ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αίτηση με αρ.: 4496/2014.
Μεταξύ:
1. ΜΙΧΑΛΗΣ ΜΑΚΡΗΣ
2. ACHILLES INVESTMENTS LTD
Εναγόντων
-και-
1. EUROLINK FINANCE LTD
2. EUROLINK INVESTMENTS LTD, EOOD (UIC: 14883206)
3. ΧΡΙΣΤΟΦΟΡΟΣ ΒΙΟΛΑΡΗΣ
4. ΑΝΑΣΤΑΣΙΑ ΠΙΠΕΡΙΔΟΥ
Εναγομένων
-------------------
Ημερομηνία: 05/02/2026.
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες: κ. Χ. Φρακάλας και κα Ν. Κουκουμά εκ μέρους της Ιωαννίδης Δημητρίου Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Εναγόμενους 1 έως 3: κ. Μ. Ορφανίδης και κα Κ. Ορφανίδου εκ μέρους της Α. Δαμιανού & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για την Εναγόμενη 4: κ. Α. Κορομίας εκ μέρους του κ. Μ. Γ. Δράκου
[Αίτημα κατάθεσης γραπτής δήλωσης Ενάγοντος 1 ημερομηνίας 26/01/2026]
---------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την μαρτυρία του Ενάγοντος 1 (εφεξής «ΜΕ1»), ο οποίος υπέβαλε προς κατάθεση την προτιθέμενη γραπτή δήλωσή του ημερομηνίας 26/01/2026, στην οποία περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί του και συνοδευτικά έγγραφα που αποσκοπούν στην τεκμηρίωση αυτών, προκειμένου να αποτελέσουν μέρος της κύριας εξέτασής του από τον συνήγορο των Εναγόντων.
Στο αίτημα για κατάθεση υπήρξαν ενστάσεις τόσο από τον συνήγορο των Εναγόμενων 1 έως 3 όσο και από τον συνήγορο της Εναγόμενης 4, οι οποίες αναπτύχθηκαν και ακολούθως απαντήθηκαν από τον συνήγορο των Εναγόντων.
Ο συνήγορος των Εναγόμενων 1 έως 3 υπόβαλε ένσταση ως εξής:
- Όσον αφορά το προτιθέμενο να κατατεθεί ως Τεκμήριο 22, ανέφερε ο κ. Ορφανίδης ότι πρόκειται για μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου τρίτων προσώπων, τα οποία δεν συνδέονται με την επίδικη διαφορά ούτε σχετίζονται με την υπό εκδίκαση υπόθεση.
- Σε σχέση με το προτεινόμενο για κατάθεση ως Τεκμήριο 25, ήταν επιπλέον η θέση του συνηγόρου ότι πρόκειται για επικοινωνία του Εναγόμενου 3 με τρίτο πρόσωπο, αγνώστου πώς περιήλθε στην κατοχή του ΜΕ1, και η χρήση της οποίας έγινε κατά παράβαση της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων.
- Σχετικά με το επιδιωκόμενο να κατατεθεί ως Τεκμήριο 26, υποστηρίχθηκε από τον κ. Ορφανίδη ότι αυτό αφορά τρίτο πρόσωπο, το οποίο φέρεται να κατέβαλε κάποιο ποσό και δεν σχετίζεται με την υπό εκδίκαση υπόθεση.
- Το επικαλούμενο ως Τεκμήριο 29, ανέφερε περαιτέρω ο συνήγορος, αποτελεί έκθεση τρίτου προσώπου, το οποίο είναι και το μόνο αρμόδιο να την καταθέσει και να αντεξεταστεί ως προς το περιεχόμενό της.
- Το προτεινόμενο για κατάθεση ως Τεκμήριο 32, είπε επιπλέον ο κ. Ορφανίδης, είναι πιστοποιητικό, το οποίο φερόμενα εκδόθηκε από το Δημαρχείο της Βάρνας και δεν μπορεί να κατατεθεί από τον ΜΕ1 αλλά από τον εκδότη αυτού.
- Τέλος, ο συνήγορος υποστήριξε ότι τα προτεινόμενα προς κατάθεση ως Τεκμήρια 33 και 34 αποτελούν έγγραφα άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση.
Ο συνήγορος της Εναγόμενης 4, με τη σειρά του, υπέβαλε τους εξής λόγους ένστασης:
- Κατ’ αρχάς, ο κ. Κορομίας ανέπτυξε την ένσταση επί μέρους της παραγράφου 45 της προσκομισθείσας για κατάθεση γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, υποστηρίζοντας ότι αφορά ισχυρισμούς που δεν καλύπτονται από το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων. Περαιτέρω, ανέφερε ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός των Εναγόντων περί πλαστογράφησης του εγγράφου στο οποίο αναφέρεται ο ΜΕ1 με την παραπάνω παράγραφο. Όπως επιπλέον εξήγησε, οι ισχυρισμοί αυτοί αποτελούν, σε κάθε περίπτωση, έκφραση γνώμης από μάρτυρα, ο οποίος όμως παρουσιάζεται ως μάρτυρας γεγονότων.
- Όσον αφορά το έγγραφο που παρουσιάζει ο ΜΕ1 για να κατατεθεί ως Τεκμήριο 3, και σε συνάρτηση με το προτιθέμενο προς καταχώριση Τεκμήριο 4, η θέση του συνηγόρου ήταν ότι το Τεκμήριο 3 πρέπει να αποκλειστεί, καθώς αποτελεί μέρος του Τεκμηρίου 4. Επιπλέον, υποστήριξε ότι η περιγραφή που ο ΜΕ1 δίδει για τη συγκεκριμένη δέσμη εγγράφων είναι παραπλανητική, δεδομένου ότι περιλαμβάνει μόνο επιλεγμένα έγγραφα και όχι το σύνολο των εγγράφων της εν λόγω προέλευσης.
- Τέλος, ο κ. Κορομίας υποστήριξε ότι τα Τεκμήρια 10 και 11, τα οποία ο ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι αποτελούν συμβάσεις αγοραπωλησίας και δανείου της ίδιας ημερομηνίας, 24/10/2008, δεν καλύπτονται από τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, καθώς σε αυτή δεν αναφέρεται καμία σύμβαση με την εν λόγω ημερομηνία. Αντιθέτως, στην παράγραφο 12.Δ της έκθεσης αναφέρεται συμφωνία δανείου ημερομηνίας 28/12/2008.
Αντίθετα, ο συνήγορος των Εναγόντων, απαντώντας στις ανωτέρω ενστάσεις των συνηγόρων των Εναγομένων, ανέπτυξε τα εξής.
Πρώτα, όσον αφορά τις ενστάσεις του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3, ήταν η θέση του τα εξής:
- Τόνισε κατ’ αρχάς ότι το προτεινόμενο προς κατάθεση ως Τεκμήριο 22 είναι σχετικό, καθώς τα εν λόγω μηνύματα ηλεκτρονικού ταχυδρομείου υποστηρίζουν τη θέση του ΜΕ1 ότι εκτέλεσε τα καθήκοντα που ισχυρίζεται στην Αγωγή κατά τον επίδικο χρόνο. Σε κάθε περίπτωση, ήταν η θέση του κ. Φρακάλα ότι, για να διακριβωθεί η σχετικότητα των εν λόγω εγγράφων, αυτά πρέπει να τύχουν αξιολόγησης από το Δικαστήριο και, συνεπώς, δεν μπορούν να αποκλειστούν εκ των προτέρων.
- Σχετικά με το προτιθέμενο για κατάθεση Τεκμήριο 25, ο συνήγορος υποστήριξε ότι ο ΜΕ1 ανέφερε στην προσκομισθείσα γραπτή δήλωσή του πως το έγγραφο με την εν λόγω επικοινωνία του παρασχέθηκε από τον ίδιο τον συντάξαντα των μηνυμάτων, Αντρέα Σαββίδη, και βρίσκεται στην κατοχή του. Παρουσιάζεται δε, καθώς περιλαμβάνει παραδοχή εκ μέρους του Εναγόμενου 3 σχετικά με την ισχυριζόμενη με την Αγωγή εργοδότησή του.
- Το προβαλλόμενο προς κατάθεση Τεκμήριο 26, σύμφωνα με τον κ. Φρακάλα και όπως εξηγεί ο ΜΕ1 στην έγγραφη μαρτυρία του, προορίζεται να δείξει ότι οι αποδείξεις που δόθηκαν στον εν λόγω Μάριο Φυλακτού ήταν ορθές, διαφορετικές από αυτές που είχαν δοθεί στον ΜΕ1 και είχαν τον αθέμιτο σκοπό που ισχυρίζεται ο ίδιος.
- Όσον αφορά το έγγραφο το οποίο προορίζεται προς κατάθεση ως Τεκμήριο 29, ο συνήγορος ανέφερε ότι πρόκειται για έκθεση εκτίμησης ακίνητης ιδιοκτησίας από εκτιμητή στη Βουλγαρία. Υπάρχει σαφής πρόθεση να παρουσιαστεί ο εκτιμητής ως πραγματογνώμονας μάρτυρας κατά την ακρόαση της υπόθεσης και, ως εκ τούτου, δεδομένου ότι η έκθεση βρίσκεται στην κατοχή του ΜΕ1, δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα αποκλεισμού της από μέρος της μαρτυρίας του.
- Συναφώς, ο κ. Φρακάλας τοποθετήθηκε και σχετικά με το προοριζόμενο για κατάθεση Τεκμήριο 32. Ανέφερε ότι πρόκειται για πιστοποιητικό, εκδοθέν από το Δημαρχείο της Βάρνας και βρίσκεται στην κατοχή του ΜΕ1, το οποίο μπορεί να κατατεθεί από αυτόν και να αξιολογηθεί ως μέρος της μαρτυρίας του.
- Τέλος, ο συνήγορος τοποθετήθηκε σχετικά με τα υπό κατάθεση Τεκμήρια 33 και 34, τα οποία, σύμφωνα με τον ΜΕ1, αφορούν απόφαση βουλγαρικού δικαστηρίου και σχετική γραφολογική έκθεση. Ανέφερε ότι προσκομίζονται επειδή η έκθεση απαίτησης των Εναγόντων εγείρει ισχυρισμούς δόλου και απάτης. Τα στοιχεία αυτά, όπως επεσήμανε, τεκμηριώνουν προηγούμενη παρόμοια συμπεριφορά του Εναγόμενου 3 και η προσκόμισή τους δικαιολογείται, καλύπτονται δε από την παράγραφο 10Α του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων. Προς περαιτέρω υποστήριξη, παρέπεμψε στο σύγγραμμα των μ. Τ. Ηλιάδη και Ν. Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης: Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, στις σελίδες 471 - 473..
Ακολούθως, στρεφόμενος στους λόγους ένστασης που πρόβαλε ο συνήγορος της Εναγόμενης 4, ο κ. Φρακάλας υποστήριξε:
- Σχετικά με την παράγραφο 45, ο ισχυρισμός για τον οποίο υπεβλήθη ένσταση, σύμφωνα με τον συνήγορο, αφορά θέμα που εξετάζεται στη γραφολογική έκθεση της Ασπασίας Ευσταθίου, η οποία είναι γνωστή στους αντιδίκους μέσω του πλαισίου ενδιάμεσης διαδικασίας που προηγήθηκε.
- Όσον αφορά το υποβαλλόμενο Τεκμήριο 3, δεν μπορεί να αποκλειστεί είπε ο κ. Φρακάλας, καθώς ακόμη και αν θεωρηθεί πλεονάζον σε σχέση με το προτεινόμενο Τεκμήριο 4, ο πλεονασμός αυτός δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού μαρτυρίας.
- Τέλος, σχετικά με τα υπό κατάθεση Τεκμήρια 10 και 11, που αφορούν όπως ο ΜΕ1 αναφέρει, συμβάσεις αγοραπωλησίας και δανειοδότησης ημερομηνίας 24/10/2008, ο συνήγορος υποστήριξε ότι οι ισχυρισμοί που δικαιολογούν την κατάθεσή τους περιλαμβάνονται στην παράγραφο 10Α της έκθεσης απαίτησης, όπου γίνεται αναφορά σε συμφωνίες χωρίς περιορισμό, και παρέπεμψε επιπλέον στην παράγραφο 14 του δικογράφου των Εναγόντων, της απάντησης στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 4.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι, για σκοπούς εξέτασης των ενστάσεων που υπεβλήθησαν από τους συνηγόρους, δεν απαιτείται εξαντλητική γραπτή παράθεση των δικογραφημένων θέσεων ούτε λεπτομερής αποτύπωση όλων των ισχυρισμών των διαδίκων. Παρά ταύτα, τα έλαβε υπόψη και τα εξέτασε προσεκτικά, ώστε να τεκμηριωθεί πλήρως η κρίση του. Επιπλέον, έλαβε υπόψη τις συνοπτικά παρατεθείσες ανωτέρω θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων. Μετά την αξιολόγηση των στοιχείων και των ισχυρισμών, κατέληξε στην παρούσα απόφασή του, η οποία, λόγω της ενδιάμεσης φύσης της διαδικασίας, περιορίζεται σε συνοπτική μορφή, όπως και οι τοποθετήσεις των συνηγόρων.
Δεδομένου ότι οι ενστάσεις των συνηγόρων των Εναγομένων στοχεύουν στον αποκλεισμό μαρτυρίας, την οποία η πλευρά των Εναγόντων, μέσω του ΜΕ1, επιδιώκει να παρουσιάσει με το αίτημα κατάθεσης της γραπτής του δήλωσης και των προταθέντων εγγράφων για τεκμηρίωση, κρίνεται σκόπιμο να τεθούν οι βασικές αρχές που διέπουν νομικά το ζήτημα αυτό.
Κάθε αποδεικτικό στοιχείο που επιδιώκεται να γίνει δεκτό πρέπει πάντοτε να είναι σχετικό με κάποιο επίδικο ζήτημα της υπόθεσης. Ένα αποδεικτικό στοιχείο θεωρείται σχετικό εφόσον είναι λογικά αποδεικτικό ή αντικρουστικό (αποδυναμωτικό) ως προς κάποιο γεγονός που απαιτεί απόδειξη.
Αποδεικτικό στοιχείο που στερείται λογικής συνάφειας προδήλως δεν πληροί το κριτήριο αυτό. Πλην όμως, αποδεικτικό στοιχείο δύναται να αποκλειστεί και στην περίπτωση που η συνάφειά του είναι τόσο ασθενής ώστε να καθίσταται οριακή, ιδίως όταν η αποδοχή του θα οδηγούσε στη δημιουργία πληθώρας παρεμπιπτόντων ζητημάτων, με αποτέλεσμα την παράταση της διαδικασίας και την απόσπαση της δίκης από το κύριο ζήτημα.
Δεν συνεπάγεται ότι αποδεικτικό στοιχείο που είναι σχετικό είναι κατ’ ανάγκην και παραδεκτό, καθότι, ενώ η σχετικότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της αποδεκτότητας, υφίστανται περαιτέρω κανόνες αποκλεισμού οι οποίοι δύνανται να οδηγήσουν στον αποκλεισμό αποδεικτικών στοιχείων που, κατά γενικό κανόνα, θα θεωρούνταν σχετικά.
Ως εκ τούτου, κάθε αποδεικτικό στοιχείο πρέπει αφενός να είναι σχετικό με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα και αφετέρου να είναι αποδεκτό σύμφωνα με τους κανόνες αποκλεισμού του δικαίου της απόδειξης.
Συναφώς, τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα καθορίζονται από τα δικόγραφα. Τα δικόγραφα, όπως έχει καθιερωθεί στη νομολογία, αποτελούν το θεμέλιο της δίκης, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά εντός των πλαισίων που αυτά προσδιορίζουν. Το Δικαστήριο οφείλει να περιορισθεί στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα για να αποφασίσει την υπόθεση και δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε άλλα επίδικα θέματα ή ζητήματα που ενδεχομένως αναφύονται από τη μαρτυρία.
Ξεκινώντας από την πρώτη ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 αναφορικά με το προτεινόμενο από τον ΜΕ1 προς κατάθεση Τεκμήριο 22, οι Ενάγοντες, με την έκθεση απαίτησής τους και ειδικότερα με την παράγραφο 7, προβάλλουν ότι ο ΜΕ1, κατά ή περίπου την 16/03/2010, προσήλθε σε σύμβαση με την Eurolink Investment Group, με την οποία διορίστηκε ή προσλήφθηκε στη θέση του αντιπροσώπου και εργοδοτούμενου της εταιρείας στην Κύπρο, και ότι η σύμβαση αυτή τέθηκε σε ισχύ την 01/04/2010, αντικαθιστώντας την προγενέστερη σύμβαση εργοδότησης ημερομηνίας 31/08/2008 μεταξύ του ΜΕ1 και της Εναγόμενης 2. Οι Εναγόμενοι 1 έως 3, με την έκθεση υπεράσπισής τους, αμφισβήτησαν τον παραπάνω ισχυρισμό, προβάλλοντας γενική άρνηση στην παράγραφο 9, ενώ στις παραγράφους 10 και 11 υποστηρίζουν ότι η ισχυριζόμενη σύμβαση εργοδότησης με την Eurolink Investment Group, ημερομηνίας 16/03/2010, είναι άκυρη και ότι αυτό ήταν γνωστό στον ΜΕ1 εκ των προτέρων, ότι ο σκοπός της ήταν αλλότριος, ότι ο ΜΕ1 δεν ήταν κατά την περίοδο αυτή εργοδοτούμενος της εταιρείας και ότι, λόγω αναστολής των εργασιών της Eurolink Investment Ltd στην Κύπρο, με την οποία είχε συμβληθεί και όχι με την Εναγόμενη 2, η απασχόληση και η εργοδότησή του τερματίζονταν από τις 31/03/2010. Με την προτεινόμενη προς παρουσίαση μαρτυρία του ΜΕ1 στην παράγραφο 46, η οποία θέτει το υπόβαθρο για την κατάθεση του Τεκμηρίου 22, ο ΜΕ1 αναφέρει ότι, για να υποστηρίξει τον ισχυρισμό του ότι συνέχισε να είναι αντιπρόσωπος και εργοδοτούμενος του ομίλου εταιρειών Eurolink Investment Group του Εναγόμενου 3, παρουσιάζει τη δέσμη μνημάτων ηλεκτρονικού ταχυδρομείου που αποτελούν το Τεκμήριο 22. Το περιεχόμενο των μηνυμάτων αυτών, σύμφωνα με τον ΜΕ1, τεκμηριώνει τα γεγονότα που ισχυρίζεται για την περίοδο μετά την 31/03/2010, εφόσον φέρεται να αφορούν και τον ίδιο προσωπικά. Πρόκειται για αποδεικτικό στοιχείο που επιδιώκεται να γίνει δεκτό, σχετικό με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα ως άνω, λογικά αποδεικτικό των σχετικών γεγονότων που προβάλλει με την Αγωγή του και για τα οποία απαιτείται απόδειξη.
Συνεπώς, η πιο πάνω ένσταση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1 έως 3 απορρίπτεται.
Συνεχίζοντας με τη δεύτερη ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3, σε σχέση με το προτεινόμενο για κατάθεση Τεκμήριο 25, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την παράγραφο 48 της προτεινόμενης έγγραφης μαρτυρίας του, ο ΜΕ1 παρουσιάζει το έγγραφο ως αποδεικτικό στοιχείο των επίδικων γεγονότων της Αγωγής του, για τα οποία απαιτείται απόδειξη. Το έγγραφο θεωρείται αποδεκτό, καθώς, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1, κρίνεται ως λογικά αποδεικτικό των προαναφερόμενων γεγονότων που ισχυρίζεται με την Αγωγή του, δεδομένου ότι αφορά φερόμενες επικοινωνίες του Εναγόμενου 3 με κάποιον Αντρέα Σαββίδη, ο οποίος το προσκόμισε στον ΜΕ1. Το περιεχόμενό του, κατά τον ΜΕ1, αποκαλύπτει παραδοχές του Εναγομένου 3 που υποστηρίζουν τον ισχυρισμό ότι συνέχισε να είναι αντιπρόσωπος και εργοδοτούμενος του ομίλου εταιρειών Eurolink Investment Group του Εναγόμενου 3 και μετά την 31/03/2010.
Σε ότι αφορά το επί μέρους σκέλος της εξεταζόμενης ένστασης του κ. Ορφανίδη, ότι η κατοχή από τον ΜΕ1 του πιο πάνω επικαλούμενου για κατάθεση Τεκμηρίου 25, θέτει ζήτημα παράβασης της νομοθεσίας περί προσωπικών δεδομένων, το Δικαστήριο επιχειρεί να πραγματευτεί συνοπτικά το ζήτημα όπως και ο συνήγορος.
Σύμφωνα με τη νομολογία του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (εφεξής «ΔΕΕ»), το Άρθρο 6.1 του Κανονισμού (ΕΕ) 2016/679 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 27ης Απριλίου 2016 για την προστασία των φυσικών προσώπων έναντι της επεξεργασίας των δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα και για την ελεύθερη κυκλοφορία των δεδομένων αυτών και την κατάργηση της οδηγίας 95/46/ΕΚ (Γενικός Κανονισμός για την Προστασία Δεδομένων) (εφεξής «ΓΚΠΔ»), προβλέπει περιοριστικά τις περιπτώσεις στις οποίες η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα μπορεί να θεωρηθεί νόμιμη. Επομένως, κάθε επεξεργασία, για να είναι σύμφωνη με τον ΓΚΠΔ, πρέπει να βασίζεται σε μία από τις νομικές βάσεις που προβλέπονται στη διάταξη αυτή. Κατά κανόνα, η επεξεργασία είναι νόμιμη όταν το υποκείμενο των δεδομένων έχει δώσει έγκυρη συγκατάθεση, η οποία πρέπει να είναι ελεύθερη, συγκεκριμένη, ενημερωμένη και σαφής. Αν τέτοια συγκατάθεση δεν υπάρχει ή δεν πληροί τις πιο πάνω προϋποθέσεις, η επεξεργασία μπορεί να δικαιολογηθεί μόνο εφόσον είναι αναγκαία για έναν από τους σκοπούς που αναφέρονται στα στοιχεία (β) έως (στ) του Άρθρου 6.1 του ΓΚΠΔ, οι οποίοι πρέπει να ερμηνεύονται στενά. Αρκεί η συνδρομή μίας από τις πιο πάνω νομικές βάσεις, χωρίς να απαιτείται η εξέταση και άλλης, δεδομένου ότι οι βάσεις αυτές λειτουργούν εναλλακτικά.
Κατά το Άρθρο 6.1(στ) του ΓΚΠΔ, η επεξεργασία δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα είναι νόμιμη όταν είναι αναγκαία για την εξυπηρέτηση έννομων συμφερόντων που επιδιώκονται από τον υπεύθυνο επεξεργασίας ή από τρίτο, εκτός αν τα συμφέροντα αυτά υπερισχύονται από τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων. Όπως έχει κρίνει το ΔΕΕ, η εφαρμογή της εν λόγω νομικής βάσης προϋποθέτει τη σωρευτική συνδρομή τριών όρων: την ύπαρξη έννομου συμφέροντος του υπευθύνου επεξεργασίας ή τρίτου, την αναγκαιότητα της επεξεργασίας για την επίτευξη του συμφέροντος αυτού και το να μην υπερισχύουν τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του υποκειμένου των δεδομένων (Βλ. Koninklijke Nederlandse Lawn Tennisbond ν. Autoriteit Persoonsgegevens, Υπόθεση C‑621/22, 04/10/2024, HTB Neunte Immobilien Portfolio geschlossene Investment UG & Co. KG ν. Müller Rechtsanwaltsgesellschaft mbH, κ.α., Υπόθεση C‑17/22, κ.α., 12/09/2024 και Norra Stockholm Bygg AB ν. Per Nycander AB κ.α., Υπόθεση C‑268/21, 02/03/2023).
Στην προκείμενη περίπτωση, ο ΜΕ1, όπως τα ζητήματα εξετάζονται στο παρόν στάδιο της διαδικασίας, κατά το οποίο οι ισχυρισμοί αξιολογούνται αντικειμενικά και χωρίς ουσιαστική κρίση επί της βασιμότητάς τους, εκ πρώτης όψεως εμπίπτει στην έννοια του τρίτου προσώπου κατά το Άρθρο 6.1(στ) του ΓΚΠΔ σε σχέση με τον Αντρέα Σαββίδη, ο οποίος κατείχε το έγγραφο που αφορά το προτεινόμενο Τεκμήριο 25 και το παρέδωσε στον ΜΕ1. Υπό την παραδοχή ότι τίθεται ζήτημα επεξεργασίας δεδομένων προσωπικού χαρακτήρα του Εναγομένου 3 χωρίς τη συγκατάθεσή του, η επεξεργασία αυτή δύναται, κατά το παρόν στάδιο, εκ πρώτης όψεως να θεωρηθεί νόμιμη, εφόσον προκύπτει ζήτημα αναγκαιότητας για την εξυπηρέτηση έννομων συμφερόντων που επιδιώκει ο ΜΕ1 μέσω της παρούσας Αγωγής κατά του Εναγομένου 3 και εφόσον δεν αναδεικνύεται, έστω και αντικειμενικά, οποιοδήποτε γεγονός από το οποίο να συνάγεται, έστω και εκ πρώτης όψεως, ότι τα συμφέροντα ή τα θεμελιώδη δικαιώματα και ελευθερίες του Εναγομένου 3 υπερισχύουν της προσκόμισης της εν λόγω μαρτυρίας ενώπιον του Δικαστηρίου για να κριθούν οι εκατέρωθεν ισχυρισμοί.
Σημειώνεται ότι δεν εντοπίζεται στον περί της Προστασίας των Φυσικών Προσώπων έναντι της Επεξεργασίας Δεδομένων Προσωπικού Χαρακτήρα και της Ελεύθερης Κυκλοφορίας των Δεδομένων αυτών Νόμο του 2018, Νόμο 125(I)/2018 ─ο οποίος, όπως αναφέρεται στο προοίμιό του, θεσπίστηκε για σκοπούς αποτελεσματικής εφαρμογής «ορισμένων διατάξεων» του ανωτέρω ΓΚΠΔ─, οποιαδήποτε διάταξη που να αντιβαίνει στα όσα προεκτέθηκαν και αποτελούν το σκεπτικό του Δικαστηρίου επί του συγκεκριμένου ζητήματος.
Κατ’ ακολουθίαν, η ως άνω ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 δεν γίνεται δεκτή.
Περνώντας ακολούθως στην τρίτη ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 αναφορικά με το επιδιωκόμενο να κατατεθεί ως Τεκμήριο 26, σημειώνεται ότι τα έγγραφα στα οποία αυτό αφορά, σύμφωνα με τους ισχυρισμούς του ΜΕ1 στην παράγραφο 49 της προς κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας του, επιδιώκουν να υποστηρίξουν τους ισχυρισμούς του περί συμπαιγνίας των Εναγομένων 1 έως 3 εις βάρος του, με τη συμμετοχή και συνδρομή της Εναγόμενης 4. Όπως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται, μέσω θέσεων επί των γεγονότων που διατρέχουν την έκθεση απαίτησής τους, οι Εναγόμενοι 1 έως 4 ενήργησαν με δόλο και μέσω ψευδών παραστάσεων, οι οποίες εξειδικεύονται με λεπτομέρεια στην παράγραφο 12 αυτής. Μεταξύ των εν λόγω ισχυρισμών περιλαμβάνεται και ο ισχυρισμός ότι η Εναγόμενη 4, εν γνώσει και με σκοπό, παρουσίαζε την Eurolink Investment Group ως υπαρκτή νομική οντότητα, ενώ αυτή δεν ήταν. Τούτο, όπως περαιτέρω προβάλλεται, το έπραττε, μεταξύ άλλων, διά της έκδοσης και/ή σύνταξης αποδείξεων, οι οποίες υπογράφονταν από την Εναγόμενη 4 εκ μέρους του ανύπαρκτου αυτού προσώπου. Ο ισχυρισμός, συνεπώς, του ΜΕ1 ότι οι αποδείξεις που εκδίδονταν προς άλλους συναλλασόμενους ─όπως οι φερόμενες του προς κατάθεση Τεκμηρίου 26 προς τον Μάριο Φυλακτού─ δεν ανέφεραν την Eurolink Investment Group ως υπαρκτή νομική οντότητα, καθώς και ο ισχυρισμός του ότι η απόδειξη που του εξέδωσε η Εναγόμενη 4 στο όνομα του ιδίου και της συζύγου του, αναφορικά με την καταβολή του ποσού των €42.500, ήτοι το προτεινόμενο Τεκμήριο 9, παρουσίαζε διαφορετική εικόνα, κρίνονται ως συναφείς και αποδεκτοί. Κατά συνέπεια, το προτεινόμενο Τεκμήριο 26 καθίσταται συναφές και αποδεκτό, καθότι συνδέεται άμεσα με τα προαναφερόμενα επίδικα γεγονότα και ζητήματα και κρίνεται ως αντικειμενικά λογικό αποδεικτικό μέσο των ανωτέρω ισχυρισμών, οι οποίοι χρήζουν απόδειξης.
Υπό τα ανωτέρω δεδομένα, η σχετική ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 απορρίπτεται.
Η επόμενη ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 αφορά το επικαλούμενο ως Τεκμήριο 29, ήτοι έκθεση πραγματογνωμοσύνης αναφορικά με την εκτιμώμενη αξία της επίδικης ακίνητης ιδιοκτησίας στη Βουλγαρία. Ειδικότερα, προβάλλεται ο ισχυρισμός ότι η εν λόγω έκθεση δεν δύναται να παρουσιαστεί και να κατατεθεί στο Δικαστήριο από τον ΜΕ1, αλλά μόνον από τον φερόμενο ως πραγματογνώμονα, ώστε να καθίσταται δυνατή η αντεξέτασή του επί του περιεχομένου της. Το Δικαστήριο κρίνει, ωστόσο, ότι η εν λόγω έκθεση, ως έγγραφο συναφές με τις επιδιωκόμενες αξιώσεις θεραπείας των Εναγόντων και ευρισκόμενο στην κατοχή του ΜΕ1, δύναται να κατατεθεί από τον τελευταίο και να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας του προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών του, δυνάμει των Άρθρων 34(5) και 24(1) του περί Αποδείξεως Νόμου, Κεφ. 9. Περαιτέρω, καθόσον η εν λόγω έκθεση περιλαμβάνει γνώμη πραγματογνώμονα, αυτή, σύμφωνα με το Άρθρο 23(β) του Κεφ. 9, θα αποτιμηθεί αναλόγως και με σαφήνεια δυνάμει των προνοιών του Άρθρου 27 του ιδίου Νόμου.
Κατά συνέπεια, η προβαλλόμενη ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 κρίνεται απορριπτέα.
Συναφής ήταν και η ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3 αναφορικά με το προτεινόμενο προς κατάθεση ως Τεκμήριο 32, για το οποίο προβάλλεται ότι, εφόσον πρόκειται για πιστοποιητικό φερόμενο ως εκδοθέν από το Δημαρχείο της Βάρνας, δεν δύναται να κατατεθεί από τον ΜΕ1, αλλά μόνον από τον εκδότη του ή αντιπρόσωπό του. Το εν λόγω έγγραφο αφορά, και πάλι, την επίδικη ακίνητη ιδιοκτησία στη Βουλγαρία και προσκομίζεται από τον ΜΕ1, όπως προκύπτει από την προσκομισθείσα προς κατάθεση έγγραφη μαρτυρία του και ειδικότερα από την παράγραφο 56 αυτής, προς τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλουν οι Ενάγοντες στην έκθεση απαίτησής τους, με τους οποίους αξιώνουν σχετικές θεραπείες λόγω δόλου, απάτης και εξαπάτησής τους αναφορικά με τα πραγματικά χαρακτηριστικά και την αγοραία αξία της επίδικης ιδιοκτησίας. Το έγγραφο στο οποίο αφορά το προτεινόμενο Τεκμήριο 32 κρίνεται συναφές με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα της υπόθεσης, καθότι αποτελεί αντικειμενικά λογικό αποδεικτικό μέσο των σχετικών γεγονότων που ισχυρίζονται οι Ενάγοντες και των οποίων απαιτείται η απόδειξη. Περαιτέρω, πρόκειται για έγγραφο ευρισκόμενο στην κατοχή του μάρτυρα, κατά την έννοια του προαναφερόμενου Άρθρου 34(5) του Κεφ. 9, με φερόμενο εκδότη τον Δήμο Βάρνας, δημόσια αρχή της Βουλγαρίας χώρα κράτος μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ως εκ τούτου, είναι αποδεκτό προς κατάθεση για να αποτελέσει μέρος της μαρτυρίας του ΜΕ1, στην περίπτωση που δεν εφαρμόζονται οι πρόνοιες του Κανονισμού (EE) 2016/1191 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου της 6ης Ιουλίου 2016 για την προώθηση της ελεύθερης κυκλοφορίας των πολιτών μέσω της απλούστευσης των απαιτήσεων για την υποβολή ορισμένων δημόσιων εγγράφων στην Ευρωπαϊκή Ένωση και την τροποποίηση του κανονισμού (ΕΕ) αριθ. 1024/2012, δυνάμει του Άρθρου 19(1) του εν λόγω Κανονισμού (EE) 2016/1191 και του Άρθρου 14 του περί Κυρωτικού της Σύμβασης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Λαϊκής Δημοκρατίας της Βουλγαρίας για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμου του 1984, Νόμος 18/1984. Το εν λόγω έγγραφο, ως στοιχείο μαρτυρίας, θα αξιολογηθεί κατά το κατάλληλο στάδιο και σύμφωνα με τις αρχές του δικαίου της απόδειξης.
Ως εκ τούτου, και αυτή η ένσταση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1 έως 3 απορρίπτεται.
Αναφορικά με την τελευταία ένσταση του συνηγόρου των Εναγομένων 1 έως 3, σύμφωνα με την οποία τα προτεινόμενα προς κατάθεση ως Τεκμήρια 33 και 34 αποτελούν έγγραφα άσχετα με την υπό εκδίκαση υπόθεση, το Δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη και την τοποθέτηση του συνηγόρου των Εναγόντων, ο οποίος υποστήριξε ότι τα εν λόγω έγγραφα προσκομίζονται επειδή η έκθεση απαίτησης των Εναγόντων εγείρει ισχυρισμούς δόλου και απάτης ─εξειδικεύοντας τη θέση του αυτή με αναφορά στην παράγραφο 10Α αυτής─ και ότι πρέπει να γίνουν αποδεκτά, καθότι τα στοιχεία αυτά τεκμηριώνουν προηγούμενη παρόμοια συμπεριφορά του Εναγόμενου 3, κρίνει, για τους κατωτέρω λόγους, ότι η ένσταση αυτή είναι βάσιμη.
Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Stair Memorial Encyclopaedia, Stair (Laws of Scotland), Lexis+, (ημερομηνία πρόσβασης: 04/02/2026), στην παράγραφο 152 υπό τον τίτλο «Evidence of similar facts in civil cases», κατά γενικό κανόνα, όταν το επίδικο ζήτημα είναι αν ένα πρόσωπο προέβη σε συγκεκριμένη πράξη σε συγκεκριμένο χρόνο, αποδεικτικά στοιχεία ότι προέβη σε παρόμοια πράξη σε άλλη περίσταση θεωρούνται αδιάφορα. Υπάρχουν, ωστόσο, εξαιρέσεις στον κανόνα αυτό, τόσο σε αστικές όσο και σε ποινικές υποθέσεις. Στις αστικές υποθέσεις, τα παρόμοια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η επίκληση πρέπει, κατά κανόνα, να διαλαμβάνονται στα δικόγραφα και, ως εκ τούτου, το ζήτημα της συνάφειάς τους να δύναται να κριθεί προδικαστικά και όχι κατά το στάδιο της ακρόασης, ή σε κάθε περίπτωση, με τον τρόπο αυτό να δίδεται στον αντίδικο, σε ότι τα αφορά, η απαιτούμενη εύλογη ειδοποίηση προδικαστικά. Αναφέρεται περαιτέρω ότι σε αγωγές που στηρίζονται σε αδικοπραξία, δεν αποτελεί αποδεικτικό στοιχείο εναντίον διαδίκου το γεγονός ότι έχει διαπράξει αδικοπραξίες παρόμοιας φύσεως εις βάρος άλλων προσώπων σε άλλες περιστάσεις (βλ. Inglis v. National Bank of Scotland Ltd, 1909 SC 1038, 1909 1 SLT 518, στην οποία γίνεται μνεία).
Συναφώς, στη νομική εγκυκλοπαίδεια Halsbury’s Laws of England, Τόμος 11 (2020), Lexis+, (ημερομηνία πρόσβασης: 04/02/2026), στην παράγραφο 737, αναφέρεται ότι, στις αστικές υποθέσεις, η νομολογία έχει καταστήσει σαφές πως η προσκόμιση αποδεικτικών στοιχείων σχετικά με παρόμοια περιστατικά επιτρέπεται μόνον εφόσον αυτά είναι λογικώς αποδεικτικά και υπό τον όρο ότι δεν είναι καταπιεστικά ή άδικα για τον αντίδικο, ο οποίος πρέπει να έχει τύχει δίκαιης ειδοποίησης και να διαθέτει τη δυνατότητα να τα αντιμετωπίσει. Αναφέρεται περαιτέρω ότι αποδεικτικά στοιχεία παρόμοιων περιστατικών είναι αποδεκτά σε αστικές διαδικασίες, εφόσον δύνανται δυνητικώς να αποδείξουν επίδικο γεγονός ή ζήτημα που τίθεται στην υπόθεση. Όταν τα στοιχεία αυτά είναι σχετικά, ήτοι όταν υφίσταται σύνδεση, ─nexus, κατά την αγγλική─ μεταξύ του παρόμοιου περιστατικού και του επίδικου γεγονότος ή ζητήματος, μπορούν να γίνουν δεκτά είτε προς απόδειξη της πραγματοποίησης του επίδικου γεγονότος είτε προς απόδειξη της ταυτότητας του δράστη. Παρατίθενται, τέλος, παραδείγματα εφαρμογής της ανωτέρω αρχής, ένα εκ των οποίων αφορά αγωγή κατά αποδέκτη συναλλαγματικής, ο οποίος προέβαλε ως υπεράσπιση ότι η αποδοχή του αποτελούσε πλαστογραφία από συγκεκριμένο πρόσωπο, πλην όμως τα αποδεικτικά στοιχεία ότι το εν λόγω πρόσωπο είχε πλαστογραφήσει άλλες συναλλαγματικές κρίθηκαν μη αποδεκτά (βλ. Griffits v. Payne, (1839) 11 Ad & El 131· Viney v. Barss, (1795) 1 Esp 292 και Balcetti v. Serani, (1792) Peake 192, στις οποίες γίνεται παραπομπή).
Ότι στις αστικές υποθέσεις, τα παρόμοια πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίζεται η επίκληση πρέπει, κατά κανόνα, να δικογραφούνται και με την απαιτούμενη λεπτομέρεια, εξετάστηκε στην υπόθεση Signia Wealth Ltd v. Vector Trustees Ltd, a.o., [2018] EWHC 1040 (Ch), όπου ο Δικαστής Marcus Smith ανέφερε το εξής:
«“Similar fact” evidence is something of a misnomer. Essentially, it is evidence that is probative in relation to the facts in issue, even though it is at first sight collateral. Typically, it will go to showing a propensity to behaving in a certain way, so that (by relying on that propensity) it can be contended that a fact in issue ought to be determined in a particular way. It follows that similar fact evidence is strictly speaking collateral but, because of its probative importance to the facts in issue, the evidence is not treated as collateral, but is probed in much the same way as evidence pertaining to facts in issue.
(4) Similar fact evidence is dangerous to orderly trial management because it brings into play collateral disputes. It follows that its admission needs to be quite strictly controlled. As here, the similar fact evidence must be pleaded. But I consider that a proper pleading of similar fact evidence must go beyond simply pleading the facts relied upon. What ought specifically to be pleaded is why it is said (by the party seeking to rely on this material) that collateral evidence is so relevant that the ordinary rule regarding collateral facts ought to be set aside for the purposes of the trial.».
Η αποδοχή αποδεικτικών στοιχείων παρόμοιων γεγονότων, όπως έχει λεχθεί, πρέπει να ελέγχεται πολύ αυστηρά. Τα στοιχεία αυτά πρέπει να δικογραφούνται και η ορθή δικογραφική προβολή τους να υπερβαίνει την απλή παράθεση των πραγματικών περιστατικών στα οποία στηρίζονται. Εκείνο που πρέπει να προβάλλεται ειδικώς είναι ο λόγος για τον οποίο, κατά τον διάδικο που επιδιώκει να στηριχθεί στο εν λόγω υλικό, τα παρεμπίπτοντα αυτά αποδεικτικά στοιχεία είναι τόσο συναφή, ώστε να δικαιολογείται, για τους σκοπούς της δίκης, η κατ’ εξαίρεση παραμέριση του γενικού κανόνα κατά τον οποίο αποδεικτικά στοιχεία περί τέλεσης παρόμοιας πράξης σε άλλη περίσταση θεωρούνται αδιάφορα και μη παραδεκτά ως μαρτυρία.
Το Δικαστήριο εξέτασε με προσοχή το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων και διαπίστωσε ότι οι ισχυρισμοί του ΜΕ1, όπως περιέχονται στην προσκομισθείσα προς κατάθεση έγγραφη μαρτυρία του στις παραγράφους 60 και 61, οι οποίοι θεμελιώνουν την προσκόμιση προς κατάθεση των προτεινόμενων ως Τεκμήρια 33 και 34, δεν είναι δικογραφημένοι. Περαιτέρω, η παράγραφος 10Α του δικογράφου της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, στην οποία παρέπεμψε ο συνήγορός τους, δεν δύναται, από δικονομικής απόψεως και υπό οποιαδήποτε εκδοχή ─και ιδίως υπό το πρίσμα της αρχής που πραγματεύεται η υπόθεση Signia Wealth Ltd v. Vector Trustees Ltd, a.o., [2018] EWHC 1040 (Ch)─ να δικαιολογήσει την αποδοχή τους.
Είναι παγίως αναγνωρισμένη η αρχή ότι ισχυρισμοί που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα δεν λαμβάνονται υπόψη και αγνοούνται. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει καθήκον, ακόμη και ελλείψει ένστασης από πλευράς διαδίκου, να αποκλείει ─ή, αν παρεισφρήσει να μην λαμβάνει υπόψη─ μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα (βλ. Πούρικος v. Σάββα κ.α., (1991) 1Α.Α.Δ. 507 και Κούρτης κ.α. v. Ιασωνίδη, (1970) 1Α.Α.Δ. 180).
Στο πλαίσιο της εξέτασης της δεκτότητας της προτιθέμενης προς κατάθεση μαρτυρίας, και λαμβάνοντας υπόψη και την πιο πάνω ένσταση του συνηγόρου των Εναγόμενων 1 έως 3, το Δικαστήριο κρίνει ότι η προτιθέμενη προς κατάθεση μαρτυρία του ΜΕ1, όπως περιλαμβάνεται στις παραγράφους 60 και 61 της δήλωσής του, είναι εκτός δικογράφων και πρέπει να αποκλειστεί, συμπαρασύροντας και το αίτημα για κατάθεση των προσκομισθέντων προς τούτο Τεκμηρίων 33 και 34, τα οποία επίσης αποκλείονται ─σε κάθε περίπτωση και ως μη σχετικά.
Σε κάθε δε περίπτωση, το Δικαστήριο δεν έχει ικανοποιηθεί ότι η εν λόγω μαρτυρία πληροί το κριτήριο της συνάφειας ─εκείνου του βαθμού και χαρακτήρα─ με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα που θα δικαιολογούσε την αποδοχή της, ακόμη και αν είχε δεόντως δικογραφηθεί, ασκώντας τη σχετική ευχέρεια που διαθέτει. Κρίνεται δε ότι δεν έχει καταδειχθεί πως η αποδεικτική της αξία είναι επαρκής ώστε να δικαιολογεί την πολυπλοκότητα που δυνατόν να προσθέσει στη διαδικασία της ακρόασης.
Περαιτέρω, το Δικαστήριο στρέφεται στην εξέταση των ενστάσεων που εγείρονται από τον συνήγορο της Εναγόμενης 4, αρχίζοντας από εκείνη που στρέφεται κατά μέρους της παραγράφου 45 της προσκομισθείσας προς κατάθεση γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, με τον ισχυρισμό ότι αυτή αφορά ζητήματα τα οποία δεν καλύπτονται από τους δικογραφημένους ισχυρισμούς των Εναγόντων. Το Δικαστήριο εξέτασε το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, καθώς και τα δικόγραφα της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 έως 3, σε συνδυασμό με το δικόγραφο της υπεράσπισης της Εναγόμενης 4, και κρίνει ότι η πιο πάνω ένσταση εκ μέρους της Εναγόμενης 4 είναι βάσιμη, στο μέτρο που αυτή την αφορά.
Κατ’ αρχάς σημειώνεται ότι ο ισχυρισμός που αφορά στο συγκεκριμένο έγγραφο με τίτλο «irrevocable personal declaration», στο οποίο ο ΜΕ1 αναφέρεται στην προειρημένη παράγραφο της προτεινόμενης έγγραφης μαρτυρίας του, προβάλλεται για πρώτη φορά, ως γεγονός συναφές με τους δικογραφημένους ισχυρισμούς, στην έκθεση υπεράσπισης των Εναγομένων 1 έως 3, και ειδικότερα στην παράγραφο 11 αυτής, καθώς και παρεμφερώς στις παραγράφους 10 και 12, ενώ επαναλαμβάνεται και στις παραγράφους 22 και 23 της έκθεσης ανταπαίτησής τους. Οι Ενάγοντες, με το δικόγραφο της απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση που καταχώρησαν, προέβαλαν στην παράγραφο 11 της απάντησής τους τη ρητή θέση ότι το εν λόγω έγγραφο «είναι προϊόν πλαστογραφίας». Δεδομένου, όμως, ότι η πιο πάνω απάντηση των Εναγόντων στρέφεται αποκλειστικά κατά του δικογράφου της υπεράσπισης και ανταπαίτησης των Εναγομένων 1 έως 3, το οποίο δεν αφορά την Εναγόμενη 4, και λαμβανομένου υπόψη ότι στα δικόγραφα που ανταλλάγηκαν μεταξύ των Εναγόντων και της Εναγόμενης 4 δεν γίνεται οποιαδήποτε, και δη ρητή, αναφορά στο εν λόγω φερόμενο έγγραφο, το ζήτημα αυτό δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι την αφορά. Η αναφορά, η οποία ακολουθεί αμέσως μετά τη δήλωση ότι το έγγραφο «είναι προϊόν πλαστογραφίας», στον όρο «οι Εναγόμενοι», ο οποίος θα μπορούσε κατ’ αρχήν να περιλαμβάνει και την Εναγόμενη 4, εντάσσεται στο πλαίσιο του ισχυρισμού ότι αυτοί «εσκεμμένα και μεθοδικά εξαπάτησαν τον Ενάγοντα 1 με σκοπό τη σύναψη της συμφωνίας εργοδότησης ημερομηνίας 16/03/2010 με ανύπαρκτη νομική οντότητα» και δεν μπορεί να εκληφθεί ως αναφερόμενη στο ανωτέρω εξεταζόμενο έγγραφο.
Περαιτέρω, σημειώνεται ότι, τόσο εννοιολογικά όσο και νομικά, για παράδειγμα κατά τα οριζόμενα στον περί Ποινικό Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, Άρθρο 331, ως πλαστογραφία νοείται ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης, ενώ κατά το Άρθρο 333 ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατάρτιση εγγράφου που εμφανίζεται ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα ή την υπογραφή εγγράφου με το όνομα άλλου προσώπου. Συνεπώς, για να μπορούσαν οι Ενάγοντες δια του ΜΕ1 να πρόβαλλαν τον ανωτέρω ισχυρισμό της παραγράφου 45 της προσκομισθείσας προς κατάθεση γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, και δη κατά της Εναγόμενης 4 επίσης, θα έπρεπε να υπήρχε ρητός θετικός προς τούτο ισχυρισμός, που δεν υπάρχει (βλ. Σωκράτους κ.α. ν. Σιακατίδη, (2004) 1 Α.Α.Δ. 1390). Ας σημειωθεί ότι στα μεταξύ τους δικόγραφα οι Ενάγοντες και η Εναγόμενη 4 δεν προβάλλουν κανέναν ισχυρισμό, και δη θετικό και ορισμένο, αναφορικά με το ανωτέρω εξεταζόμενο έγγραφο, ούτε παραθέτουν οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς τη φερόμενη δράση της Εναγόμενης 4 στην από τους Ενάγοντες ισχυριζόμενη πλαστογραφία.
Υπό τα δεδομένα αυτά, η προβολή του ισχυρισμού περί πλαστογραφίας, στον οποίο η πλευρά της Εναγόμενης 4 αντιτίθεται, ορθώς κρίνεται ότι δεν μπορεί να γίνει αποδεκτό ότι την αφορά. Κατ’ ακολουθίαν, η ένσταση κρίνεται βάσιμη στο μέτρο που ο ανωτέρω προβαλλόμενος ισχυρισμός αποδίδεται και στην Εναγόμενη 4, συμπαρασύροντας ως άνευ αντικειμένου την εξέταση του έτερου σκέλους της ένστασης του κ. Κορομία, σύμφωνα με το οποίο η σχετική αναφορά συνιστά έκφραση γνώμης ανεπίτρεπτη για μάρτυρα γεγονότων. Ως εκ τούτου, η παράγραφος 45 της προσκομισθείσας προς κατάθεση γραπτής δήλωσης του ΜΕ1, κατά το μέρος που αφορά η ένσταση, και μετά τη διαγραφή της αναφοράς «ή και την Εναγόμενη 4», διαμορφώνεται ως εξής: «Κατασκευάστηκε από τον Εναγόμενο 3 και υπογράφτηκε από τους Εναγόμενους με σκοπό να αποποιηθούν, με δόλιο τρόπο, των οικονομικών τους υποχρεώσεων προς εμένα, όπως αυτές απέρρεαν από τις συμφωνημένες απολαβές μου».
Συνεχίζοντας, αναφορικά με το υποβαλλόμενο Τεκμήριο 3 και την ένσταση του συνηγόρου της Εναγόμενης 4, το Δικαστήριο περιορίζεται στη διαπίστωση της σύγκλισης της κρίσης του με τη θέση του συνηγόρου των Εναγόντων, ότι το εν λόγω τεκμήριο δεν μπορεί να αποκλειστεί. Και τούτο διότι, ακόμη και αν θεωρηθεί πλεονάζον σε σχέση με το προτεινόμενο Τεκμήριο 4, ο τυχόν πλεονασμός δεν συνιστά λόγο αποκλεισμού μαρτυρίας.
Όσον αφορά δε το σκέλος της ένστασης του κ. Κορομία, σύμφωνα με το οποίο το υπόβαθρο που ο ΜΕ1 παραθέτει στην παράγραφο 4 της προτεινόμενης γραπτής κατάθεσής του είναι παραπλανητικό ως προς το κατά πόσον τα έγγραφα αυτά αποτελούν αντίγραφο του μητρώου της Eurolink Investments Ltd ή μέρος αυτού, τούτο δεν συνιστά ζήτημα δεκτότητας, αλλά άπτεται της βαρύτητας της μαρτυρίας, επί της οποίας δύναται να διενεργηθεί αντεξέταση.
Συνεπώς, η δεύτερη πιο πάνω αναφερόμενη ένσταση του συνηγόρου της Εναγόμενης 4, απορρίπτεται.
Η τελική ένσταση του κ. Κορομία από πλευράς της Εναγόμενης 4 ήταν ότι τα Τεκμήρια 10 και 11, τα οποία ο ΜΕ1 ισχυρίζεται ότι αποτελούν συμβάσεις αγοραπωλησίας και δανείου της ίδιας ημερομηνίας, 24/10/2008, δεν καλύπτονται από τους ισχυρισμούς της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, καθώς σε αυτή δεν αναφέρεται καμία σύμβαση με την εν λόγω ημερομηνία. Αντιθέτως, στην παράγραφο 12.Δ της έκθεσης αναφέρεται συμφωνία δανείου ημερομηνίας 28/12/2008.
Το Δικαστήριο εξέτασε με προσοχή τα δικόγραφα. Στην έκθεση απαίτησης των Εναγόντων, αναφορές σε «χορηγηθέν δάνειο», «συμφωνία χορήγησης δανείου και/ή χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων», «δανειοδότηση και/ή δάνειο και/ή πιστωτική διευκόλυνση», «χορήγηση ποσού υπό τη μορφή δανείου και/ή δανειοδότησης και/ή πίστωσης», «συμφωνία δανείου», «λογαριασμό δανείου» και «ισχυριζόμενο δάνειο» απαντώνται στις παραγράφους 8(α), 8(β), 10, 10Α, 10Β και 10Γ. Οι αναφορές αυτές είναι, ως επί το πλείστον, εννοιολογικές και, όπως συνάγεται συνολικά ─και ιδίως από τις παραγράφους 10Β και 10Γ─ αφορούν τη σύναψη σύμβασης δανείου, χωρίς, όμως, να γίνεται μνεία της ημερομηνίας συνομολόγησής της. Αντιθέτως, στην παράγραφο 12, όπου οι Ενάγοντες παραθέτουν πλέον λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου και/ή απάτης και/ή συνομωσίας και/ή ψευδών παραστάσεων των Εναγομένων 1 έως 4, και ενώ στην παράγραφο 12Γ γίνεται γενική αναφορά σε ετοιμασία εικονικών και/ή ψευδών και/ή ανύπαρκτων συμφωνιών δανείου και/ή χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων, στην παράγραφο 12Δ γίνεται ειδική μνεία σε «υποκίνηση στην υπογραφή (…) συμφωνίας δανειοδότησης ημερομηνίας 28/12/2008», προσδιορίζοντας πλέον συγκεκριμένα τη φερόμενη ημερομηνία συνομολόγησής της.
Οι Εναγόμενοι 1 έως 3, με το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισης και ανταπαίτησής τους, αναφέρονται επίσης σε «δανειοδότηση» και «συμφωνία δανείου» στην παράγραφο 14 και, περαιτέρω, στην παράγραφο 19 της ανταπαίτησης, όπου γίνεται αναφορά και σε «δάνειο», χωρίς, όμως, να προσδιορίζουν την ημερομηνία συνομολόγησής του. Από την παράγραφο 14 της έκθεσης υπεράσπισης φαίνεται ότι οι Εναγόμενοι αρνούνται, αν και γενικά, τους ισχυρισμούς στους οποίους δεν αναφέρονται ειδικά, περιλαμβανομένων και αυτών της παραγράφου 12Δ της έκθεσης απαίτησης, με την οποία ─όπως προαναφέρθηκε─ οι Ενάγοντες αναφέρουν συμφωνία δανειοδότησης ημερομηνίας 28/12/2008. Το δικόγραφο των Εναγόντων που ακολουθεί και το οποίο αφορά τους Εναγόμενους 1 έως 3, δεν περιλαμβάνει κανέναν ισχυρισμό που να διαφοροποιεί την εικόνα των ισχυρισμών τους ως προς το προαναφερόμενο θέμα.
Η Εναγόμενη 4, με το δικόγραφο της έκθεσης υπεράσπισής της, αναφέρεται σε «συμφωνία χορήγησης χρηματοδότησης ημερομηνίας 28/12/2008», εμφανώς απαντητικά στην πιο πάνω σχετική θέση των Εναγόντων περί της ύπαρξης της, προκειμένου να αρνηθεί την εμπλοκή της στα όσα της καταλογίζονται στην παράγραφο 5(4). Περαιτέρω, στην παράγραφο 9 παραδέχεται τον ισχυρισμό των Εναγόντων περί «δανειοδότησης». Όσον αφορά αυτούς τους ισχυρισμούς, με το δικόγραφο της απάντησής τους στην υπεράσπιση, οι Ενάγοντες απαντούν στη θέση της Εναγόμενης 4 στην παράγραφο 5(5), σύμφωνα με την οποία, όσον αφορά τις εκεί αναφερόμενες «συμφωνία αγοράς τεμαχίου γης ημερομηνίας 28/12/2008 και/ή συμφωνία χορήγησης χρηματοδότησης ημερομηνίας 28/12/2008», ο ΜΕ1 έλαβε ανεξάρτητη νομική συμβουλή. Στην σχετική παράγραφο 14 της απάντησής τους, οι Ενάγοντες σημειώνουν ότι οποιεσδήποτε σχετικές συζητήσεις με τον δικηγόρο «έλαβαν χώρα μετά τις 24/10/2008, ημερομηνία υπογραφής του συμβολαίου για την αγορά τεμαχίου στη Βουλγαρία». Με αυτόν τον τρόπο, δεν διαφοροποιούν τη θέση τους ότι η φερόμενη σύμβαση δανείου, όπως αναφέρεται στην έκθεση απαίτησης, ήταν ημερομηνίας 28/12/2008 και επαναλαμβανόταν απαντητικά από την Εναγόμενη 4 προς υπεράσπιση της. Δεν θα μπορούσαν άλλωστε, όπως προκύπτει από την απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd v. D. TradeInternational Ltd, (2014) 1 Α.Α.Δ. 2258, όπου εξετάζεται η ιδιότητα και σκοπός του δικογράφου της έκθεσης απάντησης:
«Σύμφωνα όμως με τους ορθούς δικογραφικούς κανόνες και τις επιταγές της Δ.19 θ.22 και Δ.19 θ.20, όπου γίνεται επίκληση της ύπαρξης σχέσης μεταξύ των διαδίκων και η σχέση αυτή εξυπακούεται από μια σειρά επιστολών ή επικοινωνιών ή άλλως πως, θεωρείται αρκετό να καταγραφεί ο ισχυρισμός αυτός ως γεγονός και να γίνει γενική αναφορά στις επιστολές ή τις επικοινωνίες αυτές. Όπως περαιτέρω εξηγείται στον Bullen & Leake: Precedents of Pleadings 12η έκδ. σελ. 57, όπου η αγωγή βασίζεται στη ρήξη συμβολαίου ή συμφωνίας, τόσο οι ουσιώδεις όροι της συμφωνίας, όσο και αν η συμφωνία έγινε γραπτώς ή μερικώς γραπτώς και μερικώς προφορικώς, θα πρέπει να αναφέρονται. Ιδιαίτερα πρέπει η απαίτηση να δείχνει με τις αναγκαίες λεπτομέρειες ότι διαρρήχθηκε το συμβόλαιο και με ποιο τρόπο ώστε να καταλήξει ο ενάγων στο μέρος εκείνο του δικογράφου του όπου επιδιώκει τις ανάλογες θεραπείες. Επίσης στο Annual Practice 1970, σελ. 262, αναγράφεται ότι όπου η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία πρέπει να αναφέρεται η ημερομηνία, τα ονόματα των μετεχόντων σ' αυτή και η αντιπαροχή. Και περαιτέρω σε εξυπακουόμενα συμβόλαια ή συμφωνίες όταν αυτά συνάγονται από διαβουλεύσεις, συναντήσεις ή γενικές περιστάσεις είναι αρκετή η ένθεση του ισχυρισμού ότι έγινε το συμβόλαιο ή η συμφωνία και η συναγωγή του γενικά από έγγραφα.
Έπεται ότι οι εφεσίβλητοι ως ενάγοντες δεν επιτέλεσαν ορθά το καθήκον τους για την εξαρχής καταγραφή ορθής δικογράφησης στην έκθεση απαίτησης που περιέχετο στο ειδικώς οπισθογραφημένο κλητήριο που καταχωρήθηκε με το έντυπο της Δ.2 θ.6. Η απάντηση, («reply») ως δικογραφικό όχημα, δεν μπορεί να χρησιμοποιηθεί ως υποκατάστατο μιας ορθά και εξ αρχής δικογραφημένης απαίτησης. Ο σκοπός της απάντησης είναι να απαντήσει στους ισχυρισμούς της έκθεσης υπεράσπισης και όχι να αλλοιώσει ουσιαστικά την πρωταρχική της θέση όπως καταγράφηκε στην έκθεση απαίτησης. Εδώ αυτό ακριβώς έγινε. Ενώ η έκθεση απαίτησης ισχυριζόταν ως γεγονός ότι συνομολογήθηκε απευθείας σύμβαση μεταξύ των εφεσιβλήτων και των εφεσειόντων με την οποία μάλιστα διορίστηκαν οι τελευταίοι για να ενεργήσουν ως επιθεωρητές της ξυλείας, στην απάντηση δόθηκε μια διαφορετική εικόνα, με αναφορά στο ότι οι εφεσίβλητοι έχουν διορισμένο αντιπρόσωπο και ναυτιλιακό πράκτορα τους την Kuehne & Nagel και περαιτέρω ότι ο διορισμός αυτός ή η εργοδότηση έγινε με την αποδοχή από τους εφεσιβλήτους της προσφοράς που περιεχόταν σε ηλεκτρονικό μήνυμα της Julia Zelinskaya του αντιπροσώπου και/ή εγγεγραμμένου γραφείου ή παραρτήματος των εφεσειόντων στην Ουκρανία και/ή μέσω του αντιπροσώπου και/ή πράκτορα των Kuehne & Nagel.
Είναι ακριβώς αυτό που δεν επιτρέπεται. Στον Odgers' Principles of Pleading and Practice 21η έκδ., σελ. 208-209, επεξηγείται ότι στο στάδιο της απάντησης επενεργεί για πρώτη φορά η αρχή της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία. Όπως επί λέξει αναφέρεται:
«It is at this stage that the rule against what is called "a departure in pleading" applies for the first time. A party shall not in any pleading make any allegation of fact, or raise any new ground of claim, inconsistent with any previous pleading of his." (Order 18, r.10; and see Herbert v. Vaughan [1972] 1 W.L.R. 1128).»
Η ορθή πορεία είναι για τον ενάγοντα να τροποποιήσει την έκθεση απαίτησης του. Δίδεται το παράδειγμα από την υπόθεση Kingston v. Corker [1892] 29 LR.Ir. 364, ότι:
«If the statement of claim alleges a negligent breach of trust, the reply must not assert that such breach of trust was fraudulent. The statement of claim must be amended.»».
Είναι συνεπώς βάσιμη η ένσταση του συνηγόρου της Εναγόμενης 4 ότι δεν υπάρχει δικογραφημένος ισχυρισμός από πλευράς Εναγόντων περί «συμφωνίας δανειοδότησης ημερομηνίας 24/10/2008». Ως εκ τούτου, τόσο το προσκομισθέν προς κατάθεση Τεκμήριο 11, όσο και κάθε σχετικός ισχυρισμός του ΜΕ στην παράγραφο 23 της προτιθέμενης για κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας, στις γραμμές 2 και 11 αυτής, όσον αφορά την εν λόγω ημερομηνία, αποκλείονται και διαγράφονται. Ισχύει το ίδιο και για οπουδήποτε τυχόν αναφέρεται η εν λόγω ημερομηνία ─σε σχέση με σύμβαση δανείου─ αλλού στην γραπτή του δήλωση.
Τέλος, σε ό,τι αφορά το έτερο σκέλος της καταληκτικής ένστασης του κ. Κορομία αναφορικά με το παρουσιαζόμενο και αιτούμενο προς κατάθεση ως Τεκμήριο 10, σημειώνεται ότι προσεκτική εξέταση της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων, και δη των σχετικών παραγράφων 10Δ, 12, 12Η και 12Θ, αποκαλύπτει πως, παρά τις αναφορές σε «αγορά τεμαχίου», «τιμή πώλησης» και «τίμημα αγοράς τεμαχίου γης», δεν υπάρχει οποιαδήποτε αναφορά σε «συμφωνία» ή «σύμβαση» για την αγορά ή πώληση του επίδικου ακινήτου, και δη σε «συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 24/10/2008», στην οποία αναφέρεται ο ΜΕ1 στην προσκομισθείσα προς κατάθεση έγγραφη μαρτυρία του στην παράγραφο 22. Περαιτέρω, είναι αξιοσημείωτο ότι οι Ενάγοντες, στο δικόγραφο της έκθεσης απαίτησής τους, στα σημεία όπου αναφέρονται στο επίδικο ακίνητο προκειμένου να προβάλουν τον ισχυρισμό ότι εξαπατήθηκαν ως προς την αγοραία αξία του, παραπέμπουν στην τιμή πώλησής του όπως αυτή αναγράφεται στον τίτλο ιδιοκτησίας και όχι σε οποιαδήποτε σύμβαση, ήτοι γραπτή.
Όπως αναφέρεται και πιο πάνω στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Eurogal Surveys Ltd v. D. Trade International Ltd, (2014) 1 Α.Α.Δ. 2258, όταν η βάση της αγωγής εδράζεται σε συμφωνία, πρέπει να αναφέρονται η ημερομηνία σύναψής της, τα ονόματα των μετεχόντων συμβαλλόμενων και η αντιπαροχή. Στην προκειμένη περίπτωση, οι Ενάγοντες ─αν αυτό ήθελαν─ απέτυχαν να δικογραφήσουν ισχυρισμό περί σύμβασης και δη περί «συμφωνίας πώλησης ημερομηνίας 24/10/2008». Υπό το πρίσμα δε της αρχής της μη απόκλισης από την προηγούμενη δικογραφία, η οποία ─όπως προαναφέρθηκε─ εφαρμόζεται για πρώτη φορά στο στάδιο της απάντησης, δεν δύναται η αναφορά που περιέχεται στο δικόγραφο των Εναγόντων της απάντησης στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 4, όπου για πρώτη φορά γίνεται μνεία συγκεκριμένης ημερομηνίας σύμβασης αγοράς του επίδικου ακινήτου, να δικαιολογήσει την παρουσίαση από τον ΜΕ1 των ενιστάμενων ισχυρισμών.
Σημειώνεται συναφώς ότι η γενική αναφορά στην παράγραφο 12Γ της έκθεσης απαίτησης των Εναγόντων σε «προετοιμασία [από τους Εναγόμενους 1 έως 4] εικονικών και/ή ψευδών και/ή ανύπαρκτων συμφωνιών δανείου και/ή χορήγησης πιστωτικών διευκολύνσεων με σκοπό την απόσπαση …» σε καμία περίπτωση δεν συνιστά, σύμφωνα με τις ανωτέρω αρχές, θετικό και ορισμένο δικογραφικά ισχυρισμό περί ύπαρξης σύμβασης, ήτοι έγγραφης συμφωνίας, επί της οποίας να θεμελιώνεται σχετική αξίωση προς θεραπεία. Αξιοσημείωτη εν προκειμένω είναι και η διατύπωση των αξιούμενων θεραπειών στην έκθεση απαίτησης, και δη της υπό στοιχείο Β. Περαιτέρω, ουδεμία τέτοια σύμβαση φέρεται να αφορά ως συμβαλλόμενη τη σύζυγο του ΜΕ1, ως προβάλλεται από το προς κατάθεση Τεκμήριο 10, η οποία δεν μνημονεύεται πουθενά στα δικόγραφα της Ενάγουσας υπό την ιδιότητά της αυτή, και δη ως συμβαλλόμενη σε «συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 24/10/2008». Και τούτο, ακόμη και στην ανωτέρω απάντηση στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 4 από τους Ενάγοντες.
Ως προς το ανωτέρω είναι συμπληρωματικό και υποστηρικτικό το ότι, όπως παρατηρείται, παρά το γεγονός ότι οι Εναγόμενοι 1 έως 3 στην έκθεση υπεράσπισης και ανταπαίτησης τους, στις παραγράφους 14, 15 και 19 παραδέχονταν την πώληση ακινήτου στη Βουλγαρία με αναφορά σε «σύμβαση πώλησης» και «όρους συμφωνίας πώλησης», οι Ενάγοντες, πέραν της αναφοράς στην παράγραφο 2 της έκθεσης απάντησης στην υπεράσπιση και υπεράσπισης στην ανταπαίτηση στο ανωτέρω δικόγραφο των Εναγομένων 1 έως 3, σε «υπογραφή συμφωνίας για αγορά τεμαχίου κατά ή περί τις 26/09/2008» που δεν φαίνεται να σχετίζεται με το εξεταζόμενο ζήτημα, και πάλι, καμία αναφορά δεν έκανε σε «συμφωνία» ή «σύμβαση» για την αγορά ή πώληση του επίδικου ακινήτου, και δη σε «συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 24/10/2008». Η πιο πάνω εικόνα, για τους λόγους που έχουν ήδη επεξηγηθεί, δεν μπορεί να αλλάξει με το τελευταίο δικόγραφο που καταχώρησε η πλευρά των Εναγόντων, ως άνω αναφέρθηκε, της απάντησης στην υπεράσπιση της Εναγόμενης 4.
Κατ’ ακολουθία, και το παρόν σκέλος της ένστασης του συνηγόρου της Εναγόμενης 4 κρίνεται βάσιμο. Ως εκ τούτου, το Δικαστήριο αποκλείει την παρουσίαση του παρουσιαζόμενου προς κατάθεση Τεκμηρίου 10 και περαιτέρω δεν επιτρέπει οποιονδήποτε σχετικό ισχυρισμό του ΜΕ στην παράγραφο 22 της προτιθέμενης προς κατάθεση έγγραφης μαρτυρίας του, στις γραμμές 1 και 13 αυτής, καθ’ ο μέρος αφορά την εν λόγω ημερομηνία, οι οποίοι και διαγράφονται. Συναφώς η πρόταση «Επιθυμώ να καταθέσω στο Σεβαστό Δικαστήριο την εν λόγω συμφωνία πώλησης ημερομηνίας 24/10/2008 ως Τεκμήριο 10», διαγράφεται.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο