ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. KIMENSE TRADING LTD κ.α., Αιτ. Οχλ.: 10/24, 24/2/2026
print
Τίτλος:
ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. KIMENSE TRADING LTD κ.α., Αιτ. Οχλ.: 10/24, 24/2/2026
ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ ν. KIMENSE TRADING LTD κ.α., Αιτ. Οχλ.: 10/24, 24/2/2026
ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Ε.Κ. Μιντή Ε.Δ.

                                                                               Αιτ. Οχλ.: 10/24

 

Αναφορικά με τα άρθρα 118, 119, 121, 122, 123, 124, 125, 126, 128, 129 του Περί Δήμων Νόμο 52(Ι)/2022

 

Μεταξύ:

                                                     ΔΗΜΟΣ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

                                                                                                                                         Αιτητής

                                                                 -και-

1.    KIMENSE TRADING LTD HE393509

2.    ΜΑΡΙΟΣ ΚΥΠΡΙΑΝΙΔΗΣ

3.    ΑΝΑΣΤΑΣΙΟΣ ΦΑΚΚΑΣ

4.    ΕΦΟΡΕΙΑ ΕΛΛΗΝΙΚΩΝ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΗΡΙΩΝ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Καθ’ ων η αίτηση

 

Ημερομηνία: 24.02.2026

Για Αιτητές: κα Ε. Κουλλαπή για Σάββας Μαμαντόπουλος  & Συνεταίροι Δ.Ε.Π.Ε.

Για Καθ’ ων η αίτηση 1-3: κα. Μ. Πανταζή για Κούσιος, Κορφιώτης, Παπαχαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

Ενδιάμεση Απόφαση

(Αίτηση παρακοής διατάγματος)

 

Οι Αιτητές καταχώρησαν στις 03.10.2024, αίτηση άρσης οχληρίας, εναντίον των Καθ’ ων η αίτηση, με βάση τον Περί Δήμων Νόμο, Ν.52(Ι)/2022 και τους Περί Δήμων Κανονισμούς (Οχληρίες), Κεφ. 252, αιτούμενοι διάφορα διατάγματα όπως διάταγμα άμεσης λήψης «μέτρων περιορισμού των ηχητικών εκπομπών που οφείλονται στην λειτουργία του υποστατικού, ώστε να μην επιβαρύνεται το ακουστικό περιβάλλον των περιοίκων και γενικά να μην δημιουργείται Δημόσια Οχληρία και επηρεασμός της ποιότητας ζωής τους» και «να διασφαλιστεί ότι η χρήση μουσικής κατά τη λειτουργία του υποστατικού, συμπεριλαμβανομένων και των χαμηλών συχνοτήτων αλλά και οποιουδήποτε άλλου παράγοντα που οφείλεται στην λειτουργία του υποστατικού δεν πρόκειται να αποτελούν πηγή όχλησης για τους περιοίκους, και μη επανάληψης τους στο μέλλον».

Η εν λόγω αίτηση, ορίστηκε στις 07.10.2024, ημερομηνία κατά την οποία εκδόθηκε και κλήση  απευθυνόμενη προς τους Καθ’ ων η αίτηση 1-3 και στην συνέχεια η κυρίως αίτηση οχληρίας ορίστηκε στις 4.11.2024.

 

Στις 17.10.2024, οι Αιτητές, καταχώρησαν μονομερώς, ενδιάμεση αίτηση στα πλαίσια της κυρίως αιτήσεως οχληρίας, αιτούμενοι διάφορα διατάγματα, μεταξύ των οποίων και η άρση της ηχητικής οχληρίας, προκαλούμενης υπό του υποστατικού με την επωνυμία «BALZA» από τους Καθ’ ων η αίτηση 1-3, απαγορευτικό διάταγμα εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση 1 με το οποίο να της απαγορεύετο να λειτουργεί το πιο πάνω υποστατικό με τρόπο που να προκαλεί ηχητική οχληρία στους περιοίκους της περιοχής, δηλαδή την αποφυγή ηχητικών απωλειών μουσικής και άλλων ηχητικών απωλειών από άλλες πηγές θορύβου/ήχου που ξεπερνούν τα 45dB, καθώς και άλλα διατάγματα.

 

Η εν λόγω αίτηση, στηριζόταν, ως εμφαίνετε από την νομική της βάση, σε σχετικά άρθρα του Περί Δήμων Νόμου 52(Ι)/2022, του Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, στους Νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στους Municipal Corporations (Nuisances) Rules, Cap. 252, στο δίκαιο της επιείκειας, στο κοινοδίκαιο και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και υποστηρίζετο από δύο ένορκες δηλώσεις, δύο διαφορετικών προσώπων, του Ι.Χ. λειτουργού στην υπηρεσία των Αιτητών και του Δρ. Μ.Λ., μηχανικού περιβάλλοντος.

 

Το Δικαστήριο, υπό άλλη σύνθεση, αφού έλαβε υπόψη το περιεχόμενο των πιο πάνω ένορκων δηλώσεων, εξέδωσε στις 18.10.2024 μονομερές διάταγμα, για ορισμένα εκ των αιτητικών που ζητούντο, μεταξύ των οποίων και η άρση από μέρους των Καθ’ ων η αίτηση της ηχητικής οχληρίας προκαλούμενης υπό του υποστατικού «Balza», απαγόρευση από μέρους της Καθ’ ης η αίτηση 1 να λειτουργεί το πιο πάνω υποστατικό με τρόπο που να προκαλεί ηχητική οχληρία στους περιοίκους της περιοχής, δηλαδή την αποφυγή ηχητικών απωλειών μουσικής και άλλων ηχητικών απωλειών από άλλες πηγές θορύβου/ήχου που ξεπερνούν τα 45dB, μεταξύ των ωρών «12:00 το βράδυ (από τα μεσάνυχτα δηλαδή) μέχρι τις 06:00 το πρωί, σε κανένα σημείο του εξωτερικού χώρου που βρίσκεται το εν λόγω υποστατικό και/ή εμποδιζόταν από του να επαναλάβει την οχληρία, μέχρι την τελική εκδίκαση της κυρίως αίτησης οχληρίας ή μέχρι νεοτέρας διαταγής του Δικαστηρίου» κ.α.

 

Τα εν λόγω διατάγματα, ορίστηκαν ως «επιστρεπτέα» στις 30.10.2024, ημερομηνία κατά την οποία δεν κατέστη η επίδοση τους και στην συνέχεια ορίστηκαν εκ νέου για σκοπούς ελέγχου της επίδοσης τους στις 21.11.2024, ημερομηνία κατά την οποία, εκδόθηκε υπό την ίδια σύνθεση του Δικαστηρίου που προηγουμένως είχε εκδώσει μονομερώς τα επίδικα διατάγματα, διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης τους (ως και της αίτησης, ενδιάμεσης και κυρίως, καθώς και των λοιπών εγγράφων) και τα εν λόγω διατάγματα, ως και η κυρίως αίτηση, ορίστηκαν εκ νέου στις 29.11.2024.

 

Ως δε, φαίνεται στην σχετική ένορκη δήλωσης του ιδιώτη επιδότη Μ.Κ., ο τελευταίος επέδωσε όλα τα πιο πάνω έγγραφα, δια του τρόπου που διατάχθηκε ή άλλως πως επιτράπηκε, στις 25.11.2024.

 

Στις 29.11.2024, ενόψει του ότι ουδείς εμφανίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση και με δεδομένη την ένορκη δήλωση του πιο πάνω, ιδιώτη επιδότη, τα διατάγματα που είχαν εκδοθεί μονομερώς, κατέστησαν απόλυτα. Η υπόθεση στη συνέχεια, ορίστηκε στις 13.12.2024, ημερομηνία κατά την οποία εμφανίστηκε εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση 1-3 δικηγόρος, δίδοντας τις δικές του θέσεις.

 

Ζητήθηκε δε χρόνος για καταχώρηση ένστασης στην κυρίως αίτηση και η κυρίως αίτηση ορίστηκε για ακρόαση στις 12.02.2025, 14.04.2025, 23.06.2025, 18.07.2025 και 10.10.2025.

 

Στις 02.10.2025, η πλευρά των Αιτητών, προχώρησε στην παρούσα, δια κλήσεως αίτηση (στο εξής «η αίτηση παρακοής»), δια της οποίας ζητείται η κλήση των καθ’ ων η αίτηση 1-3 «ώστε να δείξουν λόγο για να μην φυλακιστούν ή τιμωρηθούν και/ή να τους επιβληθεί πρόστιμο και/ή διάταγμα δέσμευσης και/ή μεσεγγύηση πραγμάτων (sequestration) που παρέλειψαν να συμμορφωθούν με το Διάταγμα του Δικαστηρίου ημερ. 18.10.2024, δυνάμει του οποίου όφειλαν να μην προκαλούν ηχητική οχληρία και να εκπέμπουν μουσική πέραν των καθορισμένων ορίων Db» που προβλέπει ρητά το Διάταγμα, καθώς και Διάταγμα «που να τους διατάσσει όπως προβούν σε άμεση συμμόρφωση και παύσουν αμέσως οποιεσδήποτε ενέργειες αντίθετες» με το περιεχόμενο του Διατάγματος ημερ. 18.10.2024.

 

Η αίτηση στηρίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60, άρθρα 29, 30-32Α1, 32(ΑΒ), 42, 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ.6, άρθρα 4-9, στον Περί Δήμων Νόμο 52(Ι)/2022 άρθρα 118,119,121-126,128 και 129, στα άρθρα 3-6 των Municipal Corporations (Nuisances) Rules Cap. 252, στους Νέους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, στα άρθρα 23,30 και 162 του Συντάγματος, στο κοινό δίκαιο και στις αρχές της επιείκειας καις τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου καθώς και στο άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154. Υποστηρίζεται δε, από ένορκη δήλωση του Ι.Χ.

 

Επί της αίτησης και κατόπιν των οδηγιών που έδωσε το Δικαστήριο υπό την παρούσα σύνθεση, στις 10.10.2025 που επιλήφθηκε της αίτησης, ακολούθησε η ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση 1-3, η οποία καταχωρήθηκε στις 10.11.2025. Σε αυτήν απαριθμούνται 6 λόγοι ένστασης, μεταξύ των οποίων ότι το διάταγμα ημερομηνίας 18.10.2024 δεν επιδόθηκε στους Καθ’ ων η αίτηση προσωπικά, ότι δεν αποδεικνύεται πρόθεση καταστρατήγησης του διατάγματος, το οποίο είναι ασαφές και δεν διευκρινίζει το χρονικό πλαίσιο εντός του οποίου οι Καθ’ ων η αίτηση, υποχρεούνται να πράξουν ό,τι εκεί προβλέπεται.

 

Στις 10.12.2025 που η αίτηση ήταν ορισμένη για ακρόαση, το Δικαστήριο έθεσε ζήτημα ως προς το δικαιοδοτικό πλαίσιο, τη δικαιοδοτική βάση και την ορθότητα του διαβήματος της καταχώρησης της παρούσας αίτησης, με δεδομένο το ότι πρόκειται για ποινικό Δικαστήριο αλλά και με δεδομένη, την ιδιόμορφη φύση της κυρίως αίτησης οχληρίας, στα πλαίσια της οποίας, εκδόθηκαν τα μονομερή διατάγματα,  παρόλο που τέτοιος λόγος, δεν περικλείεται στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση. Έκρινα ωστόσο, ότι το ζήτημα ως κατ’ εξοχήν δικαιοδοτικό, είναι ζήτημα που εξετάζεται αυτεπαγγέλτως από το Δικαστήριο (βλ. Δημοκρατία της Σλοβενίας ν. Beogradska Banka DD (1999) 1 ΑΑΔ 225) αφού το δικαστήριο εξάλλου, έχει την ευθύνη για τον έλεγχο της διαδικασίας ώστε αυτή να διατηρείται, από την αρχή μέχρι το τέλος της δίκης, στην ορθή πορεία της (βλ. Δήμος Λευκωσίας ν. Ανδρέα Νικολάου (2008) 2 ΑΑΔ 361).

 

Έλλειψη δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας σημαίνει, «την απουσία εξουσίας του Δικαστηρίου να αποφασίζει για θέματα που παρουσιάζονται ενώπιον του ή να επιλαμβάνεται θεμάτων τα οποία παρουσιάζονται σύμφωνα με τους Δικονομικούς Κανόνες ενώπιον του, για απόφαση.  Τα όρια της δικαιοδοσίας ή αρμοδιότητας καθορίζονται από το Νόμο ο οποίος καθιδρύει το Δικαστήριο.  Η δικαιοδοσία πρέπει να υπάρχει πριν την έκδοση της προσβαλλόμενης απόφασης.» (Κορέλλης ν. Φενικού Εισαγγελέα της δημοκρατίας (1998) 1 Α.Α.Δ. 1718, βλ. επίσης Thompson v. Shiel (1840) 3 Ir.Eq.R. 130, Δημητρίου (1990) 1 Α.Α.Δ. 256, 261 και R.C.K. Sports Ltd (Αρ.4) (1993) 1 Α.Α.Δ. 618).

 

Επί των πιο πάνω, η θέση των Αιτητών είναι ότι ορθώς προωθείται η παρούσα αίτηση, με βάση τις πρόνοιες του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αφού εν πρώτοις, πρόθεση τους δεν είναι να τιμωρηθούν, αλλά να συμμορφωθούν με το διάταγμα οι Καθ’ ων η αίτηση, ως επίσης, ότι ενόψει του ότι το άρθρο 123 του Περί Δήμων Νόμου, 52(Ι)/2022, προβλέπει πως κατά την έκδοση μονομερών διαταγμάτων, (της φύσεως των διαταγμάτων που εκδόθηκαν στην παρούσα), εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Κεφ. 6 και του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, τότε η καταχώρηση αίτησης παρακοής και όχι ποινικής υπόθεσης για παρακοή, είναι ορθό δικονομικό και ουσιαστικό διάβημα.

 

Αντίθετα, η θέση των Καθ’ ων η αίτηση 1-3 είναι ότι, τέτοια αίτηση δεν μπορεί να προωθείται στα πλαίσια αίτησης οχληρίας, αφού η διαδικασία που ακολουθείται είναι ποινική διαδικασία και δεν εφαρμόζονται σε αυτήν οι διατάξεις του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αλλά αντίθετα, οι διατάξεις του ίδιου του άρθρου 123(4) του Ν.52(Ι)/2022, οι οποίες καθιστούν σαφές, πως παραβίαση οποιουδήποτε διατάγματος εκδόθηκε δυνάμει του πιο πάνω άρθρου, συνιστά αδίκημα, τιμωρούμενο με την ποινή που το πιο πάνω άρθρο προβλέπει. Επομένως, μόνο με καταχώρηση κατηγορητηρίου θα μπορούσε να προωθηθεί οποιοδήποτε διάβημα και όχι με αίτηση παρακοής, όπως εν προκειμένω.

 

Σημειώνω ότι, η όλη διαδικασία της κυρίως αίτησης οχληρίας, στηρίζεται στα άρθρα 118-124 του Περί Δήμων Νόμο Ν.52(Ι)/2022, τα οποία πραγματεύονται, ζητήματα οχληρίας, τρόπους άρσης της καθώς και την ακολουθητέα διαδικασία.

 

Η δε, διαδικασία υποβολής και εκδίκασης τέτοιας αίτησης ρυθμίζεται από τους Municipal Corporations  (NuisancesRules, Cap.252, το περιεχόμενο των οποίων είναι υπόψη του Δικαστηρίου εν του συνόλου του. Συγκεκριμένα, ο κανονισμός 3 καθορίζει ως εναρκτήριο τύπο για την προσαγωγή υποθέσεων οχληρίας ενώπιον του Δικαστηρίου, συγκεκριμένη αίτηση, ως είναι η αίτηση που καταχωρήθηκε από τους Αιτητές και ο κανονισμός 6 προνοεί ότι η διαδικασία που πρέπει να ακολουθείται κατά την ακρόαση τέτοιας αίτησης είναι αυτή που ακολουθείται από το Δικαστήριο σε συνοπτική ποινική δίκη.

 

Στην απόφαση στην Δήμος Λευκωσίας ν. Νικολάου (2008) 2 Α.Α.Δ. 361, αναφέρθηκαν τα ακόλουθα: 

 

«Οι Municipal Corporations (Nuisances) Rules δημοσιεύθηκαν αρχικά το 1930 και εκδόθηκαν με βάση τις πρόνοιες του Municipal Corporations Law 1930 ο οποίος με όλες τις μεταγενέστερες τροποποιήσεις του ενσωματώθηκε στην αναθεωρημένη έκδοση των Νόμων της Κύπρου του 1949 ως Κεφ. 252. Οι Municipal Corporations (Nuisances) Rules επανεκδόθηκαν με βάση το Άρθρο 154 του Municipal Corporations Law Cap. 252. Στην τελευταία αναθεώρηση των Νόμων της Κύπρου πριν την Ανεξαρτησία ενσωματώθηκε ο Municipal Corporations Law Cap.240 ο οποίος, με βάση το Άρθρο 188.2 του Συντάγματος έπαυσε να ισχύει και αναβίωσε με βάση το Νόμο 64/64 και επανάκτησε την ισχύ του μέχρι που αντικαταστάθηκε από τον περί Δήμων Νόμο, Νόμος 111/85.

 

Οι Municipal Corporations (Nuisances) Rules ουδέποτε ακυρώθηκαν ή αντικαταστάθηκαν με νέους κανονισμούς και καθώς έχει αποφασισθεί στην Cleovoulou, οι εν λόγω κανονισμοί εξακολουθούν να βρίσκονται σε ισχύ δυνάμει συνδυασμού των Άρθρων 11 και 2 του περί Ερμηνείας Νόμου Κεφ. 1 εφόσον δεν αντιβαίνουν ούτε είναι ultra vires των διατάξεων του Νόμου 111/85, ως έχει τροποποιηθεί.»

 

Σκοπός των Κανονισμών 3 και 4, κατά την Municipality of Nicosia v. Cleovoulou (1988) 2 C.L.R. 100 (μνεία της οποία γίνεται στην Νικολάου ανωτέρω), ήταν να δοθεί εφαρμογή στις πρόνοιες του Άρθρου 93(1) και (2) του Νόμου 111/1985, ως είχαν, προτού αντικατασταθούν με τον Περί Δήμων Νόμο του 2022 (55(Ι)/2022).

 

Στην εν λόγω υπόθεση αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

 

«The object of Rules 3 and 4 of the Municipal Corporations (Nuisances) Rules is to give effect to the provisions of s. 93(1) and (2) for presenting a person causing nuisance before the Court with the object of securing an abatement of the nuisance. Then such proceedings come to an end with the issue of an order and failure to comply with such an order renders the person non-complying guilty of a criminal offence for disobeying the order of the Court. There is no doubt under the provisions of the law that any violation of the provisions of the law renders also a person liable to pure under the Criminal Procedure Law in which case ail the prerequisites of a criminal prosecution and the rules regarding the burden of proof and evidence have to be applied. This is however an alternative procedure to that contemplated by sections 92 and 93 of the Law and Rules 3 and 4 of the Municipal Corporations (Nuisances) Rules.»

 

Το ότι η κυρίως αίτηση προωθείται με βάση τον νέο Περί Δήμων Νόμο του 2022, δεν μεταβάλλει καθ’ οιονδήποτε τρόπο τα όσα πιο πάνω αποφασίστηκαν, τα οποία ισχύουν και σε σχέση με τις νέες πρόνοιες, του νέου Περί Δήμων Νόμου, αφού επί της ουσίας του περιεχομένου τους, δεν μετέβαλαν οτιδήποτε προνοείτο προηγουμένως στον Ν.111/85, ούτε και με οποιοδήποτε τρόπο έχουν καταργήσει τους Κανονισμούς περί οχληρίας του Κεφ. 252.

 

Καθίσταται επομένως καταρχάς σαφές, πως η κυρίως αίτηση, καίτοι αίτηση και όχι ποινικό κατηγορητήριο, έχει ποινικό χαρακτήρα και τούτο παρά το ότι, επιτυχία της, αρχικά επιφέρει έκδοση διατάγματος άρσης οχληρίας και όχι επιβολή ποινής. Εξ ου και τέτοιες αιτήσεις, εκδικάζονται από το ποινικό Δικαστήριο και όχι το πολιτικό.

Από την άλλη, η αίτηση παρακοής στην βάση του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, εντάσσεται στο πεδίο της αστικής δικαιοδοσίας και παρέχει δικαιοδοτικό υπόβαθρο, στο πολιτικό δικαστήριο, να τιμωρήσει πρόσωπο, το οποίο δεν υπακούει σε διάταγμα που εκδόθηκε υπό του συγκεκριμένου Δικαστηρίου (βλ. Ευθύμιου Μπουλούτα κ.α. v. Αυγουστίνου Παπαθωμά υπό την ιδιότητα του ως εκκαθαριστή της υπό εκκαθάριση εταιρείας CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD, Πολ. Έφεση E215/2021, ημερ. 13/3/2024).

 

Είναι η θέση των Αιτητών επί των πιο πάνω, πως με δεδομένο το ότι το επίδικο διάταγμα εκδόθηκε επί τη βάση των νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας και του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αφού τούτο προνοεί το άρθρο 123(2) του Περί Δήμων Νόμου 52(Ι)/2022, (εξ ου και το Διάταγμα οπισθογραφήθηκε) τότε τυγχάνουν και ενεργοποιούνται οι πρόνοιες του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, αφού απώτερος σκοπός είναι η συμμόρφωση των Καθ’ ων η αίτηση και όχι η τιμωρία τους.

 

Διαφωνώ με την πιο πάνω θέση, στην ολότητα της.

 

Το εδάφιο (2) του άρθρου 123 του Ν. 52(Ι)/2022, προνοεί τα ακόλουθα:

 

«123. (2) Το δικαστήριο ενώπιον του oπoίoυ εκδικάζεται υπόθεση με βάση κατηγορία που προσήφθη εvαvτίov προσώπου, όπως προβλέπεται στις διατάξεις της παραγράφου (β) του εδαφίου (1), δύναται, κατόπιν αίτησης άνευ ειδοποίησης προς τον άλλο διάδικο (ex parte), να διατάξει το πρόσωπο που είναι υπεύθυνο για την παράλειψη να λάβει αμέσως τέτοια μέτρα, όπως καθορίζονται στο διάταγμα, τα οποία κρίνονται αναγκαία για την άρση ή αναστολή της οχληρίας ή για την παρεμπόδιση της δημιουργίας ή επανάληψής της, μέχρι την τελική εκδίκαση της υπόθεσης αναφορικά με την κατηγορία που προσήφθη εναντίον αυτού του προσώπου:

 

Νοείται ότι, για την ενώπιον του δικαστηρίου διαδικασία, εκδίδεται διαδικαστικός κανονισμός από το Ανώτατο Δικαστήριο:

 

Νοείται περαιτέρω ότι, η έκδοση του διατάγματος υπόκειται στις διατάξεις του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, του περί Δικαστηρίων Νόμου και των εκάστοτε εν ισχύι διαδικαστικών κανονισμών περί πολιτικής δικονομίας».

 

Είναι γεγονός, πως πράγματι, στο άρθρο 123(2) του Ν. 52(Ι)/2022, γίνεται μνεία ως προς το ότι κατά την έκδοση μονομερών διαταγμάτων άρσης οχληρίας, εφαρμόζονται οι πρόνοιες τόσο του Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, όσο και του Περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60. Τούτο όμως διότι, λόγω της ποινικής φύσης της διαδικασίας, δεν εντοπίζονται δικονομικές πρόνοιες, ούτε στον Περί Δήμων Νόμο, ούτε και στην ποινική δικονομία, που να διέπουν τα της σύνταξης τέτοιου διατάγματος, των όρων που επιβάλλονται άμα εκδοθούν μονομερώς, την ακολουθητέα διαδικασία καθώς και τις συνέπειες που ενδεχομένως έχει, τυχόν μετέπειτα ακύρωση τους για οποιοδήποτε λόγο. Η αναφορά στο άρθρο 123(2) του Ν.52(Ι)/2022, ότι οι πρόνοιες των πιο πάνω Νόμων εφαρμόζονται κατά την έκδοση τέτοιων διαταγμάτων (και όχι για την έκδοση τους)  δεν θα μπορούσε να ερμηνευθεί άλλως πως κατά την κρίση μου, με δεδομένο το ότι η αυτή καθαυτή δυνατότητα έκδοσης ενδιάμεσων διαταγμάτων και μάλιστα μονομερώς (εκεί και όπου δύνανται να εκδοθούν μονομερώς), προβλέπεται ρητά στο άρθρο 123 του Περί Δήμων Νόμου, το οποίο μάλιστα προβλέπει και τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με τέτοιο διάταγμα, δημιουργώντας μάλιστα, ιδιώνυμο αδίκημα, με συγκεκριμένη και καθορισμένη ποινή, άμα την παράβαση του.

 

Και εδώ, είναι που υπεισέρχεται και το έτερο ζήτημα, της ειδικότητας δηλαδή των προνοιών του άρθρου 123 του Ν.52(Ι)/2022.

 

Ως έχει λεχθεί ανωτέρω, το ίδιο το άρθρο 123, κατά τα εδάφια (3) και (4), προβλέπει πως σε περίπτωση που πρόσωπο εναντίον του οποίου εκδόθηκε διάταγμα, δεν συμμορφώνεται, τότε το διάταγμα αυτό, εκτελείται άμεσα (από τον Δήμο) και τα έξοδα που προκύπτουν από την εκτέλεση του διατάγματος, καταβάλλονται από το πρόσωπο αυτό στον Δήμο (βλ. εδάφιο 3 του άρθρου 123), ενώ περαιτέρω, είναι και ένοχο αδικήματος, ανεξαρτήτως του εάν το διάταγμα εκτελέστηκε ή όχι από τον Δήμο και υπόκειται σε ποινή φυλάκισης που δεν υπερβαίνει τους έξι (6) μήνες ή σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τα χίλια ευρώ (€1.000) ή και στις δύο αυτές ποινές.

 

Οι πιο πάνω διατάξεις του άρθρου 123 είναι ειδικές (lex specialis) και εφαρμόζεται αντί των οποιονδήποτε άλλων γενικών διατάξεων υπάρχουν, είτε στον συγκεκριμένο Νόμο, είτε και σε οποιονδήποτε άλλο (lex generalis) (βλ. Αντέννα Λτδ ν. Αρχή Ραδιοτηλεόρασης Κύπρου (2010) 3 Α.Α.Δ. 29), κατά τρόπο που ως ειδικές διατάξεις υπερισχύουν κατ' εφαρμογή της ερμηνευτικής αρχής lex specialis derogat legi generali. Ως δε, ειδικό άρθρο του Νόμου, καμία άλλη διάταξη δεν μπορεί να υπερισχύσει σε σχέση με την ακολουθητέα διαδικασία που ρητώς προβλέπεται.  

 

Με δεδομένη συνεπώς την κατάληξη μου πως, καταρχάς, η αίτηση οχληρίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκαν μονομερώς τα επίδικα διατάγματα, αποτελεί ποινική διαδικασία καθώς και επί του ότι η έκδοση των παραπάνω διαταγμάτων, έγινε επί τη βάση των ειδικών προνοιών του άρθρου 123(2) του Περί Δήμων Νόμου 52(Ι)/2022, καταλήγω, πως η προώθηση της παρούσας, δυνάμει του άρθρου 42 του Περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60, είναι λανθασμένη και δεν παρέχει το αναγκαίο δικαιοδοτικό υπόβαθρο στο παρών Δικαστήριο για την εξέταση της, αφού  η εφαρμογή του άρθρου 42, επί του οποίου μεταξύ άλλων βασίζεται η αίτηση, περιορίζεται σε αμιγώς πολιτικές διαδικασίες και σε καμμιά περίπτωση, σε ποινικές διαδικασίες, όπως είναι εν προκειμένω η παρούσα.

 

Περιπλέον και για σκοπούς πληρότητας, αναφέρω συνοπτικά, πως ούτε και το άρθρο 137 του Ποινικού Κώδικα, Κεφ. 154, το οποίο επίσης περιλαμβάνεται στην νομική βάση της αίτησης των Αιτητών, μπορεί να τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα για διάφορους λόγους.

 

Καταρχάς, το πιο πάνω άρθρο, περικλείει το γενικότερο αδίκημα της παρακοής διατάγματος, προώθηση του οποίου απαιτείται να γίνεται με τα ενδεδειγμένα δικονομικά μέτρα, όπως η καταχώρηση κατηγορητηρίου και σε καμμιά περίπτωση δεν δύναται να αποτελεί νομική βάση, σε ενδιάμεση αίτηση.

 

Κατά δεύτερο, ούτε και στην παρούσα μπορεί να έχει οποιαδήποτε εφαρμογή, με δεδομένες τις ειδικές πρόνοιες του άρθρου 123(4), για τους λόγους που και πιο πάνω εξηγούνται, κατ’ εφαρμογή της αρχής  lex specialis derogat legi generali. 

 

Τέλος, ούτε και σύμφυτη εξουσία υπάρχει στο παρών Δικαστήριο, για σκοπούς εξέτασης της υπό κρίση αίτησης, την οποία επικαλείται ο Αιτητής, μεταξύ των υπόλοιπων, κατ’ ισχυρισμό δικαιοδοτικών βάσεων της αίτησης. Σχετικά είναι, τα όσα λέχθηκαν στην υπόθεση  Κορέλλης Αχιλλέας (ανωτέρω), η οποία στρεφόταν κατά ακυρωτικής απόφασης στα πλαίσια Αίτησης Certiorari που στρεφόταν εναντίον διατάγματος που είχε εκδοθεί από  Κακουργιοδικείο.  Η κρίση του Δικαστηρίου που επιλήφθηκε του ζητήματος (πρωτογενώς) και ακύρωσε το εκδοθέν από το Κακουργιοδικείο διάταγμα, επιβεβαιώθηκε με πλειοψηφία της Ολομέλειας του (τότε) Ανωτάτου Δικαστηρίου,  το οποίο ανέφερε μεταξύ άλλων τα ακόλουθα:

 

«Στην Τουβλοποιεία Παλαικύθρου Γίγας Λτδ ν. Ουστά (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 109 (απόφαση Πική, Δ., όπως ήταν τότε) έχει λεχθεί ότι "σύμφυτη είναι η δικαιοδοσία του δικαστηρίου η οποία ενυπάρχει λόγω της ταύτισής της με το δικαστήριο και της αναγκαιότητας ύπαρξής της για τη λειτουργία του δικαστηρίου ως δικαστηρίου δικαίου.  Δεν επεκτείνεται πέραν του ορίου τούτου, ούτε αποτελεί πηγή εξουσίας ανεξάρτητη από το νόμο και τους θεσμούς" (Βλ. και Sofocli v. Leonidou (1988) 1 C.L.R. 583, 587).»

 

Περαιτέρω, ως λέχθηκε στα πλαίσια Πολ. Αιτ. 126/2015, ΑΝΑΦΟΡΙΚΑ ΜΕ ΤΗΝ ΑΙΤΗΣΗ ΤΩΝ (1) ΑΝΤΩΝΗΣ ΑΝΔΡΕΟΥ & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε. ΚΑΙ (2) ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ, ημερ.  ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΚΔΟΣΗ ΕΝΤΑΛΜΑΤΟΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ CERTIORARI, (2015) 1 ΑΑΔ 2859:

 

 «η σύμφυτη εξουσία δεν μπορεί να επενεργήσει ως όπλο εκεί που δεν υπάρχει ουσιαστική νομική βάση  προερχόμενη από νομοθετική ή κανονιστική διάταξη. Και μετέπειτα θα έπρεπε να αποδειχθεί στον ύψιστο βαθμό ότι είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εφαρμοστεί η συμφυής εξουσία του Δικαστηρίου προς αναστολή οποιασδήποτε δικαστικής απόφασης. Αυτά λέχθηκαν, μεταξύ άλλων, στις αποφάσεις Ρόπας ν. Δημοκρατίας (2009) 2 Α.Α.Δ. 234, Εμπεδοκλής κ.ά. (Αρ. 3) - πιο πάνω -, Ελεγκτική Υπηρεσία Συνεργατικών Εταιρειών ν. Παπαγεωργίου (2000) 3 Α.Α.Δ. 151 και Αρχή Τηλεπικοινωνιών Κύπρου ν. Επιτρόπου Ρύθμισης Ηλεκτρονικών Επικοινωνιών και Ταχυδρομείου, υπόθ. αρ. 1335/2009, ημερ. 21.2.2012

 

Καταλήγω συνεπώς, για όλους τους παραπάνω λόγους, πως η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί στο σύνολο της, λόγω έλλειψης δικαιοδοτικής βάσης που να επιτρέπει την εξέταση της. Με αυτή μου την κατάληξη καθίσταται θεωρώ, αχρείαστη, την ενασχόληση με οποιοδήποτε άλλο ζήτημα  περικλείεται είτε στην αίτηση, είτε στην ένσταση των Καθ’ ων η αίτηση, καθότι τούτο θα γίνετο, για καθαρά και μόνο ακαδημαϊκούς λόγους, εφόσον ούτως ή άλλως η πιο πάνω κατάληξη καθιστά την αίτηση θνησιγενή. 

 

Η αίτηση συνεπώς, απορρίπτεται. Ενόψει του ότι το ζήτημα εγέρθηκε από το Δικαστήριο και δεν αποτελούσε ενστάσιμο λόγο εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση, κρίνω ορθότερο όπως μη επιδικάσω οποιαδήποτε έξοδα και η κάθε πλευρά να επωμιστεί τα δικά της έξοδα.

 

Περαιτέρω, η πιο πάνω κατάληξη μου, καθιστά άνευ αντικειμένου και την αίτηση των Καθ’ ων η αίτηση 1-3, ημερομηνίας 21.11.2025 για αντεξέταση του ομνύοντα Ι.Χ. στην παρούσα αίτηση, η οποία επίσης και απορρίπτεται, άνευ οποιασδήποτε διαταγής για έξοδα.

 

Τέλος, με δεδομένο το ότι επί της κυρίως αιτήσεως οχληρίας, δεν έχει μέχρι σήμερα καταχωρηθεί ένσταση από μέρους των Καθ’ ων η Αίτηση 1-3, αυτή, ορίζεται για απόδειξη στις 02.03.2026 εκτός εάν οι τελευταίοι καταχωρήσουν τέτοια ένσταση μέχρι τις 26.02.2026.

 

 

(Υπ.) ……….…………

Ε. Κ.  Μιντή Ε.Δ.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο