ENCORP LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 137/26, 4/2/2026
print
Τίτλος:
ENCORP LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 137/26, 4/2/2026
ENCORP LTD ν. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ, Αρ. Απαίτησης: 137/26, 4/2/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

Αρ. Απαίτησης: 137/26

 

Μεταξύ:

ENCORP LTD

Ενάγουσα/Αιτήτρια

και

 

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ

Εναγόμενο/Καθ’ ου η αίτηση

-----------------------------

Μονομερής Αίτηση ημερ. 03/02/2026 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων

 

04 Φεβρουαρίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για την Αιτήτρια: κ. Λοϊζίδης, για M.C. Loizides & Associates Ltd

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα απαίτηση η οποία καταχωρήθηκε στις 3.2.26 επί γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος οι Ενάγοντες/Αιτητές (στο εξής «οι Αιτητές») αξιώνουν εναντίον των Εναγομένων/Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής «οι Καθ΄ων η αίτηση»), γενικές και ειδικές αποζημιώσεις συνεπεία μεταξύ άλλων ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης ή και λόγω εκτελεσθείσας εργασίας ή και λόγω απώλειας κερδών ή και λόγω μη αποδέσμευσης των αναφερόμενων στην Απαίτηση εγγυητικών ή και επί τη βάσει των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού, ή και ως “money had and received”, ή και επί τη βάσει του αστικού αδικήματος της παράνομης κατακράτησης και ιδιοποίησης ή και λόγω απάτης ή και στέρησης του δικαιώματος στην ιδιοκτησία.  

 

Περιπλέον αιτούνται και διατάγματα με τα οποία να εμποδίζονται οι Καθ’ ων η αίτηση από του να απαιτήσουν την εξαργύρωση ή και ρευστοποίηση ή και είσπραξη των εγγυητικών που περιγράφονται στην Απαίτηση (στο εξής «οι επίδικες εγγυητικές») καθώς και αντίστοιχο διάταγμα εναντίον της εταιρείας που παρείχε τις εν λόγω εγγυητικές εκ μέρους των Αιτητών, με το οποίο να απαγορεύεται σε αυτή να εξαργυρώσει, ρευστοποιήσει ή και αποδεσμεύσει τις εν λόγω εγγυητικές υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση.

 

Τα ίδια ουσιαστικά διατάγματα αποτέλεσαν το αντικείμενο μονομερούς αίτησης που καταχωρήθηκε την ίδια μέρα και την οποία οι Αιτητές ζήτησαν άδεια από το Δικαστήριο όπως επιληφθεί αυθημερόν, άδεια η οποία δόθηκε.

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από την Ε/Δ του Διευθυντή των Αιτητών, στην οποία ο τελευταίος εξιστορεί το ιστορικό της μεταξύ των διαδίκων σύμβασης, με αναφορά και στα σχετικά τεκμήρια, για να καταλήξει στον κατ’ ισχυρισμόν παράνομο τερματισμό της, εξηγώντας ουσιαστικά και τους λόγους για τους οποίους θεωρεί ότι θα πρέπει να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.  Κατά την ακρόαση της αίτησης είχα την ευκαιρία να ακούσω και τις θέσεις του συνηγόρου των Αιτητών και επομένως κατά την κρίση του αιτήματος είναι υπόψιν μου και τα όσα εισηγήθηκε ενώπιον μου ο ευπαίδευτος συνήγορος τους.

 

Το άρθρο 9 του Περί πολιτικής Δικονομίας Νόμου ως τροποποιήθηκε προβλέπει ότι:

 

9.— (1) Κάθε ∆ιάταγµα το οποίο το ∆ικαστήριο έχει εξουσία να εκδώσει, δύναται να εκδοθεί με αίτηση ενός από τους διαδίκους, χωρίς ειδοποίηση στον άλλο, όπως αυτό προβλέπεται στις πρόνοιες των Κανονισµών Πολιτικής ∆ικονοµίας του 2023.

 

Στους δε Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 προβλέπονται τα εξής:

 

«23.6 (1) Αίτηση μπορεί να υποβληθεί χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο αυτής στον καθ’ ου η αίτηση σε οποιαδήποτε από τις ακόλουθες περιπτώσεις:

(α) όταν υπάρχει κατεπείγον ή άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις∙

(β) όταν όλοι οι διάδικοι συγκατατίθενται∙

(γ) όταν το δικαστήριο απαλλάσσει τον αιτητή από την υποχρέωση επίδοσης∙

(δ) όταν ο πρωταρχικός σκοπός προάγεται καλύτερα με τον τρόπο αυτό∙

(ε) όταν αυτό επιτρέπεται από Νόμο, κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

 

Ήταν εξ ανέκαθεν πάγια η νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί του άρθρου 9 του Κεφ. 6, ότι προκειμένου να παρασχεθεί θεραπεία στη βάση μονομερούς αιτήσεως, κατ’ επίκληση του άρθρου 9(1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, πρέπει να καταδειχθεί, ως θέμα δικαιοδοτικό, ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον ή ότι συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις[1]. Τα πιο πάνω τώρα εντοπίζονται στον Κανονισμό 23.1 (6) των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας.  Η κατάδειξη του στοιχείου του κατεπείγοντος και η ανάγκη για παροχή θεραπείας άνευ καθυστερήσεως, είναι απαραίτητη προκειμένου να δικαιολογηθεί η άσκηση εξουσίας στην απουσία της άλλης πλευράς, η δε συνδρομή του στοιχείου του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων, ως θέμα λογικής προτεραιότητας, πρέπει να διερευνάται πριν τη διερεύνηση της συνδρομής των προϋποθέσεων του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου.

 

Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings (2004) 1(Α) ΑΑΔ 203, 207 «Κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί ….. Λόγοι, συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντά του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνον, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος.». 

 

Από την αγόρευση των αιτητών προκύπτει ότι ζητούν την μονομερή έκδοση των ως άνω διαταγμάτων επικαλούμενοι το στοιχείο του κατεπείγοντος ενόψει του ότι μία εκ των εγγυητικών είναι πληρωτέα ταυτόχρονα με την υποβολή απαίτησης (βλ. Τεκμήριο 5 (α) και η άλλη εντός τριών ημερών από αυτή (Τεκμήριο 5(β), έχει ήδη σταλεί επιστολή τερματισμού της σύμβασης από τους Καθ’ ων η αίτηση και εξ όσων έχουν πληροφορηθεί έχει ήδη υποβληθεί απαίτηση.  Περιπλέον εισηγούνται ότι ο τερματισμός της συμφωνίας ήταν παράνομος και αντισυμβατικός ενώ επίσης γίνεται επίκληση δόλου από πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση στοιχεία τα οποία φαίνεται να θεωρούν πως συνιστούν ιδιαίτερες περιστάσεις σε συνδυασμό με τις ιδιαίτερα επαχθείς συνέπειες που κατ’ ισχυρισμόν των Αιτητών θα έχει η είσπραξη των εγγυητικών για αυτούς.

 

Πρέπει να πω ότι με έχει προβληματίσει κατ’ αρχάς το γεγονός πως το στοιχείο του κατεπείγοντος προκύπτει και αναδύεται μέσα από τους ίδιους τους όρους της εγγυητικής που εθελοντικά και αυτόβουλα οι αιτητές συμφώνησαν και υπέγραψαν. Με άλλα λόγια ήταν αντιληπτό από τους ίδιους όταν συμφωνούσαν τις εν λόγω εγγυητικές ότι σε περίπτωση ισχυριζόμενης παράβασης της σύμβασης από πλευράς τους, οι Καθ’ ων η αίτηση θα δικαιούνταν σε αυτά ακριβώς τα πολύ στενά περιθώρια να προχωρήσουν και απαιτήσουν την πληρωμή των εν λόγω εγγυητικών και επομένως φαίνεται ότι το στοιχείο του κατ’ επείγοντος που τώρα επικαλούνται είναι κάτι το οποίο προέκυψε εκ των δικών τους ουσιαστικά επιλογών και ενεργειών με τις οποίες τέθηκαν στις εγγυητικές τα συγκεκριμένα ασφυκτικά περιθώρια.  Υπό αυτές τις περιστάσεις διατηρώ αμφιβολίες ως προς το εάν εκ μόνου του λόγου ότι επίκειται η ρευστοποίηση της εγγυητικής εντός του στενού αλλά προσυμφωνηθέντος χρονικού περιθωρίου που προνοείται στα Τεκμήρια 5(α) και (β), πληρούται το στοιχείο του κατ’ επείγοντος έτσι ώστε να δικαιολογείται η μονομερής έκδοση των διαταγμάτων.   Βέβαια η εικόνα ενδεχομένως να διαφοροποιείτο αν εντοπίζονταν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις που θα δικαιολογούσαν μια τέτοια πορεία, όπως η για παράδειγμα η ύπαρξη δόλου.  Ζήτημα στο οποίο θα επανέλθω πιο κάτω. 

 

Εν πάση περιπτώσει όμως δεν θα πρέπει να διαλανθάνει την προσοχή κάποιου ότι ακόμα εκεί και όπου αποδεικνύεται το στοιχείο του κατεπείγοντος, η εξουσία που παρέχεται από το άρθρο 9(1) του Κεφ. 6 στο Δικαστήριο να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα είναι δυνητική και το Δικαστήριο διατηρεί διακριτική ευχέρεια να μην εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα μονομερώς.  Τούτο επιβεβαιώθηκε στην υπόθεση Cyprus Sulphur and Copper Company Ltd κ.α. ν. Παραρλάμα Λτδ (1990) 1 ΑΑΔ 1051, 1062 και 1066:

 

«Ο δικηγόρος των εφεσειόντων υπέβαλε ότι το στοιχείο του κατεπείγοντος ικανοποιήθηκε, όπως φανερώνεται από το λεκτικό της πρωτόδικης απόφασης. Ως εκ τούτου, με βάση το εδάφιο 1 του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, το πρωτόδικο Δικαστήριο έπρεπε να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα χωρίς ειδοποίηση στο άλλο μέρος.

 

Το εδάφιο αυτό είναι δυνητικό. Απονέμει εξουσία στο Δικαστήριο, “επί αποδείξει του κατεπείγοντος ή άλλων ιδιαζουσών περιστάσεων”, να εκδώσει παρεμπίπτον διάταγμα σε μονομερή αίτηση. Το Δικαστήριο έχει διακριτική ευχέρεια, την οποία πρέπει να ασκεί δικαστικά με βάση τις ορθές αρχές και τα γεγονότα της υπόθεσης.

 

…………………………………….

 

Η εισήγηση του δικηγόρου των εφεσειόντων είναι ότι, μετά την απόδειξη του κατεπείγοντος, το πρωτόδικο Δικαστήριο είχε υποχρέωση να προχωρήσει στην εξέταση αν τα άλλα κριτήρια, που προβλέπει το Άρθρο 32 των περί Δικαστηρίων Νόμων του 1960 μέχρι 1990, ικανοποιούνταν και να εκδώσει το αιτούμενο διάταγμα.

 

Τόσον η παράγραφος (1) του Άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, όσον και η παράγραφος (3) του θ.8 της Δ.48, μιλούν με γλώσσα διάφορη και δεικνύουν προς την αντίθετη κατεύθυνση. Ο πρωτόδικος Δικαστής διατηρεί την ευχέρεια να ασκήσει τη διακριτική του εξουσία εάν θα προχωρήσει με τη μονομερή αίτηση, ή εάν θα δώσει οδηγίες για αίτηση με κλήση και ειδοποίηση προς την άλλη πλευρά.»

 

Τα ίδια ισχύουν και με βάση τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας όπου στον Κανονισμό 23.9 (1) διαβάζουμε τα εξής:

 

«Ακρόαση διαδικαστικών οδηγιών σε αιτήσεις χωρίς ειδοποίηση

(1)  Όταν η αίτηση γίνεται χωρίς ειδοποίηση, το δικαστήριο κατά την ΑΔΟ δύναται: (α) να εκδώσει διάταγμα∙ ή

(β) να απορρίψει την αίτηση∙ ή

(γ) να αναβάλει την ΑΔΟ για καλό λόγο∙ ή

(δ) να αναβάλει την ΑΔΟ σε άλλη ημερομηνία και ώρα και να δώσει οδηγίες για επίδοση της αίτησης σε τέτοια πρόσωπα ως το δικαστήριο κρίνει κατάλληλο. Σε τέτοια περίπτωση η αίτηση θα προχωρήσει ως αίτηση με ειδοποίηση στην επόμενη ΑΔΟ».

 

Στρεφόμενη τώρα να εξετάσω κατά πόσον υπάρχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις ή κατά πόσον η δυνητική διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου θα πρέπει να εξασκηθεί στην προκειμένη υπέρ της έγκρισης του αιτήματος μονομερώς σημειώνω τα εξής.  Εν προκειμένω σκοπείται η παρεμπόδιση της πληρωμής εγγυητικών που καταρτίστηκαν με την ελεύθερη βούληση των μερών και των οποίων η είσπραξη απαιτείται από τους δικαιούχους τους στη βάση ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης από πλευράς των Αιτητών, συνεπεία της οποίας οι Καθ’ ων η αίτηση φέρονται να τερμάτισαν τη συμφωνία, τερματισμό τον οποίο οι Αιτητές θεωρούν παράνομο, αντισυμβατικό και δόλιο.

 

Το ζήτημα άπτεται του γενικότερου ζητήματος του υπό ποιες περιστάσεις δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου για να εμποδίσει με ενδιάμεση διαταγή την πληρωμή μιας εγγυητικής. Προς τούτο παραπέμπω στην υπόθεση Hellenic Bank Public Company Limited v. Alpha Panareti Public Limited (2013) 1(Β) A.A.Δ. 1235, η οποία αφορούσε περίπτωση όπου εκδόθηκε μονομερώς διάταγμα με το οποίο εμποδίστηκε η είσπραξη εγγυητικής, το οποίο εν συνεχεία κατέστη απόλυτο, για να ακυρωθεί όμως κατ’ έφεση αφού κρίθηκε πως τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν δεν ήταν επαρκή στο υπό συζήτηση πλαίσιο, για να ικανοποιήσουν τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 και κατ’ επέκταση να δικαιολογήσουν την παρέμβαση του Δικαστηρίου. Λέχθηκαν χαρακτηριστικά τα εξής:

 

« Είναι δεδομένη η αυτοτέλεια της εγγυητικής επιστολής που εκδόθηκε στις 14.2.2001 και σε αυτό το ζήτημα συμφωνούν και τα δύο μέρη, (Δέστε σχετικά το σύγγραμμα των Pollock & Mulla: Indian Contract and Specific Relief Acts 13η έκδ. Επαναδημοσίευση 2000, Τόμος Β΄, σελ. 1777-1793, καθώς και την υπόθεση Edward Owen Engg Ltd v. Barclays Bank Intl Ltd [1978] 1 All E.R. 976). Μια εγγυητική επιστολή εκδιδόμενη από τραπεζικό ίδρυμα αποτελεί στη βάση σαφούς νομολογίας ανέκκλητη επιβεβαίωση ότι θα πληρωθεί στη βάση των όρων της και γι' αυτό τα Δικαστήρια σπανίως επεμβαίνουν με την έκδοση απαγορευτικών διαταγμάτων ώστε η εγγυητική να μην πληρωθεί ή να μην εκτελεσθεί.

Οι εγγυητικές θεωρούνται στο εμπόριο ουσιαστικά ως μετρητά χρήματα και στην απουσία ισχυρότατου λόγου προς το αντίθετο δεν νοείται η μη πληρωμή ή η μη εκτέλεση της εγγυητικής. Ως τέτοιος λόγος έχει νομολογιακά αναγνωρισθεί μόνο η ύπαρξη δόλου που θα πρέπει να βαρύνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση της τράπεζας. Έχει δε λεχθεί αυθεντικά από τη νομολογία ότι ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει, έστω σε πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, (Δέστε σχετικά τις υποθέσεις R D Harbottle (Mercantile) Ltd a.o. v. National Westminster Bank Ltd a.o. [1877] 2 All E.R. 862, Malas (trading as Hamzen Malas & Sons) v. British Imex Industries Ltd [1958] 2 Q.B.D. 127 και Themelhelp Ltd v. West a.o. [1995] 4 All E.R. 215).»  (η υπογράμμιση είναι του Δικαστηρίου)

 

Εν προκειμένω, θεωρώ ότι με τα όσα επικαλούνται οι αιτητές δεν έχουν παρουσιάσει τέτοια στοιχεία που να συνιστούν ιδιαίτερες περιστάσεις ή άλλως πως να δικαιολογούν την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς.  Και εξηγώ.

 

Ο συνήγορος των αιτητών κληθείς προφορικά να επεξηγήσει γιατί οι αιτητές θεωρούν τον τερματισμό παράνομο έκανε επανειλημμένα λόγο για λανθασμένη ερμηνεία του όρου 6, ενός ουσιώδους, κατά τους Αιτητές, όρου της σύμβασης ενώ επίσης έκανε λόγο για ουσιώδη παρερμηνεία και για νομικό σφάλμα στο οποίο υπέπεσαν οι Καθ’ ων η αίτηση κατά την ερμηνεία του εν λόγω όρου. Σε ερώτηση δε του Δικαστηρίου αν το ζήτημα αφορά διαφορά ερμηνείας κάποιου όρου της σύμβασης η θέση του συνηγόρου ήταν καταφατική, λέγοντας ότι είναι ακριβώς επί τη βάση αυτής της λανθασμένης ερμηνείας που προχώρησαν στον τερματισμό, χωρίς πουθενά να κάνει λόγο για ύπαρξη δόλου.  Πιο συγκεκριμένα ανέφερε ότι ενώ ο ενώ ο όρος ρυθμίζει το ζήτημα πληρωμών, οι Καθ’ ων η αίτηση λανθασμένα ταυτίζουν το ζήτημα πληρωμών με το ζήτημα ενδιάμεσων εκτελεσθεισών εργασιών.  Ως εξήγησε κατά τη θέση του ο όρος 6, ρυθμίζει το ζήτημα πληρωμής και συγκεκριμένα επιτρέπει στους Αιτητές να απευθύνονται στους Καθ’ ων η αίτηση όταν συμπληρωθεί ο συγκεκριμένος χρόνος που αναφέρεται στον όρο 6 για σκοπούς έκδοσης τιμολογίου, εφόσον έχουν τα αποδεικτικά που αναφέρονται στον εν λόγω όρο και αφορούν ως φαίνεται ενδιάμεσες εργασίες/ενέργειες.  Μέχρι σήμερα δε οι Αιτητές, ως η θέση του, έχουν επιλέξει να μην ενεργοποιήσουν αυτό τον όρο εξ ου και δεν εξέδωσαν τιμολόγια.  Από την άλλη οι Καθ’ ων η αίτηση, σύμφωνα πάντα με τους Αιτητές, συνδυάζουν λανθασμένα τον όρο με το ζήτημα ενδιάμεσων εκτελεσθεισών εργασιών με την έννοια ότι οι εργασίες εκείνες που αναφέρονται στον όρο 6, θα έπρεπε να εκτελεστούν εντός του συγκεκριμένου χρονικού πλαισίου και επειδή θεωρούν ότι δεν εκτελέστηκαν αυτόματα ενεργοποίησαν τη διαδικασία τερματισμού.  

 

Τα πιο πάνω βέβαια ό,τι καταδεικνύουν είναι ότι τα μέρη έχουν μια συμβατική διαφορά που αφορά στην ερμηνεία ενός όρου της σύμβασης.  Αφήνοντας κατά μέρος ότι με βάση την επιστολή ημερ. 23.01.2026 (Τεκμήριο 22(α)) με την οποία οι Καθ’ ων η αίτηση φέρονται να τερμάτισαν την επίδικη συμφωνία, οι τελευταίοι δεν επικαλούνται (μόνο) επί μέρους εργασίες ως μη εκτελεσθείσες εντός συγκεκριμένων χρονικών περιθωρίων δυνάμει του όρου 6, αλλά προβάλλουν και την εν γένει αδυναμία συμμόρφωσης των Αιτητών με το ίδιο το αντικείμενο της σύμβασης εντός του χρονικού περιθωρίου των 18 μηνών.  Δεν εξετάζεται βέβαια εδώ η ουσία της υπόθεσης, ούτε είναι το στάδιο για τελική κρίση σε σχέση με επίδικα ζητήματα.   Όμως υπό το φως των ανωτέρω, τα όσα επικαλούνται οι Αιτητές σίγουρα δεν μπορούν να θεωρηθούν ότι ικανοποιούν τα κριτήρια που τίθενται στο πλαίσιο που συζητείται έτσι ώστε να επιτρέπεται στο Δικαστήριο να παρέμβει και εμποδίσει την πληρωμή εγγυητικής.   Θυμίζουμε ότι στην Panareti (ανωτέρω) γίνεται αναφορά σε «ισχυρότατο λόγο», ενώ ως προς το τι μπορεί να συνιστά τέτοιο λόγο αναφέρεται «μόνο η ύπαρξη δόλου» που θα πρέπει να βαραίνει τον δικαιούχο της εγγυητικής και να είναι ταυτόχρονα και στη γνώση του προσώπου που εξέδωσε την εγγυητική (π.χ. τράπεζας).   Κάτι που σίγουρα ως εκ των ανωτέρω δεν προκύπτει.

   

Βέβαια δεν διέλαθε την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι Αιτητές προβάλλουν και ισχυρισμούς περί δόλου των Καθ’ ων η αίτηση.  Σχετικές είναι οι παράγραφοι 54-58 της Ε/Δ που συνοδεύει την αίτηση.  Οι ισχυρισμοί αυτοί όμως είναι τόσο γενικοί που δεν θεωρώ πως, υπό το φως και της νομολογίας στην οποία παρέπεμψα πιο πάνω, είναι τέτοιας έκτασης ή και έντασης που να συνιστούν ιδιαίτερες περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των ζητούμενων διαταγμάτων μονομερώς.   Ουσιαστικά με βάση τα ενώπιον του Δικαστηρίου δεδομένα ό,τι αναδύεται, είναι πως η επίκληση του δόλου εξαντλείται στο ότι επειδή οι Καθ’ ων η αίτηση ερμηνεύουν λανθασμένα (κατά τους Αιτητές), τον σχετικό όρο της σύμβασης, σημαίνει πως δεν πιστεύουν έντιμα ότι είχαν δικαίωμα ρευστοποίησης εξ ου και τους αποδίδουν δόλο και κακοπιστία, όταν εισήγαγαν στη σύμβαση χρονικά περιθώρια που, κατά τους Αιτητές πάντοτε, δεν υπήρχαν.      

 

Σύμφωνα όμως με την Panareti (ανωτέρω) ο ισχυρισμός δόλου πρέπει όχι μόνο να τίθεται από τον ένα των διαδίκων, αλλά και να υποστηρίζεται από πλήρη και επαρκή στοιχεία ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να τον αξιολογήσει και κατά το πρωταρχικό στάδιο, όταν ασχολείται με τη δυνατότητα έκδοσης προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος, κάτι που εδώ πρόδηλα δεν συμβαίνει.  

 

Επομένως και στη βάση των ανωτέρω δεν στοιχειοθετείται λόγος έτσι ώστε το Δικαστήριο να επιληφθεί της αίτησης μονομερώς.  

 

Περιπλέον όμως και κατ’ αναλογίαν των όσων αναφέρονται στην υπόθεση Panareti (ανωτέρω), τα όσα πιο πάνω αναφέρθηκαν δεν επιτρέπουν ούτε την κατάληξη πως πληρούται η δεύτερη εκ των προϋποθέσεων του άρθρου 32.  Και εξηγώ. 

 

Το ότι τα προσωρινά διατάγματα πρέπει να είναι βοηθητικά κάποιας ουσιαστικής αξίωσης των εναγόντων στην αγωγή, είναι δεδομένο.  Όπως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο σύγγραμμα «Injunctions» David Bean 10th edition, σελ. 4 - παρ. 1.05:

 

«An interim injunction must be ancillary to a substantive claim made in the action, but it need not be in a form which could be granted after final judgement.» 

 

(βλ. επίσης και «Kerr on Injunctions” J.Μ. Paterson, 6th edition σελ. 26).

 

Εν προκειμένω τα αιτούμενα με την αίτηση διατάγματα δεν είναι προφανώς βοηθητικά για τις αξιώσεις για αποζημιώσεις που προβάλλουν οι Αιτητές λόγω ισχυριζόμενης παράβασης σύμβασης αλλά προς τα διατάγματα που ζητούνται με την Απαίτηση και έχουν συναφές περιεχόμενο με τα υπό εξέταση αιτούμενα στην αίτηση διατάγματα.  Η ορατή πιθανότητα όμως να επιτύχει εκείνη η πτυχή της βασικής αξίωσης που εδώ ενδιαφέρει, αφού με αυτή συναρτούνται τα αιτούμενα διατάγματα, δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι αποδεικνύεται για τους λόγους που πιο πάνω επεξηγήθηκαν και οι οποίοι άπτονται της ανεπάρκειας στοιχείων που να καταδεικνύουν δόλο, που είναι και ο μόνος λόγος που αναγνωρίζεται στο πλαίσιο αυτό ως ικανός για να παρεμποδίσει την πληρωμή μιας εγγυητικής.

 

Καταληκτικά, σημειώνεται ότι στην Panareti (ανωτέρω), μετά τη διαπίστωση περί της ανεπάρκειας στοιχείων που να υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς περί δόλου, λέχθηκε πως «η περίπτωση δεν ήταν πρέπουσα για έκδοση προσωρινού διατάγματος ή για την οριστικοποίηση του». (έμφαση δοθείσα)

 

Επομένως και για όλους τους πιο πάνω λόγους η αίτηση απορρίπτεται. Καμμιά διαταγή για έξοδα.

 

 

 

(Υπ.) …………………………………

      Ν. Μαθηκολώνη, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφον

 

Πρωτοκολλητής

 

 

 

 



[1] Συνεκδ. Πολ. Εφ. 3/2011 και 4/2011, Αμβροσιάδου ν. Coward ημερ. 15.1.2013, Zein κ.α. ν. Παράσχου Κ. Καμπανέλλα Λτδ (2000) 1(Α) ΑΑΔ 606, 613, Χριστοδούλου ν. Vraets (1999) 1 ΑΑΔ 1475, Louis Vuitton v. Δέρμοσακ (1992) 1(Β) ΑΑΔ 1453, 1462 Resola v. Χρίστου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1179, In Re Stavros Hotel Apartments Ltd (1994) 1 ΑΑΔ 836, 841, In Re B.P. Cyprus Ltd (1996) 1 ΑΑΔ 861, 864.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο