ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.
Αίτηση/Έφεση αρ.: 83/2026 (i-justice)
Επί τοις αφορώσι τον Περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο 9/65 και επί τοις αφορώσι και τον Περί Ακινήτου Περιουσίας Διακατοχή Νόμο Κεφ.224 ως και τις τροποποιήσεις τους.
Μεταξύ:
1. ANTIQUA ESTATES LIMITED
2. ELEATEX LIMITED
3. ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ
Αιτητών/Εφεσείοντων
-και-
CAC CORAL LIMITED
Καθ'ης η Αίτηση/Εφεσίβλητη
---------------
Ημερομηνία: 24 Μαρτίου 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτητές-Εφεσείοντες: κα Μ. Μιχαήλ για Α. Θ. Μαθηκολώνης Δ.Ε.Π.Ε.
Για Καθ’ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη: κα Κόκκινου για Michael Kyprianou & Co LLC
-----------------
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Με την αίτηση έφεσης οι Αιτητές-Εφεσείοντες επιδιώκουν όπως εκδοθεί διάταγμα του Δικαστηρίου που να ακυρώνει Ειδοποίηση “Τύπου ΙΑ” και την ακύρωση ηλεκτρονικού πλειστηριασμού που αποσκοπεί στην πώληση ακινήτου που περιγράφεται στην εν λόγω ειδοποίηση.
Το ένδικο διάβημα που διενεργείται είναι αίτηση έφεσης που βασίζεται σε σχετικά άρθρα του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/65 ως έχει τροποποιηθεί.
Οι προβαλλόμενοι λόγοι έφεσης είναι 8 αλλά οι Αιτητές περιορίστηκαν στους λόγους έφεσης 5 και 6:
“5. Άνευ βλάβης με τα ανωτέρω, η Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ και η όλη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι πρόωρη ή/και άκυρη ή/και παράνομη ή/και παράτυπη ή/και αυθαίρετη ή/και δέον όπως ακυρωθεί από το Δικαστήριο. λόγω του γεγονότος ότι δεν επεξηγείται στην φερόμενη ως κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την πρώτη σε σειρά Ειδοποίηση και δη την Ειδοποίηση Τύπου 1 με ποιο τρόπο έχουν υπολογισθεί το ποσά το οποία απαιτούν οι Καθ' ων η αίτηση. ούτε και ποιες χρεώσεις έχει υποστεί u επίδικος λογαριασμός ή/και με: ποιο ποσοστό υπολογίστηκε υ τόκος ή/και για ποια περίοδο αφορά ή/και διότι περιέχει παράνομες χρεώσεις 4/και διότι η Ειδοποίηση Τύπου Ι δεν δίδει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των απαιτούμενων ποσών ή/και διότι η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν συνοδεύεται από λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους (Statement of Account) ή/και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού λεν περιέχει επαρκεί λεπτομέρειες ως προς το χρεοπιστωτικό ιστορικό του επίδικού λογαριασμού για να μπορεί ντι ελεγχθεί από τους Αιτητές/Εφεσείοντες ή/και σε όλα το ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή/και διότι επί της εν λόγω φερομένης ως Κατάστασης Λογαριασμού που επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» λεν αναγράφεται το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το ενυπόθηκο χρέος ή/και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού δεν αποτελεί κατ' ουδένα λόγο Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους με αποτέλεσμα να στερούνται οι Αιτητές/ Εφεσείοντες ή/και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα της δυνατότητας vα ελέγξουν την νομιμότητα τον αξιωμένου υπολοίπου ή/και
6. Η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση Τύπου ΙΑ είναι πρόωρη ή/και άκυρη ή/και παράτυπη ή/και αυθαίρετη ή/και δέον όπως ακυρωθεί ή/και παραμεριστεί, αφού η ύλη διαδικασία. όπως προβλέπεται στο ΜΕΡΟΣ VIA του Νόμου 9/1965 ως έχει τροποποιηθεί, δεν έχει εκκινήσει νομότυπα ή/και νόμιμα ή/και σύμφωνα με τις διατάξεις τον εν λόγω Νόμου, ένεκα του ότι η πρώτη σε σειρά Ειδοποίηση Τύπου Ι. της οποίας η επίδοση προηγείται της Ειδοποίησης Τύπου ΙΑ, λεν έχει καθόλου επιλυθεί ή/και δεν έχει επιδοθεί δεόντως προς όλα το ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή/και είναι παράνομη ή/και παράτυπη ή/και παραβιάζει τις διατάξεις τον Νόμου 9!1965 ως έχει τροποποιηθεί. με αποτέλεσμα vii καθιστά την οποιαδήποτε μεταγενέστερη Ειδοποίηση Τύπου Τ Α έκθετη προς απόρριψη διότι είχε αποσταλεί πρόωρα. Συνεπώς η μεταγενέστερη έκδοση και επίδοση της οποιασδήποτε Ειδοποίησης Τύπου IA ήθελε υποδειχτεί, εκδόθηκε και επιδόθηκε πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή της πληρωμής προς τον ενυπόθηκο δανειστή και αποστάληκαν πρόωρα εφόσον ουδέποτε κλήθηκαν τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή και όλα το ενδιαφερόμενα μέρη να καταβάλλουν στα πλαίσια της παρούσας διαδικασίας πλειστηριασμού οποιοδήποτε ποσό και θα πρέπει όπως παραμεριστούν. δυνάμει του άρθρου 44Γ(3)(γ) του Ν. 9/65. καθώς ουδέποτε είχε εκκινήσει η προθεσμία για καταβολή του ποσού προς τον ενυπόθηκο δανειστή, δυνάμει ταυ όρθρου 44Γ(Ι) του Ν. 9/65 ή/και”
Το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο Αιτητής 3.
Αναφέρει ότι την 3.6.2009 έγινε εγγραφή της υποθήκης αριθμός Υ5718/09 επί των πιο κάτω ακινήτων:
1. Ακίνητο με αριθμός εγγραφής: 4/[ ], Φύλλο/Σχέδιο: 30/55Ε2, Τμήμα: 4, Τεμάχιο: [ ]. Είδος Ακινήτου: Χωράφι, Εγγεγραμμένο και Υποθηκευμένο Μερίδιο: 1/1, Τοποθεσία: Λευκωσία, Νήσου-Ιδιοκτησίας της Αιτήτριας Εταιρείας αρ. 1 - Antiqua Ltd.
2. Ακίνητο με αριθμός εγγραφής: 4/[ ], Φύλλο/Σχέδιο: 30/55E2, Τμήμα: 4, Τεμάχιο: [ ], Είδος Ακινήτου: Χωράφι, Εγγεγραμμένο και Υποθηκευμένο Μερίδιο: 1/1, Τοποθεσία: Λευκωσία, Νήσου-Ιδιοκτησίας της Αιτήτριας Εταιρείας αρ.1-Antiqua Ltd.
Η εγγραφή της υποθήκης δημιούργησε επιβάρυνση των εν λόγω ακινήτων προς εξασφάλιση της πιστωτικής διευκόλυνσης που έλαβαν οι Αιτήτριες 1 και 2 από την Εθνική Τράπεζα της Ελλάδας (Κύπρου) Λτδ για το ποσό των €214.000 με σύνθετο τόκο επί του εν λόγω ποσού από 3.6.2009.
Οι εφεσίβλητοι καταχώρησαν την αγωγή 3056/2014 εναντίον των Αιτητών με την οποία ζητούσαν, μεταξύ άλλων, την έκδοση διαταγμάτων πώλησης των εν λόγω ακινήτων. Τέτοια διατάγματα εν τέλει εκδόθηκαν στα πλαίσια της Δικαστικής απόφασης ημερομηνίας 9.11.2023.
Εναντίον των ιδίων Αιτητών καταχωρήθηκε αγωγή των Εφεσιβλήτων αριθμός 2743/2014. Και σε εκείνη την αγωγή εκδόθηκε τελική απόφαση ημερομηνίας 9.10.2024. Και στις δύο αγωγές ασκήθηκε έφεση.
Στις 18.1.2023 οι καθ’ ων η αίτηση εξέδωσαν ειδοποίηση “Tύπου Ι” που συνοδευόταν από κατάσταση λογαριασμού. Η ειδοποίηση “Tύπου ΙΑ” εκδόθηκε την 21.5.2024 και ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός επρόκειτο να γίνει στις 4.9.2024. Καταχωρήθηκε η αίτηση έφεσης 291/2024. Ο πλειστηριασμός ακυρώθηκε και ως συνέπεια αυτού απορρίφθηκε η αίτηση έφεσης . Εκδόθηκε νέα ειδοποίηση “Τύπου ΙΑ” που ενημέρωναν τους Aιτητές ότι ο προγραμματισμένος πλειστηριασμός ήταν στις 13.2.2025. μετά από την παραλαβή των ειδοποιήσεων επικοινώνησε ο ομνύοντας με τους δικηγόρους του και καταχωρήθηκε η αίτηση έφεσης 491/2024. Ακυρώθηκε ο πλειστηριασμός και ως συνέπεια αυτού απορρίφθηκε και η αίτηση έφεσης.
Εκδόθηκε νέα Ειδοποίηση “Tύπου Ι” την 10.2.2025 που να συνοδεύεται με κατάσταση λογαριασμού. Του επιδόθηκε προσωπικά για λογαριασμό των υπόλοιπων Αιτητών στις 28.4.2025. Περαιτέρω, του επέδωσαν και ειδοποίηση με θυροκόλληση στις 1.7.2025 μαζί με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Στις 14.11.2025 εκδόθηκε Ειδοποίηση “Tύπου ΙΑ” για πλειστηριασμό που προγραμματίσθηκε στις 26.3.2026. Επιδόθηκε η ειδοποίηση με ιδιωτική επίδοση στους Αιτητές την 3.2.2026. Επιπρόσθετα, του επιδόθηκε η ειδοποίηση με θυροκόλληση στις 4.2.2026 που συνοδευόταν με διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης. Είναι θέση του ότι η επίδοση είναι παράνομη.
H Ειδοποίηση “Τύπου IA” και η όλη διαδικασία πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου είναι πρόωρη ή/και άκυρη ή/και παράνομη ή/και παράτυπη ή/και αυθαίρετη ή/και δέον όπως ακυρωθεί από to Δικαστήριο λόγω του γεγονότος ότι δεν επεξηγείται στην φερόμενη ως κατάσταση λογαριασμού που συνοδεύει την πρώτη σε σειρά Ειδοποίηση και δη την Ειδοποίηση “Τύπου I” με ποιο τρόπο έχουν υπολογισθεί τα ποσά τα οποία απαιτούν οι Καθ’ ων η αίτηση, ούτε και ποιες χρεώσεις έχει υποστεί ο επίδικος λογαριασμός ή/και με ποιο ποσοστό υπολογίστηκε ο τόκος ή/και για ποια περίοδο αφορά ή/και διότι περιέχει παράνομες χρεώσεις ή/και διότι η Ειδοποίηση “Τύπου I” δεν δίδει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς τον τρόπο υπολογισμού των απαιτούμενων ποσών ή/και διότι η Ειδοποίηση “Τύπου I” δεν συνοδεύεται από λεπτομερή κατάσταση λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους (Statement of Account) ή/και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού δεν περιέχει επαρκείς λεπτομέρειες ως προς to χρεωπιστωτικό ιστορικό του επίδικου λογαριασμού για να μπορεί να ελεγχθεί από τους Αιτητές/Εφεσείοντες ή/και σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα ή/και διότι επί της εν λόγω φερόμενης ως Κατάστασης Λογαριασμού που επισυνάφθηκε στην Ειδοποίηση Τύπου «Ι» δεν αναγράφεται το ποσοστό του επιτοκίου με το οποίο χρεώνεται το ενυπόθηκο χρέος ή/και διότι η φερόμενη ως Κατάσταση Λογαριασμού δεν αποτελεί κατ' ουδένα λόγο Κατάσταση Λογαριασμού του ενυπόθηκου χρέους με αποτέλεσμα να στερούνται οι Αιτητές/Εφεσειόντες ή/και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα της δυνατότητας να ελέγξουν την νομιμότητα του αξιωμένου υπολοίπου.
Θεωρεί ότι παράνομα και πρόωρα έχει γίνει η εκκίνηση της διαδικασίας επειδή οι ειδοποιήσεις δεν έχουν επιδοθεί σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα.
Περιπλέον, η προσβαλλόμενη Ειδοποίηση Τύπου “ΙΑ” είναι άκυρη .η/και παράνομη ή/και δέον όπως ακυρωθεί ή/και παραμεριστεί από το Δικαστήριο, διότι τα περιεχόμενο της επίδικης Ειδοποίηση Τύπου “IA” είναι εσφαλμένο και παράνομο, λόγω του ότι η επίδικη Υποθήκη είναι παράνομη ή/και άκυρη, κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 21(1)(γ), όσο και του άρθρου 5 τον Νόμου 9/1965. Τόσο το ποσό που εξασφαλίζει η επίδικη Υποθήκη όσο και ο τόκος δεν είναι σε καμία περίπτωση καθορισμένα ή δυνάμενα να προσδιοριστούν ως ποσά και ποσοστά και περιπλέον ξεκάθαρα η επίδικη Υποθήκη παραβιάζει και καταστρατηγεί ρητές διατάξεις του Νόμου. Η σύμβαση Υποθήκης εκ του νόμου επιβάλλεται να παραχωρείται αποκλειστικά και περιοριστικά για να καλύπτει, αυστηρά και μόνο, συγκεκριμένο ποσό κεφαλαίου. Tον ακριβή χρόνο πληρωμής του, το ακριβές ποσοστό επιτοκίου που πρέπει να είναι καθορισμένο ή δυνάμενο να προσδιορισθεί, και τέλος, για να καλύπτει τα νόμιμα διενεργηθέντα έξοδα για την είσπραξη του κεφαλαίου και των τόκων. Με αυτό το τρόπο ανταποκρίνεται και εξασφαλίζεται το ενυπάρχον αναφαίρετο εξ επιεικείας δικαίωμα του κάθε ενυπόθηκου οφειλέτη (Equitable Right of Redemption) να γνωρίζει ανά πάσα στιγμή μέχρι και τον χρόνο προ της εκποίησης το ακριβές ύψος του υπολοίπου του ενυπόθηκου χρέους το οποίο εάν πληρώσει έστω και μια στιγμή πριν την εκποίηση, τότε η εκποίηση θα αποτρέπεται και η υποθήκη θα εξοφλείται και θα πρέπει να εξαλειφθεί. Το δικαίωμα αυτό του κάθε ενυπόθηκου οφειλέτη ανταποκρίνεται και στο δόγμα ή την ρήση ότι "οnce a mortgage, always a mortgage". Ωστόσο παρά τις πιο πάνω ρητές και επιτακτικές πρόνοιες των άρθρων 5,8 και 21(1)(γ) του σχετικού Νόμου και παρά την αναγκαιότητα σε κάθε υποθήκη να εξασφαλίζεται το «equitable right of redemption» του εκάστοτε ενυπόθηκου οφειλέτη, εντούτοις η επίδικη Υποθήκη. παραβιάζει τόσο τις πρόνοιες του άρθρου 21(1 )(γ) αλλά ταυτόχρονα παραβιάζει ή και παρεμποδίζει ή και αναιρεί το εξ επιείκειας δικαίωμα τον Αιτητή, «equitable right of redemption» και επομένως είναι εξ υπαρχής παράνομη και άκυρη.
Οι καθ’ ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση και έχουν προβάλει 21 λόγους ένστασης ως ακολούθως:
1. Το Μέρος VIA του Ν.9/1965 και συγκεκριμένα το Άρθρο 44Γ(3) ως αυτό τροποποιήθηκε ορίζει εξαντλητικά το πεδία εφαρμογής και/ή τους λόγους παραμερισμού της ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ».
2. Η διαδικασία πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων τηρουμένων των προνοιών του Μέρος VIA του N. 9/1965 ακολουθήθηκε σύννομα και ορθά από την Καθ' ης η Αίτηση - Εφεσίβλητη ενασκήσει των θεσμοθετημένων δικαιωμάτων της.
3. Οι Ειδοποιήσεις Τύπου «ΙΑ» επιδόθηκαν δεόντως, ορθά και σύμφωνα με τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο στους Εφεσείοντες - Αιτητές και/ή σε όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη σύμφωνα με τις προϋποθέσεις του Μέρους VIA του N. 9/1965.
4. Ειδοποίηση Τύπος «ΙΑ» δεν έχει αποσταλεί πριν την λήξη της προθεσμίας για καταβολή του χρέους.
5. Ο παραμερισμός της Ειδοποίησης Τύπου «ΙΑ» δεν δικαιολογείται υπό τας περιστάσεις.
6. Οι Αιτητές - Εφεσείοντες δεν νομιμοποιούνται στην καταχώρηση της παρούσας διαδικασίας εφόσον δεν συντρέχει οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις που κατά τρόπο περιοριστικό και εξαντλητικό απαριθμούνται στο Άρθρο 44Γ(3) του Νόμου 9/1965 και κανένας από τους προβαλλόμενους ισχυρισμούς των Αιτητών-Εφεσειόντων δεν συνιστά βάσιμο λόγο έφεσης κατά των ειδοποιήσεων τύπου «ΙΑ» για την προτιθέμενη εκποίηση της υποθήκης υπ' αριθμό Υ5718/09 κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας.
7. H Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη δεόντως και νομοτύπως προχώρησε στην έναρξη και προώθηση της διαδικασίας που προβλέπεται στο Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 για την πώληση των επιδίκων ακινήτων συμμορφούμενη πλήρως με την προβλεπόμενη υπό του Μέρος VIA του Νόμου 9/1965 διαδικασία.
8. H Καθ' ης η Αίτηση-Εφεσίβλητη δεόντως και νομοτύπως προχώρησε σε νόμιμη επίδοση όλων των απαραίτητων ειδοποιήσεων προς όλα τα ενδιαφερόμενα μέρη ως προβλέπεται στις πρόνοιες του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 για την πώληση των επιδίκων ακινήτων συμμορφούμενη πλήρως με την προβλεπόμενη υπό του Μέρους VIA του Νόμου 9/1965 διαδικασία.
9. H Ειδοποίηση Τύπος «1» δεν δύναται να αποτελέσει αντικείμενο εξέτασης επί της παρούσας διαδικασίας. Άνευ βλάβης του ισχυρισμού αυτού, η Ειδοποίηση Τύπου «Ι» επιδόθηκε δεόντως στους Εφεσείοντες - Αιτητές.
10. H κατάσταση λογαριασμού η οποία αποστάλθηκε ήταν καθ' όλα νόμιμη και κανονική. Τα ποσά και οι τόκοι οι οποίοι αναγράφονται στις ειδοποιήσεις Τύπου «1» και «ΙΑ» είναι ορθά και καθ' όλα νόμιμα και/ή οποιαδήποτε απόκλιση από τον καθορισμέ' Τύπο δυνάμει του Νόμου 9/1965 αποτελεί ακραίας μορφής τυπολατρία και/ή δεν επηρεάζει την ουσία και/ή τα δικαιώματα των Εφεσειόντων-Αιτητών και/ή δεν επιφέρει ακυρότητα στις ειδοποιήσεις και/ή στη διαδικασία.
11. H κατάσταση λογαριασμού η οποία συνοδεύει την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» και στην οποία γίνεται συγκεκριμένη περιγραφή ταυ οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους εκθέτουν με επάρκεια και/ή σαφήνεια το οφειλόμενο ενυπόθηκο χρέους, τους τόκους και τα έξοδα ώστε ο ενυπόθηκος οφειλέτης και όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα να ενημερωθούν περί τούτων.
12. Το οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο αναγράφεται στις ειδοποιήσεις Τύπου «Ι» και «ΙΑ» είναι καθόλα ορθό και νόμιμο. Οι Εφεσείοντες κωλύονται να προβάλλουν οποιοδήποτε ισχυρισμό επί του ποσού που αναγράφεται στις Ειδοποιήσεις Τύπου «i» και « ΙΑ» καθότι ενώ αι Εφεσείοντες - Αιτητές με την Ειδοποίηση Τύπου «Ι» κλήθηκαν να πληροφορήσουν την Εφεσίβλητη – Καθ’ ης η Αίτηση εάν διαφωνούν με το οφειλόμενο υπόλοιπο, ουδέποτε εξέφρασαν οποιοδήποτε παράπονο.
13. H διωκόμενη των Αιτητών - Εφεσειόντων αμφισβήτηση και/ή εξέταση υπό του παρόντος Δικαστηρίου του οφειλόμενου ενυπόθηκου χρέους και/ή τόκου και/ή ποσοστού επιτοκίου και/ή της ορθότητας αυτών συνιστά έκνομη θεραπεία.
14. H εγκυρότητα της επίδικης υποθήκης Υ1534/2003 δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας αφού δεν περιλαμβάνεται στο λόγους έφεσης του Άρθρου 44Γ (3) του Νόμου 9/1965.
15. Οι Αιτητές - Εφεσείοντες δεν αποσείουν το βάρος απόδειξης των ισχυρισμών τους.
16. H αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
17. Οι λόγοι έφεσης που προβάλλονται για την ακύρωση του προγραμματισμένου πλειστηριασμού είναι γενικοί και/ή αόριστοι.
18. H παρούσα Αίτηση - Έφεση καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και/ή να παρεμποδίσει τη νόμιμη διαδικασία πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων στη βάση της υποθήκης υπ' αριθμό Υ5718/09 κατατεθειμένη στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Λευκωσίας και/ή καταχωρήθηκε για να εξυπηρετήσει αλλότριους σκοπούς και/ή κατασπαταλεί πολύτιμο χρόνο του Δικαστηρίου και/ή προκαλεί αχρείαστα έξοδα.
19. Η παρούσα Αίτηση-Έφεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας και/ή καταχωρήθηκε με μοναδικό σκοπό να καθυστερήσει και/ή να παρεμποδίσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου.
20. Τυχόν επιτυχία της Αίτησης -Έφεσης θα αποστερήσει την Εφεσίβλητη - Καθ'ης η Αίτηση από την άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της, καταστρατηγώντας τον σκοπό του νομοθετικού πλαισίου του N. 9/1965.
21. Δεν είναι ορθό και δίκαιο υπό τις περιστάσεις να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.
Η ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο ομνύοντας ο οποίος είναι εργοδοτούμενος της Do Value στο Δικαστηριακό τμήμα.
H DOVALUE δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων και πιστωτικών διευκολύνσεων μεταξύ της ίδιας και της Εφεσίβλητης-Καθ'ης η Αίτηση, ενεργεί δια λογαριασμό της Εφεσίβλητης-Καθ'ης η Αίτηση και έχει αναλάβει τη διαχείριση των χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων της Εφεσίβλητης-Καθ'ης η Αίτηση, και των σχετικών και αντίστοιχων εξασφαλίσεων, εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Στις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις περιλαμβάνονται και οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις καθώς και οι συναφείς μ 'αυτές εξασφαλίσεις.
H CAC CORAL LTD, ήτοι η Εφεσίβλητη - Καθ' ης η Αίτηση (εφεξής «CAC CORAL») είναι Εταιρεία Περιορισμένης Ευθύνης εγγεγραμμένη στην Κυπριακή Δημοκρατία, με έδρα της την Λευκωσία και αποτελεί δεόντως αδειοδοτημένη Εταιρεία Εξαγοράς Πιστώσεων δυνάμει των προνοιών του Περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(1)/2015) (εφεξής «Ν. 169 (1)/2015»), ως έχει τροποποιηθεί.
Κατ' εφαρμογή του Άρθρου 18 του Ν. 169 (1)/2015, ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει των προνοιών Σχεδίου Διακανονισμού το οποίο επικυρώθηκε την 20/12/2018, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018, από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας στην Αίτηση Εταιρειών Αρ. 947/2018 βάσει των Άρθρων 198 -200 του Περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, και το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 21/12/2018, μεταξύ άλλων πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες βρίσκονται στις Οριστικές Καθυστερήσεις της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κύπρου) Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα»), καθώς και οι οιασδήποτε μορφής εξασφαλίσεις αυτών, περιλαμβανομένων της επίδικης υποθήκης Υ5718/09 (εφεξής «η Υποθήκη») έχουν μεταβιβαστεί στην CAC CORAL.
Τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της τράπεζας αναφορικά με την εν λόγω υποθήκη έχουν μεταβιβαστεί στην CAC Coral.
Αναφέρει ότι η εταιρεία Antiqua αιτήτρια είναι πρωτοφειλέτρια σε δάνειο που είχε συνάψει με την τράπεζα και σε σχέση με άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις. Το ίδιο ισχύει και για την δεύτερη αιτήτρια εταιρεία. Ο Αιτητής 3 είναι μοναδικός διευθυντής και ιδιοκτήτης των δύο αιτητριών εταιρειών. Οι πιστωτικές διευκολύνσεις τους χορηγήθηκαν την περίοδο 2004-2005.
Η Σύμβαση Υποθήκης Υ5718/09 ημερομηνίας 3/6/2009 αφορά το ποσό των €214.000 πλέον τόκο 8.25% από 3/6/2009 για το χωράφι με αριθμό εγγραφής D506 (4/[ ]), Φ/Σχ. 30/55Ε2, τεμάχιο [ ], έκταση 1 δεκάριο και 134 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσία και χωράφι με αριθμό εγγραφής 4/[ ], Φ/Σχ. 30/55Ε2, τεμάχιο [ ], έκταση 567 τ.μ. το όλο μερίδιο ευρισκόμενο στην περιοχή Νήσου Λευκωσίας, ιδιοκτησίας της Antiqua.
Στις 29.9.2023 εκδόθηκε Δικαστική απόφαση εναντίον των τριών αιτητών στα πλαίσια της αγωγής 3056/2014 για το ποσό των €102.713 πλέον τόκο 6% από 10.3.2014 με κεφαλαιοποίηση του τόκου. Επίσης εκδόθηκε διάταγμα εκποίησης της υποθήκης Υ5718/09 για το ποσό των €214.000 πλέον τόκο 8.25% από 3.6.2009 για ικανοποίηση του πιο πάνω χρέους. Δεύτερη Δικαστική απόφαση εκδόθηκε στα πλαίσια της αγωγής 2743/2014 για το ποσό των €472.5315 με τόκο 6% από τις 10.3.2014 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές ετησίως και €111.304 με τόκο 6% από τις 10.3.2014 με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης του τόκου δύο φορές τον χρόνο. Μια από τις εξασφαλίσεις που δόθηκε για τις πιο πάνω πιστωτικές διευκολύνσεις είναι η υποθήκη Υ5718/09. Διατάχθηκε η εκποίηση της επίδικης υποθήκης για το ποσό των €214.000 πλέον τόκο 8.25% από 3.6.2009.
Η CAC Coral ξεκίνησε την διαδικασία εκποίησης των δύο ακινήτων που αφορούν την εν λόγω υποθήκη. Αποστάλθηκε Ειδοποίηση “Τύπου Ι” με κατάσταση λογαριασμού την 28.2.2025 με συστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Αιτητή 3. Τα έγγραφα ήτοι, ειδοποίηση, συνοδευτική επιστολή και κατάσταση λογαριασμού δεν παραδόθηκαν και επιστράφηκαν στην CAC Coral την 10.4.2025. Το ίδιο έγινε και για τις δύο εταιρείες και τα εν λόγω έγγραφα είχαν αποσταλεί με συστημένο ταχυδρομείο στις διευθύνσεις του εγγεγραμμένου γραφείου των εταιρειών. Ενόψει του ότι τα έγγραφα δεν παραδόθηκαν η CAC προχώρησαν σε επίδοση της ειδοποίησης την 28.4.2025 με σχετική επιστολή στο εγγεγραμμένο γραφείο των δύο εταιρειών. Οι ένορκες δηλώσεις των επιδοτών αποδεικνύουν την άφεση των εν λόγω εγγράφων στο εγγεγραμμένο γραφείο των εταιρειών και έτσι δεν ευσταθεί ότι επιδόθηκαν προσωπικά οι ειδοποιήσεις στον Αιτητή 3. Η επίδοση της ειδοποίησης στον Αιτητή 3 δεν ήταν εφικτή διότι ως προκύπτει από την ειδοποίηση του επιδότη απέφευγε την επίδοση.
Την 20/6/2025 το Δικαστήριο εξέδωσε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης στον Αιτητή 3 της ειδοποίησης κατά τον Τύπο «1» του Δεύτερου Παραρτήματος του Ν. 9/1965 και της Κατάστασης Λογαριασμού σε σχέση με τη διαδικασία εκποίησης του Ακινήτου με αρ. εγγραφής 4/[ ] Φ/Σχ 30/55Ε2, τεμάχιο [ ] στην περιοχή Νήσου της επαρχίας Λευκωσίας και του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 4/[ ] Φ/Σχ 30/55Ε2 τεμάχιο [ ] στην περιοχή Νήσου της Επαρχίας Λευκωσίας που δεσμεύονται με την Υποθήκη Υ5718/09 δια θυροκόλλησης επί της εισόδου και/ή της θύρας της οικίας του Αιτητή 3 στη διεύθυνση [ ] 13, [ ] Στρόβολος Λευκωσία.
Ως συνέπεια των, πιο πάνω, η επίδοση της Ειδοποίησης «Τύπου Ι» πραγματοποιήθηκε με υποκατάστατη επίδοση δηλαδή, θυροκόλληση της ειδοποίησης και κατάσταση λογαριασμού στην διεύθυνση της κατοικίας του Αιτητή 3. Οι Αιτητές δεν προβήκαν εντός 45 ημερών σε εξόφληση του οφειλόμενου ποσού ως οι δύο δικαστικές αποφάσεις. Στην συνέχεια οι CAC Coral απέστειλε ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» την 5.12.2025 με συστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Αιτητή 3. Δεν παραδόθηκαν και επιστράφηκαν τα έγγραφα την 12.1.2026. Το ίδιο έγινε με τις δύο αιτήτριες εταιρείες. Οι ειδοποιήσεις «Τύπου ΙΑ» αποστάλθηκαν με συστημένο ταχυδρομείο στη διεύθυνση του εγγεγραμμένη γραφείου των εν λόγω εταιρειών και επεστράφησαν οι ειδοποιήσεις στις 30.1.2026 διότι δεν παραδόθηκαν.
Στη συνέχεια προχώρησε η CAC Coral στην επίδοση της ειδοποίησης “Τύπου ΙΑ” την 3.2.2026 αφήνοντας την ειδοποίηση και συνοδευτικά έγγραφα στο εγγεγραμμένο γραφείο των εν λόγω εταιρειών. Για τον Αιτητή 3 επιχειρήθηκε η ιδιωτική επίδοση αλλά δεν επιτεύχθηκε σύμφωνα με την ειδοποίηση του ιδιώτη επιδότη επειδή ο Αιτητής 3 απέφευγε την επίδοση. Οι καθ’ ων η αίτηση καταχώρησαν αίτηση και πέτυχαν την έκδοση διατάγματος για υποκατάστατη επίδοση την 30.1.2026 για θυροκόλληση στην οικία του Αιτητή 3. Πραγματοποιήθηκε η υποκατάστατη επίδοση την 4.2.2026 της ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ» και το δελτίο ειδοποίησης ηλεκτρονικού πλειστηριασμού . Η επίδοση της εν λόγω ειδοποίησης «Τύπου ΙΑ» και συνοδευτικών εγγράφων επιτεύχθηκε 50 και 51 ημέρες αντίστοιχα πριν την προγραμματισμένη ημερομηνία πλειστηριασμού ημερομηνίας 26.3.2026.
Η παρούσα Αίτηση-Έφεση αποκλειστικό σκοπό έχει να καθυστερήσει και να παρεμποδίσει την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου και να αποστερήσει την CAC CORAL από την άσκηση των νόμιμων δικαιωμάτων της. Τέτοια αίτηση είναι, καταχρηστική και τυχόν επιτυχία της θα επέτρεπε την καταστρατήγηση του νομοθετικού πλαισίου για πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων από τους ενυπόθηκους δανειστές.
ΑΝΑΛΥΣΗ
Ενόψει του ότι για το τελεσίδικο της οφειλής και για την δυνατότητα εκποίησης των εν λόγω ακινήτων έχουν εκδοθεί δύο δικαστικές αποφάσεις δεν δύναται οι αιτητές να αμφισβητήσουν οτιδήποτε που να αφορά την εγκυρότητα των συμφωνιών, την υποχρέωση τους να καταβάλουν τα ποσά που καταγράφονται ως οφειλές στις Δικαστικές αποφάσεις καθώς και το δικαίωμα των καθ’ ων η αίτηση να προχωρήσουν με την διαδικασία εκποίησης της υποθήκης.
Περαιτέρω, κωλύεται ο Αιτητής να εγείρει οποιοδήποτε ζήτημα σε σχέση με το δικαίωμα της καθ’ ης η αίτηση να προχωρήσει με την διαδικασία εκποίησης της υποθήκης ενόψει της ύπαρξης Δικαστικής απόφασης που δημιουργεί δεδικασμένο σε σχέση με οποιοδήποτε ζήτημα που να αφορά το δικαίωμα αυτό. Θεωρώ ότι έχει δημιουργηθεί ζήτημα δεδικασμένου με αποτέλεσμα να υπάρχει νομικό κώλυμα να προωθείται με την αίτηση/έφεση οτιδήποτε που να αφορά την εγκυρότητα του ενυπόθηκου συμφωνητικού εγγράφου και το δικαίωμα των καθ’ ων η αίτηση να πραγματοποιήσουν τα δικαιώματα τους ως πηγάζουν από αυτή. Το θέμα έχει ήδη αποφασισθεί εφόσον έχει εκδοθεί Δικαστική απόφαση με την οποία έχει διαταχθεί η πώληση των ενυπόθηκων ακινήτων βασιζόμενη επί του ιδίου ενυπόθηκου συμφωνητικού εγγράφου, ως προκύπτει από το κλητήριο ένταλμα της αγωγής.
Στην απόφαση Γαβριήλ ν Αγαπίου (1998) 1(Γ) ΑΑΔ 1868, επεξηγήθηκε ότι ακόμη και η απόρριψη αγωγής στην οποία δεν έχει προηγηθεί ακροαματική διαδικασία επιφέρει τη λύση διαφοράς της αγωγής και καθιστά το αγώγιμο δικαίωμα δεδικασμένο. Το δεδικασμένο θεμελιώνεται στην αρχή της τελεσιδικίας. Το δεδικασμένο προκύπτει όποτε υπάρχει ταυτότητα των συμφερόντων (δηλαδή τα επίδικα ζητήματα της μίας αγωγής είναι τα ίδια με την δεύτερη αγωγή) και ταυτότητα των διαδίκων. Η δέσμευση που προκύπτει από το δεδικασμένο βαρύνει μόνο τους διαδίκους και τους διαδόχους των διαδίκων.
Η Αίτηση/Έφεσης διεξάγεται μεταξύ των ίδιων διαδίκων και αφορά το ίδιο αντικείμενο επειδή αφορά την εκποίηση ακινήτου που αποτελούσε ενυπόθηκη εξασφάλιση για το ίδιο χρέος που οφείλεται επειδή βρίσκεται σε υπερημερία. Περαιτέρω, ζητούνται θεραπείες στα πλαίσια των αγωγών για την πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου που είναι το ίδιο αντικείμενο με την διαδικασία που προδιαγράφεται με την διαδικασία της εκποίησης δυνάμει του άρθρου 44Β του νόμου 9(1)/1965. Ήδη είχε γίνει διάγνωση της αντισυμβατικής συμπεριφοράς των αιτητών στα πλαίσια της αγωγής καθώς και της εγκυρότητας του συμφωνητικού εγγράφου ενυπόθηκου ακινήτου. Αυτή η διαφορά επιλύθηκε με εκ συμφώνου αποφάσεις που εκδόθηκαν στα πλαίσια των αγωγών 3056/14 και 2743/2014 και έτσι δεν μπορεί να τεθεί θέμα σε σχέση με το δικαίωμα του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την πώληση του ακινήτου ως προβλέπει ο νόμος.
Στην υπόθεση Σοφία Κλεόπα ν Χριστοφόρου Αντωνίου (2002) 1 ΑΑΔ 58, το Εφετείο επεξήγησε ότι στην περίπτωση που τα θέματα των δύο αγωγών είναι τα ίδια, το δεδικασμένο δεν καλύπτει μόνο τις θεραπείες που ζητήθηκαν με τις αγωγές αλλά καλύπτει και θέματα που προκύπτουν και θα μπορούσαν να εγερθούν με τις αγωγές.
Σε εκείνη την υπόθεση η πρώτη αγωγή αφορούσε απαίτηση για ζημιές του οχήματος που ενεπλάκη σε δυστύχημα. Ενώ, σε δεύτερη αγωγή, που αφορούσε το ίδιο δυστύχημα εναντίον του ίδιου διαδίκου ενσωματώθηκε απαίτηση για σωματικά τραύματα και γενικές αποζημιώσεις. Το Εφετείο επικύρωσε πρωτόδικη απόφαση στην οποία αποφασίσθηκε ότι η δεύτερη αγωγή δεν μπορούσε να προχωρήσει εξαιτίας του δεδικασμένου που δημιουργήθηκε με την ίδια αιτία αγωγής στην πρώτη αγωγή με το εξής σκεπτικό:
«Η νομική φύση του δεδικασμένου απασχόλησε επανειλημμένα. Το υπό κρίση είναι από τα θέματα που έχει φωτίσει αρκούντως η νομολογία. Στην Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 670 επισημάνθηκε από το Εφετείο ότι:
«..........δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψη τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The "Indian Grace" (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί».
Προηγουμένως, στην Κ.S.R. Commercio S.A. κ.ά. v. Bluecoral Navigation Ltd (1995) 1 A.A.Δ. 309, έχει λεχθεί, αναφορικά με τα όρια μέχρι τα οποία εκτείνεται η αρχή, καθώς και την αναγκαιότητα εφαρμογής της, στη σελ. 312:
«Σαν θέμα γενικής πολιτικής του δικαίου η παράλειψη διαδίκου να εγείρει σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία στα λιθογραφήματα του ή την επιχειρηματολογία που ανέπτυξε ή να προσκομίσει μαρτυρία αναφορικά με οτιδήποτε θα μπορούσε να στηρίξει την υπόθεση ή υπεράσπιση του δε δικαιολογεί ούτε επιτρέπει νέο δικαστικό αγώνα με αντικείμενο ότι παραλείφθηκε. Αυτό θα σήμαινε την τμηματική εκδίκαση των διαφορών κατ' επιλογήν του διαδίκου και τη διαιώνιση τους. Έτσι η αρχή της τελεσιδικίας, που είναι κοινωνικά επιβεβλημένη, θα υφίστατο καίριο πλήγμα».
Όμοιος είναι ο κανόνας που καθιέρωσε ο Άρειος Πάγος, όπως προκύπτει από τη σύνοψη της παρακάτω απόφασης του:
«Το δεδικασμένο, εξαιτίας του οποίου δεν επιτρέπεται να εξετασθεί εκ νέου σε άλλη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων είτε ως κύριο αντικείμενο είτε ως προϋπόθεση άλλου δικαιώματος το αρμοδίως κριθέν με τελεσίδικη απόφαση ως πηγάζον από ορισμένη αιτία δικαίωμα εκτείνεται όχι μόνο στις ενστάσεις που προτάθηκαν και απορρίφθηκαν ουσιαστικά ή τυπικά, αλλά και σε εκείνες τις ενστάσεις οι οποίες, μολονότι υπήρχαν κατά την πρώτη επ' ακροατηρίου συζήτηση ή γεννήθηκαν αργότερα μέχρι τη συζήτηση κατά την οποία εκδόθηκε η απόφαση που έκρινε τελεσιδίκως τη διαφορά, δεν προτάθηκαν ή προτάθηκαν απαραδέκτως από το διάδικο υπέρ του οποίου υπάρχουν οι ενστάσεις αυτές, Α.Π. 135/1990 Ε.Ε.Δ. 49. 866. Ε.Ε.Α.Δ. 24. 714».
Στα πλαίσια των δύο αγωγών υπήρξε οριστική επίλυση της διαφοράς των διαδίκων με την έκδοση Δικαστικής απόφασης εκ συμφώνου. Τα ζητήματα που εγείρονται με την Αίτηση/Έφεση έπρεπε ο Αιτητής να τα επικαλεσθεί στην αγωγή. Παραβιάζει και προσκρούει στο δεδικασμένο η αναβίωση ζητήματος σε σχέση με την εγκυρότητα της ενυπόθηκης συμφωνίας και κατά συνέπεια του δικαιώματος του ενυπόθηκου δανειστή να προχωρήσει με την εκποίηση της υποθήκης που έχει ήδη επιλυθεί οριστικά στο παρελθόν.
Όμως ακόμη και να θεωρηθεί ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο με την αυστηρή έννοια του δόγματος αυτού, ως εφαρμόζεται, εξαιτίας του διαφορετικού χαρακτήρα των δύο διαδικασιών και πάλι θα κατέληγα στο ίδιο αποτέλεσμα επειδή με την παρούσα Αίτηση/Έφεση επιδιώκεται το ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι την ματαίωση του πλειστηριασμού που ήταν κάτι που θα μπορούσε κάλλιστα ο αιτητής να επιδιώξει με τις αγωγές. Η προώθηση αυτού του ζητήματος εκ νέου με την Αίτηση/Έφεση συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας ως έμμεση αμφισβήτηση (collateral attack) των τριών δικαστικών αποφάσεων που εκδόθηκαν εκ σύμφωνου.
Οι καθ’ ων η αίτηση έχουν επιλέξει να προωθήσουν πώληση των ακινήτων που συνιστούν τις εξασφαλίσεις της υποθήκης Υ5718/2009 με ηλεκτρονικό πλειστηριασμό δυνάμει των διατάξεων του μέρους VI του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965. Επειδή έχουν προχωρήσει με την διαδικασία της αποστολής ειδοποιήσεων ως προβλέπει η συγκεκριμένη νομοθεσία δύναται το Δικαστήριο να εξετάσει κατά πόσο η διαδικασία που ακολουθήθηκε συμμορφώνεται με τις διατάξεις του Νόμου.
Ένα ζήτημα που εγείρεται είναι αυτό της έγκυρης επίδοσης των εν λόγω ειδοποιήσεων, δηλαδή το ερώτημα κατά πόσο όλες οι ειδοποιήσεις επιδόθηκαν ως προνοεί ο Νόμος και η Αιτήτριες/Εφεσείουσες έλαβαν έγκαιρα γνώση του περιεχομένου των ειδοποιήσεων. Είναι ισχυρισμός των Αιτητών που κατέχουν την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη (Antiqua Estates Ltd) και του πρωτοφειλέτη των πιστωτικών διευκολύνσεων ως έχει αποφασισθεί στις δύο Δικαστικές αποφάσεις (Antiqua Estates Ltd και Eleatex Ltd) και του εγγυητή (Γιώργος Οικονομίδης) ότι δεν υπήρχε νομότυπη επίδοση των ειδοποιήσεων τύπου Ι και τύπου ΙΑ. Οι δύο πιο πάνω ειδοποιήσεις πρέπει να επιδοθούν σε όλα τα ενδιαφερόμενα πρόσωπα που αφορούν την πώληση του ακινήτου προκειμένου να διενεργηθεί νόμιμος πλειστηριασμός. Η πώληση του ενυπόθηκου ακινήτου, καθορίζεται στη βάση συγκεκριμένης νομοθεσίας που διέπει τη διαδικασία. Θα πρέπει να διενεργηθεί, σύμφωνα με τη διαδικασία που προδιαγράφεται στον νόμο. Επιτρέπεται η πώληση στην περίπτωση που το χρέος που εξασφαλίζεται με υποθήκη, βρίσκεται σε καθεστώς υπερημερίας. Το άρθρο 27 του νόμου, περιέχει πρόνοια ότι στην περίπτωση υπερημερίας πληρωμής μίας δόσης του δανείου, καθίσταται ολόκληρο το δάνειο απαιτητό και πληρωτέο. Το ίδιο ισχύει εάν δεν γίνει έγκαιρη πληρωμή του τόκου που λογίζεται με βάση τη δανειακή σύμβαση που εξασφαλίζεται από το υποθηκευμένο ακίνητο. Η σύμβαση της υποθήκης που θα πρέπει να προνοεί την εξασφάλιση του χρέους, αφορά δικαιοδοτικό όρο για την έναρξη της διαδικασίας της πώλησης δυνάμει του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου 9/1965. Αυτή είναι προϋπόθεση για την αναγκαστική πώληση ακινήτου, είτε αυτή επιτευχθεί με ιδιωτική πώληση του ακινήτου, είτε στα πλαίσια του άρθρου 37 του Νόμου 9/1965 από τον διευθυντή του Κτηματολογίου.
Το άρθρο 37 Μέρος VI του νόμου, προνοεί ότι μόνο όταν το ενυπόθηκο χρέος βρίσκεται σε υπερημερία τουλάχιστον 120 ημέρες, ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη κατάσταση λογαριασμού και έγγραφη ειδοποίηση με την οποίαν, τον πληροφορεί ότι εάν θα συνεχίσει για περίοδο ενός μηνός από την επίδοση της ειδοποίησης να βρίσκεται σε υπερημερία, θα υποβληθεί στον διευθυντή του Κτηματολογίου Αίτηση πώλησης του ακινήτου που επιβαρύνεται με το ενυπόθηκο χρέος προς εξόφληση του χρέους.
Παρομοίως, το άρθρο 44Β του Νόμου 9/1965, προνοεί ότι επιτρέπεται να προχωρήσει η διαδικασία που προβλέπεται δυνάμει του μέρους VIA του νόμου 9/1965, όταν ολόκληρο το ενυπόθηκο χρέος καθίσταται πληρωτέο και απαιτητό δυνάμει των όρων της σύμβασης. Προϋπόθεση για την έναρξη της διαδικασίας ως προβλέπει το άρθρο 44Γ είναι όπως προχωρήσουν οι καθ’ ων η αίτηση στην έναρξη της διαδικασίας που προβλέπεται από τις διατάξεις του Μέρους VI, αφού ο ενυπόθηκος δανειστής επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος, συνοδευόμενη από κατάσταση λογαριασμού του απαιτούμενου ενυπόθηκου χρέους, των τόκων και όλων των εξόδων για την είσπραξή του καλώντας τον όπως εξοφλήσει το ποσό, σύμφωνα με την επιδοθείσα κατάσταση λογαριασμού, τάσσοντας σε αυτόν προθεσμία όχι μικρότερη των σαράντα πέντε (45) ημερών από την ημερομηνία επίδοσης της ειδοποίησης προς εξόφληση του απαιτούμενου ποσού:
Στη συνέχεια ως προβλέπει το εδάφιο (2 ) του άρθρου 44Γ αν ο ενυπόθηκος οφειλέτης ή οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο δεν συμμορφωθεί με τις απαιτήσεις της ειδοποίησης που του επιδίδεται δυνάμει των διατάξεων του εδαφίου (1), ο ενυπόθηκος δανειστής δύναται να επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε ενδιαφερόμενο πρόσωπο, δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση, στην οποία να αναφέρεται ότι το ενυπόθηκο ακίνητο πρόκειται να πωληθεί με πλειστηριασμό η ειδοποίηση επιδίδεται κατά τον Τύπο «IΑ» του Δευτέρου Παραρτήματος, εντός περιόδου όχι μικρότερης των σαράντα πέντε (45) ηµερών από την καθορισμένη ημέρα και ώρα πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου.
Το λεκτικό της σχετικής πρόνοιας έχει επιτακτικό χαρακτήρα δύναται να ξεκινήσει η διαδικασία αφού ο ενυπόθηκος δανειστής επιδώσει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο, έγγραφη ειδοποίηση κατά τον Τύπο «Ι» του Δεύτερου Παραρτήματος. Στη συνέχεια επιτρέπεται ο ορισμός ημερομηνίας ηλεκτρονικού πλειστηριασμού στην περίπτωση που επιδοθεί στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε οποιοδήποτε πρόσωπο δεύτερη έγγραφη ειδοποίηση. Το εδάφιο (3) επιτρέπει στον ενυπόθηκο οφειλέτη και κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο να προσβάλλουν την διαδικασία που απολήγει στην εκποίηση του ακινήτου στην βάση τις διατάξεις του μέρους VI του νόμου 9/1965 για παραμερισμό της ειδοποίησης της σκοπούμενης πώλησης μόνο, για τους ακόλουθους λόγους:
(α) Η επιδοθείσα ειδοποίηση δεν πληροί τις απαιτούμενες κατά τον προβλεπόμενο τύπο και περιεχόμενο, προϋποθέσεις.˙
(β) Η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί.
....................
Οι Αιτητές/Εφεσείοντες θα πρέπει να προσκομίσουν μαρτυρία να αποδείξουν ότι η ειδοποίηση που προβλέπεται από τον νόμο ότι πρέπει να αποσταλεί για να ορισθεί ο πλειστηριασμός δεν έχει δεόντως επιδοθεί. Όπως έχει λεχθεί στις αποφάσεις Luis Vuitton v. Δέρμοσακ Λτδ (1992) 1 ΑΑΔ 1453 και Fashion Box SRL v. Ferro Fashions Ltd (1999) 1 ΑΑΔ 1858, όταν υπάρχει διάσταση ως προς τα γεγονότα μεταξύ του Αιτητή και του προσώπου που έχει ενστεί στην Αίτηση, αυτός που έχει το βάρος απόδειξης, θα πρέπει κατά την ακρόαση της Αίτησης να αποδείξει τα γεγονότα.
Σύμφωνα με το πραγματικό πλαίσιο της αίτησης οι ειδοποιήσεις «Τύπου Ι» είχαν επιδοθεί στον ίδιο προσωπικά με τη μέθοδο της ιδιωτικής επίδοσης για λογαριασμό των Αιτητών/Εφεσειόντων 1 και 2 στις 28.4.2025. Στην βάση του τεκμηρίου 10 που επισυνάπτεται στην αίτηση προκύπτει ότι οι επιδόσεις στις δύο αιτήτριες εταιρείες είχαν επιδοθεί στον αριθμό 2 γραφείο 39 στην διεύθυνση 2220 Λατσιά χωρίς να καθορίζεται στην ένορκη δήλωση του επιδότη σε ποιο πρόσωπο είχαν παραδοθεί οι ειδοποιήσεις και τα επισυναπτόμενα έγγραφα. Η επίδοση για τον Αιτητή 3 επιδόθηκε στη διεύθυνση της οικίας του με θυροκόλληση την 1.7.2025 αφού πρώτα προηγήθηκε διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που επέτρεπε όπως διενεργηθεί η επίδοση με θυροκόλληση. Η ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» σύμφωνα με τους Αιτητές επιδόθηκε με ιδιωτική επίδοση στις 3.2.2026. Σύμφωνα με το τεκμήριο 12 που συνοδεύει την ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της αίτησης προκύπτει ότι για τις δύο αιτήτριες εταιρείες η ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» επιδόθηκε με ιδιώτη επιδότη που ορκίσθηκε ότι άφησε τις ειδοποιήσεις «Τύπου ΙΑ» στις διευθύνσεις των εγγεγραμμένων γραφείων των εν λόγω εταιρειών χωρίς να κατονομάζεται πρόσωπο στο οποίο παραδόθηκαν οι ειδοποιήσεις στις 3.2.2026. Για τον Αιτητή 3 η επίδοση πραγματοποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου το οποίο επέτρεπε να διενεργηθεί επίδοση με θυροκόλληση στην οικία του που τελικά πραγματοποιήθηκε στις 4.2.2026 και έλαβε γνώση.
Τα πιο πάνω δεδομένα δεν αμφισβητούνται από τους καθ’ ων η αίτηση. Διενεργήθηκε πρώτα αποτυχημένη επίδοση με αποστολή των δύο ειδοποιήσεων με συστημένη επιστολή μέσω του ταχυδρομείου στις εγγεγραμμένες διευθύνσεις των αιτητριών εταιρειών στα Λατσιά και στην τελευταία γνωστή διεύθυνση του Αιτητή 3 την [ ] 13 [ ] Στρόβολο Λευκωσία που δεν παραδόθηκαν οι ειδοποιήσεις και επεστράφησαν στους καθ’ ων η αίτηση. Αναφορικά με την ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων «Τύπου Ι» και «Τύπου ΙΑ» παραθέτουν την ένορκη δήλωση του ιδιώτη επιδότη που αναφέρει ότι έγινε άφεση των ειδοποιήσεων «Τύπου Ι» (Τεκμήρια 14 και 15 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης) και «Τύπου ΙΑ» (Τεκμήρια 23 και 24 της ένορκης δήλωσης προς υποστήριξη της ένστασης) στις αιτήτριες 1 και 2 στο εγγεγραμμένο γραφείο τους στις 28.4.2025 και 3.2.2026 αντίστοιχα. Αναφορικά με τον Αιτητή 3 έχουν προσκομίσει αποδεικτικό υλικό ότι αναζητήθηκε σε διάφορες ημερομηνίες στην τελευταία δηλωθείσα του διεύθυνση και σημειώθηκε ότι απέφευγε την επίδοση. Στη συνέχεια εκδόθηκε διάταγμα του Δικαστηρίου για την υποκατάστατη επίδοση των αντίστοιχων ειδοποιήσεων στον Αιτητή 3 με θυροκόλληση στην τελευταία δηλωθείσα του διεύθυνση που πραγματοποιήθηκε για την ειδοποίηση «Τύπου Ι» την 1.7.2025 και για την ειδοποίηση «Τύπου ΙΑ» την 4.2.2026.
Το άρθρο 44ΙΕ περιέχει ερμηνευτικές διατάξεις για την εύρυθμη λειτουργία του πλαισίου της ιδιωτικής πώλησης του ακινήτου με πλειστηριασμό. Σύμφωνα με το εν λόγω άρθρο ο όρος επίδοση ερμηνεύεται ως ακολούθως:
«επίδοση» σημαίνει σε κάθε περίπτωση την παράδοση ειδοποίησης ή επικοινωνίας με συστημένη επιστολή, η οποία απευθύνεται στην τελευταία γνωστή διεύθυνση της κατοικίας ή του εγγεγραμμένου γραφείου του προσώπου, στο οποίο η ειδοποίηση ή η επικοινωνία απευθύνεται, ή στη σχετική διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη σε μητρώο του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό, την ιδιωτική επίδοση τέτοιας ειδοποίησης ή επικοινωνίας σε τέτοιο πρόσωπο:
Νοείται ότι η ιδιωτική επίδοση δύναται να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης με διάταγμα Δικαστηρίου κατόπιν γενικής αίτησης:
Νοείται περαιτέρω ότι η επίδοση εκτός δικαιοδοσίας δυνατόν να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο προβλέπεται σε Κανονισμό, διεθνή σύμβαση, νόμο, δευτερογενή νομοθεσία ή διαδικαστικό κανονισμό ισχύει στη Δημοκρατία:
Νοείται έτι περαιτέρω ότι, σε περίπτωση που το πρόσωπο προς το οποίο απευθύνεται η ειδοποίηση ή η επικοινωνία είναι πρόσωπο το οποίο έχει δικαίωμα στο εκπλειστηρίασμα της πώλησης λόγω της εγγραφής στο κτηματικό μητρώο επί του ενυπόθηκου ακινήτου οποιουδήποτε εμπράγματου βάρους προς όφελός του, η εν λόγω ειδοποίηση αποστέλλεται στη διεύθυνση που είναι καταχωρισμένη στο σχετικό Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο σε σχέση με το πρόσωπο αυτό και την οποία ο ενυπόθηκος δανειστής ή ο κάτοχος εμπράγματου βάρους δικαιούται να ζητήσει και να λάβει από το εν λόγω κτηματολογικό γραφείο.
Αναφορικά με τον Αιτητή 3 οι Εφεσείοντες δεν έχουν αποσείσει το αποδεικτικό βάρος για να αποδείξουν ότι δεν διενεργήθηκε δεόντως η επίδοση των δύο ειδοποιήσεων. Προκύπτει από την μαρτυρία που έχουν θέσει υπόψη μου οι καθ’ ων η αίτηση ότι οι ειδοποιήσεις αποστάλθησαν στην τελευταία δηλωθείσα διεύθυνση του Αιτητή δεν παραλήφθηκαν και ως συνέπεια αυτού επεστράφησαν στους καθ’ ων η αίτηση. Στη συνέχεια ως προνοεί ο νόμος δύναται να διενεργηθεί η επίδοση με οποιοδήποτε τρόπο προνοούν οι θεσμοί συμπεριλαμβανομένου και της υποκατάστατης επίδοσης. Εφόσον η επίδοση διενεργήθηκε με θυροκόλληση ως προνοούσε το Δικαστικό διάταγμα και στις δύο περιπτώσεις δεν δύναται να εξετάσω οτιδήποτε άλλο σε σχέση με το νομότυπο της επίδοσης. Σχετική είναι η υπόθεση. Αναφορικά με την αίτηση την Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ για άδεια για την έκδοση εντάλματος Certiorari Πολιτική αίτηση 130/25 ημερομηνίας 3.10.2025 στην οποία επεξηγήθηκε ότι είναι ανεπίτρεπτο για το Δικαστήριο να αμφισβητήσει διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης που έχει εκδοθεί από ομόβαθμό Δικαστήριο:
“Το κατώτερο Δικαστήριο με την απόφαση του ουσιαστικά έκρινε ότι το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί και ότι εκδόθηκε λανθασμένα εφόσον δεν είχε καταδειχθεί το ανέφικτο της αποστολής με συστημένη επιστολή. Το κατώτερο Δικαστήριο σαφώς και δεν είχε τέτοια εξουσία. Ενόσω το διάταγμα για υποκατάστατη επίδοση βρισκόταν σε ισχύ και η Αιτήτρια είχε συμμορφωθεί με αυτό, το κατώτερο Δικαστήριο ενήργησε ως εφετείο ομόβαθμου δικαστηρίου καταλήγοντας στην ουσία σε απόφαση πως η επίδοση δεν ήταν καλή, όχι επειδή δεν έγινε ορθά ως όριζε το διάταγμα αλλά στη βάση του ότι το διάταγμα δεν έπρεπε να είχε εκδοθεί εφόσον δεν είχε καταδειχθεί το ανέφικτο της αποστολής με συστημένη επιστολή.
Είναι γνωστή η νομική αρχή ότι δεν είναι δυνατό ένα Δικαστήριο να αναθεωρεί αποφάσεις ομόβαθμου Δικαστηρίου και να αμφισβητεί την ορθότητα αυτών, καθώς και ότι τέτοιες περιπτώσεις συνιστούν υπέρβαση δικαιοδοσίας. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ.Χ. Περατικός Λίμιτεδ, κ.ά., Πολ. Αίτηση Αρ. 32/2019, ημερ. 17.4.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149, ECLI:CY:AD:2019:D149, Αναφορικά με την Αίτηση των Νικόλα Σιδέρη κ.ά. (2010) 1(Α) Α.Α.Δ. 286, Αναφορικά με την Αίτηση των Russell Ritchie κ.ά. (2008) 1(Α) Α.Α.Δ. 639 και Papademetriou v. Christofi and others (1988) 1 C.L.R. 101. Στην υπόθεση Περατικός (ανωτέρω) αναφέρθηκε πως σύγκρουση διαταγμάτων ή ενέργεια ενός Δικαστηρίου που υποδηλώνει ενέργεια εφετειακή επί απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου, εμπίπτει στη δικαιοδοσία του προνομιακού εντάλματος και στην εμβέλεια του. Στην υπόθεση Νικόλα Σιδέρη (ανωτέρω), λέχθηκαν τα εξής:
«Οπωσδήποτε η αναίρεση της προηγούμενης απόφασης από ισόβαθμο δικαστήριο, θα συνιστούσε έλλειψη ή υπέρβαση δικαιοδοσίας πράγμα που θα εξουδετέρωνε την αποτελεσματικότητα της απονομής της δικαιοσύνης.»
…
Το ζήτημα που προκύπτει στην υπό κρίση περίπτωση αφορά την ύπαρξη ενός διατάγματος με το οποίο ρυθμίζεται ο τρόπος επίδοσης των ειδοποιήσεων και σχετικών εγγράφων στην όλη διαδικασία πώλησης ενυπόθηκου ακινήτου με πλειστηριασμό και παράλληλα την έκδοση μιας απόφασης με την οποία η επίδοση κρίθηκε ως μη ορθή, όχι στη βάση του διατάγματος αλλά στη βάση του ότι οι προϋποθέσεις για την έκδοση του δεν ίσχυαν. Αυτή η υπέρβαση εξουσίας σαφώς και έχει αντίκτυπο και επηρεάζει την όλη διαδικασία πώλησης του ακινήτου με πλειστηριασμό και δημιουργεί αμφιβολία, αμηχανία και αβεβαιότητα ως προς την περαιτέρω πορεία της εν λόγω διαδικασίας, σε σχέση με την επίδοση των απαιτούμενων ειδοποιήσεων και εγγράφων στον Καθ' ου.
Ενόψει της πιο πάνω διαπίστωσης ήτοι ότι η υποκατάστατη επίδοση στην βάση διατάγματος Δικαστηρίου επρόκειτο για νόμιμο τρόπο επίδοσης ήταν εξόφθαλμη η υπέρβαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου παραμερίζοντας την ειδοποίηση που είχε ως υπόβαθρο την αμφισβήτηση του διατάγματος υποκατάστατης επίδοσης.”
Παρομοίως εφόσον η επίδοση της ειδοποίησης επιτρέπεται με υποκατάστατη επίδοση στην βάση Δικαστικού διατάγματος στον Αιτητή 3 δεν δικαιολογείται εύρημα μου ότι οι δύο ειδοποιήσεις δεν έχουν δεόντως επιδοθεί.
Καταλήγω σε διαφορετικό συμπέρασμα σε σχέση με την επίδοση των ειδοποιήσεων «Τύπου Ι» και «Τύπου ΙΑ» που έγιναν στις αιτήτριες 1 και 2 νομικά πρόσωπα με την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και πρωτοφειλέτες. Μετά την αποτυχία της επίδοσης με συστημένο ταχυδρομείο επιχειρήθηκε ιδιωτική επίδοση των δύο ειδοποιήσεων. Ως το μαρτυρικό υλικό που τέθηκε ενώπιον μου προκύπτει ότι η ιδιωτική επίδοση πραγματοποιήθηκε στην διεύθυνση των εγγεγραμμένων γραφείων των δύο εταιρειών με την άφεση των εγγράφων των ειδοποιήσεων “Tύπου Ι” και στη συνέχεια “Τύπου ΙΑ” και τα συνοδευόμενα έγγραφα χωρίς να αναφέρεται κατά πόσο οι ειδοποιήσεις δόθηκαν σε συγκεκριμένο πρόσωπο που παρευρέθηκε στην εγγεγραμμένη διεύθυνση. Η λέξη να ‘αφεθεί’ έγγραφο σημαίνει σύμφωνα με το Βικιλεξικό στο διαδίκτυο:
Ρηματικός τύπος αφεθεί
- απαρέμφατο αορίστου του ρήματος αφήνομαι
- (να, ας, αν, ίσως κλπ) γ' ενικό υποτακτικής αορίστου του ρήματος αφήνομαι
- θα αφεθεί: γ' ενικό οριστικής στιγμιαίου μέλλοντα του ρήματος αφήνομαι
Το ότι ο επιδότης άφησε τα έγγραφα εκεί δεν συνάδει με τρόπο που επιτρέπεται να γίνει επίδοση σε νομικό πρόσωπο στη βάση των θεσμών της πολιτικής δικονομίας . Ο κανονισμός 6.4 εδάφιο (7) είναι σχετικός αναφορικά με ιδιωτική επίδοση σε νομικό πρόσωπο:
6.4. Επίδοση εντύπου απαίτησης σε περίπτωση μη ύπαρξης γραπτής συμφωνίας
(7) Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας η οποία να ρυθμίζει ειδικά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, επίδοση πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης στον πρόεδρο ή διοικητικό σύμβουλο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο, ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου νομικού προσώπου, ή η επίδοση τέτοιου αντιγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο τέτοιου νομικού προσώπου ή στον κύριο χώρο διεξαγωγής των εργασιών του σε πρόσωπο που εμφανίζεται να είναι εξουσιοδοτημένο να δεχτεί τέτοια επίδοση, θεωρείται έγκυρη επίδοση· και στην περίπτωση οποιασδήποτε εταιρείας μη συσταθείσας στην Κύπρο, το αντίγραφο μπορεί να αφήνεται στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της στην Κύπρο ή, αν δεν υπάρχει τέτοιος χώρος, σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κύπρο το οποίο εμφανίζεται ως εξουσιοδοτημένο να διεκπεραιώνει εργασίες για την εταιρεία στην Κύπρο, και τέτοια επίδοση του αντιγράφου θεωρείται έγκυρη επίδοση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο δικαστής διατάξει διαφορετικά. Και εάν σε οποιοδήποτε νόμο υπάρχει ειδική πρόνοια για την επίδοση οποιουδήποτε εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή σε οποιοδήποτε σωματείο ή σύλλογο ή οποιοδήποτε σώμα ή αριθμό προσώπων, συστημένων δυνάμει νόμου ή μη, η επίδοση του πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης μπορεί να διενεργηθεί αναλόγως.
Στη βάση της διαταγής, πιο πάνω, προκύπτει ότι ουδέποτε θα ήταν αρκετό να θεωρηθεί έγκυρη επίδοση των συγκεκριμένων εγγράφων με την άφεση τους στο εγγεγραμμένο γραφείο εάν δεν παραλήφθηκαν από πρόσωπο που ήταν εξουσιοδοτημένο να τα παραλάβει εκ μέρους της εταιρείας. Οι Kαθ’ων η αίτηση θεώρησαν ότι τέτοια επίδοση ήταν έγκυρη και δεν αποτάθηκαν στο Δικαστήριο ώστε να εκδοθεί διάταγμα υποκατάστατης επίδοσης για τις Αιτήτριες 1 και 2. Θα μπορούσε να ειπωθεί ότι εφόσον ο Αιτητής 3 είναι διευθυντής και των δύο εταιρειών συμπερασματικά έλαβαν γνώση οι εταιρείες διά του διευθυντή τους με την θυροκόλληση των εν λόγω ειδοποιήσεων. Εκείνο που προκύπτει από την ένορκη δήλωση του επιδότη είναι ότι η επίδοση της θυροκόλλησης αφορούσε μόνο τον Αιτητή 3. Παρομοίως και τα διατάγματα υποκατάστατης επίδοσης αφορούσαν μόνο τον Αιτητή 3. Όπως προκύπτει από την απόφαση Συνεργατική Εταιρεία Διαχειρίσεως Περιουσιακών Στοιχείων v Παντέλας Πολιτική Έφεση 159/2021 ημερομηνίας 1.12.2023 κάθε λέξη στις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 44ΙΕ για τον ορισμό της λέξης ‘επίδοσης’ είναι σχετική για την πρόθεση του νομοθέτη. Ο νομοθέτης με τη θέσπιση του νόμου, θέλησε να ιεραρχήσει τον τρόπο επίδοσης, δίδοντας επιτακτικό προβάδισμα στη συστημένη επιστολή. Μόνον όταν η επίδοση με αυτόν τον τρόπο είναι ανέφικτη, διανοίγεται ο δρόμος εναλλακτικά για ιδιωτική επίδοση, συμφώνως των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας, περιλαμβανομένης και της δυνατότητας υποκατάστατης επίδοσης, κατόπιν βέβαια σχετικού διατάγματος του Δικαστηρίου. Με τον τροποποιητικό Ν87(Ι)/2018 ο νομοθέτης, μεταξύ άλλων, επέλεξε να απαλείψει το διαζευκτικό «ή» και να το αντικαταστήσει με τη φράση «και σε περίπτωση που αυτό δεν είναι εφικτό». Τούτο άρει την όποια εναπομείνασα αμφιβολία περί του σκοπού του νομοθέτη. Η αποστολή των ειδοποιήσεων με διπλοσυστημένο ταχυδρομείο στην τελευταία γνωστή διεύθυνση, θεσπίσθηκε με σκοπό να διευκολύνεται η διαδικασία. Οι Εφεσείοντες δικαιούνται δυνάμει του άρθρου 44Γ να καταχωρήσουν Έφεση στο Επαρχιακό Δικαστήριο για να πετύχουν παραμερισμό της ειδοποίησης, μόνο όταν «η ειδοποίηση δεν έχει δεόντως επιδοθεί» (άρθρο 44Γ(3)(β)).
Είναι λόγος έφεσης να έχει επιδοθεί δεόντως σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο η ειδοποίηση. Δεν απαλλάσσονται οι καθ’ ων η αίτηση από την υποχρέωση τους να επιδόσουν δεόντως τις ειδοποιήσεις στις εταιρείες που έχουν την ιδιότητα του ενυπόθηκου οφειλέτη και οφειλέτη του χρέους επειδή διενεργήθηκε επίδοση ξεχωριστά στον Αιτητή 3 υπό την προσωπική του ιδιότητα ως εγγυητής με θυροκόλληση. Καταρχάς όταν του επιδόθηκε το συγκεκριμένο έγγραφο απευθυνόταν στον ίδιο και όχι ως διευθυντής εκ μέρους της εταιρείας του.
Στην υπόθεση Ζωή Νικολάου ν. Hellenic Bank Public Company ημερομηνίας 10/10/2017 Πολιτική Έφεση 130/2012 το Ανώτατο Δικαστήριο επιβεβαίωσε τη διαχρονική αρχή ότι σκοπός της επίδοσης, είναι να λάβει γνώση κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο της διαδικασίας που διενεργείται εναντίον του, ώστε να δράσει έγκαιρα και αποτελεσματικά κατά την Υπεράσπιση των νόμιμων δικαιωμάτων του. Στην υπόθεση Ζωή Νικολάου πιο πάνω, το Δικαστήριο επεξήγησε ότι για τον προσδιορισμό του όρου μέλους της οικογένειας, δεν αποκλείεται η διεύρυνση του όρου για σκοπούς επίδοσης ανάλογα με τις περιστάσεις της υπόθεσης. Σε εκείνην την υπόθεση, κρίθηκε ότι μητέρα και ενήλικη θυγατέρα που κατοικούσαν στον ίδιο χώρο, ήταν καθ’ όλα νομότυπη επίδοση εφόσον σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.5 θ.2 σκοπός του νομοθέτη ήταν να διευκολύνει την επίδοση όπου αυτή δεν είναι δυνατό να γίνει προσωπικά στον διάδικο, φέροντας σε γνώση του το δικόγραφο του οποίου επιδιώκεται η επίδοση. Σε κάθε περίπτωση, το Δικαστήριο διατηρεί τη διακριτική εξουσία στην περίπτωση που δεν προκαλείται αδικία να διορθώσει οιανδήποτε παρατυπία που να αφορά την επίδοση. (βλ. Dymond v. Croft [1876] 3 Ch. D. 512).
Αναφορικά με την επίδοση δικαστικών έγγραφων σχετική επίσης, είναι η απόφαση Ιερά Μητρόπολη Λεμεσού ν Chr. Michaelides (Εstates) Ltd 1 ΑΑΔ 43 (2002), στην οποίαν το Εφετείο επεξήγησε ότι αυτές οι διατάξεις πρέπει να διαβαστούν και να ερμηνευτούν με αναφορά το άρθρο 30 του Συντάγματος, ώστε να κατοχυρωθεί το δικαίωμα του διάδικου να λάβει γνώση της διαδικασίας που εκκρεμεί εναντίον του.
Δεν αμφιβάλλουμε για την ορθότητα των παραπάνω πρωτόδικων αποφάσεων και ότι το ζήτημα της κανονικής επίδοσης κλητηρίου σε αγωγή βάσιμα έχει συσχετισθεί με το άρθρ. 30.3(α) και (β), θα προσθέταμε, του Συντάγματος. Η καλή επίδοση συνδέεται αναπόφευκτα με τη δυνατότητα του ενδιαφερομένου να γνωρίζει τους λόγους για τους οποίους εγκαλείται στο δικαστήριο. Τότε μόνο του παρέχεται η δυνατότης να υπερασπισθεί. Πρόκειται για δικαίωμα που έχει αναχθεί σε θεμελιώδες ατομικό δικαίωμα. Το άρθρ. 30.3(α) και (β) περιλαμβάνεται στο χάρτη των "θεμελιωδών δικαιωμάτων και ελευθεριών" του Συντάγματος».
Σε κάθε περίπτωση, η επίδοση δικαστικού εγγράφου πραγματοποιείται με τρόπο που είναι εύλογα αναμενόμενο να λάβει γνώση της διαδικασίας ο επηρεαζόμενος ενυπόθηκος οφειλέτης και κάθε άλλο ενδιαφερόμενο πρόσωπο.
Σχετική είναι η υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση του Χριστάκη Χριστοφόρου Πολιτική Έφεση 111/2015, 1.11.2023 που αφορούσε την επίδοση απαίτησης δυνάμει του άρθρου 212 του Κεφ. 113 στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Όπως και στην περίπτωση της εκποίησης της υποθήκης δυνάμει του μέρους VI του Ν. 9/1965 η έναρξη της διαδικασίας για την διάλυση εταιρείας από τους πιστωτής της προϋποθέτει ως προαπαιτούμενο για την έναρξη της διαδικασίας την έγκυρη επίδοση της απαίτησης πληρωμής.
Το ακόλουθο απόσπασμα είναι σχετικό:
«Όπως προέκυψε, ο ιδιώτης επιδότης παρέδωσε τη γραπτή απαίτηση στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εφεσίβλητης στην οδό Φλωρίνης 7, σε κάποια Μαρία Γεωργίου η οποία, σύμφωνα με τον επιδότη, ήτο γραμματέας κάποιας εταιρείας, άλλης από την Εφεσίβλητη και η οποία δεν αποδέχτηκε να την υπογράψει.
“…Στο Νόμο και συγκεκριμένα στο Άρθρο 212(α) του Κεφ. 113 υπάρχει σαφής πρόνοια σε σχέση με τη μέθοδο επίδοσης της γραπτής απαίτησης. Η γραπτή απαίτηση επιδίδεται δια της παράδοσης της στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας. Μάλιστα η επίδοση της Επιστολής Απαίτησης είναι και νομοθετικό προαπαιτούμενο για ενεργοποίηση του Άρθρου 212. Σημειώνεται ότι στο αγγλικό κείμενο του Κεφ. 113 χρησιμοποιείται η φράση «by leaving it», ακριβής μετάφραση της οποίας αποδίδεται με τη λέξη «αφήνοντας» και όχι τη λέξη «παραδίδοντας».
Όπως επισημάνθηκε στην υπόθεση C. Phasarias (Automotive Centre) Ltd v. Εταιρεία Σκυροποίας «Λεωνίκ» Λτδ (2009) 1 Α.Α.Δ. 1457, το Άρθρο 212(α) σαφώς αναφέρει ως μόνο τρόπο δημιουργίας των προϋποθέσεων για καταχώριση αίτησης διάλυσης μιας εταιρείας την επίδοση της γραπτής απαίτησης στο εγγεγραμμένο της γραφείο. Στην υπόθεση Phasarias (ανωτέρω), το Ανώτατο Δικαστήριο επικύρωσε την απόφαση του πρωτόδικου Δικαστηρίου με την οποία δέχθηκε ότι η επίδοση στο διευθυντή της εταιρείας, χωρίς να αναφέρεται ότι αυτή έγινε στο εγγεγραμμένο γραφείο της, δεν μπορούσε να θεωρηθεί ως η δέουσα και η προβλεπόμενη από το Άρθρο 212(α).
Στην υπό κρίση περίπτωση η παράδοση της γραπτής απαίτησης σε φυσικό πρόσωπο το οποίο εργαζόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της Εφεσίβλητης Εταιρείας συνιστούσε νομότυπη επίδοση. Ουδεμία σημασία είχε ότι το πρόσωπο στο οποίο είχε παραδοθεί η γραπτή απαίτηση δεν ήταν υπάλληλος της Εφεσίβλητης. Ό,τι, εν προκειμένω, είχε σημασία ήταν το γεγονός ότι η γραπτή απαίτηση είχε παραδοθεί σε πρόσωπο το οποίο νομίμως βρισκόταν στο εγγεγραμμένο γραφείο της εταιρείας για σκοπούς της εργασίας της.”
Εφόσον η ιδιωτική επίδοση των ειδοποιήσεων Τύπου «Ι» και «ΙΑ» δεν έχουν πραγματοποιηθεί με τρόπο που συνάδει με τους θεσμούς της πολιτικής δικονομίας και δεν υπάρχει άλλη μαρτυρία που να έχει τεθεί ενώπιον μου ότι τις ειδοποιήσεις τις παρέλαβε πρόσωπο στο εγγεγραμμένο γραφείο των εν λόγω αιτητριών-εταιρειών που να έχει σχέση με την εταιρεία η άφεση των ειδοποιήσεων στην συγκεκριμένη διεύθυνση δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι συνιστά έγκυρη επίδοση. Καταληκτικά είναι συμπέρασμα μου ότι δεν έχει διενεργηθεί επίδοση δεόντως στον ενυπόθηκο οφειλέτη και σε κάθε ενδιαφερόμενο πρόσωπο όπως απαιτεί ο Νόμος για τη νομότυπη έναρξη της διαδικασίας στην βάση του μέρους VI του Νόμου 9/1965 για το νομότυπο του προγραμματισμού του πλειστηριασμού.
Ως εκ τούτου χορηγείται διάταγμα θεραπείας και εκδίδεται διάταγμα ως η αίτηση με αποτέλεσμα να διατάττεται η ματαίωση του πλειστηριασμού που είναι προγραμματισμένη στις 26.3.2026 και ώρα 10.00 π.μ. Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται εναντίον της Εφεσίβλητης και υπέρ των Αιτητών όπως αυτά υπολογισθούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) ………..……………………..…………..
Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
/ΕΠ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο