ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.
Αγωγή αρ.: 1723/18
Μεταξύ:
Themis Porfolio (H3) Management Holdings Limited
Ενάγουσα
-και-
1. Κυριάκος Προκόπης
2. Μαρία Λοϊζου Κλεάνθους
Εναγομένων
---------------
Ημερομηνία: 26 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για ενάγουσα-καθ’ης η αίτηση: κα Τ. Κέντελη για Χρυσαφίνης και Πολυβίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για εναγόμενους 1 και 2-αιτητές: κ. Α. Χαραλάμπους
-----------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(Αίτηση ημερ. 11.2.2025)
Η παρούσα αγωγή καταχωρήθηκε εκ μέρους της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ. Η απαίτηση των εναγόντων έναντι των εναγόμενων αφορά το ποσό των CHF 1029862.71. Η δικογραφία της αγωγής συμπληρώθηκε στις 20 Μαΐου 2019. Ακολούθησαν διαβήματα αποκάλυψης εγγράφων, ετοιμασίας καταλόγου μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας από τους διάδικους. Στην συνέχεια ορίσθηκε η αγωγή για ακρόαση. Επικαλούμενοι λόγοι αναβολής ήταν δηλωθείσα πρόθεση των μερών για διευθέτηση της αγωγής με την ετοιμασία αναδομημένων λογαριασμών. Στις 20.12.2022 οι ενάγοντες καταχώρησαν ειδοποίηση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 18(6) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου 169(1)/2015. Βάσει της ειδοποίησης οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν ότι είχε επικυρωθεί Σχέδιο Διακανονισμού από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και ότι στη βάση του σχεδίου η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις εξασφαλίσεις της μεταβιβάστηκε στην εταιρεία Themis Portfolio Management Holdings Ltd.
Στις 11 Φεβρουαρίου 2025 οι εναγόμενοι-αιτητές καταχώρησαν την παρούσα αίτηση με την οποία ζητούν την έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων :
“Α. Διάταγμα του Δικαστήριο για παράταση του χρόνου για την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 και/η άδεια για την καταχώρηση περαιτέρω Υπεράσπισης των Εναγομένων 1 και 2 με βάση την διαταγή 23(2) των Θεσμών Περί Πολιτικής Δικονομίας, για γεγονότα τα οποία προέκυψαν μετά την καταχώρηση της αρχικής υπεράσπισης, κατά/ή περί την 12/10/2022, ημερομηνίας μεταβίβασης των επίδικων συμφωνιών και/η υποκατάστασης της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ από την Themis Portfolio (Η3) Management Holdings Limited σύμφωνα με το διάταγμα του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσία στην Αίτηση 516/2022 και/η την 20/02/2022 ημερομηνίας της ειδοποίησης των Εναγόντων προς τον δικηγόρο των Εναγόμενων σχετικά με την υποκατάσταση και/η οποιαδήποτε άλλη ημερομηνία Θεωρηθεί από το Δικαστήριο ότι έλαβαν χώρα τα γεγονότα τα οποία δημιούργησαν την περαιτέρω Υπεράσπιση των Εναγομένων, εντός 15 ημερών από την σύνταξη του σχετικού διατάγματος.”
Η αίτηση έχει ως νομική βάση τις Διαταγές 23(2), 30, 57 και 48 των παλαιών θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας.
Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο εναγόμενος 1. Αναφέρει ότι η ειδοποίηση ημερομηνίας 20.2.2022 που καταχωρήθηκε στον φάκελο της υπόθεσης δεν αναγράφει κατά πόσο προηγήθηκε συμφωνία διακανονισμού μεταξύ της πωλήτριας εταιρείας και του αποκτώντος ταμείου και έκδοση διατάγματος από το Δικαστήριο. Η υποκατάσταση της Τράπεζα Κύπρου με την Themis Portofolio δεν ήταν νόμιμη επειδή ο νόμος 169(1) απαγορεύει την πώληση δανείων όταν το συνολικό ύψους τους υπερβαίνει το €1,000,000.
Συγκεκριμένα:
1. Το επίδικο δάνειο και εξασφαλίσεις είναι αντικείμενο συμβάσεων μεταξύ των Εναγομένων 1 - 2 ως δανειοληπτών και της Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα με αυτές.
2. Για να φτάσει στο δάνειο, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ θα έπρεπε να περάσει διαμέσου των σχετικών συμβάσεων τις οποίες θα έπρεπε να εφαρμόσει, για να μπορεί πωλήσει τα δάνεια.
3. Αν αυτό γίνει χωρίς την συγκατάθεση των αντισυμβαλλόμενων δανειοληπτών δηλαδή των Εναγόμενων 1-2, προκύπτει Θέμα κατά ποσό δικαιούται η Τράπεζα να πουλήσει και τις επίδικες συμβάσεις, ανεξαρτήτως της Θελήσεως των Εναγομένων 1-2 δανειοληπτών.
4. Μια τέτοια ενέργεια; όπως στην παρούσα περίπτωση έγινε, είναι ενέργεια αντισυνταγματική, δηλαδή η πώληση των δανειακών συμβάσεων, εγγυήσεων και αποθηκών σε τρίτους δηλαδή την Themis Portfolio γιατί έχει σαν αποτέλεσμα την αντικατάσταση του ενός των συμβαλλομένων στην μεταξύ τους συμβατική σχέση, χωρίς την συγκατάθεση του άλλου αντισυμβαλλόμενου, δηλαδή των Εναγομένων, πράγμα που δεν συμβαδίζει με το άρθρο 26(1) του Συντάγματος, το οποίο προβλέπει ότι «έκαστος έχει το δικαίωμα του συμβάλλεσθαι ελευθέρως». Ούτε η παραπάνω ενέργεια μπορεί να ενταχθεί στις εξαιρέσεις του ίδιου άρθρου.
5. Είναι δηλαδή η θέση των Εναγομένων ότι το δάνειο δεν μπορεί να διαχωριστεί από την σύμβαση η οποία το δημιούργησε και συνεπώς πουλώντας το δάνειο, πουλάς και την σύμβαση του, η οποία όμως προβλέπει δικαιώματα και υποχρεώσεις αμφοτέρων των Συμβαλλομένων, τα οποία παραβιάζονται.
6. Συγκεκριμένα τα επίδικα δάνεια είναι αντικείμενο των επίδικων συμβάσεων μεταξύ της Τράπεζας Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και των Εναγομένων και είναι άρρηκτα συνδεδεμένα και με τις συμφωνίες εγγύησης και υποθηκών.
7. Πώληση των δανείων ισοδυναμεί με πώληση και των συμβάσεων δανείων, εγγυήσεων και υποθηκών χωρίς την συγκατάθεση και γνώση των Εναγομένων κατά παράβαση του εν λόγω άρθρου του Συντάγματος.
8. Συνεπεία των πιο πάνω αναφερομένων η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ δεν είχε δικαίωμα πώλησης των δανείων στην Themis Portfolio λόγω αντισυνταγματικότητας και η εν λόγω εταιρία ουδέποτε κατέστη νόμιμα ιδιοκτήτης των εν λόγω δανείων και/η δεν ήταν και δεν κατέστη ποτέ συμβαλλόμενο μέρος με τους Εναγόμενους σε σχέση με τις επίδικες συμβάσεις δανείων εγγυήσεων και υποθηκών και δεν δύνανται να υποκατασταθούν στην θέση των Εναγόντων στην παρούσα αγωγή και να την συνεχίσουν νομότυπα.
Οι ενάγοντες παρέλειψαν να αποδώσουν οποιαδήποτε ειδοποίηση στους εναγόμενους 1 και 2 και να τους πληροφορήσουν σε σχέση με την σκοπούμενη πώληση των δανειακών τους συμβάσεων στην Themis Portfolio πριν την υπογραφή της συμφωνίας πώλησης προκειμένου να δώσουν την δική τους πρόταση εξαγοράς των δανείων ως προβλέπει ο νόμος. Το δάνειο υπερέβαινε τις €1,000000 και η πώληση των δανείων εγγυήσεως και εξασφαλίσεων έγινε ενόσω ίσχυε η συγκεκριμένη απαγόρευση και δεν τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος νόμος.
Δεν γνωρίζει κατά πόσο έχει εκδοθεί διάταγμα υποκατάστασης στα πλαίσια της αίτησης η οποία να έχει τεθεί ενώπιον άλλου Δικαστηρίου ή απλά η πώληση έλαβε χώρα στην βάση των προνοιών του νόμου 169(1)/15.
Οι ενάγοντες καθ’ ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση και έχουν προβάλει τους ακόλουθους λόγους ένστασης:
«1. H παρούσα Αίτηση και η ένορκη δήλωση του κ. Κυριάκου Προκόπη ημερ. 18.6.2019 που την συνοδεύει (εφ' εξής η «ΕΔ Προκόπη») είναι νόμω και ουσία αβάσιμες και/ή αστήριχτες και/ή ανυπόστατες και/ή παράτυπες και/ή ανεπίτρεπτες και/ή αντίθετες των Διαδικαστικών Κανονισμών και/ή Θεσμών και/ή της Νομοθεσίας και/ή της πρακτικής του Δικαστηρίου.
2. H παρούσα Αίτηση στερείται νομικής βάσης και/ή της αναγκαίας νομικής βάσης. Οι δια της Αιτήσεως επικαλούμενοι Νόμοι και/ή Κανονισμοί δεν στοιχειοθετούν ικανό και/ή το αναγκαίο νομικό και/ή δικαιοδοτικό πλαίσιο για την εξέταση και/ή έκδοση των αιτούμενων θεραπειών.
3. H συνοδευτική της Αίτησης ένορκη δήλωση του κ. Προκόπη είναι παραπλανητική καθώς περιγράφει τα γεγονότα με ένα παραπλανητικό και αναληθές τρόπο.
4. Δεν συντρέχουν και/ή δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για την έκδοση του επιζητούμενου Διατάγματος και/ή δεν συντρέχουν οι περιστάσεις για να εγκρίνει το Σεβαστό Δικαστήριο το αιτούμενο Διάταγμα.
5. Ο μοναδικός λόγος καταχώρησης της παρούσας αίτησης είναι για να καθυστερήσει η εκδίκαση της αγωγής.
6. Οι Εναγόμενοι 1 και 2/Αιτητές στην προσπάθεια τους να αιτιολογήσουν την καταχώρηση και προώθηση της υπό κρίση Αίτησης, παραπέμπουν στα όσα αποφασίστηκαν στην Ανδρέας Αντωνιάδης κ.α. ν 1. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α. (Πολιτική Έφεση υπ'αρ. Ε86/2022 ημερ. 23/02/2024). H παρούσα υπόθεση διαφοροποιείται πλήρως από την Ανδρέας Αντωνιάδης ανωτέρω. Αυτό διότι, το αίτημα για διαγραφή και/ή παραμερισμό της εκεί Αγωγής βασίστηκε στην Δ.27 Θ. 3 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας.
7. H παρούσα αίτηση καταχωρίστηκε με υπέρμετρη καθυστέρηση και ως εκ τούτου οι αιτητές κωλύονται να προωθούν την παρούσα διαδικασία. Τα «νέα» γεγονότα ήταν εις γνώσιν των Εναγομένων 1 και 2/Αιτητών εδώ και 3 χρόνια ή και περισσότερο.
8. H διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου δέον όπως ασκηθεί εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου Διατάγματος.
9. H παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε καταχρηστικά και αδικαιολόγητα, και Θα πρέπει να απορριφθεί, καθότι οι Αιτητές γνώριζαν και/ή είχαν εις γνώση τους σχετικούς ισχυρισμούς και/ή σημεία και/ή Θέσεις τα τελευταία 3 χρόνια όπου τις οποίες επιθυμούν τώρα να εισαγάγουν με την επιδιωκόμενη έκδοση του αιτούμενου διατάγματος καταχώρησης περαιτέρω Υπεράσπισης.
10. Το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή εξουσίας να εξετάσει την νομιμότητα της εκχώρησης και/ή μεταφοράς και/ή μεταβίβασης στους Ενάγοντες από την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «Τράπεζα» ή «Τράπεζα Κύπρου») της επίδικης πιστωτικής διευκόλυνσης και/ή εξασφάλισης και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης που οι Αιτητές υπέγραψαν ένεκα και/ή λόγω της έγκρισης και/ή αποδοχής από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας της ως άνω εκχώρησης και/ή μεταφοράς και/ή μεταβίβασης στους Ενάγοντες των πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή εξασφαλίσεων και/ή Συμβάσεων και Εγγράφων Υποθήκης των Αιτητών, δυνάμει των Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε στις 12.10.2022 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση το άρθρο 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και το οποίο τέθηκε σε ισχύ στις 19.10.2022. Τυχόν εξέταση της νομιμότητας της εν λόγω εκχώρησης και/ή μεταφοράς είναι ανεπίτρεπτη στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας και/ή θα συνιστούσε ανεπίτρεπτο και/ή μη νόμιμο έλεγχο της απόφασης και/ή διατάγματος του Δικαστηρίου που εκδόθηκε στα πλαίσια της Γενικής Αίτησης 516/2022 του E.Δ. Λευκωσίας. Το Δικαστήριο που θα εκδικάσει την παρούσα αγωγή θα ενεργούσε ως εφετείο ομόβαθμου Δικαστηρίου ως εκ τούτου η παρούσα αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.
11. H υπό κρίση Αίτηση υπό τις περιστάσεις είναι κακόπιστη και/ή καταχρηστική και/ή παράτυπη και/ή υπάρχει κώλυμα από τη γενικότερη συμπεριφορά των Αιτητών στην προώθηση της παρούσας Αίτησης.
12. H αιτούμενη καταχώρηση Περαιτέρω Υπεράσπισης και/ή των νέων ισχυρισμών και/ή σημείων και/ή Θέσεων στην Υπεράσπιση των Αιτητών δεν είναι γνήσια και δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι έγινε καλόπιστα, αλλά αποτελεί προσπάθεια πρόκλησης περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκασης της παρούσας υπόθεσης και προσπάθεια εισαγωγής νέων ισχυρισμών και/ή σημείων και/ή θέσεων και/ή βάσης υπεράσπισης που ήταν εις γνώση της πλευράς των Αιτητών και/ή όφειλαν να είναι στην γνώση των.
13. Τυχόν έκδοση του αιτούμενού διατάγματος δεν Θα διακριβώσει τις μεταξύ των διαδίκων πραγματικές διαφορές αλλά αντίθετα Θα προκαλέσει σύγχυση και δυσμένεια στην Καθ' ης η αίτηση και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην εκδίκαση της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγής καθώς επίσης και υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη αύξηση των εξόδων της διαδικασίας.
14. Δεν υπάρχουν και/ή δεν αποκαλύφθηκαν επαρκείς λόγοι και/ή στοιχεία που να καταδεικνύουν το ουσιώδες και/ή την χρησιμότητα και/ή αναγκαιότητα του αιτούμενου διατάγματος αλλά ούτε και υφίσταται το αναγκαίο νομικό και/ή πραγματικό υπόβαθρο επαρκούς αιτιολόγησης της παρούσας Αίτησης.
15. Δεν είναι ορθό και δίκαιο και/ή δεν δικαιολογείται και/ή δεν είναι προς το συμφέρον της δικαιοσύνης να εγκριθεί η υπό κρίση Αίτηση υπό τις περιστάσεις.
16. Υπάρχει πρωτοφανής και/ή υπέρμετρη και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση (latches) στην καταχώρηση και/ή υποβολή και/ή προώθηση της υπό κρίση Αίτησης χωρίς να καταδεικνύεται οποιοσδήποτε και/ή σοβαρός και/ή εύλογος λόγος και/ή επεξήγηση που να δικαιολογεί την επιδειχθείσα καθυστέρηση στην καταχώρηση και/ή υποβολή της παρούσας Αίτησης.
17. H πρωτοφανής και/ή μακρά και/ή αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης σε προχωρημένο στάδιο είναι αντίθετη με την διεξαγωγή δίκαιας δίκης μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα όπως ορίζεται από το άρθρο 30 του Συντάγματος και από το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.”
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση υπαλλήλου των εναγόντων που γνωρίζει τα γεγονότα και που είναι εξουσιοδοτημένος από την εταιρεία.
Αναφέρει ότι η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στην Τράπεζα Κύπρου αλλά ήταν πιστωτική διευκόλυνση που χορηγήθηκε στους εναγόμενους από την Cyprus Popular Bank Public Ltd. στην βάση διαταγμάτων του διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας 104/2013.
Ακολούθως, η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάστηκε στη Themis στη βάση Σχεδίου Διακανονισμού που επικυρώθηκε με δικαστικό διάταγμα ημερομηνίας 12.10.2022 και τέθηκε σε ισχύ στις 19.10.2022. Ως εκ τούτου η Themis αυτόματα έχει αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου αναφορικά με την πιστωτική διευκόλυνση. Αναφορικά με την μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης στην Τράπεζα Κύπρου δυνάμει του διατάγματος του Διοικητή της Κεντρικής Τράπεζας ως αρχή εξυγίανσης αυτό επήλθε το 2013 και ήταν γεγονός που είχε συμβεί πριν την καταχώρηση της αγωγής κατά το έτος 2018. H Μεταβίβαση και ή εκχώρηση έλαβε χώρα το 2022 και από την ημέρα καταχώρησης της ειδοποίησης αλλαγής ονόματος στις 20.12.2022 οι εναγόμενοι δεν έθεσαν ζήτημα νομιμότητας της εκχώρησης ή της μεταφοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης.
Αναφορικά με τον ισχυρισμό ότι η μεταφορά είναι παράνομη επειδή η πιστωτική διευκόλυνση υπερβαίνει το ποσό των €1,000,000 στις 27.7.2022 επήλθε τροποποίηση του άρθρου 3 του νόμου 169(1)/2015 και έκτοτε το άρθρο δεν θέτει περιορισμό για το σύνολο των υπολοίπων πιστωτικών διευκολύνσεων.
Περαιτέρω, αναφορικά με τους ισχυρισμούς στην Ε/Δ Προκόπη ότι η πώληση και/ή υποκατάσταση δεν ήταν νόμιμη καθώς ο Νόμος 169/(Ι)/2015 απαγορεύει την πώληση δανείων όταν το συνολικό τους ύψος υπερβαίνει το συνολικό ύψος το ποσό του €1.000.000, ο εν λόγω ισχυρισμός απορρίπτεται κατηγορηματικά. Μετά την τροποποίηση του Νόμου 169(1)/2015 στις 27.7.2022 το άρθρο 3 του Νόμου αντικαταστάθηκε και έκτοτε δεν θέτει περιορισμό για το σύνολο των υπολοίπων των πιστωτικών διευκολύνσεων. Το Σχέδιο Διακανονισμού επικυρώθηκε στις 12.10.2022 από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας με βάση το άρθρο 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113 και τέθηκε σε ισχύ στις 19.10.2022 ήτοι μετά την τροποποίηση του Νόμου 169(1)/2015. Η Καθ' ης η αίτηση υποκατέστησε και/ή αντικατέστησε νόμιμα και/ή νομότυπα την Τράπεζα τήρησαν όλους τους όρους και προϋποθέσεις του Νόμου. Ως εκ τούτου οι επιδιωκόμενοι ισχυρισμοί περαιτέρω υπεράσπισης είναι αόριστοι και αβάσιμοι λαμβάνοντας υπόψιν ότι η μεταβίβαση στη Themis διενεργήθηκε καθ' όσον χρόνο ήταν σε ισχύ ο τροποποιητικός Νόμος που δεν υπέβαλε απαγόρευση.
Βασικά αυτό το οποίο προκύπτει είναι πως με τον αρχικό νόμο προνοείτο όπως τα άρθρα 18 και 19 εφαρμόζονται μόνο για δάνεια πέραν τον €1.000.000 ενώ με την τροποποίηση ο νομοθέτης απαίτησε όπως τα άρθρα αυτά εφαρμόζονται για όλα τα δάνεια ανεξαρτήτως των προνοιών τον εδ. (1), δηλαδή ανεξαρτήτως ύψους πιστωτικών διευκολύνσεων ή μεγέθους επιχειρήσεων.
Η ίδια η συμφωνία που έγινε κατά την σύναψη του δανείου μεταξύ τράπεζας και εναγόμενων προέβλεπε στο όρο 19 ‘the Bank may at any time without obtaining prior written consent of the borrower upon notice to the borrower assign all or part of their rights or obligations under this agreement to any third person.’
Οι εναγόμενοι ενημερώθηκαν για την εν λόγω μεταφορά δυνάμει ειδοποιήσεως ‘goodbye letter’ και έτσι τους δόθηκε η ευκαιρία της εξαγοράς και/ή εξόφλησης της οφειλόμενης πιστωτικής διευκόλυνσης.
ΑΝΑΛΥΣΗ
H περαιτέρω υπεράσπιση
Απαρτίζεται από τα ακόλουθα θέματα:
1. Νομική επιχειρηματολογία αναφορικά με τα άρθρα του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(1).
2. Νομική επιχειρηματολογία για την αντισυνταγματικότητα της εκχώρησης των πιστωτικών διευκολύνσεων.
3. Επιχείρημα ότι δεν δόθηκε η ευκαιρία στους εναγόμενους να εξαγοράσουν την πιστωτική διευκόλυνση προτού πραγματοποιηθεί η εκχώρηση αυτής στην Themis Portfolio Management Ltd.
Αυτά τα ζητήματα ήταν γνωστά στους εναγόμενους με επιστολή των εναγόντων πριν την επικύρωση του σχεδίου διακανονισμού από το Δικαστήριο στις 12.10.2022 στα πλαίσια της αίτησης 516/2022. Είχε αποσταλεί στους εναγόμενους η επιστολή ημερομηνίας 25.2.2022, πράγμα που δεν το έχουν αρνηθεί στις πραγματικές τους παραστάσεις, το οποίο τους ενημέρωνε για επικείμενο σχέδιο διακανονισμού και την εκχώρηση στην Themis Portofolio Management της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης. Θεωρώ σκόπιμο να διατυπώσω πιο κάτω το περιεχόμενο της επιστολής στην οποία δόθηκε ξεκάθαρη ενημέρωση στους εναγόμενους για το δικαίωμα τους να εξαγοράσουν ή να κάνουν πρόταση για την εξαγορά της εν λόγω πιστωτικής διευκόλυνσης.
1. Έχουμε πρόθεση να πωλήσουμε την πιστωτική διευκόλυνση/διευκολύνσεις, ή/και το εξ αποφάσεως χρέος/χρέη, λεπτομέρειες της οποίας/των οποίων παρατίθενται στο Παράρτημα 1 αυτής της επιστολής (στο εξής «Πιστωτική Διευκόλυνση») σε τρίτο πρόσωπο, καθώς και τα εγγυητήρια ή/και εξασφαλίσεις που εγγυώνται ή/και εξασφαλίζουν την Πιστωτική Διευκόλυνση.
2. Είστε εγγυητής/παροχέας εξασφάλισης της Πιστωτικής Διευκόλυνσης. Σημειώνουμε ότι σε περίπτωση που η πώληση ολοκληρωθεί, τα δικαιώματα και υποχρεώσεις σας ως εγγυητής/παροχέας εξασφάλισης της Πιστωτικής Διευκόλυνσης δεν Θα επηρεαστούν από την εν λόγω πώληση.
3. Εσείς (και/ή ο δανειολήπτης/οι δανειολήπτες της Πιστωτικής Διευκόλυνσης) έχετε το δικαίωμα (χωρίς να υποχρεώνεστε), εντός σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία αποστολής αυτής της επιστολής, να καταθέσετε προσφορά σε εμάς για να αποκτήσετε ή να εξοφλήσετε την Πιστωτική Διευκόλυνση.
4. Οποιαδήποτε τέτοια προσφορά θα πρέπει να είναι γραπτή και να περιλαμβάνει τουλάχιστον τα ακόλουθα:
(i) το χρηματικό ποσό της προσφοράς για εξόφληση ή απόκτηση της Πιστωτικής Διευκόλυνσης,
(ii) τη χρονική περίοδο εντός της οποίας προτίθεστε να εξοφλήσετε ή να αποκτήσετε την Πιστωτική Διευκόλυνση,
(iii) την πηγή της χρηματοδότησης της εξόφλησης ή απόκτησης της Πιστωτικής Διευκόλυνσης.
5. Η προσφορά για εξόφληση ή απόκτηση της Πιστωτικής Διευκόλυνσης μπορεί να υποβληθεί μια φορά. Στην περίπτωση που μια τέτοια προσφορά δεν υποβληθεί μέσα σε σαράντα πέντε (45) ημέρες από την ημερομηνία αποστολής αυτής της επιστολής, θα θεωρηθεί ότι δεν επιθυμείτε να υποβάλετε προσφορά.
6. Η προσφορά θα πρέπει να υποβληθεί ηλεκτρονικά μέσω της ιστοσελίδας https://www.bankofcyprus.com.cy.
7. Προτάσεις για αναδιάρθρωση της Πιστωτικής Διευκόλυνσης που θα υποβάλλονται σε ανταπόκριση αυτής της επιστολής δεν θα λαμβάνονται υπόψη ως προσφορές για τους σκοπούς της Οδηγίας Διαδικασίας Κοινοποίησης αλλά θα εξετάζονται στο πλαίσιο των διαδικασιών αναδιάρθρωσης.”
Το ένδικο διάβημα της καταχώρησης περαιτέρω υπεράσπισης είναι εργαλείο που χρησιμεύει στους εναγόμενους όταν προκύψει γεγονός μετά την συμπλήρωση των δικογράφων και πριν την ακροαματική διαδικασία. Ως προβλέπει ο κανονισμός δεν είναι στην διάθεση των εναγόμενων όταν προκύψει το νέο γεγονός να επιλέξουν τον χρόνο έγερσης της επιπρόσθετης υπεράσπισης. Οφείλουν να το εγείρουν μόλις προκύψει και το αργότερο εντός 15 ημερών από την πραγματοποίηση του γεγονότος. Σύμφωνα με το Annual Practice Book 1953 Order 24 rr2 εκεί που χρειάζεται η άδεια του Δικαστηρίου για την καταχώρηση επιπρόσθετης υπεράσπισης (δηλαδή όταν παρέλθει ο χρόνος των 15 ημερών), θα πρέπει να καταχωρηθεί ένορκη δήλωση μαζί με την αίτηση που διατυπώνει ΄the facts which constitute the new grounds of defence’.
H προτεινόμενη υπεράσπιση των εναγόμενων παραθέτει επιχειρηματολογία όχι γεγονότα. Μόνο γεγονότα που έχουν συμβεί μετά την καταχώριση της αγωγής θα μπορούσαν να συνθέτουν νέα υπεράσπιση. Τα δικόγραφα περιέχουν ουσιώδη γεγονότα. Από τα γεγονότα το Δικαστήριο αποφασίζει ποια είναι τα επίδικα ζητήματα και προχωρεί στην επίλυση των επίδικων θεμάτων. Δεν συνηθίζεται και δεν είναι επιθυμητό στα δικόγραφα να υπάρχει αναφορά στο ουσιαστικό δίκαιο και συγκεκριμένα άρθρα του νόμου στα οποία στηρίζεται ο διάδικος για να υποστηρίξει τις θέσεις του. Οι αιτητές δεν έχουν παραθέσει στην αίτηση τους τα γεγονότα τα οποία θα θεμελιώνουν την περαιτέρω υπεράσπιση. Πέραν μιας γενικής θεώρησης ότι ο νόμος της αγοραπωλησίας των πιστωτικών διευκολύνσεων είναι αντισυνταγματικός , ότι ο δεν είχαν νομικό δικαίωμα οι ενάγοντες να πωλήσουν την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση και τις εξασφαλίσεις ως οι πρόνοιες του νόμου και το ότι δεν τους δόθηκε το δικαίωμα να εξαγοράσουν την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση ενώ για χρόνια είναι σε υπερημερία με αποτέλεσμα το δάνειο να έχει τερματισθεί δεν έχουν προβάλει συγκεκριμένα χειροπιαστά γεγονότα που παραπέμπουν σε υπεράσπιση που έχει επισυμβεί μετά την ολοκλήρωση της δικογραφίας.
Η Δ.23 θ.2 προνοεί ότι η περαιτέρω υπεράσπιση μπορεί να καταχωρηθεί χωρίς άδεια του Δικαστηρίου εντός δεκαπέντε ημερών από την γέννηση του νέου λόγου υπεράσπισης.
Το κείμενο της Δ.23 θ.2 είναι ως ακολούθως:
“Where any ground of defence arises after the defendant has delivered his defence, or after the time limited from his doing so has expired, the defendant may, and where any ground of defence to any counter-claim, or after the time limited for delivering such defence has expired, the plaintiff may, within 15 days after such ground of defence has arisen or at any subsequent time by of the Court or a Judge, deliver a further defence as the case may be, setting forth the same.”
Επομένως, η ρητή σημασία των λέξεων της Δ.23 θ.2 είναι ότι μπορεί να καταχωρηθεί λόγος υπεράσπισης εντός δεκαπέντε ημερών από την γέννηση της νέας υπεράσπισης χωρίς να χρειάζεται ο εναγόμενος να αποταθεί στο Δικαστήριο για άδεια. Ο σκοπός της Δ.23 είναι να δώσει το δικαίωμα στον εναγόμενο μετά την έγερση της αγωγής να προβάλλει σε πρόσθετο δικόγραφο οποιοδήποτε λόγο υπεράσπισης προκύψει μετά την έγερση της αγωγής. Αυτό σημαίνει ότι ο εναγόμενος δεν έχει το δικαίωμα να καταχωρήσει και άλλο επιπρόσθετο δικόγραφο μετά την καταχώριση της υπεράσπισης για να προβάλει νέο ζήτημα ως puis darrein continuance[1] εκτός εάν το ζήτημα αυτό συνιστά νέος λόγος υπεράσπισης που έχει προκύψει μετά την έγερση της αγωγής.
Κατά πόσον αυτή η αίτηση εισάγει νέο επίδικο θέμα το οποίο δεν συμπεριλαμβάνεται στην αγωγή δεν είναι θέμα το οποίο θα πρέπει να απασχολήσει το Δικαστήριο σ’ αυτό το στάδιο. Ο ρόλος του Δικαστηρίου σ’ αυτό το στάδιο δεν είναι να αποφασίσει τα ελαττώματα που υπάρχουν ή δεν υπάρχουν στα δικόγραφα των εναγομένων, ή να αποφασίσει κατά πόσο οι εναγόμενοι μπορεί να προσθέσουν αυτά τα νέα γεγονότα στην αγωγή, αλλά το έργο του δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας αιτήσεως περιορίζεται στο να αποφασίσει εάν αυτά που εκτίθενται στην παρούσα αίτηση είναι νέος λόγος υπεράσπισης στην αγωγή.
Στην Αγγλική απόφαση Doleman & Sons v. Osset Corp. [1912] 3 K.B. 272,273 θεωρήθηκε ότι η διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε προς όφελος του εναγόμενου μετά την έγερση της αγωγής δεν αποτελούσε εμπόδιο στην περαιτέρω προώθηση της αγωγής ούτε συνιστούσε νέα συμφωνία μεταξύ των μερών με τρόπο που να απάλλασσε τον εναγόμενο από οποιαδήποτε ευθύνη ήθελε προκύψει συνέπεια της αγωγής. Ως εκ τούτου θεωρήθηκε ότι δεν προέκυψε νέα υπεράσπιση που μπορούσε να περιληφθεί στα δικόγραφα.
“Ιt is also clear that any binding agreement between the parties settling all the disputes raised in the action made after writ is a good defence as a plea puis darrein continuance…whether such agreement is a direct settlement between the parties themselves or made by means of a third person to whom they have referred the dispute after writ, or by means of an award after writ in an arbitration existing before writ, if both parties subsequent to writ carry on the arbritration and agree to an award being made notwithstanding the action. But this is because it is always open to litigants to settle their differences after writ as they please. The case is quite different if there is no agreement after writ.”
Οι εναγόμενοι δεν έχουν συμμορφωθεί με όλες τις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 23 για να πετύχουν με τέτοια υπεράσπιση. H ειδοποίηση των εναγόντων που έγινε για να επιφέρει αυτόματα την αλλαγή διάδικου στην αγωγή διά της εκχώρησης δυνάμει των άρθρων 18 και 19 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(1)/2015 καταχωρήθηκε την 20.12.2022. Κατά συνέπεια το γεγονός της αγοραπωλησίας επήλθε από το 2022 και έτσι εκπρόθεσμα ζητείται η άδεια του Δικαστηρίου να επιτρέψει την καταχώρηση επιπρόσθετου δικογράφου. Δεν έσπευσαν οι εναγόμενοι να καταχωρήσουν εμπρόθεσμα το νέο δικόγραφο. Το κριτήριο για διαγραφή του δικογράφου ως έγγραφο που δεν αποκάλυπτε νέο λόγο υπεράσπισης είναι πολύ πιο αυστηρό ως το βάθρο που έθεσε το Ανώτατο Δικαστήριο, στην υπόθεση Cyber Group Ltd. V Κυριάκου Χαραλαμπίδου 1 Α.Α.Δ. (1852). Η διαγραφή δικογράφου δικαιολογείται ως εξαιρετικό μέτρο.
“Όπως έχουμε ήδη υποδείξει (βλ. σελ. 1858, πιο πάνω) για την επίδικη κατάληξη του το Πρωτόδικο Δικαστήριο άντλησε καθοδήγηση από την Doleman & Sons (πιο πάνω). Με όλο το σεβασμό προς το Πρωτόδικο Δικαστήριο η υπόθεση εκείνη δεν αφορούσε τη διαγραφή περαιτέρω υπεράσπισης δυνάμει της Δ.23, θ.2 η οποία αντιστοιχεί με την παλαιά Αγγλική Δ.24, θ.2. Επομένως δεν αποτελούσε έρεισμα για την έγκυρη θεμελίωση της πρωτόδικης κρίσης. Στην παρούσα υπόθεση οι εφεσίβλητοι ζήτησαν τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης για το λόγο ότι «θεωρείται μη αναγκαία ή σκανδαλώδης ή τείνει να προκαταβάλει, περιπλέξει ή καθυστερήσει την όλη εκδίκαση της αγωγής». Βασίσθηκαν κυρίως επί της Δ.19, θ.26. Η τελευταία επιτρέπει τη διαγραφή δικογράφου το οποίο είναι μη αναγκαίο ή σκανδαλώδες ή τείνει να προκαταλάβει ή επηρεάσει τη δίκαιη εκδίκαση της αγωγής. Ο αντίστοιχος θεσμός των Παλαιών Αγγλικών Διαδικαστικών Κανονισμών είναι η Δ.19, θ.27. Επεξηγείται στις σελ. 477-479 του Annual Practice 1960. Κύριος σκοπός του είναι η συμμόρφωση των διαδίκων με τους κανόνες σύνταξης δικογράφων. Κατά την εξέταση αίτησης δυνάμει της Δ.19, θ.26 (Αγγλική Δ.19, θ.27) δεν επιχειρείται εξέταση της εγκυρότητας της υπεράσπισης. Αυτό είναι ζήτημα που εξετάζεται δυνάμει της Δ.27, θ.3 (Αγγλική Δ.25, θ.4). Σύμφωνα με τις αρχές που διέπουν την διαγραφή δικογράφου δυνάμει των πιο πάνω θεσμών (Δ.19, θ.26 και Δ.27, θ.3) η διαγραφή δικογράφου, συνιστά εξαιρετικό μέτρο το οποίο δικαιολογείται μόνο όταν αδιαμφισβήτητα το δικόγραφο στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατο (In re Pelmako Development Ltd (1991) 1 C.L.R. 246). Εφόσον το δικόγραφο αποκαλύπτει κάποια αιτία αγωγής ή υπεράσπισης ή εγείρει κάποιο ζήτημα το οποίο είναι κατάλληλο για να αποφασισθεί από το Δικαστήριο, το απλό γεγονός ότι η υπόθεση είναι αδύνατη και δεν ενδέχεται να πετύχει δεν αποτελεί λόγο για τη διαγραφή του (Annual Practice 1960, σελ. 575). Επομένως η αίτηση για διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης έπρεπε να είχε προσεγγισθεί με βάση τις πιο πάνω αρχές. Η εξέταση σε βάθος της υπεράσπισης κρίνεται εσφαλμένη.
Αφού εξετάσαμε την περαιτέρω υπεράσπιση με βάση τις πιο πάνω αρχές θεωρούμε ότι δεν μπορεί να λεχθεί ότι αυτή αδιαμφισβήτητα στερείται νομικού ή πραγματικού ερείσματος ή είναι αναντίλεκτα ανυπόστατη. Εγείρει κάποια ζητήματα που είναι κατάλληλα για να αποφασιστούν από το Δικαστήριο. Έπεται πως το Πρωτόδικο Δικαστήριο εσφαλμένα διέταξε τη διαγραφή της περαιτέρω υπεράσπισης.”
Σε αντιδιαστολή με την περίπτωση που διαγράφεται υφιστάμενο δικόγραφο διάδικος αποτείνεται για άδεια του Δικαστηρίου για την εκπρόθεσμη καταχώριση δεύτερου δικογράφου ως περαιτέρω υπεράσπιση. Τίθεται ζήτημα επίκλησης της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου.
Αυτός είναι ο λόγος που η υπόθεση Αντωνιάδη ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ Πολιτική Έφεση Ε86/2022 ημερομηνίας 23.2.2024, στην οποία με παρέπεμψε ο ευπαίδευτος συνήγορος των αιτητών διαφέρει ως προς τα δεδομένα επειδή αποσκοπούσε η αιτούμενη θεραπεία στην διαγραφή υφιστάμενου δικογράφου. Σε τέτοια περίπτωση το ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο στην βάση της διαταγής 27 των παλαιών θεσμών της πολιτικής δικονομίας τα επιχειρήματα που τίθενται από τους εναγόμενους για την νομιμότητα και συνταγματικότητα της εκχώρησης θα μπορούσαν να είναι το αντικείμενο της διαφοράς. Η διαφορά της πιο πάνω υπόθεσης με την παρούσα είναι ότι στην παρούσα οι εναγόμενοι προκειμένου εκπρόθεσμα να θέσουν υπόψη τους τα επιχειρήματα που εγείρουν θα πρέπει να εξασφαλίσουν την άδεια του Δικαστηρίου για να καταχωρήσουν επιπρόσθετη δικογραφία. Οι εναγόμενοι δεν ενήργησαν εμπρόθεσμα να καταχωρήσουν επιπρόσθετη υπεράσπιση. Το Δικαστήριο ασκεί την διακριτική του εξουσία να επιτρέψει την καταχώρηση επιπρόσθετου δικόγραφου εκπρόθεσμα εάν τα γεγονότα που οι εναγόμενοι έχουν θέσει στην ένορκη τους δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης συνιστούν ‘ground for defense.’
Οι ενάγοντες έχουν υποδείξει με την ένσταση τους ότι είχαν το συμβατικό δικαίωμα να εκχωρήσουν σε τρίτο πρόσωπο όλα τα δικαιώματα τους χωρίς την συγκατάθεση των εναγόμενων. Το δικαίωμα ασκήθηκε στα πλαίσια Σχεδίου Διακανονισμού. Δεν έχουν υποδείξει κάποιο γεγονός που να εκφράζει βάσιμο λόγο υπεράσπισης εφόσον οι εναγόμενοι συμβλήθηκαν με τους ενάγοντες ώστε να τους παρέχεται το δικαίωμα της εκχώρησης δικαιωμάτων και αυτοί εκχωρήσαν το εν λόγω δικαίωμα που πηγάζει από συγκεκριμένη συμβατική σχέση σε τρίτο άτομο.
Η ουσία της μαρτυρίας του έχει τεθεί ενώπιον μου, είναι ότι η Ενάγουσα είναι πρόσωπο που έχει αποκτήσει το αγώγιμο δικαίωμα να εισπράξει το λαβείν της από τους Εναγόμενους, αφού προγενέστερα έχει αγοράσει το περιουσιακό στοιχείο της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης μαζί με τις εγγυήσεις και τις εξασφαλίσεις της από την τράπεζα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού που έχει επικυρωθεί από το Δικαστήριο με διάταγμα ημερομηνίας 12/10/2022 στα πλαίσια της Αίτησης 516/2022. Η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση μαζί με τις εξασφαλίσεις της, συγκαταλέγονται στα περιουσιακά στοιχεία που πωλήθηκαν στην Ενάγουσα στα πλαίσια σχεδίου διακανονισμού μεταξύ της εταιρείας Bank Of Cyprus Company Ltd (Κύπρου) Λτδ και της Ενάγουσας με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Αποστάλθηκαν επιστολές σε όλους τους Εναγόμενους σχετικά με τη μεταφορά και πληροφορήθηκαν με επιστολές ημερομηνίας 25/2/2022.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου κατ' εφαρμογή του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων Νόμου 169(1)/2015 και δυνάμει του σχεδίου διακανονισμού που επικυρώθηκε με διάταγμα Δικαστηρίου 12/10/2022 στα πλαίσια της Αίτησης 516/2022 η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση έχει αγοραστεί και τα δικαιώματα που προκύπτουν από την πιστωτική διευκόλυνση, έχουν εκχωρηθεί στην Ενάγουσα, μεταξύ άλλων, και του δικαιώματος να διεκδικήσει με αγωγή το οφειλόμενο ποσό της πιστωτικής διευκόλυνσης. Το σχέδιο διακανονισμού αποτελεί αναπόσπαστο μέρος του διατάγματος. Το σχέδιο προβλέπει για τη μεταβίβαση/υποκατάσταση δικαιωμάτων και εξασφαλίσεων, στο πρόσωπο της Ενάγουσας και των οποίων υποκαταστάσεων/προσθηκών κλπ που προβλέπονται σε αυτό. Το διάταγμα προβλέπει ότι η εν λόγω αντικατάσταση της ενάγουσας εταιρείας, συντελείται με σχετική ειδοποίηση σε σχέση με την αντικατάσταση του πρωτοκολλητή του κάθε Δικαστηρίου της Κυπριακής Δημοκρατίας.
Η εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση, περιλαμβάνεται στις πιστωτικές διευκολύνσεις που αγοράστηκαν και μεταβιβάστηκαν σύμφωνα με το σχέδιο διακανονισμού που έχει επικυρωθεί σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου. Το 'Σχέδιο' είχε το αποτέλεσμα της μεταβίβασης κάποιων εργασιών της Bank Of Cyprus Company Ltd στη Themis Portfolio Management Ltd., ήτοι συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Αφού ολοκληρώθηκε η διαδικασία της αναδιοργάνωσης, καταχωρήθηκε η Αίτηση προς επικύρωση του σχεδίου αναδιοργάνωσης από το Δικαστήριο με βάση τα άρθρα 198, 199 και 200 του περί Εταιρειών Νόμου Κεφ.113. Παραθέτω πιο κάτω για εύκολη αναφορά, τα άρθρα 198 και 200 που είναι σχετικά:
Διακανονισμοί και Αναδιοργανώσεις
Εξουσία για συμβιβασμό με πιστωτές και μέλη
198.-(1) Όταν προτείνεται συμβιβασμός ή διακανονισμός μεταξύ εταιρείας και των πιστωτών της ή οποιασδήποτε τάξης της ή μεταξύ της εταιρείας και των μελών της ή οποιασδήποτε τάξης τους, το Δικαστήριο δύναται, με συνοπτική Αίτηση της εταιρείας ή οποιουδήποτε πιστωτή ή μέλους της εταιρείας, ή σε περίπτωση εταιρείας που είναι υπό εκκαθάριση, του εκκαθαριστή, να διατάξει σύγκληση συνέλευσης των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή των μελών της εταιρείας ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, με τέτοιον τρόπο όπως το Δικαστήριο ήθελε διατάξει.
(2) Αν πλειοψηφία σε αξία των πιστωτών ή τάξης πιστωτών ή σε αριθμό ψήφων μελών ή τάξης μελών, ανάλογα με την περίπτωση, που είναι παρόντες και ψηφίζουν είτε προσωπικά ή με αντιπρόσωπο στη συνέλευση, αποδέχονται οποιονδήποτε διακανονισμό ή συμβιβασμό, ο συμβιβασμός ή διακανονισμός, αν επικυρωθεί από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτικός για όλους τους πιστωτές ή την τάξη των πιστωτών, ή τα μέλη ή την τάξη μελών, ανάλογα με την περίπτωση, όπως επίσης για την εταιρεία ή σε περίπτωση υπό εκκαθάριση εταιρείας, για τον εκκαθαριστή και συνεισφορείς της εταιρείας.
(3) Διάταγμα που εκδίδεται σύμφωνα με το εδάφιο (2) δεν έχει αποτέλεσμα μέχρις ότου αντίγραφο του διατάγματος παραδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή και αντίγραφο κάθε τέτοιου διατάγματος, θα επισυνάπτεται σε κάθε αντίγραφο του ιδρυτικού εγγράφου που εκδίδεται μετά την έκδοση του διατάγματος ή σε περίπτωση εταιρείας που δεν έχει ιδρυτικό έγγραφο, σε κάθε αντίγραφο που εκδίδεται με τον τρόπο αυτόν του εγγράφου που ιδρύει ή ορίζει την ίδρυση της εταιρείας.
(4) Αν εταιρεία παραλείπει να συμμορφωθεί με το εδάφιο (3), η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για παράλειψη, υπόκειται σε χρηματική ποινή που δεν υπερβαίνει τις είκοσι πέντε λίρες για κάθε αντίγραφο αναφορικά με το οποίο γίνεται παράλειψη.
(5) Στο άρθρο αυτό και στο άρθρο 199, η έκφραση "εταιρεία" σημαίνει οποιανδήποτε εταιρεία που δύναται να διαλυθεί σύμφωνα με τον νόμο αυτόν και η έκφραση "διακανονισμός" περιλαμβάνει αναπροσαρμογή του μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας με την ενοποίηση μετοχών διαφορετικής τάξης ή με τη διαίρεση μετοχών σε μετοχές διαφορετικών τάξεων ή και με τις δύο αυτές μεθόδους.
Το διάταγμα εκδόθηκε επομένως, ως προνοεί το άρθρο 198, πιο πάνω. Αυτό ήταν δεσμευτικό για την υπό διακανονισμό εταιρεία σε σχέση με εκείνες τις εργασίες που καθορίζονται στο σχέδιο ως διευκολύνσεις, ήτοι και για τους πιστωτές της εταιρείας.
Δεν αμφισβητείται ότι το αποτέλεσμα του διατάγματος που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο στις 12/10/2022, προδιαγράφεται από τις πρόνοιες του άρθρου 200 του Κεφ.113 πιο κάτω:
Διατάξεις για διευκόλυνση της αναδιοργάνωσης και συγχώνευσης εταιρειών
200.-(1) Όταν υποβάλλεται στο Δικαστήριο Αίτηση σύμφωνα με το άρθρο 198 για την επικύρωση συμβιβασμού ή διακανονισμού μεταξύ εταιρείας και οποιωνδήποτε τέτοιων προσώπων όπως αναφέρονται στο άρθρο εκείνο και φαίνεται στο Δικαστήριο ότι ο συμβιβασμός ή διακανονισμός προτάθηκε για τους σκοπούς ή αναφορικά με σχέδιο για την αναδιοργάνωση οποιασδήποτε εταιρείας ή εταιρειών ή για τη συγχώνευση οποιωνδήποτε δύο ή περισσότερων εταιρειών και ότι σύμφωνα με το σχέδιο ολόκληρο ή μέρος της επιχείρησης ή της ιδιοκτησίας της εταιρείας που επηρεάζεται από το σχέδιο (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η μεταβιβάζουσα εταιρεία") πρόκειται να μεταβιβαστεί σε άλλην εταιρεία (που στο άρθρο αυτό αναφέρεται ως "η εταιρεία προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση"), το Δικαστήριο δύναται, είτε με το διάταγμα που επικυρώνει τον συμβιβασμό ή διακανονισμό ή με οποιοδήποτε μεταγενέστερο διάταγμα, να προνοεί για όλα ή οποιαδήποτε από τα πιο κάτω θέματα-
(α) τη μεταβίβαση στην εταιρεία προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση, ολόκληρου ή μέρους της επιχείρησης και της ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει·
(β) την παραχώρηση ή καταμερισμό από την εταιρεία στην οποίαν γίνεται η μεταβίβαση οποιωνδήποτε μετοχών, χρεωστικών ομολόγων, ασφαλιστηρίων ή άλλων παρόμοιων συμφερόντων στην εταιρεία εκείνην που θα παραχωρηθούν ή καταμεριστούν με βάση τον συμβιβασμό ή διακανονισμό από την εταιρεία εκείνην ή για οποιοδήποτε πρόσωπο·
(γ) τη συνέχιση από ή εναντίον της εταιρείας στην οποίαν γίνεται η μεταβίβαση οποιασδήποτε νομικής διαδικασίας που εκκρεμεί από ή εναντίον της εταιρείας που μεταβιβάζει·
(δ) τη διάλυση, χωρίς εκκαθάριση, οποιασδήποτε εταιρείας που μεταβιβάζει·
(ε) την πρόνοια που πρέπει να ληφθεί για οποιαδήποτε πρόσωπα, τα οποία μέσα σε τέτοιον χρόνο και με τέτοιον τρόπο που το Δικαστήριο διατάσσει, διαφωνούν με τον συμβιβασμό ή διακανονισμό·
(στ) τέτοια συναφή, επακόλουθα και συμπληρωματικά θέματα που είναι αναγκαία για εξασφάλιση της πλήρους και αποτελεσματικής διεξαγωγής της αναδιοργάνωσης ή συγχώνευσης.
(2) Όταν διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, προνοεί τη μεταβίβαση ιδιοκτησίας ή υποχρεώσεων, η ιδιοκτησία εκείνη, δυνάμει του διατάγματος μεταβιβάζεται και περιέρχεται και οι υποχρεώσεις εκείνες μεταβιβάζονται δυνάμει του διατάγματος και αποτελούν υποχρεώσεις, της εταιρείας προς την οποίαν γίνεται η μεταβίβαση και σε περίπτωση οποιασδήποτε ιδιοκτησίας, αν το διάταγμα διατάσσει με τον τρόπο αυτόν, είναι ελεύθερη κάθε επιβάρυνσης που έπαυσε να έχει αποτέλεσμα δυνάμει του συμβιβασμού ή διακανονισμού.
(3) Όταν εκδίδεται διάταγμα με βάση το άρθρο αυτό, κάθε εταιρεία σχετικά με την οποίαν εκδίδεται το διάταγμα, μεριμνά όπως αντίγραφο του παραδοθεί στον Έφορο Εταιρειών για εγγραφή μέσα σε επτά ημέρες από την έκδοση του διατάγματος, και αν υπάρξει παράλειψη συμμόρφωσης με το εδάφιο αυτό, η εταιρεία και κάθε αξιωματούχος της εταιρείας που ευθύνεται για την παράλειψη υπόκειται σε πρόστιμο παράλειψης.
(4) Στο άρθρο αυτό, ο όρος "ιδιοκτησία" περιλαμβάνει ιδιοκτησία, δικαιώματα και εξουσίες οποιασδήποτε περιγραφής και η έκφραση "υποχρεώσεις" περιλαμβάνει καθήκοντα.
(5) Ανεξάρτητα από τις διατάξεις του εδαφίου (5) του άρθρου 198, η έκφραση "εταιρεία" στο άρθρο αυτό, δεν περιλαμβάνει άλλην εταιρεία εκτός από εταιρεία με την έννοια του νόμου αυτού.
Βάσει των πιο πάνω άρθρων λοιπόν, εγκρίθηκε το 'Σχέδιο' από το Δικαστήριο και η ενάγουσα απέκτησε την ιδιοκτησία συγκεκριμένων πιστωτικών διευκολύνσεων και συναφείς με αυτές εξασφαλίσεις που καταγράφονται στο 'Σχέδιο'.
Η επικύρωση του 'Σχεδίου' δεν είχε το αποτέλεσμα επίλυσης κάποιου ζητήματος μεταξύ των διαδίκων που να είχαν επικαλεστεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου προς επίλυση μίας διαφοράς. Η επικύρωση του 'Σχεδίου' αφορούσε την άσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου σε σχέση με συγκεκριμένη νομοθετική διάταξη. Καθόριζε τον σκοπό και το πλαίσιο της άσκησης αυτής της δικαιοδοσίας, που είχε το αποτέλεσμα να δεσμεύσει την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με τις πρόνοιες του 'Σχεδίου Διακανονισμού'.
Το 'Σχέδιο' αυτό είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές αυτής σε σχέση με υποχρεώσεις της εταιρείας που να συνδέονται με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις. Μαζί με τις μεταβιβαζόμενες πιστωτικές διευκολύνσεις, μεταβιβάστηκαν και μεταβιβαζόμενες σχετικές εξασφαλίσεις που ορίζονται στο σχέδιο.
Η πιο πάνω ρύθμιση ως ρύθμιση που επικυρώθηκε από το Δικαστήριο, είναι δεσμευτική. Εκείνο που είναι βέβαιο, είναι ότι το παρόν Δικαστήριο με την παρούσα του σύνθεση, δεν έχει τη δικαιοδοσία να αμφισβητήσει την εγκυρότητα της πιο πάνω ρύθμισης που έχει επικυρωθεί με διάταγμα του Δικαστηρίου από ισόβαθμο Δικαστήριο στα πλαίσια της άσκησης της δικαιοδοσίας του δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Κεφ.113.
Στην περίπτωση που το Δικαστήριο ακυρώσει ή αλλοιώσει τις συνέπειες εκείνου του διατάγματος, είναι σαν να ενεργεί το Δικαστήριο ως Εφετείο κατά της προηγούμενης διαταγής του ιδίου Δικαστηρίου. Εκείνο που λέχθηκε από το Εφετείο στην υπόθεση αναφορικά με την Αίτηση Σιακόλα Πολιτική Αίτηση αρ. 208/2019 ημερομηνίας 23/12/2001, είναι ότι η ύπαρξη δικαιοδοσίας είναι προαπαιτούμενο στοιχείο που εξετάζεται για κάθε έγκυρη δικαστική απόφαση που εξ υπακούει την κρίση του Δικαστηρίου. Η εκ των υστέρων προσβολή της απόφασης για την εξάλειψη του αποτελέσματός της, είναι θεραπεία που μπορεί να επιτευχθεί με το ένδικο μέσο της Έφεσης, αλλά δεν μπορεί να γίνει από το ίδιο Δικαστήριο που εξέδωσε την απόφαση, ακόμη και εάν η σύνθεση αυτού είναι διαφορετική. Στην υπόθεση Νικόλα Σιδέρη 1 Α.Α.Δ. (2010) 286, σημειώθηκε ότι η αναίρεση προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο Δικαστήριο, συνιστά έλλειψη δικαιοδοσίας, πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.
Το διάταγμα που εκδόθηκε στις 12/10/2022 είχε ως αποτέλεσμα την επικύρωση του 'Σχεδίου' το οποίο είναι δεσμευτικό για την εταιρεία και τους πιστωτές της, ως προνοεί το άρθρο 198 του Κεφ.113 και που είχε ως συνέπεια όλες οι νομικές διαδικασίες που να αφορούν την Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ και τις συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις, να εκπληρώνονται με τους όρους του 'Σχεδίου'. Επομένως, αυτό το Δικαστήριο δεν μπορεί να ενεργήσει στα πλαίσια της διαδικασίας ωσάν να μην είχε μεταβιβαστεί η συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση και συναφείς εξασφαλίσεις με αυτήν, ως τις είχε αναλάβει αρχικά η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ ως προνοεί το σχέδιο. Το Δικαστήριο δεν έχει την εξουσία να ενεργήσει ως Εφετείο του εαυτού του με την ακύρωση και αλλοίωση του διατάγματος. Παραμένει προς επίλυση κατά πόσο νόμιμη εκχώρηση δικαιωμάτων που προκύπτουν από την εν λόγω πιστωτική διευκόλυνση στην βάση σχεδίου δυνάμει των άρθρων 198 και 200 του Κεφ. 113 θα μπορούσε οποτεδήποτε να αποτελέσει υπεράσπιση στην αγωγή.
'Δανειολήπτης' είναι σύμφωνα με το άρθρο 2 του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015, πρόσωπο στο οποίο παραχωρείται πιστωτική διευκόλυνση. Πιστωτική διευκόλυνση σύμφωνα με τις πρόνοιες του άρθρου 2 του Ν.169(1)/2015 είναι ως ακολούθως:
“(α) οποιαδήποτε σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης η οποία περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, δάνειο και όριο πιστωτικής κάρτας, ανεξαρτήτως του κατά πόσο η σχετική σύμβαση έχει τερματιστεί ή όχι και/ή έχει λήξει ή όχι και/ή σε σχέση με αυτήν εκκρεμούν οποιεσδήποτε νομικές διαδικασίες ή όχι, νοουμένου ότι από τη σύμβαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του οφειλέτη έναντι του πιστωτή αυτού,
(β) τα δικαιώματα και υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως πιστωτή έναντι του εξ' αποφάσεως οφειλέτη που ενσωματώνονται σε ή/και προκύπτουν από δικαστική απόφαση η οποία δεν είναι ποινικής ή διοικητικής φύσης ή από διαιτητική απόφαση και αφορά σύμβαση παροχής χρηματοπιστωτικής χορήγησης στην οποίαν ο εξ' αποφάσεως οφειλέτης, ήταν συμβαλλόμενο μέρος ως πρωτοφειλέτης, νοουμένου ότι από την απόφαση προκύπτουν συνεχιζόμενες και/ή μη πλήρως διευθετημένες υποχρεώσεις του εξ' αποφάσεως οφειλέτη έναντι του εξ' αποφάσεως πιστωτή:
Νοείται ότι οποιαδήποτε υποχρέωση του εξ' αποφάσεως πιστωτή προς τον εξ' αποφάσεως οφειλέτη η οποία είναι χρηματική και υπερβαίνει την οφειλή του εξ' αποφάσεως οφειλέτη προς τον εξ' αποφάσεως πιστωτή, δεν περιλαμβάνεται στον όρο «πιστωτική διευκόλυνση» και δεν μεταφέρεται στον αγοραστή∙
Το άρθρο 3 του Nόμου προνοεί για το πεδίο εφαρμογής του νόμου ως ακολούθως:
“3.-(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), ο παρών Νόμος εφαρμόζεται-
(α) στην πώληση και αγορά πιστωτικών διευκολύνσεων από εκχωρητή σε αγοραστή πιστωτικών διευκολύνσεων· και
(β) στην ανάθεση διαχείρισης χαρτοφυλακίου πιστωτικών διευκολύνσεων σε διαχειριστή πιστωτικών διευκολύνσεων από τα προβλεπόμενα στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 πρόσωπα.
(2) Από τις διατάξεις της παραγράφου (α) του εδαφίου (1) εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες-
(α) εκδόθηκαν δυνάμει συμβάσεων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες διέπονται από το δίκαιο άλλου κράτους μέλους ή τρίτης χώρας· ή
(β) μεταβιβάζονται, δυνάμει των διατάξεων του περί Τιτλοποιήσεων Νόμου ή του περί Μεταβίβασης Τραπεζικών Εργασιών και Εξασφαλίσεων Νόμου.”
Κατά τον χρόνο που πραγματοποιήθηκε η μεταβίβαση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων ήτοι στις 19.10.2022 ο Νόμος 169(1)/2022 είχε τροποποιηθεί στη βάση του τροποποιητικού Νόμου 129(1)/2022 το οποίο δημοσιεύθηκε στην επίσημη εφημερίδα στις 27.7.2022. Συνεπώς, κατά τον χρόνο της μεταφοράς και ή εκχώρησης της συγκεκριμένης πιστωτικής διευκόλυνσης ο περιορισμός και/ή εξαιρέσεις εφαρμογής του νόμου σε συγκεκριμένες πιστωτικές διευκολύνσεις που προέβλεπε το άρθρο 3 προηγουμένως είχαν καταργηθεί. Σε κάθε περίπτωση και πριν την τροποποίηση είχαν εφαρμογή τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου σε σχέση με όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστωτικών διευκολύνσεων. (Βλ. άρθρο 3 πριν την τροποποίηση πιο κάτω):
“3.-(1) Ο παρόν νόμος εφαρμόζεται –
(α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000). και
(β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη σύσταση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά τον χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτήν ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).
(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ' αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.
(3) Από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες-
(α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή
(β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή
(γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή
(δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας.”
Επομένως δεν τίθεται ζήτημα μη εφαρμογής του νόμου η παρανομία της εξαγοράς της πιστωτικής διευκόλυνσης η οποία έγινε σύμφωνα με τις πρόνοιες του νόμου με αποτέλεσμα να επικυρωθεί το σχέδιο που συμπεριλάμβανε την μεταβίβαση της πιστωτικής διευκολύνσεις στην ενάγουσα με διάταγμα Δικαστηρίου.
Αναφορικά με τον τρόπο που διενεργείται η μεταβίβαση πιστωτικών διευκολύνσεων, σχετικό είναι το άρθρο 18 του Νόμου 169(1)/2015 . Τυγχάνει εφαρμογής το άρθρο 18(1) του Νόμου 169(1)/2015 σε σχέση με την παροχή ειδοποίησης για την πρόθεση της για διάθεση των σχετικών πιστωτικών διευκολύνσεων.
Όπως προκύπτει από το λεκτικό του άρθρου 18(1), η μεταβίβαση των πιστωτικών διευκολύνσεων επιτυγχάνεται διά της εκχώρησης όλων των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του εκχωρητή εκ μέρους του αγοραστή. Δεύτερον, η εκχώρηση αυτή ισχύει σε σχέση με τις υποχρεώσεις και τα δικαιώματα του εκχωρητή αναφορικά με τις εξασφαλίσεις και στον βαθμό που υπάρχουν έγγραφα που συνοδεύουν τις πιστωτικές διευκολύνσεις και εξασφαλίσεις που αναφέρονται στον εκχωρητή, αυτές οι αναφορές στο έγγραφο θα πρέπει να διαβάζονται και να ερμηνεύονται ωσάν να αφορούν δικαιώματα και υποχρεώσεις του αγοραστή. Τα σχετικά αποσπάσματα του άρθρου καταγράφονται για εύκολη αναφορά πιο κάτω:
“1. Οποιαδήποτε πιστωτική διευκόλυνση μεταβιβάζεται από πιστωτικό ίδρυμα, χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων (εφεξής «ο εκχωρητής») προς οποιονδήποτε από τους προβλεπόμενους στο εδάφιο (1) του άρθρου 4 αγοραστές, θεωρείται ότι μεταβιβάζεται στον αγοραστή κατά τον χρόνο της μεταβίβασης και όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που προκύπτουν από τη σύμβαση πιστωτικής διευκόλυνσης του λογαριασμού που τοιουτοτρόπως μεταβιβάζεται, μεταβιβάζονται αυτόματα στη μεταξύ δανειολήπτη και αγοραστή σχέση και εξακολουθούν να είναι έγκυρα μεταξύ των δύο αυτών μερών.
2. Ο αγοραστής πιστωτικών διευκολύνσεων, έχει τα ίδια δικαιώματα, την ίδια σειρά προτεραιότητας και υπόκειται στις ίδιες υποχρεώσεις σε σχέση με συμβάσεις πιστωτικών διευκολύνσεων και των εξασφαλίσεων που μεταβιβάζονται σε αυτόν, όπως ο εκχωρητής.
3. Όπου σε οποιοδήποτε έγγραφο, οποτεδήποτε και αν έγινε ή εκτελέστηκε, περιέχεται ή εξυπακούεται οποιαδήποτε αναφορά στον εκχωρητή, τότε στον βαθμό που τέτοιο έγγραφο αφορά οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση μεταβιβάζεται στον αγοραστή των πιστωτικών διευκολύνσεων, τέτοια αναφορά διαβάζεται, ερμηνεύεται και ισχύει ως αναφορά στον αγοραστή κατά και μετά τον χρόνο μεταφοράς, εκτός όπου το σχετικό κείμενο απαιτεί διαφορετικά.
To λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων, είναι τόσο γενικό και περιεκτικό, που θα μπορούσε να καλύψει κάθε περίπτωση μεταφοράς στον αγοραστή δικαιωμάτων και υποχρεώσεις του εκχωρητή που πηγάζει από τη συγκεκριμένη πιστωτική διευκόλυνση που μεταβιβάζεται στον αγοραστή. Όμως σε κάθε περίπτωση, το διάταγμα κάνει αναπόσπαστο μέρος το σχέδιο που αφορά τα συγκεκριμένα δικαιώματα και υποχρεώσεις που μεταβιβάστηκαν στον αγοραστή και έτσι είτε αυτό είναι ορθό ή λάθος, το παρόν Δικαστήριο δεν έχει την αρμοδιότητα να το ελέγξει, εφόσον πρόκειται για fait accompli, δηλαδή το δεσμευτικό αποτέλεσμα που προκύπτει από δικαστικό διάταγμα που παράγει έννομα αποτελέσματα ως προς το περιεχόμενο του έναντι των Εναγομένων.
Επί της ουσίας, η χρηματική αποζημίωση του εκχωρητή ως συνέπεια εκχώρησης περιουσιακών στοιχείων στον αγοραστή, δεν είναι προσωπική υπόθεση και έτσι δεν βλέπω τον λόγο γιατί η Ενάγουσα δεν μπορεί διά της εφαρμογής του νόμου 169(1)/2015 να αντικαταστήσει την Τράπεζα Κύπρου Λτδ.
Η εκχώρηση δικαιώματος σε αγοραστή να διεκδικήσει χρηματική αποζημίωση στα πλαίσια της αγωγής ως προκύπτει από τη μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης, διενεργείται αυτόματα. Όταν πρόκειται για εκχώρηση δικαιώματος, δεν έχει λόγο ο οφειλέτης της πιστωτικής διευκόλυνσης. Εκείνο που επεξηγείται στο σύγγραμμα Guest on The Law of Assignment AG Guest Sweet and Maxwell Chapter 1 The Νature of Assignment paragraph 1-01 definition, είναι ότι η εκχώρηση αφορά τη μεταφορά υφιστάμενου δικαιώματος ή συμφέρον στον αγοραστή σε ακαθόριστη περιουσία του οφειλέτη που ανήκει προ της εκχώρησης στον εκχωρητή.
'An assignment is effective whether or not the debtor or obligor the benefit of whose debt or obligation has been assigned consented to the transfer. The transfer may be voluntary or involuntary'.
H σημασία της εκχώρησης, εκφράζεται καλύτερα από τον Macleod στο σύγγραμμα Principles of Economical Philosοphy ως εξής:
“Who made the discovery which has most deeply affected the fortunes of the human race. The man who first discovered that a debt is a saleable commodity.”
Στην προκειμένη περίπτωση, η Ενάγουσα ως ο αγοραστής που έχει αποκτήσει όλα τα δικαιώματα επί της πιστωτικής διευκόλυνσης και που έχει συμμορφωθεί με τη νομοθετική υποχρέωση ειδοποίησης του πρωτοκολλητή για την εκχώρηση δικαιωμάτων, είναι ο μοναδικός που έχει συμφέρον στο αντικείμενο δικαιώματος της εκχώρησης (βλ. Guest equitable Assignments of an equitable chose of action par. 3-06).
Δεν έχει τεθεί ενώπιον μου κανένα γεγονός που να καθιστά την μεταβίβαση της πιστωτικής διευκόλυνσης λόγω υπεράσπισης. Ούτε και έχουν προβληθεί γεγονότα που να εκφράζουν υπεράσπιση στην βάση ότι οι εναγόμενοι δεν ενημερώθηκαν εκ των προτέρων για την μεταβίβαση ώστε να υποβάλουν χειροπιαστή πρόταση από μόνοι τους να εξαγοράσουν την πιστωτική διευκόλυνση. Το άρθρο 18(1) είναι σχετικό:
“(1) Πριν από την πώληση-
(α) του όλου του χαρτοφυλακίου των πιστωτικών του διευκολύνσεων, νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4, κοινοποιεί την πρόθεσή του αυτή με δημοσίευση στην Επίσημη Εφημερίδα της Δημοκρατίας και σε τρεις εφημερίδες του ημερήσιου τύπου και-
(i) οι δανειολήπτες, οι εγγυητές τους και οι πάροχοι εξασφάλισής τους, εάν το επιθυμούν, δύνανται εντός χρονικής περιόδου σαράντα πέντε (45) ημερών από την εν λόγω δημοσίευση, να υποβάλουν πρόταση αγοράς της υπό πώληση πιστωτικής διευκόλυνσης·
(ii) σε περίπτωση που το κρίνει σκόπιμο, το νομικό πρόσωπο που προβλέπεται στο εδάφιο (1) του άρθρου 4, δύναται να ειδοποιεί με επιστολή τον εμπλεκόμενο δανειολήπτη, τους εγγυητές του και τους παρόχους εξασφάλισής του για την πρόθεσή του αυτή.”
Στην προκειμένη περίπτωση δεν έχει προβληθεί ισχυρισμός ότι ουδέποτε δημοσιεύθηκε το σχέδιο πριν την πώληση και σε κάθε περίπτωση η Τράπεζα Κύπρου παρόλο ότι δεν ήταν υπόχρεα απέστειλε ‘good bye’ επιστολή στους εναγόμενους με το ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή τους διεύθυνση και τους ενημέρωσε για την εκ των προτέρων ευκαιρία που είχαν να εξαγοράσουν την πιστωτική διευκόλυνση σε καθεστώς υπερημερίας. Η παρούσα αίτηση όντως καταχωρείται καθυστερημένα και καταχρηστικά επειδή καταχωρήθηκε αγωγή για την είσπραξη του οφειλόμενου ποσού και οι εναγόμενοι είχαν εγείρει θέματα στα πλαίσια της υπεράσπισης που αφορούν την εγκυρότητα των συμφωνιών και έτσι είναι άξιον απορίας πως τέτοιο επιχείρημα που έχει ως επίκεντρο την αμφισβήτηση της συναλλαγής θα μπορούσε να συνάδει με επιχείρημα ότι οι ίδιοι που αμφισβητούν την εγκυρότητα της συναλλαγής με αποτέλεσμα να μην πληρώνουν θα προέβαιναν στην εξαγορά της πιστωτικής διευκόλυνσης που αμφισβήτησαν τον Οκτώβριο 2022 όταν έγινε η μεταφορά της πιστωτικής διευκόλυνσης στην ενάγουσα. Σημειώνεται επίσης ότι θα πρέπει να ληφθεί υπόψη ότι κατά τα έτη 2022 μέχρι 2025 ουδέν έκαναν για να θέσουν τους κατ’ ισχυρισμό νεοσύστατους λόγους υπεράσπισης που επικαλούνται ενώπιον του Δικαστηρίου. Για όλους τους πιο πάνω λόγους δεν θα ασκήσω την διακριτική μου εξουσία για να παρατείνω τον χρόνο σχεδόν τέσσερα χρόνια για να επιτρέψω στους εναγόμενους να καταχωρήσουν επιπρόσθετη υπεράσπιση με το συγκεκριμένο περιεχόμενο.
Η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αυτής επιδικάζονται εναντίον των εναγόμενων και υπέρ της ενάγουσας όπως αυτά υπολογισθούν από τον πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………..……………………..…………..
Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΕΠ
[1] The name of a plea which a defendant was allowed to put in after having already pleaded, where some new matter of defense arose after issue joined, such as payment a release by the plaintiff the discharge of defendant under an indoresement or bankrupt law and the like (Black’s law Dictionary Sixth Edition) Είναι νέα υπεράσπιση που ο εναγόμενος δύναται να εγείρει και να καταχωρήσει ως περαιτέρω υπεράσπιση μετά την καταχώρηση της υπεράσπισης, αφού προκύψει νέος λόγος υπεράσπισης μετά τον καθορισμό των επίδικων θεμάτων, όπως πχ. την απαλλαγή του εναγόμενου από τον ενάγοντα ή την απαλλαγή του εναγόμενου λόγω του ότι έχει πτωχεύσει.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο