ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2099/2014
Μεταξύ:
Ελένης Λιασίδου
Ενάγουσας
-και-
1. Khali Mohamad
2. Kasem Abdul Alsalad
3. Θρασίβουλου Λιασίδη
Εναγόμενων
Ημερομηνία: 4 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: κ. Μ. Κληρίδης
Για την Εναγόμενους 1 και 2: κ. Στ. Μένταλης
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η Απαίτηση
Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η Ενάγουσα επιδιώκει την έκδοση απόφασης, υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για επιδίκαση γενικών και ειδικών αποζημιώσεων στη βάση τραυματισμού της που επήλθε ως αποτέλεσμα τροχαίου δυστυχήματος.
Παρεμβάλλω στο σημείο αυτό ότι, η αγωγή, σε σχέση με τον Εναγόμενο 3, αποσύρθηκε πριν την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας.
Επανερχόμενος στις δικογραφημένες θέσεις της Ενάγουσας, η εκδοχή της ως προς τα γεγονότα που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή είναι οι εξής:
Στις 20.11.2012, επέβαινε, ως συνοδηγός, στο όχημα που οδηγείτο από τον Εναγόμενο 3, σύζυγο της (στο εξής «το όχημα του Εναγόμενου 3»), και κατευθύνονταν από Περιστερώνα προς Λευκωσία. Κατά τον ίδιο τόπο και χρόνο, ο Εναγόμενος 1 οδηγούσε έτερο όχημα, ιδιοκτησίας του Εναγόμενου 2, στην ίδια οδό, πλην όμως με αντίθετη κατεύθυνση, και δη από Λευκωσία προς Περιστερώνα (στο εξής «το όχημα του Εναγόμενου 2» ή «το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1»). Παρά τον φούρνο Delicious (στο εξής «ο φούρνος»), ο οποίος βρίσκεται στη δεξιά πλευρά της εν λόγω οδού, ως η κατεύθυνση του Εναγόμενου 1, ο τελευταίος εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας του, εισήλθε στη λωρίδα κυκλοφορίας εντός της οποίας οδηγείτο το όχημα του Εναγόμενου 3 και επιχείρησε να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του φούρνου. Συνεπεία της ανωτέρω οδικής συμπεριφοράς του, ο Εναγόμενος 1 ανέκοψε την ελεύθερη πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 3, και παρά το ότι ο τελευταίος έθεσε τα φρένα του σε λειτουργία και έστριψε το τιμόνι του αριστερά, με σκοπό να αποφύγει τη σύγκρουση, εντούτοις τούτη δεν απετράπη, με αποτέλεσμα τα δύο οχήματα να συγκρουστούν. Ως αποτέλεσμα του πιο πάνω ατυχήματος, πάντα στη βάση των δικογραφημένων θέσεων της Ενάγουσας, η τελευταία υπέστη σωρεία τραυμάτων, στα οποία γίνεται ειδική, λεπτομερής, αναφορά στο δικόγραφο της Έκθεσης Απαίτησης. Συνοπτικά, η Ενάγουσα, πάντα στη βάση των, σχετικών, δικογραφήσεων της, ισχυρίζεται ότι, ενώ προηγουμένως ήταν καθ’ όλα υγιής, συνεπεία του δυστυχήματος παρουσίασε συμπτώματα αυχεναλγίας, οσφυαλγίας, άλγους δεξιού ημιθωρακίου με σύνοδο ευαισθησία πλευρών δεξιά και αυχένα και αιμωδιών άνω άκρων. Τούτα ήταν το αποτέλεσμα κατάγματος στο πρόσθιο χείλος του θώρακος Α7, ευθειασμού της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, πρώτου βαθμού ολίσθησης Α4/Α5, πρόσθιας ολίσθησης Α6/Α7, δισκοστεοφυτικών προβολών C6/C7 και C7/T1, οιδήματος μαλακών μορίων αυχένα, μυελοπάθειας C5/C6 και C6/C7, και σημαντικής στένωσης Α6/Α7 και στένωσης των λοιπών μεσοσπονδύλιων διαστημάτων της αυχενικής μοίρας σπονδυλικής στήλης, λόγω οστεοφύτων. Αποτελεί, εν προκειμένω, δικογραφημένη θέση της Ενάγουσας ότι, αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα φέρει ο Εναγόμενος 1, ως ο αμελής οδηγός, αλλά και, εκ προστήσεως, ο Εναγόμενος 2, ως ο ιδιοκτήτης του οχήματος, ο οποίος επέτρεψε στον πρώτο να οδηγεί τούτο υπό περιστάσεις που τον καθιστούν υπεύθυνο έναντι της Ενάγουσας. Τέλος, στο πλαίσιο πάντα της Έκθεσης Απαίτησης, η Ενάγουσα δικογραφεί και συγκεκριμένα ποσά, τα οποία, ως ισχυρίζεται κατέβαλε, (α) με σκοπό να αντιμετωπιστούν τα τραύματα που υπέστη από το ατύχημα, (β) για κάλυψη εξόδων, τα οποία προέκυψαν σε σχέση με τους τραυματισμούς της, (γ) για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής και (δ) εν είδει αποζημίωσης για χρήματα που απώλεσε λόγω αδυναμίας της να εργαστεί. Στο πλαίσιο της τελευταίας αυτής δικογράφησής της, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, ως αποτέλεσμα του τραυματισμού της, απουσίαζε, αρχικώς, από την εργασία της για συγκεκριμένο χρονικό διάστημα, ούσα κλινήρης, αλλά και ακολούθως, μέχρι και σήμερα, καθότι αδυνατεί, ακόμα, να εκτελέσει τα καθήκοντα της ως βοηθός νηπιαγωγός.
Στη βάση των πιο πάνω, επιζητεί την επιδίκαση γενικών αποζημιώσεων για τον πόνο, ταλαιπωρία και οδύνη που υπέστη συνεπεία του τραυματισμού της, αλλά και για τις μελλοντικές απώλειες μισθών, καθώς επίσης και ειδικές αποζημιώσεις για τα ανωτέρω αναφερόμενα έξοδα τα οποία υπέστη.
Η Υπεράσπιση
Οι Εναγόμενοι 1 και 2 (στο εξής «οι Εναγόμενοι»), στην Υπεράσπιση τους, μολονότι αποδέχονται ότι επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, καθώς επίσης και τις ιδιότητες ενός εκάστου εκ των διαδίκων, προβάλλουν τη θέση ότι αποκλειστική ευθύνη για το ατύχημα έφερε ο Εναγόμενος 3, σύζυγος της Ενάγουσας, και όχι ο Εναγόμενος 1. Ως προς τις συνθήκες που επεσυνέβη το ατύχημα, προβάλλεται η θέση ότι, ο Εναγόμενος 1, καθ' ον χρόνο βρισκόταν στη λωρίδα κυκλοφορίας του, κατευθυνόμενος προς Περιστερώνα, και με σκοπό να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του φούρνου, έθεσε τον σχετικό δείκτη του οχήματος του Εναγόμενου 2 σε λειτουργία, και αφού έλεγξε την εξ αντιθέτου διερχόμενη κίνηση, και έκρινε ότι τούτο ήταν ασφαλές, επιχείρησε την προς δεξιά κατεύθυνση του οχήματος. Σε κάποιο σημείο, όταν το μπροστινό μέρος του οχήματος, που οδηγούσε, βρισκόταν ήδη εκτός του οδικού δικτύου, εντός, δηλαδή, του αριστερού παγκέτου, ως η πορεία του Εναγόμενου 3, δέχθηκε χτύπημα από το όχημα που οδηγούσε ο τελευταίος. Προτάσσει, επί τούτου, ότι, ο Εναγόμενος 3 κινείτο με υπερβολική ταχύτητα, δεν έλαβε τα δέοντα μέτρα αποτροπής και δεν έλεγχε, επιμελώς, την εμπρός του τροχαία κίνηση, με αποτέλεσμα να αποτύχει να αντιληφθεί την εκεί παρουσία του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, με αποτέλεσμα να επέλθει η επίδικη σύγκρουση. Ως προς τους τραυματισμούς της Ενάγουσας, οι Εναγόμενοι χαρακτηρίζουν τούτους υπερβολικούς και ή εν πάση περιπτώσει ως μη σχετιζόμενους με το επίδικο ατύχημα και ή ως προϋπάρχουσες, του ατυχήματος, παθήσεις, και, κατά συνέπεια, επιζητούν την απόρριψη της αγωγής. Ως προς τον Εναγόμενο 2, μολονότι γίνεται αποδεκτό ότι ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, εντούτοις προβάλλουν τη θέση ότι οι συνθήκες υπό τις οποίες το οδηγούσε ο τελευταίος, δεν καθιστούν τον πρώτο εκ προστήσεως υπεύθυνο.
Η Απάντηση
Η Ενάγουσα, στην Απάντηση της, στην ουσία, επαναλαμβάνει όλους τους ισχυρισμούς που αναφέρονται στην Έκθεση Απαίτησης, απορρίπτοντας οτιδήποτε προβάλλεται στην Υπεράσπιση, το οποίο έρχεται σε σύγκρουση με αυτούς.
Κοινώς αποδεκτά γεγονότα
Τόσο στη βάση των δικογραφημένων θέσεων των διαδίκων, όσο και στη βάση του καταλόγου παραδεκτών γεγονότων, που κατατέθηκε από τους συνηγόρους των δύο πλευρών (Έγγραφο Χ), αλλά και των σχετικών τοποθετήσεων των εν προκειμένω συνηγόρων, μεταξύ άλλων, και στις αγορεύσεις τους, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των μερών.
Στις 20.11.2012 και περί ώρα 14:30, επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα σε κάποιο σημείο παρά τον φούρνο, ο οποίος βρίσκεται πλησίον του δρόμου Περιστερώνας Λευκωσίας. Ενεχόμενα ήταν τα οχήματα των Εναγομένων 2 και 3. Στο όχημα του Εναγόμενου 3 (το οποίο οδηγείτο από τον ίδιο), επέβαινε, ως συνοδηγός, η Ενάγουσα, ενώ το όχημα του Εναγόμενου 2, οδηγείτο από τον Εναγόμενο 1. Το επίδικο ατύχημα εξετάστηκε από την Αστυνομία και συγκεκριμένα τη σκηνή επισκέφθηκε ο Αστυφύλακας 4847 Ε. Πατσαλίδης, ο οποίος ετοίμασε συμμετρικό σχέδιο της σκηνής. Ακολούθως, το Τμήμα Τροχαίας Λευκωσίας, ετοίμασε σχετική συνοπτική έκθεση γεγονότων, η οποία κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 (στο εξής «η Έκθεση» ή «το Τεκμήριο 1»). Ως αποτέλεσμα του ατυχήματος, η Ενάγουσα διακομίσθηκε, την ίδια μέρα, στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας, όπου, ακολούθως, κρατήθηκε για νοσηλεία και έλαβε εξιτήριο στις 21.12.12. Στο πλαίσιο της κατάθεσης των παραδεκτών γεγονότων, κατατέθηκαν και σωρεία εγγράφων, κάποια για την αλήθεια του περιεχομένου τους (ως παραδεκτό γεγονός), και κάποια ως απλώς έγγραφα τα οποία κατέχονταν από την Ενάγουσα, με τη διευκρίνιση, ως προς τα τελευταία, ότι η κάθε πλευρά διατηρεί την υποχρέωση, στον βαθμό που επιθυμεί να στηριχθεί στο περιεχόμενο τους, να αποδείξει την αλήθεια του. Πρόκειται για τα Τεκμήρια 1‑19. Στον βαθμό που αφορά στα έγγραφα τα οποία κατατέθηκαν για την αλήθεια του περιεχομένου τους - τα οποία αφορούν σε αποδείξεις πληρωμών, στις οποίες προέβη η Ενάγουσα - δηλώθηκε από τους συνηγόρους των διαδίκων ότι τα εκεί αναφερόμενα ποσά, αποτελούν χρήματα, τα οποία δικαιούται η Ενάγουσα, στην περίπτωση που αποδείξει ότι ο Εναγόμενος 1 υπέχει αποκλειστικής ευθύνης για το επίδικο ατύχημα. Τα πιο πάνω καθίστανται πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου.
Ακροαματική διαδικασία
Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Ενάγουσα, περιλαμβανομένης της ιδίας, κάλεσε 3 μάρτυρες. Πιο συγκεκριμένα, πρώτη, κατέθεσε, ενόρκως, η ίδια, δεύτερος, ο Δόκτωρ Λάμπρου Μωυσή ‑ Άκης (Μ.Ε.2) και τρίτος, ο Αστυφύλακας 4847 Ευάγγελος Πατσαλίδης (Μ.Ε.3). Για σκοπούς αναχαίτισης της αγωγής, οι Εναγόμενοι κάλεσαν έναν μάρτυρα, και δη τον Δόκτωρ Κυριάκο Κυριαλή (Μ.Υ.1).
Υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα
Ως προκύπτει από τα πιο πάνω κοινώς αποδεκτά γεγονότα, επί των οποίων το Δικαστήριο προέβη, ήδη, σε σχετικά ευρήματα, εκείνα που αποτελούν υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, είναι, (α) οι συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, και κατά συνέπεια το ποιος φέρει ευθύνη για τούτο και (β) οι όποιες τυχόν επιπτώσεις (προκληθέντες τραυματισμοί και σχετική συμπτωματολογία) του ατυχήματος στην Ενάγουσα.
Επί του τελευταίου, σημειώνεται ότι, ως προέκυψε κατά την ακροαματική διαδικασία, αλλά και ως προκύπτει και από τη γραπτή αγόρευση του συνηγόρου των Εναγομένων, δεν αμφισβητείται από τους τελευταίους ότι η Ενάγουσα υπέστη κάποιους τραυματισμούς συνεπεία του ατυχήματος, πλην όμως αμφισβητείται το εύρος τους και η σχετικότητά τους με την επικαλούμενη από την Ενάγουσα συμπτωματολογία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, αποδίδεται σε προϋπάρχοντα ιατρικά προβλήματά της.
Παράθεση μαρτυρίας σε σχέση με τα πιο πάνω υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα
Ενάγουσα
Η Ενάγουσα, στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασης της, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης που ετοίμασε (Έγγραφο Α). Μέσω του Εγγράφου Α, η Ενάγουσα προωθεί την πιο πάνω αναφερόμενη δικογραφημένη εκδοχή της, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η εδώ επανάληψή της. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να τονιστεί, εν είδει, έστω, επανάληψης, είναι ότι, στη βάση του Εγγράφου Α, το ατύχημα ήταν το αποτέλεσμα της ενέργειας του Εναγόμενου 1 να οδηγήσει το όχημα του Εναγόμενου 2 δεξιόστροφα, με σκοπό, αρχικώς, να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας και, ακολούθως, δεξιότερα, στον χώρο στάθμευσης του φούρνου, με αποτέλεσμα να ανακόψει την ελεύθερη πορεία του οχήματος Εναγόμενου 3, στο οποίο επέβαινε η Ενάγουσα, ο οποίος Εναγόμενος 3, παρά τις επιμελείς αποτρεπτικές προσπάθειες του, δεν κατάφερε να αποφύγει τη σύγκρουση.
Ως προς δε τα τραύματα της, και τις συνέπειες τους σε αυτή, εκείνο που αξίζει να τονιστεί είναι ότι, πάντα κατά το περιεχόμενο του Εγγράφου Α, και δη τη βασική, επί τούτων των ζητημάτων, θέση της, η Ενάγουσα, προ του ατυχήματος, ήταν ηλικίας 64 ετών, καθόλα υγιής, χωρίς την όποια συμπτωματολογία, η οποία εργαζόταν ως βοηθός νηπιαγωγός στο Νηπιαγωγείο της Σχολικής Εφορίας Περιστερώνας, με συγκεκριμένο μηνιαίο μισθό, και με καθήκοντα, μεταξύ άλλων, τη χρήση βαρών, την καθαριότητα του νηπιαγωγείου, της κουζίνας, των παιχνιδιών, το πλύσιμο των πιάτων, ορθοστασία, καθώς επίσης και την επίβλεψη των παιδιών στην αυλή, αλλά και κατά την ενασχόληση τους με τα παιχνίδια, ώστε να μην χτυπήσουν. Καταβαλλόταν, δε, σε αυτήν, και 13ος μισθός. Αναφέρεται, ακόμη, ότι, συνεπεία του δυστυχήματος, η Ενάγουσα δεν μπόρεσε να εργαστεί εκ νέου, καθότι, έκτοτε, εξακολουθεί να έχει αφόρητους πόνους στα χέρια και στην περιοχή της αυχενικής και οσφυϊκής μοίρας, τους οποίους αντιμετωπίζει με φαρμακευτική αγωγή, που συνταγογραφήθηκε από τους θεράποντες ιατρούς της, και παρουσιάζει αδυναμία στα χέρια, που δεν της επιτρέπουν, όχι μόνο να εργαστεί, αλλά ούτε και να εκτελέσει τις οικιακές της εργασίες. Ενδεικτικά σημειώνει ότι, στην προσπάθεια της να πλύνει τα πιάτα και άλλα σκεύη, αυτά της πέφτουν, λόγω της αδυναμίας συγκράτησης τους, ενώ κατά τη βάδιση, χρησιμοποιεί μπαστούνι. Αντιμετωπίζει επίσης αδυναμία στην ανύψωση βαρών, αλλά και στο να παραμένει όρθια για χρόνο πέραν των 15 με 20 λεπτών, με αποτέλεσμα, όλα τα πιο πάνω, να την καθιστούν ανίκανη για εργασία. Όσον αφορά στο διάστημα που τούτη βρισκόταν σε άδεια ασθένειας (Νοέμβριος 2012 – Μάρτιος 2013), η Ενάγουσα, κατά τη δια ζώσης μαρτυρία της, ανέφερε ότι πληρώθηκε τους μισθούς της από τον Κοινοτάρχη Περιστερώνας.
Μ.Ε.2
Ο Μ.Ε.2 είναι νευροχειρουργός, ο οποίος, κατά τον χρόνο που επεσυνέβη το ατύχημα, εργαζόταν στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας. Πρόκειται για τον γιατρό, ο οποίος εξέτασε την Ενάγουσα, μετά την εισαγωγή της στο Τμήμα Ατυχημάτων και Επειγόντων Περιστατικών, και ακολούθως, επανεξέτασε τούτη σε διάφορες ημερομηνίες μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013. Ετοίμασε δε, στις 17.10.2013, σχετική ιατρική έκθεση, σε σχέση πάντα με την Ενάγουσα (Τεκμήριο 6). Στο πλαίσιο της μαρτυρίας του, υιοθέτησε το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 6, στο οποίο καταγράφει, με λεπτομέρεια, τόσο τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά την πρώτη εξέταση της όσο και αυτή που παρουσίαζε κατά τις επανεξετάσεις της, καθώς επίσης και τα ευρήματα που προέκυψαν από διάφορες διαγνωστικές εξετάσεις στις οποίες υπεβλήθη, σε διάφορα χρονικά διαστήματα. Αναφέρεται, ακόμη, ότι, η κλινική πορεία της Ενάγουσας υπήρξε αργή, με σταδιακή βελτίωση, με σταθερή νευρολογική σημειολογία, αλλά και έντονο άλγος και αιμωδίες άνω άκρων. Προστίθεται ότι, κατά την παραμονή της Ενάγουσας στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας (από 20.11.2012 μέχρι 21.12.2012), αποφασίστηκε να μη διενεργηθεί χειρουργική επέμβαση, αλλά να ακολουθηθεί συντηρητική προσέγγιση, με τη χρήση σκληρού αυχενικού κηδεμόνα, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να πάρει εξιτήριο στις 21.12.2012. Έκτοτε παρέμεινε υπό τακτική εξέταση στα εξωτερικά ιατρεία. Τόσο κατά την παραμονή της στο νοσοκομείο, όσο και ακολούθως, μέχρι και τις 11.9.2013, όταν και έγινε η τελευταία επανεξέταση της από τον Μ.Ε.2, η Ενάγουσα υπεβλήθη σε διάφορες διαγνωστικές εξετάσεις, μεταξύ των οποίων μαγνητικές τομογραφίες, στα αποτελέσματα των οποίων, ο Μ.Ε.2, αναφέρεται με λεπτομέρεια στο Τεκμήριο 6. Στη βάση δε των αποτελεσμάτων αυτών, έγινε εκ νέου συζήτηση με την Ενάγουσα για την ενδεχόμενη χειρουργική αντιμετώπιση των προβλημάτων που αντιμετώπιζε, με δισκεκτομή C5/C6, C6/C7 και τοποθέτηση πλάκας σπονδυλοδεσίας C5‑C7.
Ερωτηθείς, ειδικώς, ο Μ.Ε.2, απέδωσε όλη τη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά τον χρόνο που την παρακολουθούσε (Νοέμβριος 2012 – Σεπτέμβριος 2013) στο επίδικο ατύχημα, αναφέροντας προς τούτο ότι η εν προκειμένω άποψη του στηρίζεται, βασικώς, επί το ότι τα όποια ευρήματα των διαγνωστικών εξετάσεων δεν ήταν το αποτέλεσμα μιας τυχαίας εξέτασης, αλλά ειδικών ελέγχων που διενεργήθηκαν κατόπιν του επίδικου ατυχήματος επί ενός προσώπου το οποίο δεν παρουσίαζε οποιαδήποτε συμπτωματολογία πριν το ατύχημα. Ισχυρίστηκε, δε, ότι, η όλη συμπτωματολογία της Ενάγουσας, καθώς επίσης και τα ευρήματα των διαγνωστικών εξετάσεων, συμβαδίζουν με τραυματισμούς που προκαλούνται από ατύχημα.
Μ.Ε.3
Ο Μ.Ε 3 αναγνώρισε το συμμετρικό σχέδιο, το οποίο αποτελεί μέρος της Έκθεσης - ως αυτή ορίστηκε ανωτέρω (Τεκμήριο 1) -, ως σχέδιο που ετοίμασε ο ίδιος. Ανέφερε, προς τούτο, ότι, για να ετοιμάσει το εν λόγω συμμετρικό σχέδιο, είχε προηγουμένως ετοιμάσει πρόχειρο σχέδιο κατά τον χρόνο που βρισκόταν στη σκηνή του ατυχήματος, το περιεχόμενο του οποίου, ακολούθως, μετέτρεψε σε συμμετρικό, για να προκύπτει μια πιο καθαρή εικόνα. Πρόσθεσε ότι, ο φάκελος που σχηματίστηκε σε σχέση με το επίδικο ατύχημα, έχει καταστραφεί και ή δεν ανευρέθηκε, με αποτέλεσμα το μόνο έγγραφο το οποίο έχει στην κατοχή του και από το οποίο μπορούσε να αντλήσει καθοδήγηση, στον βαθμό που αφορούσε έγγραφο που ετοιμάστηκε από τον ίδιο, ήταν το συμμετρικό σχέδιο, τονίζοντας ότι το υπόλοιπο μέρος της Έκθεσης ετοιμάστηκε από τρίτο, άγνωστο στον ίδιο, συνάδελφό του. Ρητώς ανέφερε ότι, δεν ήταν σε θέση να θυμάται τις περιστάσεις υπό τις οποίες διερεύνησε το ατύχημα, ούτε και τα όποια εκεί ευρήματα του, αλλά ούτε και τον όποιον, τυχόν, συνάδελφο του, ο οποίος τον συνόδευσε στη σκηνή για να τον βοηθήσει κατά τη διερεύνηση. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, για να μπορεί να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου του συμμετρικού σχεδίου, θα έπρεπε να έχει στην κατοχή του το πρόχειρο σχέδιο, που ετοίμασε ο ίδιος, το οποίο, όμως, δεν κατείχε. Ως προς το περιεχόμενο της Έκθεσης, ισχυρίστηκε ότι δεν έχει κανένα λόγο να πιστεύει ότι τα όσα εκεί καταγράφονται δεν είναι αληθή, αφού δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι ο συνάδελφος του, ο όποιος ετοίμασε τούτη, δεν κατέγραψε, επ’ αυτής, ορθώς τις πληροφορίες που του δόθηκαν. Το ίδιο ισχυρίστηκε και σε σχέση με το συμμετρικό σχέδιο, επί το ότι δεν είχε λόγο να πιστεύει ότι το περιεχόμενο του δεν αποτελεί ορθή μεταφορά του περιεχομένου το πρόχειρου σχεδίου. Ωστόσο, αποδέχθηκε, τη σχετική υποβαλλόμενη σε αυτόν θέση του συνηγόρου των Εναγομένων ότι, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του εδράζονται στη λογική πεποίθηση του και όχι στην όποια, ειδική, γνώση ή σχετική μνήμη του. Πάντα στη βάση του περιεχομένου του συμμετρικού σχεδίου, και όχι της όποιας σχετικής μνήμης του, ισχυρίστηκε ότι η σύγκρουση των οχημάτων έλαβε χώρα εντός του ασφάλτινου παγκέτου, στην αριστερή πλευρά του δρόμου, ως η πορεία του οχήματος του Εναγόμενου 3 και ότι το σημείο σύγκρουσης[1], το έθεσε στη βάση των ευρημάτων που βρήκε στη σκηνή, ως αυτά καταγράφονται στο συμμετρικό σχέδιο, στα οποία και έκανε ειδική αναφορά. Κρίνεται σημαντικό να τονιστεί ότι, ο Μ.Ε.3, σε κάθε περίπτωση που του ζητείτο να τοποθετηθεί για τις όποιες ενέργειές του, ως ο εξεταστής του ατυχήματος, αλλά και για τις όποιες σχετικές αντιλήψεις του, είτε δήλωνε ρητώς ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί καθότι δεν είχε στην κατοχή του τον φάκελο που σχηματίστηκε για αυτό, είτε ξεκινούσε την σχετική τοποθέτησή του με τις φράσεις «Σύμφωνα με την έκθεση» ή «Με βάση της έκθεσης» ή «Βάσει του συμμετρικού σχεδίου». Επίσης, αναφορικά με την ορθότητα του περιεχομένου του συμμετρικού σχεδίου, κατόπιν σχετικής υποβολής που του έγινε περί του ότι τούτη (η ορθότητα) μπορούσε να ελεγχθεί μόνο στη βάση του περιεχομένου του πρόχειρου σχεδιαγραφήματος, απάντησε «Συμφωνώ μαζί σας, θα ήταν ορθότερο να υπήρχε και το πρόχειρο σχεδιαγράφημα για να μην υπάρχει οποιαδήποτε αμφισβήτηση». Ακόμη, εκεί που ερωτάτο, ειδικώς, για συγκεκριμένες καταγραφές επί του συμμετρικού σχεδίου, και του υποβαλλόταν ότι τούτες δεν είναι ορθές, επέμενε στην ορθότητά τους, όχι στη βάση σχετικής μνήμης ή γνώσης, αλλά στη βάση της θεώρησης ότι, για να έχουν καταγραφεί, σημαίνει ότι δεν αμφισβητήθηκε η ορθότητα τους από τους ενεχόμενους οδηγούς, τονίζοντας, ωστόσο, ότι, «Αλλά όπως είπα και προηγουμένως, θα ήταν σωστό και ορθό να ήταν δαμέ ο φάκελος». Τέλος, σε ειδική ερώτηση που του τέθηκε, κατά το τέλος της αντεξέτασής του, στη βάση της οποίας οι αναφορές του περί της ορθότητας των όσων καταγράφονται στο συμμετρικό σχέδιο, έγιναν στη βάση της γενικότερης πρακτικής που ακολουθούσε και όχι της σχετικής μνήμης του, παρέπεμψε, απλώς, στο περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου.
Μ.Υ.1
Ο Μ.Υ.1 είναι νευρολόγος, ο οποίος, εκ μέρους της ασφαλιστικής εταιρείας, που παρείχε κάλυψη στο όχημα του Εναγόμενου 2, εξέτασε την Ενάγουσα στις 06.06.2016. Ως αποτέλεσμα της εξέτασης, ετοίμασε ιατρική έκθεση, η οποία και κατατέθηκε ενώπιον του δικαστηρίου ως Τεκμήριο 25. Τόσο στη βάση του Τεκμηρίου 25 όσο και στη βάση της, σχετικής, διά ζώσης μαρτυρίας του, ο Μ.Υ.1 ισχυρίστηκε ότι η Ενάγουσα επισκέφθηκε το ιατρείο του περιπατητή, χωρίς την χρήση οποιουδήποτε μπαστουνιού και ότι του παραπονέθηκε για πόνο στον αυχένα, στην πλάτη, στη δεξιά πλευρά του στήθους, αλλά και για αιμωδία στα άνω άκρα. Κατά την εξέταση της, διεφάνη ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε αδυναμία στην έκταση των αγκώνων, αλλά και των δακτύλων, καθώς επίσης και στη διάνοιξή (abduction) των δακτύλων. Όσον αφορά στα διάφορα αποτελέσματα των διαγνωστικών εξετάσεων στις οποίες, κατά καιρούς, υποβλήθηκε η Ενάγουσα, και οι οποίες τέθηκαν ενώπιον του και συνεκτιμήθηκαν, αποτέλεσε βασική θέση του Μ.Υ.1 ότι, συνέπεια του ατυχήματος, η Ενάγουσα υπέστη οίδημα μαλακών μορίων, καθώς επίσης, ενδεχομένως, και κάταγμα του πρόσθιου χείλους του άνω επιφυσιακού πετάλου του Α7 σπονδύλου, το οποίο αντιμετωπίζεται συντηρητικά. Ισχυρίστηκε ότι τα δύο αυτά τραύματα, κατά το χρόνο πρόκλησής τους, δικαιολογούν, πλήρως, αίσθημα πόνου και οδύνης. Ως προς τα όποια άλλα ευρήματα των διαγνωστικών αυτών εξετάσεων, αλλά και την όποια συμπτωματολογία για την οποία παραπονέθηκε η Ενάγουσα, τόσο προς τους γιατρούς που την εξέτασαν προηγουμένως, όσο και προς τον ίδιο, απέδωσε τούτα σε προγενέστερες του ατυχήματος παθήσεις της και ειδικότερα σε χρόνια μυελοπάθεια και χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις που προκάλεσαν στενώσεις. Παρέπεμψε, σχετικώς, στο Τεκμήριο 4(α), και δη τα αποτελέσματα της πρώτης μαγνητικής τομογραφίας στην οποία υπεβλήθη η Ενάγουσα την επομένη του ατυχήματος, στο οποίο καταγράφεται ότι παρατηρείται χρόνια μυελοπάθεια, καθώς επίσης και χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις σε συγκεκριμένα σημεία της σπονδυλικής της στήλης, και ανέφερε ότι ο χαρακτηρισμός των παθήσεων αυτών ως χρόνιες, οφείλεται στο ότι τα αίτιά τους ανάγονται σε βάθος χρόνου και, κατά συνέπεια, δεν σχετίζονται με το επίδικο ατύχημα, το οποίο επεσυνέβη την προηγούμενη, της εν προκειμένω μαγνητικής τομογραφίας, μέρα. Αποδέχθηκε, ωστόσο, ότι, πρόσωπο το οποίο παρουσιάζει χρόνια μυελοπάθεια και χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, είναι πιο ευάλωτο στο να υποστεί μεγαλύτερη ζημιά συνεπεία ενός ατυχήματος, απ' ότι ένα άλλο πρόσωπο, το οποίο τραυματίζεται σε ατύχημα, χωρίς, όμως, προηγουμένως να παρουσιάζει τέτοια εικόνα. Όσο δε αφορά στο ενδεχόμενο, στο μέλλον, η Ενάγουσα να πρέπει να τύχει εγχείρησης για αντιμετώπιση της συμπτωματολογίας της, απέκλεισε τούτο, αναφέροντας ότι η πάροδος δώδεκα και πλέον ετών, από όταν διαγνώστηκαν τα σχετικά προβλήματά της, χωρίς στο μεταξύ να διενεργηθεί η όποια εγχείρηση και χωρίς να παρατηρηθεί επιδείνωση της κατάστασής της, καθιστά το ενδεχόμενο αυτό ανύπαρκτο, αφού σκοπός μιας τέτοιας εγχείρησης είναι η αποφόρτιση των νεύρων και ή του μυελού, με σκοπό να μην επιδεινωθούν τα συμπτώματα της μυελοπάθειας και γενικότερα η σχετική συμπτωματολογία του ασθενούς. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, η όποια συμπτωματολογία παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά την εξέτασή της από τον ίδιο, το 2016, σχετίζεται με την προϋπάρχουσα του ατυχήματος ιατρική κατάστασή της και όχι με τα τραύματα που όντως υπέστη συνεπεία του ατυχήματος. Ισχυρίστηκε, συναφώς, ότι, η χρόνια μυελοπάθεια και οι χρόνιες στενώσεις – οι οποίες επηρέαζαν τις εξερχόμενες νωτιαίες ρίζες -, δικαιολογούν την συμπτωματολογία που παρουσίαζε κατά την εξέτασή της το 2016, αλλά και το άλγος στον αυχένα. Εν πάση περιπτώσει, η όλη εικόνα της Ενάγουσας, κατά την εν προκειμένω εξέτασή της από τον Μ.Υ.1, το 2016, ήταν τέτοια που θα μπορούσε, αν επιθυμούσε, να εργαστεί κανονικά.
Νομική πτυχή
Αμέλεια
Η οδική αμέλεια έχει καθοριστεί και περιγραφεί, σε σειρά αποφάσεων τόσο των Αγγλικών όσο και των Κυπριακών Δικαστηρίων, ότι αποτελεί την παράλειψη εκδήλωσης ενέργειας την οποία ένας μέσος συνετός οδηγός θα εκδήλωνε ή την εκδήλωση ενέργειας την οποία ένας μέσος συνετός οδηγός θ΄ απέφευγε. Βλ. Φοινικαρίδης κ.ά ν. Γεωργίου (1991) 1 Α.Α.Δ. 465, Αναστάση ν. Γεωργίου (1998) 1(Α) Α.Α.Δ. 96 και Κουμής ν. Χίννη (2000) 1(Α) Α.Α.Δ. 383. Η αμέλεια θα πρέπει να κρίνεται αντικειμενικά με γνώμονα τις αντιδράσεις ενός σωστού μέσου οδηγού, ο οποίος χρησιμοποιεί το δρόμο με συναίσθηση ευθύνης για την ασφάλεια των άλλων που επίσης τον χρησιμοποιούν. Συνεπώς, η ίδια η αμέλεια ως αστικό αδίκημα δεν μπορεί ν΄ εξετάζεται αφηρημένα, αλλά πάντοτε σε συνάρτηση με το συγκεκριμένο πρόσωπο που την επικαλείται και με αναφορά στην παράλειψη που προκάλεσε τη ζημιά. Βλ. Λάππας ν. Παφίτη (1995) 1 Α.Α.Δ. 832 και Συκοπετρίτης ν. Χριστοδούλου (2004) 1(Α) Α.Α.Δ. 218.
Εκ προστήσεως ευθύνη
Το θέμα της εκ προστήσεως ευθύνης συζητήθηκε στο English common law - The Doctrines of Equity and their application in Cyprus (1981), από τον τότε Πρόεδρο του Ανωτάτου Δικαστηρίου Γ. Πική, ως ακολούθως:
«Attribution of vicarious liability is dependent upon proof of facts and circumstances that render the principal or the master, as the case may be, vicariously liable for the acts of his servant or agent. At the highest there is a divergence of opinion with regard to the evidential value of the fact of ownership of a vehicle……. The mere reference to the fact of ownership would at best, even under the principle favoured in Rambarran, be evidence that could be referred to the jury. It does hot, in the absence of any other evidence illuminating the circumstances under which the appellant assumed control of the vehicle, create the presumption suggested by counsel for the appellant.»
Στην Morgans v. Launchbury and Other (1972) 2 All E.R. 606, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«For I regard it as clear that in order to fix vicarious liability on the owner of a car in such a case as the present it must be shown that the driver was using it for the owner’s purposes under delegation of a task or duty»
Η εκ προστήσεως ευθύνη ιδιοκτήτη αυτοκινήτου σε αστικές υποθέσεις, ρυθμίζεται από το άρθρο 13 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Εκ προστήσεως ευθύνη φέρει ο εναγόμενος για τις πράξεις άλλου προσώπου όταν αυτές εξουσιοδοτούνται ή επικυρώνονται από τον ιδιοκτήτη ή συνιστούν πράξεις εργοδοτουμένου (υπηρέτη) στο πλαίσιο της εργασίας του.
Συναφώς, στην Hellenic Mining Co Ltd v. Galaxy Tours Ltd (1978) 1 C.L.R. 414, αποφασίστηκε ότι για την απόδοση εκ προστήσεως ευθύνης στον ιδιοκτήτη αυτοκινήτου, πρέπει να καταδειχθεί ότι ο οδηγός ενεργούσε είτε ως αντιπρόσωπος είτε ως εργοδοτούμενος του ιδιοκτήτη στο πλαίσιο της εργασίας του.
Ομοίως, στη υπόθεση Θεοφάνους ν. Ασφαλιστικής Εταιρείας ΚΟΣΜΟΣ (1988) 1 Α.Α.Δ. 265, σημειώθηκε ότι, για να αποδοθεί εκ προστήσεως ευθύνη σε ένα ιδιοκτήτη οχήματος, είναι αναγκαία η ύπαρξη σχέσης αντιπροσωπευόμενου και αντιπροσώπου ή κυρίου και υπαλλήλου, αλλά και μαρτυρία ότι η οδήγηση με την οποία εκδηλώθηκε η αμέλεια εντάσσεται στα πλαίσια της σχέσης αυτής.
Τέλος, στην υπόθεση Α. Δημοσθένους Αντιπροσωπείες Αυτοκινήτων Λτδ ν. Αθανάσιου Κατσουρίδη (1988) 1 C.L.R. 665, συναφώς σημειώθηκε ότι:
Η νομική κατάσταση που δημιουργείται από την εκ προστήσεως ευθύνη ενός προσώπου για την αμέλεια άλλου, έχει συζητηθεί σε πληθώρα αποφάσεων τόσο των Δικαστηρίων της Αγγλίας όσο και της χώρας μας. Ειδικότερα με το ζήτημα της εκ προστήσεως ευθύνης του ιδιοκτήτη αυτοκινήτου για την αμέλεια του οδηγού καταπιάστηκε το Δικαστήριο των Λόρδων στην υπόθεση Morgans v. Launchbury and other [1972] 2 All E.R. 606. Η απόφαση αυτή υιοθετήθηκε και εφαρμόστηκε από το Εφετείο μας στην υπόθεση Hellenic Mining Co. Ltd v. Galaxy Tours Ltd (1978) 1 A.A.Δ. σελ. 414, όπου παρατίθενται εκτεταμένα αποσπάσματα από τις αποφάσεις των Λόρδων Δικαστών, ώστε να μη χρειάζεται να τα επαναλάβουμε παρά μόνο να παραπέμψουμε στις δυο αυτές αποφάσεις και στην Στυλιανού & Άλλος ν. Πέτρου (1984) 1 Α.Α.Δ. 362. Θα κάμουμε μόνο ειδική αναφορά σε μερικές γραμμές από την απόφαση του Λόρδου Wilberforce γιατί κατά τη γνώμη μας συνοψίζουν με ενάργεια τη νομική αρχή, « For I regard it as clear that in order to fix vicarious liability on the owner of a car in such a case as the present, it must be shown that the driver was using it for the owner's purposes under delegation of a task or duty».
Αξιολόγηση μαρτυρίας
Ενάγουσα
Για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, οι βασικές θέσεις της Ενάγουσας που άπτονται των ουσιαστικών, υπό αμφισβήτηση, επιδίκων ζητημάτων της παρούσας αγωγής, δεν μπορούν να γίνουν δέκτες. Τούτες αφορούν τόσο στις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, όσο και τις επιπτώσεις του στην υγεία της. Προς επίρρωση της εκφρασθείσας αυτής κρίσης μου, σημειώνω τα εξής:
Ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το ατύχημα, ως ήδη καταγράφηκε ανωτέρω, τόσο στο δικόγραφο της, όσο και στην κυρίως εξέταση της, μέσω του Εγγράφου Α, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος 1, εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία οδηγούσε, εισήλθε στην λωρίδα κυκλοφορίας που κινείτο το όχημα στο οποίο επέβαινε η ίδια, και επιχείρησε να κατευθυνθεί, δεξιότερα, στον χώρο στάθμευσης του φούρνου. Ισχυρίστηκε, ακόμα, ότι, την ίδια στιγμή, ο Εναγόμενος 3, στην προσπάθεια του να αποφύγει τη σύγκρουση, έθεσε τα φρένα του οχήματός του σε εφαρμογή και κατεύθυνε τούτο προς τα αριστερά, με αποτέλεσμα η σύγκρουση να επέλθει, εν τέλει, στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο του δρόμου, ως η πορεία τους (Εναγόμενου 3 και ιδίας).
Εντούτοις, κατά την αντεξέταση της, ερωτηθείσα, ειδικώς, επί του προκειμένου, προέβαλε μια εντελώς διαφορετική εκδοχή. Και τούτο, κατά απόλυτο τρόπο, χωρίς να δώσει καμιά εξήγηση για τη στάση της αυτή. Σημειώνω δε ότι της δόθηκε η ευκαιρία, να επανατοποθετηθεί επί του ζητουμένου, στη βάση της αρχικής, διαφορετικής, τοποθέτησής της, και επέμεινε σε αυτή τη δεύτερη διαφορετική εκδοχή της, χωρίς και πάλι να εξηγήσει γιατί, αρχικώς, προώθησε εντελώς διαφορετική εκδοχή.
Σύμφωνα με τη δεύτερη, αυτή, εκδοχή της, ο Εναγόμενος 1 ουδέποτε επιχείρησε ή είχε σκοπό να εισέλθει στον χώρο στάθμευσης του φούρνου, παρά μόνο είχε πρόθεση - και επί τούτου ενεργούσε - να προσπεράσει προπορευόμενα του οχήματα. Στην ουσία, σύμφωνα με τη νέα αυτή εκδοχή της Ενάγουσας, ο Εναγόμενος 1, αδιαφορώντας πλήρως για το ποιος προέβαινε σε χρήση της αντίθετης λωρίδας κυκλοφορίας, έθεσε το όχημα του εντός αυτής, και επιχειρούσε να προσπεράσει προπορευόμενα του οχήματα, υπό τέτοιες συνθήκες, που έφραξε την πορεία του οχήματος στο οποίο επέβαινε η ίδια και επήλθε η σύγκρουση. Όταν δε ρωτήθηκε, στη βάση της θέσης της αυτής, κατά πόσο η σύγκρουση ήταν μετωπική, συμφώνησε με αυτό τον χαρακτηρισμό και συμπλήρωσε ότι τα οχήματα συγκρούστηκαν «μούτρα με μούτρα», παραπέμποντας στην δεύτερη, αυτή, διαφορετική εκδοχή της, στη βάση της οποίας ο Εναγόμενος 1 δεν επιχειρούσε να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του φούρνου, παρά μόνο να συνεχίσει την προς τα εμπρός πορεία του, προσθέτοντας ότι, αν ο Εναγόμενος 1 επιχειρούσε να εισέλθει στο χώρο στάθμευσης του φούρνου, η σύγκρουση επί του οχήματός του θα ήταν στο «πλευρό».
Πέραν της ανωτέρω εμφανούς αντίφασης που παρατηρείται στη μαρτυρία της Ενάγουσας ως προς την οδική συμπεριφορά του Εναγόμενου 1, σημειώνεται ότι και η θέση της περί μετωπικής σύγκρουσης, δεν συμβαδίζει με την κοινή λογική, αφού, ανεξάρτητα της προώθησης των δύο αυτών διαφορετικών εκδοχών, ως προς τη σύγκρουση επέμενε ότι τούτη έλαβε χώρα στο ασφάλτινο παγκέτο (η επί τούτου εκδοχή της δεν διαφοροποιήθηκε), και δη έξω από τη λωρίδα κυκλοφορίας που κινούνταν τα δύο οχήματα τη δεδομένη στιγμή, και με το όχημα του συζύγου της, να έχει ήδη, λάβει αριστερόστροφη κλίση (λόγω των ληφθέντων από αυτόν μέτρων αποτροπής). Πως είναι δυνατό, υπό αυτές τις συνθήκες, η σύγκρουση να είναι μετωπική, δεδομένης και της, κατά λογική προσέγγιση, δεξιόστροφης κλίσης που πρέπει να είχε το όχημα που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, ώστε να βρεθεί, και αυτό, εκτός του δρόμου, και δη στο, αντίθετο της πορείας του, παγκέτο, όπου και επεσυνέβη τούτη (η σύγκρουση);
Εκείνο δε που κρίνεται αναγκαίο να σχολιαστεί, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, είναι το γεγονός ότι η Ενάγουσα δεν επιδίωξε καν να δώσει οποιαδήποτε εξήγηση για τον λόγο που αποφάσισε, κατά την αντεξέταση της, να μεταβάλει την προγενέστερη σχετική εκδοχή της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί το Δικαστήριο να επιλέξει, έστω, μέρος της μαρτυρίας της, και επ’ αυτού να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα.
Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να σημειωθεί ότι, ανεξαρτήτως της προώθησης των δύο αυτών διαφορετικών εκδοχών, αλλά και της ενάντια στη λογική θέσης περί μετωπικής σύγκρουσης, η Ενάγουσα δεν αναφέρθηκε στην ένθεν και ένθεν ορατότητα στο συγκεκριμένο σημείο του οδικού δικτύου, ούτε και αν σε αυτό, είτε από την πλευρά που κινείτο το όχημα του Εναγόμενου 3, είτε από την πλευρά από την οποία κινείτο το όχημα του Εναγόμενου 2, παρατηρείτο οποιαδήποτε κλειστή ή άλλως πώς στροφή. Επίσης, δεν προσδιόρισε, χρονικά, το πότε ο Εναγόμενος 1 εξήλθε της λωρίδας κυκλοφορίας στην οποία κινείτο για να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, και δη σε συνάρτηση με την απόσταση μεταξύ των δύο εμπλεκόμενων οχημάτων όταν συνέβη τούτο. Ελλείπει, ακόμα, οποιαδήποτε αναφορά ως προς την ταχύτητα που τηρούσε το όχημα του εναγόμενου 2, ενώ αναφορικά με την ταχύτητα με την οποία κινείτο το όχημα Εναγομένου 3, οι αναφορές τις ήταν εντελώς γενικές, περιορισμένες, δηλαδή, στο ότι κινείτο εντός του επιτρεπόμενου ορίου (το οποίο δεν προσδιορίστηκε με σαφήνεια[2]), λόγω πυκνής («πολλή κίνηση, πολλή», ως ανέφερε), ένθεν και ένθεν, τροχαίας κίνησης («ώρα της αιχμής» ως, χαρακτηριστικά, επίσης, ανέφερε), θέση η οποία, εν πάση περιπτώσει, στη βάση της κοινής λογικής και μόνο, δεν συμβαδίζει με την εκδοχή της που θέλει τον Εναγόμενο 1 να είχε τη δυνατότητα να προσπεράσει προπορευόμενο του όχημα.
Δεν μου διαφεύγει η αναφορά της Ενάγουσας ότι στο συγκεκριμένο σημείο του δρόμου, οι δύο κατευθύνσεις χωρίζονται με συνεχή άσπρη γραμμή, και ότι η ενέργεια του Εναγόμενου 1 να εξέλθει της λωρίδας κυκλοφορίας του και να εισέλθει στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας, αποτελούσε παράβαση του συγκεκριμένου σήματος τροχαίας. Ως είναι νομολογιακώς αναγνωρισμένο, εκεί που αμφισβητείται η ύπαρξη του σήματος τροχαίας – ως συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση[3] -, κρίση περί παράβασης του (βλέπε άρθρο 58(1)(ιγ) των περί Μηχανοκινήτων Οχημάτων και Τροχαίας Κινήσεως Κανονισμών του 1984), προϋποθέτει απόδειξη ότι, σε κάποιο σημείο του οδικού δικτύου, έχει τεθεί, από την αρμόδια αρχή, σχετικό σήμα τροχαίας, το οποίο, ακολούθως, ο οδηγός παραβίασε (βλ. Φοίβος Γιωργαλλίδης ν. Δήμου Λάρνακας (2001) 2 Α.Α.Δ. σελ. 789). Εν προκειμένω, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία που να θέλει αρμόδια αρχή να έχει θέσει στο οδόστρωμα το συγκεκριμένο σήμα, και, κατά συνέπεια, είναι αδύνατο για το Δικαστήριο να καταλήξει στην εν προκειμένω κρίση.
Εν πάση, όμως, περιπτώσει, παράβαση ενός σήματος τροχαίας, από μόνο του, δεν οδηγεί, άνευ άλλου, σε κρίση ότι ο οδηγός ήταν, επίσης, αμελής. Επαρκεί, προφανώς, μια τέτοια κρίση, για να κριθεί ο οδηγός ένοχος του σχετικού αδικήματος (παράβαση σήματος τροχαίας), αλλά για να μπορεί να κριθεί, επιπροσθέτως, αμελής, θα πρέπει να διαφανεί ότι η ενέργεια του αυτή (η παράβαση), αποτελούσε τουλάχιστον μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν, εν προκειμένω, το ατύχημα. Για τούτο, αναγκαίο ήταν να τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, προσδιοριστική του χρόνου που έλαβε χώρα η εν λόγω παράβαση, μαρτυρία, ώστε να διαφανεί και η όποια συσχέτισή της με το ατύχημα, στη βάση της δυνατότητας, ενδεχομένως, του Εναγόμενου 3, να αντιληφθεί, προ πολλού την παρουσία του οχήματος που οδηγούσε ο Εναγόμενος 1 και την όποια πρόθεσή του ως προς την εκεί παρουσία του, και να αποφύγει την σύγκρουση, ζητήματα, για τα οποία, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ελλείπει οποιαδήποτε μαρτυρία.
Όσον τώρα αφορά στα τραύματα που υπέστη η Ενάγουσα συνεπεία του ατυχήματος, παρατηρείται η ίδια στάση, και δη η προώθηση, κατά το στάδιο της αντεξέτασης, εντελώς διαφορετικής εκδοχής απ' ότι προβλήθηκε, τόσο στην κυρίως εξέταση της (μέσω του Εγγράφου Α) όσο και στα δικόγραφα της. Συναφώς, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, τόσο στη βάση των δικογράφων της, όσο και του Εγγράφου Α, η Ενάγουσα, προ του ατυχήματος, ήταν ένα εντελώς υγιές πρόσωπο, χωρίς την όποια συμπτωματολογία, με το ατύχημα να αποτελεί την μόνη αιτία για τη συμπτωματολογία και κακώσεις στις οποίες αναφέρονται οι διάφοροι ιατροί που την εξέτασαν[4], μετά το ατύχημα, στις εκθέσεις που ετοίμασαν[5].
Ωστόσο, κατά την αντεξέταση της, παραδέχθηκε ότι, προ του ατυχήματος, ένιωθε, κατά την ώρα εργασίας της, ότι δεν μπορούσε να περπατήσει λόγω πόνων στα πόδια της, καθώς επίσης και ότι πονούσε τα κόκαλα της. Επίσης ότι πονούσε και τη μέση της. Ανέφερε, όμως, ότι, αυτή η συμπτωματολογία θεωρούσε ότι ήταν φυσιολογικό επακόλουθο της εργασίας και της ηλικίας της και ότι δεν σχετιζόταν με οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας που αντιμετώπιζε, αφού θεωρούσε ότι ήταν «κανονικός άνθρωπος». Αν η θέση αυτή της Ενάγουσας, προβαλλόταν κατά τον χρόνο που παρουσίαζε, κατά την εργασία της, την εν λόγω συμπτωματολογία, και δη προ του ατυχήματος, θα μπορούσε, ενδεχομένως, να γίνει δεκτή, καθότι δεν γνώριζε τότε ότι έπασχε από χρόνια μυελοπάθεια και σπονδυλοαρθρίτιδα. Ωστόσο, τούτη προωθήθηκε κατά τον Απρίλιο του 2014, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, και κατά τον Μάρτιο του 2024, όταν κατέθετε ενόρκως, μέσω του Εγγράφου Α, και δη σε χρόνο που η Ενάγουσα γνώριζε ήδη, στη βάση των αποτελεσμάτων των διαγνωστικών εξετάσεων που είχε υποβληθεί, ότι έπασχε από αυτές τις χρόνιες παθήσεις και είχε ήδη ενημερωθεί (ως παραδέχθηκε) από όλους τους θεράποντες ιατρούς της ότι η όλη συμπτωματολογία της οφειλόταν και στις χρόνιες αυτές παθήσεις, και, παρά ταύτα, επέλεξε, ενόρκως, να προωθήσει την πιο πάνω απόλυτη αρχική εκδοχή της.
Ως προς την όποια μετέπειτα του ατυχήματος συμπτωματολογία της, περιορίστηκε απλώς να χαρακτηρίσει τον εαυτό της ως «ράκος» και «ανίκανη» και ότι, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε, πλέον, να εργαστεί. Η τελευταία αυτή θέση της, περί αδυναμίας της να εργαστεί, μέχρι και σήμερα, δεν συμβαδίζει με τις σχετικές ενέργειες και κρίσεις του θεράποντος ιατρού της (Μ.Ε.2 - από την ημέρα του ατυχήματος μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013), ο οποίος, μολονότι δεν αναφέρθηκε, ειδικώς, ως προς το ζητούμενο, στη βάση των ενώπιόν μου, σχετικών, τεκμηρίων[6], αλλά και τις σχετικές τοποθετήσεις της Ενάγουσας, τούτος περιόρισε την άδεια ασθενείας που της χορήγησε για σκοπούς απουσίας από την εργασία της, μέχρι τις 31.03.2013, χωρίς ποτέ να επεκτείνει την εμβέλειά της.
Κρίνεται, επίσης, σημαντικό να τονιστεί, ως ήδη, ακροθιγώς, αναφέρθηκε μόλις πιο πάνω, ότι, σε αντιδιαστολή με τα όσα ισχυρίστηκε στην κυρίως εξέτασή της και στο δικόγραφό της, η Ενάγουσα, κατά μία άλλη σχετική εκδοχή της, κατά την αντεξέταση της, ανέφερε ότι η όλη συμπτωματολογία που παρουσίαζε μετά το δυστύχημα, αλλά μέχρι και τον χρόνο που κατέθετε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν συσχετίζεται αμιγώς με το ατύχημα, αλλά και με την προϋπάρχουσα του ατυχήματος ιατρική κατάσταση της, την οποία απέδωσε στην προχωρημένη ηλικία της. Συναφώς, ερωτηθείσα, ειδικώς, να αναφέρει κατά πόσο κατέχει ιατρική μαρτυρία που να της προσδιορίζει ποια συμπτωματολογία της σχετίζεται με το ατύχημα και ποια με την προϋπάρχουσα κατάσταση της, απάντησε αρνητικά, προσθέτοντας ότι, στη βάση των όσων σχετικών της ανέφεραν οι γιατροί, η συμπτωματολογία της οφείλεται και στα δύο αίτια.
Και σε αυτή την περίπτωση, η Ενάγουσα, δεν έδωσε καμία εξήγηση ως προς το γιατί, στο πλαίσιο της αντεξέτασής της, προώθησε εντελώς διαφορετική, από αυτή που προβάλλει δικογραφικώς, αλλά και προέβαλε κατά την κυρίως εξέταση της, θέση, με αποτέλεσμα, και για αυτήν την περίπτωση, το Δικαστήριο να αδυνατεί να επιλέξει κάποια εκ των εκδοχών της για να καταλήξει σε σχετικά ευρήματα.
Πέραν των πιο πάνω, στη μαρτυρία της Ενάγουσας παρατηρούνται και άλλες αδυναμίες, αλλά και εμφανής προσπάθεια παραπλάνησης του Δικαστηρίου. Πιο συγκεκριμένα, όχι εξαντλητικώς, παρά μόνο ενδεικτικώς, σημειώνω τα εξής σχετικά.
Αποτέλεσε βασική θέση της Ενάγουσας, ότι θα πρέπει να τύχει αποζημίωσης ώστε να καλύψει μελλοντικά έξοδα για πλήρη απασχόληση οικιακής βοηθού καθότι, συνεπεία των επίδικων τραυμάτων της, δεν μπορεί να εκτελέσει τις οικιακές εργασίες της. Προς τούτο ανέφερε ότι, στα αρχικά στάδια, μετά τον επίδικο τραυματισμό της, τύγχανε βοήθειας από το σύζυγο της, και για το λόγο αυτό δεν εργοδότησε, επί πλήρους απασχόλησης, οικιακή βοηθό, παρά μόνο για δύο φορές τη βδομάδα, πλην όμως, συνεπεία του γεγονότος ότι ο σύζυγος της, ακολούθως, τυφλώθηκε, δεν μπορεί πλέον να την βοηθά, με αποτέλεσμα, σήμερα, να καθίσταται αναγκαία μια τέτοια πλήρης εργοδότηση οικιακής βοηθού. Ωστόσο, σε πλήρη σύγκρουση με την ανωτέρω θέση της, παραδέχθηκε ότι η τύφλωση του συζύγου της επήλθε εδώ και 8 – 9 χρόνια. Πώς είναι δυνατό η ανάγκη πλήρους εργοδότησης οικιακής βοηθού να προκύπτει σήμερα (δεν έχει ακόμα προσλάβει, επί πλήρους απασχόλησης, οικιακή βοηθό), όταν το μόνο πρόσωπο που την βοηθούσε αδυνατεί εδώ και 8 – 9 χρόνια να την βοηθήσει;
Ακόμα, η Ενάγουσα επέμεινε, καθ’ όλη τη διάρκεια της μαρτυρίας της, ότι θα πρέπει να τύχει αποζημίωσης ώστε να καλύψει έξοδα για μελλοντική εγχείρηση για αντιμετώπιση των προβλημάτων που προέκυψαν από τους επίδικους τραυματισμούς της. Ωστόσο, σε αντιδιαστολή με την απόλυτη αυτή θέση της, αφενός ισχυρίστηκε ότι ο λόγος που αρνήθηκε να υποβληθεί στην εν λόγω εγχείρηση ήταν γιατί φοβάται, καθότι, στενό συγγενικό της πρόσωπο, που έτυχε παρόμοιας εγχείρησης, παρέμεινε παράλυτο, και, αφετέρου, τόσο ο θεράπων ιατρός της (Μ.Ε.2), όσο και ο νευρολόγος που παρουσιάστηκε από πλευράς της Εναγόμενης (Μ.Υ.1), ανάφεραν, σε συμφωνία, ότι μια τέτοια εγχείρηση είναι προληπτική και ενδείκνυται να γίνει μόνο στην περίπτωση που ένας ασθενής παρουσιάζει επιδείνωση της κατάστασής του ιδιαίτερα όταν πάσχει από μυελοπάθεια, με σκοπό να αποσυμφορηθεί η πίεση που ασκείται στα νεύρα του μυελού. Ανάφεραν, επιπροσθέτως, πάντα συναφώς, ότι στη βάση του γεγονότος ότι παρήλθαν 12 και πλέον έτη από το επίδικο ατύχημα και δεν έχει ακόμα διενεργηθεί η συγκεκριμένη εγχείρηση, ούτε και παρουσιάστηκε επιδείνωση της κατάστασης της Ενάγουσας ένα τέτοιο ενδεχόμενο, στο μέλλον, αν όχι ανύπαρκτο, είναι εντελώς απομακρυσμένο. Επιπροσθέτως, πάντα συναφώς, η Ενάγουσα, κατά μια άλλη εκδοχή της, ισχυρίστηκε ότι η όποια συμπτωματολογία της μετά το ατύχημα έμεινε σταθερή για 5 – 6 χρόνια, ενώ, ακολούθως, η όλη κατάσταση της καλυτέρευσε. Πώς είναι δυνατό υπό τις πιο πάνω περιστάσεις να γίνει δεκτή η θέση της περί αναγκαιότητας μιας τέτοιας εγχείρησης;
Δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι η Ενάγουσα, συνεπεία του ατυχήματος, υπέστη τραυματισμούς, οι οποίοι της προκάλεσαν πόνο και οδύνη και οι οποίοι οδήγησαν στη μεταφορά της στο Γενικό Νοσοκομείο Λευκωσίας και την εκεί εισαγωγή και παραμονή της για σκοπούς περίθαλψης. Ωστόσο, στη βάση της μαρτυρίας της, αδυνατώ να καταλήξω με ασφάλεια ποια ακριβώς ήταν η συμπτωματολογία που παρουσίαζε προ του ατυχήματος, ώστε, ακολούθως, να μπορώ να προσδιορίσω την όποια επιδείνωση της συνεπεία τούτου, πέραν δηλαδή του αδιαμφισβήτητου πόνου, οδύνης και ταλαιπωρίας, που υπέστη συνεπεία του κατάγματος του πρόσθιου χείλους του άνω επιφυσιακού πετάλου του Α7 σπονδύλου και του οιδήματος μαλακών μορίων, μέχρι και την επούλωσή τους.
Ένας άλλος βασικός ισχυρισμός της Ενάγουσας, ο οποίος ελέγχεται, είναι αυτός που την θέλει να μην επιστρέφει πίσω στην εργασία της, λόγω ανικανότητας της να εργαστεί συνεπεία των επίδικων τραυμάτων της. Ειδικότερα, η Ενάγουσα ισχυρίστηκε ότι, παρά το γεγονός ότι η άδεια ασθενείας που της χορήγησε ο Μ.Ε.2 ήταν μέχρι τις 31.03.2013, εντούτοις, δεν επέστρεψε στην εργασία της, καθότι συνέχιζε να ταλαιπωρείται με πολύ βαριά συμπτωματολογία, συνεπεία των επίδικων τραυμάτων της, η οποία δεν της επέτρεπε να εργαστεί. Η θέση της αυτή, όμως, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με την κοινή λογική, καθώς επίσης και με άλλα αδιαμφισβήτητα, ως προέκυψε, γεγονότα.
Πιο συγκεκριμένα, αν όντως η Ενάγουσα συνέχιζε να αδυνατεί να εργαστεί, και πρόθεση είχε να συνεχίσει την εργασία της στο νηπιαγωγείο, η λογική και μόνο θέλει να ζητούσε από τον γιατρό της να της παραχωρήσει περαιτέρω άδεια, κάτι που δεν προκύπτει να έχει πράξει. Κρίνεται, φυσικά, σημαντικό, στο σημείο αυτό, να τονιστεί ότι, ανεξαρτήτως των αρχικών σχετικών τοποθετήσεών της, η Ενάγουσα, εν τέλει, παραδέχθηκε ότι στις 08.03.2013 έκλεισε το 65ο έτος της ηλικίας της, κάτι, που στη βάση της σύμβασης εργοδότησής της, οδήγησε στην αφυπηρέτησή της. Σημειώνεται, συναφώς, ότι, κατά την ημερομηνία αυτή, η Ενάγουσα βρισκόταν, ακόμα, σε άδεια ασθενείας, η οποία έληγε, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, στις 31.03.2013. Στη βάση των δεδομένων αυτών, και μη έχοντας η Ενάγουσα οποιανδήποτε πληροφόρηση περί μη ανάρρωσής της, γιατί δεν προχώρησε και να υποβάλει αίτηση στους εργοδότες της, για σκοπούς συνέχισης της εργοδότησής της, δεδομένης της εκδηλωθείσας, ως ανέφερε, πρόθεσής τους να της παρατείνουν τούτη; Εν πάση περιπτώσει, δεδομένου ότι ουδέποτε παρατάθηκε η εργοδότησή της, πώς προκύπτει το ενδεχόμενο επιστροφής της στην εργασία της μετά τις 31.03.2013, ούσα πλέον αφυπηρετήσασα, ώστε να δικαιολογείται να προβάλλει ότι η μη επιστροφή της στην εργασία ήταν το αποτέλεσμα της έντονης συμπτωματολογίας που παρουσίαζε συνεπεία των επιδίκων τραυμάτων; Σημειώνεται, στο σημείο αυτό, ότι η όποια αναφορά της Ενάγουσας περί αδυναμίας της να εργαστεί, έγινε στη βάση της πρόθεσής της να συνεχίσει να εργάζεται ως βοηθός νηπιαγωγός στο πιο πάνω αναφερόμενο νηπιαγωγείο και μόνο.
Είναι για όλους τους πιο πάνω λόγους, που κρίνω ότι δεν μπορώ να δεχθώ τη μαρτυρία της Ενάγουσας στο βαθμό που τούτη αφορά στα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής.
Μ.Ε.3
Ο Μ.Ε.3, δεν έχω καμιά αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ήρθε με σκοπό να πει την αλήθεια και ότι αυτό επιχείρησε να κάνει. Πρόκειται για τον αστυφύλακα που διερεύνησε το επίδικο ατύχημα. Παρά τη έντονης αντεξέτασης που έτυχε, ήταν σταθερός στις θέσεις του, και δεν έχω κανένα λόγο να πιστεύω ότι παρουσιάστηκε με σκοπό να βοηθήσει τον οποιοδήποτε διάδικο. Ωστόσο, στη βάση των σχετικών τοποθετήσεων του, η μαρτυρία του αποτελεί ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων ως προς το πώς επεσυνέβη το ατύχημα.
Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, μολονότι ο ίδιος είναι ο σχεδιαστής του συμμετρικού σχεδίου, εντούτοις δεν ήταν σε θέση, ούτε από μνήμης ούτε και από γνώση, να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου του. Μολονότι εξέφρασε την πεποίθηση του, την οποία δεν έχω λόγο να αμφισβητήσω ότι ήταν ειλικρινής, ότι το περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου είναι ορθό, εντούτοις, με ξεκάθαρο τρόπο, αποδέχθηκε τη θέση του συνηγόρου υπεράσπισης ότι για να μπορεί να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου του, θα έπρεπε να έχει στην κατοχή του το πρόχειρο σχέδιο που ετοίμασε, στη βάση του οποίου ετοιμάστηκε το συμμετρικό.
Η όποια δε αναφορά του ως προς τα ευρήματα του στη σκηνή και τις μετρήσεις του, έγινε στη βάση του συνήθους τρόπου δράσης του, και όχι στη βάση του πως ενήργησε την επίδικη μέρα. Ως προς δε τις όποιες αναφορές γίνονται στο Τεκμήριο 1, και δη την Έκθεση (αστυνομική συνοπτική έκθεση γεγονότων), ο μάρτυρας εξέφρασε την άποψη ότι είναι ορθές, και πάλι, όχι στη βάση του ότι βρισκόταν σε θέση να επιβεβαιώσει τούτο, αλλά μόνο επί το ότι δεν είχε κανένα λόγο να πιστεύει ότι ο/η συνάδελφος του, που ετοίμασε τούτη, δεν μετέφερε ορθώς τις πληροφορίες από το περιεχόμενο του φακέλου που σχηματίστηκε.
Επί του τελευταίου, και δη της ορθότητας ή μη των όσων καταγράφονται στη Έκθεση, κρίνω σημαντικό να σχολιάσω ότι, στη βάση της κοινής λογικής και μόνο, φαίνεται να παρατηρείται ουσιώδης αντίφαση μεταξύ του συμμετρικού σχεδίου που ο ίδιος ετοίμασε (το οποίο αποτελεί μέρος της Έκθεσης), και των αναφορών, που καταγράφονται σε αυτή, ως προς τις ζημιές των οχημάτων. Εμφανώς κάποιος μπορεί να δει από το συμμετρικό σχέδιο, στη βάση της τελικής θέσης των οχημάτων μετά το ατύχημα, χωρίς να έχει τεθεί ενώπιον του δικαστηρίου θέση που να θέλει τούτα να έχουν μετακινηθεί μετά τη σύγκρουση, ότι αμφότερα τα οχήματα βρίσκονται σε αντίθετη διαγώνια κλίση. Και δη το όχημα του Εναγόμενου 2, με δεξιόστροφη φορά, ως η πορεία του, ενώ το όχημα του Εναγόμενου 3, με αριστερόστροφη φορά, ως η πορεία του. Το δε σημείο σύγκρουσης υποδεικνύεται στο αριστερό ασφάλτινο παγκέτο, ως η πορεία του Εναγόμενου 3, και δη εκτός του οδικού δικτύου. Το δε ίχνος τροχοπέδησης που αποδίδεται σε ένα εκ των αριστερών τροχών του οχήματος του Εναγόμενου 3, έχει επίσης διαγώνια κατεύθυνση και άρχεται από σημείο που ο εν λόγω τροχός εφαπτόταν ήδη με το αριστερό ασφάλτινο παγκέτο, ως η πορεία του, και συνεχίζει, διαγωνίως, μέχρι και σε σημείο αριστερότερα, ως η πορεία του, με τη, μετέπειτα, μετατόπιση του οχήματος - συνεπεία εκτροπής του από τη σύγκρουση - να είναι περαιτέρω διαγώνια, και πάλι προς τα αριστερά. Στη βάση της πιο πάνω περιγραφής στο συμμετρικό σχέδιο, πώς μπορώ να αποδεχθώ ως ορθό το περιεχόμενο της συνοπτικής έκθεσης γεγονότων, όταν, στη βάση του, αμφότερα τα οχήματα, υπέστηκαν ζημιές, συνεπεία της σύγκρουσης, τόσο στο καπό, αλλά και σε αμφότερα τα φτερά τους; Πώς είναι δυνατό αμφότερα τα φτερά των οχημάτων να παρουσιάζουν ζημιές που προκλήθηκαν από το επίδικο ατύχημα, αν τούτο επεσυνέβη, ως στο συμμετρικό σχέδιο της σκηνής καταγράφεται, και ως τούτο επεξηγήθηκε από τον Μ.Ε.3; Στη βάση των ανωτέρω δεδομένων, ως αυτά παρουσιάζονται στο συμμετρικό σχέδιο, η λογική και μόνο θέλει, τα μέρη των εμπλεκόμενων οχημάτων, τα οποία συγκρούστηκαν, να είναι η δεξιά μπροστινή γωνία του οχήματος του Εναγόμενου 3 και αριστερή μπροστινή γωνία του οχήματος του Εναγόμενου 2.
Στην ουσία, με εξαίρεση το περιεχόμενο του συμμετρικού σχεδίου, το οποίο ετοίμασε ο Μ.Ε.3, το λοιπές περιεχόμενο της Έκθεσης (Τεκμήριο 1), αποτελεί εξ ακοής μαρτυρία. Μολονότι, τόσο ο Μ.Ε.3, όσο και ο συνήγορος των Εναγομένων, θεωρούσαν τον συντάκτη της ως άγνωστο πρόσωπο, από το κάτω μέρος της πρώτης σελίδας τούτης, προκύπτει ότι συντάκτης της Έκθεσης ήταν ο Υπαστυνόμος Λ. Θεμιστοκλέους. Δεδομένου του γεγονότος ότι πρόκειται για εξ ακοής μαρτυρία, το περιεχόμενο Έκθεσης θα πρέπει να τύχει αξιολόγησης στη βάση των προνοιών του άρθρου 27 του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Βασικότερος παράγοντας, ως εκεί υποδεικνύεται, είναι η δυνατότητα του διαδίκου που προσφέρει την εξ ακοής μαρτυρία, να καλέσει το πρόσωπο που προέβη στην αρχική δήλωση. Άλλοι, δε παράγοντες που υπέχουν σημασίας, είναι και ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, καθώς επίσης και το κατά πόσο, ενώπιον του Δικαστηρίου, μεταφέρεται αυτούσια/επακριβώς η αρχική δήλωση. Ως προκύπτει από την ενώπιον του Δικαστηρίου σχετική μαρτυρία (προερχόμενη, στην ουσία, από τον ίδιο τον Μ.Ε.3), αλλά και την κοινή λογική, το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου της Έκθεσης, αφορά σε πληροφορίες που λήφθηκαν κατά το στάδιο της διερεύνησης του επίδικου ατυχήματος, οι οποίες και μεταφέρθηκαν στο Τμήμα Τροχαίας Αρχηγείου. Επομένως, τα όσα καταγράφονται στην Έκθεση, στο βαθμό που αποδίδονται στον εξεταστή του ατυχήματος (Μ.Ε.3 – ο οποίος δεν μπορούσε να επιβεβαιώσει την ορθότητά τους), αποτελούν τουλάχιστον δευτέρου βαθμού εξ ακοής μαρτυρία, και εν απουσία σχετικής μαρτυρίας, δεν φαίνεται να αποτελούν επακριβή μεταφορά των αρχικών δηλώσεων που έγιναν, είτε από τον Μ.Ε.3 (εξεταστή του ατυχήματος), είτε από οποιονδήποτε άλλο αστυφύλακα ο οποίος και μεταβίβασε τις πληροφορίες αυτές στον συντάκτη της Έκθεσης. Επίσης, δεν δόθηκε καμία εξήγηση από πλευράς της Ενάγουσας, γιατί δεν κλήθηκε στο Δικαστήριο ο ίδιος ο συντάκτης της. Τέλος, ως ήδη σημειώθηκε ανωτέρω, ο Μ.Ε.3, ο οποίος, ενδεχομένως, να αποτελεί και το πρόσωπο το οποίο προέβη στις πλείστες αρχικές δηλώσεις που καταγράφονται στην Έκθεση, οι οποίες επιχειρείται να τεθούν ενώπιον του Δικαστηρίου, εν ήδη εξ ακοής μαρτυρίας, δεν ήταν σε θέση, είτε διά μνήμης, είτε διά γνώσης, να επιβεβαιώσει την ορθότητα του περιεχομένου της, παρά μόνο, να επιμένει σε αυτήν (στην ορθότητα), μόνο στη βάση της υπόθεσης ότι δεν έχει λόγο να πιστεύει ότι το πρόσωπο που την ετοίμασε δεν μετέφερε σωστά τις πληροφορίες που του δόθηκαν.
Κατά συνέπεια, λόγω της αδυναμίας του Μ.Ε.3 να επιβεβαιώσει την ορθότητα των γραφομένων επί της Έκθεσης, αλλά και του ιδίου του συμμετρικού σχεδίου που ετοίμασε (μέρος της Έκθεσης), το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων δεν μπορεί να τύχει οποιασδήποτε χρήση από το Δικαστήριο για σκοπούς επίλυσης του βασικού, υπό αμφισβήτηση, επίδικου ζητήματος, και δη των συνθηκών υπό τις οποίες επήλθε η σύγκρουση (βλ. επίσης Χαραλάμπους ν. Τυλληρή (2003) 1 Α.Α.Δ. 1701).
Η όποια άλλη μαρτυρία του Μ.Ε.3, η οποία δεν αμφισβητήθηκε, δεν κρίνεται βοηθητική, αφού αυτή αφορά, απλώς, στο ότι, ως αστυφύλακας, κλήθηκε να διερευνήσει το επίδικο ατύχημα, επισκέφθηκε τη σκηνή, προέβηκε σε διερεύνηση, και ακολούθως ετοίμασε κάποια σχέδια, χωρίς ωστόσο να ήταν σε θέση να βοηθήσει το Δικαστήριο για να αποφανθεί επί του, ανωτέρω, ζητούμενου.
Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1
Επιλέγω, καθηκόντως, να αξιολογήσω τη μαρτυρία των γιατρών μαζί, λόγω της συνάφειας της μαρτυρίας τους, αλλά και γιατί τούτοι κατέθεσαν ως εμπειρογνώμονες. Είναι με ευκολία που κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του Μ.Ε.2 για να καταλήξω στα όποια σχετικά ευρήματα. Τουναντίον κρίνω τη σχετική μαρτυρία του Μ.Υ.1 ως αξιόπιστη και επαρκή, ώστε στη βάση της να μπορώ να καταλήξω σε ανάλογα ευρήματα.
Προς επίρρωση της μόλις πιο πάνω εκφρασθείσας κρίσης μου, σημειώνω ότι, μάρτυρας που καταθέτει ενώπιον του Δικαστηρίου ως εμπειρογνώμονας, περιβάλλεται από καθήκον αντικειμενικότητας και αμεροληψίας, καθώς επίσης και επιπρόσθετο καθήκον να ενεχυριάσει το Δικαστήριο με όλα εκείνα τα απαραίτητα στοιχεία, λεπτομέρειες, και εχέγγυα, τα οποία θα επιτρέψουν στο τελευταίο, αφενός να μπορεί να εξετάσει την ορθότητα της γνώμης του μάρτυρα, και αφετέρου, στη βάση τους, να καταλήξει στα δικά του ανεξάρτητα συμπεράσματα (βλ. Philippou v. Odysseos (1989) 1 C.L.R. 1 και Σπύρου v. Χατζηχαραλάμπους (1989) 1(E) Α.Α.Δ. 298).
Δεδομένη της απόλυτης θέσης του Μ.Ε.2 ότι όλη, ανεξαιρέτως, η συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα τη μέρα του δυστυχήματος αλλά και καθ’ όλο το χρονικό διάστημα που τύγχανε επανεξέτασης από τον ίδιο (από τον Νοέμβριο 2012 μέχρι και τον Σεπτέμβριο 2013), είναι το αποτέλεσμα του επίδικου ατυχήματος, η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει δεκτή. Και τούτο γιατί, στη βάση των αποτελεσμάτων της πρώτης μαγνητικής τομογραφίας, στην οποία υπεβλήθη η Ενάγουσα την επομένη του ατυχήματος (Τεκμήριο 4(α)), αλλά και των δικών της, σχετικών, τοποθετήσεων, τούτη φέρεται να παρουσιάζει χρόνια μυελοπάθεια και χρόνιες εκφυλιστικές αλλοιώσεις, που προκάλεσαν στενώσεις, οι οποίες παθήσεις, όχι απλώς δεν συσχετίστηκαν με το επίδικο ατύχημα, αλλά λόγω της χρονιότητάς τους, κάτι που δέχτηκε και ο ίδιος ο Μ.Ε.2, αποδίδονται, αδιαμφισβήτητα, σε αιτίες του παρελθόντος. Πρόκειται δε για παθήσεις, οι οποίες, πάντα στη βάση της ενώπιον μου σχετικής μαρτυρίας - η οποία προέρχεται από αμφότερους τους υπό αξιολόγηση μάρτυρες (Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1) -, δικαιολογούν την παρουσίαση πόνου, αλλά και αιμωδίες στα άνω και κάτω άκρα, αλλά και αδυναμία στη χρήση των άκρων από τον ασθενή που τις παρουσιάζει. Εν πάση περιπτώσει, η απόλυτη αυτή θέση του Μ.Ε.2, εδράστηκε, ως επί το πλείστον, όχι επί της όποιας τυχόν επιστημονικής γνώμης του, αλλά πρωτίστως στη βάση του ότι εξέλαβε ως δεδομένο ότι η Ενάγουσα, ποτέ πριν το ατύχημα, δεν είχε την όποια συμπτωματολογία, και ότι επρόκειτο για ένα εντελώς υγιές πρόσωπο το οποίο παρουσίασε τούτη (συμπτωματολογία), μόνο κατόπιν του ατυχήματος. Τα δεδομένα αυτά, όμως, ως ήδη κρίθηκε ανωτέρω, δεν μπορούν να επιβεβαιωθούν από την ενώπιον του δικαστηρίου αποδεκτή μαρτυρία, ενόψει του ότι η σχετική, κατά μία εκδοχή της, μαρτυρία της Ενάγουσας, για τους λόγους που εξηγήθηκαν πιο πάνω, δεν έγινε δεκτή.
Από την άλλη, ο Μ.Υ.1, μολονότι στα αποτελέσματα της πρώτης μαγνητικής τομογραφίας (Τεκμήριο 4(α)), δεν αναφέρεται κάτι σχετικό, δεν απέκλεισε ή ακόμη και αποδέχθηκε, ότι συνεπεία του ατυχήματος η Ενάγουσα υπέστη κάταγμα πρόσθιου χείλους του άνω επιφυσιακού πετάλου του Α7 σπονδύλου (στη βάση των σχετικών ευρημάτων των επόμενων μαγνητικών τομογραφιών) και οίδημα των μαλακών μορίων, τα οποία χαρακτήρισε ως τραύματα που συμβαδίζουν με τραυματισμούς που υπόκειται πρόσωπο το οποίο τραυματίζεται στο πλαίσιο ενός ατυχήματος. Επίσης, απογαλάκτισε, πλήρως, από το δυστύχημα, την συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά την εξέτασή της από τον ίδιο το 2016, τόσο στη βάση της χρονιότητας των παθήσεων που αντιμετώπιζε τούτη προ του ατυχήματος και της εγγενούς συνάφειας της (της συμπτωματολογίας αυτής) με τις εν λόγω χρόνιες παθήσεις, όσο και της εικόνας που αποκόμισε από την ίδια την Ενάγουσα κατά την εξέταση της από αυτόν το 2016. Ο μάρτυρας αυτός (Μ.Υ.1), με πειστικότατο τρόπο και ειδικές αναφορές στο τι εστί η μυελοπάθεια και οι στενώσεις, και ποιες οι επιπτώσεις τους στον ασθενή, περιέγραψε την όλη συμπτωματολογία που παρουσίαζε η Ενάγουσα κατά την εξέταση της από τον ίδιο, αποδίδοντάς την (την εν προκειμένω συμπτωματολογία της) στις χρόνιες αυτές παθήσεις και όχι στα τραύματα της συνεπεία του επίδικου ατυχήματος. Ήταν δε πειστικός, στη βάση της εικόνας της Ενάγουσας κατά το 2016 – την οποία μετέφερε στο Δικαστήριο -, στη θέση που εξέφρασε ότι τούτη, κατά την εξέτασή της από αυτόν, ήταν σε θέση να εργαστεί, αν αυτό επιθυμούσε.
Επαναλαμβάνω, στο σημείο αυτό, ότι, ο Μ.Ε.2, δεν εξέφρασε καμία γνώμη ως προς τη δυνατότητα της Ενάγουσας να εργαστεί μετά τη λήξη της άδειας ασθενείας που της χορήγησε (έληξε στις 31.03.2013), παρά το γεγονός ότι τούτη αποτελούσε ασθενή του μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013, ούτε και ερωτήθηκε για να αναφερθεί στο γιατί περιόρισε την εν προκειμένω άδειά της μέχρι τις 31.03.2013. Ούτε, από πλευράς της Ενάγουσας, προσκομίστηκε καμία άλλη, σχετική, ιατρική μαρτυρία, με αποτέλεσμα, η μόνη, σχετική, με τέτοια δυνατότητά της, ιατρική μαρτυρία, να προέρχεται από τον Μ.Υ.1.
Επί ενός άλλου επίδικου ζητήματος, στη βάση της μαρτυρίας και των δύο γιατρών, η όποια μελλοντική εγχείρηση δεν φαίνεται να προκύπτει ως υπαρκτό ενδεχόμενο λόγω της μεγάλης παρόδου χρόνου από όταν επεσυνέβη το ατύχημα και της μη επιδείνωσης της κατάστασης της Ενάγουσας. Δεδομένου, ακριβώς, του λόγου για τον οποίο θα προέκυπτε μια τέτοια ανάγκη (στη βάση των θέσεων τόσο του Μ.Ε.2 όσο και του Μ.Υ.1), και δη την ενδεχόμενη επιδείνωση της κατάστασης της Ενάγουσας, και την, επακόλουθη, προσπάθεια αποσυμφόρησης του μυελού για σκοπούς σταθερότητας ή ακόμη και ελαφριάς καλυτέρευσης των συμπτωμάτων της, δεν προκύπτει τέτοια ανάγκη λόγω της σταθερότητας η, ακόμα, και της καλυτέρευσης της σχετικής συμπτωματολογίας της Ενάγουσας, αλλά και της παρόδου 12, και πλέον, ετών από το επίδικο ατύχημα.
Δεν μου διαφεύγει ότι ενώπιον του Δικαστηρίου έχουν κατατεθεί ως τεκμήρια διάφορα ιατρικά πιστοποιητικά και ή εκθέσεις που ετοιμάστηκαν κατόπιν διαγνωστικών εξετάσεων στις οποίες υπεβλήθη η Ενάγουσα. Τα έγγραφα αυτά αποτελούν, στην ουσία, εξ ακοής μαρτυρία. Στο βαθμό δε που μέσω των εν λόγω εγγράφων μεταφέρεται στο Δικαστήριο η συμπτωματολογία της Ενάγουσας στη βάση δικών της αναφορών που έγιναν προς τους συντάκτες των εγγράφων, τούτες αποτελούν δευτέρου, τουλάχιστον, βαθμού εξ ακοής μαρτυρία – η Ενάγουσα ουδέποτε αναφέρθηκε, ειδικώς, στο τι ανέφερε προς τους εν λόγω γιατρούς – και δεν φαίνεται να μεταφέρονται οι αρχικές δηλώσεις αυτούσιες. Οι δε συντάκτες των εγγράφων αυτών, θα μπορούσαν να παρουσιαστούν ενώπιον του Δικαστηρίου ως μάρτυρες (δεν αναφέρθηκε κάτι διαφορετικό), πλην όμως η πλευρά της Ενάγουσας δεν έδωσε καμία εξήγηση γιατί δεν τους κάλεσε να καταθέσουν. Στο βαθμό τώρα που στα έγγραφα αυτά αναφέρεται η γνώμη των γιατρών (εμπειρογνώμονες), μέσω τους, δεν μεταφέρονται τα αναγκαία στοιχεία, εχέγγυα και λεπτομέρειες που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να εξετάσει την ορθότητα των εν προκειμένων γνωμών, ώστε, ακολούθως, να δύναμαι να καταλήξω στα δικά μου ανεξάρτητα συμπεράσματα. Στη βάση των πιο πάνω δεδομένων, δεν μπορώ να προσδώσω καμία βαρύτητα στο περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων, τόσο στη βάση των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας, όσο και στη βάση των αρχών που διέπουν την αξιολόγηση μαρτυρίας εμπειρογνώμονα.
Κατά συνέπεια, στο βαθμό που η μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Υ.1 συγκρούεται, προβαίνω σε ευρήματα, ως η μαρτυρία του Μ.Υ.1.
Τελικά ευρήματα
Στη βάση της πιο πάνω αξιολόγησης, δυστυχώς το δικαστήριο αδυνατεί, με ασφάλεια, να καταλήξει ως προς τις συνθήκες υπό τις οποίες επεσυνέβη το επίδικο ατύχημα, κάτι που του στερεί τη δυνατότητα να εξετάσει αν ο Εναγόμενος οδήγησε, καθ' οιονδήποτε τρόπο, αμελώς, και δη αν η οδική συμπεριφορά του αποτελεί έστω μέρος των γενεσιουργών αιτιών που προκάλεσαν το ατύχημα, κρίση απαραίτητη για να μπορεί να του αποδοθεί οποιαδήποτε ευθύνη για τούτο και κατά συνέπεια να μπορεί, έστω μερικώς, να επιτύχει η παρούσα αγωγή.
Εντελώς παρεμφερώς, και τούτο για να είναι καταγραμμένη η σχετική θέση μου, επί των επιπτώσεων του ατυχήματος στην Ενάγουσα, μπορώ με ασφάλεια να καταλήξω ότι, συνεπεία του, η Ενάγουσα υπέστη οίδημα μαλακών μορίων αυχένα, καθώς επίσης και κάταγμα πρόσθιου χείλους του άνω επιφυσιακού πετάλου του Α7 σπονδύλου, τραύματα τα οποία της προκάλεσαν σοβαρό πόνο και οδύνη, με αποτέλεσμα να μεταφερθεί εσπευσμένα στις Πρώτες Βοήθειες του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας και ακολούθως να κρατηθεί εκεί για νοσηλεία περί τον 1 μήνα. Προφανώς, συνεπεία και της χρόνιας μυελοπάθειας από την οποία έπασχε, αλλά και των χρόνιων εκφυλιστικών αλλοιώσεων που της προκάλεσαν στενώσεις – παθήσεις που προϋπήρχαν του επίδικου ατυχήματος -, ως ευάλωτο πρόσωπο, ταλαιπωρήθηκε έτι περισσότερο από τους επίδικους τραυματισμούς της, πλην όμως, αδυνατώ να καταλήξω με ασφάλεια ως προς την όποια τέτοια επιδείνωση, αφού ελλείπει αποδεκτή μαρτυρία προσδιοριστική της, προ του ατυχήματος, ακριβούς, κλινικής κατάστασης της και δη της όποιας συμπτωματολογίας παρουσίαζε συνεπεία των προϋπαρχουσών αυτών χρόνιων παθήσεών της. Αδυνατώ, επίσης, να καταλήξω με ασφάλεια στο χρονικό σημείο κατά το οποίο επουλώθηκαν τα προκληθέντα από το ατύχημα τραύματά της, καθώς, επίσης, και στο πότε έπαψε να παρουσιάζει σχετική με αυτά συμπτωματολογία. Ωστόσο, δεδομένης της λήξης, στις 31.03.2013, της άδειας ασθενείας που της χορήγησε ο Μ.Ε.2 (ο οποίος συνέχιζε να την παρακολουθεί μέχρι και τον Σεπτέμβριο του 2013) και της αποδοχής της σχετικής μαρτυρίας του Μ.Υ.1, καταλήγω ότι η Ενάγουσα, σε κάποιο χρόνο, μετά το εξιτήριο της από το νοσοκομείο και την επούλωση του κατάγματος, από τη μια, και του οιδήματος των μαλακών μορίων του αυχένα, από την άλλη, και σε χρόνο πριν ή κατά την λήξη της άδειας ασθενείας που της χορήγησε ο Μ.Ε.2, επανήλθε στην ίδια κατάσταση που βρισκόταν προ του ατυχήματος και μπορούσε, αν το επιθυμούσε, να εργαστεί. Η Ενάγουσα έκλεισε το 65ο έτος της ηλικίας της, και, κατά συνέπεια, συνταξιοδοτήθηκε, εντός του Μαρτίου 2013, και δη σε χρόνο πριν τη λήξη της άδειας ασθενείας της και ουδέποτε αιτήθηκε στους εργοδότες της όπως συνεχίσει να εργάζεται στο Νηπιαγωγείο, ούτε και τα πρόσωπα που είχαν την εξουσία να αποφασίσουν για μια τέτοια, ενδεχόμενη, συνέχιση, εξέτασαν ποτέ σχετικό ζήτημα. Επίσης, δεν προκύπτει η αναγκαιότητα διενέργειας της, επικαλούμενης από την Ενάγουσα, μελλοντικής εγχείρησης. Για το χρονικό διάστημα που η Ενάγουσα βρισκόταν με άδεια ασθενείας, εισέπραξε τη μισθοδοσία της από τον Κοινοτάρχη της Περιστερώνας. Η Ενάγουσα, στη βάση των σχετικών δηλώσεων του συνηγόρου των Εναγομένων κατά την κατάθεση των Τεκμηρίων/Αποδείξεις 12(α), 12(β), 12(γ), 12(δ), 12(ε), 13, 15, 17 και 19[7], επί πλήρους ευθύνης του Εναγόμενου 1 για το επίδικο ατύχημα, θα δικαιούτο, ως ειδικές αποζημιώσεις, το συνολικό ποσό των €617.86 (η όποια άλλη, σχετική με τις επιζητούμενες ειδικές αποζημιώσεις, μαρτυρία της Ενάγουσας, για τους λόγους που εξηγήθηκαν, ανωτέρω, κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας της, δεν έγινε δεκτή και, εν πάση περιπτώσει, ήταν εντελώς γενική, αόριστη και δεν συσχετίστηκε με τα προκληθέντα από το επίδικο ατύχημα τραύματά της).
Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή στο νομικό πλαίσιο που τη διέπει
Στη βάση των πιο πάνω τελικών ευρημάτων μου, καθίσταται ξεκάθαρο ότι η παρούσα αγωγή δεν μπορεί να επιτύχει και κατά συνέπεια τούτη απορρίπτεται.
Παρά την απόρριψη της αγωγής για τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω, εν πάση περιπτώσει, τούτη, σε σχέση με τον Εναγόμενο 2, θα απορριπτόταν και για τον λόγο ότι δεν τέθηκαν ενώπιον του δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα που να τον καθιστούσαν εκ προστήσεως υπεύθυνο για τις οποιεσδήποτε πράξεις ή παραλείψεις του Εναγομένου 1, ως η ευθύνη αυτή έχει αναγνωριστεί νομολογιακώς (βλ. σχετική νομική πτυχή ανωτέρω). Και τούτο γιατί, το μόνο σχετικό, που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου, είναι ότι ο Εναγόμενος 2 ήταν ο ιδιοκτήτης του οχήματος το οποίο οδηγούσε ο Εναγόμενος 1, χωρίς, καθ' οιονδήποτε τρόπο, να συσχετιστεί τούτος με τους λόγους για τους οποίους ο τελευταίος οδηγούσε το όχημα του, ώστε να είναι δυνατό, στη βάση των πιο πάνω νομολογιακών αρχών, να αποδοθεί σε αυτόν εκ προστήσεως ευθύνη για τις όποιες πράξεις ή παραλείψεις του.
Ως προς τα έξοδα, δεν έχω λόγο για να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας, και, κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον της Ενάγουσας, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Το σημείωσε με το γράμμα Χ επί του συμμετρικού σχεδίου.
[2] Η σχετική αναφορά της ήταν «Ήταν όριο 50; Μέχρι 50; Αφού είμασταν μες το χωριό ακόμα.»
[3] Βλέπε σχετική δικογράφηση στην Υπεράσπιση (παράγραφος 6).
[4] Τόσο θεράποντες όσο και ιατροί που την υπέβαλαν σε διαγνωστικές εξετάσεις.
[5] Τέτοιες εκθέσεις κατατέθηκαν ως τεκμήρια στο πλαίσιο των παραδεκτών γεγονότων, ως έγγραφα που είχε η Ενάγουσα στην κατοχή της και όχι για την αλήθεια του περιεχομένου τους.
[6] Μεταξύ των οποίων και η έκθεσή του Μ.Ε.2, Τεκμήριο 6.
[7] Βλ. παραδεκτά γεγονότα (Έγγραφο Χ) και σχετική δήλωση του μετά το πέρας της αντεξέτασης της Ενάγουσας, στο πρακτικό ημερ. 11.03.2024.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο