Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αγωγή αρ. 3091/2023
Μεταξύ:
1. Irimi Beata
2. Daniel Ceder Imperatore
Εναγόντων – Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων
και
1. P.C. Nordic Finance Ltd
2. Pia Ceder
3. Par Ceder
Εναγομένων – Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόντων
ΑΙΤΗΣΗ ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑΣ 07/03/2025 ΓΙΑ ΔΙΑΓΡΑΦΗ ΑΠΟΣΠΑΣΜΑΤΩΝ ΑΠΟ ΑΠΑΝΤΗΣΗ ΣΤΗΝ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΚΑΙ ΥΠΕΡΑΣΠΙΣΗ ΣΤΗΝ ΑΝΤΑΠΑΙΤΗΣΗ
Ημερομηνία: 30 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενους 1, 2 και 3 - Αιτητές: κα. Χαρά Χαραλαμπίδου για ΓΙΩΡΓΟΣ Ζ. ΓΕΩΡΓΙΟΥ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ΄ ων η αίτηση: Ηνώ Γεωργιάδου για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. και Κώστας Δημητριάδης & ΣΙΑ ΔΕΠΕ
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με αυτή την αίτηση οι Αιτητές αιτούνται τα ακόλουθα:
Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάζει την διαγραφή (STRIKE OUT) των πιο κάτω αποσπασμάτων από τις παραγράφους 3 και/ή 4 και/ή 17 και/ή 19 και/ή 20.3 και/ή 20.6 και/ή 20.7 και/ή 24.7 και/ή 24.9 και/ή 24.10 και/ή 27 και/ή 30.1 και/ή 30.2 και/ή 30.3 και/ή 30.4 και/ή 31.6 της Απάντησης στην Υπεράσπιση που καταχωρήθηκε από τους Ενάγοντες στις 03/10/2024, ως συνταχθέντων κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και/ή των κανόνων σύνταξης δικογράφων και/ή ως παράτυπων και/ή ενοχλητικών και/ή σκανδαλωδών και/ή περιττών και/ή ως αποσπασμάτων τα οποία τείνουν να περιπλέξουν τη διαδικασία καθ’ ότι με αυτά εισάγονται για πρώτη φορά δια μέσου της Απάντησης στην Υπεράσπιση νέοι ισχυρισμοί και/ή νέες θέσεις και/ή νέες βάσεις αγωγής και/ή νέες αξιώσεις που δεν έχουν τεθεί στην Έκθεση Απαίτησης και/ή ισχυρισμοί οι οποίοι είναι ασυμβίβαστοι και/ή μη σύμφωνοι με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης:
I. Παράγραφος 3: «και την δημιουργία ενός εχθρικού και/ή πιεστικού περιβάλλοντος εργασίας.» και/ή
II. Παράγραφος 3: «Ισχυρίζονται περαιτέρω και/ή εναλλακτικά ότι η Συμφωνία Project Sunrise ήτο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σύμβαση Εργασίας και/ή τη Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας του Ενάγοντα 2.» και/ή
III. Παράγραφος 4: «καθότι, μεταξύ άλλων, η συμφωνία Project Sunrise ήτο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σύμβαση Εργασίας και/ή τη Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας του Ενάγοντα 2.» και/ή
IV. Παράγραφος 17: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται περαιτέρω πως ο κύριος λόγος και/ή η αιτία για τη συμφωνία εκπατρισμού (expatriate agreement) ήταν η αποζημίωση της πρώην συζύγου του Ενάγοντα 2, ήτοι την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3, για απώλεια καριέρας στην Σουηδία.» και/ή
V. Παράγραφος 19: «Ο Ενάγοντας 2 ισχυρίζεται πως, κατά ή περί τον Ιούλιο του 2022, όταν και επήλθε διάσταση μεταξύ του Ενάγοντα 2 και της θυγατέρας των Εναγομένων 2 και 3, ο Ενάγοντας 2 υπήρξε θύμα απαράδεκτης και/ή αντικανονικής και/ή ενοχλητικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων 2 και 3, με απώτερο σκοπό να προβεί σε παραίτηση. Παραδείγματα της απαράδεκτης και/ή αντικανονικής και/ή ενοχλητικής συμπεριφοράς των Εναγόμενων 2 και 3 αποτελούν η αλλαγή του εργασιακού ωραρίου και/ή των ημερών ανάπαυσης και/ή διακοπών χωρίς οποιαδήποτε προηγούμενη ενημέρωση και/ή προειδοποίηση προς το πρόσωπο του, καθώς και η ανάμειξη του Ενάγοντα 2 σε περιστάσεις και/ή γεγονότα ασύνδετα με τον ίδιο. Αποτέλεσμα των ανωτέρω, αποτέλεσε το γεγονός πως ο Ενάγοντας 2 υπέστη ζημιά και/ή καταπιέστηκε ψυχολογικά και/ή έγινε αποδέκτης αφόρητης πίεσης στο χώρο εργασίας του. Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως, με τη συμπεριφορά τους, οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραβίασαν, μεταξύ άλλων, το Συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα των Εναγόντων στην ιδιωτική ζωή και/ή το δικαίωμα σε προστασία από παρενόχληση στο εργασιακό περιβάλλον και επιφυλάσσουν το δικαίωμά τους να επεκταθούν κατά τη δικάσιμο.» και/ή
VI. Παράγραφος 20.3: «Είναι η θέση της Ενάγουσας 1 πώς οι Εναγόμενοι 2 και 3, κατά τη σύναψη των εν λόγω επίδικων συμφωνιών για το Project Sunrise, προέβησαν σε επιβεβαιώσεις και/ή βεβαιώσεις πως οι όροι των ξεχωριστών συμβάσεων, που υπεγράφησαν κατά ή περί της 31/12/2019, ήταν ταυτόσημοι και/ή οι ίδιοι μεταξύ των Εναγόντων και της Μαρίας Ζεμπύλα. Ως εκ τούτου, είναι η θέση των Εναγόντων ότι η συνομολόγηση των επίδικων συμφωνιών για το Project Sunrise, και οι επιβεβαιώσεις και/ή βεβαιώσεις στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι 2 και 3 κατά την σύναψη των εν λόγω επίδικων συμφωνιών, δημιούργησαν εύλογες προσδοκίες (legitimate expectations) στους Ενάγοντες και ειδικότερα, στην Ενάγουσα 1.» και/ή
VII. Παράγραφος 20.3: «Είναι ισχυρισμός της Ενάγουσας 1 πως, με την συμπεριφορά τους, οι Εναγόμενοι παραπλάνησαν και/ή παραβίασαν τους προφορικούς όρους της Συμφωνίας Project Sunrise παρέχοντας ψευδείς και/ή ανακριβείς πληροφορίες και/ή παραστάσεις, παρακινώντας την έτσι να συμμετάσχει στο έργο.» και/ή
VIII. Παράγραφος 20.6: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως το περιεχόμενο της παραγράφου 19.15 της Υπεράσπισης είναι ελλιπές και/ή παραπλανητικό προς το Δικαστήριο. Συγκεκριμένα, σε πλήρη συμμόρφωση με τους όρους του Sunrise Project, οι Ενάγοντες αποδέχθηκαν τις επιπρόσθετες αρμοδιότητες που ανατέθηκαν σε αυτούς από την Μαρία Ζεμπύλα. Ωστόσο, αυτά τα οφέλη δεν κατανεμήθηκαν σε όλους τους συμμετέχοντες του Sunrise Project, αλλά δόθηκαν αποκλειστικά στην Μαρία Ζεμπύλα και στον Ενάγοντα 2. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα 1 υπέστη άμεση διάκριση σε όλο το Sunrise Project.» και/ή
IX. Παράγραφος 20.7: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως η Εναγόμενη 2 παραδέχθηκε και/ή ανέφερε πως ουδέποτε δεν θα ολοκληρωνόταν το Sunrise Project. H εν λόγω παραδοχή της Εναγόμενης 2 αποδεικνύει, κατά τους Ενάγοντες, πως το Sunrise Project σχεδιάστηκε με δόλια πρόθεση από τους Εναγόμενους με σκοπό να εξαπατήσουν και/ή να καταχραστούν τους Ενάγοντες και τον χρόνο αυτών». και/ή
X. Παράγραφος 24.7: «Αυτό δεικνύει, κατά τους Ενάγοντες, πως η παρέμβαση και/ή παρενόχληση των Εναγομένων στην ιδιωτική ζωή των Εναγόντων υποκινείτο πάντοτε από αλλότριους σκοπούς, ήτοι το διαζύγιο του Ενάγοντα 2 και της θυγατέρας των Εναγομένων 2 και 3. Συνεπώς, οι Εναγόμενοι προβαίνουν σε εκδικητική συμπεριφορά έναντι των Εναγόντων, και κυρίως έναντι του Ενάγοντα 2, λόγω του διαζυγίου με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3. Ο Ενάγοντας επιφυλάσσει το δικαίωμα του να αναφερθεί στις παραβιάσεις της Συμφωνίας Εργοδότησης, όπως, μεταξύ άλλων στις αλλαγές ωρών εργασίας με άμεση ισχύ και/ή χωρίς την συναίνεση του Ενάγοντα 2 και/ή ημερών διακοπών και στις αδικαιολόγητες οχλήσεις που προέβαιναν οι Εναγόμενοι 2 και 3. Οι Ενάγοντες επαναλαμβάνουν, για ακόμη μια φορά, τα όσα ισχυρίζονται αναφορικά με την μονομερή απόφαση των Εναγομένων να τροποποιήσουν μονομερώς το ωράριο εργασίας και/ή το πρόγραμμα των αργιών και/ή τις διακοπές του Ενάγοντα 2, μετά το διαζύγιο αυτού. Ο Ενάγοντας επιφυλάσσει το δικαίωμα του να επεκταθεί κατά την δικάσιμο.» και/ή
XI. Παράγραφος 24.9: «Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν πλήρως το δικαίωμα τους να αναφερθούν στις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 για να παρουσιάσουν στο σεβαστό Δικαστήριο πως η Πρώτη Φάση του Project Sunrise είχε ολοκληρωθεί από τον Δεκέμβριο του 2022, γεγονός που αποκρύφθηκε από τους Ενάγοντες επίτηδες, κατά τους Ενάγοντες, σύμφωνα με τα στοιχεία που δηλώθηκαν και κατατέθηκαν από τους Εναγόμενους στις οικονομικές καταστάσεις του 2023.» και/ή
XII. Παράγραφος 24.10: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, και επιφυλάσσονται να επεκταθούν κατά τη δικάσιμο, πως δέχθηκαν από τους Εναγόμενους ψυχολογική πίεση μετά το διαζύγιο και ο τερματισμός του Project Sunrise, στην ουσία, επήλθε λόγω του διαζυγίου.»
XIII. Παράγραφος 24.10: «Οι Ενάγοντες ισχυρίζονται πως μετά το διαζύγιο, οι Εναγόμενοι 2 και 3 παραποίησαν σκόπιμα τις οικονομικές καταστάσεις της Εναγόμενης 1 με απώτερο σκοπό να παρεμποδίσουν τους Ενάγοντες και να εμποδίσουν την υλοποίηση της Δεύτερης Φάσης του Sunrise Project.» και/ή
XIV. Παράγραφος 24.10: «Οι Ενάγοντες επιφυλάσσουν το δικαίωμα τους να αναφερθούν στις ηλεκτρονικές επικοινωνίες μεταξύ Εναγόντων και Εναγομένων, όπου διαφαίνεται ξεκάθαρα η αλλαγή στη συμπεριφορά των Εναγομένων κατόπιν του διαζυγίου του Ενάγοντα 2 και της θυγατέρας των Εναγόμενων 2 και 3. Όλες οι ενέργειες των Εναγομένων, κατόπιν του διαζυγίου, ενορχηστρώθηκαν αποκλειστικά για να δημιουργήσουν προσχήματα για τον τερματισμό του Sunrise Project.» και/ή
XV. Παράγραφος 27: «…ειδικότερα για την άνιση οικονομική αμοιβή που υπήρξε μεταξύ της Ενάγουσας 1 και του Ενάγοντα 2 και Μαρίας Ζεμπύλας. Οι Εναγόμενοι, για ακόμη μια φορά, προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο καθότι το ζήτημα δεν είναι αν υπήρχαν τρεις διαφορετικές ατομικές Συμφωνίες αναφορικά με το Project Sunrise, αλλά το γεγονός πως οι Εναγόμενοι 2 και 3 συχνά και/ή τακτικά και/ή ανελλιπώς τόνιζαν και/ή προωθούσαν και/ή προέβαιναν σε ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό ίση οικονομική αμοιβή μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του Project Sunrise.» και/ή
XVI. Παράγραφος 30.1: «Είναι η θέση του Ενάγοντα 2 πως το διαζύγιο του με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3, ανεπίτρεπτα και/ή αντικανονικά και/ή λανθασμένα επηρέασε τους Εναγόμενους και τον τρόπο που χειρίζονταν τα επαγγελματικά ζητήματα που αφορούσαν τον Ενάγοντα 2.»και/ή
XVII. Παράγραφος 30.2: «Ο Ενάγοντας ισχυρίζεται πως είχε κακοποιηθεί από τους Εναγόμενους ψυχολογικά με απώτερο σκοπό να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση και/ή για να βρουν λόγο να τον απολύσουν.» και/ή
XVIII. Παράγραφος 30.3: «Ο Ενάγοντας 2 επαναλαμβάνει το περιεχόμενο των ανωτέρω παραγράφων, αναφορικά με τον τρόπο που οι Εναγόμενοι τον διαχειρίστηκαν μετά το διαζύγιο του με την θυγατέρα των Εναγόμενων 2 και 3 και την ψυχολογική πίεση που το εξάσκησαν με απώτερο σκοπό να τον εξαναγκάσουν σε παραίτηση και/ή για να βρουν λόγο να τον απολύσουν.» και/ή
XIX. Παράγραφος 30.4: «Είναι η θέση του Ενάγοντα 2 πως στοχοποιήθηκε από τους Εναγόμενους 2 και 3, λόγω ακριβώς του διαζυγίου με την θυγατέρα των Εναγόμενων 2 και 3.» και/ή
XX. Παράγραφος 31.6: «και/ή να καλύψουν ότι το γεγονός πως δεν προχώρησαν με το Project Sunrise λόγω του διαζυγίου το Ενάγοντα 2 με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3».
Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 28 και 30 του Συντάγματος, στο Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Θεμελιωδών Ελευθεριών, στα Άρθρα 2, 29, 30 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.2, Δ.13 ΘΘ. 1, 6 -7, Δ.19 Θ.2, Θ.4, Θ.5, Θ.Θ 11 -23, Θ. 25, Θ.26, Θ. 27, Δ.20 ΘΘ 1 -3, Δ.21 Θ 14 -15, Δ.25 ΘΘ 1 (1)- (3), 2, 3, 4,5, 6, 9, Δ.26 Θ 11, Δ.27 ΘΘ 1-3, Δ.39, και Δ.48 Θ. 1 - 12 και 9 (j), Δ.51 Θ 1, Δ.57 ΘΘ 2, 3, 4, Δ.59, Δ.63 ΘΘ 1, 2 και Δ.64 ΘΘ 1, 2, στις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, στη νομολογία των Κυπριακών Δικαστηρίων, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια και γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Η αίτηση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Όλγας Ζαχαρίου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Γιώργος Ζ. Γεωργίου & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. (στο εξής «ΓΖΓ») η οποία δηλώνει ότι γνωρίζει τα γεγονότα της υπόθεσης από μελέτη του φακέλου και από ενημέρωση που είχε από τους δικηγόρους που χειρίζονται την παρούσα αγωγή. Ως αναφέρει, η Αίτηση αφορά αποκλειστικά νομικά θέματα και γεγονότα τα οποία προκύπτουν από το φάκελο της υπόθεσης. Δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Εναγόμενους 1 - 3 για να προβεί στην ένορκη δήλωση.
Είναι η θέση τους ότι η Απάντηση των Εναγόντων στην Υπεράσπιση (στο εξής «η Απάντηση στην Υπεράσπιση») είναι συντεταγμένη με αντινομικό τρόπο καθώς προσκρούει στους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν τη σύνταξη δικογράφων. Η παρούσα Αίτηση καταχωρείται προς αποφυγή εκτροχιασμού της διαδικασίας και με σκοπό τη διαφύλαξη των δικαιωμάτων των Εναγόμενων.
Σύμφωνα με την ενόρκως δηλούσα, όπως διαφαίνεται μέσω της δικογραφίας, είναι εμφανές ότι οι Ενάγοντες επιχειρούν με το δικόγραφο της Απάντησης στην Υπεράσπιση να εισαγάγουν νέους ή ασυμβίβαστους με την Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς, θέσεις, αξιώσεις, βάσεις αγωγής. Οι Ενάγοντες όφειλαν να συμπεριλάβουν τους ισχυρισμούς εξ’ αρχής στην Έκθεση Απαίτησης ή να λάβουν άδεια από το Δικαστήριο για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης, ώστε αφενός, να γνωρίζουν με ακρίβεια οι Εναγόμενοι το τί συγκεκριμένα τους αποδίδεται και αφετέρου, να τύχουν απάντησης και σχολιασμού από τους Εναγόμενους στην Έκθεση Υπεράσπισης. Επομένως, με την εισαγωγή των ισχυρισμών αυτών στην Απάντηση στην Υπεράσπιση, οι Ενάγοντες στερούν από τους Εναγόμενους το δικαίωμα να αντικρούσουν και/ή να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου αυτών. Επιπρόσθετα, σύμφωνα με τη θέση τους ορισμένοι ισχυρισμοί, έρχονται σε αντίθεση με τους ισχυρισμούς των Εναγόντων ως καταγράφονται στην Έκθεση Απαίτησης τους με αποτέλεσμα να τείνουν να προκαταλάβουν, να περιπλέξουν και να καθυστερήσουν την εκδίκαση της αγωγής. Εμφανής είναι επίσης η πρόκληση αμηχανίας στους Εναγόμενους αφού διαστρεβλώνεται η πληροφόρηση τους για το ποιες ακριβώς είναι οι θέσεις των Εναγόντων και τι ακριβώς πρόκειται να αντιμετωπίσουν κατά τη δίκη.
Οι Ενάγοντες, (στο εξής Καθ’ ων η αίτηση) καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:
(Α) Η Αίτηση και/ή η ένορκη δήλωση της κ. Όλγας Ζαχαρίου ημερ. 07/03/2025 που την συνοδεύει (εφεξής η «ΕΔ Ζαχαρίου») είναι παράτυπες και/ή ανυπόστατες και/ή ανεπίτρεπτες και/ή αντίθετες των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της πρακτικής του Δικαστηρίου και/ή καταχωρήθηκαν κατά παράβαση των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή της πρακτικής του Δικαστηρίου.
(Β) Η Αίτηση είναι νομικά αβάσιμη και στηρίζεται σε λανθασμένη και/ή ελλιπή και/ή αλυσιτελή και/ή ανεπαρκή νομική βάση και/ή σε λανθασμένους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς και Νομοθεσία. Οι δια της Αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή Κανονισμοί δεν τυγχάνουν εφαρμογής στην υπό κρίση περίπτωση και/ή δεν στοιχειοθετούν ικανό και/ή το αναγκαίο νομικό και/ή δικαιοδοτικό πλαίσιο για την εξέταση και έκδοση των αιτούμενων θεραπειών. Απουσιάζει το νομικό υπόβαθρο και/ή δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Νόμου και/ή των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων.
(Γ) Δεν συντρέχουν οι περιστάσεις και/ή τα γεγονότα για να εγκρίνει το σεβαστό Δικαστήριο τα αιτούμενα Διατάγματα και/ή δεν υφίσταται το αναγκαίο πραγματικό υπόβαθρο που να δικαιολογεί και/ή να δίδει την εξουσία στο Δικαστήριο να εξετάσει και/ή να εκδώσει τα επιζητούμενα Διατάγματα.
(Δ) Δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν η Δ.19 και/ή η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, για την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων, καθότι το δικόγραφο των Εναγόντων ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’ και/ή οι παράγραφοι που καταγράφονται στην Αίτηση και/ή τα αποσπάσματα αυτών, κατ' ουδένα τρόπο και/ή σε καμία περίπτωση μπορούν να ταξινομηθούν ως συνταχθέντα κατά παράβαση των δικονομικών θεσμών και/ή των κανόνων σύνταξης δικογράφων ή ως παράτυπα ή ενοχλητικά ή σκανδαλώδη ή περιττά ή ως αποσπάσματα που τείνουν να περιπλέξουν τη διαδικασία ή ως μη αναγκαία ή ως αχρείαστα ή ως ανυπόστατα ή ότι ενδέχεται να τείνουν να επηρεάσουν, προκαταβάλλουν, περιπλέξουν, ενοχλήσουν ή καθυστερήσουν την όλη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής ή ότι δεν αποκαλύπτουν καλή βάση αγωγής ή λογικό αγώγιμο δικαίωμα ή ότι είναι επιπόλαια ή ενοχλητικά (frivolous or vexatious) ή ότι αυτά αδιαμφισβήτητα στερούνται νομικού ή πραγματικού ερείσματος.
(Ε) Οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην ΕΔ Ζαχαρίου δεν αποτελούν λόγους και/ή επαρκείς και/ή ικανοποιητικούς και/ή βάσιμους και/ή καλούς λόγους για την έκδοση των αιτούμενων Διαταγμάτων και/ή είναι γενικόλογοι και/ή αόριστοι και/ή λανθασμένοι και/ή ανυπόστατοι και/ή ανεδαφικοί. Δεν δίδεται οποιαδήποτε επαρκής και/ή ικανοποιητική και/ή πειστική και/ή τεκμηριωμένη μαρτυρία και/ή εξήγηση και/ή λόγος που να δικαιολογεί την έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
(Στ) Οι Αιτητές δεν εγείρουν κανένα ουσιαστικό και/ή εύλογο λόγο γιατί να διαγραφεί το μέρος του δικογράφου των Εναγόντων ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’. Οι Αιτητές απέτυχαν να αποδείξουν τους λόγους για τους οποίους το Δικαστήριο θα πρέπει να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια υπέρ του αιτήματος.
(Ζ) Οι Αιτητές χρησιμοποιούν την παρούσα Αίτηση για παράκαμψη άλλων Δικονομικών Θεσμών και/ή προϋποθέσεων που σχετίζονται με τα όσα επιζητούνται με την παρούσα Αίτηση.
(Η) Σε περίπτωση που το Δικαστήριο εγκρίνει τα αιτούμενα Διατάγματα, θα επηρεαστούν τα δικαιώματα και/ή τα Συνταγματικά δικαιώματα των Καθ’ ων η Αίτηση και θα προκληθεί ανεπανόρθωτη ζημιά και/ή αδικία σε αυτούς, κατά παράβαση του Άρθρου 30 του Συντάγματος, καθότι δεν θα έχουν τεθεί όλα τα σχετικά, πραγματικά, ουσιώδη και επίδικα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου.
(Ι) Η Αίτηση έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς, ήτοι τον εκτροχιασμό και/ή την καθυστέρηση της εκδίκασης της Αγωγής και/ή την επιβράδυνση της διαδικασίας και/ή γιατί οι Αιτητές δεν καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης.
(Κ) Η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης προσλαμβάνει τη μορφή περιφρόνησης του Δικαστηρίου, των δικαιωμάτων των Καθ’ ων η Αίτηση και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας (abuse of the process of the Court).
(Λ) Υφίσταται υπέρμετρη και/ή πρωτοφανής και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση της Αίτησης, η οποία προσλαμβάνει την μορφή κατάχρησης και/ή περιφρόνησης της Δικαστικής διαδικασίας και των δικαιωμάτων των Καθ’ ων η Αίτηση. Οι Αιτητές δεν έχουν καταδείξει οποιοδήποτε σοβαρό και/ή εύλογο λόγο που να δικαιολογεί την καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
(Μ) Ο Αιτητές, δια της συμπεριφοράς τους και/ή λόγω υπέρμετρης καθυστέρησης και/ή άλλως πως, κωλύονται και/ή εμποδίζονται από το να προωθούν την παρούσα Αίτηση. Η παρούσα Αίτηση είναι παράτυπη και καταχρηστική, καθότι η πραγματική πρόθεση των Αιτητών, έγκειται στην χρήση ένδικων μέσων που αποσκοπεί στην καθυστέρηση της εκδίκασης της αγωγής και/ή την επιβράδυνση της όλης διαδικασίας.
(Ν) Η αιτούμενη διαγραφή έχει, ως μοναδικό σκοπό, να πλήξει την απονομή της δικαιοσύνης και/ή δεν θα ήταν ορθό και δίκαιο να επιτραπεί υπό τις περιστάσεις. Η παρούσα Αίτηση είναι ανεπαρκής και/ή ασαφής και/ή μη τεκμηριωμένη και δεν επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους, η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, αποσκοπεί στην παραπλάνηση του Δικαστηρίου ως προς την ουσία της υπόθεσης.
(Ο) Άνευ βλάβης των ανωτέρω, τα όσα αποσπάσματα καταγράφονται στην Αίτηση δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς και/ή νέες θέσεις και/ή νέες βάσεις αγωγής και/ή νέες αξιώσεις που δεν έχουν τεθεί στην Έκθεση Απαίτησης και τα αποσπάσματα δεν είναι ασυμβίβαστα και/ή δεν αντικρούονται με την Έκθεση Απαίτησης των Εναγόντων.
Η Ένσταση βασίζεται βασικά στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς (Civil Procedure Rules) Δ.2, Δ.5 Θ.1-10, Δ.6 Θ.1, 2, 4 – 9, Δ.16 Θ.Θ. 1-5, 9-11, Δ.19 Θ.Θ. 2, 3, 4, 22, 26, Δ.21, Θ.Θ. 1-15, Δ.27 Θ.Θ. 1 - 4, Δ.33, Δ.39, Δ.48 Θ.Θ. 1-9, Δ.57, Δ.59, Δ.64, επί των συμφυών εξουσιών του Δικαστηρίου και επί των αρχών που διέπουν την διακριτική ευχέρεια αυτού, επί του περιεχομένου του φακέλου του Δικαστηρίου καθώς επίσης και επί των γενικών αρχών δικαίου.
Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η ένσταση φαίνονται στην ένορκη δήλωση της Τόνιας Κέντελη, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο, Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε. («ΧΠ»), δικηγόρων των Εναγόντων – Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγομένων – Καθ’ ων η Αίτηση και στον φάκελο του Δικαστηρίου, η οποία εξηγεί από που γνωρίζει τα γεγονότα της παρούσας αγωγής και δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τους Καθ’ ων η Αίτηση να προβεί στην ένορκη δήλωση.
Ως αναφέρει η ομνύουσα, κατ’ αρχάς, οι Αιτητές προσπαθούν να παραπλανήσουν το Δικαστήριο όταν αναφέρονται, τόσο στην ίδια την Αίτηση όσο και στην ΕΔ Ζαχαρίου, σε δικόγραφο των Καθ΄ ων η Αίτηση ως ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση’ από την στιγμή που οι ίδιοι καταχώρησαν Ανταπαίτηση. Βάσει των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όταν καταχωρείται Ανταπαίτηση από τους Εναγόμενους, το ενιαίο δικόγραφο που ακολουθεί αναγκαστικά και υποχρεωτικά είναι η ‘απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Οι κανόνες σύνταξης του δικογράφου ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση’ είναι σαφώς διαφορετικοί από τους κανόνες σύνταξης του δικογράφου ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’.
Θέση της είναι πως δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις που θέτουν η Δ.19 και η Δ.27 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, για την έκδοση των επιζητούμενων διαταγμάτων. Περαιτέρω, εισηγείται ότι οι Αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα Αίτηση και να ισχυρίζονται πως κάποιοι εκ των ισχυρισμών του δικογράφου ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’ των Εναγόντων τους στερούν το δικαίωμα να αντικρούσουν ή να τοποθετηθούν επί του περιεχομένου αυτών καθότι θα μπορούσαν οι ίδιοι να καταχωρήσουν ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης’, κάτι το οποίο δεν έπραξαν. Είναι η θέση της πως οι Αιτητές χρησιμοποιούν κακόβουλα την παρούσα Αίτηση γιατί οι ίδιοι απέτυχαν να ακολουθήσουν την δικονομικά ορθή διαδικασία για να απαντήσουν σε όσους ισχυρισμούς θεωρούσαν πως έχρηζαν απάντησης, ήτοι να προβούν στην καταχώρηση Απάντησης στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης.
Άνευ βλάβης των πιο πάνω, εισηγείται ότι τα όσα αποσπάσματα καταγράφονται στην Αίτηση δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς ή νέες θέσεις ή νέες βάσεις αγωγής ή νέες αξιώσεις. Αντίθετα, απαντούν σε ισχυρισμούς και αξιώσεις που ηγέρθηκαν από τους Εναγόμενους στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους και διασαφηνίζουν και τεκμηριώνουν τα πραγματικά γεγονότα της επίδικης διαφοράς των μερών. Περαιτέρω, είναι η θέση τους πως τα όσα οι Ενάγοντες αναφέρουν στην ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’ τους πηγάζουν και απορρέουν από τις συμβατικές σχέσεις των μερών, ήτοι του Project Sunrise καθώς και των συμβάσεων εργασίας των Εναγόντων. Με τυχόν διαγραφή των συγκεκριμένων αποσπασμάτων, οι Ενάγοντες θα στερηθούν του δικαιώματος τους να προσκομίσουν στο Δικαστήριο την αναγκαία μαρτυρία καθότι θα απουσιάζει από τη δικογραφία της αγωγής το αναγκαίο υπόβαθρο για να προσκομιστεί και να ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο. Θέμα δε, δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα. Σύμφωνα με τη θέση τους οι Καθ΄ ων η Αίτηση εισήγαγαν στα δικόγραφα τους τα ουσιώδη γεγονότα που είναι αναγκαία σε σχέση με τα επίδικα θέματα. Απουσία των παραγραφών που καταγράφονται στην Αίτηση θα αποστερούσε από τους Καθ΄ ων η Αίτηση το δικαίωμα στην δίκαιη δίκη. Άνευ βλάβης όλων των ανωτέρω, αναφέρει ότι τα όσα οι Αιτητές καταγράφουν στην Αίτηση τους και επιζητούν να διαγραφούν είναι σημαντικά, ουσιώδη και επίδικα καθότι :
(α) Αναφορικά με τις παραγράφους 3, 30.1, 30.2, 30.3, 30.4 και 30.6 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, οι Εναγόμενοι ήγειραν το ζήτημα του κακού περιβάλλοντος εργασίας μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 23.7 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Στην παράγραφο 23.7, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι δημιουργήθηκε ένα εχθρικό εργασιακό περιβάλλον εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση, ως άμεσο αποτέλεσμα του διαζυγίου του Ενάγοντα 2 με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3. Η ξαφνική κλιμάκωση των εσωτερικών παραπόνων, των αξιολογήσεων απόδοσης και, εν τέλει, των προσπαθειών τερματισμού των Εναγόντων μετά την ανακοίνωση του διαζυγίου υποστηρίζει πως το εχθρικό περιβάλλον δημιουργήθηκε κατόπιν του διαζυγίου. Περαιτέρω, το γεγονός πως η Συμφωνία Project Sunrise ήτο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σύμβαση Εργασίας και τη Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας του Ενάγοντα 2 είναι ζήτημα το οποίο προκύπτει αβίαστα τόσο από την Έκθεση Απαίτησης όσο και από την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων.
(β) Αναφορικά με τις παραγράφους 4 και 20.3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση, το γεγονός πως η Συμφωνία Project Sunrise με τη Σύμβαση Εργασίας και τη Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας του Ενάγοντα 2 ήτο άρρηκτα συνδεδεμένες αναφύεται από τους όρους της Συμφωνίας Project Sunrise, ήτοι, μεταξύ άλλων, πως μόνο εργοδοτούμενοι της Εναγόμενης 1 μπορούσαν να συμμετέχουν στο Project Sunrise και ότι ο μισθός και τα οφέλη των αναμεμειγμένων εργοδοτουμένων συνδέονταν ρητά με το Project Sunrise, καθώς επίσης πως η συνεχής εργοδότηση των αναμεμειγμένων εργοδοτουμένων θα είχε αντίκτυπο και στο Project Sunrise (βλ. Έκθεση Απαίτησης 16.5(iii)) καθώς επίσης και τα δικαιώματα συμμετοχής στα κέρδη εξαρτώνται από τη συνέχιση της απασχόλησης. Συνεπώς, τα αποσπάσματα των οποίων οι Εναγόμενοι επιζητούν την διαγραφή δεν αποτελούν νέους ισχυρισμούς ή νέα βάση αγωγής και δεν αντικρούονται και δεν έρχονται σε αντιπαράθεση με την Έκθεση Απαίτησης. Αντίθετα, αποδεικνύεται πως οι Εναγόμενοι κακόβουλα καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση και για αλλότριους σκοπούς.
(γ) Αναφορικά με τις παραγράφους 17 και 19 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση: μέσω αυτών των παραγραφών οι Ενάγοντες απαντούν στα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, στην παράγραφο 29.2 της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης τους. Η Συμφωνία Αποδημίας που οι Εναγόμενοι 2 και 3 παρείχαν στον Ενάγοντα 2 απαιτούσε από τον Ενάγοντα 2 να εγκατασταθεί στην Κύπρο, συνδέοντας ρητά την απασχόλησή του με τη μετεγκατάστασή του και την οικογενειακή του σχέση με τους Εναγόμενους 2 και 3. Μετά το διαζύγιο, ο Ενάγοντας 2 υπέστη άδικη και ανταποδοτική μεταχείριση, ως αναφέρεται στις παραγράφους 17 και 19. Η Υπεράσπιση των Εναγομένων αναφέρει ότι ο τερματισμός του Project Sunrise οφειλόταν κατ’ ισχυρισμό σε επαγγελματικούς λόγους, αλλά η χρονική στιγμή, το σκεπτικό για τον τερματισμό και η σειρά των γεγονότων υποδηλώνουν έντονα το αντίθετο. Οι απότομες αλλαγές στις συνθήκες εργασίας, ο αυξημένος έλεγχος και οι ενδεχόμενες αποφάσεις τερματισμού ήταν μέτρα αντιποίνων μετά τον χωρισμό του Ενάγοντα 2 από την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3, είναι η θέση των Εναγόντων. Επίσης, η Υπεράσπιση αναφέρεται στην προσωπική σχέση μεταξύ των μερών. Ως εκ τούτου, οι Καθ’ ων η Αίτηση δικαιούνται να απαντήσουν και να προσφέρουν την δική τους οπτική γωνία επί των ζητημάτων, ήτοι ότι οι ενέργειες που ελήφθησαν κατά του Ενάγοντα 2 ήταν αντίποινα και όχι επιχειρηματικές αποφάσεις. Η διαγραφή αυτών των παραγράφων θα αφαιρούσε το κρίσιμο πλαίσιο που αποδεικνύει ότι ο τερματισμός του Ενάγοντα 2 ήταν η άμεση συνέπεια του διαζυγίου και όχι μια αμερόληπτη απόφαση για την απασχόληση του.
(δ) Αναφορικά με τις παραγράφους 20.6, 20.7, 24.7, 24.9, 24.10 και 27 της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση: οι Εναγόμενοι επιθυμούν να διαγραφούν οι συγκεκριμένες παράγραφοι, οι οποίες έχουν να κάνουν με το κατ’ εξοχήν σημαντικό και επίδικο και σχετικό Project Sunrise. Στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους, οι Εναγόμενοι προσπάθησαν να δικαιολογήσουν τον πρόωρο τερματισμό του, εστιάζοντας σε υποκειμενικές ανησυχίες, αδιαφορώντας για τις συμβατικές υποχρεώσεις που απορρέουν από το Project Sunrise. Οι Εναγόμενοι 2 και 3 ισχυρίζονται πως διαβεβαίωσαν την Ενάγουσα 1 ότι όλοι οι συμμετέχοντες στο Project Sunrise υπόκεινται σε ίση οικονομική αμοιβή. Ωστόσο, η Μαρία Ζεμπύλα και ο Ενάγοντας 2 είχαν ήδη λάβει προκαταβολές στο πλαίσιο της Πρώτης Φάσης του έργου Project Sunrise, ενώ η Ενάγουσα 1 δεν ήταν δέκτης τέτοιων πληρωμών. Συνεπώς, οι Ενάγοντες απαντούν στα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται και επαναλαμβάνουν, εν μέρει πλην σαφώς, τα όσα διαλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτηση τους, ήτοι ότι ο απότομος τερματισμός του Project Sunrise — χωρίς οι Εναγόμενοι να επικαλεστούν κανένα από τους συμβατικά καθορισμένους λόγους τερματισμού — συνιστούσε παραβίαση των συμβατικών δικαιωμάτων των Εναγόντων.
Ως εκ των ανωτέρω, προβάλλει ότι οι Εναγόμενοι για αλλότριους σκοπούς καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση, καθότι διαφαίνεται πως τα όσα προσπαθούν να διαγράψουν αποτελούν σχετικά, επίδικα και ουσιώδη ζητήματα και απαντούν στα όσα οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται στην Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση. Διαγραφή των καταγεγραμμένων στην Αίτηση αποσπασμάτων θα προκαλέσει ανεπανόρθωτη ζημιά και αδικία στους Ενάγοντες, κατά παράβαση του άρθρου 30 του Συντάγματος, καθότι δεν θα έχουν τεθεί όλα τα σχετικά πραγματικά γεγονότα της παρούσας υπόθεσης ενώπιον Δικαστηρίου.
Υφίσταται δε κατά τη θέση τους, πρωτοφανής, αδικαιολόγητη, υπέρμετρη και μακρά καθυστέρηση στην υποβολή της Αίτησης, ενώ οι ισχυρισμοί οι οποίοι προβάλλονται στην Ε/Δ Ζαχαρίου δεν επεξηγούν γιατί οι Αιτητές καθυστέρησαν τόσο πολύ στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης.
Η παρούσα Αίτηση διαγραφής, σύμφωνα με την εισήγηση τους αποτελεί μια κακόβουλη προσπάθεια των Εναγόμενων να αφαιρέσουν από την δικογραφία της Αγωγής σχετικά, βασικά και πραγματικά γεγονότα που παρέχουν το αναγκαίο υπόβαθρο και το απαραίτητο πλαίσιο για την σωστή και δίκαιη διεξαγωγή της δίκης.
Το δικονομικό ιστορικό της παρούσας Αγωγής έχει ως ακολούθως : Στις 31/08/2023, οι Ενάγοντες καταχώρησαν Ειδικώς Οπισθογραφημένο Κλητήριο Ένταλμα εναντίον των Εναγομένων. Στις 13/09/2023, οι Εναγόμενοι 1 – 3 καταχώρησαν, δια των τότε δικηγόρων τους, σημείωμα εμφάνισης στην διαδικασία. Στις 12/10/2023, οι Ενάγοντες καταχώρησαν αίτηση για απόφαση λόγω μη καταχώρησης υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 1 – 3. Στις 13/11/2023, καταχωρήθηκε από τους Εναγόμενους 1 – 3 ειδοποίηση αλλαγής δικηγόρων με τους ΓΖΓ να αναλαμβάνουν τους τελευταίους. Στις 28/06/2024, καταχωρήθηκε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση και στις 03/10/2024 ‘Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση’. Στις 09/10/2024, οι Ενάγοντες καταχώρησαν Αίτηση για Οδηγίες βάσει της Δ.30. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τον Τύπο 25 στις 13/11/2024. Στις 31/12/2024, οι Εξ Ανταπαιτήσεως Ενάγοντες καταχώρησαν Αίτηση για Οδηγίες βάσει της Δ.30. Οι Εξ Ανταπαιτήσεως Εναγόμενοι καταχώρησαν τον Τύπο 25 στις 13/01/2025. Στις 10/02/2025, οι δικηγόροι των Εναγόμενων ενημέρωσαν το Δικαστήριο πως είχαν λάβει οδηγίες από τους Εναγόμενους όπως προχωρήσουν στην καταχώρηση αίτησης διαγραφής. Αιτήθηκαν δε από το Δικαστήριο να μην εκδοθούν οποιεσδήποτε περαιτέρω οδηγίες για εκατέρωθεν αποκαλύψεις αλλά όπως παραμείνουν η Αγωγή και η Ανταπαίτηση για Οδηγίες και λάβει προτεραιότητα η Αίτηση. Η Αγωγή ορίστηκε από το Δικαστήριο στις 24/03/2025, με οδηγίες τυχόν αίτηση για διαγραφή να καταχωρισθεί μέχρι και τις 07/03/2025.
Οι συνήγοροι των δύο πλευρών υποστήριξαν τις θέσεις τους μέσω εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων καθώς και προφορικών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο. Απαντήσεις στα διάφορα επιχειρήματα θα δοθούν με το σκεπτικό του Δικαστηρίου που θα ακολουθήσει.
NOMIKH ΠΤΥΧΗ
Η Δ.19 Θ.26, η οποία δίνει στο Δικαστήριο την ευχέρεια να αποφασίσει διαγραφή μέρους του Δικογράφου προνοεί τα ακόλουθα:
«The Court or a Judge may, at any stage of the proceedings, order to be struck out or amended any matter in any indorsement or pleading which may be unnecessary or scandalous or which may tend to prejudice, embarrass, or delay the fair trial of the action».
Χρήσιμη καθοδήγηση για την εφαρμογή της Δ.19 θ.26 περιέχεται στο Annual Practice 1958 με αναφορά στην αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια O.19 r.27, και στην υπόθεση Knowles v. Roberts 38 Ch.D. 270, στην οποία αναφέρεται ότι ο κανόνας είναι ότι το Δικαστήριο δεν θα πρέπει να υπαγορεύει στους διαδίκους πώς θα συντάσσουν τα δικόγραφα τους, νοουμένου ότι οι διάδικοι δεν θα πρέπει να παραβιάζουν τους κανόνες δικογραφίας. Η συμπερίληψη στο δικόγραφο ισχυρισμών διατυπωμένων σε μεγαλύτερη έκταση απ' ότι χρειάζεται, συμπλεγμένων με άσχετους ισχυρισμούς ή με μαρτυρία, μπορεί να προκαλέσει σοβαρή δυσχέρεια στον αντίδικο. Στην περίπτωση που εντελώς επουσιώδη θέματα καταγράφονται με τέτοιο τρόπο που ο άλλος διάδικος θα πρέπει να απαντήσει σε αυτά, και να προκληθούν με τον τρόπο αυτό έξοδα, ταλαιπωρία και καθυστέρηση, τότε δικαιολογείται η διαγραφή των άσχετων ισχυρισμών. Από την άλλη, δεν είναι ο κάθε αχρείαστος ισχυρισμός που θα προκαλέσει την παρέμβαση του Δικαστηρίου∙ το γεγονός και μόνο ότι το δικόγραφο περιέχει κάποιο περιττό ή αχρείαστο ισχυρισμό που όμως δεν προκαλεί ζημιά ή βλάβη στον αντίδικο, δεν αποτελεί επαρκή λόγο για τη διαγραφή του και το ίδιο ισχύει και στην περίπτωση που στο δικόγραφο δικογραφούνται ισχυρισμοί με αχρείαστη λεπτομέρεια.
Στην υπόθεση Athina Leathergoods Ltd. κ.ά. v. Ιωακείμ Χαραλάμπους κ.ά. (2000) 1 Α.Α.Δ. 787 γίνεται αναφορά στην υπόθεση Κυπριακές Αερογραμμές Λτδ. κ.ά. v. Credit Libanais S.A.L. (1991) 1 Α.Α.Δ.649, στην οποία λέχθηκε ότι «τα δικόγραφα πρέπει να περιέχουν όλες τις αναγκαίες λεπτομέρειες σε σχέση με την απαίτηση, υπεράσπιση, ανταπαίτηση ή οποιοδήποτε άλλο ζήτημα που περιλαμβάνουν, ώστε να μπορεί η άλλη πλευρά να σχηματίζει σαφή εικόνα για τη φύση και έκταση της υπόθεσης, την οποία πρόκειται να αντιμετωπίσει στην ακρόαση, να μπορεί να ετοιμάζει τη δική της υπόθεση και να μη βρίσκεται προ εκπλήξεων ή τετελεσμένων γεγονότων». Στην εν λόγω υπόθεση το Δικαστήριο ανέφερε ότι σύμφωνα με τo Annual Practice 1960 η αντίστοιχη Αγγλική πρόνοια έχει ερμηνευτεί φιλελεύθερα από τα Δικαστήρια. Λέχθηκε επίσης ότι απλή πολυλογία δεν προκαλεί αφ' εαυτής αμηχανία. Ούτε και διαγράφεται ισχυρισμός ως προκαλών αμηχανία επειδή ο αντίδικος ισχυρίζεται ότι είναι αναληθής.
Η παρουσίαση της υπόθεσης στο δικόγραφο πρέπει να είναι λιτή, χωρίς πλατειασμούς, αλλά θα πρέπει να περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ούτως ώστε να επιτρέψει στον αντίδικο να γνωρίζει την εναντίον του υπόθεση για να μπορέσει να απαντήσει (βλέπε Παγκύπριος Εταιρεία Αρτοποιών Λτδ ν. Σαββίδη (1997) 1 Α.Α.Δ.685) . Τα δικόγραφα θα πρέπει να περιέχουν με συνοπτικό τρόπο μόνο τα ουσιώδη γεγονότα επί των οποίων ο διάδικος βασίζει την απαίτηση ή υπεράσπισή του. Στην υπόθεση Bruce v. Odhams Press Ltd (1936) 1 K.B. 697, στην οποία γίνεται αναφορά στην πιο πάνω υπόθεση η λέξη «ουσιώδες» («material») ερμηνεύτηκε ότι σημαίνει «αναγκαίο για τη διατύπωση μίας ολοκληρωμένης αιτίας αγωγής («necessary for the purpose of formulating a complete cause of action»).
Στην υπόθεση Christie v. Christie L.R.8 Ch. 503 αναφέρθηκε ότι το κατά πόσο ένα θέμα θεωρείται σκανδαλώδες κρίνεται από το αν είναι θέμα για το οποίο θα γινόταν αποδεκτή μαρτυρία για να καταδειχθεί η αλήθεια ενός ισχυρισμού που περιλαμβάνεται στα δικόγραφα και ο οποίος είναι σχετικός με την αιτούμενη θεραπεία. Στην υπόθεση Willington v. Loring 6 Q.B.D. 196 αναφέρθηκε ότι κάποιο θέμα δεν θεωρείται σκανδαλώδες αν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα.
Αναφορικά με το πότε ένα δικόγραφο μπορεί να χαρακτηριστεί σαν ενοχλητικό ("embarrassing") σχετικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση στην υπόθεση Mayor of London v. Horner (1914) 111 L.T.:
«I take "embarrassing" to mean that the allegations are so irrelevant that to allow them to stand would involve useless expense and would also prejudice the trial of the action by involving the parties in a dispute that is wholly apart from the issues».
Στην προκειμένη περίπτωση εκείνο που προβάλλουν Αιτητές είναι πως η Απάντηση των Εναγόντων εισάγει νέους και ασυμβίβαστους με την Έκθεση Απαίτησης ισχυρισμούς και ή βάσεις αγωγής.
Η Δ.19 Θ.14 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας προνοεί τα ακόλουθα :
«No pleading shall, except by way of amendment where leave to amend has been granted, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same»
Η εν λόγω διάταξη αντικατοπτρίζει τις πρόνοιες της αντίστοιχης διάταξης O.19 rr. 16 των Παλαιών Αγγλικών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Όπως επεξηγείται και στο The Annual Practice 1958 στις σελίδες 471 και 472, η έννοια της νέας βάσης αγωγής έχει ως ακολούθως:
«No pleading not being a petition or summons, shall except by way of amendment, raise any new ground of claim or contain any allegation of fact inconsistent with the previous pleadings of the party pleading the same»
…..
«New Ground. - This means that a party's second pleading must not contradict his first. If a plaintiff claims rent on his writ, he cannot claim the same sum in his reply as damages for unlawfully "holding over" (Duckworth v. McClelland, 2 L. R. Ir. 527). Or, if the statement of claim alleges merely a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent (Kingston v. Corker, 29 L. R.Ir. 364). Such inconsistent claims should be pleaded, if at all, alternatively in the statement of claim; and the plaintiff may amend his statement of claim once without leave before replying (O. 28, r.2). For a note explanatory of this Rule see Law Times Newspaper for March 15, 1924, at p. 212.
Ο σκοπός του δικογράφου της Απάντησης (Reply) είναι να διευκρινίσει τους ισχυρισμούς που περιέχονται στο δικόγραφο της Υπεράσπισης. Στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice 3rd Edition αναφέρονται τα ακόλουθα αναφορικά με την φύση και το περιεχόμενο της Απάντησης:
"In most cases, the exchange of particulars of claim and defence should suffice to identify and define the issues. Occasionally, however, the claimant may deem it necessary to file a reply to the defence in order to make admissions, put forward an assertion in response to something contained in the defence or in order to cut down the issues.
…
Α reply must not be used for repeating the allegations in the particulars of claim or for bolstering them by challenging the defendant's denials. It should be used only for dealing with matters that could not have been addressed in the particulars of claim."
Διαφωτιστικά είναι επίσης όσα αναφέρονται στο σύγγραμμα Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 107:
«The plaintiff must not set up in his reply a new cause of action which is not raised either on the writ or in the statement of claim, since the plaintiff must not in his reply make any allegation of fact, or raise any new ground of claim inconsistent with his statement of claim. Inconsistent for this purpose does not mean “mutually exclusive” but merely new or different. In other words the reply must not contradict or “depart” from the statement of claim, or it will be ground for an application to strike out the reply in which the defect occurs. For example, if a plaintiff claims rent on his writ, he cannot claim the same sum in his reply as damages for unlawfully “holding over”. Or, if the statement of claim alleges merely a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. So again, if the statement of claim alleges undue influence exercised on the deceased by the defendant, the reply must not allege that in the alternative it was exercised by the deceased’s husband. Such inconsistent claims should be pleaded, if at all, alternatively in the statement of claim; and the plaintiff may amend or apply to amend his statement of claim in order to plead such allegations or claims in the alternative. »
Η αναγκαιότητα να παραμείνει η δίκη μέσα στην πορεία που προδιαγράφουν τα δικόγραφα, έχει απασχολήσει επανειλημμένα το Ανώτατο Δικαστήριο σε σειρά αποφάσεων. Στην απόφαση Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, Πολ. Έφ. 348/2009, ημερ. 17.10.2014 λέχθηκαν τα εξής:
«Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης.
Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers’ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται:
«It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan (1972) 1 W.L.R. 1128).
Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker (1892) 29 LR.Ir. 364, ότι:
«If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended. »
Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Alikhani ν. Προδρόμου (2012) 1 Α.Α.Δ. 657, υπεδείχθη ότι:
«Η απάντηση («reply»), δεν αποτελεί το ορθό δικογραφικό forum για να προβληθεί αξίωση, ούτε να διαφοροποιήσει τα γεγονότα που περιβάλλουν την αξίωση και σίγουρα δεν προσφέρεται ως εφαλτήριο τροποποίησης, (δέστε Bullen & Leake: Precedents of Pleadings, 12η έκδ. σελ. 106 και 108 και Odgers on Civil Court Actions, 24η έκδ. σελ. 271-273).»
Υπό το φως των πιο πάνω προχωρώ να εξετάσω τις επιζητούμενες να διαγραφούν παραγράφους, έχοντας τις χωρίσει σε ενότητες, όπως έχουν πράξει και οι συνήγοροι των δύο πλευρών, χωρίς αναφορά στα αποσπάσματα τα οποία αναφέρονται ολοκληρωμένα, πιο πάνω, στο αιτητικό της αίτησης.
Μέσω των παραγράφων 3, 19, 24.7, 30.1, 30.2, 30.3, 30.4, προβάλλονται μέσω της Απάντησης στην Υπεράσπιση ισχυρισμοί ότι οι Εναγόμενοι στοχοποίησαν τον Ενάγοντα 2, συνέβαλαν στην «δημιουργία ενός εχθρικού και/ή πιεστικού περιβάλλοντος εργασίας» για τον Ενάγοντα 2, με απώτερο σκοπό να προβεί σε παραίτηση, ότι επέδειξαν εναντίον του «απαράδεκτη και/ή αντικανονική και/ή ενοχλητική συμπεριφορά» λόγω της οποίας υπέστη ζημιά και ψυχολογική καταπίεση και έγινε αποδέκτης αφόρητης πίεσης στο χώρο εργασίας του, με αποτέλεσμα να παραβιασθεί το δικαίωμα του στην ιδιωτική ζωή, λόγω της διάστασης του ή του διαζυγίου του με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3. Περαιτέρω, περιλαμβάνεται ο ισχυρισμός ότι οι τελευταίοι τροποποίησαν μονομερώς ουσιώδεις όρους εργασίας του Ενάγοντα 2, όπως το ωράριο εργασίας του (παρα.24.7).
Στην παράγραφο 16 της ένορκης δήλωσης στην ένσταση αναφέρεται ότι είναι ουσιώδη και επίδικα τα επιχειρούμενα να διαγραφούν αποσπάσματα. Στην παράγραφο 16(α) της ένορκης δήλωσης αναφέρεται ότι η εισαγωγή των νέων ισχυρισμών 3, 30.1- 30.4 συσχετίζεται με τους ισχυρισμούς της παραγράφου 23.7 της Υπεράσπισης στην οποία αναφέρεται, μεταξύ άλλων ότι οι υπάλληλοι της Εναγόμενης 1 ξεκίνησαν να επισήμαιναν τα παράπονα τους για τη συμπεριφορά των Εναγόντων. Δεν έχει, θεωρώ, καταδειχθεί ή υποστηριχτεί με ποιο τρόπο οι πιο πάνω ισχυρισμοί στην απάντηση σχετίζονται με τα εν λόγω παράπονα, διευκρινίζουν με την εισαγωγή τους αυτά ή τα απαντούν. Αντίθετα, θεωρώ ότι πρόκειται για νέους ισχυρισμούς που αλλοιώνουν την αρχική θέση των Εναγόντων.
Αναφορικά με το επιζητούμενο να διαγραφεί απόσπασμα της παραγράφου 19 της Απάντησης, η ΕΔ Κέντελη, αναφέρει στην παράγραφο 16 (γ) ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση, δικαιούνται να απαντήσουν και να προσφέρουν τη δική τους οπτική επί των ζητημάτων, ήτοι ότι οι ενέργειες που ελήφθησαν κατά του Ενάγοντα 2 ήταν αντίποινα και όχι επιχειρηματικές αποφάσεις. Με το σχετικό απόσπασμα από παράγραφο 19 της Απάντησης, σύμφωνα με το δικόγραφο τους, απαντούν στην παρα. 18 της Υπεράσπισης, η οποία αναφέρει ότι ο Ενάγοντας 2 παραβίασε τους όρους της Σύμβασης Εργοδότησης του. Τα όσα αναφέρονται όμως στην παρα. 19 της Απάντησης συνιστούν ισχυρισμούς οι οποίοι αφενός δεν μπορούν να εκληφθούν ότι διευκρινίζουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο τον ισχυρισμό των Εναγομένων για παράβαση από τον Ενάγοντα 2 της σύμβασης του, αφετέρου δε συνιστούν νεόφερτους ισχυρισμούς που δεν έχουν περιληφθεί στο δικόγραφο των Εναγόντων.
Συμφωνία Εκπατρισμού (expatriate agreement)
Μέσω της παραγράφου 17, οι Εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η συμφωνία εκπατρισμού μεταξύ του Ενάγοντα 2 και των Εναγομένων, αποσκοπούσε στην αποζημίωση της συζύγου του Ενάγοντα 2, θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3, για απώλεια καριέρας στη Σουηδία. Στη βάση του δικογράφου των Εναγόντων αυτή η παρα. απαντά στην παρα.16 της Ε/Υ και όχι στην παρα. 29.2 , όπως αναφέρει η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση. Στην εν λόγω παρα.16 δεν αναγράφεται κάτι το οποίο να χρήζει, διευκρινιστικά την επεξήγηση που παρέχει η πιο πάνω παρα.17.
Ο τερματισμός του Project Sunrise επήλθε λόγω του Διαζυγίου
Στην παράγραφο 24.10 της Απάντησης τους, σύμφωνα με το δικόγραφο τους, οι Ενάγοντες απαντούν στην παρα.23.12 της Υπεράσπισης. Τα επιχειρούμενα να διαγραφούν αποσπάσματα αποδίδουν στους Εναγόμενους την άσκηση ψυχολογικής πίεσης στους Ενάγοντες και τον τερματισμό του Sunrise Project λόγω του διαζυγίου του Ενάγοντα 2 με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3. Επίσης υπάρχουν ισχυρισμοί για αλλαγή συμπεριφοράς των Εναγομένων λόγω του διαζυγίου «για να δημιουργήσουν προσχήματα για τον τερματισμό του Sunrise Project.»
Στην παράγραφο 31.6 της Απάντησης αποδίδονται στους Εναγόμενους ανυπόστατοι ισχυρισμοί για «να καλύψουν ότι το γεγονός πως δεν προχώρησαν με το Project Sunrise λόγω του διαζυγίου το Ενάγοντα 2 με την θυγατέρα των Εναγομένων 2 και 3». Βασικά οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3, υποκινούμενοι από εκδικητικές προθέσεις λόγω του διαζυγίου του Ενάγοντα 2 και της θυγατέρας τους, ενορχήστρωσαν τη δημιουργία προσχημάτων για τον τερματισμό του Project Sunrise.
Κατά την κρίση μου οι πιο πάνω συνιστούν νέους ισχυρισμούς οι οποίοι πρώτη φορά παρουσιάζονται μέσω της Απάντησης.
Project Sunrise
Μέσω των αποσπασμάτων των παραγράφων 3 και 4 της Απάντησης στην Υπεράσπιση προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι «η συμφωνία Project Sunrise ήτο άρρηκτα συνδεδεμένη με τη Σύμβαση Εργασίας και/ή τη Συμπληρωματική Σύμβαση Εργασίας του Ενάγοντα 2». Τα εν λόγω αποσπάσματα, ως δικογραφήθηκε μέσω της Απάντησης, τείνουν να απαντήσουν στις προδικαστικές ενστάσεις στις παραγράφους 2 και 3 της Υπεράσπισης, αντίστοιχα, που αφορούν τη μη ύπαρξη αγώγιμου δικαιώματος για τον Ενάγοντα 2 βάσει της Σύμβασης Εργοδότησης του και την έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου λόγω ισχυριζόμενης εργατικής διαφοράς. Στην παράγραφο 16 (β) της ένορκης δήλωσης στην ένσταση η ενόρκως δηλούσα υποστηρίζει ότι η άρρηκτη σχέση των δύο συμφωνιών αναφύεται από τους όρους εργασίας της συμφωνίας Project Sunrise. Με όλο το σέβας στους ευπαίδευτους συνήγορους των Εναγόντων, τέτοιος ισχυρισμός όχι μόνο δεν τέθηκε στην Ε/Α τους ευθέως αλλά δεν φαίνεται να προκύπτει ούτε συμπερασματικά στη βάση των όρων που επικαλούνται. Κατά την κρίση μου οι ισχυρισμοί αυτοί, ήρθαν για πρώτη φορά στην επιφάνεια μέσω της Απάντησης.
Σε σχέση με τις υπόλοιπες επιχειρούμενες να διαγραφούν παραγράφους αναφέρω τα ακόλουθα:
Μέσω της παραγράφου 20.6, εγείρεται για πρώτη φορά ισχυρισμός άνισης κατανομής ωφελημάτων ανάμεσα στους συμμετέχοντες του Project Sunrise, ο οποία συνιστούσε διάκριση εις βάρος της Ενάγουσας 1.
Μέσω των παραγράφων 20.3 (ως απάντηση στις υποπαραγράφους 19.7 και 19.8 της Υπεράσπισης) και 27 (ως απάντηση στην παράγραφο 27 Υπεράσπισης), εισάγονται νέοι ισχυρισμοί και νέες βάσεις αγωγής περί ψευδών και ή ανακριβών παραστάσεων από τους Εναγόμενους 2 και 3 κατά τη σύναψη των επίδικων συμφωνιών για το Project Sunrise.
Μέσω των πιο πάνω παραγράφων, κρίνω ότι επιχειρείται η εισαγωγή βάσεων αγωγής και η προώθηση θέσεων που σε καμία περίπτωση δεν είχαν συμπεριληφθεί στην Έκθεση Απαίτησης.
Στην παρα.27 της Απάντησης εγείρεται ο ισχυρισμός ότι οι Ενάγοντες προέβαιναν σε ψευδείς παραστάσεις αναφορικά με την κατ’ ισχυρισμό ίση οικονομική αμοιβή μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών του Project Sunrise. Στην Έκθεση Απαίτησης, στην υποπαράγραφο16.8 δικογραφούνται τα ακόλουθα: «Μεταξύ άλλων, ένας εκ των εξυπακουόμενων ουσιωδών όρων της Συμφωνίας ήταν πως οι Ενάγοντες 1 και 2 και η Μαρία Ζεμπύλα θα λαμβάνουν ίση οικονομική αμοιβή, τουλάχιστον εντός της Πρώτης Φάσης (Phase 1) του Project Sunrise. Ο εξυπακουόμενος αυτός όρος επιβεβαιώθηκε, μεταξύ άλλων, και σε Συνεδρίες της Συμβουλευτικής Επιτροπής (Advisory Board Meetings) της Εναγόμενης 1.»
Στη βάση των πιο πάνω, είναι εμφανές ότι τα όσα προωθούνται μέσω των πιο πάνω αποσπασμάτων της Απάντησης δεν συμβαδίζουν με τους ισχυρισμούς της Έκθεσης Απαίτησης. Ο ισχυρισμός για ψευδείς παραστάσεις στην παρα.27 και για προφορικό όρο για ίση οικονομική αμοιβή των εμπλεκόμενων μερών στην παράγραφο 20.3 της Απάντησης στην Υπεράσπιση ουδόλως μπορούν να συσχετιστούν με τα δικογραφηθέντα στην Έκθεση Απαίτησης. Γίνεται επίσης για πρώτη φορά αναφορά, μέσω της ίδιας παραγράφου, σε επιβεβαιώσεις και/ή διαβεβαιώσεις που κατ’ ισχυρισμό παρείχαν οι Εναγόμενοι 2 και 3, σύμφωνα με τις οποίες οι όροι των ξεχωριστών συμφωνιών ήταν ταυτόσημοι.
Ασυμβίβαστοι με την Έκθεση Απαίτησης κρίνονται επίσης και οι ισχυρισμοί περί του πότε θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί η Φάση 2 του Project Sunrise. Σύμφωνα με την Έκθεση Απαίτησης, η δεύτερη Φάση του Project Sunrise θα έπρεπε να ενεργοποιηθεί εντός των αρχών του φθινοπώρου 2023 (βλ. υποπαράγραφο 20.4 της Έκθεσης Απαίτησης «Με βάση ης οικονομικές επιδόσεις της Εναγόμενης 1 εταιρείας, εντός των αρχών του Φθινοπώρου 2023 τα μερίσματα που θα είχαν διανεμηθεί στους Εναγόμενους 2 και 3 θα κάλυπταν το όριο των 2,300.000.00€. ενεργοποιώντας έτσι τη Δεύτερη Φάση (Phase 2)του Project Sunrise.»), ενώ στην παράγραφο 24.9 της Απάντησης στην Υπεράσπιση οι Εναγόμενοι επιφυλάσσονται να παρουσιάσουν οικονομικές καταστάσεις που να αποδεικνύουν ότι η Πρώτη Φάση του Project Sunrise είχε ολοκληρωθεί από το Δεκέμβριο του 2022.
Στην παράγραφο 20.7 της Απάντησης, δικογραφείται παραδοχή και/ή αναφορά από την Εναγόμενη 2 ότι το Project Sunrise δεν θα ολοκληρωνόταν ποτέ και ισχυρισμός περί δόλιου σχεδιασμού του Project Sunrise με σκοπό «να εξαπατήσουν και/ή να καταχραστούν τους Ενάγοντες και τον χρόνο αυτών». Στην Έκθεση Απαίτησης τέτοιοι ισχυρισμοί, οι οποίοι ενδεχομένως να συνιστούν νέες βάσεις αγωγής, δεν προβάλλονται.
Τέλος, μέσω της παραγράφου 24.10 οι Καθ’ ων η Αίτηση επιχειρούν να εισαγάγουν νέους ισχυρισμούς και βάση αγωγής περί σκόπιμης παραποίησης των οικονομικών καταστάσεων της Εναγόμενης 1 εταιρείας από τους Εναγόμενους 2 και 3 με σκοπό τη μη υλοποίηση της Δεύτερης Φάσης, οι οποίοι δεν συμπεριλήφθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης των Καθ’ ων η Αίτηση.
Στη βάση της πιο πάνω ανάλυσης κρίνω ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση προσκρούει στους σχετικούς θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας που διέπουν τη σύνταξη και κατάρτιση δικογράφων. Η νομολογία υπαγορεύει ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση δεν είναι το κατάλληλο δικόγραφο για την προσθήκη νέων στοιχείων ή βάσεων αγωγής που θα έπρεπε να περιλαμβάνονται στην Έκθεση Απαίτησης. Η περίληψη ισχυρισμών δε που είναι ασυμβίβαστοι και ή μη σύμφωνοι με τις θέσεις που καταγράφηκαν αρχικά στην Έκθεση Απαίτησης προκαλεί δικονομική «αμηχανία» στους Εναγόμενους και περιπλέκει τη διαδικασία, καθώς τους στερεί τη δυνατότητα να αντικρούσουν συγκεκριμένα και διεξοδικά νέους και σοβαρούς ισχυρισμούς οι οποίοι αν γίνονταν δεκτοί θα μετέβαλλαν άρδην το πλαίσιο της επίδικης διαφοράς χωρίς να έχει προηγηθεί η δέουσα τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης.
Η ορθή δικονομική οδός για την εισαγωγή τέτοιων ουσιωδών ισχυρισμών θα ήταν η υποβολή αίτησης για τροποποίηση της Έκθεσης Απαίτησης και όχι η «λαθραία» εισαγωγή τους μέσω της Απάντησης.
Κρίνω συνεπώς ότι η διαγραφή είναι αναγκαία για να αποτραπεί ο εκτροχιασμός της διαδικασίας και να διασφαλιστεί ότι οι Εναγόμενοι γνωρίζουν με ακρίβεια τι καλούνται να αντιμετωπίσουν στη δίκη.
Έρχομαι στην συνέχεια στο επιχείρημα των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές χρησιμοποιούν κακόβουλα την παρούσα Αίτηση γιατί οι ίδιοι απέτυχαν να ακολουθήσουν την δικονομικά ορθή διαδικασία για να απαντήσουν σε όσους ισχυρισμούς θεωρούσαν πως έχρηζαν απάντησης, ήτοι να προβούν στην καταχώρηση δικογράφου Απάντησης στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης. Σε τέτοια περίπτωση σύμφωνα με την ευπαίδευτη συνήγορο θα μπορούσαν «αφενός, να γνωρίζουν με ακρίβεια το τι συγκεκριμένα τους αποδίδεται και αφετέρου, να τύχουν απάντησης και σχολιασμού» από τους ίδιους. Οι Αιτητές απαντώντας το πιο πάνω επιχείρημα εισηγούνται ότι η παρούσα Αίτηση συνιστά το ορθό δικονομικό διάβημα για να αποτραπεί ο εκτροχιασμός της της διαδικασίας. Η ευχέρεια καταχώρησης του δικογράφου της Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση ουδεμία σχέση δεν θα είχε με τους ισχυρισμούς που επιχειρείται στην παρούσα να διαγραφούν αφού μέσω της παρούσας Αίτησης, επιζητείται αποκλειστικά και μόνο η διαγραφή των ισχυρισμών που ευρίσκονται στο μέρος της «Απάντησης της Υπεράσπισης» και κανένας ισχυρισμός δεν επιζητείται να διαγραφεί από το μέρος της Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση. Σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσαν οι Εναγόμενοι να προβούν σε απάντηση της Απάντησης της Υπεράσπισης τους.
Με όλο το σέβας στους συνηγόρους των Καθ’ ων η αίτηση ότι κρίνω ότι το επιχείρημα τους δεν ευσταθεί. Το δικόγραφο της Απάντησης (Reply) έχει ως αποκλειστικό σκοπό την απάντηση στους ισχυρισμούς της Υπεράσπισης και όχι την εισαγωγή νέων επίδικων θεμάτων ή νέων βάσεων αγωγής που αλλοιώνουν την Έκθεση Απαίτησης. Εάν επιτρεπόταν στους Ενάγοντες να εισάγουν νέα γεγονότα στην Απάντηση τους και ακολούθως να επιβάλλεται στους Εναγόμενους να απαντήσουν σε αυτά με νέο δικόγραφο, αυτό θα οδηγούσε σε έναν ατέρμονο κύκλο ανταλλαγής δικογράφων, παραβιάζοντας την αρχή ότι η δικογραφία πρέπει να αποκρυσταλλώνεται το συντομότερο δυνατό.
Η δυνατότητα καταχώρησης Απάντησης στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης αφορά την αντίκρουση ισχυρισμών που σχετίζονται με την Ανταπαίτηση και δεν θεραπεύει την αντικανονικότητα της εισαγωγής νέων ισχυρισμών στο μέρος της Απάντησης στην Υπεράσπιση.
Η αποδοχή της θέσης των Καθ’ ων η αίτηση θα σήμαινε ότι ένας διάδικος μπορεί να παραβιάζει τους κανόνες δικογραφίας και ο αντίδικος να είναι υποχρεωμένος να "αποδεχθεί" την παραβίαση καταχωρώντας απλώς ένα νέο δικόγραφο. Κάτι τέτοιο θα οδηγούσε σε εκτροχιασμό της διαδικασίας.
Όπως δε ορθά επισημαίνουν οι Αιτητές, η αίτηση τους στρέφεται επιλεκτικά και μόνο κατά των ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στο μέρος της Απάντησης στην Υπεράσπιση. Το γεγονός ότι το δικόγραφο είναι ενιαίο δεν νομιμοποιεί την εισαγωγή νέων ισχυρισμών στο σκέλος εκείνο που η δικονομία επιτάσσει να είναι αυστηρά απαντητικό.
Θα ήθελα επίσης στο σημείο αυτό να προσθέσω ότι η ευχέρεια των Αιτητών να καταχωρίσουν Απάντηση στην Υπεράσπιση της Ανταπαίτησης αποτελεί δικαίωμα τους και σε καμία περίπτωση δεν τους στερεί το δικαίωμα να προσβάλουν ως αντικανονικούς τους ισχυρισμούς που τέθηκαν στην Απάντηση των Εναγόντων.
Έρχομαι, τέλος, στους ισχυρισμούς των Καθ’ ων η αίτηση ότι υφίσταται πρωτοφανής, αδικαιολόγητη και υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της υπό κρίση αίτησης. Σύμφωνα με τη θέση τους οι Εναγόμενοι είχαν στα χέρια τους ένα περίπου χρόνο την Έκθεση Απαίτησης, ήτοι από τις 31/08/2023, μέχρι που καταχώρησαν την Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση τους στις 28/06/2024 και όταν οι Ενάγοντες καταχώρησαν Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση στις 03/10/2024, οι Εναγόμενοι περίμεναν 6 μήνες για να καταχωρήσουν την παρούσα αίτηση στις 07/03/2025.
Οι Αιτητές, από την άλλη, απαντούν ότι στα πλαίσια της διαδικασίας Κλήσης Οδηγιών, καταχωρήθηκε εκ μέρους τους ο Τύπος 25, όπου επιφυλάχθηκε το δικαίωμά τους για καταχώρηση αίτησης για διαγραφή. Κατά την ημερομηνία που ήταν ορισμένη για πρώτη φορά η Κλήση για Οδηγίες, ενημέρωσαν το Δικαστήριο, ότι η Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση, είναι πολυσέλιδη (συγκεκριμένα 36 σελίδες) και ενόψει της έκτασης της χρειάστηκε αρκετός χρόνος ούτως ώστε να μεταφραστεί για να λάβουν γνώση οι πελάτες τους του περιεχόμενου της ως επίσης και για να μελετήσουν το περιεχόμενο του εν λόγω δικογράφου και να καταλήξουν ως προς τα δικονομικά διαβήματα τα οποία θα λάμβαναν. Ως εκ τούτου ζήτησαν όπως επαναοριστεί η Κλήση για Οδηγίες σε μια νέα ημερομηνία για να τοποθετηθούν, ενώ οι Εναγόμενοι δεν έφεραν ένσταση στο αίτημα. Κατά την επόμενη δικάσιμο δήλωσαν ότι θα προχωρούσαν με την καταχώρηση της υπό κρίση Αίτησης και το Δικαστήριο έδωσε ανάλογες οδηγίες. Η αίτηση καταχωρήθηκε στις 07/03/2025 κατόπιν λήψης σχετικής άδειας από το Δικαστήριο και εντός της προθεσμίας που ορίστηκε.
Ως έχει νομολογηθεί, η σχετική Αίτηση πρέπει να υποβάλλεται ταχέως (promptly) και κατά κανόνα προτού κλείσουν τα δικόγραφα. Στη βάση των πιο πάνω δεν διαπιστώνω να υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης και δη αδικαιολόγητη. Σημειώνεται επίσης ότι η αγωγή δεν έχει ακόμα οριστεί για ακρόαση.
Εκδίδεται Διάταγμα με το οποίο να διατάσσεται η διαγραφή (strike out) των αποσπασμάτων των παραγράφων της Απάντησης στην Υπεράσπιση ως το Αιτητικό Α της Αίτησης.
Επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Αιτητών και εναντίον των Καθ’ ων η Αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ……………………………..
Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο