ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1128/2025
Μεταξύ:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED
Ενάγουσα
και
1. ΛΟΥΚΙΑ ΑΝΤΩΝΙΑΔΟΥ
2. ΑΝΔΡΕΑΣ ΑΝΤΩΝΙΑΔΗΣ
Εναγόμενοι
30 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Δανιήλ για Αντώνης Καρράς Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενοι 1&2/Καθ’ ων η αίτηση: κα Νικολάου για Μιχάλης Βορκάς & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 27.8.2025
για συνοπτική απόφαση κατά των Εναγόμενων 1 & 2
Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της και εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2 αναφορικά με κάποιες από τις αξιώσεις που εγείρει στην αγωγή.
Από τα ενώπιον μου δεδομένα προκύπτει ότι δεν υπάρχει ουσιαστική διαφωνία σε σχέση με τα γεγονότα και δεδομένα που θα οδηγήσουν στο αποτέλεσμα. Οι Εναγόμενοι 1 & 2, που είναι σύζυγοι, είχαν λάβει πιστωτικές διευκολύνεις από τη Λαϊκή Τράπεζα. Προς εξασφάλιση αυτών των διευκολύνσεων είχαν παραχωρήσει τις υποθήκες Y981/1990 και Υ1313/1993 επί ακινήτου με αριθμό εγγραφής 2/2605 στη Λευκωσία, ιδιοκτησίας της Εναγόμενης 1 (στο εξής το «Επίδικο Ακίνητο»). Οι πιστωτικές διευκολύνσεις κατέστησαν υπερήμερες με αποτέλεσμα την καταχώρηση της αγωγής 1067/1996 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Στα πλαίσια εκείνης της αγωγής εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ της Λαϊκής Τράπεζας (στο εξής το «Εξ Αποφάσεως Χρέος»).
Η Ενάγουσα (που στην πορεία απέκτησε τα δικαιώματα στο Εξ Αποφάσεως Χρέος και στις υποθήκες) προώθησε διαδικασία πλειστηριασμού του Επίδικου Ακινήτου στη βάση του Μέρους VIA του Ν.9/65. Μετά από ανεπιτυχή προσπάθεια ανακοπής της διαδικασίας πλειστηριασμού με αίτηση/έφεση αλλά και μετά από ανεπιτυχή πλειστηριασμό, τελικά το Επίδικο Ακίνητο μεταβιβάστηκε στο όνομα της Ενάγουσας στις 20.6.2025.
Οι Εναγόμενοι 1 & 2, διαμένουν σε κατοικία που βρίσκεται στο Επίδικο Ακίνητο. Η Εναγόμενη 1 ενημερώθηκε γραπτώς για την αλλαγή στο ιδιοκτησιακό καθεστώς καθώς και ότι η Ενάγουσα επιθυμούσε να αναλάβει κατοχή. Επιστολή στάλθηκε και από τους δικηγόρους της Ενάγουσας στις 24.7.2025 προς τους Εναγόμενους 1 & 2, με την οποία η Ενάγουσα ζητούσε να της παραδώσουν κατοχή του Επίδικου Ακινήτου και αποζημιώσεις. Οι Εναγόμενοι 1 & 2 αρνήθηκαν ότι κατέχουν παράνομα το Επίδικο Ακίνητο και αρνήθηκαν να παραδώσουν κατοχή.
Αυτή η στάση οδήγησε στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής με την οποία η Ενάγουσα αξιώνει αναγνωριστική απόφαση ότι είναι η μοναδική και αποκλειστική ιδιοκτήτρια του Επίδικου Ακινήτου (παρακλητικό Α), ότι δικαιούται σε κενή και ελεύθερη κατοχή (παρακλητικό Β), διάταγμα που να διατάζει τους Εναγόμενους 1 & 2 να παραδώσουν κατοχή (παρακλητικό Γ), δηλωτική απόφαση ότι οι Εναγόμενοι 1 & 2 δεν έχουν δικαίωμα σε κατοχή (παρακλητικό Δ), αποζημιώσεις για την ενοικιαστική αξία (παρακλητικό Ε) και άλλες συναφείς θεραπείες.
Ακολούθησε η καταχώρηση της παρούσας Αίτησης με την οποία η Ενάγουσα ζητά συνοπτική απόφαση σε σχέση με τα παρακλητικά Α, Β, Γ και Δ της αγωγής, πλέον έξοδα. Σε σχέση με τις υπόλοιπες αξιώσεις, η Ενάγουσα επιφυλάσσεται να της προωθήσει στα πλαίσια κανονικής δίκης.
Οι Εναγόμενοι 1 & 2 έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση υποστηρίζοντας ότι διαθέτουν καλή υπεράσπιση και πρέπει να τους δοθεί η δυνατότητα να την προβάλουν σε δίκη. Υποστηρίζουν ότι η υπεράσπιση τους φαίνεται από την αγωγή 1277/2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας που έχουν καταχωρήσει εναντίον της εδώ Ενάγουσας. Σημειώνουν επίσης ότι έχουν πρόθεση να καταχωρήσουν Ανταπαίτηση στην ίδια βάση. Αναφορά στην αγωγή 1277/2025 γίνεται πιο κάτω.
Θεωρώ ότι δεν χρειάζεται να επεκταθώ περαιτέρω. Σημειώνω μόνο ότι εξέτασα όλα τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον μου για σκοπούς της Αίτησης καθώς και το περιεχόμενο του φακέλου. Στην ακρόαση της Αίτησης, οι δύο πλευρές παρουσίασαν γραπτές αγορεύσεις και προέβησαν σε προφορικές τοποθετήσεις. Ειδική αναφορά σε κάποια επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο.
Ξεκινώ από τη νομική βάση της Αίτησης και τις αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αυτό θα καθορίσει το πλαίσιο για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.
Η Αίτηση βασίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης από τους Εναγόμενους 1 & 2 (Μέρος 24.3 ΚΠΔ), υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που περιλαμβάνει αναφορές στα έγγραφα και νομικά σημεία και σε αυτή καταγράφεται η πεποίθηση της Ενάγουσας ότι, με βάση τη μαρτυρία, οι Εναγόμενοι 1 & 2 δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των αξιώσεων για τις οποίες ζητούν συνοπτική απόφαση, ούτε υπάρχει λόγος για τον οποίο οι αξιώσεις εκείνες να προχωρήσουν σε δίκη (Μέρος 24.4(2)(3) ΚΠΔ). Συνεπώς, οι τυπικές προϋποθέσεις του Μέρους 24 πληρούνται.
Προχωρώ στις ουσιαστικές προϋποθέσεις. Σύμφωνα με το Μέρος 24.2 ΚΠΔ:
«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:
(α) κρίνει ότι:
(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή
(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και
(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»
Η βάση για την ορθή προσέγγιση αυτής της εξουσίας του Δικαστηρίου καθορίζεται από το ίδιο το λεκτικό του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγόμενου, εν όλω ή εν μέρει, εάν πληρούνται σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι (α) ο εναγόμενος δεν διαθέτει ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και (β) δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να διεξαχθεί δίκη.
Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο προσεγγίζει αυτή τη διάταξη των νέων ΚΠΔ, δεν εντοπίζεται Κυπριακό δικαστικό προηγούμενο από το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο, αν και έχουν εκδοθεί αποφάσεις από πρωτόδικα Δικαστήρια στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι των δύο πλευρών και τις οποίες έχω μελετήσει.
Βοηθητική είναι η καθοδήγηση της Αγγλικής νομολογίας για την αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Θεσμών, που είναι πανομοιότυπη[1]. Έχω ανατρέξει στις σχετικές παραγράφους του White Book 2021. Παραθέτω απόσπασμα από την παράγραφο 24.2.3, σελίδα 840 που θεωρώ σχετικό και βοηθητικό.
Σημειώνω ότι οι Αγγλικές αποφάσεις στο πιο κάτω απόσπασμα αφορούσαν περιπτώσεις αιτήσεων που καταχωρήθηκαν από εναγόμενους για συνοπτική απόρριψη των αγωγών. Συνεπώς, οι αναφορές στο απόσπασμα σε ενάγοντα (claimant) πρέπει να διαβάζονται ωσάν να αναφέρονται σε εναγόμενο (defendant) ώστε να εφαρμοστούν κατ΄ αντιστοιχία στην παρούσα περίπτωση:
«24.2.3 The following principles applicable to applications for summary judgement were formulated by Lawson J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd’s Rep. I.R. 301 at 24:
i) The court must consider whether the claimant has a ‘realistic’ as opposed to ‘fanciful’ prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91;
ii) A ‘realistic’ claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];
iii) In reaching its conclusion the court must not conduct a ‘mini trial’: Swain v Hillman;
iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel at [10];…»
Όπως ανέφερα και πιο πάνω, το Δικαστήριο πρέπει να ικανοποιηθεί ότι ο εναγόμενος δεν διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης, όμως πρέπει επίσης να μην υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.
Καθοδήγηση από Κυπριακή νομολογία αναφορικά με το τί μπορεί να συνιστά «άλλο επιτακτικό λόγο» για δίκη, δεν υπάρχει. Η Αγγλική νομολογία για αυτό το ζήτημα είναι η μόνη διαθέσιμη για σκοπούς καθοδήγησης. Εκεί οι αποφάσεις εισηγούνται ότι ο λόγος που θα προβληθεί πρέπει να είναι πράγματι «επιτακτικός» (compelling). Ως τέτοιος θεωρήθηκε πχ η περίπτωση όπου η ενάγουσα εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση και υπήρχαν διάφορες απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης («claims and cross-claims between the parties»)[2]. Επιτακτική κρίθηκε επίσης η ανάγκη για διεξαγωγή κανονικής δίκης όταν υπήρχαν στην ίδια αγωγή και άλλοι εναγόμενοι, πλην εκείνου εναντίον του οποίου ο ενάγων ζητούσε συνοπτική απόφαση, και δεν μπορούσαν να διαχωριστούν τα ζητήματα που θα αποφασίζονταν συνοπτικά με αυτά που αφορούσαν τους υπόλοιπους[3].
Αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε Αιτήσεις αυτής της φύσης, στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.5, σελίδα 842 αναφέρονται σχετικά τα εξής:
«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidentiary burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant’s statement of belief. The language of R.24.2 (“no real prospect”…. “no other reason”…) indicates that in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent’s case must cαrry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statement before the court (ED& F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29])».
Από την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει ότι το κριτήριο είναι διαφορετικό από αυτό που ίσχυε σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπό τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εκεί, η αποκάλυψη υπεράσπισης που ήταν «κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή»[4] αρκούσε για να δοθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να υπερασπιστεί την αγωγή σε δίκη. Τώρα ο εναγόμενος πρέπει να δείξει ότι διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.
Προχωρώ να εξετάσω τη μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά της Ενάγουσας. Αναφέρθηκα ήδη πιο πάνω στο υπόβαθρο που περιβάλλει την αγωγή. Η Ενάγουσα βασίζει τις αξιώσεις της στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης[5]. Από τη μαρτυρία που παρουσίασε η Ενάγουσα αλλά και από τα κοινώς αποδεκτά στοιχεία προκύπτουν τα εξής: (α) η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Επίδικου Ακίνητου, (β) οι Εναγόμενοι 1 & 2 κατέχουν το Επίδικο Ακίνητο, (γ) η Ενάγουσα έχει ζητήσει την ανάληψη της ελεύθερης κατοχής και (δ) οι Εναγόμενοι 1 & 2 συνεχίζουν να το κατέχουν.
Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης που βρισκόταν στους ώμους της και έχει επιτύχει να στοιχειοθετήσει, στον απαιτούμενο βαθμό, τις αξιώσεις για τις οποίες ζητά συνοπτική απόφαση και οι οποίες εδράζονται στο αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης.
Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στους ώμους των Εναγόμενων 1 & 2 που πρέπει πλέον να δείξουν ότι διαθέτουν πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή άλλο επιτακτικό λόγο για τη διεξαγωγή κανονικής δίκης[6].
Οι Εναγόμενοι 1 & 2 ουσιαστικά αντιτάσσουν τις αξιώσεις που εκείνοι εγείρουν με την αγωγή 1277/2025. Έχει παρουσιαστεί μέσω της ένστασης αντίγραφο του εντύπου απαίτησης και έκθεσης απαίτησης εκείνης της αγωγής. Προκύπτει ότι οι εδώ Εναγόμενοι 1 & 2 ενάγουν την εδώ Ενάγουσα. Διαφωνούν με την Ενάγουσα για το πραγματικό ύψος του Εξ Αποφάσεως Χρέους και αμφισβητούν τον τρόπο που έγινε η κατανομή του τιμήματος αγοράς του Επίδικου Ακινήτου κατά τη μεταβίβαση του στο όνομα της Ενάγουσας.
Πρέπει να πω ότι αυτές οι θέσεις δεν συνιστούν ικανή υπεράσπιση στις αξιώσεις που εδράζονται στην παράνομη επέμβαση. Ακόμα και αν η θέση των Εναγόμενων 1 & 2 είναι ορθή και επικρατήσει στην εκδίκαση της αγωγής 1277/2025, αυτό δεν επηρεάζει το δικαίωμα της Ενάγουσας ως ενυπόθηκου δανειστή, να καταστεί ιδιοκτήτρια του Επίδικου Ακινήτου δυνάμει του Μέρους VIA του Ν.9/65. Το επίδικο θέμα της αγωγής 1277/2025 εστιάζει στο ποσό/ποσοστό της τιμής για την οποία η Ενάγουσα απέκτησε το Επίδικο Ακίνητο και η κατανομή του ποσού αυτού κατά τα προβλεπόμενα στο άρθρο 44.Ι του Ν.9/65.
Δεν έχει παρουσιαστεί οποιοδήποτε στοιχείο, νομικό ή πραγματικό, από την πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2 που να θέτει σε αμφιβολία ότι η Ενάγουσα έχει καταστεί εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του Επίδικου Ακινήτου. Ούτε έχει παρουσιαστεί οτιδήποτε που να εισηγείται ότι, ακόμα και στην περίπτωση επιτυχίας τους στην αγωγή 1277/2025, οι Εναγόμενοι 1 & 2 δικαιούνται να διατηρούν κατοχή του Επίδικου Ακινήτου.
Σαφώς, η εξέταση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο δεν πρέπει να μετατρέψει τη διαδικασία της Αίτησης σε «μίνι δίκη»[7]. Όμως, ως επεξηγείται στο White Book 2021, παράγραφος 24.3.5:
«The respondent’s case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence, judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini trial (Swain v Hillman [2001]1 All ER 91). Therefore the court hearing a Pt 24 application should be wary or trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it.»
Επί της ουσίας λοιπόν, κρίνω ότι δεν έχει παρουσιαστεί μαρτυρία από την πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2 που να αποκαλύπτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στις αξιώσεις για τις οποίες ζητείται συνοπτική απόφαση.
Πέραν αυτή της διαπίστωσης, δεν διακρίνω επιτακτικό λόγο για τον οποίο η υπόθεση να πρέπει να προχωρήσει σε δίκη. Στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.4 παρατίθενται διάφορα παραδείγματα από Αγγλική νομολογία όπου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν επιτακτικές περιστάσεις (compelling reasons) για σκοπούς του Part 24 CPR, ώστε να επιτραπεί να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Η παρούσα δεν εμπίπτει ούτε προσομοιάζει σε οποιανδήποτε από εκείνες τις υποθέσεις.
Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24 ΚΠΔ για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2, για τις αξιώσεις που αφορά αυτή η Αίτηση.
Προβάλλεται η θέση από τους Εναγόμενους 1 & 2 ότι η Ενάγουσα προωθεί αυτή την Αίτηση κακόπιστα και καταχρηστικά. Δεν έχω διαπιστώσει στοιχεία που να παραπέμπουν σε κάτι τέτοιο.
Ένα τελευταίο ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά των Εναγόμενων 1 & 2 και θεωρώ ότι χρήζει απάντησης, είναι η θέση ότι η διαδικασία του Μέρους 24.2 ΚΠΔ καταστρατηγεί το Συνταγματικό δικαίωμα σε δίκαιη δίκη. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση.
Οι Εναγόμενοι 1 & 2 δεν έχουν αποστερηθεί του δικαιώματος για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Αντίθετα έχουν ασκήσει το δικαίωμα τους να προβάλλουν τις θέσεις τους με την καταχώρηση της ένστασης. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν συνεπάγεται δικαίωμα σε κανονική δίκη, χωρίς ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και χωρίς άλλο επιτακτικό λόγο. Εξ άλλου, δικαίωμα σε δίκαιη αντιμετώπιση στο Δικαστήριο διαθέτουν και οι αντίδικοι.
Συνιστά πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο και αναλογικό κόστος. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει τον ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό κάθε υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 24.2 είναι, ουσιαστικά, ένα εργαλείο για την αποτελεσματική προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού των δικονομικών κανόνων. Η αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη.
Στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles, 4η έκδοση, 2021 αναφέρονται σχετικά με αυτό ακριβώς το ζήτημα τα ακόλουθα στην παράγραφο 9.62:
«In his Access to Justice reports Lord Wolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of “a real prospect of succeeding” must therefore be understood in the context of the reports’ policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from the use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome».
(υπογράμμιση δική μου)
Καταληκτικά, η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται συνοπτική απόφαση στην αγωγή υπέρ των Εναγόντων και εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2 ως οι παράγραφοι (Α), (Β), (Γ) και (Δ) της Αίτησης.
Στην περίπτωση του διατάγματος (Γ), ενόψει του ότι στο Επίδικο Ακίνητο βρίσκεται η κατοικία των Εναγόμενων 1 & 2, η περίοδος συμμόρφωσης καθορίζεται σε 3 μήνες από την επίδοση του Διατάγματος, αντί 7 μέρες που ζητούν οι Ενάγοντες. Κρίνω ότι αυτό είναι το εύλογο χρονικό διάστημα, υπό τις περιστάσεις.
Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης, τα οποία ακολουθώντας το αποτέλεσμα επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 & 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα. Αναφορικά με το ύψος των εξόδων, λαμβάνοντας υπόψη τη φύση, αντικείμενο και πορεία εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €3.000 πλέον ΦΠΑ.
(Υπ.) …………………………………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Rule 24.2, Civil Procedure Rules (amended by the Civil Procedure (Amendment No. 3) Rules 2000)
[2] Bouygues (UK) Ltd v Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522
[3] Ilife v Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715
[4] Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας (1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817
[5] Σχετικές ADCS International Limited v Κώστα Κουστοφτίδη κ.α., Πολιτική Έφεση 312/2019, ημερομηνίας 6.11.2025, Liasidou a.o. v Papademetriou (1975) 1 CLR 122, Μάρκου ν Χρυσοστόμου (2004) 1 Β ΑΑΔ 813
[6] White Book 2021, paragraph 24.2.5, page 842 (ανωτέρω)
[7] Swain v Hillman (ανωτέρω)
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο