FBME BANK LTD, ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, Αγωγή με αρ.: 928/2024, 30/3/2026
print
Τίτλος:
FBME BANK LTD, ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ ν. ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ, Αγωγή με αρ.: 928/2024, 30/3/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                

Αγωγή με αρ.: 928/2024.

Μεταξύ:  

FBME BANK LTD,

ΔΙΑ ΤΟΥ ΕΚΚΑΘΑΡΙΣΤΗ ΤΗΣ ΠΕΤΡΟΥ ΙΩΑΝΝΙΔΗ

Ενάγοντα

/Αιτήτρια

-και-

ΝΕΑ ΣΑΛΑΜΙΝΑ ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΥ

Εναγόμενη

/Καθ’ ης η Αίτηση

-------------------

Ημερομηνία: 30/03/2026.

[Αίτηση της Ενάγουσας με κλήση ημερομηνίας 28/03/2025 για ενδιάμεση διακηρυκτική απόφαση αναφορικά με το εφαρμοστέο δίκαιο ή παράτασης της περιόδου παραγραφής]

Εμφανίσεις:

Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Χ. Αρτέμης για Τορναρίτης & Σια Δ.Ε.Π.Ε.

Για την Εναγόμενη/Καθ’ ης η Αίτηση: κα Ε. Χαραλάμπους για Λάζου, Χαραλάμπους Δ.Ε.Π.Ε.

---------------------

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Με την κρινόμενη Αίτηση, η Ενάγουσα αιτείται, κατά κύριο λόγο, την έκδοση ενδιάμεσης διακηρυκτικής απόφασης ότι η Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 04/10/2013 (Facility Letter - Non-Revolving Term Loan Facility) και η μεταγενέστερη Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 07/02/2014 διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο, σύμφωνα με τους όρους τους.

Διαζευκτικά, σε περίπτωση που το Δικαστήριο κρίνει ότι οι εν λόγω Συμφωνίες διέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο, η Ενάγουσα ζητά διάταγμα παράτασης της περιόδου παραγραφής της προβαλλόμενης απαίτησής της έναντι της Εναγόμενης για χρονικό διάστημα 24 μηνών, ή ενδιάμεση διακηρυκτική απόφαση με την οποία να καθορίζεται ότι ο χρόνος παραγραφής άρχισε να τρέχει από την ημερομηνία διορισμού εκκαθαριστή της.

Η Ενάγουσα στηρίζει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων στα Μέρη 1 έως 8, 22, 23 και 32 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023, στο Άρθρο 22 του περί Παραγραφής Αγώγιμων Δικαιωμάτων Νόμου του 2012, Νόμος 66(Ι)/2012, στο Άρθρο 30(3) του Συντάγματος, καθώς και στη σχετική νομολογία, στο κοινοδίκαιο, στην επιείκεια, στη συμφυή εξουσία και στη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.

Το πραγματικό υπόβαθρο της Αίτησης εκτίθεται στην ένορκη δήλωση της δικηγόρου Χριστίνας Μαρίας Παναγιώτου, η οποία συνοδεύει την εν λόγω Αίτηση.

Η μάρτυρας επισυνάπτει ως Τεκμήριο 1 και Τεκμήριο 2, αντίστοιχα, τη Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 04/10/2013 και την Τροποποιητική Συμφωνία Δανείου ημερομηνίας 07/02/2014, μαζί με τα Παραρτήματά τους, επί των οποίων, όπως αναφέρει, στηρίζεται η απαίτηση της Ενάγουσας στην παρούσα αγωγή, καθώς και, ως Τεκμήριο 3, τους όρους «Master Credit Terms and Conditions», οι οποίοι, σύμφωνα με τις πιο πάνω Συμφωνίες, αποτελούν ενιαίο σύνολο και αναφέρονται συλλογικά ως «οι Συμφωνίες».

Η μάρτυρας αναφέρει ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 23 του Τεκμηρίου 3, υπό τον τίτλο «Governing Law», προβλέπεται ρητά ότι οι Συμφωνίες διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο και, στη βάση αυτή, εκφράζει τη θέση ότι δικαιολογείται η έκδοση της αιτούμενης ενδιάμεσης διακηρυκτικής απόφασης, όπως ζητείται από την Ενάγουσα με το υπό στοιχείο Α αιτητικό της υπό κρίση Αίτησης.

Η μάρτυρας αναφέρει επιπλέον ότι, σε περίπτωση που κριθεί ότι οι επίδικες Συμφωνίες διέπονται από το Κυπριακό Δίκαιο, δικαιολογείται η έκδοση του αιτούμενου διατάγματος παράτασης του χρόνου παραγραφής ή, εναλλακτικά, η έκδοση ενδιάμεσης διακηρυκτικής απόφασης ως προς την έναρξη του χρόνου παραγραφής, όπως ζητείται από την Ενάγουσα στο σχετικό αιτητικό υπό στοιχείο Β.

Προς υποστήριξη της θέσης αυτής, υιοθετεί για σκοπούς υποστήριξης του βάσιμου της απαίτησης της Ενάγουσας και αξιώσεων της εναντίον της Εναγόμενης το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης, της Απάντησης στην Υπεράσπιση και προγενέστερης ένορκης δήλωσής της ημερομηνίας 07/01/2025, και επισημαίνει ότι η Ενάγουσα παρέμεινε ουσιαστικά ανενεργή για σειρά ετών λόγω του καθεστώτος εξυγίανσης και της ανάκλησης της άδειας λειτουργίας της, με αποτέλεσμα να αδυνατεί να παρακολουθεί και να διεκδικεί τις απαιτήσεις της.

Υποστηρίζει ότι, κατόπιν του πρόσφατου διορισμού του εκκαθαριστή της Ενάγουσας και της ανάγκης διαχείρισης μεγάλου όγκου υποθέσεων, θα ήταν άδικο να θεωρηθούν οι απαιτήσεις της Ενάγουσας παραγεγραμμένες, καθώς κάτι τέτοιο θα παρείχε αδικαιολόγητο πλεονέκτημα στους οφειλέτες και θα επηρέαζε δυσμενώς τόσο τους καταθέτες της όσο και ευρύτερα το χρηματοπιστωτικό περιβάλλον.

Τέλος, αναφέρει ότι η παρούσα αίτηση υποβάλλεται εντός των χρονικών ορίων που προβλέπει η σχετική νομοθεσία, ήτοι το Άρθρο 22 του Νόμου 66(Ι)/2012.

Στην πιο πάνω Αίτηση της Ενάγουσας αντιτάχθηκε η Εναγόμενη, η οποία ήγειρε σειρά λόγων ένστασης με την Ένσταση που καταχώρησε, συνολικά δεκατέσσερις, τους οποίους προώθησε, ως προς το πραγματικό τους υπόβαθρο, με την ένορκη δήλωση της δικηγόρου Μαρίας Λάζου, ημερομηνίας 01/07/2025, που τη συνοδεύει.

Αν και δεν επιχειρείται η παράθεσή τους εδώ για λόγους οικονομίας του λόγου, ακολούθως, κατά την αξιολόγηση των θέσεων και επιχειρημάτων των διαδίκων, όπου κρίνεται απαραίτητο, θα γίνεται σχετική αναφορά για σκοπούς της απαιτούμενης αξιολόγησης από το Δικαστήριο.

Διευκρινίζεται ότι, παρόλο που δεν γίνεται εξαντλητική αναφορά σε όλα τα ζητήματα, το Δικαστήριο έχει μελετήσει και εξετάσει κάθε πτυχή της υπόθεσης.

Ξεκινώντας από το πρώτο ζήτημα που τίθεται προς εξέταση με την παρούσα Αίτηση της Ενάγουσας, ήτοι ότι οι φερόμενες Συμφωνίες διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο, σημειώνεται ότι από την εξέταση του προαναφερθέντος Τεκμηρίου 3 της ένορκης δήλωσης Παναγιώτου προκύπτει ότι η παράγραφος 23 αυτού, υπό τον τίτλο «Governing Law», προνοεί:

«This agreement and any non-contractual obligations arising under or in connection with this agreement shall be governed and construed by English law as may be agreed by the parties in any Facility Letter.».

Περαιτέρω, από την εξέταση των Τεκμηρίων 1 και 2 προκύπτουν τα ακόλουθα:

Στο Τεκμήριο 1 αναγράφεται:

«We enclose a copy of the Master Credit Terms and Conditions, the provisions of which are incorporated into this Facility Letter. (…). The Facility Letter and the Master Credit Terms and Conditions (together the “Agreement”) will take effect and become binding on you on the date on which you countersign this Facility Letter and return it to us.».

Ενώ στο Τεκμήριο 2 δηλώνεται:

«We refer to the Facility Letter ref: (…) dated 04 October 2013 made between (…) incorporating the terms of the Master Credit Terms and Conditions the provisions of which are incorporated into this Amending Facility Letter. (…) The Amending Facility Letter and the Master Credit Terms and Conditions (together the “Agreement”) will take effect and become binding on you on the date on which you countersign this Amending Facility Letter and return it to us.».

Δηλαδή, οι όροι του Τεκμηρίου 3, φερόμενου ως των Κύριων Όρων και Προϋποθέσεων Πίστωσης, περιλαμβανομένης και της παραγράφου 23, ενσωματώνονται στις ανωτέρω φερόμενες Συμφωνίες, όπως αυτές προκύπτουν από τα Τεκμήρια 1 και 2.

Οι πιο πάνω ισχυρισμοί της Ενάγουσας αποτελούν αντικείμενο δικογράφισης στις παραγράφους 8 έως 16 της Έκθεσης Απαίτησης, όπου, ειδικότερα στις παραγράφους 8(στ) και 10(δ), που αφορούν τους φερόμενους όρους των ανωτέρω Συμφωνιών, Τεκμήρια 1 και 2, γίνεται γενική αναφορά, ως προς αυτές, ότι: «Η Συμφωνία διέπεται από το Αγγλικό Δίκαιο».

Σε ό,τι αφορά τους ανωτέρω ισχυρισμούς, η Εναγόμενη, μεταξύ των διαζευκτικών θέσεων που προβάλλει με την Έκθεση Υπεράσπισής της, περιλαμβάνει και την ακόλουθη, στην παράγραφο 9:

«Οι Εναγόμενοι αρνούνται τις παραγράφους 8 και 11 της Έκθεσης Απαίτησης των Εναγόντων και καλούν αυτούς σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους. Περαιτέρω, είναι θέση των Εναγόμενων ότι ουδέποτε υπέγραψαν συμφωνία ή/και συμφωνίες για τραπεζικές διευκολύνσεις ή/και δάνεια σε λογαριασμό ή/και για οποιαδήποτε άλλη πιστωτική διευκόλυνση κατά ή περί την 07/02/2014 ή/και ουδέποτε συγκατατέθηκαν στην υπογραφή οποιασδήποτε συμφωνίας και αρνούνται ότι ανέλαβαν τις ισχυριζόμενες υποχρεώσεις, οι οποίες πηγάζουν από συμφωνία ή/και πιστωτική διευκόλυνση ή/και δάνειο, καλώντας τους Ενάγοντες σε αυστηρή απόδειξη των ισχυρισμών τους.».

Προβάλλεται, δηλαδή, άρνηση του ισχυρισμού της Ενάγουσας ότι συνήφθη η Συμφωνία του Τεκμηρίου 1 μαζί της, θέση η οποία, αν και διαζευκτική σε σχέση με άλλες θέσεις που προβάλλονται, αποτελεί δικογραφημένη υπερασπιστική θέση της Εναγομένης. Δοθείσας της προβολής άρνησης στην παράγραφο 9 οποιωνδήποτε «συμφωνιών», αλλά και λαμβανομένης υπόψη της παραγράφου 10 της Έκθεσης Υπεράσπισης, όπου τίθεται ζήτημα απόρριψης οποιωνδήποτε «συμπληρωματικών συμφωνιών», προκύπτει ότι η Εναγόμενη αρνείται και τον ισχυρισμό της Ενάγουσας ότι συνήφθη μεταξύ τους η Συμφωνία του Τεκμηρίου 2.

Συναφώς, με την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση της Λάζου, η Εναγόμενη προβάλλει, μεταξύ άλλων, τη θέση ότι, ως προς το εφαρμοστέο δίκαιο που διέπει τις ισχυριζόμενες Συμφωνίες ─ζήτημα το οποίο η ίδια η Ενάγουσα συνδέει με τη μη παραγραφή του αγώγιμου δικαιώματός της βάσει του Αγγλικού Δικαίου─ δεν έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου οποιαδήποτε μαρτυρία. 

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, πριν από την εισαγωγή των Civil Procedure Rules, είχε κριθεί ότι διάταγμα το οποίο διακηρύσσει τα δικαιώματα των διαδίκων πρέπει, από τη φύση του, να αποτελεί οριστική απόφαση και, ως εκ τούτου, το Δικαστήριο δεν μπορούσε να εκδώσει ενδιάμεση διακηρυκτική απόφαση που. Στην Κύπρο, η έρευνα του Δικαστηρίου δεν έχει εντοπίσει απόφαση επί του ζητήματος από το Ανώτατο Δικαστήριο. Το ζήτημα, ωστόσο, πλέον, ρυθμίζεται δικονομικά. Η εξουσία έκδοσης ενδιάμεσης αναγνωριστικής δήλωσης προβλέπεται από τον Κ.25.1(1)(β) των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023, ο οποίος αντιστοιχεί και είναι πανομοιότυπος με τον r.25.1(1)(b) των Civil Procedure Rules, όπου υπάρχει αντίστοιχη πρόνοια.

Στο Ηνωμένο Βασίλειο, το Court of Appeal, έχει αποδοκιμάσει την έκδοση διακηρυκτικής απόφασης σε ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας, όταν αυτή θα προκαταλαμβάνει ένα από τα επίδικα ζητήματα και δεν εξυπηρετεί κανέναν χρήσιμο σκοπό διαχείρισης της υπόθεσης· και φαίνεται να έχει επιδοκιμάσει την έκδοση διακηρυκτικών αποφάσεων σε ενδιάμεσο στάδιο σε ό,τι αφορά διαδικαστικά ζητήματα (βλ. Hawkes v. Cuddy, [2007] EWCA Civ 1072).

Στη νομική εγκυκλοπαίδεια Atkin's Court Forms, Τόμος 23(1), ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK (ημερομηνία πρόσβασης 30/03/2026), αναφέρονται σχετικά τα εξής:

«Before the introduction of the CPR, it had been held that an order declaring the rights of parties must, of its nature, be a final order and therefore the court could not grant an interim declaration. The CPR now provides a specific power to grant an interim declaration. However, as the rights of a party or parties are by their nature permanent, it is not easy to see how rights can be decided and declared on a temporary basis and thus liable to be decided in a different way at a subsequent hearing at first instance. As well as addressing the merits of the individual application, the parties to an application for an interim declaration (as distinct from an interim application for a final declaration of rights) must be prepared to deal with such conceptual difficulties, as well as any jurisdictional objection that the CPR should not be construed as conferring any additional jurisdiction on the court which it does not already possess.

Even if the court has the necessary jurisdiction to grant an interim declaration, it will in practice be reluctant to do so, especially if the justice of the matter can be met, in an obvious case, by an application for summary judgment and, in any other case, by an interim injunction and/or an early trial. Thus, the Court of Appeal has disapproved of the making of a declaration at an interim stage of proceedings where it would pre-empt one of the issues in the litigation and serve no useful case management purpose». 

Στην προκείμενη περίπτωση, λαμβανομένης υπόψη της ανωτέρω θέσης της Εναγόμενης στην Έκθεση Υπεράσπισής της, με την οποία αρνείται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας ότι οι Συμφωνίες Τεκμήρια 1 και 2 συνήφθησαν μεταξύ τους, το Δικαστήριο έστρεψε την προσοχή του στους ισχυρισμούς της Λάζου, όπως αυτοί εκτίθενται στην πιο πάνω αναφερόμενη ένορκη δήλωσή της, από τους οποίους ενδεχομένως να μπορούσε να υποστηριχθεί ότι προκύπτουν, ως προς το ανωτέρω ζήτημα, επίσημες παραδοχές (βλ. Union Des Cooperatives Agricoles De Cereales De Semences v. Apak Agro Industries Ltd, (1998) 1 Α.Α.Δ. 542), προς αναζήτηση τυχόν κοινού παραδεκτού υποβάθρου γεγονότων, επί του οποίου θα μπορούσε με ασφάλεια να καταλήξει σε σχετικό εύρημα και, κατ’ επέκταση, να αποφανθεί κατά πόσο οι εν λόγω Συμφωνίες διέπονται ή όχι από το Αγγλικό Δίκαιο, χωρίς να προκαταλαμβάνεται το επίδικο ζήτημα της σύναψής τους, το οποίο, όπως έχει ήδη αναφερθεί, προκύπτει από τη δικογραφία ως επίδικο. Πλην όμως, τούτο καθίσταται αχρείαστο, για τους ακόλουθους λόγους, οι οποίοι άπτονται των ίδιων των δικογραφημένων ισχυρισμών της Ενάγουσας στην Έκθεση Απαίτησής της αναφορικά με τις επίδικες Συμφωνίες και της γενικής αναφοράς της, ως έχει ήδη επισημανθεί, ότι αυτές «διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο».

Το αλλοδαπό δίκαιο αποτελεί πραγματικό γεγονός που πρέπει να δικογραφηθεί και να αποδειχθεί από τον διάδικο που το επικαλείται, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες, κυρίως δε μέσω μαρτυρίας ειδικού, ήτοι νομομαθούς του οικείου δικαίου, εκτός αν το περιεχόμενό του γίνει παραδεκτό από τον αντίδικο· άλλως τεκμαίρεται, καίτοι όχι απαρέκκλητα ή απόλυτα σε όλες τις περιπτώσεις, ότι ταυτίζεται με το ημεδαπό δίκαιο και εφαρμόζεται το τελευταίο.

Για το προκείμενο, στην υπόθεση Royal Bank of Scotland P.L.C. v. Geodrill Co Ltd κ.α., (1993) 1 ΑΑΔ 753, το Ανώτατο Δικαστήριο ανέφερε τα ακόλουθα:

«Τα κυπριακά δικαστήρια εκλαμβάνουν το ξένο νόμο ως απλό πραγματικό γεγονός. Από το δεδομένο αυτό προκύπτει η υποχρέωση του διαδίκου, που επικαλείται τις διατάξεις του, να τις αναφέρει στο δικόγραφο του, σύμφωνα με τους δικονομικούς κανόνες που διέπουν τον καταρτισμό των έγγραφων προτάσεων, για να μπορούν να καταστούν αντικείμενο απόδειξης αργότερα κατά τη δίκη. Ο κανόνας είναι επιτακτικός.».

(Βλ. επίσης, Ισλαμικής Δημοκρατίας του Πακιστάν ν. Khan κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 259/2013, ECLI:CY:AD:2020:A116κ.α.. 08/04/2020 και Genzyme Corporation v. Kayat Trading Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 199/2014 κ.α., 25/05/2018).

Όσον αφορά το τι πρέπει να δικογραφείται σε περίπτωση επίκλησης αλλοδαπού δικαίου, ο ενάγων οφείλει να προσδιορίζει στο δικόγραφό του τους κανόνες ή τις διατάξεις του αλλοδαπού δικαίου στους οποίους προτίθεται να στηριχθεί, καθώς και το περιεχόμενό τους, ώστε ο εναγόμενος να γνωρίζει, σε γενικές γραμμές, την υπόθεση που καλείται να αντικρούσει. Σχετική είναι η απόφαση της Δικαστικής Επιτροπής της Βουλής των Λόρδων (ως είχε τότε) στην υπόθεση Brownlie v. FS Cairo (Nile Plaza) LLC, [2021] UKSC 45, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:

«At that point it was, and is, incumbent on the claimant to specify in her statement of case any rules or provisions of Egyptian law on which she intends to rely so that the defendant knows in outline the case it has to meet. A claimant does not have to rely on any rules or provisions of foreign law: parties are entitled, if they choose, simply to rely on the presumption that the foreign law is materially similar to English law. But reliance on the presumption does not alter the ordinary rules of pleading. If a claimant chooses not to plead a case based on any specific rules of the foreign law, hoping to be allowed to do so later if it becomes expedient, the claimant takes the risk of needing to persuade the court at a future date to grant permission to amend - just as in any other situation where a party seeks to change its case. There is no special dispensation for a party who has previously chosen to rely solely on an evidential presumption.».

Συναφώς, όπως αναφέρεται και στην πιο πάνω περικοπή από την αναφερόμενη απόφαση, αλλά και έχει αναγνωριστεί και από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bullock κ.α. ν. Gorsoan Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε40/2013, 20/07/2021, το ημεδαπό δίκαιο δεν μπορεί να θεωρείται ότι διέπει ως εκ παραλείψεως, στις περιπτώσεις εκείνες που διάδικος δικογραφεί και βασίζεται σε αλλοδαπό δίκαιο, αλλά ακολούθως αρνείται ή αποτυγχάνει να το αποδείξει.

Στην προκείμενη περίπτωση, η εξέταση της Έκθεσης Απαίτησης της Ενάγουσας αποκαλύπτει ότι, πέραν της ανωτέρω γενικής αναφοράς της, αναφορικά με τις επίδικες Συμφωνίες, ότι αυτές «διέπονται από το Αγγλικό Δίκαιο», δεν υφίσταται οποιοσδήποτε δικογραφημένος ισχυρισμός σε σχέση με την ουσιαστική επίκληση του εν λόγω αλλοδαπού δικαίου. Ειδικότερα, δεν προσδιορίζονται οι κανόνες ή οι διατάξεις του Αγγλικού Δικαίου στους οποίους προτίθεται να στηριχθεί, ούτε το περιεχόμενό τους, ούτε καν το ζήτημα στο οποίο αυτοί αφορούν, και δη κατά πόσο σχετίζονται και με το ζήτημα της παραγραφής αγώγιμων δικαιωμάτων ή άλλως μόνο με πτυχές του ουσιαστικού δικαίου περί συμβάσεων, καθώς και ποιες συναφείς νομικές διατάξεις και πραγματικά περιστατικά έχουν σημασία για την παρούσα υπόθεση.

Υπό τις περιστάσεις αυτές, δεν είναι επιτρεπτή η επίκληση του Αγγλικού Δικαίου προς θεμελίωση της εξέτασης από το Δικαστήριο της αιτούμενης ενδιάμεσης διακηρυκτικής απόφασης, καθότι αυτό δεν έχει δεόντως δικογραφηθεί, αλλά γίνεται απλώς ονομαστική αναφορά σε αυτό, με αποτέλεσμα το αίτημα να καθίσταται αλυσιτελές. Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και αν υποτεθεί ότι η επίκλησή του είναι επιτρεπτή, ενόψει της ανωτέρω δικογράφησης στην Έκθεση Απαίτησης και της συναφούς ανεπάρκειας, θα ενεργοποιείτο το τεκμήριο ταύτισής του με το ημεδαπό δίκαιο, με συνέπεια την εφαρμογή του τελευταίου.

Συναφώς, στο σύγγραμμα Dicey, Morris and Collins on the Conflict of Laws, 15η έκδοση, παράγραφος 9-003, σελίδα 319, με παραπομπή, μεταξύ άλλων, στην υπόθεση Hopwood & Crew Ltd v. Casa Musicale Sonzogno, [1971] 1 W.L.R. 173 (CA), αναφέρονται τα εξής:

«(i) Foreign law must be pleaded. The general rule is that if a party wishes to rely on a foreign law he must plead it in the same way as any other fact. Unless this is done, the court will in principle decide a case containing foreign elements as though it were a purely domestic English case.».  

Έπεται από τα ανωτέρω, κάτι που ισχύει και στην προκείμενη περίπτωση για τους λόγους που ήδη εξηγήθηκαν, ότι όταν ένας διάδικος ισχυρίζεται πως το εφαρμοστέο δίκαιο της σύμβασης είναι αλλοδαπό, οφείλει να δικογραφεί συγκεκριμένες διατάξεις ή αρχές αυτού και όχι να προβαίνει σε γενική επίκλησή του. Η αποτυχία ορθής δικογράφησης του αλλοδαπού δικαίου, ως ζήτημα γενικής αρχής και όχι κατ’ ανάγκην σε κάθε περίπτωση, επιβάλλει όπως το Δικαστήριο επιλύσει την ενώπιόν του διαφορά, η οποία περιέχει αλλοδαπά στοιχεία, ως εάν επρόκειτο για καθαρά ημεδαπή υπόθεση, εφαρμόζοντας το ημεδαπό δίκαιο. Συναφώς, υπό τις ανωτέρω περιστάσεις και ενόψει της επίδικης διαφοράς, όπως αυτή προκύπτει από τα δικόγραφα, δεν τίθεται ζήτημα εφαρμογής των αρχών που διατυπώθηκαν από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Bullock κ.α. ν. Gorsoan Ltd κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε40/2013, 20/07/2021

Η Ενάγουσα, με την Αίτησή της και τα διατάγματα την έκδοση των οποίων επιδιώκει με αυτήν, φαίνεται να αναγνωρίζει ότι, σε περίπτωση που στην παρούσα Αγωγή το εφαρμοστέο δίκαιο που θα εφαρμοστεί από το Δικαστήριο είναι το ημεδαπό δίκαιο, το αγώγιμο δικαίωμα επί του οποίου τη στηρίζει είναι παραγεγραμμένο. Προς αντιμετώπιση τούτου, και για τους λόγους που ανάγονται στα πραγματικά περιστατικά τα οποία εκθέτει στην ένορκη δήλωση της Παναγιώτου, αιτείται την έκδοση του αιτούμενου, υπό το στοιχείο Β της Αίτησης, διατάγματος.

Ουσιαστικά, η Ενάγουσα, με την υπό κρίση Αίτηση της, καλεί το Δικαστήριο όπως εξετάσει την προδικαστική ένσταση της Εναγόμενης με την οποία ισχυρίζεται παραγραφή του επικαλούμενου από αυτήν αγώγιμου δικαιώματος, ─κάτι το οποίο, ως και προελέχθη, με την δικονομική της συμπεριφορά λόγω της καταχώρισης αυτής της Αίτησης λόγω του αντικειμένου της, αποδέχεται, εάν το εφαρμοστέο δίκαιο είναι το Κυπριακό Δίκαιο─, και να της παράσχει θεραπεία· βεβαίως, αν αυτό δικαιολογείται από τη νομική βάση επί της οποίας αυτή τίθεται και τα περιστατικά που ισχυρίζεται.

Συναφώς, στην ένορκη δήλωση της Παναγιώτου, αναφέρονται τα εξής:

«Όπως φαίνεται από την Έκθεση Απαίτησης και όπως είναι ευρέως γνωστό μόλις σχετικά πρόσφατα διορίστηκε ο εκκαθαριστής της Ενάγουσας, η οποία ουσιαστικά ήταν αδρανής για περίπου 9 χρόνια (ενόψει του ότι ήταν σε καθεστώς εξυγίανσης και της είχε αφαιρεθεί η άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών), και επομένως αυτός με τον διορισμό του βρήκε ένα χάος αναφορικά με το χαρτοφυλάκιό και/ή τις εργασίες της και/ή τις οφειλές πελατών της προς αυτή. Επίσης μέχρι την αδρανοποίησή της (που ουσιαστικά ήταν κλείσιμο της) η Ενάγουσα είχε καταφέρει να κάνει μεγάλο κύκλο εργασιών και, επομένως, ο εκκαθαριστής της με τον διορισμό του, μαζί με την ομάδα του, είχαν να διέλθουν τεράστιο αριθμό από έγγραφα. Σε αυτά τα χρόνια αδράνειας (κατά τα οποία, όπως αναφέρω πιο πάνω, η Ενάγουσα ήταν ουσιαστικά κλειστή) η Ενάγουσα δεν είχε την δυνατότητα ούτε να παρακολουθεί τις οφειλές προς αυτή ούτε και να λαμβάνει μέτρα για καταβολή και/ή ανάκτησή των. Επομένως, λογικά και αναπόφευκτα δεν μπορεί η Ενάγουσα να τιμωρηθεί για τούτο, όπως δεν μπορεί λογικά και αναπόφευκτα να τιμωρηθούν ούτε και οι καταθέτες στην Ενάγουσα, οι οποίοι είναι και τα αθώα μέρη στην προκειμένη περίπτωση, τα οποία δεν θα ευθύνονται καθόλου για το κούρεμα που θα υποστούν στις καταθέσεις των, το οποίο θα είναι σημαντικό σε περίπτωση που δεν επιτραπεί η προώθηση της Αγωγής αλλά και άλλων αγωγών λόγω παραγραφής. Επίσης σε τέτοια περίπτωση θα επηρεαστεί σημαντικά η θέση της Κύπρου ως χρηματικοπιστωτικό κέντρο, λαμβανομένου υπόψη και του ότι δεν υπήρξαν προηγουμένως τέτοιου είδους εκκαθαρίσεις όπως αυτή της Ενάγουσας και του ότι το 80% των καταθετών δεν είναι Κύπριοι υπήκοοι. Σε περίπτωση που τιμωρηθεί η Ενάγουσα και/ή οι καταθέτες της όπως πιο πάνω αναφέρεται, οι οφειλέτες της περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης/Καθ’ ης η Αίτηση θα λάβουν άδικο πλεονέκτημα λόγω τούτου με το να θεωρηθεί ότι οι απαιτήσεις προς αυτήν που γεννήθηκαν στην πιο πάνω μεγάλη περίοδο αδράνειας έχουν παραγραφεί και/ή δεν μπορούν να παραταθούν. Με άλλα λόγια η δικαιοσύνη και/ή οι κανόνες επιείκειας και/ή ισότητας των όπλων επιβάλλουν όπως είτε το ρολόι της παραγραφής θεωρηθεί πως άρχισε να τρέχει κατά την ημερομηνία του διορισμού του εκκαθαριστή είτε να δοθεί το κατ’ αίτηση διάταγμα υπό σημείο Β.».

Η παραγραφή αγώγιμου δικαιώματος και αξίωσης, όταν εγείρεται ως νομικό ζήτημα, όχι απλώς είναι ορθό ή επιθυμητό αυτό να εκδικάζεται πριν την ουσία της υπόθεσης, αλλά και επιβάλλεται αυτή η διαδικασία. Και αυτό επειδή, το ζήτημα της παραγραφής, άπτεται αυτής τούτης της εξουσίας ή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιληφθεί μιας υπόθεσης. Βλ. Χατζηστυλλής ν. Mude C. Papadema κ.α., (2000) 1 Α.Α.∆. 551.

Σε αυτές τις περιπτώσεις, τα ουσιώδη σχετικά γεγονότα εξετάζεται κατ’ αρχάς αν εκτίθενται στην έκθεση απαίτησης (βλ. Φιλίππου κ.α. ν. Ωρολογά, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε40/2017, κ.α., 27/09/2021). Όταν το Δικαστήριο εξετάζει προδικαστική ένσταση περί παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος και αξίωσης στην βάση των δεδομένων που ο ίδιος ο ενάγοντας παρουσιάζει με τα δικόγραφα του, δεν τίθεται θέμα αμφισβητούμενων γεγονότων και ανάγκης εξαγωγής παραδεκτών γεγονότων, και η προσέγγιση αυτή δεν εγείρει ζήτημα δυσμενούς επηρεασμού του (βλ. Δημητρίου ν. Ιεράς Αρχιεπισκοπής Κύπρου, Πολιτική Έφεση Αρ. Ε165/2013, 08/04/2021), ECLI:CY:AD:2021:A129.

Το Δικαστήριο, παρά τη θέση που προκύπτει ότι η ίδια η Ενάγουσα λαμβάνει, ως προαναφέρθηκε, ως προς το ζήτημα της παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος που αποτελεί τη βάση των διεκδικήσεών της έναντι της Εναγόμενης στην παρούσα Αγωγή, καθηκόντως προχωρεί σε εξέταση του ζητήματος, καθότι, ως ζήτημα που ανάγεται τελικώς στο κατά πόσο έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί της υπόθεσης, δεν μπορεί σε καμία περίπτωση να αποτελεί θέμα θέσης ή συμφωνίας των διαδίκων επ’ αυτού, χωρίς δικαστική διαπίστωση.

Η Ενάγουσα, στις παραγράφους 16, 17 και 18 της Έκθεσης Απαίτησης της προβάλλει τους εξής ισχυρισμούς:

«16. Σύμφωνα με τους όρους των Συμφωνιών Δανείου και/ή σύμφωνα με τον νόμο και/ή την νομολογία, με το πέρας της ημερομηνίας λήξης των (Maturity Date), οι συμφωνίες και/ή τα δάνεια και/ή οι δοθείσες πιστωτικές διευκολύνσεις διακόπτονται και/ή τερματίζονται και/ή παύουν να είναι σε ισχύ χωρίς να χρειάζεται να δοθεί οποιαδήποτε προειδοποίηση τερματισμού ή αλλιώς από την Ενάγουσα προς τους Εναγόμενους, και οποιαδήποτε ποσά που συνεχίζουν να οφείλονται από τους Εναγόμενους προς την Ενάγουσα κατά την ημερομηνία τερματισμού καθίστανται αυτόματα και χωρίς να επιβάλλεται οποιαδήποτε άλλη ενέργεια από την Ενάγουσα, απαιτητέα και πληρωτέα. Πρόσθετα και/ή διαζευκτικά σύμφωνα με τον νόμο και/ή την νομολογία η καταχώριση της παρούσας αγωγής μπορεί να ενεργήσει και/ή ενεργεί ως τερματισμός των Συμφωνιών Δανείου.

17. Η Εναγόμενη έλαβε τα ποσά των πιό πάνω πιστωτικών διευκολύνσεων και/ή δανείων από την Ενάγουσα σύμφωνα με τους όρους της και κατέβαλε διάφορα ποσά προς εξόφληση των μέχρι την ημερομηνία λήξης ήτοι την 30/09/2016. Παρά ταύτα, κατά την 28/06/2024, δυνάμει των όρων και προϋποθέσεων λειτουργίας του πιο πάνω λογαριασμού δανείου, των σχετικών καταλόγων προμηθειών και χρεώσεων κ.λ.π., το χρεωστικό υπόλοιπο του εν λόγω λογαριασμού ανερχόταν στο ποσό των €132.426,74 πλέον τόκο προς 5% ετησίως μέχρι εξόφλησης.

18. Ο συσσωρευμένος τόκος μέχρι σήμερα είναι €3.500,00».

Συναφώς, η Ενάγουσα, στις παραγράφους 8.(γ) και 10.(γ), προβάλλει τον ισχυρισμό ότι «η ημερομηνία λήξης (Maturity Date)» των επίδικων Συμφωνιών ήταν η 30/09/2015 και η 31/08/2016 αντίστοιχα.

Συνεπώς, η θέση της Ενάγουσας, όπως προκύπτει από τους πιο πάνω δικογραφημένους ισχυρισμούς της, είναι ότι το αγώγιμο δικαίωμά της έναντι της Εναγόμενης, ήτοι της παράβασης σύμβασης, σε ό,τι αφορά την παρούσα Αγωγή, προέκυψε και αποκρυσταλλώθηκε είτε στις 31/08/2016 είτε στις 30/09/2016.

Σχετικές, ως προς το ζήτημα της παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος από παράβαση σύμβασης, είναι οι πρόνοιες του Άρθρου 7 του Νόμου 66(I)/2012, το οποίο έχει ως εξής:

«(1) Τηρουμένων των διατάξεων των εδαφίων (2) και (3), καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση δεν εγείρεται μετά την πάροδο έξι ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

(2) Καμιά αγωγή που αφορά σύμβαση ή οιονεί σύμβαση σε σχέση με συμφωνηθείσα ή εύλογη αμοιβή δικηγόρου, ιατρού, οδοντίατρου, αρχιτέκτονα, πολιτικού μηχανικού, εργολάβου, άλλου ανεξάρτητου επαγγελματία δεν εγείρεται μετά πάροδο τριών ετών από την ημέρα συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής.

(3) Στις περιπτώσεις συμβάσεων που πηγάζουν από σύμβαση δανείου η οποία-

(α) δεν προβλέπει αποπληρωμή του χρέους σε συγκεκριμένη ή προσδιορίσιμη ή μέχρι συγκεκριμένης ή προσδιορίσιμης ημέρας,

(β) δεν προβλέπει ως προϋπόθεση εξόφλησης του χρέους την παροχή προηγούμενης ειδοποίησης στον οφειλέτη

ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει πριν από την ημέρα επίδοσης γραπτής απαιτήσεως από ή εκ μέρους του δανειστή ή όπου υπάρχουν από κοινού δανειστές, από ένα ή εκ μέρους ενός από αυτούς, στον οφειλέτη για την αποπληρωμή του χρέους:

Νοείται ότι, στις περιπτώσεις του παρόντος εδαφίου, όπου σε σχέση με τη λήψη του δανείου ο οφειλέτης συστήνει υποθήκη ή ενέχυρο ως ασφάλεια, τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις του άρθρου 5.».

Με βάση τις πιο πάνω πρόνοιες του Άρθρου 7 του Νόμου 66(Ι)/2012, σύμφωνα με τις οποίες καμία αγωγή εκ συμβάσεως δεν δύναται να εγερθεί μετά την πάροδο έξι ετών από την ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής, και περαιτέρω ότι, σε περίπτωση σύμβασης δανείου η οποία προβλέπει αποπληρωμή σε συγκεκριμένη ή προσδιορίσιμη ημερομηνία, ως ημερομηνία συμπλήρωσης της βάσης της αγωγής λογίζεται η εν λόγω ημερομηνία, ο χρόνος παραγραφής στην υπό κρίση υπόθεση άρχισε να τρέχει είτε την 31/08/2016 είτε την 30/09/2016, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας. Ως εκ τούτου, το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έναντι της Εναγόμενης για παράβαση σύμβασης έχει παραγραφεί με την πάροδο έξι ετών, ήτοι είτε την 31/08/2022 είτε την 30/09/2022.

Με δεδομένο ότι η υπό κρίση Αγωγή καταχωρήθηκε εναντίον της Εναγόμενης στις 29/08/2024, κατά τον χρόνο έγερσης των αξιώσεων της Ενάγουσας η βάση της αγωγής της ήταν παραγεγραμμένη.

Η Ενάγουσα, δεδομένου τούτου, υποβάλει αίτημα για την έκδοση του διατάγματος ως υπό το αιτητικό υπό το στοιχείο Β της κρινόμενης Αίτησης και βασίζεται στο Άρθρο 22 Νόμου 66(Ι)/2012 το οποίο προνοεί:

«Ανεξάρτητα από τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου άρθρου του παρόντος Νόμου το δικαστήριο δύναται να επεκτείνει τον προβλεπόμενο σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος Νόμου χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο έτη εφόσον κρίνει αυτό δίκαιο και εύλογο υπό τις περιστάσεις. Η αίτηση υποβάλλεται με εναρκτήρια κλήση πριν από την έγερση της αγωγής ή με παρεμπίπτουσα αίτηση μετά την δικογράφηση παραγραφής ως το άρθρο 21.».

Η Ενάγουσα πρέπει να κριθεί ότι έχει ικανοποιήσει ότι η επέκταση του προβλεπόμενου χρόνου παραγραφής βάσει του ανωτέρω Άρθρου 7 του Νόμου 66(Ι)/2012, σύμφωνα με το Άρθρο 22 του ιδίου, είναι υπό τις περιστάσεις εύλογη και δίκαιη.

Σημειώνεται ότι, δεδομένου του ανωτέρω ευρήματος του Δικαστηρίου ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έναντι της Εναγομένης για παράβαση σύμβασης, σύμφωνα με τους ίδιους τους ισχυρισμούς της στην Έκθεση Απαίτησης, έχει παραγραφεί με την πάροδο έξι ετών, ήτοι είτε την 31/08/2022 είτε την 30/09/2022, η επίκληση εκ μέρους της Ενάγουσας του ανωτέρω Άρθρου 22 του Νόμου 66(Ι)/2012 είναι βάσιμη, καθότι, εάν η θέση της κριθεί πραγματικά δικαιολογημένη, η εφαρμογή του θα σήμαινε ότι, με τη διετή επέκταση του χρόνου παραγραφής που προβλέπεται στο Άρθρο 7 του ίδιου Νόμου, η παραγραφή του προαναφερόμενου αγώγιμου δικαιώματος θα επερχόταν είτε στις 31/08/2024 είτε στις 30/09/2024, δηλαδή μεταγενέστερα της καταχώρισης της Αγωγής από την Ενάγουσα στις 29/08/2024, καθιστώντας τη σχετική προδικαστική ένσταση της Εναγομένης ανεδαφική.    

Βασική θέση της Ενάγουσας προς υποστήριξη του ισχυρισμού ότι η επέκταση του προβλεπόμενου χρόνου παραγραφής είναι, υπό τις περιστάσεις, εύλογη και δίκαιη, είναι, όπως προβάλλεται από την Παναγιώτου στην ένορκη δήλωσή της, ότι η Ενάγουσα παρέμεινε ουσιαστικά αδρανής για περίπου εννέα έτη, καθότι, κατά τον ισχυρισμό της, τελούσε υπό καθεστώς εξυγίανσης, είχε ανακληθεί η άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών και ήταν «ουσιαστικά κλειστή». Σημειώνεται, σε σχέση με τον πιο πάνω ισχυρισμό, ότι, όπως η ίδια η Ενάγουσα αναφέρει στην παράγραφο 2 της Έκθεσης Απαίτησής της, η ανάκληση της άδειάς της από την Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου έλαβε χώρα στις 21/12/2015, χωρίς, ωστόσο, να προσδιορίζεται πότε ακριβώς τέθηκε υπό καθεστώς εξυγίανσης.

Ο πιο πάνω ισχυρισμός τίθεται σε γενικό επίπεδο και τούτο ανάγεται σε ζήτημα ουσίας, κατά την αξιολόγηση από το Δικαστήριο της βάσιμότητας της Αίτησης ή, σε κάθε περίπτωση, της δικαιολόγησής της, όπως επεξηγείται ακολούθως.

Σχετικοί είναι ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών και Άλλων Ιδρυμάτων Νόμος του 2013, Νόμος 17(I)/2013, και ο περί Εξυγίανσης Πιστωτικών Ιδρυμάτων και Επενδυτικών Εταιρειών Νόμος του 2016, Νόμος 22(I)/2016, ο οποίος, βάσει του Άρθρου 115 του, συνέχιζε όλα τα μέτρα εξυγίανσης που είχαν ληφθεί με βάση τον Νόμο 17(I)/2013 και τα οποία ήταν σε ισχύ κατά την ημερομηνία έναρξης της ισχύος του, ήτοι την 18/03/2016.

Τόσο με βάση τον Νόμο 17(I)/2013, δυνάμει του Άρθρου 28, όσο και με βάση τον Νόμο 22(I)/2016, δυνάμει του Άρθρου 88, που αποτελούν πανομοιότυπες διατάξεις, κρινόμενες αυτές υπό το πρίσμα και των προνοιών του Νόμου σχετικά με τις αρχές και διατάξεις εξυγίανσης, γινόταν πρόνοια ότι τα δικαιώματα που υφίσταντο δεν τερματίζονταν ούτε επηρεάζονταν από την εξυγίανση, αλλά συνεχίζονταν από το αποκτών πρόσωπο, την ενδιάμεση τράπεζα ή την εταιρεία διαχείρισης.

Συνεπώς, δημιουργείται προβληματισμός ως προς το κατά πόσο μπορεί να γίνει αποδεκτή η πιο πάνω γενική θέση της Παναγιώτου περί αδράνειας για περίπου εννέα έτη, η οποία συναρτάται αποκλειστικά με το γεγονός της εξυγίανσης και της αφαίρεσης της άδειας διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών της Ενάγουσας, εν τη απουσία οποιασδήποτε άλλης μαρτυρίας ή στοιχείων τεκμηρίωσης, ως δικαιολογητική της άπρακτης παρέλευσης της προθεσμίας καταχώρισης της παρούσας Αγωγής, ήτοι πριν από την παραγραφή του φερόμενου αγώγιμου δικαιώματος της Ενάγουσας έναντι της Εναγομένης και εφαρμογής των προνοιών του Άρθρου 22 του Νόμου 66(Ι)/2012, δεδομένου ότι το κρίσιμο κριτήριο είναι, όπως έχει προαναφερθεί, η τεκμηρίωση, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου και στον απαιτούμενο βαθμό, ότι κάτι τέτοιο είναι εύλογο και δίκαιο υπό τις περιστάσεις.

Η Ενάγουσα, δεδομένων των ανωτέρω προνοιών των Νόμων 17(I)/2013 και 22(I)/2016, δεν φαίνεται να έχει παράσχει ικανοποιητικά στοιχεία ως προς την προϋπάρχουσα του διορισμού του εκκαθαριστή, στις 29/06/2023, κατάσταση, ενώ, σε κάθε περίπτωση και υπό τις περιστάσεις, και λαμβανομένου υπόψη του κρινόμενου ζητήματος, εγείρεται προβληματισμός κατά πόσο ο γενικός ισχυρισμός που προωθήθηκε διά της ένορκης δήλωσης της Παναγιώτου, περί καθεστώτος εξυγίανσης, αφαίρεσης της άδειας διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών και, κατ’ ουσίαν, παύσης των εργασιών της, ακόμη και εάν ήθελε γίνει αποδεκτός, θα ήταν επαρκής προς ικανοποίηση του νομικού βάρους απόδειξης που φέρει υπό τις περιστάσεις, ιδίως ενόψει του ότι, σε αποδεικτικό επίπεδο, ανακύπτουν ζητήματα σε συνάρτηση με τις διατάξεις των Νόμων περί Εξυγίανσης, ήτοι των Νόμων 17(I)/2013 και 22(I)/2016, καθώς και του μαχητού τεκμηρίου κανονικότητας.   

Σε ότι αφορά το πιο πάνω ζήτημα, ήτοι της ανάγκης τεκμηρίωσης των λόγων της καθυστέρησης, στο Ηνωμένο Βασίλειο, σε ότι αφορά το Section 33 της Limitation Act 1980 που αφορά την διακριτική εξουσία του Δικαστηρίου να εξαιρέσει ενάγοντα από το χρονικό όριο παραγραφής για αγωγές που αφορούν σωματικές βλάβες ή θάνατο, στην υπόθεση Cain v. Francis, [2008] EWCA Civ 1451, το Court of Appeal ανέφερε τα εξής:

«It seems to me that, in the exercise of the discretion, the basic question to be asked is whether it is fair and just in all the circumstances to expect the defendant to meet this claim on the merits, notwithstanding the delay in commencement. The length of the delay will be important, not so much for itself as to the effect it has had. To what extent has the defendant been disadvantaged in his investigation of the claim and/or the assembly of evidence, in respect of the issues of both liability and quantum? But it will also be important to consider the reasons for the delay. Thus, there may be some unfairness to the defendant due to the delay in issue but the delay may have arisen for so excusable a reason, that, looking at the matter in the round, on balance, it is fair and just that the action should proceed. On the other hand, the balance may go in the opposite direction, partly because the delay has caused procedural disadvantage and unfairness to the defendant and partly because the reasons for the delay (or its length) are not good ones.».

(Βλ. επίσης, Carroll v. Chief Constable of Manchester Police, [2017] EWCA Civ 1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, η μαρτυρία της Παναγιώτου, όπως προκύπτει από την προειρημένη ένορκη δήλωσή της, δεν φαίνεται να εξειδικεύει επαρκώς ούτε τους λόγους της καθυστέρησης ούτε το εύρος της. Ως ήδη προελέχθη, η μαρτυρία της ερείδεται σε γενικές και αόριστες διατυπώσεις περί του ότι ο εκκαθαριστής της Ενάγουσας «βρήκε ένα χάος» και «τεράστιο αριθμό εγγράφων», χωρίς να παρατίθενται συγκεκριμένες ημερομηνίες, αριθμητικά δεδομένα ή επιμέρους ενέργειες, ιδίως σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Το γεγονός αυτό δυσχεραίνει την ουσιαστική αξιολόγηση της μαρτυρίας από το Δικαστήριο, ιδίως ως προς την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της επικαλούμενης κατάστασης και των πραγματικών δεδομένων της υπόθεσης.

Δεν προκύπτει πότε διαπιστώθηκε η επίδικη απαίτηση, ποίες συγκεκριμένες ενέργειες έγιναν από πλευράς του εκκαθαριστή της Ενάγουσας σε σχέση με αυτή κατά τον χρόνο της φερόμενης ανακάλυψής της, καθώς και ποιος ήταν ο διαθέσιμος χρόνος για τυχόν ενέργειές του και τι, εν τέλει, έπραξε, στοιχεία τα οποία θα μπορούσαν να συνδεθούν με την επεξήγηση του μεγάλου χρονικού διαστήματος που μεσολάβησε στην παρούσα υπόθεση, λαμβανομένου υπόψη ότι ο εκκαθαριστής, από τον διορισμό του στις 29/06/2023 μέχρι και την καταχώριση της παρούσας αγωγής στις 29/08/2024, βρισκόταν στη θέση αυτή για περίοδο περίπου 14 μηνών.

Αντ’ αυτού, προβάλλεται γενική επίκληση «αδράνειας εννέα ετών» και «πολλών εγγράφων», χωρίς ειδικότερη αναφορά ή τεκμηρίωση ως προς τους λόγους για τους οποίους, ─παρά το γεγονός ότι, σύμφωνα με το Άρθρο 28 του Νόμου 17(Ι)/2013 και το Άρθρο 88 του Νόμου 22(Ι)/2016, καθώς και τις λοιπές συναφείς διατάξεις περί εξυγίανσης, τα υφιστάμενα δικαιώματα δεν τερματίζονταν ούτε επηρεάζονταν από τη διαδικασία εξυγίανσης αλλά συνέχιζαν να ισχύουν μέσω του αποκτώντος προσώπου, της ενδιάμεσης τράπεζας ή της εταιρείας διαχείρισης─, προβάλλεται ότι η Ενάγουσα «δεν είχε τη δυνατότητα να παρακολουθεί τις οφειλές».

Εγείρεται, περαιτέρω, ζήτημα ως προς το πού ακριβώς έγκειται η προβαλλόμενη αδυναμία, καθότι νομικό εμπόδιο ή απαγόρευση, όπως προκύπτει από τα ανωτέρω, δεν φαίνεται να υπήρχε, όπως θα μπορούσε να συναχθεί από τη γενικότητα του σχετικού ισχυρισμού της Παναγιώτου. Συναφώς, δημιουργείται προβληματισμός ως προς τη βάση του ισχυρισμού ότι η Ενάγουσα «ήταν ουσιαστικά κλειστή», υπό την έννοια ότι δεν διευκρινίζεται τι διαφοροποιεί την «ουσιαστική» από την πλήρη παύση λειτουργίας της, ούτε αν υπήρχαν συγκεκριμένες πρακτικές δυσκολίες και, σε καταφατική περίπτωση, ποιες ήταν αυτές. Τίποτε από τα ανωτέρω δεν επεξηγείται ειδικότερα, ενώ, στις περιπτώσεις επίκλησης πρακτικών δυσκολιών, δημιουργείται προβληματισμός ως προς το κατά πόσο αυτές δύνανται, κατά κανόνα, να δικαιολογήσουν την παράταση της προθεσμίας παραγραφής αγώγιμου δικαιώματος, δεδομένου ότι, κατά γενική αρχή, δεν γίνονται αποδεκτές, εκτός εάν αναδεικνύουν ιδιάζουσες περιστάσεις και συγκεκριμένη, εξαιρετική περίπτωση.

Από την άλλη, και προς αξιολόγηση των ανωτέρω στοιχείων αρνητικού προβληματισμού, το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και την προαναφερθείσα θέση της νομολογίας στο Ηνωμένο Βασίλειο ─η οποία, ως συγκριτικό δίκαιο, δύναται να ληφθεί υπόψη όταν, όπως και εν προκειμένω, κρίνεται πειστική─, ότι κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, το βασικό ερώτημα που τίθεται είναι κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο, υπό όλες τις περιστάσεις, να αναμένεται από τον εναγόμενο να αντιμετωπίσει την απαίτηση επί της ουσίας, παρά την καθυστέρηση στην έναρξη της διαδικασίας, έστρεψε την προσοχή του και στην προειρημένη ένορκη δήλωση Λάζου.

Η εξέταση της αποκαλύπτει ότι η Εναγόμενη, πέραν της γενικής άρνησης των ισχυρισμών της Παναγιώτου και του σχετικού σχολιασμού τους, δεν φαίνεται να προβάλλει οποιονδήποτε θετικό ισχυρισμό προς αμφισβήτηση της θέσης της Ενάγουσας ότι αυτή ήταν ουσιαστικά αδρανής για περίπου εννέα έτη, λόγω του ότι τελούσε υπό καθεστώς εξυγίανσης, της είχε αφαιρεθεί η άδεια διεξαγωγής τραπεζικών εργασιών και βρισκόταν σε κατάσταση «ουσιαστικής παύσης λειτουργίας», με επακόλουθο τη μη παρακολούθηση υποχρεώσεων τρίτων έναντί της σε σχέση με πιστώσεις που είχε χορηγήσει κατά την προηγούμενη περίοδο λειτουργίας της, καθώς και την αποδιοργάνωση με την οποία ήλθε αντιμέτωπος ο εκκαθαριστής της κατά τον διορισμό του. Διαπιστώνεται, ως εκ τούτου, ότι και οι προβαλλόμενοι ισχυρισμοί της Εναγόμενης πάσχουν από αοριστία.

Περαιτέρω, δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ειδικότερη θέση, στηριζόμενη σε συγκεκριμένους ισχυρισμούς, αναφορικά με το ότι, λόγω της επικαλούμενης καθυστέρησης, θα προκύπτουν ή ενδέχεται να προκύψουν ουσιώδεις δυσχέρειες στην αντιμετώπιση της παρούσας Αγωγής επί της ουσίας, με αποτέλεσμα να εγείρεται προβληματισμός ως προς τον βαθμό επηρεασμού του δικαιώματος υπεράσπισης της Εναγόμενης.

Όπως έχει αναφερθεί από το Εφετείο του Ηνωμένου Βασιλείου στην προαναφερθείσα υπόθεση Cain v. Francis, [2008] EWCA Civ 1451, η διάρκεια της καθυστέρησης έχει σημασία όχι τόσο αφ’ εαυτής, όσο ως προς την επίδραση που έχει επιφέρει, ενώ το κρίσιμο ερώτημα είναι σε ποιο βαθμό ο εναγόμενος έχει υποστεί μειονέκτημα κατά τη διερεύνηση της απαίτησης και/ή τη συγκέντρωση αποδεικτικού υλικού σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα.

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν φαίνεται να έχει προωθηθεί από πλευράς Εναγομένης οποιαδήποτε σχετική θέση. Αντιθέτως, η ενόρκος δηλούσα Λάζου προβάλλει ότι η υπό εξέταση Αίτηση για παράταση της περιόδου παραγραφής είναι πρόωρη, καθότι, σύμφωνα με τη θέση της Εναγομένης στην Έκθεση Υπεράσπισης, η βάση της Αγωγής της Ενάγουσας δεν έχει ακόμη συμπληρωθεί, δεδομένου ότι δεν έχει τερματιστεί, όπως χαρακτηριστικά αναφέρει, η «επίδικη σύμβαση δανείου» (σε ενικό αριθμό, στοιχείο που διαφοροποιείται από τη διατύπωση της Ενάγουσας, η οποία κάνει αναφορά σε Συμφωνίες). Ως εκ τούτου, κατά τον ισχυρισμό της, το ζήτημα της παραγραφής δύναται να εξεταστεί μόνον μετά την εκδίκαση του κατά πόσο η Αγωγή είναι όντως πρόωρη, ζήτημα επί του οποίου δεν έχει ακόμη ακουστεί μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου. Συναφώς, η ενόρκος δηλούσα Λάζου αναφέρει ότι, σύμφωνα με την ενημέρωσή της από την Εναγομένη, ουδέποτε έχει ληφθεί οποιαδήποτε επιστολή τερματισμού της επίδικης σύμβασης δανείου ή οποιαδήποτε άλλη ειδοποίηση ότι η σύμβαση έχει τερματιστεί και ότι το δάνειο έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο.

Η δε θέση ότι, σε περίπτωση έγκρισης του αιτούμενου διατάγματος, η Εναγόμενη θα υποστεί οικονομική ζημία και αδυναμία καταβολής των οφειλών της (άλλων από της ισχυριζόμενης από την Ενάγουσα), στηριζόμενη στον ισχυρισμό ότι το αγώγιμο δικαίωμα της Ενάγουσας έχει παραγραφεί, δεν φαίνεται να μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να αποτελέσει, αφενός μεν πραγματικό ισχυρισμό προς απόρριψη των προβαλλόμενων διά της ένορκης δήλωσης Παναγιώτου αιτιάσεων της Ενάγουσας προς έγκριση του αιτήματός της και, αφετέρου δε, αφ’ εαυτής επαρκή ή αυτοτελή βάσιμο νομικό λόγο ένστασης.   

Στην υπό κρίση Αίτηση, η εξέταση των ισχυρισμών που προβάλλονται μέσω της ένορκης δήλωσης της Παναγιώτου εκ μέρους της Ενάγουσας, σε συνάρτηση και αντιπαραβολή με τους ισχυρισμούς της ενόρκου δηλούσας Λάζου εκ μέρους της Εναγομένης, οδηγεί, κατόπιν ατομικής και συνολικής αξιολόγησης και στάθμισης όλων των σχετικών παραμέτρων, στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα έχει ικανοποιήσει, στον απαιτούμενο βαθμό για τους σκοπούς της παρούσας διαδικασίας, το σχετικό αποδεικτικό βάρος.

Συναφώς, υπό το πρίσμα της εν λόγω αξιολόγησης και προς στήριξη του ανωτέρω συμπεράσματος, τα γεγονότα στα οποία στηρίζεται η θέση της Ενάγουσας, παρά τη γενικότητά τους, γίνονται αποδεκτά, ιδίως ως προς τη θέση της ότι, παρά ─και λόγω─ του καθεστώτος εξυγίανσης, ήταν, σε ό,τι αφορά τις τραπεζικές και συναφείς εργασίες της, ουσιαστικά ανενεργή, με αποτέλεσμα μέχρι και τον διορισμό του εκκαθαριστή της να έχει επικρατήσει αποδιοργάνωση, τέτοιας φύσης και έντασης ώστε να έχει καταστεί δυνατή η άπρακτη παρέλευση του χρόνου παραγραφής, προτού αυτή δυνηθεί να λάβει μέτρα για την καταχώριση της παρούσας Αγωγής. Αντιθέτως, οι αντίστοιχοι ισχυρισμοί της Εναγομένης διατυπώθηκαν σε γενικό επίπεδο και περιορίστηκαν σε απλό σχολιασμό, χωρίς ουσιαστική και συγκεκριμένη αμφισβήτηση των προβαλλόμενων από την Ενάγουσα ανωτέρω ισχυρισμών ή προβολή άλλων ισχυρισμών προστιθέμενης αξίας, ικανών να συμβάλουν στη διακρίβωση των κρινόμενων ζητημάτων.

Ως εκ τούτου, κρίνεται ότι συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έγκριση της Αίτησης, κατά το μέρος που αφορά την παράταση της περιόδου παραγραφής του αγώγιμου δικαιώματος στο πλαίσιο της παρούσας Αγωγής. Τούτο διότι δεν έχει καταδειχθεί ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ενδέχεται να προκύψει οποιαδήποτε αδικία εις βάρος της Εναγομένης λόγω της καθυστέρησης στην καταχώριση της Αγωγής, η οποία, όπως έχει κριθεί, οφείλεται σε επαρκώς δικαιολογημένους λόγους, ώστε, κατόπιν συνολικής στάθμισης των περιστάσεων, να καθίσταται δίκαιο και εύλογο να προχωρήσει η παρούσα Αγωγή.

Αντιθέτως, στη βάση των προβαλλόμενων από πλευράς Ενάγουσας ισχυρισμών, οι οποίοι έχουν γίνει αποδεκτοί, και δεδομένου ότι το κριτήριο συνίσταται σε στάθμιση της βλάβης, με το βάρος απόδειξης να φέρει ο ενάγων ως προς την απόδειξη ότι η δική του βλάβη υπερτερεί εκείνης του εναγομένου, έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η Ενάγουσα, σε περίπτωση απόρριψης του εξεταζόμενου μέρους της Αίτησής της, θα υποστεί δυσμενή επηρεασμό. Αντιθέτως, η Εναγομένη δεν έχει τεκμηριώσει ─και, κατ’ ακρίβεια, δεν έχει καν ισχυριστεί─ οποιαδήποτε βλάβη. Η βασική της θέση ήταν ότι η Αγωγή είναι πρόωρη και, συνεπώς, δεν τίθεται ζήτημα παραγραφής ή συναφούς βλάβης της.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960 και το Μέρος 39 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για έκδοση διαφορετικής διαταγής.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, η Αίτηση της Ενάγουσας επιτυγχάνει στο βαθμό που καθορίζεται κατωτέρω. Το Δικαστήριο, σε ότι αφορά την παρούσα Αγωγή, εκδίδει διάταγμα με το οποίο επεκτείνει τον, σύμφωνα με το Άρθρο 7 του Νόμου 66(Ι)/2012, προβλεπόμενο χρόνο παραγραφής για περίοδο μέχρι δύο ετών.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, δεν έχει καταδειχθεί ούτε διαπιστώνεται οποιοσδήποτε λόγος που θα δικαιολογούσε παρέκκλιση από τον γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγομένης το ποσό των €3.840 ως έξοδα διαδικασίας, πλέον Φ.Π.Α., πλέον νόμιμο τόκο επί του εν λόγω ποσού από σήμερα μέχρι εξόφλησης.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.  

Πιστό αντίγραφο

Πρωτοκολλητής            


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο