OWH SE I.L. (υπό εκκαθάριση), εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές αυτής, κ.κ. Frank Hellwing και Miro Zadro ν. UNITED COMPANY RUSUAL, INTERNATIONAL PUBLIC JOINT STOCK COMPANY κ.α., Διαιτητική Απαίτηση αρ.: 15/24, 4/3/2026
print
Τίτλος:
OWH SE I.L. (υπό εκκαθάριση), εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές αυτής, κ.κ. Frank Hellwing και Miro Zadro ν. UNITED COMPANY RUSUAL, INTERNATIONAL PUBLIC JOINT STOCK COMPANY κ.α., Διαιτητική Απαίτηση αρ.: 15/24, 4/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

Διαιτητική Απαίτηση αρ.: 15/24(i-justice)

Μεταξύ:

OWH SE I.L. (υπό εκκαθάριση), εκπροσωπούμενη από τους εκκαθαριστές αυτής, κ.κ. Frank Hellwing και Miro Zadro

                                                                                                Ενάγουσας

-και-

 

1. UNITED COMPANY RUSUAL, INTERNATIONAL PUBLIC JOINT STOCK COMPANY

2. RTI LTD

                                                                                 Εναγόμενων

------------------

Ημερομηνία: 4 Μαρτίου 2026

Εμφανίσεις:

Για αιτητή: κ. Π. Βορκάς για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ

Για καθ’ων η αίτηση: κ. Γιορδαμλής για Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε

-----------------

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτηση ημερ. 10.9.2025)

 

Μεταξύ των διαδίκων έλαβε χώρα διαιτητική διαδικασία στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει κανόνων διεθνούς διαιτητικού Δικαστηρίου του Λονδίνου. Στα πλαίσια της διαδικασίας εκδόθηκε η απόφαση ημερομηνίας 25.9.2024 με την οποία απορρίφθηκε η απαίτηση της  RTI  εναντίον της ενάγουσας και εξέδωσε απόφαση υπέρ της ενάγουσας διατάσσοντας την  RTI  ως πρωτοφειλέτρια και την εναγόμενη ως εγγυήτρια να καταβάλλουν στην ενάγουσα αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα το ποσό ύψους €213,770,661.77 πλέον τόκους και έξοδα. Στη συνέχεια το ποσό με επιπρόσθετη διαταγή μειώθηκε κατά €511 και στην συνέχεια το διαιτητικό Δικαστήριο εξέδωσε πρόσθετη πράξη σε σχέση με την  διαιτητική απόφαση. Η έναρξη της διαδικασίας ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας αποσκοπούσε στο δικαίωμα αναγνώρισης και εκτέλεσης των εν λόγω διαιτητικών αποφάσεων στην βάση της Σύμβασης της Νέας Υόρκης  που κυρώθηκε με βάση τη Σύμβαση περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του 1979 αρ. 84/79.

 

Στα πλαίσια της ως άνω διαδικασίας για εκτέλεση και αναγνώριση της απόφασης έχουν εκδοθεί δύο διατάγματα μονομερώς ημερομηνίας 26.11.2024 και 1.7.2025 αντίστοιχα που διατάσσουν διάφορες οντότητες που σχετίζονται με τους εναγόμενους να μην αποξενώσουν περιουσιακά στοιχεία που δυνατόν να χρησιμοποιηθούν για την πληρωμή της οφειλόμενης στο ακέραιο της διαιτητικής απόφασης. Οι εναγόμενοι και άλλα ενδιαφερόμενα πρόσωπα έχουν εμφανισθεί υπό διαμαρτυρία  ενώπιων Δικαστηρίου και έχουν καταχωρήσει ένσταση στην  έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων και οι διαδικασίες αυτές εκκρεμούν προς επίλυση. Εν μέσω αυτών των διαδικασιών η αιτήτρια-εναγόμενη United Company Rusal International Public Joint  Stock Company  έχει καταχωρήσει την παρούσα αίτηση και ζητεί την  έκδοση των ακόλουθων διαταγμάτων που αποσκοπούν κυρίως στον παραμερισμό της διαδικασίας που εκκρεμεί ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας:

 

“Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να περιλαμβάνει Αναγνωριστική Δήλωση ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας και/ή ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

 

B. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να παραμερίζεται και/ή απορρίπτεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

Γ. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να ακυρώνονται και/ή παραμερίζονται οποιαδήποτε διαβήματα και/ή αιτήσεις καταχωρήθηκαν από την Καθ' ης η Αίτηση (Αιτήτρια στην Κυρίως Αίτηση) στο πλαίσιο της υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Διαιτητικής Απαίτησης και/ή του υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Εντύπου 92 και οι επιδόσεις αυτών, ως εξ' υπαρχής άκυρα λόγω απουσίας και/ή έλλειψης locus standi και/ή νομιμοποίησης της Καθ' ης η Αίτηση να εγείρει και να προωθεί παρούσα Απαίτηση και/ή συνέπεια έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να εκδικάσει την παρούσα Απαίτηση και/ή λόγω κατάχρησης των δικαστικών διαδικασιών (abuse of the Court's process).

 

Δ. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διαγράφει (strike out) και/ή παραμερίζει (set aside) και/ή απορρίπτει και/ή ακυρώνει και/ή αναστέλλει (stay of proceedings) την διαδικασία στην πιο πάνω Απαίτηση λόγω του ότι η Καθ' ης η Αίτηση προσφεύγει ενώπιον του Δικαστηρίου καταχρηστικά και/ή με αλλότρια κίνητρα και/ή λόγω του ότι η πιο πάνω Απαίτηση είναι επιπόλαιη και/ή ενοχλητική (frivolous or vexatious) καθότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει προβεί σε παράλληλη διαδικασία επιδιώκοντας τον ίδιο σκοπό ενώπιον άλλου ευρωπαϊκού Δικαστηρίου.

 

Ε. Περαιτέρω και/ή Διαζευκτικά με τα πιο πάνω, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου που να παραμερίζει και/ή ακυρώνει την παρούσα διαδικασία εναντίον της Καθ' ης η Αίτηση λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου και/ή λόγω κατάχρησης της διαδικασίας του Δικαστηρίου καθότι υπάρχει ικανοποιητική μαρτυρία και/ή φαίνεται από στοιχεία που υπάρχουν στο φάκελο του Δικαστηρίου, ότι το Κυπριακό Δικαστήριο, δεν είναι υπό τες περιστάσεις το κατάλληλο Δικαστήριο να επιληφθεί της υπόθεσης και/ή Διαζευκτικά, εάν το Σεβαστό Δικαστήριο αποφασίσει ότι υπέχει δικαιοδοσία, Διάταγμα απορρίπτον και/ή αναστέλλον (stay) την παρούσα αγωγή και/ή την περαιτέρω διαδικασία στην παρούσα αγωγή, λόγω ακαταλληλότητας και/ή βολικότητας και/ή προσφορότητας (forum non conveniens) του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και/ή των Κυπριακών Δικαστηρίων να εκδικάσουν αυτή και/ή άλλως πως.

 

Στ. Διαζευκτικά, σε περίπτωση που ήθελε αποφασιστεί ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια υπέχουν δικαιοδοσία, Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου δια του οποίου να απορρίπτεται και/ή αναστέλλεται η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, μέχρις ότου διαπιστωθεί η διεθνής δικαιοδοσία του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου κράτους μέλους της ΕΕ, λόγω πολλαπλότητας των δικαστικών διαδικασιών και/ή λόγω έγερσης παρόμοιων διαδικασιών που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα και/ή λόγω κατάχρησης διαδικασίας και/ή λόγω έγερσης διαδικασιών με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία μεταξύ των ίδιων διαδίκων ενώπιον δικαστηρίων άλλου κράτους μέλους της ΕΕ.

 

Ζ. Διαζευκτικά και/ή Συμπληρωματικά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη (dismiss) και/ή καθολική διαγραφή (strike out) και/ή ο παραμερισμός και/ή να ακυρώνεται εξαρχής και/ή ως αντικανονική και/ή ως παράτυπη και/ή ως καταχρηστική της δικαστικής διαδικασίας η υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Διαιτητική Απαίτηση και/ήτο Έντυπο 92 ημερ.21/11/2024 και/ή ημερ. 15/01/2025 που καταχώρησε η Καθ' ης η Αίτηση, για τους ακόλουθους λόγους:

 

(1)   Έχει εγερθεί και προωθείται παράτυπα και/ή αντινομικά και/ή κατά παράβαση βασικών νομικών αρχών και/ή των αρχών της φυσικής δικαιοσύνης και/ή καταχρηστικά, αφού προωθούνται παράλληλα διαδικασίες στην Γερμανία και στην Κύπρο που στοχεύουν στο ίδιο αποτέλεσμα.

 

(2)   Δεν αποκαλύπτουν όλα τα γεγονότα και/ή τις αιτήσεις για εγγραφή και εκτέλεση της εν λόγω Διαιτητικής απόφασης.

 

(3)   Προωθούνται παράλληλες διαδικασίες που αποσκοπούν στην εκτέλεση της Διαιτητικής απόφασης και στην εκμαίευση πληροφοριών σχετικά με την περιουσία της Αιτήτριας στην Κύπρο.

 

Η αίτηση βασίζεται στον Ευρωπαϊκό Κανονισμό 1215/2012 επί του Κυρωτικού Νόμου του 1979 για Αναγνώριση και Εκτέλεση Αποφάσεων και στους θεσμούς της Πολιτικής Δικονομίας.

 

Οι Θέσεις των Μερών:

 

Οι λόγοι της καταχώρησης της αίτησης επεξηγούνται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ενός εκ των δικηγόρων που αντιπροσωπεύουν τους αιτητές σε νομικές διαδικασίες που αφορούν την εν λόγω διαφορά. Ο ομνύοντας ισχυρίζεται ότι βασίζεται σε γεγονότα που έχουν περιέλθει στην προσωπική του γνώση. Επεξηγεί ότι η αιτήτρια καταχώρησε σημείωμα εμφανίσεως υπό διαμαρτυρία στις 30.4.2025 και είναι θέση του ότι η εφαρμογή του μέρους 44 των θεσμών αφορά ειδικές διαδικασίες διαιτητικών απαιτήσεων και διασφαλίζει την τήρηση των διαδικαστικών απαιτήσεων του μέρους 12. Προκύπτει ότι εκκρεμεί παράλληλη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της ίδιας της διαιτητικής απόφασης ενώπιον Δικαστηρίου σε άλλο κράτος μέλος της ΕΕ, ήτοι στη Γερμανία. Το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο Καρλσρούης στη Γερμανία εξέδωσε προσωρινή διαταγή εκτέλεσης της απόφασης. Θεωρεί ότι επιδιώκεται με τις διάφορες διαδικασίες ο ίδιος σκοπός.

 

Η παράλληλη και διαδοχική άσκηση αιτήσεως εγγραφής και αναγνώρισης της ίδιας διαιτητικής απόφασης σε δύο Ευρωπαϊκές δικαιοδοσίες είναι κατάχρηση διαδικασίας.

 

Ο Κανονισμός (ΕΕ) 1215/2012 εφαρμόζεται σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις με διασυνοριακό χαρακτήρα εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και ρυθμίζει, μεταξύ άλλων, ζητήματα διεθνούς δικαιοδοσίας, αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων.

 

Βάσει του άρθρου 1(2)(δ) του Κανονισμού (ΕΕ) 1215/2012, η διαιτησία καθαυτή εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω Κανονισμού, εντούτοις όταν πρόκειται για διαδικασίες αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων που απορρέουν από διαιτητικές αποφάσεις, τα δικαστήρια των κρατών μελών που επιλαμβάνονται αυτών μπορούν να υπάγονται στον υπό αναφορά Κανονισμό, εφόσον δεν εξετάζουν την ουσία της διαιτησίας και προκειμένου να διασφαλίζουν την ασφάλεια και τη συνοχή δικαίου στην Ευρωπαϊκή Ένωση, λαμβάνοντας τα απαραίτητα μέτρα με σκοπό να περιστέλλουν παράλληλες διαδικασίες που επιδιώκουν το ίδιο αποτέλεσμα, να διασφαλίζουν την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών και να καταστέλλουν τον κίνδυνο έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων στα δικαστήρια των κρατών μελών. Όπως φαίνεται από τα Τεκμήρια 1 και 2 η αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης στην Γερμανία καταχωρήθηκε στις 06/11/2024, ημερομηνία προγενέστερη της καταχώρισης της Κυρίως Αίτησης. Οι διαδικασίες στην Κύπρο ακολούθησαν αυτή.

 

Συνεπώς, το Κυπριακό δικαστήριο αποτελεί μεταγενέστερο χρονικά επιληφθέν δικαστήριο και ως εκ τούτου δεσμεύεται να σεβαστεί την προτεραιότητα του πρώτου επιληφθέντος δικαστηρίου, δηλαδή αυτού της Γερμανίας.

 

Ακόμη και εάν ο πυρήνας της διαφοράς (δηλ. η διαιτησία) δεν εμπίπτει στο πλαίσιο εφαρμογής του Κανονισμού, οι διαδικασίες αναγνώρισης και εκτέλεσης αποφάσεων που λαμβάνουν χώρα ενώπιον δικαστηρίων κρατών μελών υπόκεινται στους κανόνες του Κανονισμού και στην αρχή του lis pendens.

 

H ερμηνεία αυτή επιβεβαιώνεται και από τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης, σύμφωνα με την οποία ο σκοπός του Κανονισμού 1215/2012 είναι να αποτραπεί η κατάχρηση της επιλογής του δικαστηρίου (forum shopping) και να διασφαλιστεί η προβλεψιμότητα, η συνοχή και η αμοιβαία εμπιστοσύνη μεταξύ των δικαστικών συστημάτων των κρατών μελών.

 

Η ύπαρξη δύο διαδικασιών σε δύο διαφορετικές διαδικασίες επιφέρει κίνδυνο αλληλοσυγκρουόμενων αποφάσεων.

 

Οι καθ’ ων η αίτηση-ενάγοντες έχουν καταχωρήσει ένσταση και έχουν προβάλει συνολικά 16 λόγους ένστασης ως ακολούθως :

 

Οι λόγοι στους οποίους στηρίζεται η παρούσα ένσταση είναι οι ακόλουθοι:

 

1.     H Αίτηση είναι απαράδεκτη και/ή νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή παράτυπη και/ή αντικανονική και/ή εδράζεται σε εσφαλμένη νομική βάση και/ή είναι παντελώς αδικαιολόγητη και/ή θνησιγενής.

 

2.     Το σεβαστά Δικαστήρια κέκτηται πλήρους δικαιοδοσίας να εκδικάσει την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Διαιτητική Απαίτηση καθώς η Καθ’ ης η Αίτηση έχει εξασφαλίσει εναντίον της Αιτήτριας τελεσίδικη και απολύτως δεσμευτική Διαιτητική Απόφαση και η Αιτήτρια κατέχει περιουσιακά στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας που επιδέχονται εκτέλεσης και/ή έχει εξουσία και/ή δικαιοδοσία να εκδικάσει την παρούσα Διαιτητική Απαίτηση σύμφωνα με τις πρόνοιες των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, τις διατάξεις του Περί Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων (Κυρωτικού) Νόμου Ν'84/1979, της Σύμβασης της Νέας Υόρκης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων ημερομηνίας 10.06.1958 (η "Σύμβαση της Νέας Υόρκης') και του Περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου Ν.401/1987.

 

3.     Η Καθ' ης η Αίτηση νομιμοποιείται πλήρως και/ή έχει κάθε νόμιμο δικαίωμα και/ή αγώγιμο δικαίωμα και/ή locus standi για τη καταχώριση και/ή προώθηση διαδικασίας για την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης που εκδόθηκε προς όφελος της.

 

4.     Η Αίτηση δεν ευρίσκει έρεισμα στις οικείες νομικές αρχές και/ή στην Κυπριακή και/ή Αγγλική νομολογία και/ή στους Κανονισμούς της Ευρωπαϊκής Ένωσης και/ή στη νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου και/ή δεν αποκαλύπτει κανένα λόγο και/ή καλό λόγο για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.

 

5.     H Αίτηση είναι καταπιεστική και/ή ενοχλητική και/ή δεν υποβάλλεται καλόπιστα και/ή αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας καθότι υποβάλλεται για αλλότριους σκοπούς και/ή οδηγεί σε εκτροχιασμό της δικαστικής διαδικασίας και/ή προωθείται με μοναδικό σκοπό την παρεμπόδιση της Καθ’  ης η Αίτηση να εισπράξει το λαβείν της.

 

6.     H Αιτήτρια δεν εξειδικεύει και δεν έχει επαρκώς αιτιολογήσει και/ή τεκμηριώσει και/ή στηρίξει τον ισχυρισμό της ότι υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών στο πλαίσιο διαδικασίας αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης. Τουναντίον ουδεμία πολλαπλότητα και/ή κατάχρηση ενυπάρχει.

 

7.     H Σύμβαση της Νέας Υόρκης και η εθνική νομοθεσία δεν περιορίζουν την Καθ' ης η Αίτηση από το να επιδιώξει την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης μόνο σε μία δικαιοδοσία, αντιθέτως οι διαδικασίες εκτέλεσης σε κάθε δικαιοδοσία θεωρούνται ξεχωριστές και ανεξάρτητες και η Καθ' ης η Αίτηση νομιμοποιείται πλήρως να επιδιώξει την εκτέλεση εκεί όπου θεωρεί κατάλληλα, ήτοι όπου υπάρχουν διαθέσιμα προς εκτέλεση περιουσιακά στοιχεία και/ή η ανάγκη καταχώρισης ξεχωριστής διαδικασίας για αναγνώριση ενώπιον των εθνικών δικαστηρίων της κάθε δικαιοδοσίας, πριν καταστεί δυνατή η εκτέλεση μιας διαιτητικής απόφασης, απορρέει από την αρχή ότι μάνα αι αρχές εκτέλεσης της εκάστοτε δικαιοδοσίας μπορούν να ασκήσουν εξουσία επί των προσώπων και/ή νομικών οντοτήτων που υπάγονται σε αυτήν.

 

8.     Δεν τυγχάνει εφαρμογής ο Κανονισμός (ΕΕ) αρ. 1215/20 Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 12ης Δεκεμβρίου 2012 για τη Διεθνή Δικαιοδοσία, την Αναγνώριση και την Εκτέλεση Αποφάσεων σε Αστικές και Εμπορικές Υποθέσεις και/ή δεν πληρούνται και/ή δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις που τίθενται στον Κανονισμό, εφόσον η παρούσα Διαιτητική Απαίτηση αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπής διαιτητικής απόφασης που ρητώς εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής αυτού.

 

9.     Δεν εφαρμόζεται και/ή δεν παραβιάζεται η αρχή του lis pendens και/ή δεν θίγεται η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας να αποφασίζουν ανεξάρτητα και στη βάση των εκάστοτε εφαρμοζόμενων αρχών του εθνικού και διεθνούς εφαρμοζόμενου δικαίου για την αναγνώριση και την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων κατ' εφαρμογή επομένως της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, ταυ Κυρωτικού Νόμου και του περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου υπ αρ. 101/1987.

 

10.  H διαδικασία αναγνωρίσεως και εκτελέσεως διαιτητικής αποφάσεως διέπεται από τα εθνικό και το διεθνές δίκαιο που ισχύουν εντός του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η αναγνώριση και η εκτέλεση.

 

11.  Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της Διαιτητικής Απόφασης στη Γερμανία έχει ούτως ή άλλως αποσυρθεί εναντίον της Αιτήτριας, πολύ πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης και δη στις 04.08.25 λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων της Αιτήτριας εντός της Γερμανίας και επομένως ο σχετικός ισχυρισμός της Αιτήτριας είναι παραπλανητικός και/ή δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα.

 

12.  Με δεδομένο ότι η Απαίτηση της Καθ' ης η Αίτηση αφορά την αναγνώριση και εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης που έχει ήδη εκδοθεί υπέρ της αδιαμφισβήτητο ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει καλή βάση αγωγής και πολύ καλές πιθανότητες, κάτι που επιβεβαιώνεται μέσω της έκδοσης των προσωρινών διαταγμάτων ημερομηνίας 26.11.2024 και 01.07.2025 που εξεδόθησαν στα πλαίσια της παρούσας Διαιτητικής Απαίτησης.

 

13.  H Αίτηση δεν ικανοποιεί τις προϋποθέσεις για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου υπέρ της έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων και/ή τυχόν έγκριση της Αίτησης θα οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος της Καθ' ης η Αίτηση στη δικαιοσύνη.

 

14.  Τυχόν έγκριση της υπό κρίση Αίτησης θα επιφέρει αθέμιτο περιορισμό στο δικαίωμα πρόσβασης της Καθ' ης η Αίτηση στη δικαιοσύνη προς διεκδίκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της.

 

15.  Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων 9α προκαλέσει αδικία και ανεπανόρθωτη ζημιά στην Καθ' ης η Αίτηση.

 

16.   H Αίτηση υποβάλλεται με υπερβολική και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.”

 

Η ένσταση ως και στην περίπτωση των αιτητών στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει δικηγόρος των καθ’ων η αίτηση που ως επεξηγείται πρόκειται για  υπό εκκαθάριση πιστωτικό ίδρυμα με έδρα την Γερμανία.

 

Ήταν θέση της ομνύουσας ότι οι δικηγόροι που χειρίζονται τις υποθέσεις εκ μέρους των εναγόμενων δεν νομιμοποιούνται να αντιπροσωπεύουν την εναγόμενη 2 διότι στις 17.7.2025 διορίσθηκε προσωρινός εκκαθαριστής γι’ αυτήν κατόπιν αίτησης των εναγόντων με αποτέλεσμα η παρούσα διαδικασία να έχει ανασταλεί εναντίον της.

 

Η αίτηση είναι ανυπόστατη επειδή η κυρίως διαδικασία αφορά την έκδοση διατάγματος διά του οποίου αναγνωρίζεται και κηρύσσεται εκτελεστή η διαιτητική απόφαση στην Κύπρο. Το έναυσμα για την καταχώρηση της διαδικασίας και ανάληψη δικαιοδοσίας είναι το γεγονός ότι η αιτήτρια κατέχει σημαντικής αξίας περιουσιακά στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας και συγκεκριμένα εκεί βρίσκεται ο μοναδικός μέτοχος της εταιρείας Miradore  Enterprises Ltd που λειτουργεί ως ιθύνουσα εταιρεία και κατέχει ποσοστό ύψους 50% στην Κυπριακή εταιρεία Muider Ltd. Υπάρχει δικαιοδοσία δεδομένου ότι η αιτήτρια διαθέτει περιουσιακά στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας που επιδέχονται εκτέλεσης κατ’ εφαρμογή της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων του Κυρωτικού Νόμου 101/1887.

 

 

H παρούσα Αίτηση είναι κατά το νόμο και τα πράγματα αβάσιμη και λανθασμένη και δεν βρίσκει έρεισμα στις νομικές πρόνοιες στις οποίες στηρίζεται. Συγκεκριμένα:

 

(α) H ίδια η Σύμβαση της Νέας Υόρκης έχει δομηθεί με τρόπο που να διευκολύνει την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων σε οποιοδήποτε συμβαλλόμενο κράτος όπου ενδέχεται να εντοπίζονται περιουσιακά στοιχεία. Περαιτέρω, το Κυπριακό δίκαιο και το κοινοδίκαιο, σε συμφωνία με τη διεθνή πρακτική, αναγνωρίζει ότι επιτυχών διάδικος σε διαιτητική διαδικασία δικαιούται να επιδιώξει την εκτέλεση εκεί όπου θεωρεί κατάλληλο, ήτοι όπου υπάρχουν διαθέσιμα προς εκτέλεση περιουσιακά στοιχεία.

 

(β) Ως εκ τούτου, η Σύμβαση της Νέας Υόρκης και η εθνική νομοθεσία δεν περιορίζουν την Καθ’ ης η Αίτηση από το να επιδιώξει την εκτέλεση της Διαιτητικής Απόφασης μόνο σε μία δικαιοδοσία. Αντιθέτως οι διαδικασίες εκτέλεσης σε κάθε δικαιοδοσία θεωρούνται ξεχωριστές και ανεξάρτητες και οι λόγοι άρνησης εκτέλεσης καθορίζονται εξαντλητικά στα Άρθρο V της Σύμβασης της Νέας Υόρκης και στην αντίστοιχη πρόνοια ταυ Κυρωτικού Νόμου.

 

(γ) Ο Κανονισμός 1215/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση καθώς η Κυρίως Διαδικασία αφορά διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης, η οποία, σύμφωνα με τις ρητές διατάξεις ταυ Κανονισμού 121512012, εξαιρείται από το πεδίο εφαρμογής αυτού. Όπως προκύπτει από τις πρόνοιες και τις αιτιολογικές σκέψεις του Κανονισμού 121512012, ο τελευταίος δεν εφαρμόζεται σε αποφάσεις που αφορούν την αναγνώριση ή την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων, οι οποίες διέπονται από το εθνικά και το διεθνές δίκαιο που ισχύουν εντός του κράτους μέλους στο οποίο ζητείται η αναγνώριση και η εκτέλεση της αιτητικής απόφασης. H κυρίως διαδικασία δεν υπόκειται στις διατάξεις του Κανονισμού περί εκκρεμοδικίας (lis pendens). Τα όσα τεχνηέντως ισχυρίζεται ο ομνύοντας δια της παραγράφου 11.5 της ΕΔ Χατζηκώστα, ότι δήθεν μια διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης - και όχι αυτή καθαυτή η διαιτησία - υπόκειται στον Κανονισμό 1215/2012 και δη στο δόγμα του lis pendens, είναι λανθασμένο, παραπλανητικό και παντελώς αβάσιμο.

 

(δ) Ως εκ τούτου, o Κανονισμός 1215/2012 δεν τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση, καθώς ρητώς προβλέπει ότι δεν θίγεται η αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών, συμπεριλαμβανομένου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας και οποιουδήποτε άλλου δικαστηρίου κράτους μέλους, να αποφασίζουν ανεξάρτητα και στη βάση των εκάστοτε εφαρμοζόμενων αρχών του εθνικού και διεθνούς εφαρμοζόμενου δικαίου για την αναγνώριση και την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων κατ' εφαρμογή επομένως της Σύμβασης της  Νέας Υόρκης, του Κυρωτικού Νόμου και του Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμου υπ' αρ. 101/1987.

 

(ε) Ως εκ των πιο πάνω και με δεδομένο ότι η Καθ' ης η Αίτηση έχει εύλογη αιτία έγερσης της Κυρίως Διαδικασίας εναντίον της Αιτήτριας και ότι ουδεμία κατάχρηση υπάρχει, ούτε και ο Κανονισμός 3 του Μέρους 3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 τυγχάνει εφαρμογής στην παρούσα περίπτωση.

 

Τα αιτούμενα διατάγματα  αν εκδοθούν υπονομεύουν την συνοχή της έννομης τάξης της ένωσης για την ορθή απονομή της δικαιοσύνης. Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης διέπεται από το διεθνές δίκαιο και ειδικά από τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης και αποτελεί αντικείμενο ρύθμισης διεθνών συμβάσεων ενώπιον εθνικών Δικαστηρίων που αφορούν την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων. Το Κυπριακό Δικαστήριο δεν δεσμεύεται από οποιαδήποτε απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου που αφορά την αναγνώριση και την εκτέλεση της αλλοδαπής απόφασης. Ο διάδικος διατηρεί περιουσιακά στοιχεία σε διαφορετικές χώρες. Δεν εφαρμόζεται ο κανονισμός 1215/2012 στις υπό κρίση διαδικασίες.

 

Σε κάθε περίπτωση δεν εκκρεμεί πανομοιότυπη διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης στην Γερμανία. Η διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης στη Γερμανία έχει αποσυρθεί από τις 4.6.2025 λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων της αιτήτριας στη Γερμανία.

 

Η διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να απορρίψει την διαδικασία στη βάση του κανονισμού 3.3(2)(α) των Κανονισμών της Πολιτικής Δικονομίας του 2023 ασκείται μόνο όταν η απαίτηση είναι ανυπόστατη διότι συνεπάγεται με απαγόρευση πρόσβασης του Δικαστηρίου. Η διαιτητική απόφαση που έχει εκδοθεί προς όφελος της καθ’ ης η αίτηση είναι τελεσίδικη και δεσμευτική με καλές πιθανότητες επιτυχίας. Η αιτήτρια δεν έχει προωθήσει κάτι άλλο πέραν  από τον αναληθή και ανυπόστατο ισχυρισμό που αφορά την αρχή του lis pendens  αναφορικά με το γιατί η κυρίως διαδικασία δεν πρέπει να πετύχει ή γιατί δεν πρέπει να πληρώσει το εξ’ αποφάσεως χρέος και δεν συμμορφώνεται με τις υποχρεώσεις της.

 

Σημειώνεται τέλος ότι η Αιτήτρια έχει καθυστερήσει ουσιωδώς και αδικαιολόγητα να καταχωρίσει την παρούσα Αίτηση, γεγονός που καταδεικνύει τις καταχρηστικές της προθέσεις. Επισημαίνεται ότι στην ενδιάμεση αίτηση ημερ. 22.05.25 που η Αιτήτρια καταχώρισε στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας και με την οποία επιζητούσε παράταση ταυ χρόνου καταχώρισης της παρούσας Αίτησης, ανέφερε ότι η παράταση χρόνου ήταν απαραίτητη εν όψει του "μεγάλου όγκου εγγράφων" που έπρεπε να μεταφραστεί. Τουναντίον, μέσω της Αίτησης που καταχώρισε 4,5 μήνες μετά την καταχώριση σημειώματος εμφάνισης υπό διαμαρτυρία, έχει προσκομίσει την μετάφραση μόνο μίας οχτασέλιδης απόφασης των Γερμανικών δικαστηρίων, χωρίς να δικαιολογεί με οποιοδήποτε τρόπο την σημειωθείσα υπέρμετρη καθυστέρηση στην υποβολή της παρούσας Αίτησης.

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΙΑ

 

Αφού τα μέρη ανέπτυξαν τις θέσεις τους με την σχετική δικογραφία ακολούθησε η κατάθεση συμπληρωματικών ενόρκων δηλώσεων διαδοχικά στις 28.11.2025 και 11.12.2025 αντίστοιχα.

 

Δικηγόρος εκ μέρους των αιτητών έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου ότι οι καθ’ ων η αίτηση δεν παρουσίασαν αποδεικτικό στοιχείο ότι απέσυραν με επιστολή ημερομηνίας 4.6.2025 την διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης στην Γερμανία  λόγω έλλειψης περιουσιακών στοιχείων της εταιρείας United Company Rusal International στην Γερμανία.

 

Η απάντηση των καθ’ων η αίτηση στον πιο πάνω ισχυρισμό δόθηκε ενόρκως επίσης από δικηγόρο των διαδίκων. Έχει παραθέσει και επισυνάψει την  επιστολή απόσυρσης  ημερομηνίας 26.11.2025 με την οποία οι καθ’ ων η αίτηση απέσυραν την διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης στην Γερμανία. Επισυνάπτεται και αντίγραφο του διατάγματος που εκδόθηκε από το Γερμανικό Δικαστήριο για την απόσυρση που παραπέμπει στις 4.6.2025 ως ημερομηνία απόσυρσης της απαίτησης κατά της  Rusal.

 

Τα μέρη ανέπτυξαν τις θέσεις τους με επισταμένη επιχειρηματολογία. Σημειώνεται ότι κατά την ακρόαση της αίτησης έχουν συμφωνήσει μεταξύ τους τα μέρη ως προς τα έξοδα της αίτησης που θα καταβάλει ο αποτυχών διάδικος ήτοι €9.200 πλέον ΦΠΑ πλέον €18 πραγματικά έξοδα.

 

ΑΝΑΛΥΣΗ ΚΑΙ ΚΑΤΑΛΗΞΗ

 

Η  αίτηση περιορίζεται από το νομικό και πραγματικό της πλαίσιο.  Δύο είναι οι λόγοι για τους οποίους οι αιτητές ζητούν την διαγραφή της διαιτητικής απαίτησης  ήτοι, ότι υπάρχει πολλαπλότητα διαδικασιών  επειδή προκύπτει ότι το Ανώτερο Περιφερειακό Δικαστήριο της Καρλσρούης εξέδωσε προσωρινή διαταγή εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης και δεύτερο ότι ενόψει της εφαρμογής της Ευρωπαϊκής οδηγίας 1215/12 στην διαδικασία και της αρχής lis Pendens που  υπαγορεύει την αμοιβαία εμπιστοσύνη των κρατών μελών της ένωσης  στις δικαστικές αποφάσεις άλλων κρατών μελών η παρούσα διαδικασία αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης θα πρέπει να κατασταλεί εξαιτίας του κινδύνου αντιφατικών αποφάσεων.

 

Δεν έχει αμφισβητηθεί με αντίθετη μαρτυρία ότι στις 25.9.2024 εκδόθηκε διαιτητική απόφαση που αφορούσε διαιτητική διαδικασία που έλαβε χώρα στο Ηνωμένο Βασίλειο βάσει κανόνων του διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου LCIA  και που αφορούσε εμπορικής φύσεως διαφορά (παράλειψη πληρωμής δεκαεννέα απαιτήσεων περιθωρίου για κάλυψη διαφορών αποτίμησης (margin calls) μεταξύ των μερών.  Η εν λόγω απόφαση προνοεί και διατάττει όπως η RTI  ως κύριος οφειλέτης και η Rusal  ως εγγυητής καταβάλουν άμεσα στην OWH  το ποσό των €213,770,661 σχετικά με το ποσό της καταγγελίας Μαρτίου 25.9.2024. Κεκυρωμένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης επισυνάπτεται στην κυρίως αίτηση ως Τεκμήριο 5. H RTI και η εναγόμενη δεν εφεσίβαλαν ή ζητήσαν τον παραμερισμό της διαιτητικής απόφασης και/ή δεν αμφισβήτησαν με οποιοδήποτε τρόπο την διαιτητική απόφαση εντός των προβλεπόμενων προθεσμιών που ήταν μέχρι 1.11.2024 (βλ. Τεκμήριο 11 βεβαίωση του Δικαστή).

 

Υπάρχει θετική μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου ότι η εναγόμενη κατέχει σημαντικής αξίας περιουσιακά στοιχεία εντός της Κυπριακής Δημοκρατίας. Αυτά τα περιουσιακά στοιχεία είναι η  δικαιοδοτική βάση για την εγγραφή της Διαιτητικής απόφασης με σκοπό την αναγνώριση και εκτέλεση της. Στα  πλαίσια της απαίτησης της διαιτητικής απόφασης έχουν εκδοθεί τα προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 26.11.2024, 1.7.2025 και 7.1.2026.

 

Το δικονομικό διάβημα στο οποίο στηρίζονται οι αιτητές προκειμένου να παραμερισθεί και ακυρωθεί η παρούσα διαδικασία  αφορά την διαταγή 3.3 των θεσμών 2023 ήτοι, διαγραφή του δικογράφου (απαίτηση) επειδή δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία απαίτησης και/ή επειδή το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Δεύτερη πηγή νομικού υπόβαθρου είναι η διαταγή 12 που δίνει την εξουσία του Δικαστηρίου να παραμερίσει την απαίτηση εάν διαπιστώσει ότι το Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της απαίτησης και/ή θα πρέπει το Δικαστήριο να μην ασκήσει την όποια δικαιοδοσία δυνατόν να έχει.

 

Το ότι δεν αποκαλύπτεται εύλογη αιτία απαίτησης επειδή το Δικαστήριο στερείται καθ’ ύλην αρμοδιότητας ως θέμα δικαίου δεν φαίνεται να είναι η θέση των αιτητών. Ζητήματα δικαιοδοσίας μπορούν να εγερθούν σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας ακόμη και εάν δεν δικογραφούνται. Στην περίπτωση που Δικαστήριο στερείται καθ’ ύλην αρμοδιότητας να επιληφθεί διαφοράς στερείται κάθε εξουσίας χειρισμού της υπόθεσης και διαβήματα που έχουν ληφθεί στα πλαίσια της διαδικασίας στερούνται εγκυρότητας.  Έχει νομολογηθεί ότι το βάθρο για την εξέταση θέματος δικαιοδοσίας είναι η διαφορά όπως καθορίζεται στο δικόγραφο το οποίο προσδιορίζει το επίδικο θέμα και ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τη δικαιοδοσία του δικαστηρίου είναι εκείνα που συνθέτουν την απαίτηση αποκλειστική πηγή αναζήτησης της οποίας είναι η έκθεση απαιτήσεως.  (βλ. Κωνσταντίνου v. Κωνσταντίνου 1 ΑΑΔ 1192 (2004).  Στην περίπτωση που η δικογραφία δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας αλλά θέμα δικαίου η διαγραφή της απαίτησης. (βλ. In re Pelmako Development Ltd v. In re Companies Law Cap.113 1 Α.Α.Δ. 246 (1991).

 

Το κατά πόσο η  παρούσα η απαίτηση που επιδιώκει την αναγνώριση και εκτέλεση της υπαρκτής διαιτητικής απόφασης  συνιστά επιπόλαιο και ενοχλητικό δικονομικό διάβημα που δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα που θα πρέπει να αναλάβει το παρόν Δικαστήριο είναι θέμα ουσιαστικού δικαίου.

 

Η σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958 της οποίας η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος με θέμα Διεθνές Συμφωνία περί της Αναγνώρισης και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων κυρώθηκε με τον νόμο 84/79. Ο περί Κυρών της Σύμβασης περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Διαιτητικών Αποφάσεων Νόμου 84/1979 παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο εντός του οποίου θα πρέπει να εξετασθεί το αίτημα των καθ’ ων η αίτηση ώστε η απόφαση του Διεθνούς Διαιτητικού Δικαστηρίου στο Λονδίνου ημερομηνίας 25.9.2024 να εγγραφεί, και να αναγνωριστεί ώστε να καθίσταται εκτελεστή στην Κύπρο. Το δικονομικό μέτρο και η διαδικασία που ακολουθείται ώστε να καταχωρηθεί, να εξετασθεί και να εγγραφεί τέτοια απόφαση διέπεται από την εθνική νομοθεσία των συμβαλλόμενων χωρών που έχουν συνομολογήσει συμφωνία περί διαιτησίας. Συγκεκριμένα, έχει θεσπισθεί ο Νόμος που προνοεί για Διεθνή Διαιτησία σε εμπορικά ζητήματα και για Συναφή Θέματα 101/87. Το άρθρο 35 του Νόμου 101/87 προνοεί ότι η διαιτητική απόφαση είναι δεσμευτική και αναγνωρίζεται ως δεσμευτική μετά από γραπτή αίτηση οποιουδήποτε των μερών και ότι το Δικαστήριο εκδίδει διάταγμα εκτέλεσης της απόφασης. Η αίτηση θα πρέπει απαραίτητα να συνοδεύεται με την πρωτότυπη ή κυρωμένη διαιτητική απόφαση εκτός αν αποδειχθεί μια από τις προϋποθέσεις του άρθρου 36 που απαριθμεί τους λόγους που το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί την αναγνώριση και/ή εκτέλεση της απόφασης. Εκδίδεται το διάταγμα εκτέλεσης ως συνέπεια της δεσμευτικότητας της διαιτητικής απόφασης.

 

Η εν λόγω απαίτηση  συνοδεύεται με το Τεκμήριο 5  που είναι δεόντως πιστοποιημένο αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης. Η εν λόγω απόφαση ημερομηνίας 25.9.2024  πρόκειται για τελική και δεσμευτική απόφαση για τα διάδικα μέρη αλλά δεν έχει ικανοποιηθεί το χρηματικό ποσό που εχει επιδικαστεί εναντίον της αιτήτριας.

 

Οι  αιτητές δεν αμφισβητούν με την αίτηση τους  ότι η απόφαση που επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της απαίτηση ως τεκμήριο 5 είναι κεκυρωμένο  αντίγραφο της διαιτητικής απόφασης . Δεν εγείρεται με την αίτηση  οποιοδήποτε θέμα που να αφορά την εγκυρότητα της απόφασης.

 

Η αιτήτρια έχει εγείρει διάφορα ζητήματα στα πλαίσια της αίτησης που κατά την κρίση της δικαιολογούν την απόρριψη της ‘απαίτησης’ . Εγείρεται ζήτημα ότι η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική ενόψει παράλληλης  διαδικασίας  αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης σε Δικαστήριο της Γερμανίας . Το συγκεκριμένο επιχείρημα και η νομολογία που παραθέτουν οι αιτητές για να εισηγηθούν την διαγραφή και παραμερισμό της απαίτησης δεν αφορά το ζήτημα της καθ’ ύλην αρμοδιότητας του Δικαστηρίου να επιληφθεί της απαίτησης ως θέμα δικαίου.

 

Αφετηρία για την εξέταση του ζητήματος καθ’ ύλην αρμοδιότητας  είναι το νομικό πλαίσιο της Σύμβασης της Νέας Υόρκης που θέτει συγκεκριμένες προϋποθέσεις που πρέπει να ικανοποιηθούν για να γίνει αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης με σκοπό την εκτέλεση αυτής και στη συνέχεια η εξέταση της ύπαρξης θεσμοθετημένων λόγων που προνοεί η σύμβαση ως αιτία για την άρνηση της αναγνώρισης. Αφ’ ης στιγμής το Δικαστήριο ικανοποιηθεί στα πλαίσια της Σύμβασης ότι τηρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο ΙV της Σύμβασης κυρωτικού νόμου 84/79 δεν τίθεται ζήτημα αναρμοδιότητας του διαιτητικού Δικαστηρίου και το θέμα της αναγνώρισης θα πρέπει να εξετασθεί με αναφορά τις θεσμοθετημένες προϋποθέσεις πιο κάτω:

 

Άρθρον ΙV

1. Προς επίτευξιν της εν τω προηγουµένω άρθρω αναφεροµένης αναγνωρίσεως και εκτελέσεως, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν µέρος οφείλει, κατά τον χρόνον της υποβολής της αιτήσεως, να προσκοµίση:

(α) το δεόντως κεκυρωµένον πρωτότυπον της αποφάσεως ή δεόντως πιστοποιηµένον αντίγραφον αυτής·

(β) το πρωτότυπον της εν άρθρω ΙΙ αναφεροµένης συµφωνίας ή δεόντως πιστοποιηµένον αντίγραφον αυτής.

2. Εάν η ειρηµένη απόφασις ή συµφωνία δεν συνετάχθη εις την επίσηµον γλώσσαν της χώρας εις την οποίαν γίνεται επίκλησις αυτής, το αιτούν την αναγνώρισιν και εκτέλεσιν της αποφάσεως µέρος δέον να προσκοµίση µετάφρασιν των εγγράφων τούτων, εις την , εις την γλώσσαν ταύτην. Η µετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήµου ή ορκωτού µεταφραστού ή υπό διπλωµατικού ή προξενικού αντιπροσώπου. γλώσσαν ταύτην. Η µετάφρασις δέον να πιστοποιήται υπό επισήµου ή ορκωτού µεταφραστού ή υπό διπλωµατικού ή προξενικού αντιπροσώπου.”

 

Στην περίπτωση που πληρούνται οι προϋποθέσεις, πιο πάνω, τότε ως το άρθρο III της Σύμβασης προβλέπει η Κυπριακή Δημοκρατία ως συμβαλλόμενο κράτος της Σύμβασης θα αναγνωρίσει την εν λόγω διαιτητική απόφαση ως δεσμευτική και θα εκτελεί αυτή συμφώνως προς τους κανόνες της ημεδαπής διαδικασίας εντός της εδαφικής επικρατείας της χώρας.

 

Όπως επεξηγήθηκε στην υπόθεση Svenska Petroleum and exploration AB v. Lithuania [2006] EWCA 1529 όταν ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του άρθρου IV που αφορούν την προσαγωγή των απαραίτητων εγγράφων στα πλαίσια αίτησης αναγνώρισης και αποκλειστούν οι λόγοι που το Δικαστήριο δύναται να αρνηθεί να αναγνωρίσει τη διαιτητική απόφαση δυνάμει του άρθρου V δεν υποχρεούται και απαγορεύεται το παρόν Δικαστήριο να αναθεωρήσει τη διαιτητική απόφαση, την αιτιολογία και τα ευρήματα της καθώς να υποκαταστήσει την δική του κρίση με την κρίση του διαιτητικού Δικαστηρίου.

 

In the case of a New York Convention award, s 103(2) gives the court the right not to recognize the award if the person against whom it is invoked is able to prove any of the matters set out in that subsection and if the court is satisfied that the award should not be recognized, the matter ends there.

 

Η ίδια η σύμβαση διακρίνει μεταξύ της αναγνώρισης της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αυτής και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης εντός της εδαφικής επικρατείας του κράτους αφού έχει επέλθει η αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης με αντικείμενο τις διαφορές μεταξύ προσώπων, φυσικών ή νομικών. Το διαδικαστικό πλαίσιο για την αναγνώριση και την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης είναι απλό και εύκολο ώστε χωρίς εμπόδια να πετυχαίνεται η αναγνώριση. Οι πρόνοιες του άρθρου III επιτρέπουν στα συμβαλλόμενα κράτη της Σύμβασης να προχωρήσουν εύκολα στην αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων περιορίζοντας την δυνατότητα τους να αρνηθούν την αναγνώριση και εκτέλεση της απόφασης εντός του lex fori.

 

Εκείνο που επεξήγησε το Ανώτατο Δικαστήριο στα πλαίσια της υπόθεσης Ιntersputnik International Organization of Space Communications v. Alrena Investments Πολιτική Έφεση 298/2013 ημερομηνίας 4.4.2017, ECLI:CY:AD:2017:A122 είναι ότι η φιλοσοφία των Διεθνών Συμβάσεων που διέπουν τις διεθνείς εμπορικές διαιτησίες, είναι η παροχή ενός γρήγορου μηχανισμού απονομής δικαιοσύνης και επίλυσης των διαφορών σε διεθνές επίπεδο. Τόσο ο Νόμος αρ. 84/79, που έχει ως βάση τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης του 1958, όπως ο περί Διεθνούς Εμπορικής Διαιτησίας Νόμος αρ. 101/87, και ο περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή, και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμος αρ. 121(Ι)/2000, παρέχουν μια ιδιάζουσα και αυτόνομη διαδικασία.

 

Αναφορικά με τη Σύμβαση της Νέας Υόρκης ειδικά λέχθηκαν τα ακόλουθα:

 

Η πιο φιλελεύθερη αυτή προσέγγιση συνάδει με το σκοπό και φιλοσοφία της ίδιας της Σύμβασης της Νέας Υόρκης, όπως αυτή εξηγείται στο Guide to the Interpretation of the 1958 New York Convention: A Handbook for Judges (May 2012 Edition), το οποίο αποσαφηνίζει ότι η Σύμβαση βασίζεται σε                                               «pro-enforcement bias», εξυπηρετώντας έτσι το σκοπό του διεθνούς εμπορίου και των επιχειρήσεων.

 

Ιδωμένα διαφορετικά δεν υπάρχει θετική υποχρέωση των συμβαλλόμενων κρατών να εξετάσουν την αίτηση μικροσκοπικά και εξαντλητικά ώστε να αρνηθούν την αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης που συνάδει με τις ελάχιστες προϋποθέσεις που θέτει η σύμβαση. Τα μέρη έχουν συνάψει συμφωνία που παραπέμπει τη διαφορά σε διεθνή διαιτησία και εκ των πραγμάτων έχουν υποκύψει στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση της εν λόγω διαφοράς. Η  απόφαση έχει εκδοθεί από Διεθνή Δικαστήριο Διαιτησίας ως προνοεί η σύμβαση. Συνεπώς αναφορικά με το ζήτημα της δικαιοδοσίας το Lex Fori του Δικαστηρίου που καλείται να αναγνωρίσει ή να εκτελέσει την διαιτητική απόφαση καθορίζει το ζήτημα της δικαιοδοσίας. Στην Κύπρο το ζήτημα της δικαιοδοσίας για σκοπούς αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης δεν περιορίζεται νομοθετικά και η ίδια η Σύμβαση θέτει το ουσιαστικό δίκαιο που οριοθετεί την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου (βλ. Άρθρο III). Eπομένως, το παρόν Δικαστήριο ως Δικαστήριο συμβαλλόμενου κράτους της Σύμβασης είναι αρμόδιο στην επικράτεια του κράτους για την αναγνώριση της απόφασης για σκοπούς εκτέλεσης αυτής. Περαιτέρω, το άρθρο III προβλέπει ότι διάδικος που διεκδικεί την αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης που έχει εκδοθεί σε συμμόρφωση με τους κανόνες της Σύμβασης δεν πρέπει να αντιμετωπίζει αυστηρότερους κανόνες από τον διάδικο που επιδιώκει την εκτέλεση ημεδαπής απόφασης.

 

Αναφορικά με τη δεσμευτικότητα της απόφασης που έχει εκδοθεί σε επί μέρους ζητήματα δημιουργείται ζήτημα δεσμευτικότητας μεταξύ των μερών (issue estoppel) επί των μερικών θεμάτων που έχουν αποφασισθεί τελικώς. Το ζήτημα τελικών και δεσμευτικών αποφάσεων σε επί μέρους ζητήματα ή αναφορικά με όλη την διαφορά εμπίπτει στις πρόνοιες της Σύμβασης και έτσι δύναται να υπάρχει τελεσιδικία σε σχέση με αποφάσεις που αφορούν μέρους της διαφοράς και που δύναται να αναγνωριστούν για σκοπούς εκτέλεσης επί των ζητημάτων για τα οποία υπάρχει απόφαση.

 

Στην δική μας περίπτωση η διαιτητική  απόφαση είναι τελική και δεσμευτική. Η αιτήτρια  δεν έχει επικαλεστεί επιχείρημα ότι η απόφαση δεν είναι έγκυρη για λόγους που την καθιστούν τρωτή. Περαιτέρω, δεν έχουν θέσει υπόψη του Δικαστηρίου το περιεχόμενο μεταγενέστερης  απόφασης με την οποία να εισηγούνται ότι η μια ανατρέπει ή επηρεάζει την άλλη σε σχέση με την πληρωμή των χρημάτων. Η απόφαση αποδεικνύεται ότι είναι αυτοτελής ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα και είναι τελική και δεσμευτική. Το πώς κατέληξε το Διαιτητικό Δικαστήριο στην εν λόγω απόφαση δεν ενδιαφέρει και δεν επηρεάζει την αναγνώριση της απόφασης. Από το κείμενο της διαιτητικής απόφασης προκύπτει ρητώς ότι η απόφαση ασχολείται και επιδικάζει αποζημιώσεις άμεσα εναντίον της αιτήτριας ως εγγυητής. Η διαιτητική απόφαση αφορά  απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση για την οποία επιδιώκεται αναγνώριση για σκοπούς εκτέλεσης της απόφασης. Κατά συνέπεια οι αιτητές δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ούτε στο ελάχιστο ότι η εν λόγω απαίτηση θα πρέπει να παραμεριστεί ή διαγραφεί ως θέμα δικαίου.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο είναι επιθυμητό να διαγραφεί ή να παραμεριστεί η απαίτηση για τους λόγους που επικαλούνται οι αιτητές δυνάμει της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου. Στην ουσία προβάλουν την καταχρηστικότητα της διαδικασίας επειδή καταχώρησε η καθ’ης η αίτηση, αίτηση για αναγνώριση και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης στην Γερμανία. Με βάση την προσκομισθείσα μαρτυρία προκύπτει ότι το αίτημα ενώπιον του Δικαστηρίου Karlsruhe είχε αποσυρθεί την 4.6.2025 κάποιους μήνες πριν την καταχώρηση της παρούσας αίτησης. Προ της απόσυρσης το  Γερμανικό Δικαστήριο είχε αποφανθεί σε σχέση με το  αίτημα για την προσωρινή αναγνώριση της διαιτητικής απόφασης και  ασφαλιστικά μέτρα που λήφθηκαν ενόψει της διαδικασίας  εντός της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου. Συγκεκριμένα είχε αποφασίσει ότι  ‘ until the decision on the application for a declaration of enforceability the applicant may proceed with the enforcement of the arbitral award referred to under I. in so far as the respondents have been ordered to make a payment to the applicant in the amount of 213770,661 euro. Enforcement may not go beyond security measures.

 

Με βάση το σκεπτικό, πιο πάνω, προκύπτει ότι η απόφαση του Γερμανικού Δικαστηρίου αφορούσε την αναγνώριση για σκοπούς ασφαλιστικών προσωρινών μέτρων και όχι αναγνώριση ‘for the issuance of attachment orders and declaratory judgements αιτήματα που ενόψει της μη επίδοσης της αίτησης απορρίφθηκαν. Οπότε ακόμη και να μην είχε αποσυρθεί η αίτηση η διαδικασία και απόφαση του Δικαστηρίου  αφορούσε προσωρινά ασφαλιστικά μέτρα για σκοπούς αναγνώρισης της διαιτητικής απόφασης.

 

Ακόμη και με την λανθασμένη λογική των αιτητών που επιχειρηματολογούν ότι εφαρμογή στην διαδικασία έχει η Ευρωπαϊκή Οδηγία 1215/12/ΕΚ τα δεδομένα είναι τέτοια που η απαίτηση δεν είναι καταχρηστική. Η απαίτηση αφορά αναγνώριση και εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης. Υπό το φως της φύσης της διαδικασίας κανένα κράτος μέλος έχει αποκλειστική αρμοδιότητα να επιληφθεί του ζητήματος διότι δεν έχουν υποδείξει ως προνοεί το άρθρο 24.5 της οδηγίας  ότι αποκλειστική δικαιοδοσία στην απαίτηση την έχει η Γερμανία επειδή εκεί βρίσκεται το μοναδικό  αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης των αποφάσεων ως Δικαστήριο αποκλειστικό εκτέλεσης της απόφασης. Εφόσον το αντικείμενο της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν μπορεί να είναι το ίδιο στην Κύπρο και Γερμανία δεν αφορά εκκρεμοδικία με ίδιο ή συναφή ζήτημα ώστε να έχει εφαρμογή το άρθρο 31 του κανονισμού. Σε κάθε περίπτωση το Δικαστήριο της Γερμανίας δεν επιλαμβάνεται του ζητήματος διότι δεν υπάρχει εκεί εκκρεμοδικία για να ασκεί αποκλειστική διεθνή δικαιοδοσία ως το πρώτο επιληφθέντος Δικαστηρίου.  Περαιτέρω το άρθρο 35 προβλέπει ότι ασφαλιστικά μέτρα που προβλέπονται από το δίκαιο κράτους μέλους μπορούν να ζητηθούν από τις δικαστικές αρχές του κράτους μέλους αυτού, έστω και εάν Δικαστήριο άλλου κράτους μέλους έχει διεθνή δικαιοδοσία για την ουσία της υπόθεσης. Εν κατακλείδι υπό όποια σκοπιά και να ιδωθεί το ζήτημα δεν υπάρχει νομικό κώλυμα στην προώθηση της διαδικασίας ακόμη και να είχε εφαρμογή ο κανονισμός.

 

Ο κύριος λόγος βέβαια που τα επιχειρήματα των αιτητών δεν ευσταθούν είναι επειδή ο κανονισμός προβλέπει ρητώς ότι δεν εφαρμόζεται η οδηγία ως νομικό πλαίσιο απόφασης που αφορά διαιτησία και το άρθρο 1 του Κανονισμού  είναι σχετικό.  Παραθέτω πιο κάτω την σκέψη 12 του προοιμίου του Κανονισμού που παρέχει την αιτιολογία της εξαίρεσης της διαιτησίας.

 

(12) Ο παρόν κανονισμός δεν εφαρμόζεται στη διαιτησία. Καμιά διάταξή του δεν εμποδίζει τα δικαστήρια κράτους μέλους που εκδικάζουν προσφυγή σε υπόθεση στην οποία οι διάδικοι έχουν συνάψει συμφωνία περί διαιτησίας, είτε να παραπέμπουν τους διαδίκους σε διαιτησία είτε να αναστέλλουν ή να περατώνουν τη διαδικασία, ή να εξετάζουν εάν η συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανενεργός ή ανεφάρμοστη σύμφωνα με το εθνικό δίκαιο.

Μια απόφαση που εκδόθηκε από δικαστήριο κράτους μέλους σχετικά με το εάν μια συμφωνία διαιτησίας είναι άκυρη, ανυπόστατη ή ανεφάρμοστη, δεν υπόκειται στους κανόνες αναγνώρισης και εκτέλεσης που καθορίζονται στον παρόντα κανονισμό, ανεξαρτήτως του εάν το δικαστήριο έκρινε το ζήτημα ως κύριο ή παρεμπίπτον.

 

Εξάλλου, το γεγονός ότι ένα δικαστήριο κράτους μέλους, το οποίο ασκεί διεθνή δικαιοδοσία δυνάμει του παρόντος κανονισμού ή του εθνικού δικαίου, απεφάνθη ότι μια συμφωνία περί διαιτησίας είναι άκυρη, ανυπόστατη ή ανεφάρμοστη, δεν εμποδίζει να αναγνωριστεί η απόφαση του δικαστηρίου επί της ουσίας της υποθέσεως ή, κατά περίπτωση, να εκτελεσθεί σύμφωνα με τον παρόντα κανονισμό. Αυτό δεν θίγει την αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών να αποφασίζουν για την αναγνώριση και την εκτέλεση διαιτητικών αποφάσεων κατ’ εφαρμογή της σύμβασης για την αναγνώριση και την εκτέλεση αλλοδαπών διαιτητικών αποφάσεων, η οποία συνήφθη στη Νέα Υόρκη στις 10 Ιουνίου 1958 (εφεξής «σύμβαση Νέας Υόρκης του 1958») και η οποία υπερισχύει του παρόντος κανονισμού.

 

Ο παρόν κανονισμός δεν θα πρέπει να εφαρμόζεται σε προσφυγή ή παρεμπίπτουσα διαδικασία, ειδικότερα, όσον αφορά τη συγκρότηση ενός διαιτητικού δικαστηρίου, τις αρμοδιότητες των διαιτητών, τη διεξαγωγή μιας διαιτητικής διαδικασίας ή τυχόν άλλες πτυχές της εν λόγω διαδικασίας, ούτε σε τυχόν προσφυγή ή απόφαση ακύρωσης, επανεξέτασης, άσκησης ένδικου μέσου, αναγνώρισης ή εκτέλεσης διαιτητικής απόφασηςειδικότερα, όσον αφορά τη συγκρότηση ενός διαιτητικού δικαστηρίου, τις αρμοδιότητες των διαιτητών, τη διεξαγωγή μιας διαιτητικής διαδικασίας ή τυχόν άλλες πτυχές της εν λόγω διαδικασίας, ούτε σε τυχόν προσφυγή ή απόφαση ακύρωσης, επανεξέτασης, άσκησης ένδικου μέσου, αναγνώρισης ή εκτέλεσης διαιτητικής απόφασης.”

 

 

Πιο ξεκάθαρη επεξήγηση για το δικαίωμα προσώπου να προσφύγει σε Δικαστήριο κράτους μέλους για να αποφασισθεί το θέμα της αναγνώρισης και της εκτέλεσης αλλοδαπών διαιτητικών Δικαστηρίων με βάση την σύμβαση της Νέας Υόρκης δεν θα μπορούσε να υπάρχει.

 

Δεν τίθεται ζήτημα παραπομπής του ζητήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο για γνωμάτευση επειδή δεν δικαιολογείται παραπομπή ζητήματος για να αποφανθεί το Δικαστήριο κατά πόσο στα συγκεκριμένα γεγονότα της υπόθεσης αυτής εφαρμόζεται η οδηγία 1215/12/ΕΚ. To άρθρο 234 της Συνθήκης προβλέπει τα εξής σχέση με την αρμοδιότητα του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να αποφαίνεται σε σχέση με την ερμηνεία του Ευρωπαϊκού Δικαίου σε προδικαστικές ενστάσεις:

 

Άρθρο 234

 

Το Δικαστήριο αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις:

α) επί της ερμηνείας της παρούσας συνθήκης·

β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των οργάνων της Κοινότητας και της ΕΚΤ·

γ) επί της ερμηνείας των καταστατικών των οργανισμών που ιδρύθηκαν με πράξη του Συμβουλίου, εφόσον το προβλέπουν τα εν λόγω καταστατικά.

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ' αυτού.

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο.

 

Στην παρούσα περίπτωση δεν τίθεται θέμα ερμηνείας του δικαίου της Ένωσης ώστε το Δικαστήριο να χρειάζεται να παραπέμψει νομικό ερώτημα ή για να μπορεί να αποφασίσει θέμα για το οποίο είναι ανάγκη να παραπέμψει το ζήτημα στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Τα εθνικά Δικαστήρια είναι αποκλειστικά αρμόδια να εκτιμήσουν ανάλογα με τις συνθήκες της ειδικής υπόθεσης κατά πόσο η προδικαστική γνωμοδότηση  είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής τους απόφασης (Βλ. Crispoltoni I-365 σκέψη 10). Στα πλαίσια του άρθρου 177 (βλ. Άρθρο 234) το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν είναι αρμόδιο να αποφαίνεται αν μία εθνική ρύθμιση συμβιβάζεται με το κοινοτικό δίκαιο. Είναι αρμόδιο όμως να παρέχει στο εθνικό Δικαστήριο όλα τα στοιχεία της ερμηνείας του κοινοτικού δικαίου που μπορούν να διευκολύνουν το εθνικό Δικαστήριο να λάβει την απόφαση του στα πλαίσια της εκκρεμοδικίας ενώπιον του. (βλ. Piageme I-2971 σκέψη 7). Είναι λογικό ότι το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο δεν αποφαίνεται σε σχέση με θέματα συμβατότητας της Ευρωπαϊκής νομοθεσίας με το εθνικό δίκαιο εφόσον η εξουσία του περιορίζεται στην ερμηνεία του κοινοτικού δίκαιου. Ως προκύπτει από τα, πιο πάνω, είναι στους όρους εντολής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου να παρέχει βοήθεια σε σχέση με το κοινοτικό δίκαιο  ώστε το εθνικό δίκαιο, κατά την εφαρμογή του νόμου στα γεγονότα της υπόθεσης, να επιλύει προβλήματα συμβατότητας του εθνικού νόμου με τρόπο που δεν θα παραβιάζεται το κοινοτικό δίκαιο που έχει υπεροχή έναντι του ημεδαπού δικαίου.

 

Όπως υποδείχθηκε στην απόφαση της Ολομέλειας Αναφορικά με την Προδικαστική Παραπομπή Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή Αντιπροσώπων 5/2016 ημερομηνίας 5 Απρίλιου 2017 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο έχει αρμοδιότητα να ερμηνεύσει την Συνθήκη και τις πράξεις των κοινοτικών οργάνων και όχι να εφαρμόζει την εθνική νομοθεσία επί της οποίας δεν έχει δικαιοδοσία  ούτε και ενεργεί ως Εφετείο κατά αποφάσεων εθνικών Δικαστηρίων. Στην περίπτωση που η προτεινόμενη νομοθεσία αντίκειται προς το ενωσιακό δίκαιο το εθνικό Δικαστήριο απαλλάσσεται της  υποχρέωσης παραπομπής όταν η σχετική διάταξη του ενωσιακού δικαίου έχει ήδη ερμηνευθεί αυθεντικά από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο οπότε ισχύει η αρχή του ‘acte clare’.  Πιο κάτω σχετικό απόσπασμα:

 

“Έπεται ότι η παραπομπή των προδικαστικών ερωτημάτων δεν είναι αναγκαία για την επίλυση ζητημάτων ερμηνείας του ενωσιακού δικαίου, ως επιτακτική προϋπόθεση για την Γνωμάτευση του Ανωτάτου Δικαστηρίου επί της Αναφοράς του Προέδρου. Άλλωστε, όπως είναι διατυπωμένα τα ερωτήματα, αυτά δεν είναι την ερμηνεία του ενωσιακού δικαίου που επιδιώκουν σύμφωνα με το Άρθρο 267, αλλά στοχεύουν στον έλεγχο της συμβατότητας της εσωτερικής νομοθεσίας με το ενωσιακό δίκαιο. Το Δικαστήριο αποφαίνεται επί θεμάτων ερμηνείας και εγκυρότητας του Κοινοτικού Δικαίου και όχι του εθνικού δικαίου ή της συμβατότητας του τελευταίου με το πρώτο (Duringello v. INPS Case C-186/90).

 

Υπενθυμίζεται ότι η Αναφορά συναρτά το προβληματικό του προτεινόμενου Νόμου και με τα Άρθρα 25, 28 και 179 του Συντάγματος της Δημοκρατίας, ως πρόσθετο και ταυτόχρονα ανεξάρτητο ζήτημα ασυμβατότητας.”

 

Ως προς τα υπόλοιπα ερωτήματα υπ΄ αριθμόν (δ), (ε), (στ) και (ζ), ισχύουν τα όσα προηγουμένως αναφέρθησαν αναφορικά με τη νομολογία του Δικαστηρίου επί των άρθρων 49 και 56 της Συνθήκης. Πρόκειται για περιορισμούς που τίθενται και θα πρέπει να τύχουν και αυτοί ανάλογης εξέτασης στο πλαίσιο της ουσίας της Αναφοράς ως προς τη συμβατότητα τους με τα προαναφερθέντα άρθρα.  Δεν χρειάζεται όμως παραπομπή των ερωτημάτων στο Δικαστήριο για να ερμηνευθούν τα άρθρα 49 και 56 και πάλι στη βάση σαφούς νομολογίας του Δικαστηρίου σε ό,τι αφορά το εύρος των περιορισμών εκείνων που είναι θεμιτοί, (δέστε και την υπόθεση Procureur du Roi κατά Marc J.V.C. Debauve και λοιπών (1980) Συλλογή σ. Ι00443), η οποία αφορούσε ακριβώς τη μη μετάδοση διαφημιστικών μηνυμάτων).

 

Τα Δικαστήρια των κρατών μελών είναι ικανά (competent) να αποφασίσουν ζητήματα αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων σύμφωνα με την συνθήκη της Νέας Υόρκης. Αυτή είναι η θέση  που διατυπώνεται  στη σκέψη 12 επί του προοιμίου του κανονισμού  και εκθέτει την  υπεροχή της Σύμβασης έναντι του κανονισμού.

 

Εκείνο που υπέδειξε το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο στην υπόθεση C-190/89   MarcRich & Co AG v. Societa Italiana Impianti PA ημερομηνίας 25.7.1991   είναι ότι η ερμηνεία της εξαίρεσης της διαιτησίας στο άρθρο 1 δεύτερη παράγραφος σημείο 4 δεν οδηγεί στην αντιφατικότητα των αποφάσεων διαιτησίας σε διάφορα κράτη μέλη της ένωσης παρά μόνο σε μία περίπτωση. Η περίπτωση είναι  εκεί που τα εθνικά Δικαστήρια αποφαίνονται επί της ουσίας της διαφοράς παρά την ύπαρξη ρήτρας διαιτησίας. Το Συμβούλιο της Ευρώπης έχει καταρτίσει ευρωπαϊκή σύμβαση για ενιαίο νόμο διαιτησίας αλλά η εν λόγω σύμβαση δεν έχει εφαρμογή στο θέμα αναγνώρισης και εκτέλεσης διαιτητικών αποφάσεων. Έχει εφαρμογή το εσωτερικό δίκαιο του κράτους μέλους αναγνωρίσεως.

 

Στην υπόθεση C-190/89 Marc Rich and Co. v Societa Italiana Impianti ημερομηνίας 19.2.1991 το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Κοινοτήτων με αναφορά παραπομπή ζητήματος του Court of Appeal of England and Wales ξεκαθάρισε ρητώς ότι ουδέποτε ήταν πρόθεση να συμπεριληφθεί το ζήτημα διαιτησίας επί της Ευρωπαϊκής Συνθήκης για την αμοιβαία αναγνώριση και εκτέλεση Δικαστικών Αποφάσεων σε Εμπορικές Υποθέσεις του 27 Σεπτεμβρίου 1968. Η λογική αυτής της απόφασης είναι η θεώρηση των πραγμάτων ότι η διεθνής διαιτησία καλύπτετο από Διεθνείς Συμβάσεις όπως την Συνθήκη της Νέας Υόρκης και για τον λόγο αυτό τα συμβαλλόμενα μέρη σκόπιμα προχώρησαν στην εξαίρεση της διαιτησίας και όλων των ζητημάτων που διέπουν το θεσμικό και δικονομικό  πλαίσιο της διεθνούς διαιτησίας. Ενόψει αυτού σε εκείνη την υπόθεση το ζήτημα του διορισμού του διαιτητή σε εκκρεμοδικία ενώπιον εθνικού Δικαστηρίου αφορούσε ζήτημα που δεν ενέπιπτε σε ζήτημα εφαρμογής του κανονισμού έστω και εάν στην ίδια διαδικασία εκκρεμούσε προδικαστικό ζήτημα σε σχέση με την εγκυρότητα της συμφωνίας διαιτησίας.  Η εν λόγω εξαίρεση της διαιτησίας δεν εμποδίζει την εφαρμογή της Σύμβασης σε διαφορά στην οποία αμφισβητείται το κύρος ρήτρας διαιτησίας. Το Ιταλικό Δικαστήριο που είχε επιληφθεί της διαφοράς δεύτερο μετά το Αγγλικό Δικαστήριο δεν είχε ενώπιον του ζήτημα που να αφορούσε την ισχύος της ρήτρας διαιτησίας. Η Δεύτερη παράγραφος του άρθρου 21 της Συνθήκης κρίθηκε ότι δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής. Όμως από ένα στάδιο και μετά όταν το Αγγλικό Δικαστήριο επρόκειτο να επιληφθεί του ζητήματος αν υπήρχε ή όχι συμφωνία διαιτησίας προέκυψε ο κίνδυνος αντιφατικών αποφάσεων μεταξύ των δύο Δικαστηρίων και κρίθηκε ότι  με βάση το άρθρο 22 της Συνθήκης υπήρχε συνάφεια των ζητημάτων που να δικαιολογούσε την συνεκδίκαση των δύο διαδικασιών χωρίς όμως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο να εισέλθει ή να παρέμβει σε κρίση για το ποια από τις δύο διαδικασίες θα έπρεπε να ανασταλεί.

 

Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο κατ’ επανάληψη έχει αναφερθεί στην εξαίρεση της διαιτησίας από τον κανονισμό. Δεν υπάρχει συνάφεια μεταξύ αυτής της διαδικασίας και της διαδικασίας που αποσύρθηκε ενώπιον του Γερμανικού Δικαστηρίου εφόσον δεν εγείρεται ζήτημα αμφισβήτησης της διαιτητικής απόφασης και το θέμα αναγνώρισης και εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης αφορά αποκλειστική αρμοδιότητα του εθνικού Δικαστηρίου που θα αποφασίσει το θέμα της αναγνώρισης και εκτέλεσης της απόφασης στην επικράτεια της δυνάμει των προνοιών της Συνθήκης της Νέας Υόρκης. Η πρόνοια της εξαίρεσης της διαιτησίας ως μη εμπίπτουσα από τον κανονισμό  είναι ρητή και έχει ερμηνευθεί και έτσι δεν χρειάζεται παραπομπή του  ζητήματος για την ερμηνεία Ενωσιακού Δικαίου όταν κατά την πάγια νομολογία του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου έχει αποφασισθεί το ζήτημα με προγενέστερη νομολογία. Η  υπεροχή του  Δικαίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας κατοχυρώνεται στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, το οποίο τροποποιήθηκε με τον Περί της Πέμπτης Τροποποίησης του Συντάγματος Νόμο (Ν. 127(Ι)/2006) έτσι ώστε να προκύπτει με σαφήνεια η υπεροχή και αυξημένη ισχύς του  Δίκαιου της Ευρωπαϊκής Ένωσης έναντι του Συντάγματος και ισχύει για όλες τις ευρωπαϊκές πράξεις οι οποίες διαθέτουν δεσμευτική ισχύ.

 

Επίσης καθοδηγητική για το εφαρμοστέο κοινοτικό δίκαιο υπό τις περιστάσεις είναι η υπόθεση C-700 London Steam Ship Owners Mutual Insurance Association v Kingdom of Spain ημερομηνίας 20 Ιουνίου 2022. Το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο αποφάσισε ότι μια Δικαστική απόφαση της Αγγλίας που θα επικύρωνε διαιτητική απόφαση δεν μπορούσε να παρεμποδίσει την αναγνώριση και εκτέλεση απόφασης Ισπανικού Δικαστηρίου στην βάση του Ευρωπαϊκού κανονισμού  παρά μόνο εάν η διαιτητική απόφαση ήταν σύμφωνη με το ουσιαστικό δίκαιο και σκοπό της ένωσης δυνάμει του κανονισμού 44/2001. Με λίγα λόγια δεν μπορούσε ο ασφαλιστής σε εκείνη την περίπτωση να οχυρωθεί πίσω από Αγγλική απόφαση επικύρωσης της διαιτητικής απόφασης και να παρεμποδίσει την εκτέλεση και αναγνώριση απόφασης του Ισπανικού Δικαστηρίου δυνάμει του Κανονισμού 44/2001 που διάτασσε τον ασφαλιστή να αποζημιώσει τους ενδιαφερόμενους για ζημιά που προκλήθηκε από διαρροή πετρελαίου στην θάλασσα. Παρά ταύτα το Δικαστήριο υπέδειξε τις πρόνοιες του κανονισμού ως ακολούθως: 

 

“It should be added that the mutual trust in the administration of justice in the European Union, on which, according to recital 16 of Regulation No 44/2001, the rules laid down in that regulation concerning the recognition of judgments are based, does not extend to decisions made by arbitral tribunals or to judicial decisions entered in their terms.

 

58. It follows that an arbitral award can, by means of a judgment entered in the terms of that award, produce effects in the context of Article 34(3) of Regulation No 44/2001 only if this does not infringe the right to an effective remedy guaranteed in Article 47 of the Charter of Fundamental Rights of the European Union (see, to that effect, judgment of 25 May 2016, Meroni, C‑559/14, EU:C:2016:349, paragraph 44) and enables the objectives of the free movement of judgments in civil matters and of mutual trust in the administration of justice in the European Union to be achieved under conditions at least as favourable as those resulting from the application of Regulation No 44/2001 (see, by analogy, judgments of 4 May 2010, TNT Express Nederland, C‑533/08, EU:C:2010:243, paragraph 55, and of 19 December 2013, Nipponka Insurance, C‑452/12, EU:C:2013:858, paragraph 38).

 

59. In the present case, it should be noted that the content of the arbitral award at issue in the main proceedings could not have been the subject of a judicial decision falling within the scope of Regulation No 44/2001 without infringing two fundamental rules of that regulation concerning, first, the relative effect of an arbitration clause included in an insurance contract and, secondly, lis pendens.

 

60. As regards, first, the relative effect of an arbitration clause included in an insurance contract, it is apparent from the case-law of the Court that a jurisdiction clause agreed between an insurer and an insured party cannot be invoked against a victim of insured damage who, where permitted by national law, wishes to bring an action directly against the insurer, in tort, delict or quasi-delict, before the courts for the place where the harmful event occurred or before the courts for the place where the victim is domiciled (see, to that effect, judgment of 13 July 2017, Assens Havn, C‑368/16, EU:C:2017:546, paragraphs 31 and 40 and the case-law cited).

 

61. It follows that, to avoid that right of the victim being undermined, a court other than that already seised of that direct action should not declare itself to have jurisdiction on the basis of such an arbitration clause, the aim being to guarantee the objective pursued by Regulation No 44/2001, namely the protection of injured parties vis-à-vis the insurer concerned (see, to that effect, judgment of 13 July 2017, Assens Havn, C‑368/16EU:C:2017:546, paragraphs 36 and 41).

 

62. That objective of protecting injured parties would be compromised if a judgment entered in the terms of an arbitral award by which an arbitral tribunal declared itself to have jurisdiction on the basis of such an arbitration clause, included in the insurance contract concerned, could be regarded as a ‘judgment given in a dispute between the same parties in the Member State in which recognition is sought’, within the meaning of Article 34(3) of Regulation No 44/2001.

 

63. As the circumstances of the dispute in the main proceedings illustrate, to accept that such a judgment may prevent the recognition of a judgment given in another Member State following a direct action for damages brought by the injured party would be liable to deprive that party of effective compensation for the damage suffered.

 

64. Secondly, as regards lis pendens, it is apparent from the order for reference that, on the date on which the arbitration proceedings were commenced, that is to say 16 January 2012, proceedings were already pending before the Spanish courts between, amongst others, the Spanish State and the London P&I Club.

 

65. Furthermore, it is apparent from the documents before the Court that the civil claims brought before the Spanish courts had been notified to the London P&I Club in June 2011 and that the Kingdom of Spain was invited, by the sole arbitrator, to participate in the arbitration proceedings initiated by the London P & I Club in London.

 

66. Since Article 27(1) of Regulation No 44/2001 refers to ‘proceedings between the same parties’, without requiring effective participation in the proceedings in question, it must be concluded that the same parties were involved in the proceedings referred to in paragraph 64 above (see, to that effect, judgment of 19 October 2017, Merck, C‑231/16, EU:C:2017:771, paragraphs 31 and 32).

 

67. Lastly, those proceedings involved the same cause of action, namely the London P&I Club’s potential liability in respect of the Spanish State, under the insurance contract concluded between the London P&I Club and the owners of the Prestige, for the damage caused by the sinking of that vessel.

 

68. In that connection, the Court has held, in relation to the interpretation of Article 27(1) of Regulation No 44/2001, that an action seeking to have the defendant held liable for causing loss and ordered to pay damages has the same cause of action as an action brought by that defendant seeking a declaration that he or she is not liable for that loss (see, to that effect, judgments of 19 December 2013, Nipponka Insurance, C‑452/12, EU:C:2013:858, paragraph 42, and of 20 December 2017, Schlömp, C‑467/16EU:C:2017:993, paragraph 51). In the present case, the civil claims brought in Spain had the aim, inter alia, of having the London P&I Club declared liable in that Member State, while the arbitration proceedings in London were initiated by the London P&I Club with the aim of obtaining a negative declaration regarding that liability.

 

69. Such circumstances amount to a situation of lis pendens in which, in accordance with Article 27 of Regulation No 44/2001, any court other than the court first seised must of its own motion stay its proceedings until such time as the jurisdiction of the court first seised has been established and then, where the jurisdiction of the court first seised is established, decline jurisdiction in favour of that court.

 

70. As noted in paragraph 56 above, the minimisation of the risk of concurrent proceedings, which that provision is intended to achieve, is one of the objectives and principles underlying judicial cooperation in civil matters in the European Union.

 

71. It is for the court seised with a view to entering a judgment in the terms of an arbitral award to verify that the provisions and fundamental objectives of Regulation No 44/2001 have been complied with, in order to prevent a circumvention of those provisions and objectives, such as a circumvention consisting in the completion of arbitration proceedings in disregard of both the relative effect of an arbitration clause included in an insurance contract and the rules on lis pendens laid down in Article 27 of that regulation. In the present case, it is apparent from the documents before the Court and from the hearing that no such verification took place either before the High Court of Justice (England & Wales), Queen’s Bench Division (Commercial Court), or before the Court of Appeal (England & Wales) (Civil Division) and, moreover, that neither of those two courts made a reference to the Court for a preliminary ruling under Article 267 TFEU.

 

72. In such circumstances, a judgment entered in the terms of an arbitral award, such as that at issue in the main proceedings, cannot prevent, under Article 34(3) of Regulation No 44/2001, the recognition of a judgment from another Member State.

 

73. In the light of the foregoing, the answer to the first and second questions is that Article 34(3) of Regulation No 44/2001 must be interpreted as meaning that a judgment entered by a court of a Member State in the terms of an arbitral award does not constitute a ‘judgment’, within the meaning of that provision, where a judicial decision resulting in an outcome equivalent to the outcome of that award could not have been adopted by a court of that Member State without infringing the provisions and the fundamental objectives of that regulation, in particular as regards the relative effect of an arbitration clause included in an insurance contract and the rules on lis pendens contained in Article 27 of that regulation, and that, in that situation, the judgment in question cannot prevent, in that Member State, the recognition of a judgment given by a court in another Member State.

 

Σε εκείνη την περίπτωση το Αγγλικό Δικαστήριο προτού να ελέγξει κατά πόσο η διαιτητική απόφαση ήταν συμβατή με το  ουσιαστικό δίκαιο που προνοεί ο κανονισμός και χωρίς να κάνει αξιολόγηση σε σχέση με την εγκυρότητα της διαιτητικής ρήτρας επικύρωσε την απόφαση. Κάτω από εκείνες τις δοσμένες συνθήκες το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο γνωμοδότησε ότι υπήρχε παραβίαση του κοινοτικού δικαίου και θα έπρεπε να γίνει αναγνώριση της Ισπανικής δικαστικής απόφασης που διάτασσε τον ασφαλιστή να αποζημιώσει τις ζημιές. Αυτό οδήγησε στο τελευταίο σημείο της παραπομπής που ήταν το ερώτημα κατά πόσο  ο κανονισμός δεν έχει εφαρμογή  σε σχέση με διαιτητική απόφαση επειδή  υπήρχε η υποχρέωση στην αναγνώριση της  διαιτητικής απόφασης  από άλλο κράτος μέλους ενόψει της εφαρμογής της διαιτητικής απόφασης από Αγγλικό Δικαστήριο. Ενόψει της ύπαρξης αντίθετης απόφασης από Ισπανικό Δικαστήριο προέκυψε ενδεχόμενο αντιφατικών αποφάσεων κάτι που αντίκειται στη δημόσια τάξη του κράτους  μέλους αναγνωρίσεως. Σε εκείνη την περίπτωση η εφαρμογή του κανονισμού προσέκρουε στην αρχή του δεδικασμένου σε σχέση με την διαιτητική απόφαση. Τα άρθρα 34 και 35 του Κανονισμού 44/2001 πιο κάτω είναι σχετικά:

 

Άρθρο 34

Απόφαση δεν αναγνωρίζεται:

1.    αν η αναγνώριση αντίκειται προφανώς στη δημόσια τάξη του κράτους αναγνωρίσεως

2.    αν το εισαγωγικό έγγραφο της δίκης ή άλλο ισοδύναμο έγγραφο δεν έχει επιδοθεί ή κοινοποιηθεί στον ερημοδικήσαντα εναγόμενο εγκαίρως και κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μπορεί να αμυνθεί, εκτός εάν ο εναγόμενος παρέλειψε να ασκήσει προσφυγή κατά της αποφάσεως ενώ μπορούσε να το πράξει

3.    αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που έχει εκδοθεί μεταξύ των ιδίων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως

4.    αν είναι ασυμβίβαστη με απόφαση που εκδόθηκε προγενέστερα μεταξύ των ιδίων διαδίκων και με το ίδιο αντικείμενο και την ίδια αιτία σε άλλο κράτος μέλος ή σε τρίτο κράτος, εφόσον η προγενέστερη αυτή απόφαση συγκεντρώνει τις προϋποθέσεις που απαιτούνται για την αναγνώρισή της στο κράτος αναγνωρίσεως.

 

 

 

Άρθρο 35

1. Απόφαση δεν αναγνωρίζεται, επίσης, αν έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των τμημάτων 3, 4 και 6 του κεφαλαίου II, καθώς και στις περιπτώσεις που προβλέπονται στο άρθρο 72.

2. Κατά τον έλεγχο των βάσεων διεθνούς δικαιοδοσίας που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο, η αρχή ενώπιον της οποίας ζητείται η αναγνώριση δεσμεύεται από τις πραγματικές διαπιστώσεις στις οποίες το δικαστήριο του κράτους μέλους προελεύσεως έχει θεμελιώσει τη διεθνή δικαιοδοσία του.

3. Με την επιφύλαξη των διατάξεων της πρώτης παραγράφου, δεν ερευνάται η διεθνής δικαιοδοσία των δικαστηρίων του κράτους μέλους προελεύσεως. Οι σχετικοί με τη διεθνή δικαιοδοσία κανόνες δεν αφορούν τη δημόσια τάξη υπό την έννοια του άρθρου 34 σημείο 1.”

 

Το Δικαστήριο κατέληξε στο συμπέρασμα ότι σε πολύ εξαιρετικές περιπτώσεις στο βαθμό που η μη εφαρμογή του lis pendens που προβλέπει το άρθρο 29 του κανονισμού θα οδηγούσε σε αχρήστευση του σκοπού του κανονισμού  θα μπορούσε να έχει εφαρμογή ο κανονισμός. Η επίκληση του κανονισμού παρά την ύπαρξη της διαιτητικής απόφασης θα ήταν ορθή για να αποφευχθεί η αδικία ενόψει του ότι το Ισπανικό Δικαστήριο είχε αποφασίσει σε σχέση με την εγκυρότητα της επίδικης ρήτρας διαιτησίας. Δηλαδή, σε εκείνη την περίπτωση θα υπήρχαν δύο ασυμβίβαστες αποφάσεις που θα είχαν εκδοθεί μεταξύ των ίδιων διαδίκων στο κράτος αναγνωρίσεως στην περίπτωση μη εφαρμογής του κανονισμού. Το πιο κάτω απόσπασμα είναι σχετικό:

 

74. By its third question, the referring court asks, in essence, whether Article 34(1) of Regulation No 44/2001 must be interpreted as meaning that, in the event that Article 34(3) of that regulation does not apply to a judgment entered in the terms of an arbitral award, the recognition or enforcement of a judgment from another Member State may be refused as being contrary to public policy on the ground that it would disregard the force of res judicata acquired by the judgment entered in the terms of an arbitral award.

 

75. In that regard, it follows from the answer to the first two questions that, in the present case, the inapplicability of Article 34(3) of Regulation No 44/2001 to the judgment referred to in paragraph 29 above results from the fact that the arbitral proceedings which gave rise to the award confirmed by that judgment were completed in breach of the rules on lis pendens laid down in Article 27 of that regulation and the relative effect of an arbitration clause included in the insurance contract in question.

 

76. In those circumstances, it cannot be considered that the alleged disregard of that judgment by the enforcement order of 1 March 2019, referred to in paragraph 34 above, which was made in proceedings which that judgment itself failed to take into account, could constitute a breach of public policy in the United Kingdom.

 

77. In any event, according to the case-law of the Court, Article 34(1) of Regulation No 44/2001 must be interpreted strictly in as much as it constitutes an obstacle to the attainment of one of the fundamental objectives of that regulation. It may therefore be relied upon only in exceptional cases (judgment of 25 May 2016, Meroni, C‑559/14, EU:C:2016:349, paragraph 38 and the case-law cited).

 

78. The Court has already held that the use of the ‘public-policy’ concept is precluded when the issue is whether a foreign judgment is compatible with a national judgment (judgment of 4 February 1988, Hoffmann, 145/86, EU:C:1988:61, paragraph 21).

 

79. As the Advocate General pointed out in point 77 of his Opinion and as the French Government observed, the EU legislature intended to regulate exhaustively the issue of the force of res judicata acquired by a judgment given previously and, in particular, the question of the irreconcilability of the judgment to be recognised with that earlier judgment by means of Article 34(3) and (4) of Regulation No 44/2001, thereby excluding the possibility that recourse be had, in that context, to the public-policy exception set out in Article 34(1) of that regulation.

 

80. In the light of the foregoing, the answer to the third question is that Article 34(1) of Regulation No 44/2001 must be interpreted as meaning that, in the event that Article 34(3) of that regulation does not apply to a judgment entered in the terms of an arbitral award, the recognition or enforcement of a judgment from another Member State cannot be refused as being contrary to public policy on the ground that it would disregard the force of res judicata acquired by the judgment entered in the terms of an arbitral award.

 

Δεν υπάρχει κανένα παρόμοιο  δίλημμα στην δική μας την περίπτωση σε σχέση με την εφαρμογή του κανονισμού 1215/12 που να χρήζει την παραπομπή ζητήματος στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο. Δεν υπάρχουν συναφή ζητήματα προς εκδίκαση. Υπάρχει μια διαιτητική απόφαση που δεν αμφισβητείται και το παρόν Δικαστήριο έχει αποκλειστική δικαιοδοσία να αποφασίσει για την αναγνώριση και την εκτέλεση εκείνης της απόφασης εντός της επικράτειας της Κυπριακής Δημοκρατίας σύμφωνα με τις πρόνοιες της Συνθήκες της Νέας Υόρκης. Δεν δικαιολογείται ο παραμερισμός της διαδικασίας ώστε να μην εξετασθεί το ζήτημα που εμπίπτει στην αποκλειστική δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και τέτοια θεώρηση των πραγμάτων οδηγεί σε άρνηση  πρόσβασης στη δικαιοσύνη. Είναι σημαντικό να ληφθεί υπόψη ότι η έννοια της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση διαιτητικής απόφασης (enforcement proceedings) διαφέρει ως προς το αποτέλεσμα της διαδικασίας με βάση το διεθνές δίκαιο με την απλή εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης κατά συγκεκριμένης περιουσίας της Καθ’ ης η αίτηση με σκοπό την είσπραξη του ποσού αποζημίωσης ή την εφαρμογή της συμφωνίας. H διαδικασία της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση είναι το πρώτο βήμα που λαμβάνεται προκειμένου ο αιτούντος της θεραπείας να προχωρήσει με την εκτέλεση της απόφασης. Το στάδιο της αναγνώρισης της εκτέλεσης της απόφασης είναι επέκταση του σταδίου της εκδίκασης της διαιτητικής διαφοράς ενώπιον του διαιτητικού Δικαστηρίου και η δικαιοδοσία του Δικαστηρίου που καλείται να αναγνωρίσει την απόφαση με σκοπό να την εφαρμόσει πηγάζει από τη Σύμβαση. Έχω εξηγήσει αναλυτικά, πιο πάνω, γιατί η αίτηση εμπίπτει στην δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δυνάμει του νόμου 84/1979. Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος της σύμβασης. Ως εκ τούτου έχει την υποχρέωση να εφαρμόσει τη σύμβαση και τις πρόνοιες αυτής που καθορίζουν τα όρια της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου στα πλαίσια αίτησης αναγνώρισης της απόφασης με σκοπό την εκτέλεση (enforcement proceedings). Το κατά πόσο θα πρέπει να πληρωθεί το ποσό που επιδίκασε το Διαιτητικό Δικαστήριο υπέρ των καθ’ ων η αίτηση  στα πλαίσια της απόφασης ημερομηνίας  25.9.2024 είναι ζήτημα που εμπίπτει στην εμπορική συμβατική διαφορά. Το ζήτημα της αναγνώρισης με σκοπό την εκτέλεση της διαιτητικής απόφασης πηγάζει από τη διαφορά που προέκυψε μεταξύ των μερών και για την οποία διαφορά η αιτήτρια  υπέκυψε στη δικαιοδοσία του Διαιτητικού Δικαστηρίου προς επίλυση της διαφοράς και για τη διάγνωση των δικαιωμάτων και υποχρεώσεών της με βάση την εν λόγω εμπορική συμφωνία. Δεν τίθεται θέμα συνάφειας επίδικου ζητήματος μεταξύ δύο κρατών μελών που καλούνται να αναγνωρίσουν τη διαιτητική απόφαση και έτσι δεν υπάρχει κίνδυνος έκδοσης αντιφατικών αποφάσεων.

 

Ως εκ τούτου η αίτηση απορρίπτεται. Τα έξοδα της αίτησης ήτοι €9.250 πλέον ΦΠΑ πλέον €18 πραγματικά έξοδα, ως έχει συμφωνηθεί μεταξύ των μερών, επιδικάζονται εναντίον των αιτητών και υπέρ των καθ’ ων η αίτηση, αλλά το πιο πάνω ποσό θα είναι πληρωτέο κατά το στάδιο αποπεράτωσης της όλης διαδικασίας αφού ληφθούν υπόψη και το αποτέλεσμα της όλης διαδικασίας.  

 

 

 

(Υπ.) ………..……………………..…………..

      Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΕΠ

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο