SAUL SIMAO VALT ν. TREVENA HOLDING LIMITED, Γενική Αίτηση αρ.: 451/25, 24/3/2026
print
Τίτλος:
SAUL SIMAO VALT ν. TREVENA HOLDING LIMITED, Γενική Αίτηση αρ.: 451/25, 24/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

Γενική Αίτηση αρ.: 451/25 (i-justice)

Μεταξύ:

SAUL SIMAO VALT

                                                                                               Αιτητής

-και-

 

TREVENA HOLDING LIMITED

                                                                                               Καθων η αίτηση

---------------

Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Για αιτητή: κα Χρ. Χρίστου για Φελλάς & Χρίστου Δ.Ε.Π.Ε.

Για καθ’ων η αίτηση: Π. Παναγίδης για Chrysses Demetriades & Co. LLC

 

-----------------

 

Α Π Ο Φ Α Σ Η

 

Αντικείμενο του αιτήματος είναι διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε από τον Διαιτητή  Patrick Taylor  με έδρα την Λευκωσία βάσει των LCIA arbitration rules ημερομηνίας 1.10.2025. Με το αιτητικό ζητείται η έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων:

 

A. Διάταγμα και/ή απόφαση ταυ Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει του παραμερισμό και/ή την ακύρωση της Διαιτητικής Απόφασης ημερ.01/10/2025, που εξεδόθη στα πλαίσια της Αίτησης Διαιτησίας αρ.235894, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία εξεδόθη από τον Διαιτητή Patrick Taylor (Sole Arbitrator), με έδρα τη Λευκωσία, βάσει των LGIA ARBITRATION RULES.

 

B. Διάταγμα και/ή απόφαση του Δικαστηρίου, με την οποία θα αναγνωρίζεται ότι αρμοδιότητα για την επίλυση της διαφοράς των ως άνω διαδίκων, έχει το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια της Αγωγής αρ. 1348/2025 που καταχώρησε ο Ενάγοντας/Αιτητής εναντίον των Εναγομένων/Καθ'ων η Αίτηση.

 

Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή αναγνώρισης και/ή εγγραφής και/ή εκτέλεσης της Απόφασης ημερ.01/10/2025, που εξεδόθη στα πλαίσια της Αίτησης Διαιτησίας αρ.235894, μεταξύ των ίδιων διαδίκων, η οποία εξεδόθη από τον Διαιτητή Patrick Taylor (Sole Arbitrator), με έδρα τη Λευκωσία, βάσει των LCIA ARBITRATION RULES μέχρι την εκδίκαση και την έκδοση απόφασης στα πλαίσια της Αγωγής του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αρ. 1348/2025.”

 

Η νομική βάση της αίτησης είναι ο Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος 101/1987, ο περί Διαιτησίας Νόμος Κεφ. 4, και οι θεσμοί πολιτικής Δικονομίας 2023.

 

ΟΙ ΘΕΣΕΙΣ ΤΩΝ ΜΕΡΩΝ

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει δικηγόρος στο γραφείο που αντιπροσωπεύει τους αιτητές. Γνωρίζει τα γεγονότα που τα έχει πληροφορηθεί από τον πελάτη του και που τον έχει εξουσιοδοτήσει να εκφέρει την γνώμη του. Το 2017 ο αιτητής  προσεγγίστηκε από τον  Francis Jerome Perez που είναι διευθύνον σύμβουλος της εταιρείας  Grupo Pefaco SLU εγγεγραμμένη στην Ισπανία . Η εταιρεία αυτή ήταν 67% μέτοχος στην εταιρεία Pefaco International  δημόσια εταιρεία συσταθείσα στην Μάλτα και εισηγμένης στο Xρηματιστήριο Aξίων Μάλτας. Η Pefaco International ελέγχει θυγατρικές εταιρείες που λειτουργούν μηχανές τυχερών παιχνιδιών σε δημόσιες εγκαταστάσεις και τα παιχνίδια λειτουργούν δυνάμει αδειών  που χορηγούνται από τοπικές αρχές. Ο  Perez  πρότεινε στον αιτητή όπως αποκτήσει τις μετοχές της Pefaco International και για τον σκοπό αυτό έγινε σειρά από διαπραγματεύσεις. Ο αιτητής και ο  Moshe Listenberg  πραγματικός τελικός δικαιούχος των εναγόμενων ήταν φίλοι και εξέφρασε την επιθυμία να συνεργαστεί με τον αιτητή και να αποτελέσει αυτός ισότιμο συμβαλλόμενο μέρος στην αγοραπωλησία μετοχών.  Αγόρασαν  εξ ημισείας τις μετοχές  και ιδρύσαν νέα εταιρεία και ο καθένας διατηρούσε 50% των μετοχών. Το συνολικό ποσό της επένδυσης ήταν €50,000,000 με προκαταβολή των €6.600.000 που θα κατέβαλε ο καθένας τα μισά. Προχώρησε η ίδρυση νέας εταιρείας της  Sandlex Limited  και η δικηγορική εταιρεία  Ηαssans  έπρεπε να πραγματοποιήσει  υπό τις περιστάσεις εκτενείς και χρονοβόρους ελέγχους βάσει νόμιμες διαδικασίες τύπου ‘ γνώρισε τον πελάτη σου’O Listenberg δεν ήθελε να υποβληθεί σε τέτοιες διαδικασίες αλλά παρόλο τούτου προχώρησε με την συναλλαγή αγοραπωλησίας.

 

Συγκεκριμένα, βάσει της Συμφωνίας Μετατρέψιμου Δανείου, η εναγομένη συμφώνησε να χορηγήσει στην Sandlex, ως δανειολήπτη, ένα μετατρέψιμο δάνειο ύψους €3.300.000 (τρία εκατομμύρια τρακόσιες χιλιάδες ευρώ) ( το “Δάνειο”), το οποίο θα μπορούσε να μετατραπεί κατ’ επιλογή της εναγόμενης σε μετοχές στην Sandlex σύμφωνα με του όρους που ορίστηκαν στην εν λόγω συμφωνία.

 

Στις 11.7.2017 υπεγράφη η εμπιστευτική συμφωνία μεταξύ της Sandlex  και της  Pefaco  για την αγορά των μετοχών της  Pefaco International.  Στην βάση των προνοιών της συμφωνίας η  Sandlex  θα κατέβαλλε το ποσό των €6.600.000 ως πρώτη δόση του τιμήματος. Εάν η Pefaco δεν εξαγόραζε τους μετόχους μειοψηφίας ώστε να κατέχει το 100% της εταιρείας μέχρι 20.8.2017 και η πώληση στην  Sandlex  δεν ολοκληρωνόταν μέχρι 31.12.2017 τότε η Pefaco και ο Perez  προσωπικά όφειλαν να επιστρέψουν το αρχικό ποσό της επένδυσης. Από το κείμενο της συμφωνίας προκύπτει ότι ο  Perez  δεσμεύεται προσωπικά από την εμπιστευτική συμφωνία. Στην πρώτη σελίδα αναφέρονται ως συμβαλλόμενα μέρη δύο ξεχωριστές οντότητες  από κοινού η Pefaco και Perez  ο μεγαλύτερος μέτοχος της που την υπέγραψε την συμφωνία προσωπικά. Στις 11.7.2017 η Pefaco ως ενεχυριαστής και η Sandlex ως ενεχυριούχος δανειστής συνήψαν συμφωνία ενεχυρίασης μετοχών και η Sandlex  συμφώνησε να αγοράσει το 100% της Pefaco International για το συνολικό ποσό των €50,000,000.  Ως εξασφάλιση της πληρωμής της συνολικής επένδυσης βάσει της εμπιστευτικής συμφωνίας που θα καταβάλλετο με δόσεις  ενεχυριάστηκε το 30% των μετοχών της  Pefaco Inernational. Στις 11.7.2017  υπεγράφη συμφωνία μετατρέψιμου δανείου μεταξύ εναγομένων ως δανειστές και της  Sandlex  ως πρωτοφειλέτη και τον αιτητή εγγυητή για το ποσό των €3,300,000.  Οι εναγόμενοι συμφώνησαν να χορηγήσουν μετατρέψιμο δάνειο στη Sandlex  ύψους €3,300,000 που θα μπορούσε να μετατραπεί σε επιλογή του δανειστή εναγόμενων σε μετοχές της  Sandlex.  H Sandlex θα παρείχε στους εναγόμενους εγγύηση εκ μέρους του ενάγοντα/αιτητή.

 

Σύμφωνα με το άρθρο 1.3 της συμφωνίας δανείου ο ενάγοντας κατέβαλε το ποσό του δανείου εκ μέρους της  Sandlex  απευθείας στην  PefacoOι οδηγίες ήταν ρητές οι εναγόμενοι να πληρώσουν το ποσό των €3.300.000 στην Pefaco.

 

Επιπλέον η Συμφωνία Δανείου περιλάμβανε, μεταξύ άλλων, τους εξής όρους:

 

(i)      Το Δάνειο θα έφερε τόκο 3% ετησίως (παράγραφος 2.1).

 

(ii)    Σε περίπτωση που το υπόλοιπο του Δανείου δεν αποπληρωνόταν όταν καθίστατο απαιτητό; το ανεξόφλητο ποσό θα έφερε τόκο, από την ημερομηνία που καθίστατο απαιτητό μέχρι την πλήρη εξόφλησή του, καταβλητέο κατόπιν αιτήματος, με επιτόκιο κατά 3% υψηλότερο του ισχύοντος (παράγραφος 2.2).

 

 

(iii)   Η Sandlex όφειλε να αποπληρώσει το συνολικό υπόλοιπο του Δανείου κατά την “Ημερομηνία Αποπληρωμής”, δηλαδή εντός 60 ημερών από την απαίτηση του Ενάγοντος για αποπληρωμή.

 

(iv)   Εάν τα Δάνειο δεν είχε μετατραπεί σε μετοχές, ο πρωτoφειλέτης όφειλε να καταβάλει όλους τους δεδουλευμένους τόκους σε σχέση με το Δάνειο κατά την Ημερομηνία Αποπληρωμής.

 

Στις 11.7.2017 είχε υπογραφτεί η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης μεταξύ των εναγόμενων  ως δανειστές και της  Sandlex  ως οφειλέτη και ο αιτητής ως εγγυητής που εγγυήθηκε τις υποχρεώσεις της  Sanlex  βάσει της συμφωνίας δανείου. Ο ενάγοντας εγγυήθηκε αμετάκλητα ως εγγυητής.

 

Ο ενάγοντας ανέλαβε την υποχρέωση να αποζημιώσει τους εναγόμενους για κάθε ζημιά ή απαίτηση που θα προέκυπτε από τη συμφωνία και είναι η θέση του αιτητή ότι η συμφωνία εγγύησης ήταν από την αρχή άκυρη διότι η πραγματική πρόθεση των μερών δεν ήταν να διεκδικηθεί το οποιοδήποτε ποσό ως δάνειο ή να εγγυηθεί τους Εναγόμενους, αλλά να γίνει η από κοινού συναλλαγή της επένδυσης. Μετά από εκτεταμένες διαπραγματεύσεις στις 14.5.2018 η Sandlex και Pefaco συμφώνησαν να παρατείνουν την προθεσμία για να γίνει αγορά των μετοχών μέχρι 23.7.2018. Αν μέχρι τότε δεν ολοκληρωνόταν η συμφωνία η Pefaco θα επέστρεφε στην Sandlex το ποσό των €6.600,000 πλέον τόκους ύψους €486.049. Επειδή δεν τηρήθηκαν οι όροι μέχρι την παραταθείσα προθεσμία εστάληκε επιστολή απαίτησης αποπληρωμής στην Pefaco στις 12.9.2018 εκ μέρους της Sandlex. Με επιστολή ημερομηνίας 14.9.2018 η Pefaco πρότεινε να καταβάλει μέσα σε 5 εργάσιμες μέρες το ποσό €1.100.000 για να ξοφλήσει το υπόλοιπο της αρχικής επένδυσης μαζί με τους τόκους εντός 60 ημερών από την παραλαβή της πρώτης πληρωμής. Με συμφωνία ημερομηνίας 26.9.2018 η Sandlex και η Pefaco συμφώνησαν ότι η Pefaco θα  επέστρεφε στην Sandlex το ποσό των €3.300.000 πλέον τόκους. Η Pefaco θα κατέβαλλε €1.100.000 ως τις 7.10.2018 και επιπλέον €2.200.000 πλέον τόκους πριν τις 7.11.2018. Αν γίνονταν αυτές οι πληρωμές η συμφωνία δανείου θα θεωρείτο πλήρως εκτελεσθείσα και κανένα μέρος θα είχε  υποχρεώσεις. Η Pefaco δεν κατέβαλε καμία πληρωμή και στις 21.12.2018 η Pefaco πλήρωσε με επιταγή το ποσό των €3.600.000. Όμως, αυτή η επιταγή που παρουσιάστηκε για κατάθεση επιστράφηκε λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Στις 31.5.2019 οι Εναγόμενοι έλαβαν το ποσό 170 χιλιάδων δολαρίων ως μερική εξόφληση της οφειλής της Sandlex.

 

Με επιστολή ημερομηνίας 13.2.2020 ως η παράγραφος 3.2 της συμφωνίας δανείου οι Εναγόμενοι απαίτησαν την αποπληρωμή του δανείου που μέχρι εκείνη τη μέρα ανερχόταν στο ποσό των €3.315.874. Επίσης απαίτησαν την αποπληρωμή της οφειλής προσωπικά από τον αιτητή. Με επιστολή ημερομηνίας 22.3.2023 απέστειλαν νέα επιστολή αποπληρωμής ημερομηνίας 30.5.2023. Οι Εναγόμενοι ισχυρίστηκαν στη διαδικασία διαιτησίας ότι ο αιτητής είχε παραβιάσει τους όρους της συμφωνίας εγγύησης και παρέλειψε να καταβάλει το οφειλόμενο ποσό.

 

Προς ενίσχυση των ισχυρισμών του αιτητή για το ποια ήταν η πραγματική βούληση των συμβαλλομένων μερών κατά την υπογραφή των πιο πάνω Συμφωνιών, προκύπτει ότι:

 

A) Στις 5/07/2017, ο δικηγόρος Vikram Nagrani, από το δικηγορικό γραφείο Hassans, έγραψε ότι ο Listenberg Θα ήταν ο τελικός δικαιούχος της Sandlex, και αν περνούσε τους ελέγχους που θα διενεργούντο στα πλαίσια KYC, Θα συμπεριλαμβάνετο ως μέτοχος κατά 50%.

 

Β) Στις 26(0812018, o Joshua Itamar Neustadter, έστειλε email στον Listenberg, αναφερόμενος στη συμφωνία τους με την Pefaco από τον Μάιο και στα προσχέδιο επιστολής απαιτούσε την αποπληρωμή της επένδυσής τους.

 

Γ) Στις 14/09/2018, o Olivier Cauro, της Pefaco, έγραψε στον Joshua Itamar Neustadter ότι κατανοεί ότι ο πελάτης του Trevena Holding Limited, μέτοχος της Sandlex Limited, θέλει να αποσυρθεί από τη συναλλαγή.

 

Δ) Ο Listenberg και ο Αιτητής ενημέρωσαν τούς συμβούλους τους και την Pefaco International άτι οι Εναγόμενα θα συμμετείχαν στην αγοραπωλησία ως επενδυτής και συνεταίρος και όχι ως δανειστής.

 

Ε) Στις 18/0112019 η Sandlex εξέδωσε πληρεξούσιο όπως οι Εναγόμενοι/ Trevena Holdings και α Joshua Itamar Neustadter, από το Ισραήλ, ενεργούν εκ μέρους του από κοινού για να λάβουν όλες τις απαραίτητες νομικές και δικαστικές διαδικασίες επί τη βάση της Εμπιστευτικής Συμφωνίας και της Συμφωνίας Ενεχυρίασης.

 

ΣΤ) H πληρωμή του ποσού επένδυσης προς την Pefaco έγινε κατά το ποσό των €3.300.000 από την Bertram Holding Ltd, της οποίας ο τελικός δικαιούχος ήταν ο Αιτητής και κατά το άλλο ήμισυ €3.300.000 από την Trevena/Εναγομένους.

 

Z) Στις 7.7.2017 o Cauro έστειλε με email στον αιτητή ένα προσχέδιο της συμφωνίας αγοράς των μετοχών. Στις 08.7.2017, ο αιτητής το προώθησε στον Listenberg, ρωτώντας τον εάν συμφωνεί με το περιεχόμενο του για να το υπογράψει.

 

Παρά τα πιο πάνω, οι Εναγόμενοι αρνήθηκαν τη γραπτή και εν μέρη προφορική συμφωνία και προχώρησαν στις 29.5.2023 στην αίτηση διαιτησίας στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση την 1.10.2025. Καταχώρησαν την αίτηση διαιτησίας με έδρα την Λευκωσία στις 29.5.2023 εναντίον του αιτητή προσωπικά.

 

Νομική βάση της Αίτησης Διαιτησίας αποτέλεσε η Συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης ημερ. 11.7.2017 (Guarantee and Indemnity Agreement) και με αναφορά στην παράγραφο 10 αυτής όπου ορίζονται τα εξής (μετάφραση στην αίτηση):

 

“10. Κάθε διαφορά που προκύπτει από ή σε σχέση με την παρούσα σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου κάθε ζητήματος που αφορά την ύπαρξή της, το κύρος ή την καταγγελία της, θα παραπέμπεται και θα επιλύεται οριστικό μέσω διαιτησίας βάσει των Κανόνων του LCIA, οι οποίοι θεωρείται άτι ενσωματώνονται με παραπομπή στην παρούσα ρήτρα. Ο αριθμός των διαιτητών θα είναι ένας. Η έδρα της διαιτησίας θα είναι η Λευκωσία, Κύπρος. H γλώσσα που θα χρησιμοποιείται στις διαιτητικές διαδικασίες θα είναι η αγγλική. Τα μέρη θα έχουν το δικαίωμα να ζητούν προσωρινά μέτρα από αρμόδιο δικαστήριο, οποτεδήποτε πριν και μετά τον διορισμό του διαιτητή, έως ότου ο διαιτητής εκδώσει την τελική του απόφαση. Η παράγραφος 9 τελεί προς όφελος μόνο του Δανειστή. Κατά συνέπεια, o Δανειστής δεν εμποδίζεται να κινήσει διαδικασίες που σχετίζονται με τέτοια διαφορά ενώπιον οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου με δικαιοδοσία. Στα μέτρο που επιτρέπεται από το νόμο, ο Δανειστής δύναται να κινεί παράλληλες διαδικασίες σε οποιονδήποτε αριθμό δικαιοδοσιών”.

 

Κατά την ακρόαση της διαδικασίας ο αιτητής είχε παρουσιάσει σοβαρό πρόβλημα υγείας διάρκειας ενός χρόνου κατά το έτος 2024 και το πρόβλημα υγείας τον εμπόδιζε από το να ανταποκριθεί δεόντως στην ακροαματική διαδικασία και είναι θέση του αιτητή ότι ο Διαιτητής κακώς χειρίστηκε τη διαδικασία διαιτησίας. Η απόφαση του διαιτητή εκδόθηκε 1.10.2025 και ο ενάγοντας έλαβε γνώση της έκδοσης της απόφασης στις 3.10.2025. Αμέσως μετά από την καταχώρηση της αίτησης διαιτησίας η εταιρεία Sandlex στις 12.9.2023 καταχώρησε αγωγή εναντίον του Perez προσωπικά σε Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου. Εκδόθηκε απόφαση την 1.12.2023 προς όφελος του αιτητή και εναντίον του Perez. Σύμφωνα με την απόφαση ο Perez έπρεπε να καταβάλει μέχρι 15.12.2023 στην Sandlex το ποσό των €6.600.000. Έπρεπε μέχρι την ίδια ημερομηνία να καταβάλει στην Sandlex το ποσό €3.421.000 ως συμβατικό τόκο του κεφαλαίου. Έπρεπε επίσης να καταβάλει €130.000 έξοδα.

 

Οι εναγόμενοι εμποδίζονται από το να κινηθούν προσωπικά εναντίον του Ενάγοντα γιατί η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης ήταν εξ υπ' αρχής άκυρη. Ποτέ δεν ήταν πρόθεση των μερών η δανειοδότηση ή παροχή εγγύησης αλλά η πραγματοποίηση επένδυσης μέσω της εταιρείας Sandlex και όχι προσωπικά του αιτητή σε τρίτο νομικό πρόσωπο. Οι διάδικοι θα προέβαιναν στην επένδυση από κοινού γι’ αυτό η διαιτητική απόφαση είναι εσφαλμένη. Η αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξης της Κυπριακής Δημοκρατίας. Υπάρχει δικαστική απόφαση από Δικαστήριο στο Ηνωμένο Βασίλειο υπέρ της Sandlex και εναντίον του Perez. Ο πρωτοφειλέτης πρέπει να είναι η ίδια η εταιρεία και ατομικά οι μέτοχοι έχουν συμφέρον να εισπράξει η εταιρεία την οφειλή. Οι Εναγόμενοι είχαν πρόθεση βάσει της προφορικής τους συμφωνίας να καταστούν μέτοχοι κατά 50% στην εταιρεία Sandlex και παράνομα και αντισυμβατικά στράφηκαν ατομικά κατά του αιτητή με την καταχώρηση της αίτησης διαιτησίας για κάλυψη της ζημιάς πριν η εταιρεία εξαντλήσει τις διαδικασίες εκτέλεσης κατά του Perez. Έγινε  εγγραφή της εταιρείας Sandlex με κοινό στόχο να είναι μέτοχοι και οι δύο  κατά 50%. Όμως, ο Listenberg δεν ήθελε να περάσει τους απαραίτητους ελέγχους και δεν εγγράφτηκε ως μέτοχος τελικά. Η Sandlex ήδη εξασφάλισε υπέρ της ένα ποσό €6.600.000 και είναι σωστό να εξαντληθεί η εκτέλεση της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου κατά του Perez. Στη συμφωνία εγγύησης υπάρχει καταχρηστικός όρος και δεν θα πρέπει πρώτα να στραφούν εναντίον του αιτητή. Δεν είναι δίκαιο. Με τη διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε εναντίον του αιτητή επιχειρείται να μετακυλιστεί η ζημιά ενδοεταιρικά. Το γεγονός ότι δεν ενεγράφη ως μέτοχος κατά 50% ήταν διαδικαστικό και όχι ουσιαστικό, διότι αυτός ήταν ο σκοπός της εγγραφής της εταιρείας στις 20.6.2017. Η υπόθεση πρόκειται για σχέση συνεταίρων και έτσι δεν έπρεπε ο συνέταιρος να καταχωρήσει αίτηση διαιτησίας προσωπικά εναντίον του άλλου, ενώ η εταιρεία πέτυχε απόφαση εναντίον του Perez.

 

Στη Συμφωνία Εγγύησης αναφέρεται ότι η ευθύνη του αιτητή θα ήταν πρωτογενής και άμεση και όχι εξαρτώμενη ή υπό αίρεση από την άσκηση οποιωνδήποτε ένδικων μέσων που θα είχε κατά της Sandlex ή οποιουδήποτε άλλου προσώπου. Οι Εναγόμενοι δεν υποχρεούντο να υποβάλουν απαίτηση προς τη Sandlex ή να επιδιώξουν ή να εξαντλήσουν οποιοδήποτε ένδικο μέσο κατά της Sandlex ή οποιασδήποτε εξασφάλισης της Sandlex προτού επιβάλει τα δικαιώματά τους βάσει της Συμφωνίας Εγγύησης. Η ανάκτηση μπορεί να επιδιωχθεί κατά του αιτητή χωρίς καμία απαίτηση οι Εναγόμενοι να ασκήσουν ή να εξαντλήσουν οποιοδήποτε ένδικο μέσο ή αξίωση κατά του πρωτοφειλέτη. Η Συμφωνία Εγγύησης ήταν και είναι εξ υπαρχής άκυρη, γιατί πρόθεση των συμβαλλομένων μερών ήταν η πραγματοποίηση κοινής επένδυσης και όχι η δανειοδότηση. Αυτή ήταν η προφορική συμφωνία που καταρτίστηκε μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και το Διαιτητικό Δικαστήριο δεν την αποδέχτηκε.

 

Η συμφωνία εγγύησης είναι άκυρη και εικονική γιατί έγινε για σκοπούς διασφάλισης των Εναγομένων με κοινή συμφωνία και αντίληψη να μην χρησιμοποιηθεί.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τις πρόνοιες της σχετικής νομοθεσίας που ισχύουν στην Κύπρο, βάσει του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (197(1)/2003), ο αιτητής θα πρέπει να απαλλαγεί από την οποιαδήποτε ευθύνη εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης ταυ πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή. Δηλαδή, εάν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνεπεία αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, o εγγυητής απαλλάσσεται. Περαιτέρω, η εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Contract Law), η ευθύνη του εγγυητή είναι επικουρική και όχι κύρια. Αυτό σημαίνει ότι ο εγγυητής δεν ευθύνεται πριν καταστεί υπερήμερος ο πρωτοφειλέτης. Αναγνωρίζει στον εγγυητή το δικαίωμα να ζητήσει από τον δανειστή να στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη. Αν ο δανειστής δεν εξαντλήσει πρώτα τα μέσα κατά του πρωτοφειλέτη, τότε δεν μπορεί να εκτελέσει ευθέως κατά του εγγυητή. Συνεπώς οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι εναγόμενοι με την παραπομπή της διαφοράς σε διαιτησία και την έκδοση διαιτητικής απόφασης, αντιβαίνουν στις πρόνοιες της Νομοθεσίας και στις αρχές της Νομολογίας.  Ήταν κοινή η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών να παρουσιάσουν άλλο νομικό περίβλημα από την πραγματική συμφωνία.

 

Ο αιτητής καταχώρησε την αγωγή 1348/25 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας και θα προχωρήσει με την καταχώρηση έκθεση απαίτησης εναντίον των Εναγομένων για την κήρυξη συμφωνίας εγγύησης ως εξ αρχής άκυρη συμφωνία διότι δεν ανταποκρίνεται στην αληθινή πρόθεση των μερών. Τα Δικαστήρια της Κύπρου έχουν δικαιοδοσία να επιλύουν τις διαφορές.

 

Οι καθ' ων η αίτηση καταχώρησαν ένσταση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

“1. Ουδείς από τους λόγους για τους οποίους διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί ή να παραμερισθεί, οι οποίοι παρατίθενται εξαντλητικά στο άρθρο 34(2) του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου του 1987 (ο «Νόμος 101/1987»), συντρέχει στην παρούσα υπόθεση.

 

2. Ουδείς από τους λόγους που αναφέρονται στον Νόμο 101/1987 καταδεικνύεται από την υπό τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό Απαίτηση ή από την ένορκη δήλωση του Ανδρέα Κυριάκου που την συνοδεύει για ακύρωση ή παραμερισμό της επίδικης διαιτητικής απόφασης.

 

3.  H υπό κρίση Απαίτηση είναι κατά νόμω και ουσία αβάσιμη καθότι:

i.    προωθεί ισχυρισμούς που ουσιαστικά επιδιώκουν στην επανεκδίκαση και/ή ανατροπή των νομικών και πραγματικών ευρημάτων που έχουν ήδη αποφασιστεί από το Διαιτητικό Δικαστήριο και/ή 

ii.  προωθεί ισχυρισμούς που δεν αφορούν τους λόγους για τους οποίους διαιτητική απόφαση που εκδόθηκε στα πλαίσια διεθνούς εμπορικής διαιτησίας μπορεί να ακυρωθεί ή να παραμερισθεί με βάση το άρθρο 34(2) του Νόμου 101/1987.

 

4.    H επίδικη διαιτητική απόφαση είναι απόλυτα νομότυπη και νόμιμη και με κανένα τρόπο δεν συγκρούεται με την δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

5.    H διαιτητική διαδικασία στα πλαίσια της οποίας εκδόθηκε η επίδικη διαιτητική απόφαση ήταν απόλυτα νομότυπη και διεξάχθηκε κατά τρόπο απόλυτα σύμφωνο με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί διαιτησίας, τους συμφωνημένους κανόνες διαιτησίας του LCIA του 2020 που έγιναν αποδεκτοί από τα μέρη μέσω της συμφωνίας περί διαιτησίας τα διαδικαστικά διατάγματα (Procedural Orders) που λήφθηκαν με ακούστηκαν τα μέρη και τις διατάξεις του Νόμου 101/1987 και/ή εφαρμοστέου δικαίου.

 

6.    Ουδεμία παράβαση των κανόνων φυσικής δικαιοσύνης υπήρξε από το Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο έδωσε την ευκαιρία και στα δύο μέρη να αναπτύξουν την υπόθεση τους.

 

7.    Ουδόλως εστερήθη της ευκαιρίας να παρουσιάσει και να αναπτύξει την υπόθεση του o Ενάγοντας. Ειδικότερα, όπως επεξηγείται στην επίδικη Διαιτητική Απόφαση και στις σχετικές Διαταγές και/ή Οδηγίες (Rulings) του Διαιτητικού Δικαστηρίου δόθηκε επαρκής χρόνος και πολλές ευκαιρίες στον Ενάγοντα να τεκμηριώσει τους λόγους υγείας που επικαλέστηκε και πως το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας επηρέαζε την ανταπόκριση του στη διαιτητική διαδικασία ενώ παράλληλα το Διαιτητικό Δικαστήριο επιμήκυνε τις σχετικές προθεσμίες για μεγάλο χρονικό διάστημα δίδοντας στον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του υπεραρκετό χρόνο για να αναπτύξει και παρουσιάσει την υπόθεση του.

 

8. O χειρισμός της διαιτητικής διαδικασίας από τον διαιτητή ήταν απόλυτα σύμφωνος με την μεταξύ των διαδίκων συμφωνίας περί διαιτησίας, τους συμφωνημένους κανόνες διαιτησίας του LCIA του 2020 που έγιναν αποδεκτοί από τα μέρη μέσω της συμφωνίας περί διαιτησίας, τα διαδικαστικά διατάγματα (Procedural Orders) που λήφθηκαν μετά που ακούστηκαν τα μέρη και τις διατάξεις του του Νόμου 101/1987 και/ή του εφαρμοστέου δικαίου.

 

9.    H νομική βάση και το διαδικαστικό υπόβαθρο της υπό κρίση Απαίτησης, η οποία αφορά αίτημα παραμερισμού και/ή ακύρωσης Διαιτητικής Απόφασης με βάση τον Νόμο 10111987, πάσχει από διαδικαστικής άποψης καθότι δεν προωθήθηκε με βάση το Μέρος 44 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.

 

10.  H θεραπεία που αναγράφεται στην παράγραφο Β του παρακλητικού της υπό κρίση Απαίτησης δεν μπορεί να αποδοθεί καθότι επεμβαίνει στην κρίση και δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου το οποίο έχει ενώπιον του την Απαίτηση Αρ. 1348/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή που αρμοδίως θα κρίνει την δικαιοδοσία του.

 

11.  Ο Ενάγοντας κωλύεται (is estopped) και/ή δεν μπορεί να προβάλλει τους ισχυρισμούς στους οποίους βασίζεται η υπό κρίση Απαίτηση και/ή από του να παραπονείται εκ των υστέρων για πράγματα που έγιναν με τη δική του συγκατάθεση σε σχέση με τα οποία ουδεμία ένταση εγέρθηκε κατά την διαιτητική διαδικασία ούτε μπορεί να προβάλλει υπερασπίσεις που δεν εγέρθηκαν κατά την διαιτητική διαδικασία και/ή μέσω της Υπεράσπισης που καταχώρησε ο Ενάγοντας κατά την Διαιτησία.

 

12. O Ενάγοντας δεν μπορεί να αμφισβητεί την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου καθότι μέσω της όλης συμπεριφοράς του κατά την Διαιτησία και ειδικότερα, αλλά χωρίς περιορισμό, μέσω της Απάντησης του στην Αίτηση για Διαιτησία και της Έκθεσης Υπεράσπισης που προσκόμισε αποδέχθηκε ρητά την δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

 

13.  O Ενάγοντας κωλύεται από το να επικαλείται τις διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4 στην παρούσα υπόθεση και/ή οι διατάξεις του περί Διαιτησίας Νόμου, Κεφ. 4, δεν τυγχάνουν εφαρμογής σε σχέση με την επίδικη διαιτητική απόφαση ή και την επίδικη διαιτησία καθότι η επίδικη διαιτησία συνιστούσε διεθνή εμπορική διαιτησία εμπίπτουσα στο πεδίο εφαρμογής και στις διατάξεις του Νόμου 101/87 με αποτέλεσμα το Αίτημα Παραμερισμού της Διαιτητικής Απόφασης που προωθείται με την παράγραφο Α του Παρακλητικού να μπορεί να εξεταστεί μόνο με βάση τους λόγους που παρατίθενται στο Νόμο 101/1987.

 

14. Το Διάταγμα που επιδιώκεται με την παράγραφο Γ του παρακλητικού της υπό κρίση Απαίτησης δεν μπορεί να εκδοθεί στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας η οποία μπορεί να κρίνει μόνο εάν εφαρμόζονται οι λόγοι που παρατίθενται εξαντλητικά στο άρθρα 34(2) του Νόμου 101/1987 και/ή τέτοιο διάταγμα δεν μπορεί να αποδοθεί καθότι επεμβαίνει στην κρίση και δικαιοδοσία των Δικαστηρίων που Θα επιληφθούν οποιουδήποτε αιτήματος για αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης είτε στην Κύπρο είτε στο εξωτερικό.

 

15. H υπό κρίση Απαίτηση είναι καταχρηστική, μεταξύ άλλων, δια το λόγο ότι επιδιώκει τις ίδιες θεραπείες που προωθούνται με την Απαίτηση Αρ. 1348/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας την οποία επίσης προωθεί ο Ενάγοντας εναντίον της Εναγόμενης. Ειδικότερα και με τις δύο διαδικασίες επιδιώκονται θεραπείες και/ή διατάγματα που αποσκοπούν στην αμφισβήτηση της δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου και/ή στην παράκαμψη της δεσμευτικής ρήτρας διαιτησίας που αποδέχθηκε ο Ενάγοντας όπως και επανεκδίκαση των ζητημάτων που έχουν ήδη, αποφασιστεί στην Διαιτησία όπως, μεταξύ άλλων, την εγκυρότητα της-επίδικης Συμφωνίας Εγγύησης.

 

16.  Η υπό κρίση Απαίτηση αποσκοπεί αποκλειστικά στην πρόκληση καθυστέρησης στην αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της επίδικης διαιτητικής απόφασης.”

 

Η ένσταση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει διευθύντρια της εταιρείας Ekavi Directors Limited. Γνωρίζει τα γεγονότα και πήρε όλες τις πληροφορίες από τους δικηγόρους των καθ' ων η αίτηση. Αναφέρει ότι η διαιτησία έχει ολοκληρωθεί και εκκρεμεί το ζήτημα των εξόδων για το οποίο αναμένεται να εκδοθεί επιπρόσθετη διαιτητική απόφαση. Ο ενάγοντας από τις αρχές του Οκτώβρη 2024 διόρισε δικηγόρους στην Κύπρο για να καταχωρήσουν την παρούσα διαδικασία και την αγωγή 1348/2025. Στις 11.7.2017 οι εναγόμενοι σύνηψαν ως δανειστής τη συμφωνία μετατρέψιμου δανείου με την εταιρεία Sandlex ως δανειολήπτη. Αυτή είναι εταιρεία εγγεγραμμένη στο Γιβραλτάρ. Η εναγόμενη συμφώνησε να χορηγήσει στην Sandlex ένα μετατρέψιμο δάνειο ύψους €3.300.000 που θα μπορούσε να μετατραπεί σε επιλογή της Εναγόμενης σε μετοχές της Sandlex σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας. Ο Ενάγοντας ήταν μοναδικός διευθυντής και μέτοχος της Sandlex. Την ίδια μέρα της υπογραφής της συμφωνίας ο ενάγοντας εγγυήθηκε προσωπικά ως πρωτοφειλέτης την εκτέλεση όλων των υποχρεώσεων και ευθυνών της Sandlex βάσει της συμφωνίας δια της υπογραφής της εγγύησης έναντι της εναγόμενης . Εγγυήθηκε αμετάκλητα άνευ όρων όλες τις υποχρεώσεις και ευθύνες της Sandlex βάσει της συμφωνίας μετατρέψιμου δανείου. Με εξαίρεση την πληρωμή του ποσού 170 χιλιάδων δολαρίων δεν καταβλήθηκε κανένα ποσό στην Εναγόμενη.

 

Ενόψει παράβασης των υποχρεώσεων του Ενάγοντα με βάση τη Συμφωνία Εγγύησης, στις 29/0512025, η Εναγόμενη ξεκίνησε σύμφωνα με τη ρήτρα διαιτησίας της Συμφωνίας Εγγύησης τη Διαιτησία με έδρα τη Λευκωσία βάσει των «LCIA Arbitration Rules 2020» εναντίον του Ενάγοντα (Αίτηση Διαιτησίας LCIA με αρ. 235894). Στην εν λόγω Αίτηση Διαιτησίας παρατίθεται το ιστορικό που οδήγησε στη διαφορά μεταξύ των μερών και τους λόγους που οδήγησαν στην καταχώριση της Αίτησης Διαιτησίας. Ειδικότερα, η Αίτηση Διαιτησίας καταχωρήθηκε εναντίον του Ενάγοντα σε σχέση με αξιώσεις που προέκυπταν από τη Συμφωνία Εγγύησης, η οποία περιείχε δεσμευτική ρήτρα διαιτησίας στον Όρο 10 αυτής, o οποίος προνοούσε τα ακόλουθα:

 

“10. Any dispute arising out of or in connection with this contract, including any question regarding its existence, validity or termination, shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCΙA Rules, which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause. The number of arbitrators shall be one. The seat of arbitration shall be Nicosia, Cyprus. The language to be used in the arbitral proceedings shall be English. The parties shall have the right to seek interim relief from a court of competent jurisdiction, at 3 any time before and after the arbitrator has been appointed, up until the arbitrator has made his final award. This Clause 9 is for the benefit of the Lender only.”

 

Η διαιτητική απόφαση μπορεί να ακυρωθεί μόνο εφόσον καταδειχθεί ότι συντρέχει ένας από τους λόγους που προνοούνται στο άρθρο 34 εδάφιο 2 του Περί Διεθνούς Διαιτησίας Νόμου 101/1987. Ο ενάγοντας προσπαθεί να συνδέσει τη σχέση του με την Sandlex και της εταιρείας Grupo Pefaco με τις υποχρεώσεις του ως αυτές απέρρεαν από τη συμφωνία μετατρέψιμου δανείου και συμφωνία εγγύησης που προβλήθηκε στη διαδικασία της διαιτησίας. Όλοι αυτοί οι ισχυρισμοί που υποστηρίζονται στην αίτηση δεν έχουν σχέση με την ουσία της διαφοράς που αποφασίσθηκε από το Διαιτητικό Δικαστήριο. Αναφορικά με το Τεκμήριο 3 που επισυνάπτεται στην αίτηση αυτό αποτελεί απλό προσχέδιο της συμφωνίας μετατρέψιμου δανείου η οποία αργότερα υπογράφτηκε και στη βάση της οποίας εκδόθηκε η διαιτητική απόφαση. Tα γεγονότα που επικαλέστηκε ο ενάγοντας έχουν απορριφθεί στα πλαίσια της διαιτησίας.

 

Οι ισχυρισμοί περί ακυρότητας της Συμφωνίας Μετατρέψιμου Δανείου και της Συμφωνίας Εγγύησης εγέρθηκαν από τον Ενάγοντα με την Υπεράσπιση του στα πλαίσια της Διαιτησίας και απορρίφθηκαν από το Διαιτητικό Δικαστήριο (βλ. παραγράφους 186-192 της Διαιτητικής Απόφασης). Επίσης, με την παράγραφο 24 της Ε.Δ. Κυριάκου, ο Ενάγων για ακόμα μια φορά, παραθέτει συγκεκριμένους ισχυρισμούς και λεπτομέρειες που παρουσίασε στα πλαίσια της Διαιτησίας, προσπαθώντας να αμφισβητήσει την απόφανση του Διαιτητικού Δικαστηρίου επί της εγκυρότητας και δεσμευτικότητας της Συμφωνίας Εγγύησης. Δεν θα πρέπει να εξετασθεί εκ νέου την υπεράσπιση που προβλήθηκε και απορρίφθηκε κατά την Διαιτησία, επειδή η παρούσα διαδικασία περιορίζεται στο να εξετάσει εάν πληρείται οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που αναφέρονται στο άρθρο 34(2) του Νόμου 101/1987.

 

H E.Δ. Κυριάκου αναφέρεται επιλεκτικά και συνοπτικά στα όσα διαδραματίστηκαν στα πλαίσια της Διαιτησίας αναφορικά με το ζήτημα του ισχυριζόμενου προβλήματος υγείας του Ενάγοντα ούτως ώστε να δοθεί μια ελλιπής εικόνα των γεγονότων στο Δικαστήριο, αφήνοντας' να νοηθεί ότι επηρεάστηκε το δικαίωμα του σε ακρόαση. Αποτελεί θέση της Εναγόμενης ότι ο Ενάγοντας ουδόλως στερήθηκε της ευκαιρίας να παρουσιάσει και να αναπτύξει την υπόθεση του. Ειδικότερα, όπως επεξηγείται τόσο στη Διαιτητική Απόφαση όσο και στις σχετικές διαταγές/οδηγίες (εφεξής «rulings») του Διαιτητικού Δικαστηρίου, δόθηκε επαρκής χρόνος και πολλές ευκαιρίες στον Ενάγοντα να τεκμηριώσει τους λόγους υγείας που επικαλέστηκε και πώς το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας επηρέαζε την ανταπόκριση του στη διαδικασία της Διαιτησίας, ενώ παράλληλα το Διαιτητικό Δικαστήριο επιμήκυνε τις σχετικές προθεσμίες για μεγάλο χρονικό διάστημα δίδοντας στον Ενάγοντα και τους δικηγόρους του υπεραρκετό χρόνο για να αναπτύξει και παρουσιάσει την υπόθεση του. Ο χειρισμός της διαιτητικής διαδικασίας από τον Διαιτητή ήταν απόλυτα σύμφωνος με τη μεταξύ των διαδίκων συμφωνία περί διαιτησίας, τους συμφωνημένους κανόνες διαιτησίας του LCIA του 2020 που έγιναν αποδεκτοί από τα μέρη μέσω της συμφωνίας περί διαιτησίας, τα διαδικαστικά διατάγματα (Procedural Orders) που λήφθηκαν μετά που ακούστηκαν τα μέρη και τη σχετική νομοθεσία. Σύμφωνα με τον Νόμο 101/1987 και τους λόγους ακύρωσης που παρατίθενται στο άρθρο 34(2) αυτού, δεν περιέχεται λόγος ακύρωσης διαιτητικής απόφασης στη βάση κακού χειρισμού διαιτητικής διαδικασίας από τον διαιτητή.

 

α. O Ενάγοντας επικαλέστηκε για πρώτη φορά Θέμα υγείας στα πλαίσια της Διαιτησίας μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος των Άγγλων δικηγόρων «360 Law Services» (εφεξής οι «360 Law Services») ημερομηνίας 25/09/2024 (που ανέλαβαν μετά που αποσύρθηκαν οι προηγούμενοι δικηγόροι του στις 26/07/2024). Με το εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα ενημέρωσαν το Διαιτητικό Δικαστήριο ότι είχαν λάβει οδηγίες σχετικά με τη Διαιτησία από τον Ενάγοντα ωστόσο, ζητούσαν αναστολή 90 ημερών της διαδικασίας Διαιτησίας ώστε να εξοικειωθούν με τον φάκελο της υπόθεσης αλλά και λόγω ισχυριζόμενου σοβαρού προβλήματος υγείας που αντιμετώπιζε ο Ενάγοντας.

 

β. Ενόψει των ανωτέρω, το Διαιτητικό Δικαστήριο αιτήθηκε την προσκόμιση από τον Ενάγοντα ιατρικών πιστοποιητικών. Οι οδηγίες του Διαιτητικού Δικαστηρίου ήταν ότι θα έπρεπε να τεκμηριώνονται επαρκώς οι λόγοι υγείας που επικαλέστηκε ο Ενάγοντας και πως το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας επηρέαζε την ανταπόκριση του στη διαδικασία της Διαιτησίας.

 

γ.   Στις 15/10/2024, οι 360 Law Services απέστειλαν εκ νέου αίτημα για αναστολή της διαδικασίας της Διαιτησίας για 90 ημέρες.

 

δ.   Το Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε πολλαπλές παρατάσεις στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί επί του ζητήματος καταχώρησης επαρκών πιστοποιητικών που να τεκμηριώνουν τους λόγους υγείας που επικαλέστηκε και πώς το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας επηρέαζε την ανταπόκριση του στη διαδικασία της Διαιτησίας.

 

ε.   Στις 23/10/2024 οι 360 Law Services προσκόμισαν επιστολή από ιατρό στη Βραζιλία.

 

στ. Ακολούθησε το ruling του Διαιτητικού Δικαστηρίου ημερομηνίας 24/10/2024, δια του οποίου απορρίφθηκε το αίτημα του Ενάγοντα για αναστολή 90 ημερών, αναφέροντας μεταξύ άλλων ότι η μαρτυρία που προσκόμισε η πλευρά του Ενάγοντα δεν ήταν επαρκής για να τεκμηριωθεί ότι το ισχυριζόμενο πρόβλημα υγείας του Ενάγοντα τον εμπόδιζε από το να συμμετάσχει στη διαδικασία Διαιτησίας.

 

ζ.   Κατόπιν σχετικών περαιτέρω αιτημάτων του Ενάγοντα και αρκετής αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των μερών Διαιτητικού Δικαστηρίου, το Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε περαιτέρω χρόνο στον Ενάγοντα να καταχωρίσει ιατρικά πιστοποιητικά μέχρι τις 28/11/2024. O Ενάγοντας απέτυχε να προσκομίσει οποιαδήποτε πιστοποιητικά μέχρι την εν λόγω ημερομηνία και αντ' αυτού αιτήθηκε παράταση 14 ημερών. Ως εκ τούτου, το Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε περαιτέρω παράταση στον Ενάγοντα μέχρι τις 12/12/2024.

 

η.   Με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερομηνίας 12/12/2024, οι 360 Law Services απέστειλαν δεύτερη επιστολή, αυτή τη φορά από άλλο ιατρό που, τον Δρ. Rafael Belczak, στα Πορτογαλικά (χωρίς μετάφραση).

 

θ.   Μετά την προσκόμιση της μετάφρασης, ακολούθησε ανταλλαγή αλληλογραφίας μεταξύ των δικηγόρων των διαδίκων και του Διαιτητικού Δικαστηρίου αναφορικά με την ανεπάρκεια και αυτής της δεύτερης επιστολής, με συνεπακόλουθο το Διαιτητικό Δικαστήριο να δώσει και τρίτη ευκαιρία στον Ενάγοντα να προσκομίσει επαρκή ιατρικά πιστοποιητικά μέχρι τις 31/12/2024.

 

ια. Στις 20/01/2025 οι δικηγόροι της Εναγόμενης τοποθετήθηκαν αναφορικά με τα περαιτέρω έγγραφα που προσκόμισε ο Ενάγοντας στις 31/12/2024.

 

ιβ. Με ruling ημερομηνίας 05/02/2025 το Διαιτητικό Δικαστήριο κατόπιν μελέτης όλων των εγγράφων που είχε ενώπιον του αποφάνθηκε επί του αιτήματος του Ενάγοντα για αναστολή της διαδικασίας. Δίδοντας ακόμη μια ευκαιρία στον Ενάγοντα, το Διαιτητικό Δικαστήριο διέταξε τον Ενάγοντα να διαθέσει τον Δρ. Rafael Belczak για ακρόαση μέσω τηλεδιάσκεψης ώστε να μπορέσει να εξηγήσει το Διαιτητικό Δικαστήριο την κατάσταση υγείας του Ενάγοντα.

 

ιγ. Παρά τις πολλαπλές παρατάσεις που δόθηκαν στον Ενάγοντα για να τοποθετηθεί ειδικότερα ως προς την ανάγκη ακρόασης με τον Δρ. Rafael Belczak που διέταξε το Διαιτητικό Δικαστήριο, εν τέλει στις 03/03/2025 οι δικηγόροι του Ενάγοντα ενημέρωσαν ότι ο Δρ. Rafael Belczak δεν θα ήταν διαθέσιμος για προφορική εξέταση προβάλλοντας διάφορες δικαιολογίες.

 

ιδ.     Στις 13/03/2025 δε, ο Ενάγοντας προώθησε προς το Διαιτητικό Δικαστήριο επιστολή του Δρ. Belczak όπου αναφέρεται ότι υπήρξε σημαντική βελτίωση στην υγεία του Ενάγοντα αλλά ότι θα χρειαζόταν τρεις περαιτέρω μήνες για να βρίσκεται σε θέση να συμμετάσχει στη Διαιτησία.

 

ιε. Με ruling ημερομηνίας 09/05/2025 (το οποίο το στάλθηκε με μήνυμα ηλεκτρονικού στα μέρη το βράδυ μετά τα μεσάνυκτα της 9 Μάιου, ήτοι στις 10/05/2025) (εφεξής το «ruling ημερομηνίας 09(05/2025») το Διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε το καινούργιο αίτημα του Ενάγοντα ημερομηνίας 13/03/2025 για αναστολή της διαδικασίας. Το Διαιτητικό Δικαστήριο σημείωσε ότι δεν παρασχέθηκε έγκυρη δικαιολογία για την άρνησή της πλευράς του Ενάγοντα να διαθέσει τον ιατρό για προφορική μαρτυρία και, υπό τις περιστάσεις, το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν μπορούσε να βασιστεί στην μαρτυρία του Δρ. Belczak. Συνεπώς, το Διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό του Ενάγοντα ότι δεν ήταν σε θέση να συμμετάσχει στη διαδικασία από τις 9 Mαίου 2025 ή να δώσει οδηγίες σε άλλους να το πράξουν εκ μέρους του.

 

ιστ.   Μάλιστα μέσω του ruling ημερομηνίας 09/05/2025 δόθηκε περαιτέρω χρόνος στον Ενάγοντα να προσκομίσει περαιτέρω έγγραφα ή γραπτή μαρτυρία προς υποστήριξη της υπεράσπισης του καθώς και η ευκαιρία να δηλώσει κατά πόσο επιθυμούσε να παρουσιάσει την υπεράσπιση του σε τελική ακρόαση της υπόθεσης. Ενόψει του ότι δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία από τον Ενάγοντα εντός της δοθείσας προθεσμίας το Διαιτητικό Δικαστήριο κήρυξε τη λήξη της Διαιτητικής Διαδικασίας στις 23/05/2025.

 

Ο ενάγοντας ουσιαστικά πέτυχε να αναστείλει τη διαδικασία διαιτησίας για περισσότερο από 7 μήνες και αυτό καταγράφεται στην ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 9.5.2025. Σε αυτή τη διάρκεια ο ενάγοντας είχε επανειλημμένες ευκαιρίες να παραθέσει τη μαρτυρία του. Η διαδικασία ενώπιον του Δικαστηρίου Ηνωμένου Βασιλείου με αριθμό CL2023000175 αφορούσε τρίτα πρόσωπα και η εναγόμενη και ενάγοντες δεν ήταν διάδικοι. Εκείνη η διαδικασία δεν είχε ως βάση αγωγής τη συμφωνία εγγύησης. Η εναγόμενη δεν ήταν δικαιούχος της απόφασης που εκδόθηκε στην εν λόγω διαδικασία και εκτέλεση της απόφασης του Δικαστηρίου του Ηνωμένου Βασιλείου δεν επηρεάζει το περιεχόμενο ή την εγκυρότητα ή την εκτελεστότητα της διαιτητικής απόφασης. Η εναγόμενη ενημερώθηκε για πρώτη φορά για την εν λόγω διαδικασία στα πλαίσια της παρούσας απαίτησης. Ο ενάγοντας δεν επικαλέστηκε ποτέ την εν λόγω αγγλική διαδικασία στα πλαίσια της διαιτησίας παρόλο που ισχυρίζεται ότι την καταχώρησε στις 12.9.2023, δηλαδή μήνες πριν την καταχώρηση της Έκθεσης Υπεράσπισης στα πλαίσια της διαιτησίας που ήταν στις 3.12.2023. Αυτό δείχνει ότι θεωρούσε τη διαδικασία ενώπιον του Ηνωμένου Βασιλείου άσχετη με την παρούσα διαφορά. Το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέτασε τη συμφωνία εγγύησης και αποφάσισε ότι ήταν έγκυρη και απέρριψε τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα. Δεν γίνεται αυτοί οι ισχυρισμοί να εξεταστούν στα πλαίσια του νόμου 101/1987. Αρνούνται τον ισχυρισμό ότι η διαιτητική απόφαση προσκρούει στη δημόσια τάξη της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο ενάγοντας συμμετείχε κανονικά στη διαιτητική διαδικασία εκπροσωπείται από μεγάλο αριθμό δικηγόρων στο Ισραήλ και στην Αγγλία και εμφανίζονταν εκ μέρους του στη διαδικασία και δεν είχε οποιοδήποτε κατ' ισχυρισμό πρόβλημα υγείας που μετέπειτα επικαλέστηκε. Ο ισχυρισμός της αντίστροφης εταιρικής αυτοτέλειας δεν έχει νομική βάση και αυτοί οι ισχυρισμοί ουδέποτε εγέρθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας. Η θέση ότι θα πρέπει να εξαντληθεί η εκτέλεση της απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου απορρίπτεται ως ανυπόστατος ισχυρισμός καθότι οι 2 διαδικασίες διαφέρουν και αφορούν διαφορετικούς διάδικους.

 

Η εν λόγω Αίτηση Παραμερισμού της Απαίτησης αρ. 1348/2025 που καταχώρησε η Εναγόμενη στηρίζεται μεταξύ άλλων, και στους ακόλουθους λόγους:

 

i.              Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στερείται δικαιοδοσίας ή δεν θα πρέπει να ασκήσει οποιαδήποτε δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.

 

ii.            Το Έντυπο Απαίτησης και η προώθηση της Απαίτησης αρ. 1348/2025 συνιστούν κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας για τον λόγο ότι αποτελούν προσπάθεια επανεκδίκασης της διαφοράς που έχει ήδη εκδικασθεί από το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο το οποίο έχει εκδώσει δεσμευτική τελική απόφαση, ήτοι την Διαιτητική Απόφαση.

 

iii.           Το Έντυπο Απαίτησης και η προώθηση της Απαίτησης αρ. 1348/2025 συνιστά παράβαση των άρθρων 34(1) και 34(2) του Νόμου 101/1987 και αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας για τον λόγο ότι ο Ενάγοντας προωθεί ταυτόχρονα την παρούσα Απαίτηση, η οποία ομοίως με την Απαίτηση αρ, 1348/2025, έχει σκοπό να αμφισβητήσει τη δεσμευτική τελική Διαιτητική Απόφαση.

 

Ο ενάγοντας ουδέποτε προέβαλε ισχυρισμό περί της εικονικότητας και καταχρηστικότητας των συμφωνιών μετατρέψιμου δανείου και εγγύησης. Είναι νέοι ισχυρισμοί που δεν προβλήθηκαν στα πλαίσια της διαιτησίας. Ούτε έχει εφαρμογή ο νόμος 197(1)/2003 για την προστασία των εγγυητών  και λανθασμένα υπάρχει ισχυρισμός περί απαλλαγής του Ενάγοντα ως εγγυητή.

 

Η Συμφωνία Εγγύησης περιείχε ξεκάθαρη δεσμευτική ρήτρα παραπομπής διαφορών σε διαιτησία και συγκεκριμένα σε διαιτησία σύμφωνα με τους κανονισμούς του London Court of International Arbitration (Όρος 10, βλ. παράγραφο 14 ανωτέρω). Στις 29/05/2023, η Εναγόμενη προσέφυγε στο London Court of International Arbitration (LCIA) για έναρξη διαιτησίας για σκοπούς επίλυσης των διαφορών της με τον Ενάγοντα στα πλαίσια της Συμφωνίας Εγγύησης. Δεν πρόκειται απλά για μια περίπτωση όπου o Ενάγοντας και αποδέχθηκε τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου για επίλυση των διαφορών που προκύπτουν από τη Συμφωνία Εγγύησης μεταξύ των μερών δυνάμει της ρήτρας διαιτησίας που περιέχετο στην εν λόγω συμφωνία, αλλά o Ενάγοντας μετά που προέκυψε η διαφορά με θετικές του πράξεις έχει αποδεχθεί ανεπιφύλακτα ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν το αρμόδιο φόρουμ για να επιλύσει τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ αυτού και τη Εναγομένης. Πρώτο με την απάντηση του στην Αίτηση Διαιτησίας (Τεκμήριο ΧΜ3 ανωτέρω) ο Ενάγοντας, μέσω των Άγγλων δικηγόρων του, αναγνώρισε ότι η διαφορά που αφορούσε η Αίτηση Διαιτησίας ενέπιπτε εντός του πεδίου εφαρμογής της ρήτρας διαιτησίαςThe Respondent accepts that this dispute is within the scope of the Arbitration Agreement»). Δεύτερο, με την παράγραφο 23(1) της Έκθεσης Υπεράσπισης του (Τεκμήριο ΧΜ4 ανωτέρω), o Ενάγοντας αποδέχθηκε ότι το Διαιτητικό Δικαστήριο ήταν αρμόδιο να εκδικάσει την απαίτηση της Εναγόμενης με βάση τη Συμφωνία ΕγγύησηςIn the premises: (1) 1t is agreed that the Tribunal has jurisdiction to hear this claim»). Τρίτο, ο Ενάγοντας σε κανένα στάδιο της διαιτητικής διαδικασίας δεν αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Επίσης, τονίζεται ότι η διαδικασία Διαιτησίας επί της ουσίας ολοκληρώθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας Απαίτησης, με την έκδοση της Διαιτητικής Απόφασης την 01/10/2025, με την οποία επιδικάσθηκε το ποσό που οφείλετο στην Εναγόμενη από τον Ενάγοντα βάσει της Συμφωνίας Εγγύησης.

 

Στην παράγραφο 182 της Διαιτητικής Απόφασης (Τεκμήριο 9 της E.Δ. Κυριάκου), ο Διαιτητής αναφέρει ότι έχει ικανοποιηθεί ότι οι αξιώσεις της Εναγόμενης εμπίπτουν εντός του πεδίου εφαρμογής της συμφωνίας για διαιτησία που περιλαμβανόταν στη Συμφωνία Εγγύησης και επομένως, είχε δικαιοδοσία να αποφασίσει για τις εν λόγω αξιώσεις.  Περαιτέρω, το γεγονός ότι ο Ενάγοντας αποδέχτηκε τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προκύπτει τόσο από την απάντηση και την Έκθεση Υπεράσπισης που καταχώρησε στα πλαίσια της Διαιτησίας (Τεκμήριο ΧΜ3 και Τεκμήριο ΧΜ4 ανωτέρω αντίστοιχα), αλλά και μέσω της συμπεριφοράς του καθότι συμμετείχε στη Διαιτησία. Το γεγονός ότι ο Ενάγοντας αποδέχτηκε τη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου καθώς και το ότι ουδέποτε αμφισβήτησε τη δικαιοδοσία του αναφέρεται ρητά μάλιστα και από τον ίδιο τον Διαιτητή μεταξύ άλλων στις παραγράφους 148 και 181 της Διαιτητικής Απόφασης (Τεκμήριο 9 της E.Δ. Κυριάκου).

 

 

Από νομικής σκοπιάς, η ρήτρα διαιτησίας συνεχίζει να έχει ισχύ ακόμη και σε περίπτωση που κριθεί ότι η συμφωνία (εγγύησης) στην οποία περιέχετο ήθελε κριθεί ως άκυρη, ακυρώσιμη χωρίς νομική ισχύ. καθότι η ρήτρα διαιτησίας θεωρείται ότι αποτελεί ξεχωριστή συμφωνία. Αναφορικά με το κατά πόσο το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την Απαίτηση αρ. 1348/2025, η Εναγόμενη έχει καταχωρίσει αίτηση παραμερισμού και αμφισβήτησης δικαιοδοσίας στα πλαίσια αυτής και το ζήτημα αυτό Θα αποφασιστεί από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στα πλαίσια εκείνης της απαίτησης.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ

 

Το ένδικο μέσω που έχει επιλέξει ο αιτητής για να προωθήσει το αίτημα του είναι η εναλλακτική διαδικασία απαίτησης που διέπεται από τον κανονισμό 8 των θεσμών. Το συγκεκριμένο ένδικο μέσο είναι κατάλληλο στις περιπτώσεις όπου δεν υπάρχει ουσιαστική αμφισβήτηση των γεγονότων και δεύτερο σε σχέση με νόμο ή κανονισμό που προβλέπει θεραπεία που ασκείται με εναρκτήριο ένδικο διάβημα.

 

Το αντικείμενο της διαφοράς είναι η διαιτητική απόφαση ημερομηνίας 1η Οκτωβρίου 2025 με αιτούμενη θεραπεία την ακύρωση και/ή παραμερισμό της εν λόγω απόφασης. Είναι ορθή η παρατήρηση των συνηγόρων των καθ’ ων η αίτηση ότι στην βάση του πραγματικού πλαισίου της αίτησης ο λόγος που επιδιώκεται η  ακύρωση της απόφασης είναι ισχυρισμός του αιτητή ότι υπήρχε λάθος στην απόφαση του διαιτητή ο οποίος απέτυχε να διαγνώσει ορθά τα πραγματικά γεγονότα της υπόθεσης, ήτοι ότι η συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης που υπέγραψε ο αιτητής είναι εικονική. Δια να διαπιστώσει τέτοιο λάθος το Δικαστήριο αναπόφευκτα θα πρέπει να αναθεωρήσει την απόφαση του διαιτητή κάτι που είναι έξω από το πλαίσιο της δικαιοδοσίας του και θα πρέπει να επιλύσει διαφορά στην οποία υπάρχουν αντικρουόμενες εκδοχές γεγονότων.

Το άρθρο 34 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος 101/1987 οριοθετεί το ένδικο μέσο και το δικαιοδοτικό πλαίσιο που παρέχει εξουσία στο Δικαστήριο να ακυρώσει την απόφαση του Διαιτητή. Παραθέτω το άρθρο πιο κάτω:

 

34.-(1) Απoκλειστικό μέσo πρoσφυγής κατά της διαιτητικής απόφασης είvαι η αίτηση ακυρώσεως πoυ υπoβάλλεται στo Δικαστήριo κατά τα oριζόμεvα στις επόμεvες διατάξεις τoυ παρόvτoς άρθρoυ.

(2) Η διαιτητική απόφαση ακυρώvεται από τo Δικαστήριo μόvo εφόσo συvτρέχει έvας από τoυς ακόλoυθoυς λόγoυς:

(α) αv τo μέρoς πoυ υπoβάλλει τηv αίτηση ακυρώσεως απoδείξει ότι:

(ι) έvας από τoυς συvoμoλoγήσαvτες τη συμφωvία περί διαιτησίας, όπως αυτή καθoρίζεται στo άρθρo 7, εστερείτo δικαιoπρακτικής ικαvότητας· ή ότι η συμφωvία αυτή περί διαιτησίας δεv είvαι έγκυρη κατά τo δίκαιo στo oπoίo τα μέρη υπέβαλαv τη συμφωvία ή, ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, κατά τo δίκαιo της Κυπριακής Δημoκρατίας· ή

(ιι) δεv τoυ εγvωστoπoιήθη, έγκαιρα και καvovικά, τo γεγovός τoυ διoρισμoύ διαιτητή ή της διεξαγωγής της διαιτητικής διαδικασίας ή ότι κατ' oπoιoδήπoτε άλλo τρόπo εστερήθη της ευκαιρίας πρoς εμφάvιση και αvάπτυξη της υπόθεσης τoυ· ή

(ιιι) η διαιτητική απόφαση αvαφέρεται σε διαφoρά μη πρoβλεπόμεvη ή μη εμπίπτoυσα στoυς όρoυς της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία ή περιέχει απoφάσεις επί ζητημάτωv πoυ εκφεύγoυv από τα όρια της συμφωvίας πρoς παραπoμπή σε διαιτησία· αv oι απoφάσεις επί ζητημάτωv παραπεμφθέvτωv σε διαιτησία μπoρoύv vα διαχωρισθoύv από τις απoφάσεις επί τωv μη παραπεμφθέvτωv, δύvαται vα ακυρωθεί μόvo τo καθ' υπέρβαση εξoυσίας εκδoθέv μέρoς της απόφασης· ή

(ιv) η σύvθεση τoυ διαιτητικoύ δικαστηρίoυ ή η διεξαγωγή της διαιτητικής διαδικασίας έγιvε κατά παράβαση σχετικής συμφωvίας τωv μερώv, εκτός αv η συμφωvία αυτή αvτίκειται σε επιτακτική διάταξη τoυ παρόvτoς Νόμoυ, ή ελλείψει σχετικής συμφωvίας τωv μερώv έγιvε κατά παράβαση τωv διατάξεωv τoυ παρόvτoς Νόμoυ· ή

(β) αv τo Δικαστήριo εύρει ότι:

(ι) τo αvτικείμεvo της διαφoράς δεv είvαι δεκτικό διαιτησίας κατά τo δίκαιo της Κυπριακής Δημoκρατίας· ή

(ιι) η διαιτητική απόφαση πρoσκρoύει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημoκρατίας.

(3) Η αίτηση ακυρώσεως ασκείται σε πρoθεσμία τριώv μηvώv από της κoιvoπoίησης της διαιτητικής απόφασης,……

 

Η περίπτωση του αιτητή δεν περιλαμβάνει κανένα από τους λόγους που προβλέπει το εδάφιο 2 του άρθρου 34. Ο αιτητής παρέθεσε σειρά από γεγονότα που σχετίζονται με την συνομολόγηση της συμφωνίας εγγύησης και Αποζημίωσης για να προβάλει την θέση ότι αυτή δεν ήταν πραγματική και δεσμευτική συμφωνία. Προσβάλλει  με τον τρόπο αυτό τα πραγματικά ευρήματα της απόφασης του Διαιτητή κάτι που βρίσκεται εκτός του πλαισίου της εξουσίας του Δικαστηρίου στη βάση του ακυρωτικού ελέγχου που προνοεί το άρθρο 34. Επιπρόσθετα, το εναλλακτικό μέτρο απαίτησης είναι ακατάλληλο για επίλυση τέτοιας φύσεως διαφορά επειδή η αίτηση καλεί το Δικαστήριο να επιλύσει πραγματικό ζήτημα και η εναλλακτική απαίτηση είναι ακατάλληλο ένδικο διάβημα στις περιπτώσεις όπου υπάρχει ουσιαστική διαφορά σε σχέση με τα γεγονότα (substantial dispute of fact).

 

Το πρόβλημα αυτό φαίνεται να ήταν αντιληπτό στον αιτητή ο οποίος προγενέστερα της καταχώρησης της παρούσας αίτησης καταχώρησε την αγωγή 1348/2025 ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Το Γ του αιτητικού ζητεί την έκδοση διατάγματος αναστολής μέχρι την εκδίκαση της αγωγής 1348/25. Η θεραπεία που ζήτησε ο αιτητής με την απαίτηση 1348/25 είναι ‘ αναγνωριστικό διάταγμα που να αναγνωρίζει ότι η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης ημερομηνίας 11.7.2017 που υπεγράφη μεταξύ των εναγομένων ως δανειστές και την εταιρεία  Sandlex με έδρα εργασιών στο Γιβραλτάρ ως οφειλέτες είναι νομικά μη δεσμευτική και/ή άκυρη και ή ακυρώσιμη και/ή χωρίς νομική ισχύ λόγω εικονικότητας και/η ότι ο όρος 10 της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης είναι άκυρος και/ή ακυρώσιμος και/ή καταχρηστικός αφού δεν ανταποκρίνεται στην πραγματική βούληση των συμβαλλόμενων μερών.’ Με τις δύο διαδικασίες ζητεί την ίδια θεραπεία ήτοι την αναγνώριση ότι η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης είναι άκυρη, ακυρώσιμη και χωρίς νομική ισχύ πράγμα που προϋποθέτει ότι η απόφαση του διαιτητή είναι λανθασμένη και θα πρέπει να ακυρωθεί ή αντίστροφα την ακύρωση της απόφασης του διαιτητή που θα συμπαρασύρει και το εύρημα του ότι η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης είναι δεσμευτική συμφωνία μεταξύ των συμβαλλόμενων μερών.  Σε κάθε περίπτωση ο αιτητής έχει επιλέξει να προωθήσει δύο αιτήματα που ελπίζει ότι θα τον αποδεσμεύσουν από την συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης. Έχει προωθήσει δύο τέτοιες διαδικασίες που θα απασχολήσουν το Δικαστήριο ενώ ηθελημένα έχει ήδη υποταχθεί στην διαδικασία της διαιτησίας και έχει εκδικασθεί και επιλυθεί το ίδιο θέμα που να αφορά την δεσμευτικότητα της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης και επειδή δεν συμφωνεί με το αποτέλεσμα επιχειρεί  μετά το πέρας της διαδικασίας να το ανατρέψει με την προώθηση των δύο διαδικασιών. Μόνο για τον λόγο αυτό και της κατάχρησης της διαδικασίας θα πρέπει να κατασταλεί το παρόν ένδικο διάβημα.

 

Οι σκοποί των δύο διαδικασιών είναι ίδιοι.  Είναι διαφορές που αφορούν τα ίδια μέρη, και υπάρχει και στις δύο διαδικασίες κοινό πραγματικό πλαίσιο ήτοι η πραγματική βούληση των μερών σε σχέση με την συνομολόγηση της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης. Δικάσθηκε η διαφορά στην διαιτησία δεν άρεσε στον αιτητή το αποτέλεσμα καταχώρησε την απαίτηση και επειδή ήθελε να προκαταλάβει τους καθ’ων η αίτηση προτού καταχωρήσουν αίτηση για την αναγνώριση και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης καταχώρησε την παρούσα αίτηση που σκοπό έχει να τεθεί σε αμφισβήτηση το εύρημα του διαιτητή σε σχέση με την συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης.

 

Μόνο όταν συνυπάρχει η ταύτιση διαδίκων και η παράλληλη προώθηση  δύο διαδικασιών που στην ουσία επιζητούν την ίδια θεραπεία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (βλ. Κοζάκη ν Κοζάκη 1 ΑΑΔ 1710 (2002).)

 

“Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D. (1996) 1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη (1993) 3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι,

 

"Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω).  Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται.  Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας."

 

Ως υπέδειξα, πιο πάνω, η ταύτιση των δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Ένας διάδικος στερείται το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο μόνο εάν αποδειχθεί ότι οι δύο διαδικασίες απολήγουν στον ίδιο στόχο. Στην Αγγλική υπόθεση Christou v Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στην βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλη σε ουσιαστικά ζητήματα διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχία του εργοδοτούμενου από των ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενο του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου. 

 

The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]–[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER 359.

 

Έχει υποδειχθεί από τους καθ’ ων η αίτηση ότι ο αιτητής θα έχει την ευκαιρία να αναπτύξει προς επίλυση τα ίδια θέματα στα πλαίσια της αγωγής.  Δεν υπάρχει αποτέλεσμα στην αγωγή  ώστε να θεωρηθεί ότι με οποιοδήποτε τρόπο  έχει δημιουργηθεί το δεδικασμένο για οποιοδήποτε θέμα που να αφορά την παρούσα διαδικασία όμως στα πλαίσια της αγωγής έχει καταχωρηθεί αίτημα των καθ’ ων η αίτηση ημερομηνίας 12.12.2025 που εγείρει ζήτημα έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιλύσει την διαφορά αφού η διαφορά που έχει ήδη επιλυθεί στα πλαίσια της διαιτησίας.. Νοείται ότι η αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για  το ίδιο θέμα η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του  ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία  ή  που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφή με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί  ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη ( issue estoppel).   Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει  οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία. Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του  για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται την δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του από καταχρήσεις θεωρείται επέκταση της  εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση  διαφοράς που να έχει ήδη αποφασισθεί βάση της αρχής του δεδικασμένου. (Βλ. Henderson v Henderson (1843) 3 Hare 100).

 

Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουσθούν  επί του θέματος  που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου ελέγχει  και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό προστατεύει τον άλλο διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές  δικαστικές διαδικασίες.

 

Εκείνο που υποδείχθηκε στην  απόφαση Christou, πιο πάνω, είναι ότι δεν αναστέλλεται η διαδικασία εάν υπάρχει ο κίνδυνος διάδικος να στερηθεί  του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για ζήτημα που δεν έχει εκδικασθεί προηγουμένως.

 

'Sir James Wigram V C did not consider that he was laying down a new principle, but rather that he was explaining the true extent of the existing plea of res judicata… Later decisions have doubted the correctness of treating the principle as an application of the doctrine of res judicata, while describing it as an extension of the doctrine or analogous to it. In Barrow v Bankside Members Agency Ltd [1996] 1 All ER 981, [1996] 1 WLR 257, Sir Thomas Bingham MR explained that it is not based on the doctrine in a narrow sense, nor on the strict doctrines of issue or cause of action estoppel. As May LJ observed in Manson v Vooght [1999] BPIR 376 at 387, it is not concerned with cases where a court has decided the matter, but rather cases where the court has not decided the matter. But these various defences are all designed to serve the same purpose: to bring finality to litigation and avoid the oppression of subjecting a defendant unnecessarily to successive actions … the difference to which I have drawn attention is of critical importance. It is one thing to refuse to allow a party to relitigate a question which has already been decided; it is quite another to deny him the opportunity of litigating for the first time a question which has not previously been adjudicated upon. This latter (though not the former) is prima facie a denial of the citizen's right of access to the court conferred by the common law and guaranteed by art 6 of the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (Rome, 4 November 1950; TS 71 (1953); Cmd 8969). While, therefore, the doctrine of res judicata in all its branches may properly be regarded as a rule of substantive law, applicable in all save exceptional circumstances, the doctrine now under consideration can be no more than a procedural rule based on the need to protect the process of the court from abuse and the defendant from oppression. In Brisbane City Council v A G for Queensland [1978] 3 All ER 30 at 36, [1979] AC 411 at 425 Lord Wilberforce, giving the advice of the Judicial Committee of the Privy Council, explained that the true basis of the rule in Henderson v Henderson is abuse of process and observed that it—

 

“ought only to be applied when the facts are such as to amount to an abuse, otherwise there is a danger of a party being shut out from bringing forward a genuine subject of litigation.”

 

Στην Αγγλική υπόθεση Ashmore v British Cool Corp. (1990) 2 Q.B. 338 το  Εφετείο επεξήγησε  ότι στις περιπτώσεις που η δεύτερη διαδικασία έχει το πραγματικό αποτέλεσμα έμμεσης επίθεσης (collateral attack) επί του αποτελέσματος  στην πρώτη διαδικασία αυτό συνιστά κατάχρηση διαδικασίας που απολήγει σε κατάπτωση της δικαστικής διαδικασίας και το Δικαστήριο έχει σε τέτοια περίπτωση την σύμφυτη εξουσία να προστατεύσει θεσμικά την ακεραιότητα της διαδικασίας από καταχρηστικές  επιθέσεις στην πρώτη διαδικασία.

 

"I do not accept the proposition advanced by counsel for the appellant Heath that when an issue has already been decided in proceedings between A. and B. it is prima facie an abuse of the process of the court for B. to seek to have the issue decided afresh in proceedings between himself and C. and that in such circumstances there is an onus on B. to show some special reason why he should be allowed to raise the issue against C. On the contrary, I consider that it is for him who contends that the retrial of the issue is an abuse of process to show some special reason why it is so. Since the cases in which the retrial of an issue (in the absence of an estoppel) has been disallowed as an abuse of process are so few in number, it would be dangerous to attempt to define fully what are the circumstances which should lead to a finding of abuse of process. Features tending that way clearly include the fact that the first trial was before the most appropriate tribunal or between the most appropriate parties for the determination of the issue, or that the purpose of the attempt to have it retried is not the genuine purpose of obtaining the relief sought in the second action, but some collateral purpose. It would in my judgment be a most exceptional course to strike out the whole or part of a defence in a commercial action, or to refuse leave to amend a defence in such an action, simply because the issue raised or sought to be raised had been decided in another commercial action brought against the same defendant by a different plaintiff. The facts that the first action had been fairly conducted and that the issue had been the subject of lengthy evidence and argument could not, in my view, be sufficient in themselves to deprive the defendant of his normal right to raise any issue which he is not estopped from raising."

 

He then considered that procedural advantages to the defendants in the second trial was a reason why the amendment should not be struck out.

Stephenson L.J. said, at p. 139:

 

"Yet it is the duty of the judge and the Court of Appeal to shut out the defence if it is an abuse of the court's procedure to repeat it, in accordance with decisions of this court in Remmington v. Scoles [1897] 2 Ch. 1, and of the House of Lords in Reichel v. Magrath (1889) 14 App. Cas. 665, and Hunter v. Chief Constable of the West Midlands Police [1982] A.C. 529. Every repetition of a defence (or claim) may be said to mount a collateral attack on a previous judicial decision, and to invite those derogatory references to 'a side wind' or 'a back door' which are in favour with advocates whose clients are not open to a frontal attack. But in my judgment it is only those defences (or claims) that are sham and not honest and not bona fide which abuse the process of the court and call for the exercise of its inherent jurisdiction to prevent such abuse."

 

Στην παρούσα περίπτωση οι καθ’ ων η αίτηση έχουν υποδείξει ότι στα πλαίσια της διαιτησίας επιλύθηκε το πραγματικό ζήτημα που ο αιτητής προβάλει εκ νέου σε δύο διαδικασίες να αποφασισθεί. Το μόνο ερώτημα που απομένει να απαντηθεί είναι κατά πόσο υπήρχε παρατυπία στην διαδικασία της διαιτησίας που να είχε ως αποτέλεσμα να μην δοθεί η ευκαιρία στον αιτητή να εγείρει την υπεράσπιση του. Στην περίπτωση που στη διαδικασία της διαιτησίας διασφαλίζονταν τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης και ο αιτητής είχε κάθε ευκαιρία να ακουσθεί τότε η εκδίκαση της ίδιας διαφοράς με την ελπίδα του αιτητή ότι θα υπάρχει νέο αποτέλεσμα πρόκειται για κλασική περίπτωση κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου. Η οριστική κρίση του Δικαστηρίου επί του ζητήματος της κατάχρησης εξαρτάται από την αναθεώρηση της διαιτητικής απόφασης και διαδικασίας στα πλαίσια του ελέγχου που επιτρέπει ο νόμος ως ορίζει το άρθρο 34 του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου 101/1987.

 

Η συμφωνία Εγγύησης και Αποζημίωσης ημερομηνίας 11.7.2017 που υπέγραψαν και τα δύο συμβαλλόμενα μέρη εμπεριέχει την παράγραφο 10 που ρητώς και ξεκάθαρα παραπέμπει κάθε διαφορά που προκύπτει σε σχέση με την εν λόγω συμφωνία σε διαιτησία. Παραθέτω πιο κάτω την παράγραφο 10 της συμφωνίας:

 

“Any dispute arising out of or in connection with this contract, including any question regarding its existence, validity or termination, shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCIA Rules, which Rules are deemed to be incorporated by reference into this clause. The number of arbitrators shall be one. The seat of arbitration shall be Nicosia, Cyprus. The language to be used in the arbitral proceedings shall be English. The parties shall have the right to seek interim relieve from a court of competent jurisdiction, at any time before and after the arbitrator has been appointed, up until the arbitrator has made his final award. This Clause is for the benefit of the Lender only. As a result, the Lender shαll not be prevented from taking proceedings relating to such a dispute in any other court with jurisdiction. To the extent allowed by law, the Lender may take concurrent proceedings in any number of jurisdictions.”

 

Η εν λόγω ρήτρα διαιτησίας προβλέπει ότι θέματα που αφορούν ‘  existence , validity or termination  της συμφωνίας θα αποφασισθούν οριστικά  και τελεσίδικα σε διαιτησία ως προβλέπεται στην παράγραφο. Στην περίπτωση που όπως προβλέπει η παράγραφος 10 δεν έχει δημιουργηθεί δεδικασμένο επειδή δεν έχει εκδοθεί ακόμη απόφαση διαιτησίας τα μέρη θα είχαν την ευχέρεια να επικαλεσθούν την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου στην περίπτωση που αυτό θα είχε καθ’ ύλην αρμοδιότητα  επίλυσης της  διαφοράς  και κατ’ επέκταση αρμοδιότητα για επί μέρους και ασφαλιστικά μέτρα που αφορούν την σε εξέλιξη διαδικασία . Αυτό διότι αναγνωρίζεται ότι ρήτρα διαιτησίας δεν καταργεί τη δικαιοδοσία αλλά παρέχει την δυνατότητα αναστολής της διαδικασίας στην κατάλληλη περίπτωση (βλ. Προοδευτική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ. ν Κουρουκίδη 1 ΑΑΔ 1374(2002).

 

Ο περί διαιτησίας νόμος άρθρο 4 προβλέπει ότι ο αιτητής θα μπορούσε να επικαλεσθεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου  όμως το Δικαστήριο προτού προβούν οι διάδικοι  σε οποιοδήποτε άλλο μέτρο στην διαδικασία δύναται να εξετάσει το μέτρο της αναστολής της αγωγής στην βάση του άρθρου 8 πιο κάτω:

 

“8. Αv oπoιoσδήπoτε συμβαλλόμεvoς σε συvυπoσχετικό ή oπoιoδήπoτε πρόσωπo πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω τoυ ή βάσει oδηγιώv τoυ, αρχίζει oπoιαδήπoτε διαδικασία εvώπιov Δικαστηρίoυ κατά oπoιoυδήπoτε άλλoυ πρoσώπoυ πoυ είvαι συμβαλλόμεvoς στo συvυπoσχετικό ή κατά oπoιoυδήπoτε πρoσώπoυ πoυ πρoβάλλει αξίωση μέσω ή βάσει oδηγιώv τoυ, αvαφoρικά με oπoιoδήπoτε από τα θέματα πoυ συμφωvήθηκε vα παραπεμφθoύv σε διατησία, τότε oπoιoσδήπoτε από τoυς διαδίκoυς στηv εv λόγω διαδικασία δύvαται oπoτεδήπoτε μετά τηv εμφάvιση, και πριv παραδώσει oπoιεσδήπoτε γραπτές πρoτάσεις ή πρoβεί σε oπoιoδήπoτε άλλo στάδιo της διαδικασίας, vα απoταθεί στo Δικαστήριo για αvαστoλή της διαδικασίας και τo Δικαστήριo δύvαται vα εκδώσει διάταγμα για αvαστoλή της διαδικασίας αv ικαvoπoιηθεί ότι δεv υπάρχει λόγoς πoυ vα δικαιoλoγεί τη μη παραπoμπή τoυ θέματoς σε διαιτησία σύμφωvα με τo συvυπoσχετικό και ότι o αιτητής ήταv, όταv άρχισε η διαδικασία, και εξακoλoυθεί vα είvαι έτoιμoς και πρόθυμoς vα πράξει oτιδήπoτε τo αvαγκαίo για τηv καvovική διεξαγωγή της διαιτησίας.”

 

Το κατά πόσο δικαιολογείται αίτημα για αναστολή της διαδικασίας στην αγωγή επειδή τα μέρη υπέγραψαν τυποποιημένη συμφωνία που περιλαμβάνει και ρήτρα διαιτησίας δεν αποφασίζεται ως θέμα δικαίου αλλά είναι θεραπεία που χορηγείται με βάση την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου στην κατάλληλη περίπτωση. Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου ασκείται με τον τρόπο που προδιαγράφει το άρθρο 8 του περί Διαιτησίας Νόμου Κεφ. 4.

 

Στο ίδιο μήκος κύματος εστιάζεται το πλαίσιο που θεσμοθετεί ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος 101/1987, που αφορά διεθνή διαιτησία.  Προβλέπει την υποχρεωτική αναστολή της Δικαστικής διαδικασίας στην περίπτωση έγγραφης συμφωνίας παραπομπής ζητήματος της συγκεκριμένης διαφοράς σε διαιτησία. Αυτός ο νόμος έχει εφαρμογή μόνο αν κατά το χρόνο συνομολόγησης της συμφωνίας τα μέρη της συμφωνίας είχαν την έδρα των εργασιών τους σε διαφορετικά κράτη και τα άρθρα 7 και 8 είναι σχετικά:

 

Ορισμός και τύπoς της συμφωvίας περί διαιτησίας

7.-(1) Συμφωvία περί διαιτησίας" είvαι η συμφωvία με τηv oπoία υπάγovται σε διαιτησία όλες ή oρισμέvες διαφoρές, παρoύσες ή μέλλoυσες, πoυ απoρρέoυv από καθoρισμέvη έvvoμη σχέση, συμβατική ή μη. Η συμφωvία περί διαιτησίας μπoρεί vα εvταχθεί σε σύμβαση ως ρήτρα διαιτησίας ή vα απoτελέσει τo αvτικείμεvo χωριστής συμφωvίας.

(2) Η συμφωvία περί διαιτησίας είvαι έγκυρη μόvo αv είvαι γραπτή.

(3) Θεωρείται γραπτή η συμφωvία περί διαιτησίας αv περιέχεται σε έγγραφo πoυ φέρει τηv υπoγραφή τωv μερώv, ή σε αvταλλαγή επιστoλώv, τέλεξ, τηλεγραφημάτωv ή άλλωv μέσωv τηλεπικoιvωvίας πoυ καταγράφoυv τη σχετική συμφωvία, ή στηv αvταλλαγή εκθέσεωv απαιτήσεως και υπερασπίσεως, στις oπoίες περιέχεται ισχυρισμός τoυ εvός τωv μερώv για τηv ύπαρξη συμφωvίας περί διαιτησίας χωρίς o ισχυρισμός αυτός vα αvτικρoύεται από το άλλο μέρος ή διαπιστώνεται από τη συμπεριφορά των μερών.

(4) Συμφωνία περί διαιτησίας λογίζεται ως γραπτή, εάν περιλαμβάνεται σε ηλεκτρονική επικοινωνία, υπό την προϋπόθεση ότι οι πληροφορίες οι οποίες περιέχονται σε αυτήν είναι προσβάσιμες και εύχρηστες για μελλοντική αναφορά.

(5) Συμφωνία περί διαιτησίας λογίζεται ως γραπτή, εάν περιέχεται στην ανταλλαγή εκθέσεων απαιτήσεως και υπερασπίσεως, οι οποίες περιλαμβάνουν ισχυρισμό του ενός από τα μέρη για την ύπαρξη συμφωνίας περί διαιτησίας, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να αντικρούεται από το άλλο μέρος.

(6) Σύμβαση, η οποία αναφέρεται σε άλλο έγγραφο το οποίο περιλαμβάνει ρήτρα διαιτησίας, λογίζεται ως γραπτή συμφωνία περί διαιτησίας, εάν η αναφορά είναι τέτοια ώστε να καθιστά τη ρήτρα αυτή αναπόσπαστο μέρος της σύμβασης.

(7) Για τους σκοπούς των διατάξεων του παρόντος άρθρου-

(α) “ηλεκτρονική επικοινωνία” σημαίνει οποιαδήποτε επικοινωνία μεταξύ των μερών η οποία επιτυγχάνεται μέσω μηνυμάτων  δεδομένων∙ και

(β) “μηνύματα δεδομένων” σημαίνει τις πληροφορίες οι οποίες παράγονται, στέλνονται, λαμβάνονται ή αποθηκεύονται με ηλεκτρονικά, μαγνητικά, οπτικά ή άλλα παρόμοια μέσα, περιλαμβανομένων, μεταξύ άλλων, ανταλλαγών ηλεκτρονικών δεδομένων (electronic data interchange- EDI), μέσω ηλεκτρονικού ταχυδρομείου και ο όρος αυτός περιλαμβάνει την ψηφιακή συμπίεση δεδομένων, τη διαβίβαση και/ή μεταφορά και παραλαβή με ενσύρματα και/ή ασύρματα μέσα και/ή με οπτικά και/ή ηλεκτρομαγνητικά μέσα ή άλλα μέσα επικοινωνίας, όπως καταγράφεται στη σχετική συμφωνία.

Και,

Συμφωvία περί διαιτησίας και έγερση αγωγής εvώπιov Δικαστηρίoυ

8.-(1) Σε περίπτωση πoυ εγείρεται αγωγή για ζήτημα πoυ απoτελεί τo αvτικείμεvo συμφωvίας περί διαιτησίας, τo Δικαστήριo εvώπιov τoυ oπoίoυ εγείρεται η αγωγή oφείλει, αv τo ζητήσει τo έvα τωv μερώv πριv από τηv υπoβoλή της πρώτης έκθεσης τoυ επί της oυσίας της διαφoράς, vα παραπέμψει τη διαφoρά σε διαιτησία, εκτός αv εύρει ότι η συμφωvία είvαι άκυρη, αvεvεργής ή μη δεκτική εκτέλεσης.

(2)     Η έγερση αγωγής κατά τα oριζόμεvα στo εδάφιo (1) δεv απoτελεί κώλυμα για τηv έvαρξη ή τη συvέχιση της διαιτητικής διαδικασίας ή τηv έκδoση τελικής διαιτητικής απόφασης, εv όσω τo επίδικo θέμα εκκρεμεί εvώπιov τoυ Δικαστηρίoυ.»

 

Το επιτακτικό λεκτικό του άρθρου 8, πιο πάνω, έχει ως αποτέλεσμα να περιορίσει την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου. Προϋπόθεση της υποχρεωτικής παραπομπής ζητήματος σε διαιτησία θα πρέπει να είναι εύρημα του Δικαστηρίου ότι το ζήτημα της δικαστικής διαδικασίας αποτελεί το αντικείμενο συμφωνίας περί της διαιτησίας.

 

Στη βάση του άρθρου 8 του Κεφ. 4 προκειμένου το Δικαστήριο να ασκήσει την διακριτική του εξουσία υπέρ της αναστολής, η εν λόγω διαφορά θα πρέπει να αφορά θέμα που συμφωνήθηκε να παραπεμφθεί σε διαιτησία συμφώνως των προνοιών της ρήτρας διαιτησίας.

 

Η απόφαση Steamer Shipping v Sibyl Trading & Shipping Ltd 1 ΑΑΔ 1069 (1999) διαφωτίζει ως προς τον τρόπο που θα πρέπει να εφαρμόζονται ρήτρες διαιτησίας δυνάμει του άρθρου 8 του Κεφ.4. Δεν είναι αυταπόδεικτο ότι οι αιτητές δικαιούνται αναστολή της διαδικασίας στα πλαίσια της δικαστικής διαδικασίας για κάθε είδους διαφορά που θα προκύψει μεταξύ των μερών μονάχα επειδή το  συμβόλαιο περιέχει ρήτρα διαιτησίας. Πρέπει να ξεκαθαρίσουν τα γεγονότα που συντελούν την διαφορά ώστε να φανεί ότι η συγκεκριμένη διαφορά εμπίπτει στην ρήτρα διαιτησίας που προνοεί το συμβόλαιο.

 

“Η ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας δεν αρκεί για να υπάρξει αναστολή της δικαστικής διαδικασίας. Το ίδιο το άρθρο 8, όπως και το αντίστοιχο και ουσιαστικά πανομοιότυπο άρθρο 4 του Αγγλικού Arbitration Act 1950 (και πριν από αυτό το άρθρο 4 του Arbitration Act 1889), αφορά μόνο αγωγή "in respect of any matter agreed to be referred". Η ρήτρα διαιτησίας, εκφράζοντας τη συμφωνία των μερών, έχει μόνο τέτοια και τόση έκταση όση της δίδουν οι όροι της και όχι άλλη ή περισσότερη.  Στην προκειμένη περίπτωση, η ρήτρα διαιτησίας καλύπτει "any dispute", δηλαδή "οποιαδήποτε διαφορά", και δεν είναι ακόλουθο ότι οποιαδήποτε απαίτηση συνιστά αναγκαστικά και dispute ή διαφορά, ούτε, όπως λέγουν οι Εναγόμενοι 2, ότι οποιαδήποτε απαίτηση έχει ως γενεσιουργό αιτία τη μη τήρηση των όρων της συμφωνίας συνιστά "dispute". Ο ευπαίδευτος δικαστής ορθώς λοιπόν έθεσε τη βάση της προσέγγισης του λέγοντας ότι το κρίσιμο ερώτημα ήταν αν η απαίτηση των εναγόντων συνιστούσε διαφορά ή αμφισβήτηση που να ενέπιπτε στα πλαίσια του όρου 17 των ναυλοσυμφώνων.”

 

Ως προς το πώς θα πρέπει να προσδιοριστεί η συγκεκριμένη διαφορά ώστε να καταλήξει το Δικαστήριο σε συμπέρασμα κατά πόσο η διαφορά καλύπτεται από την ρήτρα διαιτησίας το Δικαστήριο επεξήγησε ότι η διαφορά προσδιορίζεται με αναφορά των γραπτών  παραστάσεων  των μερών ως αυτά προκύπτουν από την αίτηση και την ένσταση που έχουν καταχωρηθεί εκ μέρους των μερών. Η έκθεση απαιτήσεως είναι σημαντική πηγή για την άντληση πληροφόρησης ως προς τον προσδιορισμό της συγκεκριμένης διαφοράς όμως είναι σημαντικό να εκτεθούν τα συγκεκριμένα γεγονότα που συντελούν την διαφορά ώστε να είναι γνωστό στο Δικαστήριο ποια γεγονότα είναι αμφισβητούμενα μεταξύ των μερών ώστε να αναδειχθεί κατά πόσο αυτά πρόκειται για  διαφορές  που εμπίπτουν στα πλαίσια της ρήτρας  της διαιτησίας. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό:

 

“With respect to counsel's argument, a mere reference to arbitration is not sufficient, and it was up to the affiant to point out clearly what was actually the dispute in more specific language, because once the plaintiff instituted proceedings, and the defendant was relying on paragraph 14(1)(c) containing the arbitration clause, it was up to him to pinpoint to the trial Judge the precise nature of dispute which was arisen between the parties in order to obtain a stay of proceedings.

 

We would, reiterate that, in such cases, there must be a dispute in fact, that is to say, there must be some issue joined between the parties which the arbitrator would have to try at the end. The effect of there being no dispute between the parties within an arbitration agreement is, of course, that the Court has no power to stay an action. See Monro v. Bongor U.D.C. [1915] 3 K.B. 167 at p. 171)."

 

Η υπόθεση Ιnvesta Foreign Trade Co Ltd v. Onisiforos Demetriades & Co. (1982) 1 C.L.R. 276, στην οποία οι εναγόμενοι είχαν βασισθεί ιδιαίτερα πρωτοδίκως, δείχνει ακριβώς την έκταση της έρευνας του δικαστηρίου για να διαπιστωθεί αν αποκαλύπτεται "dispute" στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας (που εκεί αποκαλύπτετο από την οπισθογράφηση, την έκθεση απαιτήσεως και τις ενόρκους δηλώσεις), με δεδομένη την αρχή της Skaliotou v. Pelekanos. Η δε υπόθεση Βulfracht v. Third World Steel Co. Ltd, ανωτέρω, στηρίζει την άποψη του ευπαίδευτου δικαστή ότι απαίτηση για πληρωμή ναύλου δεν συνιστά "dispute"  στα πλαίσια της ρήτρας διαιτησίας. Το θέμα ετέθη καθαρότατα από τον Πική, Δ., ως ήτο τότε, στην υπόθεση Tradax v. Queensea Marine Co. (1986) 1 C.L.R. 559, στη σ. 562:

 

"A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. ............ The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties."

 

Εκείνο το οποίο υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Steamer Shipping Co Ltd v. Sibyl Trading & Shipping Ltd, πιο πάνω, είναι ότι για την ενάσκηση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, θα πρέπει πρώτα να προσδιοριστεί αν όντως υπάρχει διαφορά που να παραπέμπεται σε Διαιτησία. Μια διαφορά προϋποθέτει διαφωνία μεταξύ των μερών ως προς τα γεγονότα. Ο σκοπός της Διαιτησίας, δεν είναι για να παρέχει στους διαδίκους μίαν εναλλακτική διαδικασία επίλυσης της διαφοράς εν σχέσει με τον επιτακτικό χαρακτήρα μηχανισμού επίλυσης διαφοράς που παρέχει το Δικαστήριο προς εξακρίβωση των συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων των μερών. Η Διαιτησία είναι κάτι περισσότερο. Είναι εναλλακτικό forum για τη διακρίβωση γεγονότων, ώστε να εξαχθούν συμπεράσματα και ώστε να αποδίδεται ευθύνη των μερών στη βάση των συμβατικών τους υποχρεώσεων. Συνεπώς αν τα μέρη δεν συγκεκριμενοποιήσουν τις συγκεκριμένες παραμέτρους της διαφοράς μεταξύ των μερών, το θέμα ή το ζήτημα, δεν συνιστά διαφορά στα πλαίσια ρήτρας Διαιτησίας ώστε να δικαιολογείται η παραπομπή του σε Διαιτησία προς επίλυση της διαφοράς. Στην υπόθεση Tradax Graanhandel B.V. v. Quennsea Marine Co Ltd (1986) 1 CLR 559, το Ανώτατο Δικαστήριο έθεσε το ζήτημα συνοπτικά με το ακόλουθο σκεπτικό:

 

«A dispute presupposes disagreement about facts relevant to liability of the parties or the implications of such facts in law. In this case there was neither disagreement about the facts nor their effect in law as to the liability of the defendants to pay the "dispatch money" provided for in the charterparties. Nor was the amount owing, in dispute. Inability on the part of the defendants to meet their contractual obligations did not give rise to a dispute between the parties. The object of arbitration is not to provide a substitute for the coercive powers of the Court to order the discharge of contractual or other obligations. Arbitration is merely an alternative forum for the elucidation of the facts and establishment of the contractual liabilities of the parties. In this case, no question ever arose between the parties about the liabilities of the defendants nor is presently a dispute pending between them. In the absence of a dispute the arbitration clause was inapplicable and the right of the plaintiffs to have recourse to the Court cannot be suspended or defeated by reference thereto».

 

Στην αγγλική υπόθεση Gruden Construction Ltd v. Commission for the New Toms (1995) 2 Lloy's Rep 387, 75 BIR 134, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι δεν υπάρχει διαφορά στην περίπτωση που το ένα μέρος έχει ζητήσει επιπρόσθετες πληροφορίες προκειμένου να αποφασίσει κατά πόσο θα αποδεχτεί την απαίτηση της άλλης πλευράς. Στην αγγλική υπόθεση Collins Contractors Ltd v. Baltic Quay Management (1994) Ltd (2004) EWCA Civ 1757, το Δικαστήριο παρέθεσε σειρά παραγόντων που μπορεί να λάβει υπόψη του το Δικαστήριο για να διακρίνει κατά πόσο προσδιορίζεται διαφορά που χρήζει παραπομπής σε Διαιτησία. Διευκρίνισε επίσης, ότι η λέξη "διαφορά ή αμφισβήτηση θέματος", θα πρέπει να ερμηνεύεται απλά σύμφωνα με τη ρητή σημασία των λέξεων. Δεν πρέπει να ερμηνεύεται η λέξη ‘διαφορά’ κατασταλτικά ώστε να περιορίζεται η δικαιοδοτική εμβέλεια του Δικαστηρίου να παραπέμπει διαφορές που προκύπτουν στην περίπτωση ύπαρξης τέτοιων ρητρών του συνυποσχετικού. Δεν υπάρχουν άτεγκτοι κανόνες ως προς το ποια είναι διαφορά που χρήζει παραπομπή σε Διαιτησία. Αντλώντας καθοδήγηση από τη νομολογία, εντοπίζονται κάποιες κατευθυντήριες γραμμές ως ακολούθως ως προς την ερμηνεία του όρου “διαφορά.’

 

“The mere fact that one party (whom I shall call 'the claimant') notifies the other party (whom I shall call 'the respondent') of a claim does not automatically and immediately give rise to a dispute. It is clear, both as a matter of language and from judicial decisions, that a dispute does not arise unless and until it emerges that the claim is not admitted.

 

4. The circumstances from which it may emerge that a claim is not admitted are Protean. For example, there may be an express rejection of the claim. There may be discussions between the parties from which objectively it is to be inferred that the claim is not admitted. The respondent may prevaricate, thus giving rise to the inference that he does not admit the claim. The respondent may simply remain silent for a period of time, thus giving rise to the same inference.

 

5. The period of time for which a respondent may remain silent before a dispute is to be inferred depends heavily upon the facts of the case and the contractual structure. Where the gist of the claim is well known and it is obviously controversial, a very short period of silence may suffice to give rise to this inference. Where the claim is notified to some agent of the respondent who has a legal duty to consider the claim independently and then give a considered response, a longer period of time may be required before it can be inferred that mere silence gives rise to a dispute.

 

6. If the claimant imposes upon the respondent a deadline for responding to the claim, that deadline does not have the automatic effect of curtailing what would otherwise be a reasonable time for responding. On the other hand, a stated deadline and the reasons for its imposition may be relevant factors when the court comes to consider what is a reasonable time for responding.

 

7. If the claim as presented by the claimant is so nebulous and ill‑defined that the respondent cannot sensibly respond to it, neither silence by the respondent nor even an express non‑admission is likely to give rise to a dispute for the purposes of arbitration or adjudication.”

 

Στην παρούσα περίπτωση η ρήτρα διαιτησίας καθορίζει ότι ζητήματα νομικής ισχύος και δεσμευτικότητας της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης είναι ζήτημα που θα πρέπει να παραπεμφθεί σε διαιτησία με τον τρόπο που προνοεί η συμφωνία για δεσμευτική και οριστική επίλυση του ζητήματος. Το θέμα που παραπέμφθηκε στο αίτημα των καθ’ ων η αίτηση  ήταν: ‘The Claimant Trevena Holding Ltd. Wishes to commence arbitration proceedings under the LCIA Arbritration Rules 2020 against the Respondent Mr. Saul Simao Valt. This is a request for Arbitration submitted pursuant to article 1.1 of the rules commencing arbitration in respect of claims arising under a guarantee and Indemnity agreement concluded between the claimant and the respondent. Under the guarantee and indemnity agreement the respondent guaranteed as primary obligor the due punctual performance and discharge by a third party Sandlex limited of all its obligations and liabilities under a convertible loan agreement dated 11.7.2017 between the claimant and Sandlex’. (Tεκμήριο 2 στην ένορκη δήλωσης της ένστασης). Οι καθ’ ων η αίτηση είχαν ζητήσει να έχουν το δικαίωμα να θέσουν υπόψη του διαιτητή όλη την νομική επιχειρηματολογία και αποδεικτικά στοιχεία ως θα ήταν αναγκαίο για να αντιμετωπίσουν την υπεράσπιση που θα προωθούσε ο αιτητής. Εκ της φύσης της διαφοράς αναδύεται το πραγματικό ζήτημα προς επίλυση στα πλαίσια της διαιτησίας.

 

Το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Fiona Trust & Holding Corporation v Privalov UKHL (2007) 40  επεξήγησε τον ορθό τρόπο προσέγγισης της ερμηνείας του λεκτικού των συμφωνιών διαιτησίας. Υπέδειξε ότιany jurisdiction or arbitration clause in an international commercial contract should be liberally construed’. Για να μπορέσει το Δικαστήριο να καταλήξει σε συμπέρασμα σε σχέση με την πρόθεση  των μερών ως προς τα συμφωνηθέντα και για να την  κατατάξει ως διαφορά  δύναται να λάβει υπόψη του τις εμπορικές συνέπειες του συμφωνητικού λεκτικού. Η εν λόγω συμφωνία είναι σαφής ως προς την πρόθεση των μερών να επιλυθούν ζήτημα που απορρέουν από την συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης.  Η συγκεκριμένη πρόνοια στο σύνολο της δημιουργεί έδρα αποκλειστικής αρμοδιότητας επίλυσης της διαφοράς. Οι λέξεις ‘any dispute arising ….. shall be referred to and finally resolved by arbitration under the LCIA rules αποδίδουν επιτακτικό χαρακτήρα ότι οι διαφορές που αφορούν την ερμηνεία και εφαρμογή της συμφωνίας θα πρέπει να αποφασισθούν στα πλαίσια της διαιτησίας. Πέραν της ρητής σημασίας των λέξεων της πρόνοιας  λαμβάνεται υπόψη ως παράγοντας για την ερμηνεία της ρήτρας διαιτησίας ότι τα μέρη ως επιχειρηματίες  κατά την σύναψη της συμφωνίας δυνατόν να είχαν κατά νου τα ακόλουθα:

 

“the parties, as rational businessmen, are likely to have intended any dispute arising out of the relationship into which they have entered or purported to enter to be decided by the same tribunal. The clause should be construed in accordance with this presumption unless the language makes it clear that certain questions were intended to be excluded from the arbitrator’s jurisdiction.”

 

Η πρόθεση των μερών για τα συμφωνηθέντα δεν εξάγεται αποσπασματικά. Κρίσιμο είναι το ζήτημα της  δικαιοδοσίας  να ερμηνευθεί  με αναφορά όλη την  συμβατή σχέση των μερών (βλ. Saytam Computer Services v Unpaid Systems Ltd Ewltc 31 (2008).

 

Πρέπει να υπάρχει φιλελεύθερη προσέγγιση στην ερμηνεία συμβατικών προνοιών διαιτησίας ώστε εν τέλει να τεκμαίρεται ότι τα μέρη είχαν συμφωνήσει σε ένα  forum  επίλυσης της διαφοράς. Η υπόθεση  Monde Petroleum SA v Westernzagros Ltd.  (2015 ) EWHC 67  πιο κάτω είναι σχετική:

 

33. The leading modern authority on the construction of dispute resolution clauses is the decision of the House of Lords in Fiona Trust & Holdings v Privalov & others [2007] Bus LR 1917[2008] 1 Lloyd's Rep 254, in which it was held that arbitration clauses in a series of time charters governed claims for rescission of the charters on the ground of bribery. In the leading speech Lord Hoffmann emphasised that it is to be presumed that rational businessmen who are parties to a contract intend all questions arising out of their legal relationship to be determined in the same forum; and that the presumption is a strong one, and requires clear words to the contrary if it is to be displaced: see paragraphs [6]-[7] and [13]. This is what, as Hoffmann LJ in Harbour Assurance Co (U.K.) Ltd v. Kansa General International Assurance Co [1993] QB 701at p. 726B, he had characterised as the “presumption in favour of one-stop adjudication”. Lord Hope observed at paragraph [26] that a dispute resolution clause is not one that parties tend to focus on during contractual negotiations, and so Courts will be wary of placing too much weight on particular forms of words, so as to exclude certain disputes from its scope.

 

34. The presumption applies as much to a jurisdiction clause as to an arbitration clause: see Continental Bank N.A. v Aeakos Compania Naviera S.A. [1994] 1 WLR 588 at pp. 592F to 593G.

 

35. Where there is more than one agreement between the same parties, and they contain conflicting dispute resolution provisions, the presumption of one stop adjudication dictates that the parties will not be taken to have intended that a particular kind of dispute will fall within the scope of each of two inconsistent jurisdiction agreements. They will fall to be construed on the basis that they are mutually exclusive in the scope of their application, rather than overlapping, if the language and surrounding circumstances so allow: see Deutsche Bank AG v Sebastian Holdings Inc (No 2) [2011] 2 All ER (Comm) 245 per Thomas LJ at paragraph [41] and UBS AG v HSH Nordbank [2009] 1 CLC 934 per Lord Collins at paragraph [84].

 

36. Nevertheless the possibility of fragmentation may be inherent in the scheme of the parties' agreements and clear agreements must be given effect to even if this may result in a degree of fragmentation in the resolution of disputes between the parties. At paragraph [49] of his judgment in Deutsche Bank v Sebastian Holdings, Thomas LJ approved a passage from Dicey Morris & Collins on the Conflict of Laws which is in the following terms (omitting the citation of authorities).

 

'But the decision in Fiona Trust has limited application to the questions which arise where parties are bound by several contracts which contain jurisdiction agreements for different countries. There is no presumption that a jurisdiction (or arbitration) agreement in contract A, even if expressed in wide language, was intended to capture disputes under contract B; the question is entirely one of construction...The same approach to the construction of potentially-overlapping agreements on jurisdiction (but there will, in this respect, be no difference between the construction of agreements on jurisdiction, arbitration agreements and service of suit clauses) was taken in [UBS]…

 

In the final analysis, the question simply requires the careful and commercially-minded construction of the various agreements providing for the resolution of disputes, the point of departure being that agreements which appear to have been deliberately and professionally drafted are to be given effect so far as it is possible and commercially rational to do so, even where this may result in a degree of fragmentation in the resolution of disputes. It may be necessary to enquire under which of a number of inter-related contractual agreements a dispute actually arises; this may be answered by seeking to locate its centre of gravity.

 

The same approach, namely to focus on the commercially-rational construction, governs the interpretation of agreements on jurisdiction as exclusive or nonexclusive, and of agreements which specifically provide that the parties will not take objection to the bringing of proceedings if proceedings are brought in more courts than one.'

 

Το ερώτημα ως επεξηγείται, πιο πάνω, κατά πόσο  υφίσταται δικαιοδοτική πρόνοια αποκλειστικής αρμοδιότητας είναι το αποτέλεσμα προσεκτικής ερμηνείας του λεκτικού της πρόνοιας  λαμβάνοντας υπόψη την πρόθεση των μερών στο ζήτημα επίλυσης  της διαφοράς. Ένας παράγοντας στην εξίσωση της ερμηνείας  του λεκτικού  είναι κατά πόσο η προβαλλόμενη  ερμηνεία θα μπορούσε να συνάδει με την πρόθεση των μερών ως   εμπορικά εφικτή. Επιτρέπεται, στο  Δικαστήριο  να  έχει υπόψη του την μεγάλη εικόνα σε σχέση με την εκδηλωθείσα  πρόθεση των μερών ως εκ των γραπτών συμφωνιών.  Το ζήτημα εφαρμογής του ουσιαστικού δικαίου στην διαφορά  καθώς και ο τόπος που έχουν διεξαχθεί  οι  εμπορικές συναλλαγές  που θα πρέπει να κριθούν  είναι κριτήρια  σχετικά ερμηνείας προνοιών που να αφορούν την δικαιοδοσία. Ναι υπάρχει τεκμήριο υπέρ της θέσης ότι τα μέρη είχαν κατά νου να μην επικρατεί πολλαπλότητα των διαδικασιών όμως όταν υπάρχουν πολλές συμφωνίες με αντικρουόμενες πρόνοιες η πρόθεση των μερών εξάγεται από  πολλούς παράγοντες, μεταξύ άλλων , και το  μέρος όπου θα διεξάγονται οι συναλλαγές για τις οποίες έχει προκύψει η διαφορά. Αυτή είναι η θεώρηση των πραγμάτων που  είχε το Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση  UBS AG v HSH Nordbank AG (2009)  όταν ξέσπασε  διαφορά που αφορούσε συμβατική σχέση σε  σειρά από περίπλοκες συμφωνίες και είχαν ξεκινήσει δικαστικές διαδικασίες στο Λονδίνο και Νέα Υόρκη.

 

95. In this case it is not necessary to go so far. Whether a jurisdiction clause applies to a dispute is a question of construction. Where there are numerous jurisdiction agreements which may overlap, the parties must be presumed to be acting commercially, and not to intend that similar claims should be the subject of inconsistent jurisdiction clauses. The jurisdiction clause in the Dealer's Confirmation is a “boiler plate” bond issue jurisdiction clause, and is primarily intended to deal with technical banking disputes. Where the parties have entered into a complex transaction it is the jurisdiction clauses in the agreements which are at the commercial centre of the transaction which the parties must have intended to apply to such claims as are made in the New York complaint and reflected in the draft particulars of claim in England.

 

Επομένως ζητήματα όπως το είδος της διαφοράς των μερών, το εφαρμοζόμενο ουσιαστικό δίκαιο και η τοπική διασύνδεση της διαφοράς και  της έδρας των καθ’ ων η αίτηση  που προχώρησαν στην δανειοδότηση της Sandlex  της οποίας ο αιτητής είναι μέτοχος και αποκλειστικός διευθυντής είναι σχετικό για να εξαχθεί η πρόθεση των μερών για την επίλυση της διαφοράς ως προβλέπει η συμφωνία. Ακόμη ένα στοιχείο που φανερώνει την πρόθεση των μερών είναι επίκληση του δικαίου της Κυπριακής Δημοκρατίας ως ουσιαστικό δίκαιο για την επίλυση διαφοράς που έχει να κάνει με την εφαρμογή, ισχύ, ερμηνεία και παράβαση της συμφωνίας.

 

Παραμένει προς εξέταση κατά πόσο δικαιολογείται ενόψει της έκδοσης διαιτητικής απόφασης κατά πόσο παρατηρείται κάποια παρατυπία στην διαδικασία ή στην ουσία που να δικαιολογεί τον παραμερισμό της απόφασης.

 

Ο αιτητής δεν είχε εγείρει ένσταση στην διαδικασία. Αντιθέτως μέσω του δικηγόρου του υποτάχθηκε στην δικαιοδοσία του διαιτητικού Δικαστηρίου πλήρωσε τα τέλη για τα έξοδα της διαδικασίας και καταχώρησε στα πλαίσια της διαδικασίας αίτηση για την ασφάλεια των εξόδων του. Το άρθρο16 του  Unictral Model Law on International Commercial Arbitration προβλέπει πως οποιαδήποτε ζητήματα που να αφορούν την δικαιοδοσία του διαιτητικού Δικαστηρίου να επιλύσει τη ονομαζόμενη διαφορά πρέπει να γίνει σε αρχικό στάδιο της διαδικασίας και πριν την καταχώρηση οποιασδήποτε υπεράσπισης.  Το άρθρο 16 του Νόμου 101/87 είναι επίσης σχετικό.  Σύμφωνα με το άρθρο το διαιτητικό Δικαστήριο είναι αρμόδιο για να αποφασίσει περί της ίδιας αυτού δικαιοδοσίας και επίσης στην περίπτωση που το Δικαστήριο θα αποφάσιζε  ότι η συμφωνία εγγύησης και αποζημίωσης επρόκειτο για άκυρη συμφωνία αυτό δεν θα έθετε τέρμα στην δικαιοδοσία του διαιτητικού Δικαστηρίου καθότι το άρθρο προβλέπει ότι δεν επάγεται αυτοδικαίως στην περίπτωση που η σύμβαση είναι άκυρη εξ’ υπαρχής και η ακυρότητα της ρήτρας διαιτησίας. Το εδάφιο 2 προβλέπει ότι ζητήματα αναρμοδιότητας θα πρέπει να προβληθούν το αργότερο κατά  την υποβολή της έκθεσης υπεράσπισης του μέρους που την προσβάλλει. Σε δικαιολογημένες περιπτώσεις μόνο δικαιούται  να εγείρει καθυστερημένα ο διάδικος διαιτησίας  ζητήματα αναρμοδιότητας.

 

Ουδέποτε εγέρθηκε μέχρι την έκδοση της τελικής απόφασης ζήτημα αναρμοδιότητας του Διαιτητικού Δικαστηρίου αντίθετα στα πλαίσια της διαδικασίας ο αιτητής καταχώρησε έκθεση υπεράσπισης την 1 Δεκεμβρίου 2023 και αμφισβήτησε την απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση επί της ουσίας αλλά αποδέχθηκε ότι το διαιτητικό Δικαστηρίου είχε την δικαιοδοσία να επιληφθεί της διαφοράς ( έκθεση υπεράσπισης παράγραφος 23(1).  

 

Οι λόγοι που προβάλει ο αιτητής για να πετύχει την ακύρωση και/ή παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης δεν εμπίπτουν στους καθορισμένους λόγους που προβλέπονται στο άρθρο 34 του νόμου 101/87. Ο αιτητής στηρίζεται στο γενικό λόγο ότι η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Ο συγκεκριμένοι ισχυρισμοί  του αιτητή είναι αυτοί  που καταγράφονται στις παραγράφους 38 μέχρι 42 πιο κάτω:

 

“38. H Συμφωνία Εγγύησης είναι εξ υπαρχής άκυρη και εικονική γιατί έγινε για σκοπούς διασφάλισης των Εναγομένων με την κοινή συμφωνία και αντίληψη αυτή να μην χρησιμοποιηθεί: H συμφωνία που είναι «εικονική» δεν παράγει δικαιώματα και τα δικαστήρια θα πρέπει να «διαπερνούν το περίβλημα» και να εξετάζουν την πραγματική συμφωνία/σκοπό. Τα στοιχεία εικονικότητας στην παρούσα υπόθεση, είναι η έλλειψη πραγματικής πρόθεσης δανεισμού, η πληρωμή ποσού επένδυσης σε τρίτο νομικό πρόσωπο για άλλον σκοπό και κοινή πρόθεση μη εφαρμογής των συμφωνιών αυτών, Πρόκειται για περίπτωση «sham» αφού στην παρούσα υπόθεση ο κοινός σκοπός των μερών ήταν η υποκρυπτόμενη συναλλαγή για την επένδυση για αγορά των μετοχών. Οι πρακτικές έννομες συνέπειες μιας «εικονικής» σύμβασης δανείου και εγγύησης είναι η ακυρότητα (void ab initio) και δεν παράγει οποιεσδήποτε απαιτήσεις ή δικαιώματα.

 

39. Περαιτέρω σύμφωνα με τις πρόνοιες  της σχετικής νομοθεσίας που ισχύουν στην Κύπρο, βάσει του περί της Προστασίας Ορισμένης Κατηγορίας Εγγυητών Νόμος του 2003 (197(1)/2003), ο Αιτητής Θα πρέπει να απαλλαγεί από την οποιαδήποτε ευθύνη εγγυητή λόγω πράξης ή παράλειψης του πιστωτή η οποία παραβλάπτει τελική ικανοποίηση του εγγυητή. Δηλαδή εάν ο πιστωτής τελέσει πράξη ασυμβίβαστη με τα δικαιώματα του εγγυητή, ή παραλείψει να τελέσει πράξη η οποία επιβάλλεται από τις υποχρεώσεις του προς τον εγγυητή, και συνέπεια αυτού παραβλάπτεται η τελική ικανοποίηση του ίδιου του εγγυητή από τον πρωτοφειλέτη, ο εγγυητής απαλλάσσεται. Περαιτέρω η Εγγύηση που εξασφαλίστηκε από τον πιστωτή τηρώντας σιωπή ως προς ουσιαστικό περιστατικό δεν είναι έγκυρη.

 

40. Είναι η θέση μας, σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149 (Contract Law), ότι η ευθύνη του εγγυητή είναι επικουρική και όχι κύρια. Αυτό σημαίνει ότι o εγγυητής δεν ευθύνεται πριν καταστεί υπερήμερος ο πρωτοφειλέτης. Αναγνωρίζει στον εγγυητή το δικαίωμα να ζητήσει από τον δανειστή να στραφεί πρώτα κατά του πρωτοφειλέτη (beneficium ordinis seu excussionis). Αν ο δανειστής δεν εξαντλήσει πρώτα τα μέσα κατά του πρωτοφειλέτη, τότε δεν μπορεί να εκτελέσει ευθέως κατά του εγγυητή. Συνεπώς οι ενέργειες στις οποίες προέβησαν οι Εναγόμενοι με την παραπομπή της διαφοράς σε Διαιτησία και την έκδοση διαιτητικής απόφασης, αντιβαίνουν στις πρόνοιες της Νομοθεσίας και στις αρχές της Νομολογίας. Ήταν κοινή η πρόθεση των συμβαλλομένων μερών παρουσιάσουν άλλο νομικό "περίβλημα" από την πραγματική συμφωνία.

 

41. Η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου Θα πρέπει να ασκηθεί υπέρ της αναστολής της αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης και στην ακύρωση και παραμερισμό της γιατί το αποτέλεσμα της είναι καταχρηστικό και καταπιεστικό αφού βασίζεται σε μια εξ υπαρχής άκυρη συμφωνία εγγύησης. Επίσης ουσιώδες στοιχείο που θα πρέπει το Δικαστήριο να λάβει επίσης υπόψιν του είναι να προστατευθεί η εκδοθείσα απόφαση από το Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου και να τελεσφορήσουν πρώτα τα μέτρα εκτέλεσης εναντίον του πραγματικά υπευθύνου που είναι o Perez και όχι εναντίον του Αιτητή.

 

42. Εάν προχωρήσει η αναγνώριση, εγγραφή και εκτέλεση της απόφασης που εκδόθηκε στη Διαιτησία θα είναι άδικη και Θα υπονομεύσει τα συμφέροντα του Αιτητή, και τα διατάγματα που ζητούμε να εκδοθούν είναι 'just arid convenient" ή αντιστοίχως «δίκαια και εύλογα.”

 

Παρά το καθορισμένο των λόγων που επιτρέπει ο νόμος να εξετάσει το Δικαστήριο προκειμένου να ακυρώσει ή να παραμερίσει την διαιτητική απόφαση, σύμφωνα με το σύγγραμμα  Russel on Arbritration 19th edition  London Stevens & Sons 1979 pg. 431, επικρατεί η αρχή ότι το Δικαστήριο ενώπιον του οποίου τίθεται το ζήτημα της ακύρωσης της απόφασης να απονείμει ουσιαστικό δίκαιο ‘  and should not be hampered by findings  which in its view of the law are insufficient . Bearing in mind the impossibility of drawing a hard and fast line between fact and law the court may often find itself faced with difficulty.’

 

Καθοδήγηση για τον τρόπο που το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει την διακριτική του εξουσία είναι η υπόθεση  The Democritos [1975] 1 Lloyds Rep. at 398:

 

‘A special case should be a speaking award in the sense that it should enable the court to answer the question of law on the facts found drawing only such inferences as inevitably flow from those facts. If the Court is unable to do so but is merely in the position of being able to see that the award may be right or that it may be wrong then it must in my view be set aside or remitted’

 

Εκείνο που προκύπτει από την λεπτομερέστατη αιτιολογημένη απόφαση του Διαιτητή είναι ότι όλα τα ευρήματα του πηγάζουν από την μαρτυρία της υπόθεσης. Προκύπτει επίσης ότι στη βάση  της διαδικασίας που ακολουθήθηκε δόθηκε κάθε ευκαιρία στον αιτητή να θέσει και να παρουσιάσει την μαρτυρία του και να αναπτύξει την νομική επιχειρηματολογία.  Δεν δύναται το Δικαστήριο να αντικαταστήσει την κρίση του Διαιτητή  με δική του κρίση. Τα  ευρήματα του διαιτητή είναι δεσμευτικά ακόμη και να υπήρχε η περίπτωση το Δικαστήριο να κατέληγε σε διαφορετικά ευρήματα στην βάση της ίδιας μαρτυρίας και διαφορετική κρίση ως προς την νομική υπόσταση της συμφωνίας εγγύησης και αποζημίωσης. Το ερώτημα είναι κατά πόσο υπήρχε μαρτυρία ενώπιον του διαιτητή βάση της οποίας ο διαιτητής θα μπορούσε να εξάξει τα συγκεκριμένα ευρήματα και τελικά συμπεράσματα.

 

Η απόφαση του διαιτητή περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που επιτρέπουν το Δικαστήριο να αντιληφθεί επί ποιας μαρτυρίας βασίστηκε για να εξάξει τα ευρήματα του και να καταλήξει στο τελικό συμπέρασμα ότι η συμφωνία ήταν έγκυρη με δεσμευτική ισχύ.

 

Συγκεκριμένα προκύπτει ότι ο αιτητής υποτάχθηκε στην δικαιοδοσία του διαιτητικού Δικαστηρίου στις 6.6.20253 και προώθησε έμβασμα για να πληρωθούν τα τρέχοντα έξοδα της διαιτησίας. Στις 28.6 2023 καταχώρησε υπεράσπιση και αμφισβήτησε την απαίτηση. Είχε νομική εκπροσώπηση. Στις 4.8.2023 οι καθ’ων η αίτηση επιφύλαξαν το δικαίωμα να παρουσιάσουν επιπρόσθετα στοιχεία ενόψει της καταχώρησης της υπεράσπισης στην απαίτηση. Στις 24.9.2024 ο αιτητής επιβεβαίωσε το χρονοδιάγραμμα για την καταχώρηση έκθεσης υπεράσπισης.

 

Στις 10.11.2023 τα μέρη προχώρησαν σε επιπρόσθετη καταβολή χρημάτων για τα έξοδα της διαδικασίας. Στις 18.3.2024 ο αιτητής καταχώρησε αίτηση για ασφάλεια εξόδων. Στις 2.12.2024 ζήτησε να γίνει ακρόαση της αίτησης του. Στις 29.5.2024 έγινε ακρόαση της αίτησης και στις 10.6.2024 ο  αιτητής καταχώρησε  αίτημα για την έκδοση διατάγματος για την επιθεώρηση εγγράφων.

 

Αποσύρθηκε ο δικηγόρος του και οι καθ’ ων η αίτηση κατέβαλαν εκ μέρους του αιτητή τα έξοδα που αναλογούσαν στον αιτητή για τα τρέχοντα έξοδα διαιτησίας. Μέχρι 20.8.2024 ενώ του κοινοποιήθηκε η εξέλιξη της διαδικασίας δεν προχώρησε με τον διορισμό νέου δικηγόρου. Είχαν αποσταλεί ηλεκτρονικά μηνύματα στην διεύθυνση που είχε δηλώσει με αποτέλεσμα να είχε ενημερωθεί  για όλες τις προθεσμίες. Στις 5.7.2024 το διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε την αίτηση του για ασφάλεια εξόδων.

 

Μέχρι την προθεσμία καταχώρησης δήλωσης της μαρτυρίας και ενώ καταχωρήθηκε η  έκθεση υπεράσπισης του αιτητή αυτός  δεν συμμορφώθηκε με το χρονοδιάγραμμα ως οι οδηγίες του Διαιτητικού Δικαστηρίου. Στις 3.9.2024 το Διαιτητικό Δικαστήριο σημείωσε την παράλειψη του αιτητή να καταχωρήσει δηλώσεις των μαρτύρων και σημείωσε την διατυπωθείσα θέση του αιτητή ως η αίτηση ασφάλεια εξόδων και υπεράσπιση ότιfor its part the respondent has put forward a defense based primarily on the alleged existence of an oral agreement that impacted the effects of the guarantee an indemnity agreement and other actions or statements that created an estoppel that prevents the claimant form enforcing the guarantee and indemnity agreements.’

 

Προς το τέλος Σεπτεμβρίου το Διαιτητικό Δικαστήριο έλαβε επιστολή από τους νέους δικηγόρους του αιτητή ότι ζητούσαν 90 ημέρες  αναστολή της διαδικασίας για να προετοιμαστούν. Επί του αιτήματος αυτού το διαιτητικό Δικαστήριο αποφάσισε ως εξής:

 

“The Tribunal responded on the same day, stating as follows:

 

Tribunal is sympathetic to the Respondent's medical difficulties and hopes that the Respondent continues tο make progress in his recovery. However, the procedural timetable has been in place in this matter and known to the Parties for a significant period of time, and a final hearing is scheduled for the week of 2 December 2024. It seems that the Respondent s request would result in vacation of the hearing and force it to be rescheduled for some time in 2025. That would be a serious consequence and one that the Tribunal would not lightly order it is therefore necessary in the circumstances for the Tribunal carefully to consider the medical evidence and the Respondent's explanation as to how his medical condition prevented him from participating in these proceedings for a period of two months during which key procedural deadlines passed.

 

I note that your letter does not provide any explanation as to now the Respondent's medical condition prevented any engagement with this matter throughout the relevant period or how the stay would impact the procedural schedule the Tribunal would he grateful for confirmαtion that the Responden will be providing the evidence and the explanations in the manner directed by the Tribunal, before Thursday's deadline.

 

For the avoidance of doubt, the explanation should address how the Respondent's medical condition prevented any response from being sent by, or on behalf of, the Respondent to any of the communications in this arbitration in the period from 26 July 2024 (when Μ· Valt's former counsel withdrew from this matter until 25 "September 2024 (when Lαw360 contacted the LCIA).”

 

Στις 15.11.2024 παρήλθε η προθεσμία που έθεσε το Διαιτητικό Δικαστήριο για την καταχώρηση επιπρόσθετης μαρτυρίας. Σημείωσε ότι ενόψει του ότι ο αιτητής είχε προβάλει λόγους υγείας για την αδυναμία του να τηρήσει τις προθεσμίες  για  να προχωρήσει η διαδικασία διαιτησίας, το θέμα υγείας κατέστη επίδικο θέμα για να το επιληφθεί το Διαιτητικό Δικαστήριο. Το Διαιτητικό Δικαστήριο επέτρεψε στον Αιτητή μέχρι τις 12 Δεκεμβρίου 2024 να καταχωρήσει την ιατρική του μαρτυρία. Στις 5 Φεβρουαρίου 2025 το Διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε απόφαση και εξήγησε ότι, επειδή η διαδικασία καθυστέρησε πέραν των 5 μηνών και επειδή η κατάσταση της υγείας του ενάγοντα-αιτητή προβάλλεται ως λόγος για να μην προωθείται η διαδικασία, θα έπρεπε να γίνει ακροαματική διαδικασία και να αντεξεταστεί ο γιατρός του Αιτητή. Στις 13 Μαρτίου του 2025 ο Αιτητής διαβίβασε επιστολή από τον γιατρό του, όπου ανάφερε ότι βελτιώθηκε η κατάσταση της υγείας του και θα μπορούσε να είναι αρκετά καλά για  να μπορεί να προωθήσει τη διαδικασία του εντός 3 μηνών. Σημειώνεται ότι ο γιατρός δεν διέθεσε τον εαυτό του για αντεξέταση, σε σχέση με την ιατρική μαρτυρία που διαβιβάσθηκε γραπτώς. Με αυτόν τον τρόπο, de facto, ο Αιτητής πέτυχε 175 μέρες αναστολή της διαδικασίας και έτσι το Διαιτητικό Δικαστήριο έκρινε ότι δεν  θα έπρεπε να δοθούν άλλες 90 μέρες αναστολής της διαδικασίας. Στις 13 Μαρτίου του 2025 το Διαιτητικό Δικαστήριο απέρριψε την Αίτηση για αναστολή της διαδικασίας. Έκρινε ότι ο γιατρός του Αιτητή αδικαιολόγητα δεν παρουσιάστηκε για να αντεξετασθεί σε σχέση με το ιατρικό πιστοποιητικό που προσκομίστηκε  για την κατάσταση της υγείας του Αιτητή. Απέρριψε το επιχείρημα του αιτητή, ότι η κατάσταση υγείας του Αιτητή τον εμπόδιζε από το να συμμετέχει στη διαδικασία μέσω των δικηγόρων του. Παρ' όλο τούτο, το Δικαστήριο έδωσε στον Αιτητή μία τελευταία ευκαιρία μέχρι 16 Μαΐου να καταχωρήσει μαρτυρία και όρισε την ακρόαση για τις 23 Μαρτίου 2025. Στις 20 Μαΐου ο Αιτητής υπέδειξε ότι θα ήθελε να καταχωρήσει Υπεράσπιση, αλλά δεν ήταν η κατάσταση της υγείας του τέτοια που θα μπορούσε να προωθήσει την υπεράσπιση του . Το Διαιτητικό Δικαστήριο του απάντησε ότι ήδη ο Αιτητής είχε καταχωρήσει την Υπεράσπιση του στις 3 Δεκεμβρίου 2023 και ότι το γραπτό μέρος της διαδικασίας είχε ολοκληρωθεί στις 22 Μαρτίου 2024 με συμφωνία των μερών ενώπιον του προηγούμενου δικηγόρου του Αιτητή. Στις 23 Μαΐου του 2025 ο δικηγόρος του Αιτητή διαμήνυσε στο Διαιτητικό Δικαστήριο, ότι δεν είχαν λάβει οδηγίες για το ζήτημα της δήλωσης μαρτυρίας προς υποστήριξη της υπεράσπισης του   Αιτητή και έτσι αδυνατούσαν να καταχωρίσουν επιπρόσθετη μαρτυρία. Το Διαιτητικό Δικαστήριο σημείωσε στην απόφασή του ότι η παράλειψη του Αιτητή να καταχωρήσει μαρτυρία στην υπόθεση του, είχε αντίκτυπο στην απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου και είναι για αυτό που εξαντλητικά στην απόφαση παρέθεσε όλη  τη λεπτομέρεια της διαδικασίας και όλες τις ευκαιρίες που δόθηκαν στον Αιτητή για να καταχωρήσει τη μαρτυρία του, ειδικά κατά τον χρόνο που είχε εκπροσώπηση από δικηγόρο. Όλες οι αιτήσεις που έγιναν για αναστολή της διαδικασίας  απορρίφθηκαν, επί της βάσης ότι η γραπτή ιατρική μαρτυρία δεν υποστήριζε το συμπέρασμα ότι Αιτητής δεν είχε την ικανότητα να δίνει οδηγίες στους δικηγόρους του για να συνεχίζει να συμμετέχει στη διαδικασία. Επίσης η γραπτή ιατρική μαρτυρία ανέδειξε πραγματικό ζήτημα ως προς την ικανότητά του να δίνει οδηγίες στους δικηγόρους του ζήτημα που έχρηζε  διευκρίνισης  με προφορική εξέταση του γιατρού. Παρά ταύτα ουδέποτε παρουσιάστηκε ο γιατρός για εξετασθεί επί του περιεχόμενου του ιατρικού πιστοποιητικού. Εν τέλει, η οκτάμηνη καθυστέρηση της διαδικασίας ήταν πολύ ‑ πολύ μεγαλύτερη από την αρχική αναστολή της διαδικασίας που ζήτησε ο Αιτητής στις 25 Σεπτεμβρίου 2024.

 

Το Διαιτητικό Δικαστήριο έδωσε ακόμα μια ευκαιρία στον Αιτητή μετά από την οκτάμηνη καθυστέρηση να καταθέσει δήλωση μαρτυρίας. Επίσης το Διαιτητικό Δικαστήριο στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του, έκανε εύρημα ότι ο Αιτητής δεν απέδειξε ότι ήταν τόσο άρρωστος που δεν μπορούσε να δίνει οδηγίες για τον χειρισμό της υπόθεσης στους δικηγόρους του και του δόθηκαν πολλές ευκαιρίες να καταθέσει τη μαρτυρία του.

 

Επί της ουσίας των ευρημάτων του Διαιτητή σχετικό είναι το  απόσπασμα της απόφασης παρατίθεται πιο κάτω:

 

126. Sandlex entered into a share purchase agreement dated 11 July 2017 with Grupo Pefaco SLIJ ("Ρefaco") and Mr. Francis Jerome Perez; who was Pefaco's Chief Executive Officer and largest controlling shareholder, for the purchase by Sandlex of shares in Pefaco International PLC ("Pefaco International") for a price of EUR 50 million (the "SPA"). Sandlex was to pay the purchase price by way of two instalments and a vendor loan granted by Pefaco [Request, at paragraph (6) and Exhibit C-3].

 

127. To enable Sandtex to meet its payment obligations under the SHA, the Claimant agreed under the terms of the Convertible Loan Agreement to extend to Sandlex a loan of EUR 3.3 million (the "Loan") convertible at the Claimant's election into shares of Sandlex [Request, at paragraph (7), and Exhibit C-4].

 

128. As security for the Loan, the Respondent, who was a signatory to the Convertible Loan Agreement, agreed to concurrently with the signature [of the Convertible Loan Agreement] provide [Trevena/the Claimant] with a Guarantee and Indemnity by the Guarantor" in the form attached to the Convertible Loan agreement at Exhibit A [Request, at paragraph (8), and Exhibit C-4 at clause 4]. The Guarantor under the Convertible Loan Agreement is identified as Saul Simao Valt, the Respondent in this arbitration.

 

Επίσης σημείωσε ο Διαιτητής προς επίρρωση του ευρήματος ότι η συμφωνία ήταν δεσμευτική για τον Αιτητή  το γεγονός ότι η εταιρεία Pefaco εξέδωσε επιταγή για το ποσό των 3,6 εκατομμυρίων ευρώ προς αποπληρωμή των Καθ' ων η Αίτηση. Οι Καθ' ων η Αίτηση επιχείρησαν να καταθέσουν την επιταγή στον λογαριασμό τους και αυτή η επιταγή επιστράφηκε απλήρωτη λόγω έλλειψης κεφαλαίων. Περαιτέρω, στις 31 Μαΐου 2019 οι Καθ' ων η Αίτηση έλαβαν πληρωμή 170 χιλιάδων δολαρίων από την Pefaco έναντι του χρέους. Ως προς τους ισχυρισμούς που πρόβαλε ο Αιτητής στην Υπεράσπιση της απαίτησης σχετικό είναι απόσπασμα της απόφασης ως ακολούθως:

 

148. In his Statement of Defence dated 1 December 2023, the Respondent denied the claim in its entirety [Defence, at paragraph 1]. The Respondent, however, accepted that the Tribunal has jurisdiction to hear and determine this dispute [Defence, at paragraph 23(1)].

 

149. The Respondent alleges that in early 2017 he was approached in Barcelona by Mr Francis Jerοme Perez, who was the CEO and controlling shareholder of Pefaco, which held a 67% stake in Pefaco International. Mr Perez proposed that Pefaco should purchase the remaining shares in Pefaco and then sell Pefaco International to the Respondent. That proposal led to a series of conversations between the Respondent and Mr Perez. [Defence, at paragraph 3.]

 

150. The Respondent alleges that Mr Moshe Listenberg, the ultimate beneficial owner of the Claimant, was at all material times an extremely close friend of the Respondent and that upοn overhearing one of the Respondent's calls with Mr Perez, Mr Listenberg asked to become involved in the prospective transaction. The Respondent alleges that Mr Listenberg subsequently visited Mr Ρerez in Barcelona, accompanied by the Respondent οn two occasions and that Mr Listenberg and the Respondent decided that they would purchase Pefaco International together. The Respondent alleges that Mr Listenberg planned to form a new company to serve as the vehicle for the investment, and that each Mr Listenberg and the Respondent would own 50% of the shares in that company. [Defence, at paragraph 4].

 

However, according to the Respondent, in the course of establishing that new company which the Respondent identifies as Sandlex - it emerged that the Gibraltarian law firm handling the matter, Tiassans International Law Firm ("Hassans"), would have to perform extensive and time-consuming Know Your Customer ("KYC") checks on both Mr Valt and Mr Listenberg that the latter wished to avoid. [Defence, at paragraph 5.]

 

151.The Respondent claims that the wish to avoid KYC checks motivated Mr Listenberg and Valt to agree to adopt a different structure by which Mr Listenberg could co-invest into the deal its equal shares alongside Mr Valt, and that although the documents would show Mr Listenberg participating as a lender, the true economic structure of the agreement would remain as originally planned, with both men participating 50/50 in the upside of the transaction, and both equally at risk if the transaction ended up losing money. According to the Respondent, he and Mr Listenberg agreed, over a series of discussions held in Israel in the first half 0f 2017, that Mr Listenberg/Trevena would, in due course, become a 50% shareholder in Sandlex and that Mr Listenberg (Trevena would not demand repayment of the `loan' Trevena was making to Sandlex, whether from Sandlex under the Convertible Loan Agreement or from Mr Valt under the accompanying Guaranty and Indemnity Agreement. The Respondent therefore asserts that the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement were not intended to have legal effect. [Defence, at paragraph 6.]”

 

Επίσης σχετική είναι η παράγραφος 177 :

Mr Listenberg testified as follows in relevant part:

 

(i)            He retained Nit Jay Neustadter to represent Trevena in the transaction, but that from 6 November 2017 until 16 September 2019, Mr Neustadter also acted for Sandlex.

(ii)          At all material times, the Respondent was the sole shareholder and sole director and ultimate beneficial owner of Sandlex.

(iii)         Mr Listenberg denies that Trevena participated in the transaction as a lender because he did not want to comply  to KYC procedure.

(iv)         The Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement were intended to be binding and to have legal effect and were designed to limit Trevena’s risk from failure of the Pefaco transaction.

(v)          Mr Listenberg denies that he entered into any binding agreement with the Respondent relating to the purchase of Pefaco lntemational. Various structures for the deal were discussed prior to 1 l July 2017. One of those structures was a structure where Trevena and Sandlex would have purchased the equity of Pefaco International together, but that was not the structure ultimately agreed and implemented.

(vi)         In the final transaction structure proposed to him, Pefaco would itself purchase the shares in Pefaco International from the Genesis Consortium and it would then resell them to Sandlex and Trevena_ For that to happen, Pefaco required an initial installment of EUR 6.6 million to be paid directly to Pefaco. If purchase of the shares from Genesis was not completed by the end of 2017, Pefaco was required to return the initial installment.

(vii)        Mr Listenberg was not willing to accept the additional risk that this structure entailed, as it required that the initial installment be paid over to Pefaco without any protection. Mr Listenberg therefore insisted that he would instead lend funds to Sandlex under the Convertible Loan Agreement, and that the loan would be personally guaranteed by the Respondent under the Guaranty and Indemnity Agreement. In that way only Trevena would be exposed to the risk of Pefaco not returning the EUR 6.6 million in the event that it failed to acquire the shares of Pefaco International from Genesis.

(viii)       Sandlex entered into the SPA with Pefaco and Mr Perez on 11 July 2017 for the purchase by Sandlex of the shares in Pefaco International for a price of EUR 50 million [Exhibit C-3]. Sandlex was to pay the price by way of two installments and a vendor loan from Pefaco.

(ix)         Under the terns of the Convertible Loan Agreement [Exhibit C-4], to enable Saridex to meet its obligations under the SPA, Trevena agreed as Lender to provίde Sandlex a convertible loan in the principal amount of EUR 3.3 million, secured by a personal guarantee from the Respondent (clause 4), and bearing interesτ at a rate of 3% per annum (clause 2.1). Any amount unpaid when due would bear interest at a rate of 3% per annum in excess of the rate otherwise applicable (clause 2.2). Sandlex was to repay the entire balance of the loan on the Repayment Date, being the date faring 60 days following the Claimant's demand for repayment (clause 3).

(x)          In accordance with clause 13 of the Convertible Loan Agreement and Sandlex's instructions dated 10 July 2017 [Exhibit C-Si, on 13 July 2017 the Claimant paid the amount of the loan on Sandlex's behalf directly to Pefaco [Exhibit C-6].

(xi)         As Pefaco did not meet its obligation to purchase the shares in Pefaco International from Genesis by the longstop date, on 14 May 2018, following lengthy negotiation, Sand1ex and Pefaco agreed to extend the deadline to 23 July 2018.

(xii)        Under that May 2018 agreement, if the purchase was not completed by 23 July 2018, Pefaco would refund Sandlex the first installment in the amount of EUR 6.6 million by 1 August 2018, together with interest at the rate of 7% per annum from the "Original Investment Date".  A copy of the letter dated 14 May 2018 evidencing that agreement was produced as Exhibit C-7.

(xiii)       Pefaco failed to meet the extended deadline, and on 12 September 2018, Sandlex sent a demand for repayment and notice of enforcement to Pefaco [Exhibit C-8].

(xiv)      By letter dated 14 September 2018, Pefaco proposed within 5 business days to make an initial EUR 1.1 million repayment to the Claimant and to pay the balance of the initial installment together with the accrued interest within 60 days after receipt of the first payment [Exhlblt C-9].

(xv)       By the 26 September 2018 Agreement [Exhibit C-], it was then agreed that Pefaco would return to Sandlex the amount of EUR 3.3 million plus accrued interest through payments directly to the Claimant. The 26 September 2018 Agreement specified that Pefaco would pay Trevena EUR 1.1 million by 7 October 2018 and EUR 2,2 million plus accrued interest on or before 7 November 2018. Upon completion of the said payments, the Convertible Loan Agreement between the Claimant and Sandlex would be considered fully performed and no party would have any further obligations thereunder. In addition, by virtue of the 26 September 2018 Agreement, the deadline for the purchase of 100% of the shares of Pefaco International was extended to 31 December 2018.

(xvi)      Pefaco failed to make any payments in accordance with the Agreement dated 26 September 2018. On 21 December 2018, Pefaco delivered to the Claimant a cheque from Catalunya Caixa (Catalunya Bank S.Α.) with Cheque number 5511419 in the amount of EUR 3.6 million. On 7 January 2019 the Claimant attempted to pay the cheque into its account, however the cheque was returned by fault of funds or because it had not been "paid as per the drawee's instructions" Α copy of the cheque and non-payment notices of the banks involved were produced as Exhibit C-11.

(xvii)     On 31 May 2019, the Claimant received the amount of USD 170,000 in partial payment of Sandlex's and the Respondent's debt [Exhibit C-12]. By letter dated 18 December 2013 to MGI Gregoriou & Co Limited (the Claimant's auditors), Sandlex confirmed having returned to the Claimant a principal amount of USD 170,000 on 31 May 2019 and admitted the outstanding debt amount of EUR 3.3 million and EUR 145,381 in accrued interest as at 31 December 2018 [Exhibit C-13].

(xviii)    By way of a letter to Sandlex dated 13 February 2020 and pursuant to clause 3.2. of the Convertible Loan Agreement, the Claimant demanded repayment within 60 days of the outstanding amount of the Loan, which on the day of the letter amounted to EUR 3,415,814 (comprising principal of EUR 3,147,793 and accrued interest of EUR 268,08 1). A copy of the demand of payment together with a calculation of the outstanding balance as of 13 April 2020, was produced as Exhibit C44. In breach of the terns of the Convertible Loan Agreement, Sandlex failed to make payment of the full amount by the 13 April 2020 due date.

(xix)      With Mr Listeriberg's knowledge, on 22 March 2023, the Claimant demanded repayment of the debt from the Respondent, in his capacity as Guarantor [Exhibit C-16].

(xx)       As the Respondent had failed to repay the outstanding amount by 15 April 2023 as per the demand for repayment letter dated 22 March 2023, the Claimant sent a further demand for repayment to the Respondent on 3 May 2023 requesting payment of the debt by 15 May 2023 [Exhibit C-18].

(xxi)     By email dated 16 May 2023, the Respondent replied to the Claimant's further demand for repayment letter denying the demand [Exhibit C-20].

(xxii)   Apart from the amount of USD 170,000, no other amount was paid against Sandlex's and/or the Respondent's debt under the Convertίble Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement.

(xxiii)  The Guaranty and Indemnity Agreement was intended to be binding and it provided that the liability of the Respondent under the Agreement would be primary and direct and not conditional or contingent upon pursuit by the Claimant of any remedies it may have against Sandlex.

(xxν) The Respondent had signed the Guaranty and Indemnity Agreement after he was provided with relevant prior drafts of both the Guaranty and Indemnity Agreement and the Convertible Loan Agreement and afforded the opportunity to make comments. In that respect Mr Listenberg refers to the email correspondence, containing the relevant exchanges and documentation, produced as Exhibits C-34 to C-57.

(xxiv)    Mr Listenberg denies that he gave any of he alleged premises that the Respondent has alleged in his Defence. Specifically, Mr Listenberg denies that during the discussions that took place in the first half of 2017, he had agreed (or otherwise promised) to the Respondent that the Claimant or Mr Listenberg would not demand repayment of the loan the Claimant had provided to Sandlex, whether under the loan agreement (from Sandlex) or under its accompanying guarantee (from the Respondent). Mr Listenberg also denies that any discussions regarding the loan to Sandlex took place in Israel as alleged in the first half of 2017 between him and the Respondent.

 

Τα τελικά ευρήματα του Διαιτητικού Δικαστηρίου περιέχονται στις παραγράφους 185, 186, 187,188, 189 και 197.

 

“However, the Tribunal does have jurisdiction to consider all issues relevant to the determination of the Claimant's Maims and the Respondent's defences to those claims under the Guaranty and Indemnity Agreement. It therefore falls within the Tribunal's jurisdiction to consider whether, on the balance of probabilities, the Respondent has discharged its burden to establish that the alleged oral agreement was entered into and that such oral agreement would found a valid defence to the Claimant's claims. The Tribunal considers those question in its assessment of the merits of the Respondent's defences below.”

 

(b) Validity of the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement

 

186. The Respondent claims that the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indermnity Agreement were not intended to have any legal effect as it was at all times the intention of the Claimant and the Respondent that, they should be 50/50 equity investors in Pefaco International rather than the Claimant being a lender under the Convertible Loan Agreement. The Respondent relies upon an alleged pre-contractual agreement mid representations to support its claim relating to the invalidity and unenforceability of the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement_ Specifically, the Respondent alleges an oral agreement governed by Israeli law entered into through a series of discussions held in Israel in the first half of 2017 between the Respondent and Mr Listenberg providing that Trevena would, in due course, become a 50% shareholder in Sandlex and that Mr Listenberg/Trevena would not demand repayment of the ‘loan’ Trevena was making to Sandlex, whether from Sandlex under the Convertible Loan Agreement or from the Respondent under the accompanying Guaranty and Indemnity Agreement (the "Oral Agreement") [Defence, at paragraph 6.]

 

187. Τhe Claimant asserts that the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement were intended to have legal effect and relies on the terms of those agreements for their meaning and effect. The Claimant relies on the uncontested evidence of Mr Listenberg who denies that any oral agreement was entered into whether as alleged by the Respondent or at all, and who testifies that although a number of deal structures were discussed prior to execution of the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement, the deal ultimately committed to was the deal embodied by the terms of the Convertible Loan. Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement. Mr Listenberg testifies that Trevena agreed ultimately only to be a lender under a convertible loan in order to limit exposure to the risks caused by Sandlex's agreement to pay EUR 6.6 million to Pefaco for it tο purchase the shares in Pefaco International from Genesis and that Pefaco would have to repay if it failed to complete the purchase οf the shares: a risk that Mr Listenberg did not want Trevena to be exposed to. That was a risk that ultimately transpired, vindicating Mr Listenberg's decision to insulate Trevena from that risk.

 

188. The Tribunal accepts the Claimant's submission that the Respondent bears the burden of establishing that the Convertible Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement were not intended tο have any legal effect, and that the Respondent therefore bears the burden of proving on a balance of probabilities the facts that underpin that defence, Specifically, the Respondent bears the burden of proving that Mr Listenberg and the Respondent entered into the Oral Agreement and that the Respondent did not intend the Guaranty and Indemnity Agreement to have any legal effect.

 

189. The Tribunal has no hesitation in concluding that the Respondent has failed to discharge his burden in that regard. The Respondent indicated in his Defence that he would support his claims about the existence of the Oral Agreement with witness evidence in due course [Defence., at paragraph 9]. The Tribunal made clear on several occasions the importance that such witness evidence would have in these proceedings (see paragraphs 3 and 63 above). Ultimately, however, the Respondent declined to submit any witness evidence despite being offered multiple opportunities to do so (see paragraphs 114 to 123 above). It is in the nature of an oral agreement that it is not evidenced by documents (although it might be referred to in documents), and proving an oral agreement therefore usually depends on witness evidence. There are no contemporaneous documents in this case referring to the Oral Agreement and the absence of any witness evidence from the Respondent is therefore fatal to this defence.

 

190.]__The Tribunal has already accepted that the CοnvertiibΙe Loan Agreement and the Guaranty and Indemnity Agreement are valid and binding agreements. The Tribunal is also satisfied that Exhibits C-5 and C-6 prove that the Claimant extended the Loan in the amount of EUR 3.3 million to Sandlex under the terms of the Convertible Loan Agreement, and that Sandlex has to date only repaid an amount of USD 174,000 against the Loan principal. The Tribunal considers that Exhibit C-13 is an important document in that regard, as it is signed by the Respondent as a director of Sandlex, and it records as follows as at 18 December 2019:

 

"We [Sandlex] confirm that Trevena Holdings Ltd had the following balance receivable from Sandlex as at 31 December 2018:

 

Principal balance: EUR3,300,000 (USD 3,774,507)

Accrued interest: EUR 145,381 (USD) 166,284)

 

On 31/5/2019 we returned a principal amount of 170,000 USD)

 

The above principle balance bears interest 3% p.a. and is repayable, not later than 31/12/2020."

 

The Tribunal considers that Exhibit C43 amounts to an admission by the Respondent of Sandlex's debt and recognition that Sandlex had repaid USD 170,000 towards that debt. The Tribunal rejects the Respondent's argument that this payment was actually made as an advance by Pefaco. The terms of Exhibit C-.13 do not support that interpretation. The Respondent does not claim that any other amounts have ever been repaid by Sandlex to Treνena against that debt.

 

Στη βάση των, πιο πάνω, προκύπτει ότι δόθηκε ευκαιρία στον Αιτητή να θέσει την Υπεράσπισή του και ότι το Δικαστήριο κατέληξε σε ευρήματα στη βάση της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του ως και στο τελικό συμπέρασμα που οδήγησε στη Διαιτητική Απόφαση. Δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου τέτοιες περιστάσεις που να δικαιολογούν την παρέμβαση του Δικαστηρίου προς ακύρωση  της διαδικασίας  και/ή  απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου.

 

Αναφορικά με την απόφαση του High Court of Justice B&PC of England & Wales Commercial ημερομηνίας 1.12.2023 εναντίον του Perez προσωπικά προς όφελος της Sandlex δεν υπάρχει δεδικασμένο και δεν έχει δημιουργήσει κώλυμα (issue estoppel) για πραγματικό ή νομικό ζήτημα που να αφορά τα θέματα που εκδικάσθηκαν και επιλύθηκαν στα πλαίσια της διαιτητικής απόφασης. Οι διάδικοι δεν ταυτίζονται. Ο Perez ήταν διευθύνον σύμβουλος και βασικός μέτοχος της εταιρείας Grupo Pefaco Ltd  και το πρόσωπο που προσέγγισε τον αιτητή για να  του πωλήσει τις μετοχές. Για το ότι ο Perez οφείλει να αποζημιώσει την Sandlex επειδή δεν προχώρησε η αγοραπωλησία των μετοχών της  Pefaco International  ως είχαν συμφωνήσει τα μέρη δεν  αφορά  τους καθ’ ων η αίτηση ή το δικαίωμα αποζημίωσης του στην βάση της Συμφωνίας Εγγύησης και Αποζημίωσης. Οι καθ’ ων η αίτηση είχαν δανειοδοτήσει την  Sandlex  ώστε η συγκεκριμένη εταιρεία με την σειρά της να πληρώσει  την Grupo Pefaco  για την αγοραπωλησία των  μετοχών. Δεν κατέδειξε ο αιτητής ότι υπάρχει συμβατική εγγύτητα μεταξύ των καθ’ ων η αίτηση και της  Grupo Pefaco ώστε να υπάρχει η δυνατότητα των καθ’ ων η αίτηση να εκτελέσουν την απόφαση του Αγγλικού Δικαστηρίου προς ανάκτηση του δανείου. Πιο σημαντικό η ύπαρξη της απόφασης προϋπήρχε της έκδοσης της διαιτητικής απόφασης και ο αιτητής δεν ήγειρε ζήτημα δεδικασμένου ή κωλύματος ενόψει της ύπαρξης της  συγκεκριμένης απόφασης που εκδόθηκε την 1.12.2023. Φαίνεται το επιχείρημα να προστέθηκε στο οπλοστάσιο του αιτητή εκ των υστέρων μετά την έκδοση της διαιτητικής απόφασης ώστε να καταστρατηγηθεί η εκτέλεση αυτής.

 

Έχω εξετάσει με προσοχή  όλη  την δικογραφία και  τις πραγματικές παραστάσεις των μερών  και δεν έχει αποδειχθεί ότι η διαιτητική απόφαση προσκρούει σε διατάξεις δημόσιας τάξεως της Κυπριακής Δημοκρατίας. Δεν δικαιολογείται η παρέμβαση του Δικαστηρίου σε αυτόνομη απόφαση διαιτητικού Δικαστηρίου στην απουσία ενδείξεων ότι δεν τηρήθηκαν τα εχέγγυα της δίκαιας δίκης και που από την όψη της περιέχει όλα εκείνα τα στοιχεία που συνθέτουν αιτιολογημένη απόφαση επίλυσης όλων των θεμάτων στην βάση της υπάρχουσας μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου.

 

Δεν θα πρέπει να διαταραχθεί η διαιτητική απόφαση ως μια αυτόνομη διαδικασία επίλυσης της επίδικης διαφοράς που επέλεξαν τα μέρη συμβατικά. Όλες οι ενέργειες του αιτητή καταδεικνύουν ότι  υποτάχθηκε στην δικαιοδοσία του Διαιτητικού  Δικαστηρίου και όταν προέκυψε μια απόφαση εναντίον του αφού εξάντλησε όλα τα περιθώρια ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου για να καθυστερήσει την διαδικασία  άλλαξε πλεύση για να αποφύγει τις συνέπειες της απόφασης. Το Δικαστήριο δικαιούται να παρέμβει μόνο στον βαθμό που του επιτρέπει ο νόμος 101/87 η φιλοσοφία του οποίου συνάδει με το  Model Law on International Commercial Arbitration.  Στόχος του θεσμικού πλαισίου που αφορά την Διεθνούς Εμπορική Διαιτησία είναι ως ανέφερε ο Δικαστής  Blackmun  σε απόφαση  της πλειοψηφίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ στην υπόθεση In Mitsubishi Motors Corp.v. Soler ChryslerPlymouth Inc., 473 U.S.614, 87 L. Ed. 2d 444, 105 S. Ct. 3346 (1985) ως ακολούθως:

 

“…we conclude that concerns of international comity, respect for the capacities of foreign and transnational tribunals, and sensitivity to the need of the international commercial system for predictability in the resolution of disputes require that we enforce the parties’ agreement, even assuming that a contrary result would be forthcoming in the domestic context.”

 

Κατά συνέπεια η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα αυτής επιδικάζονται υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

                                                                        (Υπ.) ………..………………………………..

                                                                                Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 

/ΕΠ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο