CONSPEL (CYPRUS) LIMITED ν. AK ENVIROMECH ENGINEERING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 818/2025, 30/3/2026
print
Τίτλος:
CONSPEL (CYPRUS) LIMITED ν. AK ENVIROMECH ENGINEERING LIMITED, Αρ. Αγωγής: 818/2025, 30/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 818/2025

Μεταξύ:

 

CONSPEL (CYPRUS) LIMITED

Ενάγουσα

και

 

AK ENVIROMECH ENGINEERING LIMITED

Εναγόμενη

 

30 Μαρτίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Σιαμούτη για Ανδρέας Ι. Καρύδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενη/Καθ’ ης η αίτηση: κ. Χαραλάμπους για Γεωργιάδης & Πελίδης Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην αίτηση της Ενάγουσας /Αιτήτριας ημερομηνίας 10.10.2025
για συνοπτική απόφαση κατά της Εναγόμενης

 

 

Με την παρούσα αίτηση η Ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της και εναντίον της Εναγόμενης σε σχέση με μια εκ των αξιώσεων της αγωγής.

 

Η Ενάγουσα δραστηριοποιείται στην οικοδομική βιομηχανία. Η Εναγόμενη εισάγει και πωλεί μηχανήματα και εξοπλισμό για μηχανολογικές εγκαταστάσεις. Κατά τον Φεβρουάριο 2023 και Φεβρουάριο 2024 η Ενάγουσα συμφώνησε και παρήγγειλε μηχανήματα από την Εναγόμενη. Η Εναγόμενη εξέδωσε τιμολόγια/δελτία παραγγελιών για συνολικό ποσό €98.770,00 που η Ενάγουσα εξόφλησε πλήρως. Σύμφωνα με τα δελτία παραγγελιών, τα μηχανήματα κάθε παραγγελίας θα παραδίδονταν τον Ιούνιο 2023 και Απρίλιο 2024, αντίστοιχα. Ουδέποτε όμως παραδόθηκαν.

 

Αυτά τα γεγονότα είναι κοινώς αποδεκτά.

 

Μέσω της αγωγής η Ενάγουσα αξιώνει την επιστροφή του ποσού των €98.770 ως αποζημίωση για αντίστοιχη ειδική ζημιά που έχει υποστεί ένεκα της μη παράδοσης των μηχανημάτων και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

Για αυτή την αξίωση (παρακλητικό Β), η Ενάγουσα ζητά την έκδοση συνοπτικής απόφασης με την παρούσα Αίτηση.

 

Μέσω της αγωγής η Ενάγουσα αξίωνε επίσης διάταγμα για την παράδοση των μηχανημάτων (παρακλητικό Α), αποζημιώσεις για ημερήσιες ζημιές/επιβαρύνσεις που υφίσταται ένεκα της μη παράδοσης (παρακλητικά Γ και Δ). Αυτές οι αξιώσεις της αγωγής εγκαταλείφθηκαν με σχετική δήλωση της συνηγόρου της Ενάγουσας κατά την ακρόαση αυτής της Αίτησης. Συνεπώς, αναφορές σε αυτές – κυρίως στην ένσταση και γραπτή αγόρευση του συνηγόρου της Εναγόμενης – δεν θα απασχολήσουν.

 

Η Εναγόμενη έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Η δική της θέση είναι πως η συμβατική σχέση των μερών ρυθμιζόταν και από Γενικούς Όρους που προέβλεπαν ότι η Ενάγουσα θα επιβαρυνόταν οποιαδήποτε αύξηση στην τιμή των μηχανημάτων από την πλευρά του κατασκευαστή. Ισχυρίζεται ότι πράγματι υπήρξε τέτοια αύξηση όμως η Ενάγουσα αρνιόταν να πληρώσει τη διαφορά στην τιμή και αυτός είναι ο λόγος που δεν παραδόθηκαν τα μηχανήματα. Για το ποσό των €98.770 που εισέπραξε, υποστηρίζει ότι η Ενάγουσα δεν δικαιούται σε επιστροφή αυτού διότι η αντίστοιχη αξίωση της αγωγής είναι πρόωρη εφόσον η μεταξύ των μερών σύμβαση ουδέποτε τερματίστηκε.

 

Πριν προχωρήσω περαιτέρω, σημειώνω ότι έχω μελετήσει την Έκθεση Απαίτησης, την Υπεράσπιση, την Αίτηση, ένσταση και ένορκες δηλώσεις που υποστηρίζουν εκάστη μαζί με τα τεκμήρια που τις συνοδεύουν. Έχω επίσης μελετήσει τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων και όσα ανέφεραν στις προφορικές τους τοποθετήσεις. Ειδική αναφορά σε κάποια επιχειρήματα γίνεται κατωτέρω, στο βαθμό που κρίνεται αναγκαίο.

 

Ξεκινώ από τη νομική βάση της Αίτησης και τις αρχές που διέπουν αιτήσεις αυτής της φύσης. Αυτό θα θέσει το πλαίσιο για την ανάλυση που θα ακολουθήσει.

 

Η Αίτηση βασίζεται στο Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023. Η Αίτηση υποβλήθηκε μετά την καταχώρηση εμφάνισης από την Εναγόμενη (Μέρος 24.3 ΚΠΔ), υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση που περιλαμβάνει αναφορές στα έγγραφα και νομικά σημεία και σε αυτή καταγράφεται η πεποίθηση της Ενάγουσας ότι, με βάση τη μαρτυρία, η Εναγόμενη δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της επίδικης αξίωσης ούτε υπάρχει λόγος για τον οποίο να διεξαχθεί δίκη για την αξίωση αυτή (Μέρος 24.4(2)(3), ΚΠΔ).

 

Σύμφωνα με το Μέρος 24.2, ΚΠΔ:

 

«(1) Το δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον ενάγοντα ή εναγόμενου επί του συνόλου απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος αν:

(α) κρίνει ότι:

(i) ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης ή του ζητήματος· ή

(ii) ο εναγόμενος δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης της απαίτησης ή του ζητήματος· και

(β) δεν υπάρχει κανένας άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.»

 

Η βάση για την ορθή προσέγγιση της εξουσίας του Δικαστηρίου καθορίζεται από το λεκτικό του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Σύμφωνα με αυτό, το Δικαστήριο μπορεί να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον εναγόμενου, εν όλω ή εν μέρει, εάν πληρούνται σωρευτικά, δύο προϋποθέσεις. Συγκεκριμένα, πρέπει το Δικαστήριο να διαπιστώσει ότι (α) ο εναγόμενος δεν διαθέτει ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και (β) δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να διεξαχθεί δίκη.

 

Ως προς τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει αυτή τη διάταξη των νέων ΚΠΔ, δεν εντοπίζεται Κυπριακό δικαστικό προηγούμενο από το Εφετείο ή το Ανώτατο Δικαστήριο αν και έχουν εκδοθεί αποφάσεις από πρωτόδικα Δικαστήρια στις οποίες με έχουν παραπέμψει οι συνήγοροι των δύο πλευρών και τις οποίες έχω μελετήσει.

 

Βοηθητική είναι η καθοδήγηση της Αγγλικής νομολογίας για την αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Θεσμών, που είναι πανομοιότυπη[1]. Έχω ανατρέξει στις σχετικές παραγράφους του White Book 2021. Παραθέτω απόσπασμα από την παράγραφο 24.2.3, σελίδα 840 που, αν και μακροσκελές, είναι απόλυτα σχετικό και βοηθητικό.

 

Σημειώνω ότι οι Αγγλικές αποφάσεις στο πιο κάτω απόσπασμα αφορούσαν περιπτώσεις αιτήσεων που καταχωρήθηκαν από εναγόμενους για συνοπτική απόρριψη των αγωγών. Συνεπώς, οι αναφορές στο απόσπασμα σε ενάγοντα (claimant) πρέπει να διαβάζονται ωσάν να αναφέρονται σε εναγόμενο (defendant) ώστε να εφαρμοστούν κατ΄ αντιστοιχία στην περίπτωση της παρούσας αίτησης:

 

«24.2.3            The following principles applicable to applications for summary judgement were formulated by Lawson J in Easyair Ltd v Opal Telecom Ltd [2009] EWHC 339 (Ch) at [15] and approved by the Court of Appeal in AC Ward & Sons Ltd v Catlin (Five) Ltd [2009] EWCA Civ 1098; [2010] Lloyd’s Rep. I.R. 301 at 24:

 

i) The court must consider whether the claimant has a ‘realistic’ as opposed to ‘fanciful’ prospect of success: Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91;

ii) A ‘realistic’ claim is one that carries some degree of conviction. This means a claim that is more than merely arguable: ED & F Man Liquid Products v Patel [2003] EWCA Civ 472 at [8];

iii) In reaching its conclusion the court must not conduct a ‘mini trial’: Swain v Hillman;

iv) This does not mean that the court must take at face value and without analysis everything that a claimant says in his statements before the court. In some cases it may be clear that there is no real substance in factual assertions made, particularly if contradicted by contemporaneous documents: ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel at [10];…»

 

Συνεπώς, όπως ανέφερα και πιο πάνω, για να εκδοθεί συνοπτική απόφαση πρέπει το Δικαστήριο να καταλήξει ότι ο εναγόμενος δεν διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και ότι δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη.

 

Αναφορικά με το βάρος απόδειξης σε Αιτήσεις αυτής της φύσης, στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.5, σελίδα 842 αναφέρονται σχετικά τα εξής:

 

«If the applicant for summary judgement adduces credible evidence in support of their application, the respondent becomes subject to an evidentiary burden of proving some real prospect of success or some other reason for trial The standard of proof required of the respondent is not high. It suffices merely to rebut the applicant’s statement of belief. The language of R.24.2 (“no real prospect”…. “no other reason”…) indicates that in determining the question, the court must apply a negative test. The respondent’s case must cαrry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statement before the court (ED& F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29])».

 

Από την πιο πάνω ανάλυση, προκύπτει ότι το κριτήριο είναι διαφορετικό από αυτό που ίσχυε σε αιτήσεις για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπό τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας. Εκεί, η αποκάλυψη υπεράσπισης που ήταν «κάτι περισσότερο από σκιώδης αλλά λιγότερο από πιθανή»[2] αρκούσε για να δοθεί στον εναγόμενο η δυνατότητα να υπερασπιστεί την αγωγή σε δίκη. Τώρα ο εναγόμενος πρέπει να δείξει ότι διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης.

 

Επανέρχομαι στην παρούσα περίπτωση. Εδώ η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη την αγορά μηχανημάτων. Η Εναγόμενη ζήτησε πληρωμή του αντίτιμου, το οποίο η Ενάγουσα πλήρωσε. Από την πλευρά της η Εναγόμενη ανέλαβε να παραδώσει τα μηχανήματα σε συγκεκριμένες ημερομηνίες που καταγράφονται στα δελτία παραγγελίας/προτιμολόγια. Με την επιστολή απαίτησης που στάλθηκε πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής (η παραλαβή της οποίας είναι παραδεκτή), η Ενάγουσα ζήτησε παράδοση των μηχανημάτων εντός 14 ημερών. Η επιστολή παρέμεινε αναπάντητη, η προθεσμία παρήλθε και τα μηχανήματα ουδέποτε παραδόθηκαν. Ακολούθησε η καταχώρηση αυτής της αγωγής.

 

Με δεδομένα τα πιο πάνω, κρίνω ότι η Ενάγουσα έχει αποσείσει το γενικό βάρος απόδειξης που βρισκόταν στους ώμους της και έχει πετύχει να στοιχειοθετήσει, στον απαιτούμενο βαθμό, την αξίωση που εγείρει για αποζημιώσεις και επιστροφή του ποσού ένεκα παράβασης συμφωνίας και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

Συνεπώς, το αποδεικτικό βάρος μετατίθεται στους ώμους της Εναγόμενης η οποία πρέπει πλέον να δείξει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης ή άλλο επιτακτικό λόγο για τη διεξαγωγή κανονικής δίκης[3] για τη συγκεκριμένη αξίωση.

 

Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση και μέσω της ένστασης ουσιαστικά αντιτάσσει ότι δεν έχει παραβεί τη συμφωνία γιατί η Εναγόμενη παρέλειψε να πληρώσει την επαυξημένη τιμή για τα μηχανήματα αν και της ζητήθηκε.

 

Ότι υπήρχαν επικοινωνίες μεταξύ των δύο πλευρών σε σχέση με την καθυστέρηση είναι κοινώς αποδεκτό. Τα αντίγραφα των ηλεκτρονικών μηνυμάτων που παρουσιάστηκαν εισηγούνται ότι η μεν πλευρά της Ενάγουσας παραπονείτο για την καθυστέρηση και ζητούσε να μάθει πότε θα γίνει η παράδοση, η δε Εναγόμενη υποσχόταν ότι η παράδοση θα γινόταν και απολογείτο για την καθυστέρηση.

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση γίνονται αναφορές ότι η μεταξύ των μερών συμφωνία περιλάμβανε και τους γενικούς όρους που ρητά προνοούσαν ότι ο πελάτης ήταν υπόλογος για πληρωμή επιπλέον ποσού σε περίπτωση αύξησης της τιμής. Υπάρχει επίσης αναφορά ότι η Εναγόμενη «κάλεσε επανειλημμένα την Ενάγουσα όπως καταβάλει το επιπλέον αυτό ποσό έτσι ώστε να δύναται η αποστολή και παράδοση των μηχανημάτων εντούτοις η Ενάγουσα αρνείτο συστηματικά» (παράγραφος 18 της ένορκης δήλωσης).

 

Σαφώς, η εξέταση της μαρτυρίας σε αυτό το στάδιο δεν πρέπει να μετατρέψει τη διαδικασία της Αίτησης σε «μίνι δίκη»[4]. Όμως, ως επεξηγείται στο White Book 2021, παράγραφος 24.3.5:

 

«The respondent’s case must carry some degree of conviction: the court is not required to accept without analysis everything said by a party in his statements before the court (ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] C.P. Rep. 51 at [10]). In evaluating the prospects of success of a claim or defence, judges are not required to abandon their critical faculties (Calland v Financial Conduct Authority [2015] EWCA Civ 192 at [29]). However, the proper disposal of an issue under Pt 24 does not involve the judge in conducting a mini trial (Swain v Hillman [2001]1 All ER 91). Therefore the court hearing a Pt 24 application should be wary or trying issues of fact on evidence where the facts are apparently credible and are to be set against the facts being advanced by the other side. Choosing between them is the function of the trial judge, not the judge on an interim application, unless there is some inherent improbability in what is being asserted or some extraneous evidence which would contradict it.»

 

Όπως επισημάνθηκε στην ED & F Man Liquid Products Ltd v Patel (ανωτέρω) υπάρχουν περιπτώσεις όπου η εκδοχή της μια πλευράς είναι ξεκάθαρα χωρίς ουσία, ιδιαίτερα όταν η εκδοχή αναιρείται από έγγραφη μαρτυρία που ανάγεται στον ουσιώδη χρόνο. Θεωρώ ότι στην παρούσα περίπτωση συμβαίνει ακριβώς αυτό. Η εικόνα ως προς τα γεγονότα, όπως προκύπτει από το περιεχόμενο της αλληλογραφίας που ανταλλάχθηκε δεν συνάδει με αυτά που η Εναγόμενη τώρα προβάλλει.

 

Δεν παραγνωρίζω ότι η παρούσα διαδικασία δεν είναι δίκη και δεν είναι το κατάλληλο πλαίσιο για αξιολόγηση μαρτυρίας, όμως το Δικαστήριο διατηρεί το δικαίωμα να ασκήσει τη δικαστική του κρίση («judges are not required to abandon their critical faculties», ως επισημαίνεται στο White Book 2021 παράγραφος 24.3.35, ανωτέρω).

 

Η παράδοση των μηχανημάτων καθυστέρησε για μεγάλη χρονική περίοδο - αντί για παράδοση εντός του χρόνου που είχε καθοριστεί από την ίδια την Εναγόμενη στα δελτία παραγγελίας/προτιμολόγια, τα μηχανήματα ουδέποτε παραδόθηκαν. Υπάρχει αλληλογραφία που στάλθηκε από την Ενάγουσα με την οποία ζητά ενημέρωση για το λόγο καθυστέρησης, ρωτά πότε να γίνει η παράδοση και διαμαρτύρεται. Εάν ο λόγος της καθυστέρησης ήταν η άρνηση ή παράλειψη της Ενάγουσας να πληρώσει την αύξηση στην τιμή η μόνη λογική αντίδραση της Εναγόμενης θα ήταν να αναφέρει ρητά αυτόν τον λόγο στην απαντητική αλληλογραφία. Αντ΄ αυτού η Εναγόμενη καθησυχάζει ότι η παράδοση επίκειται, προσφέρει κάποιες δικαιολογίες και να απολογείται για την ταλαιπωρία. Αυτή η στάση που αποτυπώνεται γραπτώς στην αλληλογραφία των μερών, δεν συνάδει με τη θέση που τώρα προβάλλεται για σκοπούς υπεράσπισης.

 

Εάν έγιναν επανειλημμένες απαιτήσεις από την Εναγόμενη για πληρωμή της διαφοράς στην αξία των μηχανημάτων, αναμένω ότι θα υπήρχε κάποια γραπτή απαίτηση ή νύξη στην αλληλογραφία. Λογικά επίσης θα ανέμενα ότι στην ένορκη δήλωση της ένστασης η διευθύντρια της Εναγόμενης και ενόρκως δηλούσα θα έδινε λεπτομέρειες που να προσδίδουν κάποια βαρύτητα στη γενική και αόριστη αναφορά περί επανειλημμένων αιτημάτων. Ποιο πρόσωπο/εκπρόσωπος της Εναγόμενης ενημέρωσε ποιο πρόσωπο/εκπρόσωπο της Ενάγουσας για την αύξηση της τιμής; Πόση ήταν η αύξηση αυτή; Με ποιο τρόπο και πότε ζητήθηκε το αυξημένο ποσό; Εκδόθηκε κάποιο προτιμολόγιο όπως για τις πρώτες πληρωμές; Εάν όχι, γιατί;

 

Δεν μπορώ να δεχτώ ότι η εκδοχή της Εναγόμενης και το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την ένσταση παρουσιάζουν μια υπεράσπιση με ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας. Θα χαρακτήριζα την όλη εικόνα που παρουσίασε η πλευρά της Εναγόμενης στην ένσταση ως απίθανη («inherent improbability» ως το απόσπασμα από το White Book 2021 παράγραφος 24.3.5, ανωτέρω).

 

Σημειώνω ότι σε κανένα στάδιο, ούτε μέχρι την ακρόαση αυτής της Αίτησης, αναφέρθηκε ρητά η επιπλέον οφειλή που θα έπρεπε να είχε εξοφλήσει η Ενάγουσα ένεκα της ισχυριζόμενη αύξησης στην τιμή των μηχανημάτων. Επίσης, σε κανένα στάδιο η Εναγόμενη δήλωσε ετοιμότητα να παραδώσει τα μηχανήματα ή έδωσε σαφή ένδειξη πότε θα ήταν έτοιμη να το πράξει.

 

Προβάλλεται επίσης το επιχείρημα από την πλευρά της Εναγόμενης ότι η αγωγή είναι πρόωρη γιατί η Ενάγουσα δεν τερμάτισε τη μεταξύ τους συμφωνία. Τα δεδομένα δεν υποστηρίζουν αυτή τη θέση. Με την επιστολή απαίτησης που στάλθηκε από την Ενάγουσα, αυτή ζητούσε την παράδοση των μηχανημάτων εντός 14 ημερών διαφορετικά θα λάμβανε δικαστικά μέτρα. Τα μηχανήματα δεν παραδόθηκαν εντός αυτής της προθεσμίας. Ακολούθησε η καταχώρηση της αγωγής. Έστω και αν δεν υπήρχε ρητός τερματισμός της συμφωνίας, η έκφραση της πρόθεσης λήψης νομικών μέτρων με την πάροδο της προθεσμίας και η επακόλουθη καταχώρηση της αγωγής αυτής που περιλαμβάνει αξίωση για επιστροφή του ποσού που πληρώθηκε, κρίνω ότι έχουν τερματίσει τη συμφωνία.

 

Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω από ότι χρειάζεται. Υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών[5]. Η Ενάγουσα τήρησε τις δικές της υποχρεώσεις για πληρωμή του ποσού αγοράς των μηχανημάτων[6]. Η Εναγόμενη παράβηκε τη δική της υποχρέωση για παράδοση τους εντός του συμφωνημένου χρονικού πλαισίου. Απαιτήθηκε συμμόρφωση και τέθηκε προς τούτο συγκεκριμένη προθεσμία που κρίνεται εύλογη και η οποία δεν τηρήθηκε. Αυτό οδήγησε στον τερματισμό της συμφωνίας από την Ενάγουσα η οποία δικαιούται να διεκδικήσει τη ζημιά που υπέστη ένεκα της παράβασης από την άλλη πλευρά[7].

 

Επιπρόσθετα, κρίνω ότι οι περιστάσεις όπως προκύπτουν από τα κοινώς αποδεκτά γεγονότα και από το περιεχόμενο της έγγραφης μαρτυρίας δίνουν παράλληλα το δικαίωμα στην Ενάγουσα για αποκατάσταση στη βάση του άρθρου 70 του Κεφ.149 και της σχετικής νομολογίας[8]. Δηλαδή η Ενάγουσα δικαιούται στην απόδοση του ποσού που ωφελήθηκε η Εναγόμενη από τον τρόπο που ενήργησε στην παρούσα υπόθεση[9].

 

Συνεπώς, για τους πιο πάνω λόγους, συμφωνώ με τη θέση της Ενάγουσας ότι η Εναγόμενη δεν διαθέτει πραγματική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης στην αγωγή σε ό,τι αφορά την αξίωση για επιστροφή του ποσού των €98.770, τόσο ως αποζημιώσεις για παράβαση της μεταξύ των μερών συμφωνίας όσο και στη βάση των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού.

 

Πέραν αυτής της διαπίστωσης, πρέπει να εξετάσω κατά πόσο υφίσταται κάποιος επιτακτικός λόγος για να προχωρήσει η υπόθεση σε κανονική δίκη αναφορικά με την επίδικη αξίωση.

 

Στο White Book 2021, παράγραφος 24.2.4 παρατίθενται διάφορα παραδείγματα από Αγγλική νομολογία όπου κρίθηκε ότι συνέτρεχαν επιτακτικές περιστάσεις (compelling reasons) για σκοπούς του Part 24 CPR, ώστε να επιτραπεί να προχωρήσει η υπόθεση σε δίκη. Οι Αγγλικές αποφάσεις εισηγούνται ότι ο λόγος που θα προβληθεί πρέπει να είναι πράγματι «επιτακτικός» (compelling). Ως τέτοιος θεωρήθηκε πχ η περίπτωση όπου η ενάγουσα εταιρεία ήταν υπό εκκαθάριση και υπήρχαν διάφορες απαιτήσεις και ανταπαιτήσεις μεταξύ των διαδίκων στο πλαίσιο της εκκαθάρισης («claims and cross-claims between the parties»)[10]. Επιτακτική κρίθηκε επίσης η ανάγκη για διεξαγωγή κανονικής δίκης όταν υπήρχαν στην ίδια αγωγή και άλλοι εναγόμενοι, πλην εκείνου εναντίον του οποίου ο ενάγων ζητούσε συνοπτική απόφαση, και δεν μπορούσαν να διαχωριστούν τα ζητήματα που θα αποφασίζονταν συνοπτικά με αυτά που αφορούσαν τους υπόλοιπους[11]. Η παρούσα περίπτωση δεν εμπίπτει ούτε προσομοιάζει σε οποιανδήποτε από εκείνες τις υποθέσεις.

 

Ακολουθεί από τα πιο πάνω ότι σε σχέση με την επίδικη αξίωση πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24 ΚΠΔ για έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης.

 

Ένα τελευταίο ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά της Εναγόμενης και θεωρώ ότι χρήζει απάντησης, είναι η θέση ότι η διαδικασία του Μέρους 24.2 ΚΔΠ καταστρατηγεί το Συνταγματικό δικαίωμα της σε δίκη. Εξέτασα τα επιχειρήματα της Εναγόμενης και δεν συμφωνώ.

 

Η Εναγόμενη δεν έχει αποστερηθεί του δικαιώματος της για πρόσβαση στο Δικαστήριο. Αντίθετα έχει ασκήσει το δικαίωμα της να προβάλλει τις θέσεις της με την καταχώρηση της ένστασης της. Το δικαίωμα πρόσβασης στο Δικαστήριο δεν συνεπάγεται δικαίωμα προώθησης μιας υπόθεσης σε δίκη, χωρίς ρεαλιστική προοπτική επιτυχούς υπεράσπισης και χωρίς άλλο επιτακτικό λόγο. Εξ άλλου, δικαίωμα σε δίκαιη αντιμετώπιση στο Δικαστήριο διαθέτουν και οι αντίδικοι.

 

Συνιστά πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο και αναλογικό κόστος. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει τον ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό κάθε υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Η εξουσία που παρέχεται στο Δικαστήριο δυνάμει του Μέρους 24.2 ΚΠΔ είναι ένα εργαλείο για την αποτελεσματική προαγωγή του πρωταρχικού σκοπού των δικονομικών κανόνων. Η αποτελεσματική διαχείριση των υποθέσεων είναι απαραίτητη για τη διασφάλιση του δικαιώματος πρόσβασης των πολιτών στη δικαιοσύνη.

 

Στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure, Principles, 4η έκδοση, 2021 αναφέρονται σχετικά με αυτό ακριβώς το ζήτημα τα ακόλουθα στην παράγραφο 9.62:

 

«In his Access to Justice reports Lord Wolf found the old rule unsatisfactory because it allowed unmeritorious cases to go to trial when they should have been disposed of summarily. The test of “a real prospect of succeeding” must therefore be understood in the context of the reports’ policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from the use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome».

 

(υπογράμμιση δική μου)

 

Συνοψίζοντας τα πιο πάνω κρίνω ότι η Ενάγουσα δικαιούται σε απόφαση για την αξίωση της παραγράφου (Β) του παρακλητικού της αγωγής.

 

Η Αίτηση επιτυγχάνει και εκδίδεται συνοπτική απόφαση υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης για ποσό €98.770. Επί του ποσού αυτού επιδικάζεται νόμιμος τόκος από την καταχώρηση της αγωγής.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης. Αναφορικά με το ποσό των εξόδων, η πλευρά της Εναγόμενης είχε καταχωρήσει προτεινόμενο κατάλογο εξόδων ενώ η πλευρά της Ενάγουσας όχι. Λαμβάνοντας υπόψη τα αντίστοιχα ποσά που διεκδικούσε η Εναγόμενη εάν η ένσταση της επιτύγχανε, τους πίνακες δικηγορικής αμοιβής, τη φύση και την πορεία εκδίκασης της Αίτησης καθώς και το ύψος του ποσού για το οποίο εκδίδεται απόφαση, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €2.500 πλέον Φ.Π.Α.

 

 

(Υπ.)  …………………………………………………….
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Rule 24.2, Civil Procedure Rules (amended by the Civil Procedure (Amendment No. 3) Rules 2000)

[2] Λαζάρου κ.α. ν Μακεδόνας (1999)1(Β) Α.Α.Δ. 817

[3] White Book 2021, paragraph 24.2.5, page 842 (ανωτέρω)

[4] Swain v Hillman (ανωτέρω)

[5] Άρθρο 10(1), Κεφ.149

[6] Άρθρο 37, Κεφ.149

[7] Άρθρο 73, Κεφ.149

[8] Σύγγραμμα Goff and Jones, The Law of Restitution, 7η έκδοση, σελ. 12, Kleinwort Benson Ltd v. Lincoln City Council [1998] 4 All E.R. 513, Παναγιώτης Κιτσή ν Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας για λογαριασμό του Υπουργού Εσωτερικών ως Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (2001)1 Α.Α.Δ. 1077

[9] Αρχιππέα Σύμβουλοι Επενδύσεων Λτδ κ.ά. ν Δημητρίου Κακαβού, Πολιτική έφεση 278/2010 ημερομηνίας 15.10.2015

[10] Bouygues (UK) Ltd v Dahl-Jensen (UK) Ltd [2000] B.L.R. 522

[11] Ilife v Feltham Construction Ltd [2015] EWCA Civ 715


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο