ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής 2829/2020
Μεταξύ:
1. Goran Bojovic
2. Tadej Pocivavsek
3. Matej Pocivavsek
Εναγόντων
και
1. Richard Baker
2. Gaddoel Limited
3. Frozaria Limited
4. Dejan Smuk
5. CEE Equity Partners Limited
6. Igor Hrzic
7. China Central and Eastern Europe Investmen Co operation Fund SCS SICAV-SIF
8. MS Meridien Nominees Ltd
9. MS Meridian Directors Ltd
10. Μαρία Σαβεριάδου
Εναγομένων
ΩΣ ΕΤΡΟΠΟΠΟΙΗΘΗΚΕ ΔΥΝΑΜΕΙ ΔΙΑΤΑΓΜΑΤΟΣ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 9/11/2020
1. Goran Bojovic
2. Tadej Pocivavsek
3. Matej Pocivavsek
Εναγόντων
και
1. Richard Baker
2. Gaddoel Holdings Limited
3. Frozaria Limited
4. Dejan Smuk
5. CEE Equity Partners Limited
6. Igor Hrzic
7. China Central and Eastern Europe Investment Co-operation Fund SCS SICAV-SIF
8. MS Meridien Nominees Ltd
9. MS Meridian Directors Ltd
10. Μαρία Σαβεριάδου
Εναγομένων
Αίτηση Ημερομηνίας 9.10.2020 για έκδοση προσωρινού Διατάγματος
Ημερομηνία: 13 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα 1- Αιτητή: κα Σ. Ματθαίου για Chrysses Demetriades & Co LLC
Για Ενάγοντες 2 και 3 - Αιτητές: κα Μύρια Πορνάρη για Giorgos Landas LLC
Για Εναγόμενους 1, 2 και 4 – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Χ. Αρτέμης για Τορναρίτης και Σια Δ.Ε.Π.Ε
Για τους Εναγόμενους 3, 5, 6 και 7 – Καθ’ ων η αίτηση: κ. Κύπρος Ιωαννίδης μαζί με κα Γ. Κακούρη για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδης Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Εναγόμενους 8, 9 και 10 – Καθ’ ων η αίτηση: κα Ντ. Τριανταφυλλίδη για Χρίστος Μ. Τριανταφυλλίδης Δ.Ε.Π.Ε
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αυτή η αγωγή καταχωρήθηκε στις 7.10.2020 με Γενικά Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα. Στις 29.4.24 καταχωρήθηκε η Έκθεση Απαίτησης με την οποία οι Ενάγοντες αξιώνουν από τους Εναγόμενους διάφορες θεραπείες, μεταξύ αυτών και αποζημιώσεις ύψους €10.615,906 πλέον τόκους. Οι Ενάγοντες αποδίδουν στους Εναγόμενους παράνομες ενέργειες, δόλο και ή απάτη και ή ψευδείς παραστάσεις και ή συνομωσία προς εξαπάτηση και ή παράβαση συμφωνίας. Ειδικότερα, στους Εναγόμενους 1, 8 και 10 αποδίδουν πως κατά παράβαση της μεταξύ τους συμφωνίας, με την οποία οι τελευταίοι θα ενεργούσαν ως καταπιστευματοδόχοι (trustees) και ή εντολοδόχοι και ή αντιπρόσωποι τους, ενήργησαν με τέτοιο τρόπο, ώστε οι Ενάγοντες να υποστούν ζημιά.
Με αυτή την αίτηση, οι Αιτητές αιτούνται από το Δικαστήριο τα πιο κάτω:
(Α) Απαγορευτικό διάταγμα (Freezing Order) που να απαγορεύει στους Εναγόμενους να αποξενώσουν, μεταβιβάσουν ή επιβαρύνουν οποιαδήποτε περιουσιακά στοιχεία (εντός και εκτός Κύπρου) τα οποία έμμεσα ή άμεσα ανήκουν σε αυτούς μέχρι το ποσό των €10.615.905,61, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. Αυτό περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων μετοχές στις εταιρείες Enlux και JRS και τραπεζικούς λογαριασμούς.
(Δ) Υποβοηθητικό διάταγμα αποκάλυψης όλων των περιουσιακών στοιχείων που καλύπτονται από το αιτητικό (Α) ανωτέρω.
(Ε) Απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1 μέχρι 7 να συγκαλούν συνελεύσεις του διοικητικού συμβουλίου και/ή των μετόχων των εταιρειών Enlux και JRS και/ή να εγκρίνουν οποιοδήποτε ψήφισμα για οποιαδήποτε αλλαγή μετοχών των εταιρειών Enlux και JRS και/ή να προβαίνουν σε τροποποίηση του καταστατικού των εταιρειών Enlux και JRS και/ή σε μείωση του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 στις εν λόγω εταιρείες, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
(ΣΤ) Απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους να καταστρέψουν και/ή αλλοιώσουν οποιοδήποτε έγγραφο το οποίο σχετίζεται με τα περιουσιακά στοιχεία που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν σε αυτούς.
(Ζ και Η) Διατάγματα αποκάλυψης εναντίον τραπεζικών ιδρυμάτων προς αποκάλυψη πληροφοριών και έγγραφων που κατέχουν σε σχέση με την διακίνηση κεφαλαίων στους λογαριασμούς των Εναγόμενων 1 μέχρι 7.
(Θ) Διάταγμα που να επιτρέπει στους Αιτητές να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε πληροφορία και/ή έγγραφο που θα αποκαλυφθεί δυνάμει των αιτητικών (Ζ) και (Η), προς υποστήριξη της Ενδιάμεσης Αίτησης και άλλων δικαστικών διαβημάτων που θα εγερθούν στην Κύπρο ή σε άλλη χώρα εναντίον των Εναγόμενων ή άλλων προσώπων και
(Ι) Απαγορευτικό διάταγμα που να απαγορεύει στους Εναγόμενους 1, 3 μέχρι 7 να προβούν σε οποιαδήποτε μέτρα εναντίον των Αιτητών για σκοπούς ενεργοποίησης των υποχρεώσεων των Αιτητών για πληρωμή ποσών δυνάμει των συμφωνιών μεταξύ τους, μέχρι την τελική εκδίκαση της αγωγής.
Σημειώνεται ότι τα αιτητικά Β.1,2 και 3 της αίτησης τα οποία αφορούσαν την έκδοση αντιαγωγικών διαταγμάτων αποσύρθηκαν στις 27.6.24.
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 21, 22, 29-32 και 41-43 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/60, στα άρθρα 4 έως 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ.6, στα Άρθρα 1 έως 10 του περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμου Αρ. 31(1)/92, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.6, 39, 48 ΘΘ 1-9 και Δ.64, στα Άρθρα 2-5 του περί Δολίων Μεταβιβάσεων (Ακύρωση) Νόμου Κεφ. 62, στη Νομολογία, στις αρχές που σχετίζονται με τα διατάγματα τύπου Norwich Pharmacal, στις αρχές του Κοινοδικαίου και της Επιείκειας και στη διακριτική ευχέρεια και τις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η αίτηση φαίνονται στην Ένορκη Δήλωση του Θωμά Χριστοδούλου, δικηγόρου στην Δικηγορική Εταιρεία Chrysses Demetriades & Co LLC, δικηγόροι των Αιτητών ο οποίος δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση και εξηγεί γιατι ορκίζεται ο ίδιος αντί οι Αιτητές. Τα γεγονότα στα οποία ο ενόρκως δηλών αναφέρεται είναι εκτενή και τα παραθέτω πιο κάτω, όπως προσπάθησα να τα συνοψίσω:
Η Σχέση Εμπιστοσύνης και ο Ρόλος του Richard Baker, Εναγόμενου 1.
Οι Αιτητές, οι οποίοι είναι Σλοβένοι επιχειρηματίες ισχυρίζονται ότι συμφώνησαν με τον Richard Baker να ενεργήσει ως επίτροπος-εμπιστευματοδόχος (nominee/trustee) τους. Ο Baker ανέλαβε να ιδρύσει την κυπριακή εταιρεία Gaddoel Limited ως "όχημα" (SPV) για την πώληση των μετοχών των Αιτητών στις Σλοβενικές εταιρείες Enlux και JRS.
Πραγματικοί Δικαιούχοι (UBOs): Συμφωνήθηκε ότι ο Εναγόμενος 1 θα ενεργούσε ως εμπιστευματοδόχος και ότι οι Αιτητές θα παρέμεναν οι πραγματικοί δικαιούχοι της Gaddoel, ενώ ο Baker θα εμφανιζόταν ως ο τελικός δικαιούχος, νόμιμος ιδιοκτήτης για να διευκολύνει τις διαδικασίες λόγω της εμπειρίας του. Οι Ενάγοντες θα παρέμειναν ανώνυμοι. Εμπιστεύτηκαν στα τυφλά τον Εναγόμενο 1 και δεν υπέγραψαν οποιοδήποτε έγγραφο εμπιστεύματος μαζί του.
Μεταβίβαση Μετοχών: Οι Αιτητές μετέφεραν τις μετοχές τους στην Gaddoel (αξίας εκατομμυρίων ευρώ) στη βάση αυτής της εμπιστοσύνης, στη βάση των συμφωνιών 26.9.16 (SPA.1 ,2). Αν είχαν αμφιβολίες, δεν θα προέβαιναν ποτέ σε αυτή την κίνηση.
Μετά τη μεταφορά των μετοχών, ο Baker άρχισε να ασκεί πλήρη έλεγχο στην Gaddoel ως "πραγματικός δικαιούχος", παραβιάζοντας τις υποσχέσεις του. Στις 10.11.16 υπογράφτηκε η συμφωνία αγοράς σύμφωνα με την οποία πωλητής ήταν η Gaddoel και αγοραστής η Frozaria. Οι αιτητές υπέγραψαν συμφωνία εγγύησης ως προϋπόθεση του SPA.3. Στις 12/10/2017, οι μετοχές της Gaddoel μεταβιβάστηκαν στον Baker χωρίς τη γνώση ή την έγκριση των Αιτητών.
Στον Baker αποδίδεται ότι κατακράτησε το τίμημα πώλησης των μετοχών (περίπου €10,6 εκ.) και αρνήθηκε να το διανείμει στους Αιτητές, παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις τους.
Ο Baker φέρεται να απαίτησε "εξαψήφια αμοιβή" ή ακόμα και ποσό €5 εκατομμυρίων (που δεν είχε συμφωνηθεί) ως προϋπόθεση για να παραδώσει τον έλεγχο της Gaddoel πίσω στους Αιτητές.
Συνωμοσία μεταξύ των Εναγομένων : Υποστηρίζεται ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 7 συνωμότησαν για να μειώσουν το ποσό που έπρεπε να καταβληθεί στους Αιτητές μέσω της Gaddoel. Δημιούργησαν "πλασματικές ειδοποιήσεις αξίωσης" για να εμποδίσουν την αποδέσμευση χρημάτων από τον φορέα μεσεγγύησης (escrow agent) προς τους Αιτητές. Ο Baker και ο Dejan Smuk (Εναγόμενος 4) κατά τον ισχυρισμό των αιτητών ενεργούσαν ταυτόχρονα και για τις δύο πλευρές της συναλλαγής, εξυπηρετώντας τα δικά τους συμφέροντα.
Η Διαιτησία στη Βιέννη: Οι Αιτητές ισχυρίζονται ότι η διαιτησία (ARB-5625) που ξεκίνησε η Frozaria (Εναγόμενη 3) κατά της Gaddoel είναι δόλια. Σκοπός είναι να εξασφαλιστεί μια απόφαση χωρίς την ουσιαστική συμμετοχή των Αιτητών, η οποία θα εκμηδενίσει τις απαιτήσεις τους.
Ενεργοποίηση Εγγυήσεων: Φοβούνται ότι η απόφαση αυτή θα χρησιμοποιηθεί για να στραφούν οι Εναγόμενοι εναντίον των Αιτητών προσωπικά, βάσει των Συμφωνιών Εγγύησης που είχαν υπογράψει.
Κίνδυνος Αποξένωσης: Υπάρχει άμεσος κίνδυνος οι Εναγόμενοι να εξαφανίσουν τα περιουσιακά στοιχεία, ειδικά μετά την έναρξη ποινικής δίωξης εναντίον του Baker και άλλων (Υπόθεση 14525/2020).
Δικαιολόγηση Καθυστέρησης: Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της αγωγής αποδίδεται στην πολυπλοκότητα των γεγονότων, τον τεράστιο όγκο τεκμηρίων και τις μακρόχρονες προσπάθειες των Αιτητών να βρουν μια φιλική λύση πριν καταφύγουν στη δικαιοσύνη.
Καταχωρήθηκαν ξεχωριστές ενστάσεις εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση 1, 2 και 4, εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση 3, 5, 6 και 7, καθώς και εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση 8, 9 και 10.
Και οι τρεις ενστάσεις συγκλίνουν στο ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Συγκεκριμένα, προβάλλεται ότι οι Αιτητές απέτυχαν να αποσείσουν το βάρος απόδειξης αναφορικά με την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, καθώς και την ορατή πιθανότητα επιτυχίας ή το δικαίωμα σε θεραπεία. Επιπρόσθετα, οι Καθ’ ων η Αίτηση ισχυρίζονται ότι:
Απουσία Κατεπείγοντος και Καθυστέρηση: Υπάρχει αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της αίτησης, δεδομένου ότι οι ισχυρισμοί βασίζονται σε γεγονότα των ετών 2016 και 2017, ενώ η δικαστική διαδικασία ξεκίνησε τον Σεπτέμβριο του 2020.
Έλλειψη Ανεπανόρθωτης Ζημιάς: Δεν έχει καταδειχθεί ότι οι Αιτητές θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά σε περίπτωση μη έκδοσης των διαταγμάτων, ούτε ότι θα είναι αδύνατη η απονομή πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο.
Ισοζύγιο της Ευχέρειας: Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ των Εναγομένων, καθιστώντας την έκδοση των διαταγμάτων μη δίκαιη και πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
Ανεπάρκεια Μαρτυρίας: Η αίτηση στερείται επαρκούς και αποδεκτής μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση τόσο δραστικών μέτρων.
Κακή Πίστη: Αποδίδεται στους Αιτητές ότι δεν προσήλθαν στο Δικαστήριο με «καθαρά χέρια» και ότι προβαίνουν σε παραπλάνηση του Δικαστηρίου.
Τέλος, όσον αφορά ειδικά τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης, οι Εναγόμενοι συμπλέουν στη θέση ότι αυτά είναι αόριστα και γενικά, δεν είναι αναγκαία για την αποτελεσματικότητα της κύριας θεραπείας και συνιστούν ανεπίτρεπτη προσπάθεια «αλίευσης μαρτυρίας» (fishing expedition).
Πέραν των κοινών λόγων, οι Καθ’ ων η Αίτηση 1,2 και 4 εγείρουν τους εξής ισχυρισμούς: ότι δεν υφίσταται βάση αγωγής ή αγώγιμο δικαίωμα εναντίον των συγκεκριμένων προσώπων, ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι υπερβολικά «δρακόντεια» και υπέρ του δέοντος περιοριστικά και ότι από το 2020 οι Αιτητές δεν προώθησαν την αγωγή, παραλείποντας να καταχωρίσουν ακόμη και Έκθεση Απαίτησης.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση 3, 5, 6 και 7 εστιάζουν στην έλλειψη αναγκαιότητας των διαταγμάτων αποκάλυψης για τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας των υπολοίπων θεραπειών και υποστηρίζουν ότι το πραγματικό υπόβαθρο που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είναι ελλιπές και δεν δικαιολογεί την παρέμβαση του Δικαστηρίου.
Οι Καθ’ ων η Αίτηση 8, 9 και 10 ισχυρίζονται ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τις αιτούμενες θεραπείες λόγω της εφαρμογής της αρχής "ex turpi causa non oritur actio", δηλαδή, ότι η αξίωση των Εναγόντων πηγάζει από παράνομη πράξη, ότι υφίστανται συνταγματικές παραβιάσεις, ήτοι των άρθρων 23 και 30 του Συντάγματος, και ότι η αίτηση είναι παράτυπη, αντικανονική και στερείται νομικού ερείσματος.
Η Ένορκη Δήλωση του Richard Baker, η οποία υποστηρίζει την ένσταση των Εναγομένων1, 2 και 4 είναι ιδιαίτερα λεπτομερής και εστιάζει στην αποδόμηση των ισχυρισμών των Εναγόντων. Παραθέτω πιο κάτω σύντομη περίληψη των κύριων σημείων της: Ο ενόρκως δηλών δίνει έμφαση στο γεγονός ότι η Αίτηση στερείται του στοιχείου του κατεπείγοντος, το οποίο είναι εκ των ων ουκ άνευ για την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Αναφέρει ότι τα γεγονότα στα οποία βασίζονται οι Ενάγοντες ανάγονται στο έτος 2016 και 2017, ισχυρίζεται δε ότι οι Ενάγοντες είχαν πλήρη γνώση των γεγονότων αυτών πολύ πριν την καταχώρηση της Αγωγής. Η καθυστέρηση των τριών και πλέον ετών στην αναζήτηση θεραπείας αναιρεί, κατά τη θέση του την ανάγκη για δικαστική παρέμβαση σε αυτό το στάδιο. Περαιτέρω, ο ομνύοντας υποστηρίζει ότι η ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση των Εναγόντων δεν αποκαλύπτει καμία νομική βάση εναντίον του προσωπικά ή εναντίον των Εναγομένων 2 και 4, χαρακτηρίζει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως γενικούς, αόριστους και συμπερασματικούς, ενώ αρνείται ότι υπήρξε οποιαδήποτε δόλια συμπεριφορά ή συνωμοσία από μέρους του και ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες απέτυχαν να στοιχειοθετήσουν εκ πρώτης όψεως υπόθεση εναντίον του. Ως προς το τελευταίο, ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες χρησιμοποιούν βαρύγδουπους όρους όπως «δόλος», «απάτη» και «συνωμοσία», χωρίς όμως να παραθέτουν συγκεκριμένα γεγονότα ή λεπτομέρειες που να συνδέουν τον ίδιο άμεσα με τις κατ' ισχυρισμό παράνομες πράξεις. Διατείνεται επίσης ότι οι όποιες ενέργειες του έγιναν στα πλαίσια των επαγγελματικών του καθηκόντων και δεν θεμελιώνουν προσωπική αστική ευθύνη απέναντι στους Ενάγοντες και επισημαίνει ότι η μαρτυρία των Εναγόντων δεν καταδεικνύει πώς οι δικές του πράξεις προκάλεσαν τη συγκεκριμένη ζημιά που επικαλούνται, καθιστώντας την αγωγή εναντίον του νομικά αβάσιμη.
Πρόσθετα, αποδίδει στους Ενάγοντες παραπλάνηση του Δικαστηρίου. Ισχυρίζεται ότι οι Αιτητές απέκρυψαν σκόπιμα στοιχεία και γεγονότα που, αν παρουσιάζονταν, θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου και υποστηρίζει ότι η παρουσίαση των γεγονότων από τους Ενάγοντες είναι επιλεκτική και μονομερής. Συγκεκριμένα, υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν μια μονόπλευρη εκδοχή της ιστορίας, αποκρύπτοντας έγγραφα και αλληλογραφία που θα μπορούσαν να δώσουν μια εντελώς διαφορετική ερμηνεία στις πράξεις των Εναγομένων. Ισχυρίζεται επίσης ότι οι Ενάγοντες δεν αποκάλυψαν τη δική τους εμπλοκή ή γνώση σε συγκεκριμένες συναλλαγές, προσπαθώντας να εμφανιστούν ως ανυποψίαστα θύματα ενώ δεν ήταν και τονίζει ότι οι Ενάγοντες απέκρυψαν το γεγονός ότι γνώριζαν τα επίδικα θέματα πολύ νωρίτερα από ό,τι ισχυρίζονται στην αίτηση, ώστε να αποφύγουν την κατηγορία της αδικαιολόγητης καθυστέρησης.
Προβάλλει δε το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν ανέφεραν στοιχεία που αποδεικνύουν τη φερεγγυότητα και τη σταθερότητα των Εναγομένων, προκειμένου να δημιουργήσουν μια ψευδή αίσθηση κατεπείγοντος κινδύνου για τα περιουσιακά τους στοιχεία. Σχετικά με το αίτημα για διάταγμα παγοποίησης, ο ενόρκως δηλών ισχυρίζεται ότι δεν έχει παρουσιαστεί καμία μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι υπάρχει πραγματικός κίνδυνος μετακίνησης ή απόκρυψης περιουσιακών στοιχείων από τους Εναγόμενους με σκοπό την καταστρατήγηση μιας ενδεχόμενης απόφασης και ότι η απλή ύπαρξη περιουσιακών στοιχείων στο εξωτερικό ή η φύση των εταιρειών δεν συνιστά από μόνη της κίνδυνο αποξένωσης. Σε σχέση δε με τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης (τύπου Norwich Pharmacal) υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες δεν χρειάζονται τις πληροφορίες για να προωθήσουν την υπόθεση τους, αλλά τις ζητούν για να «ψαρέψουν» μαρτυρία για άλλες διαδικασίες ή για να ασκήσουν αθέμιτη πίεση και ότι οι θεραπείες αυτές είναι υπέρμετρα καταπιεστικές και παραβιάζουν το απόρρητο των δραστηριοτήτων των Εναγομένων. Τέλος, ο ενόρκως δηλών δηλώνει ότι η ζημιά που θα υποστούν οι Εναγόμενοι από τη δέσμευση των περιουσιακών τους στοιχείων και την αποκάλυψη εγγράφων θα είναι ανεπανόρθωτη και δυσανάλογη σε σχέση με οποιοδήποτε όφελος των Εναγόντων, οι οποίοι μπορούν να αποζημιωθούν πλήρως με χρηματικές αποζημιώσεις εάν κερδίσουν την αγωγή.
Την ένσταση των Εναγομένων 8, 9 και 10 υποστηρίζει η ένορκη δήλωση της Μαρίας Σαβεριάδου. Η τελευταία υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες δεν δικαιούνται τις θεραπείες του Δικαστηρίου. Ως αναφέρει, οι εν λόγω Εναγομένοι γνώριζαν ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 ήταν ο μοναδικός τελικός πραγματικός δικαιούχος της Καθ’ ης η αίτηση 2 και παραθέτει γεγονότα που υποστηρίζουν τη θέση της. Επίσης, ότι η αξίωση των Εναγόντων βασίζεται ή σχετίζεται με δικές τους παράνομες ή αντικανονικές πράξεις. Υποστηρίζεται ότι οι Ενάγοντες ενεπλάκησαν σε χρηματοοικονομικές συναλλαγές και συμφωνίες που παραβίαζαν το ισχύον κανονιστικό πλαίσιο ή είχαν ως σκοπό την παράκαμψη νόμιμων διαδικασιών. Προβάλλεται το γεγονός ότι οι Ενάγοντες δεν προσέρχονται στο Δικαστήριο με την απαραίτητη καθαρότητα, καθώς απέκρυψαν τη δική τους υπαίτια συμμετοχή στο πλέγμα των γεγονότων που τώρα παρουσιάζουν ως απάτη των Εναγομένων. Οι ίδιοι οι Ενάγοντες τους βεβαίωσαν ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 1 ήταν ο τελικός πραγματικός δικαιούχος της Καθ’ ης η αίτηση 2. Όσον αφορά το ρόλο των Nominees (Ονομαστικοί Μέτοχοι/Σύμβουλοι), προβάλλει τη θέση ότι είναι επαγγελματίες πάροχοι υπηρεσιών που ενεργούν στη βάση οδηγιών και εντός του νόμου. Δεν έχουν προσωπικό συμφέρον στη διαφορά μεταξύ των Εναγόντων και των υπολοίπων Εναγομένων και η συμπερίληψη τους στην αίτηση για δρακόντεια διατάγματα είναι αδικαιολόγητη και πλήττει την επαγγελματική τους φήμη χωρίς να υπάρχει μαρτυρία για δόλο από μέρους τους.
Τέλος, η ένσταση των Εναγόμενων 3,5,6 και 7 στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Παυλίνας Γιαννακού, η οποία δίνει ιδιαίτερη βαρύτητα στην έλλειψη μαρτυρίας που να συνδέει τους πιο πάνω Εναγόμενους με το κατ' ισχυρισμό δόλιο σχέδιο. Ως η ενόρκως δηλούσα αναφέρει, οι Ενάγοντες προβαίνουν σε γενικούς και σαρωτικούς ισχυρισμούς περί απάτης και συνωμοσίας, χωρίς να εξειδικεύουν ποιες συγκεκριμένες πράξεις ή παραλείψεις αποδίδονται σε κάθε έναν από τους Εναγόμενους 3, 5, 6 και 7 ξεχωριστά. Τονίζει ότι οι εν λόγω Εναγόμενοι (ειδικά οι εταιρικές οντότητες και το Ταμείο) λειτούργησαν εντός των πλαισίων των νόμιμων εμπορικών τους δραστηριοτήτων και ότι η εμπλοκή τους στις επίδικες συναλλαγές ήταν καθαρά επαγγελματική και δεν υπήρξε καμία πρόθεση εξαπάτησης ή πρόκλησης ζημιάς στους Ενάγοντες. Επισημαίνεται επίσης ότι δεν προσκομίστηκε κανένα έγγραφο ή άλλη μαρτυρία που να αποδεικνύει ότι οι Εναγόμενοι συμμετείχαν σε οποιοδήποτε «σχέδιο» ή ότι είχαν γνώση τυχόν παράνομων ενεργειών τρίτων προσώπων. Στη βάση των πιο πάνω εισηγείται ότι η υπόθεση των Εναγόντων εναντίον των συγκεκριμένων Εναγομένων δεν καταδεικνύει την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής εναντίον τους. Προσθέτει ότι η παρέλευση τριών ετών (2017-2020) από τη γνώση των γεγονότων μέχρι την καταχώρηση της αίτησης αποτελεί, την ισχυρότερη απόδειξη ότι δεν υπάρχει καμία κατεπείγουσα ανάγκη για προστασία. Επισημαίνει δε ότι πρόκειται για σοβαρές επενδυτικές οντότητες με έδρα και δραστηριότητα, και οι Αιτητές δεν παρουσίασαν κανένα στοιχείο που να υποδηλώνει ότι θα υποστούν ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα Διατάγματα.
Όλα τα μέρη καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (ΣΕΔ) οι οποίες επικεντρώνονται σε μια πρόσφατη εξέλιξη σχετικά με την πρόθεση της εταιρείας Frozaria Limited (Εναγόμενης 3) να πωλήσει το πλειοψηφικό της πακέτο μετοχών (90,88%) στην εταιρεία JRL (πρώην Enlux) προς την Σλοβενική εταιρεία BETONTRADE d.o.o.. Εκ μέρους των Εναγόντων 2 και 3 η ΣΕΔ της Ηρώς Πέτρου, αναφέρει ότι: Η επικείμενη πώληση των μετοχών αποτελεί δόλια προσπάθεια αλλοίωσης του status quo και αποσκοπεί στο να καταστήσει τις αξιώσεις των Εναγόντων άνευ ουσίας, ότι οι Εναγόμενοι δρουν με δόλο και απατηλά κίνητρα, προσπαθώντας να αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία πριν την έκδοση δικαστικής απόφασης και ότι η πώληση έγινε αντιληπτή μέσω ανακοίνωσης στο Χρηματιστήριο της Λιουμπλιάνας τον Νοέμβριο του 2024. Προσθέτει ότι η εν λόγω συμπεριφορά των Καθ’ ων η αίτηση θα επιφέρει ανεπανόρθωτη οικονομική βλάβη στα συμφέροντα των Αιτητών.
Η ΣΕΔ της Παυλίνας Γιαννακού εκ μέρους των Εναγομένων 3, 5, 6 και 7 αντικρούει τους παραπάνω ισχυρισμούς αναφέροντας ότι: Οι ισχυρισμοί των Εναγόντων περί δόλου είναι σκανδαλώδεις και αποτελούν παραποίηση των γεγονότων. Η σκοπούμενη πώληση δεν αποτελεί προσπάθεια δόλιας αποξένωσης αλλά διατήρησης της αξίας της επένδυσης προς όφελος του Ταμείου και των επενδυτών του. Επίσης ότι πώληση των μετοχών είναι μια νόμιμη επιχειρηματική απόφαση, καθώς η Frozaria δεν μπορεί πλέον να υποστηρίξει οικονομικά την JRL, εισάγοντας πρόσθετα κεφάλαια ενώ η BETONTRADE d.o.o. προτίθεται να επενδύσει για την ανάπτυξη της. Προσθέτει ότι η έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων θα είχε καταστροφική επίδραση στην αξία της JRL και της Frozaria και ότι η αγωγή θεωρείται εκδικητική, με σκοπό την άσκηση αδικαιολόγητης πίεσης για την απόσπαση χρημάτων. Στη ΣΕΔ της η Μαρία Χριστίνα Παναγιώτου, εκ μέρους των 1,2 και 4 Εναγομένων, δηλώνει ότι υιοθετεί τις θέσεις της Frozaria και απορρίπτει τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως ανυπόστατους και παραπλανητικούς, αρνούμενη οποιαδήποτε συμπαιγνία ή δόλια πρόθεση για αποδυνάμωση περιουσιακών στοιχείων. Η ΣΕΔ της Μαρίας Σαβεριάδου εκ μέρους των Εναγομένων 8, 9 και 10 υποστηρίζει ότι οι ισχυρισμοί των Εναγόντων που αφορούν την ίδια και τις εταιρείες παροχής διοικητικών υπηρεσιών (Εναγόμενοι 8 και 9) είναι αυθαίρετοι και δεν αναφέρουν καμία πηγή πληροφόρησης ενώ δηλώνει ρητά ότι δεν ενεργούν με δόλια κίνητρα ούτε συμμετέχουν σε οποιαδήποτε συνωμοσία για αποξένωση περιουσίας.
Πιο εξειδικευμένη αναφορά στη μαρτυρία σε συνάρτηση με τα κατατεθέντα Τεκμήρια θα γίνει στην ανάλυση που ακολουθεί, όπου χρειαστεί.
Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων καθώς και προφορικών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Στην παρούσα υπόθεση με βάση το αιτητικό (A) επιδιώκονται Διατάγματα παγοποίησης. Στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά. ν. Joseph P. Lasala (2007) 1 Α.Α.Δ. 162 τονίστηκε ότι, «στην Κύπρο η εξουσία έκδοσης παρεμπιπτόντων διαταγμάτων, περιλαμβανομένων και των διαταγμάτων τύπου Mareva διέπεται από το άρθρο 32(1) του Ν.14/60 του οποίου η εμβέλεια είναι πολύ ευρεία δεδομένου ότι, στα δικαστήρια που ασκούν πολιτική δικαιοδοσία, παρέχεται η εξουσία να εκδίδουν παρεμπίπτοντα διατάγματα σ' όλες τις περιπτώσεις στις οποίες το δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι δίκαιο ή πρόσφορο …….».
Σχετική είναι και η ακόλουθη περικοπή από την υπόθεση JSC Mezhdunarodniy Promyshlenniy Bank & Anr v. Pugachev [2015] EWCA Civ 139 όπου υπογραμμίστηκαν τα ακόλουθα αναφορικά με το σκοπό έκδοσης τέτοιας φύσεως διατάγματα:
"The principles upon which freezing orders are granted are well-known. The purpose underlying the grant of a freezing order is to prevent a defendant from putting assets beyond the reach of judgment creditors in the event that judgment is entered against him. This has been said on many occasions, and it is unnecessary to cite authority in support of that proposition. Assets may be put beyond the reach of judgment creditors by hiding them, by transferring them abroad, or by dissipating them. But the underlying purpose of the freezing order is always the same. It is because that is the purpose of a freezing order that its scope is normally restricted to assets which would be amenable to execution in aid of a judgment."
Η εξουσία έκδοσης τέτοιας φύσεως διαταγμάτων διέπεται από τις πρόνοιες του Άρθρου 32.
Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another (1982) 1 C.L.R. 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης.
Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται.
Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία.
Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ’ ανάγκην την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255).
Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 269-270).
Οι πιο πάνω αρχές και το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζονται αιτήσεις για προσωρινά Διατάγματα έχουν εύστοχα συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολ. Εφ. αρ. Ε179/2017, ημερ.2/5/24.
Σε σχέση με τις θεραπείες Δ, Ζ και Η, πιο πάνω, αναφέρω ειδικότερα τα εξής: Τα Διατάγματα Αποκάλυψης θεωρούνται επικουρικά (ancillary) για υποβοήθηση των Διαταγμάτων Παγοποίησης. Σκοπός ενός τέτοιου Διατάγματος είναι να καταστήσει αποτελεσματική την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος παγοποίησης περιουσίας. Συγκεκριμένα με το διάταγμα αποκάλυψης περιουσίας, εξασφαλίζεται η αστυνόμευση του διατάγματος παγοποίησης ώστε να γνωρίζει ο Ενάγοντας ποια ακριβώς περιουσιακά στοιχεία είχε ο Εναγόμενος κατά την επίδοση του διατάγματος παγοποίησης για να είναι σε θέση να ελέγξει σε μεταγενέστερο στάδιο κατά πόσον υπήρξε συμμόρφωση με το διάταγμα παγοποίησης. Η εξουσία έκδοσης διαταγμάτων αποκάλυψης προς υποβοήθηση Διαταγμάτων Παγοποίησης αναγνωρίστηκε από την Ολομέλεια του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Seamark Consultancy Services Ltd κ.ά v. Joseph P. Lasala (ανωτέρω).
Οι αρχές με βάση τις οποίες εκδίδεται διάταγμα τύπου Norwich Pharmacal, συνοψίστηκαν στην υπόθεση Mitsui & Co Ltd. v. Nexen Petroleum UK Ltd (2005) EWHC 625, η οποία υιοθετείται στην υπόθεση Avila Management Services Ltd κ.ά. ν. Frantisek Stepanek κ.ά. (2012) 1Β ΑΑΔ 1403. Οι αρχές αυτές, όπως παρατίθενται στην αμέσως πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση, είναι οι ακόλουθες:
«(i) a wrong must have been carried out, or arguably carried out, by an ultimate wrongdoer; (ii) there must be the need for an order to enable action to be brought against the ultimate wrongdoer; and (iii) the person against whom the order is sought must: (a) be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing; and (b) be able or likely to be able to provide the information necessary to enable the ultimate wrongdoer to be sued.»
Στην υπόθεση Penderhill Holdings Limited κ.ά. ν. Κλούκινα (2014) 1Α ΑΑΔ 118, καταγράφεται αυτούσιο το ακόλουθο απόσπασμα από την πρωτόδικη απόφαση:
«Το, βάσει των αυθεντιών, θεμελιωτικό της δικαιοδοσίας έκδοσης τέτοιων διαταγμάτων, κατά την κρίση μου, είναι στο στάδιο εξέτασης των δύο πρώτων προϋποθέσεων του άρθρου 32, κατά το οποίο ο αιτητής έχει το βάρος να καταδείξει «σοβαρές ενδείξεις δικαιωμάτων» και πρωταρχικά ότι έχει διαπραχθεί σε βάρος του μια αδικοπραξία αφενός και αφετέρου ότι οι εναγόμενοι-καθ' ων η αίτηση εμπλέκονται σ' αυτήν - είτε αθώα είτε όχι.
Τα πιο πάνω αγγίζουν τόσο την ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση το οποίο ικανοποιείται με την αποκάλυψη μιας συζητήσιμης υπόθεσης όσο και την θεμελίωση «ορατής πιθανότητας επιτυχίας», νομικών εννοιών που έτυχαν ευρείας νομολογιακής αξιολόγησης διαχρονικά στην ιστορία του Κυπριακού Δικαίου.»
Η θεραπεία της αποκάλυψης βάσει της αρχής της Νorwich Pharmacal παρέχεται από το Δίκαιο της Επιείκειας ως ένα όπλο υποβοήθησης ενός διαδίκου σε εκκρεμούσα δικαστική διαδικασία εναντίον προσώπων τα οποία κατέχουν πληροφορίες λόγω της ανάμειξης ή διευκόλυνσης στην τέλεση της παράνομης πράξης έστω και αν τα ίδια δεν έχουν προσωπική ευθύνη. Δεν περιορίζεται σε υποθέσεις όπου η ταυτότητα του αδικοπραγήσαντος είναι άγνωστη. Μπορεί η θεραπεία να δοθεί ακόμη και εκεί όπου επιδιώκεται αποκάλυψη σημαντικών πληροφοριών ώστε να καταστεί δυνατή η καταχώρηση της απαίτησης ή όπου ο Αιτητής επιζητεί ελλείπων μέρος από τη όλη υπόθεση.
Τα διατάγματα Norwich επενεργούν ως βοηθητικό μέσο για την ανεύρεση και εξιχνίαση πληροφοριών που είναι αναγκαίες, τόσο για τη διαπίστωση της ταυτότητας του ή των κατ’ ισχυρισμό αδικοπραγούντων, όσο και την υποβοήθηση ανεύρεσης γεγονότων και μαρτυρίας για την ενδεχόμενη έγερση αγωγής( Βλ. υπόθεση Carlton Film Distributors Ltd v. VCI Plc, VDC Ltd (2003) EWHC 616 (Ch))
ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΩΝ ΠΡΟΥΠΟΘΕΣΕΩΝ ΤΟΥ ΑΡΘΡΟΥ 32
Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32.
Στην υπόθεση Χατζησολωμού v. Σιάμισιη, Πολ. Εφ. 321/2016 ημερ. 5/10/23 έγινε αναφορά στα λεχθέντα στην υπόθεση Θεοδοσιάδου κ.ά. v. Themis Portfolio Management Holdings Limited, Πολ. Έφ. αρ. Ε51/2022, ημερ. 3.2.2023, ότι, για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης είναι αρκετό να αποκαλύπτεται, με βάση τα δικόγραφα, συζητήσιμη υπόθεση. Ορθώς επομένως το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι οι βάσεις αγωγής στις οποίες εδράζεται η Αγωγή, ήτοι δόλος, απάτη, απόσπαση χρημάτων με ψευδείς παραστάσεις και συνωμοσία, αποτελούν καλώς αναγνωρισμένες από τον Νόμο βάσεις απαίτησης.
Από τα όσα αναφέρονται πιο πάνω διαφαίνεται ότι η αξίωση των Αιτητών στηρίζεται, κατά ένα μέρος, στα αστικά αδικήματα της συνωμοσίας και της απάτης. Στην πολύ πρόσφατη απόφαση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. ν Κ. Invest Consulting S.A.L. Offshore, Πολ. Έφεση Ε11/21, ημερ.29.3.24, κρίθηκε, με αναφορά σε σχετικά συγγράμματα, ως εσφαλμένη η θεώρηση του πρωτόδικου Δικαστηρίου ότι αναγνωρίζεται στο κυπριακό δίκαιο ο δόλος ως αστικό αδίκημα διαφορετικό από το αστικό αδίκημα της απάτης και κατ’ επέκταση ότι ικανοποιούντο η πρώτη και η δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 σε σχέση με αυτό.
Στο σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, 16η έκδοση, παρ.15-21, σελ.871 αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την έννοια της συνωμοσίας:
«Α conspiracy consists in the agreement of two or more to do an unlawful act, or to do a lawful act by unlawful means.»
Επίσης στο ίδιο σύγγραμμα στην παρ.15-22, σελ.873, αναφέρεται ότι:
«The tort requires an agreement, combination, understanding, or concert to injure, involving two or more persons.»
Στην υπόθεση Χριστοφόρου κ.α. ν. Barclays Bank Plc (2009) 1 Α.Α.Δ. 25, αναφέρονται τα ακόλουθα σχετικά με το αδίκημα της συνωμοσίας:
«Η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου δεν έχει, μέχρι σήμερα, πραγματευθεί το αστικό αδίκημα της συνωμοσίας. Σύμφωνα με τον Halsbury's Laws of England, 4η Έκδοση, Reissue, Tόμος 45(2), τα συστατικά στοιχεία του αδικήματος, κατά το κοινοδίκαιο, είναι τα ακόλουθα:
"697. Εssential ingredients of conspiracy. In order to make out a case of conspiracy the claimant must establish (1) an agreement between two or more persons; (2) either, where the means are lawful, an agreement the real and predominant purpose of which is to injure the claimant or, where the means are unlawful, an agreement a purpose of which is to injure the claimant; and (3) that acts done in execution of that agreement resulted in damage to the claimant."
Η βασική αγγλική απόφαση επί του θέματος είναι η Crofter Hand Woven Harris Tweed v. Veitch [1942] A.C. 435 HL από την οποία προκύπτει ότι το απαραίτητο συστατικό στοιχείο της συνομωσίας με νόμιμα μέσα συνίσταται στο ότι ο πρωταρχικός σκοπός των κοινών ενεργειών των εναγόμενων ήταν η πρόκληση ζημιάς στον ενάγοντα (predominant purpose to injure the claimant).
Το αστικό αδίκημα της απάτης επεξηγείται στο άρθρο 36 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148 το οποίο προβλέπει τα ακόλουθα:
«Απάτη συνίσταται σε ψευδή παράσταση γεγονότος, η οποία γίνεται εν γνώσει του ψεύδους αυτής, ή χωρίς πίστη για το αληθές αυτής ή απερίσκεπτα, αδιάφορα του κατά πόσο είναι αληθής ή ψευδής, με σκοπό όπως το πρόσωπο που εξαπατήθηκε ενεργήσει με βάση αυτή:
Νοείται ότι καμιά αγωγή δεν εγείρεται σε τέτοια παράσταση εκτός αν αυτή έγινε με σκοπό εξαπάτησης του ενάγοντα και πράγματι εξαπάτησε αυτόν, και αυτός ενέργησε με βάση αυτή και εξαιτίας αυτού υπέστη ζημιά.»
Όπως αναφέρθηκε στην απόφαση Touchstone Snail Technologies Ltd κ.α. (πιο πάνω), η νοητική κατάσταση που απαιτείται από το άρθρο 36 ανωτέρω να έχει το πρόσωπο το οποίο προβαίνει σε ψευδή παράσταση, αναφέρεται μερικές φορές στη νομολογία ως δόλος (fraud). Ο «δόλος» απαντάται δε μερικές φορές στη νομολογία ως συστατικό του αστικού αδικήματος της απάτης.
Με βάση τα όσα αναφέρονται πιο πάνω έχω ικανοποιηθεί ότι το γενικά οπισθογραφημένο κλητήριο και η Έκθεση Απαίτησης εμπεριέχουν αναγνωρισμένες αιτίες αγωγής, όπως απάτη, συνομωσία ή παράβαση συμφωνίας, πλην, ως έχω προαναφέρει, του δόλου και κατ' επέκταση, αποκαλύπτει μια συζητήσιμη υπόθεση.
Εκεί που έκδηλα παρουσιάζεται πρόβλημα στην υπόθεση των Αιτητών είναι στην ικανοποίηση της 2ης προϋπόθεσης του άρθρου 32.
Το επίπεδο του βάρους απόδειξης το οποίο θα πρέπει να αποσείσει ο Αιτητής ώστε να ικανοποιήσει το ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας της υπόθεσης του έχει επεξηγηθεί σε σωρεία αποφάσεων. Στην Molvi Estates Ltd v. Κίμωνος, Πολ. Έφεση Αρ. Ε193/15 ημερ. 9.5.2023, ECLI:CY:AD:2023:A159, ECLI:CY:AD:2023:A159 αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:
«Αναφορικά με τη δεύτερη προϋπόθεση του Άρθρου 32 αναφέρεται στην Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita - Aluminium Co Ltd κ.α. (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 2015, 2041, ότι αυτό που πρέπει να αποκαλύπτεται από την ένορκη δήλωση είναι ότι ο ενάγων έχει προοπτικές επιτυχίας οι οποίες υφίστανται στην ουσία και στην πραγματικότητα. Στην Πουργουρίδη κ.α. ν. Μέζου κ.α. (1994) 1 Α.Α.Δ. 201, 207 αναφέρθηκε ότι η έννοια της πιθανότητας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων που είναι το μέτρο απόδειξης στις αστικές υποθέσεις. Αυτό που απαιτείται από τον αιτητή είναι να δείξει ορατό ενδεχόμενο επιτυχίας. Στην Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253, 257-8, εξηγήθηκε, και αυτό είναι το ουσιώδες, ότι η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας. Επισημάνθηκε, ακόμα, ότι η προοπτική επιτυχίας δεν μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση μαρτυρίας.»
Σε σχέση με την πιο πάνω προϋπόθεση καθίσταται σαφές ότι οι πιο κάτω διαπιστώσεις του Δικαστηρίου γίνονται εκ πρώτης όψεως, χωρίς την ουσιαστική ενασχόληση με τους ισχυρισμούς και κατάληξη σε συμπεράσματα και τελική διάγνωση των δικαιωμάτων των διαδίκων, τα οποία θα απασχολήσουν στα πλαίσια της εκδίκασης της ουσίας της αγωγής.
Αρχίζοντας από τους Εναγόμενους 1,2 και 4 κρίνω ότι η εισήγηση του ευπαίδευτου συνηγόρου περί αυτοαναιρούμενων ισχυρισμών των Αιτητών στην εκδοχή τους βρίσκει πράγματι έρεισμα στον τρόπο με τον οποίο οι Αιτητές παρουσιάζουν τη σχέση τους με την εταιρεία Gaddoel και τον Baker στην ένορκη δήλωση τους. Πιο συγκεκριμένα, ενώ από τη μία οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι στη βάση μιας κατ’ ισχυρισμό ιδιωτικής συμφωνίας εμπιστεύματος ο Εναγόμενος 1 ήταν απλός εμπιστευματοδόχος και αυτοί οι πραγματικοί δικαιούχοι της Εναγομένης 2 (UBOs), από την άλλη στην ένορκη τους δήλωση υποστηρίζουν ότι συμφώνησαν και επιδίωξαν όπως ο Εναγόμενος 1 εμφανίζεται σε όλους ως ο τελικός δικαιούχος της Εναγόμενης 2 για να διευκολυνθεί η συναλλαγή (SPA1) και να παραμείνουν οι ίδιοι ανώνυμοι. Βασικά, η αλλαγή ρόλου που επικαλούνται οι αιτητές συγκρούεται με το ρόλο που οι ίδιοι του έδωσαν εξαρχής. Περαιτέρω, ο ισχυρισμός των Αιτητών ότι οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στην Εναγόμενη 2 στη βάση της εμπιστοσύνης, δεν συνάδει με την υπογραφή εκ μέρους τους των (SPAs) που παρουσιάζουν την μεταβίβαση ως μία εμπορική πώληση μετοχών. Στη βάση των πιο πάνω παρατηρείται εγγενής αντίφαση στη μαρτυρία των Αιτητών στη βάση της διπλής ιδιότητας που οι ίδιοι απέδωσαν στον Εναγόμενο, σε συνδυασμό με την απουσία παρουσίασης οποιουδήποτε εγγράφου που να περιορίζει τις εξουσίες του Εναγόμενου 1, η οποία αποδομεί την υπόθεση των Αιτητών, καθώς οι ενέργειες και η συμπεριφορά του Εναγόμενου 1 φαίνεται να συνάδουν με το εξωτερικό σχήμα που οι ίδιοι οι Αιτητές δημιούργησαν. Η εισήγηση του συνηγόρου του Καθ’ ου η Αίτηση 1 περί αντιφατικότητας των ισχυρισμών των Αιτητών ενισχύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 8(β) στην ένορκη δήλωση των Εναγομένων 1,2,4 το οποίο οι Αιτητές παρουσίασαν ως μέρος του Τεκμηρίου 56. Στο εν λόγω έγγραφο, ο Εναγόμενος παρουσιάζεται αδιαμφισβήτητα ως ο τελικός δικαιούχος των μετοχών. Το γεγονός ότι οι Αιτητές επικαλούνται έγγραφο που επιβεβαιώνει την ιδιότητα του Καθ’ ου 1 ως UBO, ενώ ταυτόχρονα ισχυρίζονται ότι η ιδιότητα αυτή ήταν πλασματική και προϊόν απάτης, δημιουργεί ένα σοβαρό κενό στη μαρτυρία τους. Κρίνω ότι η προσπάθεια των Αιτητών να αναιρέσουν την έγγραφη μαρτυρία μέσω γενικών προφορικών ισχυρισμών περί εμπιστεύματος, χωρίς την παρουσίαση ενός Trust Deed, καθιστά την υπόθεση τους ελλιπή και στερεί από τη μαρτυρία τους το μαρτυρικό υπόβαθρο της προοπτικής επιτυχίας. Ερχόμενη στους Εναγόμενους 3, 5, 6 και 7, σημειώνω τα ακόλουθα: Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης διαπιστώνεται, παρά την ογκώδη ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, τη ΣΕΔ Πέτρου, και την πληθώρα τεκμηρίων, μια παντελής έλλειψη συγκεκριμένων γεγονότων που να συνδέουν τους εν λόγω Εναγόμενους με το κατ' ισχυρισμό δόλιο σχέδιο του Baker ή με τα υπόλοιπα κατ’ ισχυρισμό γεγονότα. Οι Αιτητές περιορίζονται σε γενικούς και σαρωτικούς χαρακτηρισμούς περί συνωμοσίας και δόλου χωρίς όμως να εξειδικεύουν ποια συγκεκριμένη πράξη ή παράλειψη αποδίδεται σε αυτούς. Όπως ορθά επισημάνθηκε από το συνήγορο τους, η αναφορά σε αυτούς παραμένει στο επίπεδο της εικασίας και του συμπεράσματος, στοιχεία που δεν αρκούν για τη θεμελίωση ορατού ενδεχόμενου επιτυχίας. Ιδιαίτερης σημασίας είναι η επισήμανση στην παράγραφο 39 της αγόρευσης του ευπαίδευτου συνηγόρου των Καθ' ων η Αίτηση 3, 5, 6 και 7. Προκύπτει ότι οι Αιτητές, με δική τους επιλογή, απέκρυψαν από τους εν λόγω Καθ' ων τις συμφωνίες τους με τον Baker. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα που παραθέτει ο συνήγορος από την ένορκη δήλωση στην Αίτηση: «32. Η παραπάνω συμφωνία αποτέλεσε αντικείμενο γραπτής συμφωνίας, της οποίας, κατόπιν αιτήματος του Richard, υπογράφηκε μόνο ένα αντίγραφο το οποίο κρατήθηκε αποκλειστικά από τον Richard, καθώς δεν ήθελε να το μάθει η CEE.»
Συνεπώς, η θέση των Αιτητών είναι ασυνεπής αφού από τη μια επικαλούνται δόλο των αγοραστών, ενώ από την άλλη παραδέχονται εμμέσως ότι οι ίδιοι παρουσίασαν μια εικονική πραγματικότητα προς τη CEE και το Ταμείο. Αφενός η συμπεριφορά αυτή των Αιτητών, καταρρίπτει τον ισχυρισμό περί συνωμοσίας, αφετέρου δε δεν έχει δε παρουσιαστεί μαρτυρία που να συνδέει την όποια σχέση ή γνώση των πιο πάνω Καθ’ ων με τη σύσταση της Gadoel. Εξίσου μετέωροι παρέμειναν και οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί πλασματικών αξιώσεων και στημένης διαιτησίας. Σε σχέση με τις αξιώσεις οι Αιτητές περιορίζονται σε γενικούς χαρακτηρισμούς, χωρίς να αντικρούουν την ουσία των αξιώσεων, γεγονός που καθιστά τον ισχυρισμό τους μετέωρο. Δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία που να δεικνύει ότι τα γεγονότα που προκάλεσαν τις αξιώσεις, οι οποίες βασίστηκαν σε ρητές συμβατικές πρόνοιες, ήταν ψευδή. Όσον δε αφορά τη διαιτησία, η οποία εν τέλη απορρίφθηκε, η εν λόγω κατάληξη της από μόνη της αναιρεί το επιχείρημα για συντονισμένη δόλια ενέργεια.
Καταλυτικής σημασίας για την κρίση μου σε σχέση με την ικανοποίηση της δεύτερης προϋπόθεσης είναι το αδιαμφισβήτητο δεδομένο ότι η Καθ' ης η Αίτηση 3 (Frozaria) κατέβαλε το πλήρες τίμημα της συναλλαγής. Η ενέργεια αυτή καταρρίπτει εκ θεμελίων τον ισχυρισμό των Αιτητών περί συνωμοσίας των αγοραστών με τον Καθ' ου 1. Είναι νομικά και λογικά οξύμωρο να υποστηρίζεται ότι η Frozaria συνωμότησε για να εξαπατήσει τους Αιτητές, όταν η ίδια κατέβαλε ποσό ύψους €10,6 εκ. προς τον συμβατικό πωλητή. Η κατ’ ισχυρισμό τυχόν μεταγενέστερη κακοδιαχείριση ή κατακράτηση αυτών των χρημάτων από τον Καθ' ου 1 αποτελεί διαφορά που αφορά αποκλειστικά τη σχέση Αιτητών με τον τελευταίο και δεν μπορεί, κατά την κρίση μου να μολύνει την καλή πίστη των αγοραστών, οι οποίοι εκπλήρωσαν τις υποχρεώσεις τους στη βάση των εγγράφων που οι ίδιοι οι Αιτητές δημιούργησαν και υπέγραψαν.
Όσον αφορά τους Καθ’ ων η αίτηση 8,9,10, από την εξέταση της ένορκης δήλωσης των Αιτητών προκύπτει ότι οι πιο πάνω συμπεριλήφθηκαν στην διαδικασία αποκλειστικά λόγω της επαγγελματικής τους ιδιότητας ως πάροχοι διοικητικών υπηρεσιών. Οι Αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν οποιαδήποτε μαρτυρία που να στοιχειοθετεί προσωπική γνώση ή δόλια συμμετοχή της κας Σαβεριάδου ή των εταιρειών της στο κατ' ισχυρισμό σχέδιο του Καθ' ου 1. Δεν υπάρχει καμία αναφορά σε συγκεκριμένη επικοινωνία ή έγγραφο που να δείχνει ότι οι Καθ’ ων η αίτηση γνώριζαν για άλλη συμφωνία μεταξύ Baker και Αιτητών ή ότι συμμετείχαν σε σχεδιασμό αποξένωσης χρημάτων. Αντιθέτως, φαίνεται ότι οι εν λόγω Καθ' ων ενήργησαν στη βάση των επίσημων εγγράφων που και οι ίδιοι οι Αιτητές είχαν αποδεχθεί (όπως το Τεκμήριο 8Β) αλλά και σχετικών εντολών και οδηγιών του Καθ’ ου η αίτηση 1.
Η πιο πάνω εικόνα της προσκομισθείσας μαρτυρίας υπολείπεται από την επίδειξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Παρά την πιο πάνω κατάληξη μου, που είναι βέβαια μοιραία για την τύχη της αίτησης, θα προχωρήσω να εξετάσω την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Επισημαίνεται ότι στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Κηροποιεία Leonic Ltd (2001)1 Α.Α.Δ.785 έχει υποδειχθεί ότι δεν αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πραγματική πρόθεση κάποιου εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Ότι προσμετράται, είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος δηλαδή μια δικαστική απόφαση να μην ικανοποιηθεί αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα. Η γενικότερη προσέγγιση πως δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πρόθεση αποξένωσης, δεν έχει την έννοια πως η θεραπεία μπορεί να δοθεί σχεδόν δικαιωματικά, εκ του γεγονότος δηλαδή και μόνο ότι εκκρεμεί αγωγή στη βάση της οποίας οι ενάγοντες - αιτητές διεκδικούν την έκδοση απόφασης προς όφελός τους. Λαμβανομένων υπόψη του συνόλου των στοιχείων και της μαρτυρίας που τέθηκε υπόψη του Δικαστηρίου, το κριτήριο είναι να υπάρχει βάσιμος κίνδυνος ότι η τυχόν εκδοθείσα απόφαση υπέρ του Ενάγοντα θα παραμείνει ανικανοποίητη. Το ζήτημα είναι πραγματικό και θα πρέπει να αποφασίζεται στη βάση του συνόλου των περιστατικών που περιβάλλουν την εκάστοτε υπό συζήτηση περίπτωση, στη βάση πάντα των αρχών του δικαίου που δικαιολογούν ή όχι την έκδοση διατάγματος αυτής της φύσης.
Στα πλαίσια της εξέτασης της ικανοποίησης της τρίτης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, είναι σημαντικό να σημειωθεί πως το ζητούμενο είναι κατά πόσο στην περίπτωση που τελικά ένας Ενάγοντας επιτύχει στην αγωγή του, θα είναι αρκετή η κατοχύρωση των δικαιωμάτων του με επιδίκαση αποζημιώσεων. Ως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Ερωτοκρίτου και Αρτέμη, πιο πάνω, στη σελίδα 132:
«Αν η επιδίκαση αποζημιώσεων στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων του ενάγοντα και ο εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη».
Στην υπόθεση Ανδρέου Αντώνης ν. Colossos Signs Ltd (Αρ. 2)(2008)1 Α.Α.Δ.626, επισημάνθηκε ότι στις περιπτώσεις που η επιδίκαση αποζημίωσης στο τελικό στάδιο είναι αρκετή για την κατοχύρωση των δικαιωμάτων ενός Ενάγοντα και ο Εναγόμενος είναι φερέγγυος, τότε η έκδοση του διατάγματος με βάση τις αρχές του δικαίου της επιείκειας δεν είναι απαραίτητη. Κρίθηκε ότι η επιδίκαση αποζημιώσεων αποτελεί επαρκή θεραπεία όταν η φύση της υπόθεσης επιτρέπει δίκαιο υπολογισμό της ζημιάς (βλ. επίσης Κιτρομιλήδου v. Ελληνική Τράπεζα Λτδ (2005)1 (Β) Α.Α.Δ.1165). Η προβολή άλλωστε της θέσης για ανεπανόρθωτη ζημιά, είναι αναγκαίο να τεκμηριωθεί με την προσκόμιση κατάλληλων λεπτομερειών και εξηγήσεων. Γενικοί και αόριστοι ισχυρισμοί δεν αρκούν. Πρέπει επίσης εδώ να αναφερθεί ότι το τρίτο κριτήριο, της ανεπανόρθωτης ζημιάς, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, πέραν της δυνατότητας αποζημίωσης, όπως υπεδείχθη και στην υπόθεση Παπαστράτης ν. Πιερίδη (1979) 1 Α.Α.Δ. 231. Στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd ν. Φυλακτίδη (2009) 1 Α.Α.Δ. 317, λέχθηκε ότι η έννοια της πλήρους δικαιοσύνης δεν συναρτάται μόνο με την αποκατάσταση της υλικής ζημιάς αλλά είναι ευρύτερη και σε αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών.
Στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου 1. GGH-RE Investment Partners Ltd κ.α.και Golub Gethouse Realty Company, Πολιτική Έφεση Αρ.: Ε56/2024 ημερ. 29.5.25, εύστοχα έγινε σύνοψη των αρχών που εφαρμόζονται κατά την εξέταση της τρίτης προϋπόθεσης ως ακολούθως :
«Το πρωτόδικο Δικαστήριο ορθά ανέφερε ότι η τρίτη προϋπόθεση είναι κατά κανόνα συνυφασμένη με το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων. Η προϋπόθεση αυτή ικανοποιείται όχι μόνο όταν η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα αποτελούσε επαρκή θεραπεία αλλά και στην περίπτωση που υπάρχει ο κίνδυνος να μην μπορέσει ο εναγόμενος να ικανοποιήσει απόφαση που ενδεχομένως ληφθεί εναντίον του. Όπως η νομολογία έχει καθορίσει, η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής πλήρους δικαιοσύνης επεκτείνεται και στο στάδιο της εκτέλεσης της απόφασης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Παντελίδη ν. Πιερή (1998) 1 (Α) Α.Α.Δ. 2111 και Larticon Ltd v. Detergenta Developments Ltd (2004) 1 A.A.Δ. 1121. Ο χρηματικός παράγοντας βέβαια δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη και εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά λαμβάνονται υπόψη και άλλα μεταβλητά κριτήρια. Κώστας Κυρίσαββας κ.ά. ν. Χάρη Κίζη (2011) 1 (Β) Α.Α.Δ. 1245.
……
Από τις πιο πάνω αποφάσεις σημειώνουμε τις αρχές ότι (1) εφόσον η ζημιά μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα, έστω και δύσκολα, δεν μπορεί να είναι ανεπανόρθωτη, όσο μεγάλη και αν είναι, (2) η ζημιά πρέπει να αναφέρεται ειδικά και με σαφήνεια και οι κίνδυνοι πρόκλησης ζημιάς θα πρέπει να στοιχειοθετούνται με κατάλληλη μαρτυρία, (3) η πρόκληση ανεπανόρθωτης ζημιάς δεν πρέπει να παραμείνει σε επίπεδο ισχυρισμών θα πρέπει να αποδεικνύεται με στοιχεία.
Ορθά λοιπόν έχοντας υπόψη του τα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, τα γεγονότα και τους ισχυρισμούς που τέθηκαν ενώπιον του, το πρωτόδικο Δικαστήριο κατέληξε ότι στην προκειμένη περίπτωση η όποια ζημιά προκληθεί στους εφεσείοντες μπορεί να αποτιμηθεί χρηματικά και η εφεσίβλητη είναι σε θέση να τους αποζημιώσει. Πρόσθεσε μάλιστα το πρωτόδικο Δικαστήριο «όχι μόνο δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός που να καταδεικνύει ότι Colub και Radziwills είναι αφερέγγυοι αλλά από τα στοιχεία που έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου καταδεικνύεται η δυνατότητα τους να ικανοποιήσουν χρηματικά τους ενάγοντες εάν ήθελε φανεί στο τέλος της ημέρας ότι οι τελευταίοι υπέστησαν ζημιά συνεπεία των ενεργειών της εναγόμενης.»
Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών προβάλλουν ότι τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 ικανοποιείται, πρώτον γιατί οι Καθ’ ων η αίτηση δεν έχουν προσκομίσει ίχνος μαρτυρίας σε σχέση με τη δυνατότητα τους να αποζημιώσουν τους Αιτητές ή τεκμηριώσει ότι κατέχουν τα ποσά της Απαίτησης και δεύτερον γιατί η Εναγόμενη 3 έχει μεταβιβάσει το 90.88% των μετοχών που κατέχει στην ENLUX στην Εταιρεία BETONTRADE d.o.o. επιχειρώντας να αποφύγει την ικανοποίηση τυχόν απόφασης εκδοθεί εναντίον της με αποτέλεσμα «τη διαχείριση των Εταιρειών από τρίτα πρόσωπα και όχι τους Αιτητές οι οποίοι είναι ουσιαστικά οι πραγματικοί τελικοί δικαιούχοι και μέτοχοι των Εταιρειών». Οι Καθ’ ων η αίτηση αντιτείνουν, βασικά, ότι η θεραπεία των αποζημιώσεων θα είναι επαρκής σε περίπτωση επιτυχίας της αγωγής σε συνδυασμό με το γεγονός ότι οι Αιτητές δεν επεξηγούν γιατί η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα είναι επαρκής, ότι η πώληση των μετοχών δέκα χρόνια αργότερα από την Frozaria έγινε με διαφάνεια και προς μετριασμό της ζημιάς της από την επένδυση, επισημαίνοντας παράλληλα την απουσία μαρτυρίας για τυχόν αφερεγγυότητα των Καθ’ ων η αίτηση.
Υπό το φως όλων των πιο πάνω έχω την άποψη ότι η ζημιά που επικαλούνται οι Αιτητές είναι υπολογίσιμη σε χρήμα όπως έκδηλα διαφαίνεται από το γεγονός ότι η κύρια θεραπεία που επιζητείται με την έκθεση Απαίτησης είναι οι αποζημιώσεις, για την οποία έχουν προβεί και σε σχετικό υπολογισμό στην παρα.242 της ένορκης δήλωσης στην Αίτηση. Κρίνω σκόπιμο να προσθέσω ότι δεν έχει προβληθεί ο όποιος τεκμηριωμένος ισχυρισμός περί οικονομικής αφερεγγυότητας των Καθ’ ων η αίτηση να ανταποκριθούν και να ικανοποιήσουν την οποιαδήποτε απόφαση ήθελε εκδοθεί εναντίον τους. Θα ήθελα στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι η φερεγγυότητα των Καθ' ων η Αίτηση 3, 5, 6 και 7 τεκμαίρεται, στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που προσκόμισαν, οι οποίες δεν αντικρούστηκαν, από την ιδιότητα τους ως θεσμικών επενδυτικών οντοτήτων που διαχειρίζονται κεφάλαια εκατομμυρίων, ενώ οι Αιτητές απέτυχαν να παρουσιάσουν οποιοδήποτε στοιχείο που να υποσκάπτει την οικονομική τους ικανότητα να ανταποκριθούν σε μια μελλοντική χρηματική απόφαση.
Συγκεκριμένα, ο Καθ' ου 7 αναφέρεται ως ένα μεγάλο επενδυτικό Ταμείο της Κίνας με τεράστια οικονομική ισχύ, γεγονός που καθιστά την πιθανότητα αφερεγγυότητας εξαιρετικά απομακρυσμένη.
Περαιτέρω, οι Αιτητές προβάλλουν την επικείμενη πώληση των μετοχών της Javna στην εταιρεία BETONTRADE d.o.o. ως τεκμήριο κινδύνου αποξένωσης. Εντούτοις, όπως εμφατικά τονίζεται στη ΣΕΔ των Καθ' ων η Αίτηση 3, 5, 6 και 7, η εν λόγω συναλλαγή δεν αποτελεί κρυφή ή δόλια ενέργεια. Αντίθετα, πρόκειται για μια διαφανή εμπορική απόφαση, η οποία γνωστοποιήθηκε δημόσια (μέσω του Χρηματιστηρίου της Λιουμπλιάνας), στοιχείο που αναιρεί το επιχείρημα περί πρόθεσης καταδολίευσης. Έχω δε την άποψη ότι η απλή μεταβολή ενός περιουσιακού στοιχείου (από μετοχές σε ρευστότητα) στα πλαίσια της συνήθους πορείας των εργασιών μιας επιχείρησης, δεν ισούται αυτόματα με κίνδυνο ανικανοποίητης απόφασης, αφού παραμένει διαθέσιμο προς ικανοποίηση της απόφασης. Σημειώνεται ότι τα πιο πάνω στοιχεία δεν έχουν τύχει αμφισβήτησης από τους Αιτητές.
Κατά συνέπεια, και εφόσον οι Αιτητές απέτυχαν να καταδείξουν οποιαδήποτε άλλη μορφή ζημιάς που να μην επιδέχεται χρηματική αποτίμηση, καταλήγω ότι οι Αιτητές απέτυχαν να ικανοποιήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32. Καθίσταται, επομένως περιττή η εξέταση του ισοζυγίου της ευχέρειας (Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1980).
Για σκοπούς πληρότητας, και επειδή έχει γίνει λόγος από όλες τις πλευρές για το θέμα της καθυστέρησης αναφέρω ότι η καθυστέρηση δεν αποτελεί από μόνη της λόγο απόρριψης της αίτησης, αλλά είναι ένας παράγοντας που λαμβάνεται υπόψη όταν εξετάζεται το ισοζύγιο της ευχέρειας. Στην υπόθεση Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν Cyfield-Nemesis, Πολ.Εφ.52/21, ημερ. 10.2.22, ECLI:CY:AD:2022:A79 λέχθηκαν τα ακόλουθα σχετικά:
«Μπορεί, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, «αυτό τούτο το γεγονός της καθυστέρησης να καταδεικνύει πως ο ενάγοντας δεν χρειάζεται την άμεση εξαιρετική θεραπεία που προσφέρεται από προσωρινό διάταγμα». Άκαμπτος όμως κανόνας δεν υπάρχει. Είναι ζήτημα γεγονότων και στάθμισης των δεδομένων της κάθε περίπτωσης (Bacardi (ανωτέρω)).»
Όσον αφορά τα διατάγματα αποκάλυψης, επειδή αυτά είναι παρεπόμενα ή βοηθητικά, η τύχη τους εξαρτάται άμεσα από την εκπλήρωση των προϋποθέσεων του Άρθρου 32. Εφόσον έχει κριθεί ότι δεν ικανοποιούνται οι εν λόγω προϋποθέσεις τα σχετικά αιτήματα για αποκάλυψη στερούνται αντικειμένου. Σε σχέση με το αίτημα αποκάλυψης πληροφοριών Norwich Pharmacal, παρατηρώ τα εξής: θεμελιακό στοιχείο της δικαιοδοσίας αυτής είναι η κατάδειξη «σοβαρών ενδείξεων δικαιωμάτων» και η διάπραξη αδικοπραξίας. Όπως αναλύθηκε διεξοδικά προηγουμένως, οι ισχυρισμοί των Αιτητών περί συνωμοσίας και απάτης παραμένουν στο επίπεδο της εικασίας. Περαιτέρω, η θεραπεία παρέχεται όταν οι πληροφορίες είναι αναγκαίες για την έγερση αγωγής. Στην παρούσα περίπτωση, η αγωγή έχει ήδη εγερθεί και οι Αιτητές έχουν ήδη διαμορφώσει το πλαίσιο της απαίτησης τους εναντίον δέκα Εναγομένων. Η χρήση της διαδικασίας αυτής ως «μέσο ψαρέματος μαρτυρίας» (fishing expedition) για την ενίσχυση μιας ήδη καταχωρημένης απαίτησης, δεν συνάδει με το πνεύμα του Δικαίου της Επιείκειας.
Κάτω από τις περιστάσεις που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν φαίνεται οι πληροφορίες που επιζητούνται να είναι αναγκαίες.
Για τους λόγους που πιο πάνω προσπάθησα να εξηγήσω, αποτελεί κατάληξη του Δικαστηρίου ότι δεν συντρέχουν οι περιστάσεις εκείνες που θα επέτρεπαν την έκδοση οποιουδήποτε από τα αιτούμενα διατάγματα, χώρις να καθίσταται αναγκαία η ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους ένστασης και τα άλλα ζητήματα που εγείρονται.
Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.): ………………………….
Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο