EDUARD SHYFRIN κ.α. ν. VALENTIN VINOGRADOV κ.α., Αγωγή αρ. 2400/2021, 8/4/2026
print
Τίτλος:
EDUARD SHYFRIN κ.α. ν. VALENTIN VINOGRADOV κ.α., Αγωγή αρ. 2400/2021, 8/4/2026

Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας

Ενώπιον : Μ. Παπαϊωάννου, Π.Ε.Δ.

 Αγωγή αρ.  2400/2021

Μεταξύ:

(1) EDUARD SHYFRIN

(2) MIDLAND RESOURCES HOLDING LIMITED

(3) TAMPURA INVESTMENT LIMITED

ΕΝΑΓΟΝΤΕΣ

Και

 

(1)  VALENTIN VINOGRADOV

(2)  ROSINTERNET CONSULTING LIMITED

(3)  VEGUSTAS INTERNATIONAL LIMITED

(4)  ODEMIX HOLDING LIMITED

ΕΝΑΓΟΜΕΝΟΙ

____________________________________________________________

Αίτηση ημερομηνίας 13.5.25 από Εναγόμενους/Αιτητές 1 και 4

 

ΗΜΕΡΟΜΗΝΙΑ:  8 Απριλίου, 2026

 

EMΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για Εναγόμενους 1 και 4- Αιτητές: κα. Σπυρίδη για Σ.Δ.Μ.ΣΠΥΡΙΔΗΣ Δ.Ε.Π.Ε.

Για Ενάγοντες- Καθ' ων η αίτηση: κος Μ.Λοιζίδης για M.C.LOIZIDES & ASSOCIATES LLC 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με αυτή την αίτηση οι Εναγόμενοι/Αιτητές 1 και 4 (στο εξής «οι Αιτητές»)  αιτούνται: «Διάταγμα του Δικαστηρίου το οποίο να διατάσσει την αναστολή της υπό των ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγής και/ή κλητηρίου εντάλματος και/ή της διαδικασίας, ως επίσης και την ακύρωση των εκδοθέντων Προσωρινών Διαταγμάτων εναντίον των Εναγομένων (stay of proceedings), λόγω του ότι εκκρεμεί διαδικασία στο εξωτερικό ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Περιφέριας Τβερ της Ρωσίας η οποία αφορά τα ίδια επίδικα θέματα και τους ίδιους διαδίκους».

 

Η αίτηση βασίζεται στην Δ.27 Θ3, Δ.48 ΘΘ1,2,3,8 και 9, Δ.64 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, στο Άρθρο 31 του Περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν14/60), στις αρχές του κοινοδικαίου και στο δίκαιο της επιείκειας, στις νομικές αρχές που διέπουν την κατάχρηση των δικαστικών διαδικασιών, και στην συναφή Νομολογία ως επίσης στις συμφυείς εξουσίες, διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων βασίζεται η αίτηση φαίνονται στην ένορκη δήλωση του κ. Ανδρέα Σπυρίδη, ο οποίος, ως αναφέρει, είναι ο διευθυντής της Εναγόμενης 2 (εφεξής «η Αιτήτρια 2») και ορκίζεται υπό την πιο πάνω ιδιότητα του και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την τελευταία όπως προβεί εκ μέρους της στην παρούσα ένορκη δήλωση. Όπως έχει ενημερωθεί από τον Εναγόμενο 1, εκκρεμεί αίτηση πτώχευσης εναντίον του στην Ρωσική Ομοσπονδία, με αριθμό υπόθεσης Α66-7112/2021.

 

Στην προαναφερόμενη αίτηση, εγκρίθηκε ως πιστωτής ο Ενάγων 1. Επισυνάπτει τις αποφάσεις του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Περιφέριας Τβερ ημερομηνίας 10/01/2023 (Τεκμήριο 1) και 11/01/2023 (Τεκμήριο 2) με την μετάφραση αυτών από τα Ρωσικά στα Ελληνικά (Τεκμήριο 3 και Τεκμήριο 4 αντιστοίχως). Είναι εμφανές, σύμφωνα με τη θέση του ομνύοντα ότι ο Εναγόμενος 1 έχει κηρυχθεί ως πτωχεύσας στην Ρωσική Ομοσπονδία και ο Ενάγων 1 έχει εγκριθεί ως πιστωτής του Εναγόμενου 1 για τα ίδια ποσά τα οποία αιτείται στην παρούσα αγωγή.

 

Ως εκ τούτου, και κατά την συμβουλή των δικηγόρων των Εναγόμενων, εφόσον εκκρεμεί διαδικασία και σχετιζόμενη διαδικασία και/ή αίτηση μεταξύ των ιδίων διαδίκων ενώπιον άλλου Δικαστηρίου για το ίδιο αιτούμενο ποσό με την παρούσα αγωγή, επηρεάζεται το κατά πόσο το παρών Δικαστήριο έχει ή πρέπει να ασκήσει την δικαιοδοσία του επί της παρούσας αγωγής.

 

Ως ο ενόρκως δηλών επίσης αναφέρει δεν γνώριζε εκ των προτέρων, την συγκεκριμένη πληροφορία πριν την εκπνοή της προθεσμίας που προβλέπεται από το Μέρος 12 για αμφισβήτηση δικαιοδοσίας.

Η καθυστέρηση υποβολής της αίτησης δεν οφείλεται σε πρόθεση καθυστέρησης της διαδικασίας ή κατάχρησης.

 

Ζητά από το Δικαστήριο έκδοση άδειας καταχώρησης αίτησης εκτός προθεσμίας, καθώς η ουσία του αιτήματος σχετίζεται με ζήτημα δικαιοδοσίας που επηρεάζει τον πυρήνα της διαδικασίας.

 

Οι Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση (στο εξής οι «Καθ’ων η Αίτηση») καταχώρησαν ένσταση στην Αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:

 

1.    Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και δεν πληροί τις αναγκαίες προϋποθέσεις που απαιτούν οι Θεσμοί Πολιτικής Δικονομίας και η σχετική νομολογία και/ή δεν εξυπηρετεί τη συγκεκριμένη διαδικασία και την ορθή απονομή της δικαιοσύνης.

 

2.    Η Αίτηση είναι καταπιεστική, κακόπιστη και καταχρηστική και σκοπεί στην παρέκκλιση και/ή εκτροχιασμό της διαδικασίας και στην πρόκληση περαιτέρω καθυστέρησης στην εκδίκαση της παρούσας υπόθεσης αλλά και της απονομής δικαιοσύνης στην υπόθεση, ιδιαιτέρως αφ’ ης στιγμής στην παρούσα υπόθεση έχει εκδοθεί ενδιάμεση απόφαση με την οποία το ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα έχει καταστεί απόλυτο.

 

3.    Η καθυστέρηση στην καταχώρηση της Αίτησης είναι ουσιαστική και/ή υπέρμετρη και/ή αδικαιολόγητη και ταλαιπωρεί τους Καθ’ ων η Αίτηση.

 

4.    Η Αίτηση δεν υποστηρίζεται από μαρτυρία αφ’ ης στιγμής η όποια προσκομισθείσα μαρτυρία βασίζεται σε έγγραφα στη Ρωσική γλώσσα τα οποία δεν είναι δεόντως μεταφρασμένα σε επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας.

 

5.    Οι Αιτητές έχουν ήδη θέσει την εκδοχή τους ως προς τα γεγονότα μέσω πέντε συνολικά Ένορκων Δηλώσεων του κ. Σπυρίδη οι οποίες υποστηρίζονται από μεγάλο αριθμό τεκμηρίων αφενός και αφετέρου από τα δικόγραφα τους από τα οποία ουδέποτε υπήρξε ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων και συνεπώς η καταχώριση της παρούσας Αίτησης συνιστά κατάχρηση διαδικασίας και το μόνο που επιτυγχάνει είναι την κατασπατάληση πολύτιμου δικαστικού χρόνου και εξόδων.

 

6.    Οι Αιτητές συνεχίζουν να εξαπατούν το Δικαστήριο διαστρεβλώνοντας γεγονότα ισχυριζόμενοι δήθεν υποθέσεις με ίδιους διάδικους και ίδια αξιούμενα ποσά ενώ ταυτόχρονα αποκρύβουν ότι πανομοιότυπη αίτηση καταχωρίσθηκε σχεδόν ταυτόχρονα από τον Αιτητή 1 στα πλαίσια άλλης αγωγής επικαλούμενοι τους ίδιους ισχυρισμούς.

 

7.    Από όλα όσα παραθέτει ο Ενόρκως Δηλών κ. Ανδρέας Σπυρίδης στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση, δεν προκύπτει κανένας λόγος για αναστολή της παρούσας υπόθεσης. Αντίθετα προκύπτει ότι τα γεγονότα που επικαλείται ήταν πολύ καλά γνωστά στους Αιτητές από το 2021.

 

8.    Όλη η επιχειρηματολογία των Αιτητών αφορά γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα χρόνια πριν την καταχώριση της παρούσας Αίτησης.

 

Η  Ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς  Πολιτικής Δικονομίας Δ.27, Δ.48 θθ.1-9 και Δ.64, στον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (Ν. 45(I)/2019) καθώς και στις συμφυείς εξουσίες, γενική πρακτική, νομολογία και διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα στα οποία βασίζεται η αίτηση φαίνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου και στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Ιωάννου, δικηγόρου στο δικηγορικό γραφείο Μ.Χ Λοϊζίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε. που εκπροσωπεί τους Καθ’ ων η Αίτηση. Δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένος να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους των Καθ’ ων η αίτηση. Έχει βασιστεί σε έγγραφα που έχει στην κατοχή του από τον φάκελο της υπόθεσης, σε γεγονότα που γνωρίζει προσωπικά καθώς και σε πληροφορίες που έχει λάβει από τους Καθ’ ων η Αίτηση καθώς και από την κα Inna Sergiyenko που είναι μία εκ των διευθυντών των Καθ’ ων η Αίτηση. Όπου παρέχονται πληροφορίες οι οποίες δεν αποτελούν προσωπική του γνώση, προσδιορίζει την πηγή των πληροφοριών αυτών και πιστεύει ότι οι πληροφορίες που του παρασχέθηκαν είναι αληθείς. 

 

Ο λόγος που δεν ορκίζεται αξιωματούχος ή αρμόδιο πρόσωπο των Καθ’ ων η Αίτηση την ένορκο δήλωση οφείλεται στο γεγονός ότι αυτά τα πρόσωπα διαμένουν στο εξωτερικό και αδυνατούν λόγω άλλων ειλημμένων υποχρεώσεων αλλά και λόγω της εμπόλεμης κατάσταση στην Ουκρανία να προσέλθουν τη δεδομένη στιγμή εγκαίρως στο Δικαστήριο για να ορκιστούν την παρούσα ένορκη δήλωση. Πέραν τούτου τα θέματα της παρούσας ένστασης άπτονται κυρίως νομικών σημείων. 

 

Ως αναφέρει ο ομνύων η παρούσα Αίτηση, στη βάση του ιστορικού της υπόθεσης υποστηρίζεται από την πέμπτη στη σειρά  ένορκη δήλωση Σπυρίδη (στο εξής η «ΕΔ Σπυρίδη»). Η παρούσα Αίτηση έχει καταχωρηθεί τέσσερα χρόνια μετά την καταχώριση της παρούσας Αγωγής και λίγο πριν την έκδοση της ενδιάμεσης απόφασης για Προσωρινά Διατάγματα και παρά το γεγονός ότι το Δικαστήριο μετά από ακροαματική διαδικασία έχει καταστήσει το Προσωρινό Διάταγμα, απόλυτο υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση.

 

Είναι η θέση τους  ότι η Αίτηση δεν πληροί ούτε στο ελάχιστο τις προϋποθέσεις που θέτουν οι θεσμοί πολιτικής δικονομίας και η σχετική νομολογία και συνεπώς θα πρέπει να απορριφθεί για τους λόγους που εξηγεί στη συνέχεια.

 

Η ΕΔ Σπυρίδη σε αρκετά σημεία περιέχει παραπλανητικούς, αναληθείς και παντελώς άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς. Αφορούν δε ισχυρισμούς σε σχέση με  γεγονότα τα οποία έλαβαν χώρα πριν 4 ολόκληρα χρόνια, ήταν πολύ καλά γνωστά  - τουλάχιστον - στον Αιτητή 1 και ουδέποτε τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, παρά τις τουλάχιστον 4 προηγούμενες ένορκες δηλώσεις του κ. Σπυρίδη στην παρούσα υπόθεση. Είναι κατά την άποψη του ολοφάνερο ότι ο ισχυρισμός περί δήθεν ύπαρξης άγνοιας για τις υποθέσεις που εκκρεμούσαν στη Ρωσία είναι μια σκέψη εκ των υστέρων στην προσπάθεια των Αιτητών να εξασφαλίσουν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

Σκοπός της παρούσας Αίτησης δεν είναι η παρουσίαση της αληθούς εικόνας στο Δικαστήριο, αλλά αντιθέτως η παραπλάνηση του Δικαστηρίου με αναληθείς και παντελώς άσχετους με τα επίδικα θέματα ισχυρισμούς καθώς επίσης η έκδηλη κατάχρηση των διαδικασιών και πρόκληση καθυστέρησης στην εκδίκαση της υπόθεσης εφόσον, και μεταξύ άλλων:

 

Πρώτον, στην ΕΔ Σπυρίδη δεν εντοπίζεται πουθενά το πολυετές ιστορικό της παρούσας υπόθεσης. Αντιθέτως επιχειρείται από τους Αιτητές η απλούστευση μίας πολυετούς δικαστικής διαμάχης των μερών, χωρίς καμία απολύτως αναφορά σε σωρεία ενδιάμεσων διαδικασιών στις οποίες ουδέποτε οι Αιτητές προέβαλαν ισχυρισμούς περί αμφισβήτησης δικαιοδοσίας. Στο φάκελο του  Δικαστηρίου είναι καταχωρημένες ένορκες δηλώσεις τους κ. Σπυρίδη στην   ένσταση για προσωρινά διατάγματα, στην αίτηση για ασφάλεια εξόδων των Αιτητών, και στην αίτηση για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης των Αιτητών από τις οποίες προκύπτει αποδοχή της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Παρά τα ανωτέρω οφθαλμοφανή γεγονότα, οι Αιτητές επιζητούν έκδοση απόφασης για αναστολή λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας επί τη βάσει απόφασης σε διαδικασία που φαίνεται να προέκυψε στη Ρωσία το 2021 και για την ύπαρξη της οποίας με βεβαιότητα γνώριζαν οι Αιτητές από το 2021.

 

Δεύτερον, στην καταχωρημένη Υπεράσπιση των Αιτητών ουδείς ισχυρισμός αμφισβήτησης της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων προκύπτει. Αντιθέτως, οι Αιτητές αποδέχονται την δικαιοδοσία των Κυπριακών Δικαστηρίων αφού ταυτόχρονα με την υπεράσπιση τους καταχώρησαν και Ανταπαίτηση. Τονίζεται επίσης ότι το δικόγραφο των Αιτητών έχει καταχωρηθεί μετά την καταχώριση της παρούσας Αίτησης. Συνεπώς, οι Αιτητές δεν εγείρουν ζήτημα δικαιοδοσίας στο δικόγραφο τους.

 

Τρίτον, η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε λίγες ημέρες μετά την εκδίκαση του Μονομερούς Διατάγματος των Καθ’ων η Αίτηση το οποίο πλέον έχει καταστεί απόλυτο, και χωρίς ποτέ να προκύπτει ισχυρισμός των Αιτητών – ούτε κατά το στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας της αίτησης για προσωρινά διατάγματα - περί έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

Τέταρτον, στην ΕΔ Σπυρίδη πουθενά δεν εντοπίζεται σχετική ένορκη δήλωση και/ή ένορκη δήλωση βεβαίωσης της μετάφρασης και/ή ένορκη δήλωση και/ή μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή που να επιβεβαιώνει ότι μπορεί να μεταφράζει κείμενα από τα Ρωσικά στα Ελληνικά ως προνοεί η κυπριακή νομοθεσία. Συνεπώς είναι η θέση τους ότι οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει δεόντως μαρτυρία σε επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά μόνο στη Ρωσική γλώσσα.

 

Πέμπτον, ακόμη και περίπτωση που το Δικαστήριο δεχθεί ως μαρτυρία τις Ρωσικές αποφάσεις από την ανεπίσημη μετάφραση που έχει προσκομισθεί προκύπτει ότι ούτε οι διάδικοι αλλά ούτε τα αξιούμενα ποσά είναι τα ίδια με την παρούσα υπόθεση όπως ψευδώς ισχυρίζονται οι Αιτητές. Τονίζεται επίσης ότι από τα εν λόγω έγγραφα είναι παραδεκτό και οφθαλμοφανές ότι οι Αιτητές όχι μόνο γνώριζαν από το 2021 για τις εν λόγω διαδικασίες στη Ρωσία, άλλα γνώριζαν για τις εν λόγω διαδικασίες πριν ακόμα καταχωρηθεί η παρούσα Αγωγή.

 

Τέλος, στην ΕΔ Σπυρίδη δηλώνεται ότι επιζητείται έκδοση διαταγμάτων άσχετων με το αιτούμενο διάταγμα. Ενδεχομένως επειδή η ΕΔ Σπυρίδη είναι πανομοιότυπη με την ένορκη δήλωση Σπυρίδη η οποία καταχωρίσθηκε τις 12.05.2025 στα πλαίσια της Απαίτησης Αρ. 1329/2024 με την οποία οι Αιτητές επιχείρησαν ανεπιτυχώς την έκδοση ανάλογου διατάγματος γεγονός το οποίο επιμελώς απέκρυψαν από το  Δικαστήριο. Αντίγραφο της εν λόγω αίτησης και ένορκης δήλωσης Σπυρίδη στα πλαίσια της Απαίτησης Αρ. 1329/2024 επισυνάπτεται ως Τεκμήριο 1.

 

Με τις εμπεριστατωμένες τους αγορεύσεις οι συνήγοροι υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Το Δικαστήριο έχει σημειώσει με πολλή προσοχή τις αναφορές και τα επιχειρήματα των πλευρών για τα ζητήματα που εγείρονται στο πλαίσιο της παρούσας. Ειδικότερη αναφορά στις εισηγήσεις τους θα γίνει σε μεταγενέστερο στάδιο και όπου τούτο κρίνεται σκόπιμο για σκοπούς της παρούσας, έχοντας πάντα κατά νου ότι δεν απαιτείται ειδικότερη αναφορά ή πραγμάτευση κάθε επιχειρήματος που προβάλλεται (βλ. Οδυσσέα ν. Αστυνομίας (1999) 2 Α.Α.Δ. 490).

 

ΔΙΑΔΙΚΑΣΤΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

 

Στις 29.10.2021 οι Ενάγοντες καταχώρισαν την παρούσα αγωγή και μονομερή αίτηση για έκδοση προσωρινού απαγορευτικού διατάγματος εναντίον των Εναγομένων 1 και 4, ώστε να αποτραπεί η αποξένωση περιουσιακών στοιχείων των Καθ’ ων η Αίτηση 1 και 4. Στις 1.11.2021 το Δικαστήριο εξέδωσε μονομερώς το διάταγμα. Στις 10.02.2021 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν ένσταση, η οποία συνοδευόταν από ένορκη δήλωση του διευθυντή της Εναγόμενης 4, κ. Ανδρέα Σπυρίδη. Ακολούθησε αίτηση εκ μέρους των Εναγόντων για καταχώριση συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης, την 28.06.2022. Στις 29.09.2022 καταχωρήθηκε η Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση.

 

Ακολούθως, οι Αιτητές στις 29.12.2022 προχώρησαν σε καταχώριση αίτησης για ασφάλεια εξόδων η οποία υποστηριζόταν από ένορκη δήλωση του κ. Σπυρίδη. Οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση και στις 13.6.2023 κατέβαλαν στο ταμείο της Κυπριακής Δημοκρατίας €38.000 ως ασφάλεια εξόδων.

 

Λίγες μέρες μετά, στις 10.1.2023, οι Αιτητές καταχώρισαν αίτηση ζητώντας άδεια καταχώρισης συμπληρωματικής ένορκης δήλωσης στα πλαίσια του Προσωρινού Διατάγματος η οποία υποστηριζόταν από νέα  ένορκη δήλωση.

 

Στις 13.05.2025, οι Αιτητές καταχώρισαν την παρούσα Αίτηση η οποία εδράζεται σε γεγονότα που όπως οι ίδιοι οι Αιτητές ισχυρίζονται έλαβαν χώρα πριν από 4 χρόνια, συγκεκριμένα από το 2021 μέχρι την 10.01.2023. Στις 17.07.2025 εκδόθηκε η απόφαση του Δικαστηρίου η οποία κατέστησε  το Προσωρινό Διάταγμα απόλυτο υπέρ των Καθ’ων η Αίτηση.

Στις 12.6.25, καταχωρήθηκε η Έκθεση Υπεράσπισης και Ανταπαίτηση των Καθ’ ων η Αίτηση κατόπιν αίτησης για έκδοση απόφασης λόγω μη καταχώρισης Υπεράσπισης. Δέον να σημειωθεί ότι στην Υπεράσπιση των Αιτητών δεν εντοπίζεται οποιοσδήποτε ισχυρισμός και/ή προδικαστική ένσταση περί έλλειψης δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων.

 

Θεωρώ ότι προτού προχωρήσω στην ουσία της αίτησης θα πρέπει να εξεταστεί ο λόγος ένστασης 4, ήτοι ότι στην ΕΔ Σπυρίδη δεν εντοπίζεται ένορκη δήλωση βεβαίωσης της μετάφρασης και/ή ένορκη δήλωση και/ή μετάφραση από ορκωτό μεταφραστή που να επιβεβαιώνει ότι μπορεί να μεταφράζει κείμενα από τα Ρωσικά στα Ελληνικά ως προνοεί η κυπριακή νομοθεσία και ότι οι Αιτητές δεν έχουν προσκομίσει δεόντως μαρτυρία σε επίσημη γλώσσα της Κυπριακής Δημοκρατίας, αλλά μόνο στη Ρωσική γλώσσα.

 

 Επί του προκειμένου σημειώνεται, αφενός, ότι η μετάφραση των εγγράφων που επισυνάπτονται στην ΕΔ Αιτητών (από ρωσσικά στα ελληνικά) έχει βεβαιωθεί (verified) από άτομο το οποίο γνωρίζει και τις δύο γλώσσες και, αφετέρου, ότι οι Καθ’ ων η Αίτηση δεν αμφισβήτησαν είτε την ικανότητα της προαναφερθείσας ομνύουσας είτε την ακρίβεια της μετάφρασης. 

 

Με όλο το σέβας στους ευπαίδευτους συνηγόρους των Καθ’ ων η Αίτηση η πιο πάνω εισήγηση τους δεν βρίσκει έρεισμα στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση AC Prospecta Homes Services Ltd v. Kharima Limited κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. E118/2020, ECLI:CY:AD:2022:A439, ημερομηνίας 12.10.2022. Στην εν λόγω υπόθεση είχε εγερθεί ισχυρισμός ότι η μονομερής αίτηση έπασχε εξ υπαρχής καθότι, όπως καταγράφεται στην απόφαση, οι «μεταφραστές της ενόρκου δηλώσεως του ενάγοντα δεν ήταν αδειούχοι ορκωτοί μεταφραστές». 

 

Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:

 

«Ως καλώς υπέδειξε το Πρωτόδικο Δικαστήριο, ο [περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμου] 45(Ι)/19  δεν ορίζει πουθενά πως η εγκυρότητα ενός εγγράφου εξαρτάται από το αν η μετάφραση του διενεργείται μέσω ορκωτού μεταφραστή ή όχι, και τούτο, πέραν του ότι το Άρθρο 5, Ν.67/88 διαλαμβάνει πως σε οποιαδήποτε δικαστική διαδικασία μπορεί να γίνει αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο (συμπεριλαμβανόμενης ένορκης δήλωσης), έγγραφο που είναι συνταγμένο σε ξένη γλώσσα (Bitonic Ltd ν. Bank of Moscow Bank-Joint Stock Company, Π.Ε. 117/18, ημ. 16.3.22, ECLI:CY:AD:2022:A113).

 

Το Πρωτόδικο Δικαστήριο έκρινε ως ακολούθως:

 

«Έχω μελετήσει τον περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμο του 2019 (Ν.45(Ι)/2019) και κρίνω ότι οι εισηγήσεις της πλευράς των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν μπορούν να γίνουν αποδεκτές. Καταρχάς η πλευρά των Καθ΄ ων η Αίτηση δεν διευκρινίζει στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την ένσταση ποια πρόνοια του εν λόγω νόμου έχει παραβιαστεί εκ μέρους των Εναγόντων Αιτητών. Ούτε στην γραπτή της αγόρευση διευκρινίζει το ζήτημα αυτό. Έχω υπόψη μου τις πρόνοιες του άρθρου 17(1) του Νόμου που προβλέπει ότι τα Δικαστήρια έχουν υποχρέωση να χρησιμοποιούν αποκλειστικά υπηρεσίες ορκωτών μεταφραστών για σκοπούς των αναγκών τους σε πιστοποιημένες μεταφράσεις. Έχω επίσης υπόψη μου ότι το άρθρο 14(2) του νόμου προβλέπει ότι δικηγόρος που δεν είναι εγγεγραμμένος στο μητρώο ορκωτών μεταφραστών δύναται να διενεργεί μεταφράσεις οι οποίες αφορούν υποθέσεις που χειρίζεται ο ίδιος ή το δικηγορικό γραφείο στο οποίο εργάζεται και οι εν λόγω μεταφράσεις δύνανται κατ' εξαίρεση να γίνονται δεκτές από τα Δικαστήρια ως πιστοποιημένες μεταφράσεις εφόσον συνοδεύονται από ένορκο δήλωση στην οποία αναφέρεται ο εξαιρετικός λόγος για τον οποίο διενεργείται η συγκεκριμένη σε κάθε περίπτωση μετάφραση. Όμως ο Νόμος δεν εξαρτά την εγκυρότητα ενός εγγράφου από τη μετάφραση του μέσω ορκωτού μεταφραστή ενώ ο περί Επισήμων γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμος του 1988 (Ν.67/1988) στο άρθρο 5 προβλέπει ότι σε οποιαδήποτε Δικαστική διαδικασία γίνεται αποδεκτό ως αποδεικτικό μέσο και έγγραφο συνταγμένο σε οποιαδήποτε ξένη γλώσσα και ότι ο όρος έγγραφο περιλαμβάνει και ένορκη δήλωση. Τέλος δεν εντοπίζεται οποιαδήποτε πρόνοια στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς που να υποστηρίζει τη θέση των Καθ΄ ων η Αίτηση. Ένα επίσης στοιχείο το οποίο συνηγορεί υπέρ της μη αποδοχής της θέσης των Καθ΄ ων η αίτηση είναι το γεγονός ότι δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ότι η μετάφραση των ενόρκων δηλώσεων από τα Κινέζικα στα Αγγλικά και ακολούθως στα Ελληνικά δεν είναι επαρκής ή ακριβής. Δεν αμφισβητείται δηλαδή η επάρκεια ή η ακρίβεια της μετάφρασης».

 

Δεν έχουμε να συμπληρώσουμε κάτι.

 

Το πρωτόδικο σκεπτικό είναι περιεκτικό και εύστοχο».

 

Στη βάση των πιο πάνω ο λόγος ένστασης 4 απορρίπτεται.

 

Προχωρώντας στην εξέταση της ουσίας της αίτησης σημειώνεται ότι η  αγόρευση του ευπαίδευτου συνηγόρου των Αιτητών επικεντρώθηκε στην προώθηση της θέσης ότι λόγω του ότι εκκρεμεί διαδικασία πτώχευσης του Εναγόμενου 1 στο εξωτερικό ενώπιον του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Περιφέριας Τβερ της Ρωσίας η οποία αφορά τα ίδια επίδικα θέματα και τους ίδιους διαδίκους, «θα είναι άδικο, καταχρηστικό και αβάσιμο να επιτραπεί στους Ενάγοντες η συνέχιση της παρούσας αγωγής γνωρίζοντας ότι κατόπιν έγερσης αυτής από το 2021 ήδη ο Ενάγων 1 κατείχε απόφαση των Ρωσικών Δικαστηρίων εναντίον του Εναγόμενου 1 για το ίδιο ποσό και για τα ίδια επίδικα θέματα.»  

 

Στη βάση των πιο πάνω, η αναφορά του Αιτητή σε εκκρεμοδικία στη Ρωσική Ομοσπονδία σε σχέση με τα ίδια επίδικα θέματα κρίνεται ως πραγματικά αβάσιμη. Προκύπτει από το ενώπιον μου μαρτυρικό υλικό ότι, αφενός,  ελλείπει η απαραίτητη ταυτοσημία διαδίκων και επίδικων ποσών, αφού η παρούσα Αγωγή στρέφεται εναντίον τεσσάρων οντοτήτων και εδράζεται σε αστικά αδικήματα, συνωμοσίας, δόλου ψευδών παραστάσεων και απάτης επιδιώκοντας αποζημιώσεις, γεγονός που διαφοροποιεί πλήρως το αντικείμενο της από την πτωχευτική διαδικασία ενός εκ των Εναγομένων στη Ρωσία και, αφετέρου, δεν προκύπτει από την ένορκη δήλωση και το μαρτυρικό υλικό ότι υφίσταται εκκρεμοδικία, αντίθετα, φαίνεται να πρόκειται για εκδοθείσες αποφάσεις.

 

Επιπρόσθετα, παρατηρώ μια σοβαρή ανακολουθία στην ένορκη δήλωση που υποστηρίζει την Αίτηση. Ο ομνύων στην παρά.8 της ένορκης δήλωσης αναφέρεται σε αίτημα για «έκδοση άδειας καταχώρισης αίτησης εκτός προθεσμίας», ισχυρισμός ο οποίος είναι εντελώς ξένος προς το αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας. Δεν υπάρχει καμία προθεσμία που να έχει παρέλθει για την οποία να ζητείται θεραπεία, ούτε το αιτητικό της Αίτησης περιλαμβάνει τέτοιο αίτημα. Στη βάση των πιο πάνω είναι εμφανές ότι δημιουργείται σύγχυση ως προς το τι πραγματικά επιδιώκουν οι Αιτητές, γεγονός που παράλληλα, καθιστά την Αίτηση δικονομικά ατεκμήριωτη. Για τους πιο πάνω λόγους θα απέρριπτα την αίτηση.

 

Για σκοπούς πληρότητας θα προχωρήσω να  εξετάσω την εφαρμογή της  Δ.27 θ.3 στην παρούσα περίπτωση.

 

ΝOMIKH ΠΤΥΧΗ

 

Η Δ.27 ΘΘ.1-3 των παλαιών Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δίδει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να παραμερίσει και απορρίψει αγωγή, λόγω του ότι δεν αποκαλύπτεται μέσα από το δικόγραφο εύλογη αιτία αγωγής, ή επειδή είναι επιπόλαια ή ενοχλητική. Συγκεκριμένα, η Δ.27 θ.3 προνοεί τα ακόλουθα:

 

«The Court may order any pleading to be struck out on the ground that it discloses no reasonable cause of action or answer, and in any such case or in case of the action or defence being shown by the pleadings to be frivolous or vexatious, the Court may order the action to be stayed or dismissed, or judgment to be entered accordingly as may be just. »

 

Η πιο πάνω Διάταξη είναι ταυτόσημη με την O.25 r.3 των παλαιών Αγγλικών Θεσμών. Το εύρος της και οι αρχές εφαρμογής της, από τα Δικαστήρια, αναλύονται στις σελ. 574 και 575 του Annual Practice 1958, όπου αναφέρονται τα ακόλουθα:

 

«It is only in plain and obvious cases that recourse should be had to the summary process under this Rule. The powers conferred by r.4 will only be exercised where the case is beyond doubt. The Court must be satisfied that there is no reasonable cause of action. A pleading will not be struck out under this Rule "unless it is not only demurrable but something worse than demurrable". So long as the Statement of Claim or the particulars disclose some cause of action, or raise some question fit to be decided by a Judge, the mere fact that the case is weak, and not likely to succeed, is no ground for striking it out. And where the Statement of Claim in its present form discloses no cause of action because some material averment has been omitted, the Court, while striking out the pleading, will not dismiss the action, but give the plaintiff leave to amend.».

 

 Η Δ.27 παρέχει στο Δικαστήριο τη δυνατότητα ελέγχου των δικογράφων ως επίσης και εξουσία με συνοπτική διαδικασία να αναστέλλει ή να απορρίπτει αγωγή όπου το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (βλ. Mavromoustaki v. Yeroudes (1965) 1 C.L.R.176, Χ" Οικονόμου ν. Ελληνικής Τράπεζας Λτδ (1992) 1(Β) Α.Α.Δ.949Μιχαήλ Σάουρου κ.α ν. Μαρίας Κωνσταντίνου Φιλίππου (2012) 1 Α.Α.Δ. 2141Από τη νομολογία φαίνεται ότι ο σκοπός της Δ.27 είναι η εξοικονόμηση χρόνου και δαπάνης (βλ. Hambou v. Thoma (1987) 1 C.L.R. 370Τhe Heirs of Late Theodora Panayi v. The Administrator of the Estate of the Late Stylianos Mandriotis (1963) 2 C.L.R. 167, 170). Όπως τονίστηκε επανειλημμένα, η δικαιοδοσία για απόρριψη αγωγής, χωρίς δίκη, ασκείται με άκρα φειδώ και μόνο σε εξαιρετικές και ξεκάθαρες περιπτώσεις όπου κρίνεται ότι η αιτία αγωγής είναι έκδηλα και σχεδόν αναντίλεκτα ελαττωματική ή όπου η αγωγή ή η υπεράσπιση φαίνεται από τα δικόγραφα ότι είναι επιπόλαιη ή ενοχλητική.

Στην υπόθεση In Re Pelmako (1991)1 Α.Α.Δ. 246 το Ανώτατο Δικαστήριο παρατήρησε ότι η διαγραφή δικογράφου, δυνάμει της Δ.19 θ.26 και της Δ.27 θ.3 των περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμών, συνιστά εξαιρετικό μέτρο που δικαιολογείται μόνο εφόσον το δικόγραφο κρίνεται ως αναντίλεκτα ανυπόστατο. Διαφορετικά, η διαγραφή θα συνεπαγόταν και παράβαση του συνταγματικά κατοχυρωμένου δικαιώματος διαδίκου να προσφύγει ενώπιον Δικαστηρίου, στο οποίο δικαιούται να προσφύγει σύμφωνα με το Άρθρο 30.1 του Συντάγματος. Το δικόγραφο κρίνεται αποκλειστικά με βάση το περιεχόμενο του και τις αντικειμενικές συνέπειες που συνεπάγεται η τεκμηρίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται σε αυτό. Αν με βάση αυτά τα στοιχεία το δικόγραφο κριθεί ως αναντίλεκτα ανυπόστατο, τότε διατάσσεται η διαγραφή του. Η διαπίστωση ως προς το κατά πόσο η δικογραφία αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα δεν είναι θέμα διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου αλλά θέμα δικαίου.

 

Διαφωτιστική παράθεση των νομολογιακών αρχών που διέπουν το θέμα της διαγραφής γίνεται στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου 1.MERIDIAN GAMING LTD κ.α. ν. 1. ΔΗΜΟΣ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α. Πολ. Έφεση υπ’ αρ. Ε88/2018, ημ. 29/1/2024.

 

Σύμφωνα με τις πρόνοιες της Δ.48 Θ.9(ο) των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αίτηση η οποία βασίζεται στη Δ.27 Θ.3 για διαγραφή δεν είναι απαραίτητο να συνοδεύεται από ένορκη δήλωση. Προχωρώντας στην εξέταση της υπό κρίση Αίτησης, στη βάση των γεγονότων της υπόθεσης που φαίνονται στο φάκελο του Δικαστηρίου, σε συσχετισμό με τους λόγους ένστασης υπό το φως των πιο πάνω νομικών αρχών παρατηρώ τα ακόλουθα:

 

Όπως έχει αναφερθεί πιο πάνω, η εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή δικογράφου στη βάση του ότι δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα πρέπει να ασκείται με εξαιρετική φειδώ γιατί υπάρχει κίνδυνος να οδηγήσει σε αποστέρηση του δικαιώματος κάποιου πολίτη να προσφύγει στη δικαιοσύνη.

 

Διαφαίνεται ότι αναφορικά με τους  Εναγόμενους 1 και 4 υπάρχουν δικογραφημένοι ισχυρισμοί στην Έκθεση Απαίτησης, που τους συνδέουν με τη βάση αγωγής και δημιουργούν δικογραφικό έρεισμα για τις αξιώσεις που εγείρονται. Προβάλλεται συνεπώς έκδηλα, μέσω των δικογραφημένων ισχυρισμών των Εναγόντων εύλογη βάση αγωγής σε σχέση με τους Εναγόμενους.

 

Σημειώνεται περαιτέρω ότι στην Ενδιάμεση Απόφαση ημερ. 17.7.25 στην αίτηση για προσωρινό Διάταγμα το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) αποφάσισε ότι η μαρτυρία αποκάλυπτε συζητήσιμη υπόθεση με ορατή πιθανότητα επιτυχίας. Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα: «Ως προς τη βάση αγωγής για δόλο και απάτη εναντίον των καθ’ ων η αίτηση 1 και 4, λαμβανομένων υπόψη των τοποθετήσεων των μερών, και ιδίως του τρόπου με τον οποίο διαμορφώνεται η αντίθεση των μερών, συμπεριλαμβανομένων των αιτητριών 2 και 3, αναφορικά με τα γεγονότα μπορεί να λεχθεί ότι πληρούνται οι πρώτες δύο προϋποθέσεις, ήτοι σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και ορατή πιθανότητα θεραπείας. Υπάρχουν προδήλως στοιχεία που συνδέουν τους καθ’ ων η αίτηση 1 και 4 με πρόθεση δόλου και απάτης σε βάρος όλων των αιτητών… Εξάλλου, οι καθ’ ων η αίτηση 1 και 4 δεν αντέκρουσαν οποιοδήποτε σημείο αναφορικά με την αλυσίδα των ενεργειών τις οποίες οι αιτητές τους καταλόγισαν».

 

Στο σημείο αυτό θα ήθελα να προσθέσω τα ακόλουθα: Η επιλογή των Αιτητών να στηρίξουν την Αίτηση τους στη Δ.27 Θ.3, ισχυριζόμενοι κατ’ ουσίαν ότι η Αγωγή είναι ενοχλητική ή στερείται λογικού αγώγιμου δικαιώματος καταρρίπτεται από την ίδια τους τη δικονομική συμπεριφορά. Η καταχώριση Ανταπαίτησης, μάλιστα μετά την καταχώριση της υπό κρίση αίτησης, συνιστά πλήρη επιδοκιμάσια της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου. Είναι νομικά ασύμβατο να ζητείται η διαγραφή της αγωγής στη βάση της Δ.27 Θ.3, όταν ο ίδιος ο Αιτητής την χρησιμοποιεί ως το νόμιμο όχημα για να προβάλει τις δικές του αξιώσεις. Η εν λόγω αντίφαση καθιστά τη νομική βάση της Αίτησης ανυπόστατη και την όλη προσέγγιση των Αιτητών καταχρηστική.

 

Απομένει να εξεταστεί η υπό κρίση αίτηση στη βάση της εισήγησης των Αιτητών για αναστολή λόγω του ότι υπάρχει ο κίνδυνος της διπλής αξίωσης και είσπραξης του οφειλόμενου ποσού και επανάληψης της ίδιας υπόθεσης στα Δικαστήρια της Κύπρου και της Ρωσίας. Σημειώνεται ότι η Ένορκη Δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση παραμένει σε ένα επίπεδο γενικόλογων αναφορών, χωρίς να παραθέτει τις απαραίτητες λεπτομέρειες που θα επέτρεπαν στο Δικαστήριο να καταλήξει σε τέτοιο συμπέρασμα. Συγκεκριμένα, δεν επεξηγείται με σαφήνεια πώς μια διαδικασία πτώχευσης στη Ρωσία εναντίον ενός μόνο προσώπου (Εναγόμενος 1) ταυτίζεται νομικά με μια αγωγή αποζημιώσεων για αστικά αδικήματα εναντίον τεσσάρων διαφορετικών οντοτήτων στην Κύπρο ενώ η μαρτυρία των Αιτητών αποτυγχάνει να εξειδικεύσει ποια ακριβώς ποσά ταυτίζονται, πώς αυτά προκύπτουν και σε ποιο στάδιο βρίσκεται η ρωσική διαδικασία, ώστε να στοιχειοθετηθεί ο κίνδυνος διπλής αποζημίωσης. Σημειώνεται δε ότι οι Αιτητές δεν παρουσίασαν κανένα πειστικό στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Ρωσία αποτελεί το καταλληλότερο forum για την εκδίκαση μιας υπόθεσης που αφορά αδικοπραξίες  με παρακλάδια στην Κύπρο.

 

Στην Lexicon Shipping Company Limited v. Remontowa Gdansk Ship Repair Yard (2000) 1 (B) Α.Α.Δ. 1317, 1329-30 αναφέρεται ότι:

 

«Οι αρχές οι οποίες διέπουν το πεδίο εφαρμογής της αρχής "της μη καταλληλότητας" (forum non conveniens) έχουν παρατεθεί σε δύο πρόσφατες εφετειακές αποφάσεις: Cyprus Trading Corporation Ltd. v. Zim Israel Navigation Co. Ltd., Αίτηση για αναθεώρηση στην Αγωγή Ναυτοδικείου αρ.55/97/21.7.99 και Λοϊζος Λουκά & Υιοι Λτδ ν. Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδας, Πολιτική Εφεση 9512/10.9.99. Δεν θεωρούμε σκόπιμη την επανάληψη τους.

 

Το πρωτόδικο Δικαστήριο έκαμε αναφορά στις πιο πάνω δύο υποθέσεις καθώς και στη θεμελιακή υπόθεση Spiliada Maritime Corporation v. Consulex Ltd (1986) 3 All E.R. 843. Παρέθεσε το πιο κάτω απόσπασμα από την απόφαση στη Λοϊζος Λουκά & Υιοι Λτδ (πιο πάνω) στο οποίο συνοψίζονται οι κανόνες που έθεσε η Spiliada (πιο πάνω):

 

«...ο θεμελιώδης κανόνας σε θέματα αναστολής που έθεσε η Spiliada, ανωτέρω, είναι ότι καταλληλότερο είναι το forum στο οποίο μπορεί να εκδικαστεί με μεγαλύτερη ευχέρεια μια υπόθεση `for the interest of all the parties and for the ends of justice'. Αυτό εξυπακούει έρευνα αν άλλο forum είναι πράγματι καταλληλότερο και αν λόγοι δικαιοσύνης συνηγορούν υπέρ της εκδίκασης από αγγλικό δικαστήριο. Περαιτέρω, βεβαίωσε τον κανόνα για το βάρος απόδειξης. Ο εναγόμενος οφείλει να δείξει όχι μόνο ότι το αγγλικό (εδώ το κυπριακό) δικαστήριο δεν είναι το κατάλληλο ή φυσικό forum, αλλά και ότι το εναλλακτικό forum είναι καθαρά ή ευδιάκριτα (clearly or distinctly) πιο πρόσφορο από το αγγλικό.

 

Για το σκοπό αυτό η παραπάνω υπόθεση έθεσε γενικά κριτήρια, που συναρτώνται με το εφαρμοστέο δίκαιο, τους μάρτυρες, την έδρα, πού είναι ο πιο βολικός τόπος διεξαγωγής της δίκης κλπ. και διαγράφουν το forum με το οποίο η αγωγή έχει `το ρεαλιστικότερο και ουσιαστικότερο σύνδεσμο' (real and substantial connection). Το θέμα, που δεν είναι μονοδιάστατο, αντιμετωπίζεται από το δικαστήριο με την απαιτούμενη σφαιρικότητα: βλ. για παράδειγμα Τhe Hamburg Star (1994) 1 Lloyd's Rep. 399, 407.»

 

Στην Λοϊζος Λουκά & Υιοί Λτδ (πιο πάνω), αναφέρεται η MacShanon v. Rockware Glass Ltd (1978) A.C. 795, όπου αναφέρθηκε ότι είναι δυνατή η αναστολή της αγωγής οσάκις αποδεικνύεται (α) ότι υπάρχει εναλλακτικό forum στο οποίο μπορεί να εξασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης με λιγότερες δυσχέρειες και έξοδα και (β) ο ενάγων δεν στερείται πλεονεκτήματος ουσιαστικού ή δικονομικού.

 

Το βάρος απόδειξης για την αναστολή λόγω εκκρεμοδικίας στο εξωτερικό (lis alibi pendens) ή ακαταλληλότητας του forum (forum non conveniens) βαραίνει αποκλειστικά τους Αιτητές. Η απλή και ανυποστήρικτη επίκληση διπλών αξιώσεων στην αγόρευση, χωρίς την παράθεση λεπτομερούς μαρτυρίας στην ένορκη δήλωση, δεν αρκεί για να κλονίσει τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου. Σημειώνεται συναφώς ότι οι Αιτητές  δεν προσέφεραν καμιά μαρτυρία επί του ζητήματος του δικαίου της Ρωσίας.

 

Επιπλέον, η εγγενής αντίφαση της πλευράς των Αιτητών να επικαλούνται έλλειψη δικαιοδοσίας ενώ ταυτόχρονα εγείρουν Ανταπαίτηση ενώπιον του ιδίου Δικαστηρίου, καθιστά τον ισχυρισμό τους περί δικαιοδοσίας νομικά ανυπόστατο και συνιστά κατά την άποψη μου αποδοχή της δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου.

 

Είναι, περαιτέρω, ιδιαίτερα αξιοσημείωτο το γεγονός ότι ο ισχυρισμός περί έλλειψης δικαιοδοσίας ή αναστολής λόγω εκκρεμοδικίας στη Ρωσία εγείρεται για πρώτη φορά τέσσερα σχεδόν έτη μετά την καταχώριση της Αγωγής το 2021. Από το 2021 μέχρι και την υποβολή της παρούσας Αίτησης τον Μάιο του 2025, οι Αιτητές συμμετείχαν ενεργά σε πολλαπλά στάδια της διαδικασίας (ενστάσεις σε ενδιάμεσα διατάγματα, αιτήσεις για ασφάλεια εξόδων κ.α.) χωρίς ποτέ να θέσουν ζήτημα δικαιοδοσίας. Το ζήτημα ένστασης στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου δεν μπορεί να παραμένει στην ελεύθερη επιλογή χρόνου από τον Εναγόμενο (Βλ. G.JMagdon Ltd vA.LMetal Trading Ltd (2001) 1(Γ) Α.Α.Δ 2064).

 

Καταληκτικά, το βάρος απόδειξης για την αναστολή λόγω forum non conveniens βαραίνει τους Αιτητές, οι οποίοι απέτυχαν να καταδείξουν ότι η Ρωσία είναι το καταλληλότερο forum στο οποίο θα μπορούσε να εξασφαλιστεί η απονομή της δικαιοσύνης. Αντιθέτως, η φύση των κατ' ισχυρισμό αδικημάτων, με εμπλοκή κυπριακών εταιρειών και η ενδεχόμενη επέλευση ζημίας στην Κύπρο, επιβεβαιώνουν ότι το παρόν Δικαστήριο έχει και οφείλει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του.

 

 Συνεπώς, η Αίτηση αποτυγχάνει και απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται εναντίον των Αιτητών και υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 (Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο