτωση που οι εντολές δόθηκαν μέχρι συγκεκριμένη ώρα κάθε μέρας (14:30, στην περίπτωση Παρασκευής), πώς είναι δυνατόν να αποδεχθώ, ως αληθή, τον ισχυρισμό του, ότι, στη βάση της συνεννόησης του με τη λειτουργό της Εναγόμενης, οι επίδικες εντολές θα εκτελούντο αυθημερόν, όταν αμφότερες δόθηκαν μετά τις 14:30 στις 15.03.2013;
Κατά συνέπεια, είναι με πλήρη ασφάλεια που καταλήγω ότι ουδέποτε επήλθε οποιαδήποτε συμφωνία, ή έστω συνεννόηση του Μ.Ε.1 με τη λειτουργό της Εναγόμενης όπως οι επίδικες εντολές εκτελεστούν αυθημερόν, και τούτο, ανεξάρτητα από το γεγονός ότι η συγκεκριμένη λειτουργός της Εναγόμενης δεν κλήθηκε ως μάρτυρας.
Ούτε μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του ότι η Εναγόμενη όφειλε να επιδιώξει, με σχετικό αίτημά της, προς τη συσταθείσα επιτροπή της Κεντρικής Τράπεζας, να εκτελεστεί η επίδικη εντολή για εξόφληση της Procesos, καθότι, ως και ο συνήγορος της Ενάγουσας ισχυρίστηκε, αλλά και υπέδειξε στους μάρτυρες της Εναγόμενης, η, μετά την εφαρμογή του Νόμου και των Διαταγμάτων, μεταφορά χρημάτων, εξαρτάτο από την πλήρωση συγκεκριμένων προϋποθέσεων, οι οποίες διαφοροποιούντο ανάλογα με το ποσό των χρημάτων που επιδιώκετο να μεταφερθεί, με ευδιάκριτη τέτοια διαφοροποίηση μεταξύ των ποσών άνω και κάτω των €200.000,00. Η εντολή για την Procesos, αφορούσε ποσό μεγαλύτερο των €200.000,00, με αποτέλεσμα - ως και ο ίδιος ο συνήγορος της Ενάγουσας υπέβαλε στη Μ.Υ.1 - στη βάση των σχετικών προνοιών του εν ισχύ τότε Διατάγματος της Κεντρικής Τράπεζας, η δυνατότητα εξασφάλισης έγκρισης για τη μεταφορά του, εξαρτάτο από τους εκάστοτε δείκτες ρευστότητας της Εναγόμενης, και όχι, μόνο από το διαθέσιμο ή μη υπόλοιπο του λογαριασμού. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να θέλει τη ρευστότητα της Εναγόμενης, καθ' ον χρόνο εκκρεμούσε η εν προκειμένω επίδικη εντολή, να επέτρεπε την εξασφάλιση της σχετικής, από την εν λόγω επιτροπή, έγκριση για εκτέλεσή της, ώστε να δικαιολογείται ο Μ.Ε.1 να ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη μπορούσε και όφειλε να επιδιώξει την εκτέλεσή της.
Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, ως προκύπτει από την ενώπιον μου, κοινώς αποδεκτή, μαρτυρία, κάτι που εξάλλου ισχυρίστηκε και ο ίδιος ο Μ.Ε.1, ουδέποτε η Ενάγουσα αναζήτησε το κατά πόσο οι επίδικες εντολές ή έστω μια εξ αυτών εκτελέστηκαν, ούτε και επιδίωξε, μετά τις 02.04.2013, όταν και απέστειλε σχετική επιστολή προς την Εναγόμενη (βλ. Τεκμήριο 4), να εκτελεστούν τούτες. Δεν μου διαφεύγει ότι, η ακριβώς επόμενη ενέργεια της Ενάγουσας ήταν η καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 10.04.2013, πλην όμως, από τις σχετικές δικογραφήσεις της, αλλά και τις ανάλογες αναφορές του Μ.Ε.1, η πρώτη περιορίστηκε στην ενέργειά της αυτή, χωρίς ποτέ να εξετάσει αν οι επίδικες εντολές εκτελέστηκαν, και στην περίπτωση που δεν εκτελέστηκαν, να αναζητήσει τρόπους για την εκτέλεσή τους, εξ ου και, μέχρι και τον χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, ο Μ.Ε.1 να δηλώνει ότι δεν γνώριζε, (α) ότι η επίδικη εντολή του για την Procesos, είχε ακυρωθεί από τον Μάιο του 2013 και (β) ότι η εντολή για τη Malvesi, είχε εκτελεστεί πριν καν καταχωρηθεί η παρούσα αγωγή. Ευκόλως μπορεί να διερωτηθεί κάποιος, κάτι που συμβαίνει, εν προκειμένω, και με το Δικαστήριο, πώς είναι δυνατό η Ενάγουσα, από τις 05.04.2013 μέχρι και τις 13.06.2013, να δίδει εντολές για μεταφορές χρημάτων προς την Procesos, για εξόφληση άλλων τιμολογίων της, και να μην επιδιώκει να εξοφλήσει και το τιμολόγιο που αφορούσε στην επίδικη εντολή, του οποίου η έκδοση, προφανώς, προηγείτο της έκδοσης των λοιπών τιμολογίων της τελευταίας; Στη βάση των πιο πάνω παρατηρήσεων μου, δεν μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι η στάση της Ενάγουσας επέβαλλε στην Εναγόμενη να επιδιώξει, με ίδιες ενέργειες, τη λήψη έγκρισης από τη σχετική επιτροπή της Κεντρικής Τράπεζας για σκοπούς εκτέλεσης της επίδικης εντολής μεταφοράς χρημάτων στην Procesos, ούτε και ότι, οι συνθήκες που περιέβαλλαν την εν προκειμένω συναλλαγή, αλλά και τη ρευστότητα της Εναγόμενης, επέτρεπαν τη λήψη τέτοιας έγκρισης.
Ούτε μπορώ να αποδεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1 ότι το έμβασμα από την Taiwan έγινε στις 13.03.2013, και όχι στις 15.03.2013. Και τούτο, και πάλι, για πέραν του ενός λόγου. Πρώτο γιατί, δικογραφικώς, η Ενάγουσα τοποθετεί χρονικά τούτο (το έμβασμα) στις 15.03.2013. Δεύτερο γιατί, το έγγραφο από το οποίο άντλησε πληροφόρηση ο Μ.Ε.1 για να προβάλει το εν λόγω ισχυρισμό (βλ. Τεκμήριο 5), δεν επιβεβαιώνει τον ισχυρισμό του, αφού η σχετική εγγραφή στην οποία αναφέρθηκε, αφενός δεν ομιλεί αφ’ εαυτής και αφετέρου, δεν επιβεβαιώνει τη σχετική θέση του. Παρεμφερώς, να σημειώσω, στο σημείο αυτό, ότι, η εν λόγω αναφορά εξηγήθηκε με επάρκεια και σαφήνεια από τη Μ.Υ.1, στην αξιολόγηση της μαρτυρίας της οποίας, θα αναφερθώ κατωτέρω. Τρίτο γιατί, στη βάση άλλης τοποθέτησης του ιδίου του Μ.Ε.1, κατά τη συνήθη πρακτική του εν προκειμένω πελάτη της Ενάγουσας, τα εμβάσματα του για εξόφληση τιμολογίων της τελευταίας, γίνονταν τέσσερις μέρες μετά την έκδοση του σχετικού τιμολογίου. Το εν προκειμένω τιμολόγιο της Ενάγουσας εκδόθηκε στις 12.03.2013 (βλ. Τεκμήριο 3). Είναι για αυτούς τους λόγους που δεν μπορώ να αποδεχθώ και αυτόν τον ισχυρισμό του.
Ούτε μπορώ να δεχθώ τον ισχυρισμό του Μ.Ε.1, ότι, συνεπεία της μη εκτέλεσης των επίδικων εντολών, επήλθε ρήξη στις σχέσεις της Ενάγουσας με την Procesos και Malvesi, σε βαθμό που οδήγησε στην οικονομική καταστροφή της πρώτης. Και τούτο, και πάλι, για πέραν του ενός λόγου. Πρώτο γιατί, αδυνατώ να κατανοήσω πώς επήλθε ρήξη μεταξύ της Ενάγουσας και της Malvesi, τη στιγμή που η μόνη εκκρεμούσα εντολή της πρώτης για μεταφορά χρημάτων στη δεύτερη, εκτελέστηκε σε χρόνο πριν καν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής; Δεύτερο, και συναφές με το πρώτο, αδυνατώ να κατανοήσω σε τι αφορούσε η κατ’ ισχυρισμό απαίτηση του κατ' ισχυρισμό μεσάζοντα, σε σχέση, πάντα, με τη Malvesi, δεδομένης της εκτέλεσης της σχετικής με αυτήν επίδικης εντολής. Τρίτο, πώς είναι δυνατό να αποδεχθώ ότι οι σχέσεις της Ενάγουσας με την Procesos διαταράχτηκαν σε βαθμό που προκλήθηκε οικονομική καταστροφή της πρώτης, και τούτο μόνο στη βάση της μη εκτέλεσης της σχετικής επίδικης εντολής, τη στιγμή που τούτη (η Ενάγουσα), από τον Απρίλιο του 2013 (05.04.2013) μέχρι και τον Ιούνιο του εν λόγω έτους (13.06.2013) – σε χρόνο δηλαδή που μπορούσε να εξοφλήσει το επίδικο τιμολόγιο την Procesos – κατόπιν σχετικών εντολών της, μετέφερε προς την εν λόγω εταιρεία 6 χρηματικά ποσά, τα οποία συμποσούνται στα $750.723,63;
Πώς, υπό τις πιο άνω, αδιαμφισβήτητες, περιστάσεις, είναι δυνατό να γίνει δεκτός ο ισχυρισμός του Μ.Ε.1 ότι επήλθε ρήξη μεταξύ της Ενάγουσας και των εν προκειμένω δύο προμηθευτών της;
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, και ο ισχυρισμός του ως προς το τι ακολούθησε της κατ’ ισχυρισμό διαφοράς του με τους δύο αυτούς προμηθευτές της Ενάγουσας, παρουσιάζει ασάφεια, καθώς επίσης και εμφανή ουσιώδη αντίφαση, με αποτέλεσμα, και επ' αυτού, και μόνο, του λόγου να μην μπορούσε να γίνει δεκτός.
Πιο συγκεκριμένα, ενώ κατά τη βασική εκδοχή του, η κατ’ ισχυρισμό διαφορά με αυτούς τους δύο προμηθευτές, οδήγησε στην καταχώρηση, από ένα μεσάζοντα, μιας μη δικαστικής διαδικασίας στο Ισραήλ, στη βάση της οποίας ο ίδιος και η σύζυγος του κρίθηκαν υπεύθυνοι να καταβάλουν στις εταιρείες αυτές το συνολικό ποσό των δύο επίδικων εντολών, σε άλλο μέρος της μαρτυρίας του, σε πλήρη σύγκρουση με την εκδοχή του αυτή, ισχυρίστηκε ότι, αυτός και η γυναίκα του, δεν επισκέπτονται έκτοτε το Ισραήλ, καθότι κινδυνεύουν με σύλληψη, λόγω μη καταβολής του ποσού που το Δικαστήριο διέταξε να καταβάλουν στους εν λόγω προμηθευτές. Ακόμη, πάντα συναφώς, οι σχετικοί ισχυρισμοί του είναι εντελώς ασαφείς, δεδομένης της αναφοράς του σε κάποιον μεσάζοντα, για τον οποίο ουδεμία εξήγηση δόθηκε ως προς την όποια ιδιότητά του, καθώς επίσης και το κατά πόσο η κατ’ ισχυρισμό απαίτηση αφορούσε σε απαίτηση των προμηθευτών ή του ιδίου του μεσάζοντα. Στην ουσία, ο Μ.Ε.1 περιορίστηκε απλώς να τον χαρακτηρίσει ως τέτοιο (μεσάζοντα), χωρίς να δώσει στο Δικαστήριο εκείνες τις πληροφορίες που θα καθιστούσαν δυνατή την κατανόηση ως προς την ιδιότητά του εν λόγω προσώπου, αλλά και το είδος και τύπο της κατ’ ισχυρισμό διαδικασίας που καταχωρήθηκε.
Εκείνο όμως που πραγματικά δεν στέκει στη βάσανο της λογικής, είναι πώς θα μπορούσε μια τέτοια απαίτηση, έστω και από κάποιον μεσάζοντα, ή ακόμα και από τους προμηθευτές, είτε καταχωρήθηκε ενώπιον Δικαστηρίου είτε αλλού φορέα επίλυσης διαφορών, να έχει επιτυχή κατάληξη για το συνολικό ποσό των δύο επίδικων εντολών, τη στιγμή που η εντολή της Ενάγουσας αναφορικά με τη Malvesi είχε εκτελεστεί από τις 08.04.2013, και δη σε χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής;
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, που προσπάθησα να εξηγήσω, μολονότι αποδέχομαι τη μαρτυρία του Μ.Ε.1, η οποία συμβαδίζει με τη λοιπή ενώπιόν μου αποδεκτή μαρτυρία, τους ισχυρισμούς του, επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων γεγονότων, δεν τους αποδέχομαι.
Μ.Υ.1
Η Μ.Υ.1, γενικότερα, μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας, και δεν έχω αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου κατάθεσε με σκοπό να πει την αλήθεια και όχι να ψευσθεί. Η ειλικρίνειά της, προκύπτει, αβίαστα, και από τις τοποθετήσεις της κατά το στάδιο της αντεξέτασής της, όπου δεν δίστασε, διάφορους ισχυρισμούς που προέβαλε κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασής της (για του οποίους έδιδε λόγο γιατί τους προωθούσε), να τους διαφοροποιήσει ή ακόμα και να τους εγκαταλείψει, στη βάση των διαφόρων εγγράφων που της υποδεικνύοντο και ή θέσεων που της υποβάλλονταν. Τέτοιες σχετικές τοποθετήσεις της παρατηρούνται σε διάφορες περιπτώσεις, όπως, π.χ., ως προς τον τρόπο με τον οποίο ακυρώθηκε η επίδικη εντολή της Ενάγουσας για την Procesos, όπου, ενώ η αρχική σχετική τοποθέτηση της ήθελε την ακύρωση να οφείλεται σε αυτόματη ενέργεια του συστήματος (στη βάση της σχετικής καταγραφής επί του Τεκμηρίου 10 ‑ «Rejected (by system)»), κατά την αντεξέτασή της, αποδέχτηκε ότι η ακύρωση αυτή πρέπει να έγινε κατόπιν ενεργειών κάποιου λειτουργού της Εναγόμενης, δηλώνοντας, προς τούτο, ότι, αφενός δεν είναι γνώστης του τρόπου λειτουργίας του εν προκειμένω συστήματος, και αφετέρου, ότι, αν δεν γίνει αυτόματη ακύρωση από το σύστημα (η οποία θα πρέπει να γίνεται αμέσως μετά την καταχώρηση της εντολής), η όποια, μετέπειτα, ακύρωση, είναι το αποτέλεσμα σχετικής παρεμβολής λειτουργού της τράπεζας. Το ίδιο συνέβη και σε σχέση με τη βασική, γενική, θέση της, ότι η εντολή σε σχέση με τη Malvesi, εκτελέστηκε κατόπιν σχετικής απαίτησης της Ενάγουσας, στη βάση αλληλογραφίας που είχε υπόψη της, όπου, κατά την αντεξέτασή της, δεν αμφισβήτησε το ενδεχόμενο η Ενάγουσα να μην υπέβαλε οποιοδήποτε επιπρόσθετο, της αρχικής εντολής της, σχετικό αίτημα, και, κατά συνέπεια, η εν τέλει εκτέλεσή της, στις 08.04.2013, να ήταν το αποτέλεσμα αυτόβουλης ενέργειας της Εναγόμενης.
Δεν μου διαφεύγει, ότι, ως προέκυψε κατά την αντεξέτασή της, κάποιοι από τους ισχυρισμούς που προέβαλε στην κυρίως εξέτασή της δεν αποτελούσαν θέσεις που μπορούσε επιβεβαιώσει, παρά μόνο στηρίζονταν είτε στη βάση της αντίληψής της από έγγραφα που είχε στην κατοχή της, είτε από σχετική πληροφόρηση που έλαβε από άλλους λειτουργούς της Εναγόμενης. Δεδομένης της αποδοχής της υποβληθείσας προς αυτήν θέσης, ότι, για τους εν λόγω ισχυρισμούς, δεν μπορούσε να εκφράζει σιγουριά, τούτοι δεν μπορούν να αποτελέσουν τη βάση για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων.
Ωστόσο, στον βαθμό που αφορά, στα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, η σχετική μαρτυρία της κρίνεται πειστική, ως, επίσης, και αρκούντως διαφωτιστική, ώστε να μπορώ επ' αυτής να προβώ σε ανάλογα ευρήματα. Ενδεικτικώς, και όχι εξαντλητικώς, υποδεικνύω τους μη αμφισβητηθέντες ισχυρισμούς της αναφορικά με την αδυναμία - στη βάση σχετικής πρακτικής που εφάρμοζε η Εναγόμενη - αυθημερόν εκτέλεσης εντολών, για εξερχόμενα εμβάσματα που δόθηκαν μετά τις 14:30 κατά τις Παρασκευές, καθώς επίσης και της πρακτικής, και πάλι της Εναγόμενης, ως προς τον τρόπο λειτουργίας καταθετικών λογαριασμών, σε ξένο νόμισμα, προειδοποίησης δυο ημερών, ως ο επίδικος λογαριασμός, και ειδικότερα ότι, σε τέτοιες περιπτώσεις, τα εισερχόμενα εμβάσματα έχουν ημέρα αξίας την επόμενη εργάσιμη ημέρα του εμβάσματος. Δεκτός, επομένως, γίνεται και ο ισχυρισμός της ότι, παρά την εμφάνιση, επί της κατάστασης λογαριασμού, του εμβάσματος ως μέρος του πιστωτικού του υπολοίπου, το ποσό που το αφορά δεν ήταν διαθέσιμο για σκοπούς χρήσης μέχρι και την επόμενη εργάσιμη ημέρα, και τούτο στη βάση της μη αμφισβητηθείσας, ως ήδη σημειώθηκε, ανωτέρω, σχετικής πρακτικής της Εναγόμενης. Τα ίδια ισχύουν και σε σχέση με τους ισχυρισμούς της, που αφορούν την ημέρα που έγινε το έμβασμα από την Taiwan, και δη ότι τούτο έγινε στις 15.03.2013, ως ειδικώς καταγράφεται στην κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, αλλά και ως ανέγνωσε με συγκεκριμένη επεξήγηση, στο Τεκμήριο 5, που κατάθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ο Μ.Ε.1.
Κατά συνέπεια, με εξαίρεση τους ισχυρισμούς τους οποίους η ίδια η Μ.Υ.1, κατά την αντεξέτασή της, μετέβαλε ή εγκατέλειψε ή δήλωσε αβεβαιότητα για την ακρίβεια τους, τους λοιπούς ισχυρισμούς της τους αποδέχομαι και στη βάση τους προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Μ.Υ.2
Ο Μ.Υ.2 μου έκανε άριστη εντύπωση ως μάρτυρας και δεν έχω καμία αμφιβολία ότι ενώπιον του Δικαστηρίου ανέφερε την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Εν πάση περιπτώσει, η αντεξέτασή του περιορίστηκε σε διευκρινιστικού και όχι αντιπαραθετικού τύπου ερωτήσεις, με μόνο σκοπό να διευκρινιστούν ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονταν λεπτομερώς από τις σχετικές αναφορές του κατά το στάδιο της κυρίως εξέτασης. Ούτε και η πλευρά της Ενάγουσας εισηγείται ότι τούτος είναι αναξιόπιστος ή ότι προώθησε οποιοδήποτε αναληθή ισχυρισμό. Εκείνο που αξίζει να σημειωθεί, και τούτο στη βάση των επίδικων υπό αμφισβήτηση ζητημάτων, είναι η μη αμφισβητηθείσα θέση του, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, ότι την επιτροπή, που συστάθηκε από την Κεντρική Τράπεζα για σκοπούς εξέτασης αιτημάτων τραπεζικών ιδρυμάτων για μεταφορές χρημάτων μετά τις 29.03.2013, απάρτιζαν λειτουργοί της Κεντρικής Τράπεζας και του Υπουργείου Οικονομικών και όχι λειτουργοί της Εναγόμενης και της Λαϊκής Τράπεζας, ως ήταν η υποβληθείσα, σε αυτόν, θέση της Ενάγουσας. Αξίζει, επίσης, να σημειωθεί ότι, πάντα στο πλαίσιο της αντεξέτασής του, ισχυρίστηκε, χωρίς, πάλι, τούτο να αμφισβητηθεί, ότι, ανεξαρτήτως της οποιασδήποτε δέσμευσης του πιστωτικού υπόλοιπου ενός καταθετικού λογαριασμού πελάτη της Εναγόμενης, ο τελευταίος είχε την ευχέρεια να συνεχίσει να συναλλάσσεται μέσω του, στη βάση οποιωνδήποτε νέων τυχόν εμβασμάτων που θα κατατίθεντο μετά τις 29.03.2013, καθότι η δέσμευση που έγινε στο πλαίσιο εφαρμογής του Νόμου για την εξυγίανση της Εναγόμενης, αφορούσε στο υπόλοιπο που υφίστατο κατά την ημέρα εφαρμογής των σχετικών Διαταγμάτων (26.03.2013), και δεν επηρέαζε τα οποιαδήποτε άλλα χρήματα τυχόν να κατατίθεντο σε αυτόν μετά την επαναλειτουργία των τραπεζών. Τέλος, αναντίλεκτος έμεινε και ο ισχυρισμός του ότι, η υποχρέωση της Εναγόμενης να δεσμεύει χρήματα από καταθέσεις πελατών της, έπαψε στις 30.07.2013, όταν, και ακολούθως, τα αποδεσμευθέντα χρήματα είχαν μετατραπεί σε προθεσμιακές καταθέσεις, συγκεκριμένων χρονικών διαρκειών, με τους πελάτες της να νομιμοποιούνται να χρησιμοποιήσουν τα εν λόγω χρήματα μετά την πάροδο της κάθε τέτοιας περιόδου.
Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του Μ.Υ.2, την αποδέχομαι στο σύνολό της, και επ' αυτής προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Επιπρόσθετα, τελικά ευρήματα
Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των ευρημάτων στα οποία προέβηκα στο αρχικό στάδιο της παρούσας επί των μη αμφισβητηθέντων και παραδεχτών γεγονότων, προβαίνω και στα ακόλουθα επιπρόσθετα ευρήματα.
Κατά τη συνομιλία του Μ.Ε.1 με τη λειτουργό της Εναγόμενης, στις 15.03.2013, δεν συμφωνήθηκε ούτε και υπήρξε η οποιαδήποτε συνεννόηση ή συναντίληψη ότι οι επίδικες εντολές θα εκτελούντο αυθημερόν. Στη βάση της σχετικής πρακτικής που εφάρμοζε η Εναγόμενη αναφορικά με τη λειτουργία τραπεζικών λογαριασμών, ως ο επίδικος, κάθε εισερχόμενο έμβασμα, σε ξένο νόμισμα, είχε ημέρα ισχύος και, κατά συνέπεια, παρεχόταν δυνατότητα χρησιμοποίησης του, την επόμενη, του εμβάσματος, εργάσιμη ημέρα, εν προκειμένω την 19.03.2013. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση έτερης πρακτικής που εφάρμοζε η Εναγόμενη, δεδομένου ότι αμφότερες οι επίδικες εντολές δόθηκαν μετά τις 14:30 στις 15.03.2013, ήταν αδύνατη η αυθημερόν εκτέλεσή τους, και αυτές, καθηκόντως, μεταφέρονταν για να διεκπεραιωθούν την επόμενη εργάσιμη ημέρα και δη στις 19.03.2013. Κατά τις 19.03.2013, στη βάση εφαρμογής των Κανονισμών, που εκδόθηκαν στο πλαίσιο Νόμου, η τελευταία δεν λειτούργησε και παρέμεινε κλειστή μέχρι και τις 28.03.2013. Στις 29.03.2013, η Εναγόμενη επαναλειτούργησε και οι επίδικες εντολές εκκρεμούσαν και παρέμεναν ανεκτέλεστες. Κατά το διάστημα αυτό, η Ενάγουσα νομιμοποιείτο και δύνατο να χρησιμοποιήσει χρήματα από τον επίδικο λογαριασμό μέχρι του ποσού των €100.000,00, καθώς επίσης και χρήματα τα οποία θα κατατίθεντο ως εξωτερικά εμβάσματα που θα γίνονταν μετά τις 29.03.2013, χρήση την οποία η Ενάγουσα έκανε. Η υποχρέωση της Εναγόμενης να έχει δεσμευμένα χρήματα στους λογαριασμούς των καταθετών της, περιλαμβανόμενου και του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας, επιβλήθηκε σε αυτή μέσω των Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, που εκδόθηκαν δυνάμει του Νόμου, και έληξε στις 30.07.2013. Κανένα ποσό του επίδικου λογαριασμού δεν απομειώθηκε συνεπεία της εξυγίανσης της Εναγόμενης. Στις 08.04.2013, η επίδικη εντολή, η οποία τη δεδομένη στιγμή εκκρεμούσε, για τη μεταφορά των $100.000,00 προς τη Malvesi, εκτελέστηκε. Η επίδικη εντολή για μεταφορά χρημάτων στην Procesos, παρέμεινε εκκρεμούσα μέχρι τις 09.05.2013. Κατά το διάστημα αυτό, στη βάση των εν ισχύ, τότε, Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας, η εντολή αυτή δύνατο να εκτελεστεί, νοουμένου ότι, (α) υπήρχε δεσμευθέν διαθέσιμο υπόλοιπο και (β) η συσταθείσα επιτροπή της Κεντρικής Τράπεζας θα ενέκρινε τούτο. Για σκοπούς εγκρίσεως της εκτέλεσης της εν λόγω εντολής, συνεπεία του ύψους του ποσού στο οποίο αφορούσε, αναγκαία προϋπόθεση ήταν οι δείκτες ρευστότητας της Εναγόμενης να ήταν τέτοιοι που να επέτρεπαν την εκτέλεσή της. Ουδεμία μαρτυρία παρουσιάστηκε που να θέλει την Εναγόμενη να είχε τέτοια ρευστότητα, που θα πληρούσε το σχετικό κριτήριο για να ληφθεί, από την εν λόγω επιτροπή, η σχετική έγκριση. Λόγω παρόδου μεγάλου χρόνου από όταν και καταχωρήθηκε η εν προκειμένω εντολή, στη βάση σχετικής πρακτικής που εφάρμοζε, η Εναγόμενη ακύρωσε τούτη στις 09.05.2013. Η συνεργασία της Ενάγουσας με την Procesos, συνεχίστηκε για τουλάχιστον 3 μήνες μετά την υποβολή της επίδικης εντολής, στο πλαίσιο της οποίας, η πρώτη μετέφερε 6 φορές, στην τελευταία, χρήματα από τον επίδικο λογαριασμό, τα οποία συμποσούνται στο ποσό των $750.723,63 για εξόφληση, άλλων, από την επίδικη, οφειλών της. Στη βάση της ενώπιόν μου αποδεκτής μαρτυρίας, η Ενάγουσα δεν υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, είτε συνεπεία απομείωσης, είτε ως αποτέλεσμα δυσμενούς επηρεασμού των επιχειρηματικών δραστηριοτήτων της.
Νομική πτυχή
Σχέση πελάτη - τράπεζας
Η συμφωνία που διέπει τις σχέσεις πελάτη και τράπεζας, έχει περιγραφεί από τον Atkin LJ, στην υπόθεση Joachimson v. Swisss Bank Corpn [1921] 3 KB 100, at 117 ως εξής: «The bank undertakes to receive money and to collect bills for its customer’s account. The proceeds so received are not to be held in trust for the customer, but the bank borrows the proceeds and undertakes to repay them. The promise to repay is to repay at the branch of the bank where the account is kept, and during banking hours. It includes a promise to repay any part of the amount due against the written order of the customer addressed to the bank at the branch, and as such written orders may be outstanding in the ordinary course of business for two or three days, it is a term of the contract that the bank will not cease to do business with the customer except upon reasonable notice. The customer on his part undertakes to exercise reasonable care in executing his written orders so as not to mislead the bank or to facilitate forgery. I think it is necessarily a term of such a contract that the bank is not liable to pay the customer the full amount of his balance until he demands payment from the bank at the branch at which the current account is kept.» (βλ. επίσης, Paget’s Law of Banking, 15th Edition, Σελ.110, παρ.4.7. (στο εξής «το σύγγραμμα Paget’s»)).
Φυσικά, στις μέρες μας, όπου οι εντολές, ως επί το πλείστον, δίδονται ηλεκτρονικά, στη βάση του πιο πάνω κανόνα, η σχετική ευθύνη της τράπεζας γεννιέται όταν η εντολή του πελάτη φθάσει στα ηλεκτρονικά συστήματα της τράπεζάς του (Ellinger’s Modern Banking Law, fifth edition, σελ. 562, υπό τον τίτλο Credit and debit transfers).
Χρόνος και τόπος εκτέλεσης της εντολής
Στο σύγγραμμα Paget’s, με αναφορά στα όσα αποφασίστηκαν στην Joachimson (ανωτέρω) και την υπόθεση Bank business hours were considered in Lehman Brothers International (Europe) v. Exxommobil Financial Services [2016] 96 LJKB 801, σχετικά με τον χρόνο και τόπο που αναμένεται υλοποιηθούν τα συμφωνηθέντα μεταξύ πελάτη και τράπεζας, σημειώνεται ότι, «An element in the relationship of banker and customer consists of their respective rights and obligations in regard to the days and hours during which business is transacted. A customer is entitled to know when he may expect his or her business to be dealt with. Atkin LJ’s formulation in Joachimson includes the banker’s promise to repay at the branch of the bank where the account is kept during banking hours, and, a fortiori, on days on which the bank is open for business» και ότι «Bank business hours were considered in Lehman Brothers International (Europe) v. Exxommobil Financial Services, where the standard Global Master Repurchase Agreement (governing repo transactions) provides that notices received after close of business for commercial banks in the place of receipt take effect on the next day» (σελ.126, παρ.4.39 και σελ. 127, παρ. 4.41).
Αποτελεί βασική αρχή δικαίου ότι η τράπεζα ευθύνεται να τιμήσει εντολή ενός πελάτη της για μεταφορά χρημάτων, μόνο στην περίπτωση που ο λογαριασμός του τελευταίου έχει ικανοποιητικό πιστωτικό υπόλοιπο ή αν, σε αυτόν, έχει εγκριθεί, προηγουμένως, δικαίωμα ικανοποιητικού παρατραβήγματος (βλ. Bank of New South Wales v. Laing [1954] AC 135 at 154 και σύγγραμμα Ellinger’s Modern Banking Law (ανωτέρω), σελ. 454, υπό τον τίτλο Availability of funds).
Όσο δε αφορά στον χρόνο που η τράπεζα οφείλει να μεταφέρει τα χρήματα ενός πελάτη της σε τρίτον, κατόπιν σχετικής εντολής του πρώτου, στο σύγγραμμα Paget’s, σελ. 664, παρ. 22.54, σημειώνεται ότι, «Where the time of transfer is not specified by the customer, or it cannot be inferred from the method of transfer specified by the customer, the bank must make the payment within a reasonable time».
Ευθύνη τράπεζας για πράξεις και παραλήψεις διευθυντών και ή υπαλλήλων της
Στην υπόθεση Bank of New South Wales v. Owston (1879) 4 App Cas 270, at 289, αναφέρθηκαν τα εξής, σε σχέση με την ευθύνη της τράπεζας για ενέργειες διευθυντή της ο οποίος εκτελεί τα καθήκοντα του στο πλαίσιο συνήθων τραπεζικών συνδιαλλαγών: «The duties of a bank manager would usually be to conduct banking business on behalf of his employers, and when he is found so acting, what is done by him in the way of ordinary banking transactions may be presumed, until the contrary is shewn, to be within the scope of his authority; and his employers would be liable for his mistakes, and, under some circumstances, for his frauds, in the management of such business.».
Τραπεζικές πρακτικές
Ως έχει νομολογιακώς αποφασισθεί, αλλά και συγγραμματικώς αναπτυχθεί, ο πελάτης που δίνει συγκεκριμένη εντολή στην τράπεζα του, δεσμεύεται από τη σχετική, με την εντολή αυτή, τραπεζική πρακτική και νοουμένου ότι η τράπεζα ενήργησε στη βάση της πρακτικής αυτής, δεν νομιμοποιείται ο πρώτος να επικαλείται ευθύνη της τελευταίας (βλ. Tidal Energy Ltd v Bank of Scotland [2014] EWHC 2780 (QB) και Paget’s (ανωτέρω), σελ. 731, παρ. 25.29).
Ομοίως, στο ίδιο σύγγραμμα (Paget’s), σελ. 664, παρ. 22.54, σημειώνεται ότι, όταν ο πελάτης δίδει την εντολή του για μεταφορά χρημάτων στη βάση συγκεκριμένης ηλεκτρονικής μεθοδολογίας[11], τότε αυτός δεσμεύεται από τις εκάστοτε, ισχύουσες, τραπεζικές πρακτικές, που σχετίζονται με την επιλεγείσα από αυτόν μεθοδολογία.
Ματαίωση σύμβασης
Το άρθρο 56 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 προνοεί ότι:
(1) ………………………………………………………………………………..
(2) Σύμβαση προς τέλεση πράξης, η οποία μετά την κατάρτιση της σύμβασης καθίσταται αδύνατη, ή παράνομη λόγω γεγονότος το οποίο ο οφειλέτης δεν μπορούσε να αποτρέψει, καθίσταται άκυρη μόλις η πράξη καταστεί αδύνατη ή παράνομη.
Στην υπόθεση Kier (Cyprus) Ltd v. Trenco Constructions Ltd (1981) 1 C.L.R. 30, με αναφορά στα όσα καταγράφονται στο σύγγραμμα Pollock and Mulla, Indian Contract and Specific Relief Acts, 9th Ed. σελ. 402-403 σε σχέση με το δόγμα της ματαίωσης, ως αυτή προνοείται στο αντίστοιχο άρθρο του ινδικού νόμου (άρθρο 56, επίσης), σημειώθηκε ότι: «The doctrine of frustration comes into play when a contract becomes impossible of performance, after it is made, on account of circumstances beyond the control of parties or the change in circumstances makes the performance of the contract impossible. In fact impossibility and frustration are often used as interchangeable expressions. The changed circumstances make the performance of contract impossible. In India, the law dealing with frustration must primarily be looked at as contained in sections 32 and 56 of the Contract Act. The rule in section 56 exhaustively deals with the doctrine of frustration of contracts and it cannot be extended by analogies borrowed from the English Common Law. The Court can give relief on the ground of subsequent impossibility when it finds that the whole purpose or the basis of the contract has frustrated by the intrusion or occurrence of an unexpected event or change of circumstances which was not contemplated by the parties at the date of the contract.».
Το ότι στη Κύπρο, για σκοπούς εφαρμογής του εν προκειμένω δόγματος, αντλούμε καθοδήγηση από την Ινδία πάρα την Αγγλία (εκεί που σχετικές αρχές διαφέρουν), επιβεβαιώθηκε, με κάθε σαφήνεια, στην υπόθεση K & M Transport Ltd v. Επιτροπής Σιτηρών, Πολ. Εφ. 341/2013, απόφαση ημερομηνίας 22.10.2022, στην οποία, συναφώς, έγινε παραπομπή στα όσα, με αναφορά στο σύγγραμμα Pollock and Mulla (ανωτέρω), αποφασίστηκαν στην Kier (ανωτέρω), και σημειώθηκε, επιπροσθέτως, και ότι: «Το κριτήριο σε τέτοιες περιπτώσεις είναι αντικειμενικό και, όπως ορθά παρατηρούν οι εφεσίβλητοι, αφορά στο κατά πόσο το επιγενόμενο γεγονός καταλύει το θεμέλιο της σύμβασης. Εν προκειμένω, το Δικαστήριο διαπίστωσε, στη βάση των γεγονότων, ότι υπήρχε αδυναμία εκτέλεσης της σύμβασης με βάση τους όρους της, λόγω των ενεργειών τρίτων με αποτέλεσμα να εκδοθεί απόφαση υπέρ τους για την επιστροφή του ποσού της εγγύησης που κατακρατήθηκε από τους εφεσίβλητους. Η επιστροφή χρημάτων λόγω ματαίωσης δεν επιτρεπόταν αρχικά από το κοινοδίκαιο στη βάση και της απόφασης στη Chandler v. Webster (1904) 1 Κ.B. 493, αφήνοντας έτσι τη ζημία να επιπέσει στους ώμους εκείνων που την υπέστησαν. Η θεωρία ήταν ότι όταν επέλθει ματαίωση «... it does not merely provide one party with a defence in an action brought by the other. It kills the contract itself and discharges both parties automatically», (Joseph Constantine S.S. Line Ltd v. Imperial Smelting Corp. Ltd (1942) AC 154). Στην πορεία, με τη Fibrosa Spolka Akeyjna v. Fairbrain Lawson Combe Barbour Ltd (1943) AC 32, η θέση αυτή ανατράπηκε ώστε να θεωρείται ότι η αποτυχία της πλήρους αντιπαροχής δεν επισυνέβαινε μόνο όταν το συμβόλαιο ακυρωνόταν εξ υπαρχής, αλλά και όταν χρήματα είχαν πληρωθεί στη βάση ενός υποβάθρου που έχει πλήρως αποτύχει. Εν προκειμένω, η κατάσταση που είχε δημιουργηθεί από τους τρίτους δεν επέτρεπε τη συνέχιση της σύμβασης. Συνεπώς, ανεξαρτήτως του λόγου που προβλήθηκε στην επιστολή τερματισμού, η συμφωνία δεν μπορούσε να υλοποιηθεί και, με δεδομένο ότι το εμπόρευμα που έπρεπε να μεταφερθεί ήταν σιτηρά που δεν μπορούσαν να μείνουν εκτεθειμένα επί μακρόν, ο τερματισμός της ήταν αναπόφευκτος, χωρίς όμως υπαιτιότητα κανενός από τους συμβαλλομένους. Ως εκ τούτου, δεν απαιτείτο υπολογισμός των αξιούμενων αποζημιώσεων, εφόσον δεν τίθετο θέμα απόδοσης οποιασδήποτε αποζημίωσης.».
Ως προς τις συνέπειες σε μία σύμβαση όταν αλλάζει το νομικό πλαίσιο που τη διέπει ή θεσπίζεται νόμος που καθιστά την εκτέλεσή της αδύνατη, στην υπόθεση Δήμος Στροβόλου ν. Επίσημος Παραλήπτης, ως προσωρινός εκκαθαριστής της εταιρείας P.C. Infomedia Publications Ltd, Πολ. Εφ. 125/2011, απόφαση ημερομηνίας 20.01.2017, με παραπομπή στα όσα αποφασίστηκαν στην Baily v. De Crespigny (1869) L.R. 4 Q.B., 180, τονίστηκε ότι «Μια αλλαγή στο νόμο ή στη νομική θέση που διέπει τη σύμβαση, μετά την υπογραφή της, αναγνωρίζεται ως έγκυρος λόγος ματαίωσης της σύμβασης» (βλ. επίσης, Chitty on Contracts, Vol. I, General Principles, 32th ed, para. 23-022).
Τέλος, στην υπόθεση A.N. Stasis Estates Co Ltd v. Walder κ.α. (1998) 1 Α.Α.Δ. 250, ως προς τα δικαιώματα των συμβαλλομένων μιας σύμβαση που ματαιώθηκε, σημειώθηκε ότι: «η ματαίωση τερματίζει τη σύμβαση αυτομάτως κατά το χρόνο επέλευσης του γεγονότος που την επιφέρει και δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα δικαιώματος των συμβαλλομένων για επιλογή».
Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή στο ανώτερο νομικό πλαίσιο που την διέπει
Δεδομένου του τελικού, ανώτερου, ευρήματος μου, ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι υπέστη οποιαδήποτε ζημιά, εκ των πραγμάτων, η παρούσα αγωγή είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Και τούτο γιατί, ανεξαρτήτως αν η Ενάγουσα κατάφερνε να αποδείξει τη συνομολόγηση της επίδικης σύμβασης, καθώς επίσης και την παράβαση όρου της από πλευράς της Εναγόμενης, δεδομένης της μη απόδειξης πρόκλησης σε αυτήν ζημιάς, δεν θα ήταν δυνατή η έκδοση της οποιασδήποτε απόφασης προς όφελός της. Σημειώνω, συναφώς, ότι, εν πάση περιπτώσει, εκείνο που η Ενάγουσα επιζητεί, εν είδει αποζημίωσης, είναι τα ακριβή ποσά στα οποία αφορούν οι επίδικες εντολές, με αποτέλεσμα, στο βαθμό που αφορά στην εντολή σε σχέση με τη Malvesi, τούτο, εν πάση περιπτώσει, να μην μπορούσε να αποδοθεί ως θεραπεία, εν όψει της εκτέλεσης της εν λόγω εντολής στις 08.04.2013. Όσον δε αφορά στο, υπό δέσμευση, ποσό της επίδικης εντολής για την Procesos, σε κάποια χρονική στιγμή, αποδεσμεύτηκε και κατέστη διαθέσιμο υπόλοιπο στον επίδικο λογαριασμό. Τούτο δε, η Ενάγουσα το χρησιμοποίησε για κάλυψη οφειλών της προς τρίτους (μεταξύ των οποίων και η Procesos, για οφειλές, όμως, της Ενάγουσας, άλλες από την επίδικη), αντί να το χρησιμοποιήσει για να εξοφλήσει το τιμολόγιο που αφορούσε στην εν προκειμένω επίδικη εντολή.
Παρά την πιο πάνω κατάληξή μου, η οποία, στην ουσία, σφραγίζει και την τύχη της παρούσας αγωγής, εν πάση περιπτώσει, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει και τα λοιπά συστατικά στοιχεία των νομικών βάσεων τις οποίες επικαλείται. Και τούτο γιατί, απέτυχε να αποδείξει, είτε ότι συνομολογήθηκε η επικαλούμενη από αυτήν συμφωνία της με την Εναγόμενη (και δη για αυθημερόν εκτέλεση των επίδικων εντολών), είτε ότι η τελευταία παράβηκε οποιοδήποτε νομικό καθήκον της έναντι της, ή ότι, ακόμα, ενήργησε αμελώς.
Ως προκύπτει από την ανωτέρω νομική πτυχή που διέπει τη σχέση τράπεζας και πελάτη, ο καταθέτης δεσμεύεται από τις εκάστοτε εφαρμοστέες πρακτικές του τραπεζικού ιδρύματος. Κατά συνέπεια, δεδομένης της αδυναμίας εκτέλεσης των επίδικων εντολών (συνεπεία των σχετικών πρακτικών που εφάρμοζε η Εναγόμενη, αλλά και της νομολογιακώς αναγνωρισμένης σχετικής τραπεζικής πρακτικής) κατά την ημέρα της υποβολής τους (τόσο λόγω της ώρας που υποβλήθηκαν, αλλά και του τύπου του επίδικου λογαριασμού της Ενάγουσας), δεν είναι δυνατό να αποδοθεί στην Εναγόμενη ευθύνη για τη μη αυθημερόν εκτέλεσή τους. Η περίοδος 16 – 18 Μαρτίου 2013 ήταν αργίες (Σαββατοκύριακο και Καθαρά Δευτέρα). Από τις 19.03.2013, η Εναγόμενη αδυνατούσε, εν πάση περιπτώσει, μέχρι και τις 28.03.2013, να εκτελέσει τις επίδικες εντολές, καθότι δεν λειτουργούσε, κατ' εφαρμογή των σχετικών με την εξυγίανσή της, Διαταγμάτων, που εκδόθηκαν από την Κεντρική Τράπεζα. Από τις 29.03.2013, όταν και η Εναγόμενη επαναλειτούργησε, στη βάση του διαθέσιμου υπόλοιπου του επίδικου λογαριασμού (σε αυτό δεν υπολογίζεται το υπό δέσμευση, δυνάμει των Διαταγμάτων, ποσό), η μόνη εκ των επίδικων εντολών που μπορούσε να εκτελεστεί, ήταν η εντολή που αφορούσε στη Malvesi. Τέτοια δυνατότητα δεν παρεχόταν σε σχέση με την εντολή για την Procesos, παρά μόνο κατόπιν ειδικής έγκρισης που θα εξασφαλιζόταν από τη συσταθείσα, από την Κεντρική Τράπεζα, επιτροπή. Δεδομένου του γεγονότος ότι το εν προκειμένω ποσό υπερέβαινε τα €100.000,00, αλλά και του ότι η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει ότι η Εναγόμενη, στη βάση της ρευστότητάς της, μέχρι και τις 09.05.2013, θα μπορούσε να ικανοποιήσει τα αναγκαία κριτήρια και προϋποθέσεις για να λάβει την προς τούτο σχετική έγκριση, δεν είναι δυνατό να αποδοθεί στη τελευταία οποιαδήποτε ευθύνη για την μη προσπάθειά της να εξασφαλίσει την εν προκειμένω έγκριση. Δεδομένου, δε, τούτου, η υπό συζήτηση εντολή δεν μπορούσε να εκτελεστεί συνεπεία του νομικού πλαισίου που τη δίεπε (δέσμευση, από την Εναγόμενη, των χρημάτων του επίδικου λογαριασμού λόγω των εν ισχύ τότε Διαταγμάτων της Κεντρικής Τράπεζας). Κατά το ίδιο χρονικό σημείο (λίγες μέρες μετά), στη βάση άλλης σχετικής πρακτικής που τηρούσε η Εναγόμενη, η εν προκειμένω επίδικη εντολή της Ενάγουσας, ακυρώθηκε, στις 09.05.2013, λόγω της εκκρεμότητάς της για μεγάλο χρονικό διάστημα. Κατά συνέπεια, από τις 09.05.2013 και εντεύθεν, η εν λόγω εντολή δεν βρισκόταν σε εκκρεμότητα, με αποτέλεσμα η Εναγόμενη να μην υπείχε οποιασδήποτε άλλης ευθύνης για σκοπούς εκτέλεσής της. Αν και το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού, σε κάποιο χρονικό σημείο, μετά τις 09.05.2013, επέτρεπε την εξόφληση του επίδικου τιμολογίου της Procesos, η Ενάγουσα δεν υπέβαλε νέα σχετική εντολή, ώστε να γίνει η σχετική μεταφορά. Στο τέλος της μέρας - ανεξαρτήτως του τρόπου δράσης αμφοτέρων των διαδίκων ως προς την εν προκειμένω επίδικη εντολή - η Ενάγουσα, εντός του δεύτερου εξαμήνου του 2013, είχε τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει όλο το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού της, αφού η δέσμευση στην οποία προέβη η Εναγόμενη είχε αρθεί. Επέλεξε όμως να καλύψει άλλες ανάγκες της, χωρίς να επιδιώξει να μεταφέρει χρήματα στην Procesos για την επίδικη οφειλή της. Σημαντικό είναι να υποδειχθεί ότι, στη βάση των καταγραφών του Τεκμηρίου 7, στις 31.12.2013, το πιστωτικό υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού ανερχόταν μόλις σε $4.754,81, ενδεικτικό του γεγονότος ότι η Ενάγουσα χρησιμοποίησε όλο το υπόλοιπο της.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους, που προσπάθησα να εξηγήσω, η Ενάγουσα απέτυχε να αποδείξει την υπόθεσή της και, κατά συνέπεια, η αγωγή απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα, δεν έχω λόγο για να παρεκκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και, κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ της Εναγόμενης και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Οι 16 και 17 Μαρτίου 2013 ήταν Σαββατοκυρίακο, η δε 18.03.2013, ήταν Καθαρά Δευτέρα.
[2] Η Εναγόμενη επαναλειτούργησε στις 29.03.2013.
[3] Δεν προβάλλεται, δικογραφικώς, κάτι σχετικό.
[4] Δικογραφικώς αμφότεροι οι διάδικοι τοποθετούν, χρονικά, το έμβασμα στις 15.03.2013, ενώ ο Μ.Ε.1, κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του, ισχυρίστηκε ότι τούτο (το έμβασμα) έγινε στις 13.03.2013.
[5] Το Τεκμήριο 7 αποτελεί ευανάγνωστη κατάσταση του επίδικου λογαριασμού, σε αντιδιαστολή με τη δυσανάγνωστη, ίδια, κατάσταση, που αποτελεί το Τεκμήριο 6.
[6] Πέραν των αναντίλεκτων σχετικών αναφορών των μαρτύρων που αναφέρθηκαν στο γεγονός αυτό, τούτο προκύπτει και από το περιεχόμενο των μη αμφισβητηθέντων Τεκμηρίων 7 και 8.
[7] Το κατά πόσο η ακύρωσή της εν λόγω εντολής έγινε αυτόματα από το ηλελκτρονικό σύστημα που διατηρεί η Εναγόμενη ή κατόπιν σχετικής ενέργειας λειτουργού της, παραμένει διαφιλονικούμενο.
[8] Προκύπτει από τη μη αμφισβητηθείσα κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 7), αλλά και από την αναντίλεκτη, μη αμφισβητηθείσα, σχετική, ενώπιον μου, μαρτυρία.
[9] Αυτή αποτελεί την τελευταία ημερομηνία για την οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία ως προς το υπόλοιπο του επίδικου λογαριασμού.
[10] Ο Μ.Ε.1 είναι Ισραηλινός υπήκοος.
[11] Η μεθοδολογία στην οποία, εκεί, αναφέρεται ο συγγραφέας, είναι η Clearing House Automated Payment System (CHAPS), η οποία αποτελεί αναγνωρισμένη, από το 1984, ηλεκτρονική μέθοδο εκτέλεσης τραπεζικών εντολών για πληρωμές, σε Αγγλικές Λίρες, σε τρίτους.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο