Α.Κ. κ.α. ν. Δ.Κ., Αρ. Αγωγής: 1222/2023, 3/2/2026
print
Τίτλος:
Α.Κ. κ.α. ν. Δ.Κ., Αρ. Αγωγής: 1222/2023, 3/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1222/2023 (i-justice)

 

Μεταξύ:

 

                                                      1. Α.Κ.

                                                 2. Κ.Κ.

Ενάγοντες

 

και

 

           Δ.Κ.

Εναγόμενου

 

Ημερομηνία: 3 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις

Για τους Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές: Ανδρέας Μερακλής ΔΕΠΕ

Για τον Εναγόμενο-Καθ’ ου η αίτηση: κ. Γρ. Α. Χριστοδουλίδης

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Οι Ενάγοντες 1 και 2-Αιτητές (στο εξής οι Ενάγοντες), με την παρούσα αγωγή τους, αξιώνουν διάταγμα με το οποίο ν’ αναγνωρίζεται ότι ο Εναγόμενος-Καθ’ ου η αίτηση (στο εξής ο Εναγόμενος) και ή οι υπάλληλοι και ή οι υπηρέτες και ή οι αντιπρόσωποι του κατέχουν παράνομα το επίδικο εργοστάσιο, διάταγμα με το οποίο να διατάσσονται οι τελευταίοι να εκκενώσουν και να παραδώσουν το εργοστάσιο και διάταγμα με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτούς να εισέρχονται και να επεμβαίνουν παράνομα στο εργοστάσιο. Επίσης, αξιώνουν αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση και ή τιμωρητικές αποζημιώσεις και ή διαφυγόντα κέρδη, δεδουλευμένα ενοίκια και ή ενδιάμεσα οφέλη, νόμιμο τόκο και έξοδα. 

 

Μετά την επίδοση της αγωγής στον Εναγόμενο, ο τελευταίος καταχώρησε εμφάνιση. Σημειωτέον ότι μέχρι σήμερα ο τελευταίος δεν έχει καταχωρίσει υπεράσπιση.

 

Η επίδικη αίτηση

Οι Ενάγοντες, μετά την καταχώριση εμφάνισης από μέρους του Εναγόμενου, καταχώρησαν την επίδικη αίτηση για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον του Εναγόμενου, η οποία υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση αμφότερων των Εναγόντων.

 

Η αίτηση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 θ.6, Δ.18 και Δ.48 θ. 1-4 και 9, στο άρθρο 30(2) και (3) του Συντάγματος, στη διακριτική ευχέρεια, την πρακτική και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Οι Ενάγοντες, στην ένορκη τους δήλωση, αναφέρουν τα εξής:

 

« 1.  Είμαστε οι Ενάγοντες αρ. 1 και 2 στην ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή. Έχουμε προσωπική και θετική γνώση των γεγονότων και περιστατικών της υπό εξέταση Υπόθεσης.

 

2. Έχουμε διαβάσει το περιεχόμενο της Εκθέσεως Απαιτήσεως και συμφωνούμε πλήρως με αυτό.

 

3.  Γνωρίζουμε τα γεγονότα που αφορούν την παρούσα Αγωγή. Όπου αναφερόμαστε σε γεγονότα που έχουν θέσει υπόψην μας τρίτα πρόσωπα, αναφέρουμε την πηγή της πληροφόρησης μας, όπου δε αναφερόμαστε σε νομικές έννοιες, πράξαμε τούτο κατόπιν νομικής συμβουλής υπό τους δικηγόρους μας ΑΝΔΡΕΑΣ ΜΕΡΑΚΛΗΣ Δ.Ε.Π.Ε..

 

4. Εμείς οι Ενάγοντες / Αιτητές, προβαίνουμε στην παρούσα Αίτηση καθότι ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση, ο οποίος καταχώρησε εμφάνιση στις 03/07/2023, δεν έχει οποιαδήποτε καλόπιστη Υπεράσπιση στην παρούσα υπόθεση και ο μοναδικός σκοπός του είναι η καθυστέρηση της διαδικασίας και παράλληλα η καθυστέρηση έκδοσης απόφασης υπέρ των Αιτητών.

 

5.  Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα Αγωγή χρόνο και συγκεκριμένα από την 19.7.2022, είμαστε και συνεχίζουμε να είμαστε οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες, από ½ μερίδιο έκαστος του βιομηχανικού οικοπέδου, εντός του οποίου βρίσκεται εργοστάσιο, με αριθμό εγγραφής 6/1096, Φ/Σχ. 21/39Ε2, Τμήμα 6, Τεμάχιον 871, Ενορία Καϊμακλί, στον Δήμο Λευκωσίας, ευρισκόμενο στην οδό Θεμιστοκλή Πετρίδη αρ. 3, Τ.Κ.1037, Καϊμακλί, Λευκωσία. Αντίγρσφο των δύο Τίτλων Ιδιοκτησίας, επισυνάπτονται ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 1 και 1Α.

 

6. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση ήταν Μέτοχος, Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας ALMET (1973) LIMITED, HE 5441. Αντίγραφο του Πιστοποιητικού Μετόχων καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 2. Επίσης καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 3 το πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα.

 

7. Επίσης κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση ήταν Μέτοχος, Διευθυντής και Γραμματέας της εταιρείας Μ & Κ. DUCTING CO. LIMITED, HE 13243. Αντίγραφο του Πιστοποιητικού Μετόχων καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 4. Επίσης καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 5 το πιστοποιητικό Διευθυντών και Γραμματέα.

 

8. Όπως φαίνεται στα Τεκμήρια 2, 3, 4 και 5 που καταθέσαμε ανωτέρω, Μέτοχος και Διευθυντής των δυο πιο πάνω εταιρειών, ήταν εκτός του Εναγόμενου και ο κος Γεώργιος Καραγωγέας. Ο Γεώργιος Καραγωγέας είναι ο πατέρας εμένα του Ενάγοντα αρ. 1, Αλέξη Καραγωγέα και ο Εναγόμενος Δημήτρης Κωνσταντίνου, είναι ο πατέρας εμένα του Ενάγοντα αρ. 2 Κωνσταντίνο Κωνσταντίνου. Ο Εναγόμενος και ο Γεώργιος Καραγωγέας είναι αδέρφια.

 

9. Κατά πάντα ουσιώδη προς την παρούσα αγωγή χρόνο, η εταιρεία Μ & Κ. DUCTING CO. LIMITED, συνήψε Συμφωνία Δανείου την 4.5.2012 ύψους € 170.000.- στην πρώην Σ.Π.Ε. ΠΙΣΤΕΩΣ, με αρ. λογαριασμού [ ] (παλιός αριθμός Λογαριασμού [ ]), το οποίο εξασφαλίζετο με την υποθήκη με αριθμό 1/Υ/3700/2012, δηλαδή με το υπό αναφορά ακίνητο με αριθμό εγγραφής 6/1096, Φ/Σχ. 21/39Ε2, Τμήμα 6, Τεμάχιον 871, Ενορία Καϊμακλί στον Δήμο Λευκωσίας, ευρισκόμενο στην οδό Θεμιστοκλή Πετρίδη αρ. 3, Τ.Κ. 1037, Καϊμακλί Λευκωσία, ιδιοκτήτης του οποίου τότε ήταν η εταιρεία ALMET (1973) LIMITED, HE 5441. Καταθέτουμε αντίγραφο της Συμφωνίας Δανείου, την Σύμβαση Εγγύησης και το Έγγραφο Υποθήκης εκ Μέρους Τρίτου ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 6.

 

10. Το εν λόγω ενυπόθηκο δάνειο μεταβιβάστηκε στην ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ, η οποία προχώρησε σε πώληση του υπό αναφορά ακινήτου με την διαδικασία δημόσιου ηλεκτρονικού πλειστηριασμού, καθότι το ενυπόθηκο χρέος της Μ & Κ DUCTING CO LIMITED κατέστη πληρωτέο από τις 16.3.2020. Εμείς οι ενάγοντες αρ. 1 και 2, την 23.2.2022 υποβάλαμε προσφορά για αγορά του εν λόγω ακινήτου μέσω της διαδικασίας του πλειστηριασμού. Η ΣΕΔΙΠΕΣ Λτδ, με επιστολή της προς εμάς ημερ. 24.2.2023, την οποία καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 7, μας πληροφόρησε ότι η προσφορά μας για το ποσό των €181.900.- έγινε αποδεκτή κατά την διαδικασία του πλειστηριασμού.

 

11.  Η μεταβίβαση του ειρημένου ακινήτου σε εμάς, έγινε κατά ή περί την 19.7.2022 κατόπιν νομίμου διαδικασίας εκποίησης και/ή πλειστηριασμού του ακινήτου έναντι απάλειψης και/ή πληρωμής χρεών της Εταιρείας Μ & Κ. DUCTING CO. LIMITED, προς την ΣΕΔΙΠΕΣ ΛΤΔ και κατά ή περί τον Ιούλιο του 2022 εκδόθηκε τίτλος ιδιοκτησίας επ’ ονόματι μας, από ½ μερίδιο έκαστος, καθιστώντας μας ως τους μοναδικούς νόμιμους κατόχους και/ή εγγεγραμμένους ιδιοκτήτες και/ή νομείς του ακινήτου. Τους Τίτλους Ιδιοκτησίας τους καταθέσαμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 1 και 1Α.

 

12. Μετά τον Ιούλιο του 2022 και αφού είχαμε καταστεί οι εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες του ακινήτου, μεταβήκαμε στο ακίνητο όπου διαπιστώσαμε ότι ο Εναγόμενος, παράνομα επεμβαίνει και/ή χρησιμοποιεί και/ή εκμεταλλεύεται το ακίνητο χωρίς την συγκατάθεση και/ή συναίνεση μας, ως νόμιμοι ιδιοκτήτες.

 

13.  Με επιστολή μας ημερομηνίας 10.3.2023 την οποία αποστείλαμε μέσω των δικηγόρων μας προς τον Εναγόμενο, η οποία του επιδόθηκε προσωπικά την 17.3.2023 από ιδιωτικό δικαστικό επιδότη, τον ενημερώναμε ότι παράνομα επεμβαίνει και/ή κατέχει το ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση μας. Παράλληλα καλούσαμε τον Εναγόμενο όπως εκκενώσει το ακίνητο μέχρι την 31.3.2023, διαφορετικά θα λαμβάνονταν δικαστικά μέτρα εναντίον του. Καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 8 αντίγραφο της επιστολής ημερομηνίας 10.3.2023 μαζί με την Ένορκη Δήλωση επίδοσης της επιστολής προς τον Εναγόμενο.

 

14. Κατά/ή περί του χρονικού διαστήματος μεταξύ Μαρτίου 2023 και μέχρι σήμερα, μέσω συγγενικών μας προσώπων προβήκαμε σε επαναλαμβανόμενες προφορικές οχλήσεις προς τον Εναγόμενο καλώντας τον όπως μας παραδώσει ελευθέρα και/ή κενή την κατοχή του ακινήτου, παρόλες όμως τις οχλήσεις και/ή ειδοποιήσεις μας, ο Εναγόμενος αρνείτο και/ή παρέλειπε και/ή μέχρι σήμερα αρνείται και/ή παραλείπει να παραδώσει ελευθέρα και/ή κενή την κατοχή του ακινήτου.

 

15.  Οπως αναφέραμε και ανωτέρω, παρόλες τις επανειλημμένες οχλήσεις που προβήκαμε προς τον Εναγόμενο, αυτός δεν συμμορφώθηκε και συνεχίζει μέχρι και σήμερα να αρνείται να μας παραδώσει κενή και ελευθέρα την κατοχή του ακινήτου.

 

16. Κατά ή περί τον Μάιο του 2023 αναθέσαμε και/ή εξουσιοδοτήσαμε ιδιωτική εταιρεία εγκεκριμένων εκτιμητών για την ετοιμασία εντύπου εκτίμησης του ακινήτου βάσει της οποίας η ενοικιαστική αξία του ακινήτου καθορίστηκε και/ή κυμαίνεται στο ποσό των €1.298.- τον μήνα. Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω καταθέτουμε ως ΤΕΚΜΗΡΙΟ Αρ. 9 την έντυπη έκθεση εκτίμησης του επίδικου ακινήτου την οποία ετοίμασε η εταιρεία KTESION Real Estate & Asset Advisory.

 

17.  Ένεκα της παράνομης επέμβασης και/ή αδικαιολόγητης κράτησης και/ή κατοχής και/ή εκμετάλλευσης του ως άνω αναφερόμενου ακινήτου από τον Εναγόμενο, εμείς υποκείμεθα σε συνεχόμενη ζημιά και/ή απώλεια εισοδημάτων και/ή διαφυγόντων κερδών τα οποία συνίστανται στην απώλεια εκμετάλλευσης και/ή δυνατότητας ενοικίασης και/ή πώλησης του ακινήτου για το χρονικό διάστημα από την μεταβίβαση του ακινήτου επ’ ονόματι μας μέχρι και σήμερα ήτοι από τον Αύγουστο του 2022 μέχρι και σήμερα Ιούλιο 2023 ήτοι 12 μήνες.

 

18.  Βάση της προαναφερόμενης ενοικιαστικής αξίας του ακινήτου, τα διαφυγόντα κέρδη ένεκα της παράνομης επέμβασης του Εναγόμενου/Καθ'ου η Αίτηση στο ακίνητο υπολογίζονται μέχρι σήμερα στο ποσό των €15.576.-.

12 μήνες X €1.298.- = €15.576.- ήτοι από 1.8.2022 μέχρι την 31.7.2023.

Η αξία του επίδικου κτήματος είναι € 181.900.-.

 

19. Ως μας συμβουλεύουν οι δικηγόροι μας, ο Εναγόμενος / Καθ’ ου η Αίτηση, με βάση τα όσα αναφέραμε ανωτέρω και σύμφωνα με τα έγγραφα τα οποία καταθέσαμε ως Τεκμήρια, ευσεβάστως εισηγούμαστε ότι δεν υπάρχει κάποιο ζήτημα το οποίο θα πρέπει να εξεταστεί στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας και το οποίο δεν αποδεικνύεται από τα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν ως Τεκμήρια. Περαιτέρω βάσει των ανωτέρω είναι ξεκάθαρο ότι δεν μπορεί να προβάλει και δεν έχει οποιοδήποτε λόγο υπεράσπισης ο οποίος να μπορεί να αμφισβητήσει τα πιο πάνω και τα οποία να μπορούν να αμφισβητήσουν την δυνατότητα

 

έκδοσης των αιτούμενων θεραπειών και διαταγμάτων. Η καταχώρηση εμφάνισης από πλευρά του Εναγόμενου έχει ως μοναδικό σκοπό την καθυστέρηση έκδοσης Απόφασης.

 

20. Ως εκ των ανωτέρω αξαιτούαμστε[1]:

 

…. (εδώ καταγράφονται οι αξιώσεις τους)

 

Περιγράφουμε πάντα τα ανωτέρω ως αληθή:

 

21. Ειλικρινώς πιστεύουμε ότι είναι ορθόν και δίκαιον να εκδοθεί η ζητούμενη απόφαση.  »

 

Η ένσταση

Η πλευρά του εναγόμενου αντέδρασε στην αίτηση, καταχωρώντας ένσταση, στην οποία καταγράφονται 6 λόγοι ένστασης. Οι λόγοι ένστασης είναι οι ακόλουθοι:

 

« 1. Η παρούσα Αίτηση είναι νομικά και ουσιαστικά αβάσιμη, αντικανονική, δεν πληροί τις προϋποθέσεις της ισχύουσας Νομοθεσίας και παραβιάζει θεμελιώδη δικαιώματα του Καθ' ου η Αίτηση.

 

2. Περαιτέρω, η εν λόγω Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστηριακής και δικονομικής διαδικασίας και πρακτικής ένεκα του ότι δεν είναι δυνατόν και εφικτόν να τύχει έγκρισης ή αποδοχής, παρά μόνο σε σπάνιες και εξαιρετικές περιστάσεις οι οποίες δεν υφίστανται, δεν συντρέχουν ή δεν έχουν καταδεχθεί στην παρούσα.

 

3. Επιπρόσθετα, οι Αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει ή καταδείξει στο Δικαστήριο οιονδήποτε σοβαρό λόγο ή περίσταση που να αιτιολογεί ή και να επιβάλλει όπως το Δικαστήριο ασκήσει την διακριτική του ευχέρεια και εξουσία προς όφελος τους.

 

4. Οι προϋποθέσεις που τάζονται από την σχετική Νομολογία, Νομοθεσία και Κανονισμούς δεν υφίστανται και δεν πληρούνται στην προκειμένη περίπτωση για να είναι δυνατόν και εφικτόν να δοθεί Συνοπτική Απόφαση.

 

5.  Τα γεγονότα και οι περιστάσεις που περιβάλλουν την ως άνω Αγωγή επιτάσσουν όπως το Σεβαστό Δικαστήριο επιτρέψει την καταχώρηση της Υπεράσπισης και απορρίψει την παρούσα Αίτηση διότι η έγκριση της αποτελεί εξαιρετικό μέτρο και μόνο σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή συνθήκες - που δεν υφίστανται στην παρούσα - μπορεί να τύχει αποδοχής ή έγκρισης η παρούσα Αίτηση.

 

6. Περαιτέρω λόγοι, γεγονότα και λεπτομέρειες παρατίθενται πιο κάτω δια της Ενόρκου Δηλώσεως του Καθ' ου η Αίτηση. »

 

Η ένσταση βασίζεται στο Σύνταγμα, άρθρα 28, 30 και 35, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, Δ.2 θ.6, Δ.18, Δ.48 θ.1-13 και Δ.64, στη Νομολογία, στους Κανόνες της Επιείκειας, στις συμφυείς και γενικές εξουσίες, στη διακριτική ευχέρεια και στην πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Η ένσταση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση (ΕΔ) του Εναγόμενου, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα.

 

« 1. Είμαι ο Εναγόμενος στην υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή ως και ο Καθ' ου η Αίτηση στην παρούσα Αίτηση, γνωρίζω καλά και προσωπικά τα γεγονότα της εν λόγω Υπόθεσης και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβώ στην παρούσα Ένορκο Δήλωση εξ' όσων καλύτερα γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι και εξ' όσων ο Δικηγόρος μου με συμβουλεύει σε σχέση με τις νομικές Αρχές.

 

2. Εν πρώτοις, επιθυμώ να αναφέρω στο Δικαστήριο ότι αρνούμαι και απορρίπτω το περιεχόμενο και τους ισχυρισμούς που καταγράφονται στην Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Αιτητών, εκτός εκεί και όπου γίνεται ρητή παραδοχή από εμένα.

 

3. Όπως ο Δικηγόρος μου με συμβουλεύει, η παρούσα Αίτηση είναι νομικά, δικονομικά και ουσιαστικά άκυρη ή ακυρώσιμη, αβάσιμη, αντικανονική και άνευ αντικειμένου, διότι δεν πληρούνται οι προυποθέσεις και δεν συντρέχουν οι λόγοι για να είναι δυνατόν και εφικτόν η εν λόγω Αίτηση να επιτύχει και να εγκριθεί.

 

4. Ένας εκ των κυριοτέρων λόγων, είναι το γεγονός ότι το επίδικο Ακίνητο / Υποστατικό είναι ενοικιασμένο δυνάμει Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ημ/νίας 1/2/2016 το οποίο είναι ακόμα σε ισχύ και δεν έχει λήξει ή τερματιστεί.

 

5.    Πιο συγκεκριμένα, η εταιρεία ALMET (1973) LTD, HE 5441, ως η εγγεγραμμένη Ιδιοκτήτρια του εν λόγω Ακινήτου / Υποστατικού, υπέγραψε και συνομολόγησε γραπτή Συμφωνία Ενοικίασης με τον Κον Κωνσταντίνο Δημητρίου εκ Λευκωσίας, με βάση την οποία παραχωρήθηκε η κατοχή και χρήση αυτού έναντι ενοικίου ή αποζημίωσης ύψους € 200,00- μηνιαίως. Επισυνάπτω στην παρούσα Τίτλο Ιδιοκτησίας του επίδικου Ακινήτου / Υποστατικού ως Τεκμήριο Α'.

 

6.    Περαιτέρω και σύμφωνα με την εν λόγω Συμφωνία, η διάρκεια της ενοικίασης συμφωνήθηκε για 10 έτη αρχής γενομένης την 1/2/2016 και λήγουσας την 1/2/2026 με δικαίωμα ανανέωσης.

 

7.    Πλήρεις λεπτομέρειες και γεγονότα σε σχέση με την εν λόγω Συμφωνία Ενοικίασης μπορούν να δοθούν κατά την ακροαματική διαδικασία. Επισυνάπτω στην παρούσα αντίγραφο του εν λόγω Ενοικιαστηρίου Εγγράφου ως Τεκμήριο Β’.

 

8. Είναι ξεκάθαρο και καταφανές ότι η εν λόγω Συμφωνία Ενοικίασης συνήφθη πολύ ενωρίτερα από τον χρόνο κατά τον οποίο οι Ενάγοντες ενεγράφησαν Ιδιοκτήτες ή Συνιδιοκτήτες του επιδίκου Ακινήτου / Υποστατικού. Επομένως, δεν τίθεται οιονδήποτε θέμα παραπλάνησης, ποδηγέτησης, απάτης, εξαπάτησης ή και καταδολίευσης αυτών. Αντιθέτως, όλα έγιναν νόμιμα και νομότυπα τόσον από την πλευρά της Εταιρείας ως Ιδιοκτήτριας του επίδικου Ακινήτου / Υποστατικού όσον και από την πλευρά του Ενοικιαστή.

 

9.    Οι ισχυρισμοί και τα όσα αναφέρουν οι Αιτητές στην Ένορκη Δήλωση τους έγιναν μεταγενέστερα και μετά παρέλευση 6 και πλέον ετών από την ημερομηνία υπογραφής του εν λόγω Ενοικιαστηρίου.

 

10.  Πέραν όμως των πιο πάνω, αυτή την στιγμή δεν είμαι σε θέση να αναφέρω στο Δικαστήριο με βεβαιότητα κατά πόσο ο Ενοικιαστής γνωρίζει ή υπέπεσε στην αντίληψη του το γεγονός του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του εν λόγω Ακινήτου / Υποστατικού.

 

11.  Ο λόγος που αναφέρω αυτό είναι επειδή ενδέχεται ο εν λόγω Ενοικιαστής να κινήσει νομικές και δικαστηριακές διαδικασίες εναντίον της Ιδιοκτήτριας στο Ενοικιαστήριο Έγγραφο Εταιρείας ή ακόμα και εναντίον εμένα, όταν περιέλθει σε γνώση του το γεγονός αυτό.

 

12.   Για το θέμα αυτό, δεν μπορώ να αναφέρω οτιδήποτε με βεβαιότητα αυτή την στιγμή αλλά θα είμαι σε θέση να το πράξω σε μεταγενέστερο χρόνο.

 

13.  Σε κάβε περίπτωση, όμως, θα πρέπει το θέμα της Ενοικιασης του επίδικου Ακινήτου / Υποστατικού να επιλυθεί είτε αργά είτε πιο γρήγορα, είτε με τον ένα τρόπο είτε με τον άλλο. Στην περίπτωση που ο εν λόγω Ενοικιαστής αξιώσει Αποζημιώσεις θα εισέλθουμε, το πιο πιθανόν, σε περαιτέρω δικαστηριακές διαδικασίες, εκτός εάν υπάρξει συμβιβασμός και διευθέτηση μεταξύ των Μερών.

 

14.  Επιπρόσθετα, δεν μπορούμε να αποκλείσουμε το ενδεχόμενο ο εν λόγω Ενοικιαστής να εμπλέξει και να αξιώσει Αποζημιώσεις από τους Ενάγοντας / Αιτητές, πέραν δηλαδή της Ιδιοκτήτριας Εταιρείας ALMET (1973) LTD.

 

15.  Ως εκ των ανωτέρω, είναι η θέση μου και η εισήγηση μου προς το Σεβαστό Δικαστήριο ότι έχω καλή και βάσιμη Υπεράσπιση και, την ίδια ώρα, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για να είναι δυνατόν και εφικτόν η παρούσα Αίτηση να εγκριθεί ή να επιτύχει.

 

16.  Αντιθέτως, πιστεύω πως είναι ορθόν και δίκαιον και προς το συμφέρον της Δικαιοσύνης όπως, το Σεβαστό Δικαστήριο αποδεχτεί την θέση και εισήγηση μας και επιτρέψει την από μέρους μας καταχώρηση της Υπεράσπισης και, κατ' επέκταση, την συνέχιση της Αγωγής μέχρι την τελική της εκδίκαση.

 

17.  Στην αντίθετη περίπτωση, τα πράγματα θα περιπλεχθούν, θα γίνουν ακόμα πιο δύσκολα και πολύπλοκα και, ενδεχομένως, να επέλθει μεγάλη ρήξη στις σχέσεις μεταξύ εμένα και του Ενοικιαστή αλλά και μεταξύ εμένα και των Αιτητών. Μία τέτοια διαμάχη θα μεγαλώσει το χάσμα μεταξύ όλων των Μερών, θα διασαλέψει τις σχέσεις μας και θα καταστήσει πολύ δύσκολη εώς αδύνατη την εξεύρεση μιας κοινά αποδεχτής λύσης και διευθέτησης που να είναι προς όφελος όλων των Μερών.

 

18. Ορκίζομαι και δηλώνω όλα τα πιο πάνω ως ορθά, αληθή και ειλικρινή τα οποία γνωρίζω προσωπικά και αιτούμαι υπό του Σεβαστού Δικαστηρίου όπως απορρίψει την εν λόγω Αίτηση με έξοδα εναντίον των Αιτητών.  »

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.

 

Νομική Πτυχή

Σύμφωνα με τη Δ.18 Θ.1 (α) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας[2], ο ενάγων που αιτείται έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι:

 

(α)       Καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα.

 

(β)       Ο εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως.

 

(γ)        Στην ένορκη δήλωση του ο ενάγων ή άλλο πρόσωπο που μπορεί να ορκιστεί θετικά για τα γεγονότα της υπόθεσης, θα πρέπει να επαληθεύει το αγώγιμο δικαίωμα και το αξιούμενο ποσό και να δηλώνει ότι εξ όσων γνωρίζει ο εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή.

 

Παράλειψη εκπλήρωσης των πιο πάνω προϋποθέσεων, στερεί από το Δικαστήριο τη δικαιοδοσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης (βλ. Αθηνούλλα Δημητρίου v. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1 ΑΑΔ 782).

 

Όταν και εφόσον ικανοποιηθούν οι πιο πάνω προϋποθέσεις, το βάρος μετατίθεται στον εναγόμενο να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση ή να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να είναι επαρκή για να δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί στην αγωγή[3].

 

Από πλευράς εναγόμενου (εκτός από το θέμα της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου που μπορεί να εγερθεί σε όλες τις περιπτώσεις), και νοουμένου ότι ο ενάγων ικανοποιεί τις προαναφερθείσες προϋποθέσεις, θα πρέπει και αυτός να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι έχει καλή υπεράσπιση στην αγωγή, ή ότι αποκαλύπτονται τέτοια γεγονότα που του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπισθεί ή τουλάχιστον η υπεράσπιση να μπορεί να περιγραφεί ως κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή (βλ. Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (ανωτέρω), Ευάγγελος Λαζάρου και Άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999) 1 ΑΑΔ 817).

 

Ο εναγόμενος πρέπει επίσης να διευκρινίζει αν η υπεράσπιση του αφορά ολόκληρο ή μέρος της απαίτησης και αν αφορά μέρος, να καθορίζει ποιο μέρος από την απαίτηση του ενάγοντα αμφισβητεί. (Βλ. Δ.18, θ.3 (b) : The affidavit shall state whether the defence alleged goes to the whole or to part only, and (if so) to what part of the plaintiff's claim).

 

Δεν αρκεί ο εναγόμενος να προβεί σε γενική άρνηση της απαίτησης ή σε αόριστους ισχυρισμούς για ανυπαρξία αντιπαροχής. Θα πρέπει να δώσει τέτοιες λεπτομέρειες με την ένορκη του δήλωση που να καταδεικνύεται το βάσιμο της υπεράσπισης του επί της ουσίας της αγωγής και να αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που θα θεωρηθούν επαρκή για να του δώσουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί (Hermes Insurance Co Ltd v. Θεοδωρίδης (1983) 1 CLR 333).

 

Ως προς το βάρος που πρέπει να αποσείσει ο εναγόμενος, σχετική είναι η απόφαση R.C.K. Sports Ltd ν. Persona Advertising Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 1074, στην οποία λέχθηκαν τα ακόλουθα (Καλλής Δ. σελ. 1080-1081 – απόσπασμα από το Annual Practice 1967):

 

«Η εξουσία έκδοσης συνοπτικής απόφασης, δυνάμει της Δ.14, εφαρμόζεται στις περιπτώσεις που δεν υπάρχει εύλογη αμφιβολία ότι ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση και όπου είναι απρόσφορο να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπισθεί απλώς για λόγους καθυστέρησης (Jones ν. Stones (1984) A.C. 122). Αποτελεί γενική αρχή ότι οσάκις ο εναγόμενος αποδεικνύει ότι έχει μια δίκαιη υπόθεση για υπεράσπιση, ή εύλογους λόγους για να θέσει μια υπεράσπιση ή ακόμη και μια δίκαιη πιθανότητα ότι έχει μια καλόπιστη υπεράσπιση πρέπει να του δοθεί άδεια να υπερασπισθεί (Saw v. Hakim, 5 T.L.R. 72; Ironclad, etc., Co. v. Gardner, 4 T.L.R. 18; Ward v. Plumbley, 6 T.L.R. 198; Yorkshire Banking Co. v. Beatson, 4 C.P.D. 213; Ray ν. Barker, 4 Ex.D. 279).

 

Πρέπει να δίδεται άδεια για υπεράσπιση εκτός εάν είναι καθαρό ότι δεν υπάρχει ουσιώδες ζήτημα για εκδίκαση (Godd ν. Delap (1905) 92 L.T. 510, H.L.), και ότι δεν υπάρχει αμφισβήτηση σε σχέση με πραγματικά ή νομικά ζητήματα τα οποία εγείρουν εύλογη αμφιβολία κατά πόσο ο ενάγων δικαιούται σε απόφαση (Jones v. Stone, (1894) A.C. 122; Thompson v. Marshall, 41 L.T. 720, C.A.; Jacobs v. Booth' s Distillery Co. (1901) 85 L.T. 262, H.L.; Lindsay ν. Martin, 5 T.L.R. 322)».

 

Στην Πολ.Εφ.11694, 1.Παναγιώτης Νεάρχου, κ.α. v. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (2005) 1 Α.Α.Δ.818, λέχθηκαν εν σχέση με το θέμα που απασχολεί το Δικαστήριο τα εξής:

 

« Ο σκοπός της διαδικασίας για συνοπτική απόφαση είναι κυρίως η ταχύτητα, δηλαδή να λαμβάνει ο ενάγων έγκαιρα απόφαση εκεί που τα γεγονότα είναι τέτοια που δείχνουν ότι η απαίτηση του είναι τόσο καθαρή που να μην χρειάζεται κανονική δίκη, ενώ αντίθετα να δείχνουν ότι η υπεράσπιση δεν προβάλλεται καλόπιστα, αλλά απλώς για σκοπούς καθυστέρησης της υπόθεσης. Επειδή όμως η διαδικασία αυτή αποστερεί ουσιαστικά τον εναγόμενο από του να υπερασπίσει την υπόθεση σε κανονική δίκη, η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου για έκδοση συνοπτικής απόφασης ασκείται πολύ προσεκτικά, σπάνια και με βάση ορισμένα κριτήρια τα οποία περιέχονται στη Δ.18 κκ.1-5, όπως αυτά εξηγήθηκαν τόσο σε αγγλική νομολογία όσο και σε νομολογία του δικού μας Ανωτάτου Δικαστηρίου (βλ. μεταξύ άλλων Robert v. Plant [1895] 1 Q.B.597, το Αγγλικό Σύγγραμμα The Annual Practice 1970 σελ.126, Κυπριανίδης ν. Ιωάννου (1966) 1.A.A.Δ.265, Spyros Stavrinides v. Ceskoslovenska Obchondi Banka A.S. (1972) 1 C.L.R.130, Hermes Insurance Co Ltd v. Joulios Theodorides (1983) 1 C.L.R. 333, Τrans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 A.A.Δ.239,  Αθηνούλλα Δημητρίου ν. Τράπεζας Κύπρου Λτδ (1997) 1(Β) Α.Α.Δ.782, Rck Sports v. Persona Advertising Ltd.(1996) 1 Α.Α.Δ.1074, Subotic v. Στυλιανίδη (1998) 1 Α.Α.Δ.22, Ευάγγελος Λαζάρου και άλλος ν. Γιάννη Π. Μακεδόνα (1999) 1 Α.Α.Δ.817 και πιο πρόσφατα Παναγιώτης Ζερβός ν. Euroinvestment & Finance Ltd., (2003) 1(Γ) Α.Α.Δ.1968 και Sigma Radio T.V. Ltd. ν. Αρχής Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2005) 1 Α.Α.Δ.408).»   

                  

Τέλος, στην 1.Χριστόδουλος Μεττή, κ.α. v. Τράπεζας Κύπρου (2002) 1 Α.Α.Δ.417, αναφέρθηκαν τα εξής:

 

« Μόνο σε καθαρές περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί να στερήσει διάδικο από του να προβάλει την υπεράσπισή του.  Διαφορετική αντιμετώπιση θα συνιστούσε άρνηση δικαιοσύνης (Trans Middle East (Trading) (T.M.E.T.) Ltd v. Tlais, ανωτέρω). 

 

Δεν πρέπει να μας διαφεύγει ότι η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης είναι κατ' εξαίρεση διαδικασία που παρακάμπτει την κανονική διαδικασία της ακρόασης των αγωγών και αν οι συνθήκες είναι κατάλληλες, αποκλείει τον εναγόμενο από του να αμφισβητήσει την εναντίον του αξίωση. Απόφαση συνεπώς δυνάμει της Δ.18 θα πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν υπάρχει αυστηρή συμμόρφωση με την προβλεπόμενη διαδικασία και αφού το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι δεν υπάρχει πιθανότητα ο εναγόμενος να διαθέτει υπεράσπιση ή ότι δεν έχει αποκαλύψει τέτοια γεγονότα που να θεωρούνται ικανά να του παράσχουν το δικαίωμα σε υπεράσπιση, καταγράφοντας συνάμα την κατάληξή του αυτή.  Η συμμόρφωση με τις διαδικαστικές προϋποθέσεις της Δ.18 είναι απαραίτητη για την ύπαρξη δικαιοδοσίας.  Κατά συνέπεια, εκτός αν ο ενάγων ικανοποιήσει πρώτα τις διαδικαστικές αυτές απαιτήσεις, το δικαστήριο δεν μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης.»

 

Εξέταση της αίτησης

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω και εξετάζοντας κατά πόσο οι Ενάγοντες πέτυχαν να ικανοποιήσουν τις δικαιοδοτικές προϋποθέσεις που απαιτούνται, βρίσκω, κατ’ αρχάς, ότι οι δύο πρώτες προϋποθέσεις έχουν σαφώς ικανοποιηθεί, αφού καταχωρίστηκε ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο ένταλμα στις 29/5/2023, ενώ ο Εναγόμενος καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης στις 3/7/2023.

 

Ερχόμενος στην τρίτη προϋπόθεση, σημειώνω ότι στην προκειμένη περίπτωση ορκίζονται οι Ενάγοντες, οι οποίοι είναι σαφές πως γνωρίζουν θετικά τα γεγονότα που καταθέτουν.  Από εκεί και πέρα, προκύπτει από τη μαρτυρία τους, συνδυαστικά με τα έγγραφα που καταθέτουν, ότι από 19/7/2022 κατέστησαν ιδιοκτήτες του επίδικου ακινήτου. Ο τρόπος που περιήλθε στην ιδιοκτησία τους το ακίνητο έχει περιγραφεί με λεπτομέρεια από τους Ενάγοντες. Επιγραμματικά, αναφέρεται πως δάνειο που σύνηψε η εταιρεία M & K. Ducting Co Ltd (στο εξής η Ducting) εξασφαλίζετο με υποθήκη το επίδικο ακίνητο, ιδιοκτήτρια του οποίου τότε ήταν η εταιρεία Almet (1973) Ltd (στο εξής η Almet) - ενυπόθηκη οφειλέτιδα. Ο Εναγόμενος, ο οποίος σημειωτέον είναι ο πατέρας του Ενάγοντα 2 και θείος του Ενάγοντα 1, είναι ένας εκ των μετόχων και διευθυντών των εν λόγω εταιρειών ήτοι της Ducting και της Almet. Όταν το ενυπόθηκο δάνειο δε κατέστη πληρωτέο, οι Ενάγοντες υπέβαλαν προσφορά για αγορά του ακινήτου μέσω διαδικασίας πλειστηριασμού, η οποία έγινε αποδεκτή και στη συνέχεια προχώρησε η μεταβίβαση του ακινήτου προς τους Ενάγοντες. Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων ανωτέρω, οφείλω βεβαίως να παρατηρήσω ότι δεν αμφισβητούνται επί της ουσίας. Εξάλλου υποστηρίζονται και από τα έγγραφα που επισυνάπτονται (βλ. Τεκμήρια 1-7).      

 

Έχει δε σημασία ν’ αναφερθεί εδώ, ότι η αλλαγή ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου δεν αμφισβητείται από τον Εναγόμενο. Αντίθετα, αποτελεί θέση του ότι η εν λόγω αλλαγή ενδεχομένως να μην έχει έρθει στην αντίληψη του ενοικιαστή του ακινήτου και από εδώ ξεκινά ουσιαστικά η ουσία της θέσης του περί ενδεχόμενων απαιτήσεων του ενοικιαστή εναντίον της Almet και των Εναγόντων.

Από εκεί και πέρα, ό,τι άλλο θεωρώ πως παρέμεινε αδιαμφησβήτητο επί της ουσίας είναι η διαπίστωση των Εναγόντων, μετά που περιέλθε το ακίνητο στην ιδιοκτησία τους, ότι ο Εναγόμενος συνεχίζει να επεμβαίνει, να χρησιμοποιεί και να εκμεταλλεύεται παράνομα το ακίνητο[4]. Η εν λόγω διαπίστωση οδήγησε τους Ενάγοντες να αποστείλουν στον τελευταίο την επιστολή ημερ.10/3/2023, η οποία του επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη στις 17/3/2023 (βλ. Τεκμήριο 8), με την οποία τον καλούσαν να εκκενώσει το ακίνητο μέχρι τις 31/3/2023. Ακολούθησαν δε, επανειλημμένες προφορικές οχλήσεις προς τον Εναγόμενο για να παραδώσει κενή και ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου, κατά τον τρόπο που οι Ενάγοντες αναφέρουν, έχοντας προφανώς υπόψη και τη στενή συγγενική σχέση τους μαζί του, πλην όμως αυτός αρνήθηκε και ή παρέλειψε να το πράξει. Εν πάση περιπτώσει, οι Ενάγοντες με βάση όσα αναφέρουν επαληθεύουν το αγώγιμο δικαίωμα και τις αξιώσεις τους και δηλώνουν ότι εξ όσων γνωρίζουν ο Εναγόμενος δεν έχει υπεράσπιση στην αγωγή.

 

Με αυτά υπόψη, θεωρώ ότι πλέον το βάρος είναι στον Εναγόμενο να δείξει ότι έχει κάποια υπεράσπιση στην υπόθεση ή, εν πάση περιπτώσει, να αποκαλύπτει γεγονότα που να του δίνουν το δικαίωμα να υπερασπιστεί την υπόθεση.

 

Σύμφωνα με τον Εναγόμενο, η Almet υπέγραψε συμφωνία ενοικίασης με τρίτο πρόσωπο (κάποιον Κ.Δ.) για 10 χρόνια, ήτοι από 1/2/2016 – 1/2/2026 (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένσταση). Ως εκ τούτου, ο τελευταίος προβάλλει τη θέση ότι το θέμα της ενοικίασης θα πρέπει να επιλυθεί γιατί σε περίπτωση που ο ενοικιαστής αξιώσει αποζημιώσεις, θα εισέλθουν σε περαιτέρω δικαστικές διαδικασίες. Δεν αποκλείεται δε το ενδεχόμενο ο ενοικιαστής να αξιώσει αποζημιώσεις και από τους Ενάγοντες. Γι’ αυτό το λόγο, είναι η θέση του Εναγόμενου ότι προκύπτει καλή και βάσιμη υπεράσπιση στην προκειμένη περίπτωση.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, ευθέως αναφέρω ότι με βρίσκει σύμφωνο η θέση των συνηγόρων των Εναγόντων στην αγόρευση τους ότι «…δεν αναδύεται θέμα ουσίας που χρήζει αξιολόγησης στα πλαίσια επίλυσης της αγωγής» και βεβαίως ότι όσα  ισχυρίζεται ο Εναγόμενος δεν συνιστούν υπεράσπιση. Κατ’ αρχάς, επισημαίνεται πως δεν ενδιαφέρει ο λόγος που ενώ βρισκόταν σε ισχύ η ενοικίαση, ο Εναγόμενος βρέθηκε να επεμβαίνει παράνομα στο ακίνητο, ούτε και επιδίωξε να δώσει κάποια εξήγηση για τούτο. Αυτό που έχει σημασία, είναι ότι από τη μαρτυρία που βρίσκεται ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει το συμπέρασμα ότι ο Εναγόμενος επεμβαίνει παράνομα σε ακίνητο που δεν του ανήκει. Και βεβαίως, η επίκληση της σχέσης της Almet με τον ενοικιαστή και μια γενική και αόριστη αναφορά σε ενδεχόμενες αξιώσεις του ενοικιαστή, ο οποίος ως ισχυρίζεται ενδεχομένως να μην γνωρίζει την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος, δεν μπορούν να δώσουν στον ίδιο το δικαίωμα να συνεχίσει να επεμβαίνει στο ακίνητο που δεν του ανήκει. Ακόμη και αν υποτεθεί ότι υφίστανται ή θα μπορούσαν να εγερθούν αξιώσεις από τρίτο πρόσωπο, τούτο δεν συνιστά υπεράσπιση έναντι της παρούσας αγωγής, αλλά ζήτημα άλλης έννομης σχέσης, το οποίο δεν δύναται να νομιμοποιήσει παράνομη επέμβαση σε ακίνητο τρίτου. 

 

Ειδικότερα, ως προς τον ισχυρισμό του Εναγόμενου ότι ο ενοικιαστής ενδεχομένως να μην γνωρίζει την αλλαγή του ιδιοκτησιακού καθεστώτος του ακινήτου, σημειώνεται ότι τούτος, ακόμη και αν θεωρήσουμε πως ευσταθεί, δεν συνιστά υπεράσπιση έναντι των αξιώσεων των Εναγόντων. Η ενημέρωση όμως του ενοικιαστή ως προς την αλλαγή του ιδιοκτήτη, κατά την κρίση μου αποτελούσε πρωτίστως υποχρέωση της Almet και του ίδιου του Εναγόμενου, έχοντας υπόψη την ύπαρξη της συμφωνίας ενοικίασης. Σε κάθε περίπτωση, ο Εναγόμενος δεν επέδωσε την παρούσα αίτηση στον ενοικιαστή ώστε να του δοθεί η δυνατότητα να παρουσιαστεί και να τοποθετηθεί, ενώ η επίμαχη συμφωνία ενοικίασης έχει ήδη λήξει κατά τον χρόνο έκδοσης της παρούσας απόφασης, ήτοι την 1/2/2026.

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, προκύπτει ότι ο Εναγόμενος δεν έχει προβάλει οποιοδήποτε καλό ή νόμιμο λόγο για τον οποίο θα μπορούσε να συνεχίσει να παραμένει στο επίδικο ακίνητο χωρίς τη θέληση ή τη συγκατάθεση των ιδιοκτητών. Κατ’ επέκταση, δεν έχει καταδείξει ούτε εκ πρώτης όψεως, και πάντως όχι στο βαθμό που απαιτείται ώστε να του δοθεί η ευκαιρία να υπερασπιστεί την αγωγή, ότι η από μέρους του επέμβαση στο ακίνητο δεν ήταν παράνομη (βλ. άρθρο 43 (2) του Κεφ. 148 και Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή (2001) 1 Α.Α.Δ. 1653). Έπεται συνεπώς ότι οφείλει να το εγκαταλείψει. 

 

Παρά δε τη λήξη της ενοικίασης, όπως έχει ήδη αναφερθεί, σημειώνω εδώ πως ακόμη και αν ο Εναγόμενος θεωρεί ότι ενδέχεται να υποστεί ζημιά από τυχόν απαίτηση του ενοικιαστή, επισημαίνεται στο σημείο αυτό ότι το ζήτημα αυτό δύναται να αποτελέσει αντικείμενο ανταπαίτησης ή ξεχωριστής αγωγής και δεν επηρεάζει την απαίτηση των Εναγόντων ως προς την παράνομη επέμβαση ούτε δικαιολογεί τη χορήγηση άδειας για υπεράσπιση (βλ. Ch. Aresti Estates Ltd κ.α. v. Loucas Kyprianou & Co Enterprises Ltd, ΠολΕφ. 68/11, ημερ. 21/10/16). 

 

Στρεφόμενος τώρα στην άλλη πτυχή της υπόθεσης που προωθούν οι Ενάγοντες ήτοι στην αξίωση τους για αποζημιώσεις, περιλαμβανομένων ενδιάμεσων ή διαφυγόντων κερδών ή δεδουλευμένων ενοικίων, η κατάσταση διαφοροποποιείται. Η βάση της εν λόγω αξίωσης τους εδράζεται στην ενοικιαστική αξία του ακινήτου, η οποία σύμφωνα με τους Ενάγοντες «καθορίστηκε και/ή κυμαίνεται στο ποσό των €1.298.- τον μήνα». Προς επιβεβαίωση δε της πιο πάνω αναφοράς τους, παραπέμπουν στην έκθεση εκτίμησης που έχει ετοιμαστεί (βλ. Τεκμήριο 9).  Όμως από την μελέτη του Τεκμηρίου 9, προκύπτει ότι σκοπός της εκτίμησης ήταν ο υπολογισμός της αγοραίας αξίας και αξίας καταναγκαστικής πώλησης του ακινήτου και όχι η ενοικιαστική αξία του ακινήτου. Συνεπώς, δεν υπάρχει ενώπιον του Δικαστηρίου το υπόβαθρο για τον υπολογισμό των πιο πάνω αποζημιώσεων. Ακόμη όμως και στην περίπτωση που μέσω του Τεκμηρίου 9 επιβεβαιωνόταν το εν λόγω ποσό για την ενοικιαστική αξία, και πάλιν το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε σε αυτό το στάδιο να προχωρήσει με την επιδίκαση οιωνδήποτε αποζημιώσεων. 

 

Ως προς το πως προσεγγίζονται τέτοιες αξιώσεις στο πλαίσιο διαδικασίας της φύσης τη παρούσας, παραπέμπω στην υπόθεση Mukhtar Mohamed Al Nwili v. Maremonte Investments Ltd, Πολ. Έφ. Ε205/2017, ημερ.9/1/2024, όπου αναφέρθηκαν, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

 

« Σε σχέση με την επιδίκαση αποζημιώσεων μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας, σημειώνουμε ότι στο Ειδικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα ζητείτο αποζημίωση €1.500 μηνιαίως μέχρι την εκκένωση και παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής της κατοικίας στην Εφεσίβλητη.  Ωστόσο, δεν επρόκειτο για προσυμφωνημένη αποζημίωση στην οποία η Εφεσίβλητη θα εδικαιούτο χωρίς άλλο. Δικογραφείτο ότι το ποσό, δηλαδή €1.500 μηνιαίως, ήταν η ενοικιαστική αξία της επίδικης κατοικίας, όμως δεν ήταν περίπτωση ανάκτησης κατοχής από ενοικιαστή που ήταν υπόχρεος στην καταβολή συγκεκριμένου ενοικίου.  Δεν εγειρόταν καν ζήτημα διαπίστωσης υπεράσπισης του Εφεσείοντα στην επιμέρους απαίτηση, αλλά αξίωσης που η Εφεσίβλητη όφειλε να αποδείξει με μαρτυρία, που θα έπρεπε να γίνει αποδεκτή από το πρωτόδικο Δικαστήριο κατόπιν αξιολόγησης, στο πλαίσιο της μόνης προσφερόμενης διαδικασίας, της «κανονικής» δίκης.  Το μηνιαίο ποσό που επιδικάστηκε ως αποζημίωση με την πρωτόδικη απόφαση δεν ήταν €1.500, αλλά €1.067, για το οποίο είχε προσφερθεί μαρτυρία με την επισύναψη σχετικού τεκμηρίου, έκθεσης εκτίμησης ημερ.13.3.2017, στην ένορκη δήλωση που συνόδευε την αίτηση για συνοπτική απόφαση.  Κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς την αποδοχή ως αξιόπιστης της σχετικής μαρτυρίας (έκθεσης) από το πρωτόδικο Δικαστήριο, διεργασία ανεφάρμοστη στο πλαίσιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση. 

 

Στην J. & M. Loizides Ag. Ltd κ.ά. ν. Τράπ. Κύπρου Δημ. Ετ. Λτδ (2011) 1(Β) Α.Α.Δ. 1280, 1288-9, αναφέρθηκε ότι:

 

«Στο στάδιο εξέτασης αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στα γεγονότα της υπόθεσης για να τα κρίνει. Κάτι τέτοιο δεν συνάδει με το ρόλο του Δικαστηρίου. ............................

Εξάλλου, διαφορετικός τρόπος προσέγγισης δεν θα συνήδε με τη συνταγματικά κατοχυρωμένη θέση ότι κάθε διάδικος έχει το δικαίωμα όχι μόνο να προσφύγει στο Δικαστήριο, αλλά και να απαιτήσει να παρουσιάσει και να εξετάσει μάρτυρες και γενικά να του δοθεί η ευκαιρία να παρουσιάσει μέσα στα πλαίσια ακροαματικής διαδικασίας τις θέσεις και τα επιχειρήματά του (βλ. Άρθρο 30 του Συντάγματος)».

 

Υπόλογος ή όχι να πληρώσει αποζημιώσεις για την κατοχή της κατοικίας μέχρι την παράδοση της, ο Εφεσείων είχε κάθε δικαίωμα να αντεξετάσει τον εκτιμητή της Εφεσίβλητης και να παρουσιάσει και δικό του, για να καταδείξει ότι η ενοικιαστική αξία της κατοικίας ήταν μικρότερη και συνεπώς και η αποζημίωση που όφειλε να καταβάλει πιο μικρή.  Αυτό μόνο στο πλαίσιο της «κανονικής» δίκης μπορούσε να γίνει.  »

 

Έχοντας αυτά λοιπόν υπόψη, επισημαίνεται ότι η ενοικιαστική αξία δεν συνιστά προσυμφωνημένη ή προκαθορισμένη αποζημίωση, αλλά αξίωση αποζημίωσης το ύψος και η φύση της οποίας απαιτούν απόδειξη μέσω της προσήκουσας μαρτυρίας στο πλαίσιο «κανονικής δίκης» και κατόπιν αξιολόγησης της από το Δικαστήριο.

 

Με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, θεωρώ πως έχουν απαντηθεί επί της ουσίας όλοι οι λόγοι ένστασης. Ότι χρειάζεται μόνον να λεχθεί εδώ, είναι πως τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, το οποίο να καταδεικνύει, έστω εκ πρώτης, ότι η αίτηση αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας και συνεπώς ο σχετικός λόγος ένστασης, ως γενικός και αόριστος, θα πρέπει ν' απορριφθεί. Οι Ενάγοντες, ως είχαν δικαίωμα, καταχώρησαν την επίδικη αίτηση, ζητώντας την έκδοση συνοπτικής απόφασης και όπως γίνεται αντιληπτό με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έγκριση της αίτησης σε σχέση με συγκεκριμένες αξιώσεις τους.

 

Στη βάση όλων των πιο πάνω λοιπόν, κρίνεται ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον του Εναγόμενου ως οι αξιώσεις υπό Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης, όχι όμως σε σχέση με τις αξιώσεις υπό Δ-Η.

 

Κατάληξη

Συναφώς, η αίτηση εγκρίνεται μερικώς.

 

Εκδίδεται απόφαση υπέρ των Εναγόντων 1 και 2 και εναντίον του Εναγόμενου, ως οι αξιώσεις Α, Β και Γ της Έκθεσης Απαίτησης.

 

Ο Εναγόμενος να καταχωρίσει υπεράσπιση εντός 14 ημερών από σήμερα, αναφορικά με τις υπόλοιπες αξιώσεις. Αν έχει και ανταπαίτηση, να την συμπεριλάβει.

 

Το ½ των εξόδων της αγωγής μέχρι σήμερα και το ½ των εξόδων της επίδικης αίτησης, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων / Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου / Καθ’ ου η αίτηση. Το υπόλοιπο ½ των εξόδων της αγωγής και της αίτησης, θα είναι στην πορεία της αγωγής.

 

(Υπ.)  ………………………………..

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής



[1] Sic.

[2] Ord. 18, r.1. (a): Where the defendant appears to a writ of summons specially indorsed under Order 2, Rule 6, the plaintiff may on affidavit made by himself, or by any other person who can swear positively to the facts, verifying the cause of action, and the amount claimed (if any), and stating that in his belief there is no defence to the action, apply for judgment for the amount so indorsed, together with interest (if any), or for the recovery of the land (with or without rent), or for the delivering up of a specific chattel, as the case may be, and costs. And judgment for the plaintiff may be given thereupon, unless the defendant shall satisfy the Court that he has a good defence to the action on the merits, or disclose such facts as may be deemed sufficient to entitle him to defend.

 

[3] βλ.  Ανδρονίκου κ.α. ν. Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (2007) 1Β ΑΑΔ 977, Εθνική Τράπεζα της Ελλάδος Α.Ε. ν. Ν. Χατζηνέστωρος (1989) 1 ΑΑΔ 204, Καζαμίας ν. Ρωμαϊκά Κεραμουργεία (1990) 1 ΑΑΔ 752, Trans Middle East Trading (T.M.E.T) Limited v. Abdul Aziz Tlais (1991) 1 ΑΑΔ 239.

[4] Σύμφωνα με το άρθρο 43 του Κεφ. 148, παράνομη επέμβαση σε ακίνητη ιδιοκτησία συνίσταται σε παράνομη είσοδο ή σε παράνομη πρόκληση ζημιάς ή σε παράνομη παρέμβαση στην ιδιοκτησία αυτή από οποιονδήποτε πρόσωπο.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο