ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 662/22
Μεταξύ:
Λουκής Γ. Λουκαΐδης
Ενάγοντας
και
Μάρω Λουκαΐδου
Εναγόμενη
---------------------------------------
Ημερομηνία: 04 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: Αυτοπροσώπως
Για Εναγόμενη: κ Λ. Βραχίμης με κ. Μαυρή για Ελένη Βραχίμη & ΣΙΑ Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η παρούσα υπόθεση είναι το απότοκο ενός διαζυγίου. Ο Ενάγοντας, πρώην σύζυγος της Εναγόμενης, αξιώνει από αυτήν αποζημιώσεις ύψους €410.000 ως ποσό που του οφείλεται δυνάμει Συμφωνητικού Εγγράφου Επίλυσης Οικονομικών και Περιουσιακών Διαφορών ημερ. 08/09/2012.
Στην Έκθεση Απαίτησης καταγράφεται ότι ο Ενάγοντας με την Εναγόμενη υπήρξαν σύζυγοι μέχρι τις 28/01/2013 που διαζεύχθηκαν με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου. Κατάρτισαν, στις 08/09/2012, Συμφωνητικό Έγγραφο Επίλυσης Οικονομικών και Περιουσιακών Διαφορών το οποίο προέβλεπε την καταβολή του ποσού των €410.000 από την Εναγόμενη στον Ενάγοντα εντός 7 ετών από την ημερομηνία κατάρτισης της Συμφωνίας. Το συγκεκριμένο ποσό ουδέποτε καταβλήθηκε στον Ενάγοντα, παρά την παρέλευση των 7 ετών. Λόγω του ότι η Εναγόμενη δεν κατέβαλε το συγκεκριμένο ποσό στον Ενάγοντα αυτός, με επιστολή του, ημερομ. 11/03/2020, αξίωσε την καταβολή του χωρίς όμως ανταπόκριση. Για 7 και πλέον χρόνια η Εναγόμενη αρνείται να καταβάλλει το συγκεκριμένο ποσό ενώ δεν έχει επικαλεστεί οποιαδήποτε αδυναμία αποπληρωμής του.
Η σύναψη της Συμφωνίας Επίλυσης Οικονομικών και Περιουσιακών Διαφορών είναι παραδεκτή στην Υπεράσπιση καθώς και το γεγονός ότι περιλάμβανε πρόνοια για καταβολή του ποσού των €410.000, το οποίο δεν έχει καταβληθεί. Προωθείται όμως η θέση ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία υπογράφτηκε, από την Εναγόμενη, λόγω ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού ή/και απάτης εκ μέρους του Ενάγοντα. Προσδιορίζονται ως πράξεις εξαναγκασμού η βία που ασκήθηκε από τον Ενάγοντα στο πρόσωπό της, η οποία είχε ως αποτέλεσμα το σπάσιμο του χεριού της καθώς και η απειλή άσκησης βίας και οι συνεχείς πιέσεις για να υπογραφτεί η συγκεκριμένη Συμφωνία. Υποστηρίζεται ότι η Συμφωνία ήταν επαχθής για την Εναγόμενη αφού ο Ενάγοντας έλαβε περισσότερα από αυτά που δικαιούτο. Συγκεκριμένα, έλαβε εφόρου ζωής την επικαρπία του διαμερίσματος στο οποίο διαμένει, η ενοικιαστική αξία του οποίου υπερβαίνει τα €1.500 μηνιαίως ενώ η ίδια δεν έλαβε τη συνεισφορά της στο εξοχικό του Πρωταρά, του οποίου η αξία, κατά τον επίδικο χρόνο υπερέβαινε το €1.5 εκατομμύριο. Ο ίδιος ο Ενάγοντας παραβίασε τη Συμφωνία αφού πώλησε το εξοχικό, το 2018, με αποτέλεσμα η ίδια να μην μπορεί να το επισκεφτεί προκαλώντας της ζημιά ύψους €600.000. Επίσης μεταβίβασε ανεπιφύλακτα το διαμέρισμα στο όνομα του Γιώργου Λουκαΐδη χωρίς επιφύλαξη επικαρπίας προς όφελός της Εναγόμενης. Απώλεσε, ως εκ της μεταβίβασης, ενοίκιο ύψους €8.500 το χρόνο με αποτέλεσμα η ζημιά της να ανέρχεται στις €150.000. Επίσης παρέλειψε να αποπληρώσει το δάνειο της θυγατέρας του ύψους €200.000 σύμφωνα με τον όρο 4(β) της Συμφωνίας καταβάλλοντας, κατά διαστήματα, περί του ποσού των €34.550 προκαλώντας στην Εναγόμενη ζημιά ύψους €240.000. Τα συγκεκριμένα ποσά τα ανταπαιτεί.
Για να προωθήσει την υπόθεσή του ο Ενάγοντας κάλεσε ένα μάρτυρα ενώ έδωσε και ο ίδιος μαρτυρία. Δόθηκε μαρτυρία από τον κ. Χρίστο Κληρίδη, Μ.Ε.1, δικηγόρο. Ο Μ.Ε.1 ανέφερε ότι το καλοκαίρι του 2012 ενημερώθηκε ότι ο κύριος Λουκής Λουκαΐδης και η κυρία Μάρω Λουκαΐδου ήθελαν να προσέλθουν σε διακανονισμό, σε σχέση με τα περιουσιακά τους. Λόγω της οικογενειακής σύνδεσης, της φιλίας και του γεγονότος ότι διατηρούσε στενές σχέσεις με το ζεύγος, ενήργησε ως κοινός φίλος για να λύσει το πρόβλημα. Στις 06/07/2012 ο ίδιος διαβίβασε επιστολή στον εκτιμητή Κούλη Ταλατίνη, με την οποία του ζητούσε όπως προβεί σε προκαταρκτικές εκτιμήσεις της αξίας του διαμερίσματος στην οδό Αραούζου, το οποίο συνιστούσε αρχικά την κατοικία του ζεύγους καθώς επίσης και της νέας κατοικίας που το ζεύγος είχε ανεγείρει στον Στρόβολο. Την 01/08/2012 ο ίδιος απέστειλε στον Ενάγοντα, με τηλεμήνυμα, προτεινόμενο κείμενο συμφωνίας διακανονισμού ενημερώνοντάς τον παράλληλα, με επιστολή, ότι δεν είχε συζητήσει το περιεχόμενο της συμφωνίας με την Εναγόμενη. Στις αρχές Σεπτεμβρίου του 2012 και συγκεκριμένα στις 07/09/2012, διαβίβασε νέο ηλεκτρονικό μήνυμα στον Ενάγοντα καταγράφοντάς του ότι τον είχε επισκεφθεί η Εναγόμενη έξαλλη στο γραφείο του αλλά και στεναχωρημένη, αναφέροντάς του ότι δεν θα μπορούσε να δεχθεί την αναλογία 65% με 35%. Λόγω του ότι αναμενόταν η είσπραξη κάποιας αποζημίωσης, από την απαλλοτρίωση ενός ακινήτου το οποίο ανήκε στην Εναγόμενη, είχε συζητηθεί η διανομή του ποσού της απαλλοτρίωσης στο 65% με 35%. Όμως, η συνεννόηση αυτή δεν καταγράφηκε στο συμφωνητικό, γιατί ήταν κάτι το οποίο προέκυψε κατά τη διάρκεια των θερινών διακοπών. Έθεσε ως προϋπόθεση, για αποδοχή της συγκεκριμένης αναλογίας, δύο όρους. Ο Ενάγοντας αποδέχθηκε τους όρους που είχε θέσει η Εναγόμενη, με επιστολή του ημερομηνίας 07/09/2012 και ορίστηκε ραντεβού στις 08/09/2012. Στις 08/09/2012, επισκέφθηκαν το γραφείο του ο Ενάγοντας καθώς και η Εναγόμενη και υπόγραψαν, στην παρουσία του, το Συμφωνητικό Έγγραφο και ο ίδιος υπέγραψε ως μάρτυρας. Ακολούθησε, στις 17/09/2012, διαβίβαση φαξ προς τον Ενάγοντα και την Εναγόμενη με το οποίο ο ίδιος ζητούσε να ενημερωθεί κατά πόσο είχε ολοκληρωθεί η πρώτη φάση της Συμφωνίας, δηλαδή η εγκατάσταση στις δύο κατοικίες, για να μπορέσει να προχωρήσει στα υπόλοιπα θέματα της Συμφωνίας. Προώθησε τη θέση ότι άκουσε, για πρώτη φορά, για το θέμα της έλλειψης συναίνεσης όταν έλαβε μαρτυρική κλήση σε σχέση με την παρούσα υπόθεση. Ο ίδιος είχε την εντύπωση ότι τα συμβαλλόμενα μέρη στη Συμφωνία ενεργούσαν με ελεύθερη συναίνεση. Σαν διαμεσολαβητής και φίλος και των δύο δεν ήθελε να διενεργήσει οποιαδήποτε πράξη η οποία δεν ήταν ορθή.
Κατάθεσε ως Τεκμήριο 1, την επιστολή ημερομηνίας 06/07/2012, προς τον κύριο Ταλατίνη, ως Τεκμήριο 2 την επιστολή ημερομηνίας 01/08/2012, μαζί με προσχέδιο της συμφωνίας επίλυσης περιουσιακής διαφοράς που είχε αποστείλει στον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 3 επιστολή ημερομηνίας 07/09/2012, από το δικηγορικό γραφείο Φοίβος Χρίστος Κληρίδης προς τον Ενάγοντα, ως Τεκμήριο 4 απαντητική επιστολή του Ενάγοντα ημερομηνίας 07/09/2012, ως Τεκμήριο 5 αντίγραφο της Συμφωνίας που υπογράφτηκε από τα μέρη και ως Τεκμήριο 6 επιστολή ημερομηνίας 17/09/2012.
Αντεξεταζόμενος, επέμενε στη θέση του ότι είχε λάβει ρόλο διαμεσολαβητή και ότι είχε αναλάβει, σε πρώτο στάδιο, να μεσολαβήσει για να καταλήξουν τα δύο μέρη σε συμφωνία. Η Εναγόμενη συμβουλευόταν τον γαμπρό της, τον σύζυγο της θυγατέρας της και γι' αυτό ο ίδιος μιλούσε και με τον κο Πολυκάρπου. Ερωτηθείς ανέφερε ότι δεν ήταν σε θέση να γνωρίζει αν η Εναγόμενη είχε λάβει ανεξάρτητη νομική συμβουλή ως προς τα δικαιώματά της. Αυτό που γνώριζε ήταν ότι ο Ενάγοντας είχε προηγουμένως διορίσει άλλο δικηγόρο ο οποίος είχε αποστείλει επιστολή στην Εναγόμενη, η οποία επιστολή ήταν αρκετά επιθετική προς το πρόσωπό της. Ο ίδιος προσπάθησε, σαν οικογενειακός φίλος, να βοηθήσει τα δύο μέρη να καταλήξουν στο επιθυμητό αποτέλεσμα. Η μόνη εισήγηση στην οποία προέβη προς τα Μέρη ήταν σε σχέση με το διαμέρισμα στην Αραούζου και την κατοικία στον Στρόβολο. Παραδέχθηκε ότι υπήρχε αρκετή περιουσία και ότι το εξοχικό ήταν ένα σπίτι αξίας γιατί ήταν πολυτελείας. Ερωτηθείς ανέφερε ότι ήθελαν και οι δύο με πολιτισμένο τρόπο να λύσουν τις διαφορές τους και ότι συμφώνησαν σε σχέση με τη διανομή. Όμως, μετά το καλοκαίρι τα ίδια τα μέρη έθεσαν τα υπόλοιπα θέματα τα οποία καταγράφονται στη Συμφωνία και του είχαν δοθεί οδηγίες να τα καταγράψει. Δηλαδή, να πληρώνει ο Ενάγοντας το δάνειο της κόρης του και να επιτρέπει στην Εναγόμενη να επισκέπτεται το σπίτι στον Πρωταρά. Υποστήριξε ότι είχαν συμφωνήσει μεταξύ τους.
Ερωτηθείς αναφορικά με το ποιος δικηγόρος είχε διαβιβάσει την επιθετική επιστολή προς την Εναγόμενη, ισχυρίστηκε ότι από όσα μπορούσε να θυμηθεί ήταν ο Άρης Χ'' Παναγιώτου. Όσον αφορά την περιουσία, ήταν η θέση του ότι υπήρχε ένα νέο σπίτι, το οποίο είχε κτιστεί σε οικόπεδο της Εναγόμενης, με συνεισφορά του Ενάγοντα καθώς επίσης και ένα διαμέρισμα στο οποίο διέμενε ο Ενάγοντας. Υπήρχε και ένα εξοχικό επ' ονόματι του Ενάγοντα, το οποίο είχε σημαντική αξία αφού ήταν κατοικία πολυτελείας. Ανέφερε ότι ο ίδιος αντιλαμβανόταν ότι δεν ήταν η περίπτωση ενός ζευγαριού που ήταν στα μαχαίρια και ότι, μπορεί να είχαν έρθει σε διάσταση, ήθελαν με πολιτισμένο τρόπο να λύσουν τις οικονομικές τους διαφορές. Οι ίδιοι συμφώνησαν και του έδωσαν οδηγίες να καταγράψει τα συμφωνηθέντα. Δεν τους εισηγήθηκε οποιανδήποτε διανομή και αν κάποιος διαβάσει το αρχικό έγγραφο που τους είχε αποστείλει, θα διαπιστώσει ότι ήταν ένα πολύ απλό έγγραφο με το οποίο διανέμεται το σπίτι στην Εναγόμενη, το οποίο σπίτι ανεγέρθηκε σε οικόπεδο της Εναγόμενης με έξοδα του Ενάγοντα και ο Ενάγοντας θα λάμβανε το διαμέρισμα στην οδό Αραούζου για να διαμένει εφ’ όρου ζωής χωρίς ενοίκιο. Όμως ο Ενάγοντας ισχυριζόταν ότι είχε συνεισφέρει όχι μόνο στην ανέγερση της κατοικίας στον Στρόβολο αλλά και στη βελτίωση του διαμερίσματος στην οδό Αραούζου. Ισχυρίστηκε, ότι μετά τη διαβίβαση, από τον ίδιο, της επιστολής ημερομηνίας 07/09/2012 στην Εναγόμενη, η ίδια τον επισκέφθηκε στεναχωρημένη και του ανέφερε ότι θα μπορούσε να δεχθεί το 65% με 35% που ζητούσε ο Ενάγοντας με δύο όρους: Να πληρώνει ο Ενάγοντας το δάνειο της θυγατέρας τους, το οποίο ανερχόταν στις €200.000 και τα καλοκαίρια να διαμένει και η ίδια στον Πρωταρά.
Ερωτηθείς για το ποσό που θα λάμβανε ο Ενάγοντας από την απαλλοτρίωση της περιουσίας της Εναγόμενης, ισχυρίστηκε ότι οι €410.000 θα ήταν επιπρόσθετες από τα υπόλοιπα. Όσον αφορά τις οδηγίες προς τον κο Ταλατίνη, ισχυρίστηκε ότι του είχε προφορικά αναφέρει ότι η αξία του διαμερίσματος ανερχόταν σε €2.000 το τετραγωνικό μέτρο, όμως δεν υπήρξε επιβεβαίωση ή οποιαδήποτε γραπτή εκτίμηση. Ισχυρίστηκε ότι σε σχέση με το ποσό της απαλλοτρίωσης, θα διανέμετο ως η αναλογία 65% με 35%.
Όταν του υποβλήθηκε ότι υπήρξε κάποιο επεισόδιο μεταξύ των Μερών, το οποίο είχε οδηγήσει την Εναγόμενη στο Νοσοκομείο, ο ίδιος υποστήριξε ότι είχε γνώση κάποιου προβλήματος που αφορούσε το χέρι της διότι όταν τον επισκέφθηκε είχε δεμένο το χέρι της, πλην όμως δεν του είχαν αναφερθεί οποιεσδήποτε λεπτομέρειες.
Επανεξετασθείς, ανέφερε ότι το χέρι της Εναγόμενης ήταν δεμένο με φαρμακευτικού τύπου επίδεσμο και όχι με πετσέτα. Όμως δεν γνώριζε κατά πόσο είχε προηγηθεί οποιοδήποτε επεισόδιο.
Μαρτυρία δόθηκε από τον Ενάγοντα, Μ.Ε.2, ο οποίος ανέφερε ότι μετά το διαζύγιο κλήθηκε από τον κο Κληρίδη για να προβούν σε συμφωνία με την πρώην σύζυγό του αναφορικά με την κοινή περιουσία. Υποστήριξε ότι η συγκεκριμένη Συμφωνία είναι έγκυρη και θα πρέπει να τηρηθούν οι όροι της. Δυνάμει της συγκεκριμένης Συμφωνίας, κατά τη δική του άποψη, η Εναγόμενη του οφείλει £410.000 λίρες Κύπρου, για ένα σπίτι που έκτισε ο ίδιος. Της είχε διαβιβάσει αριθμό επιστολών, αναφέροντάς της ότι θα πρέπει να του καταβληθεί το συγκεκριμένο ποσό, το οποίο η ίδια ουδέποτε κατέβαλε παρά την παρέλευση των επτά χρόνων από τη Συμφωνία. Ισχυρίστηκε ότι είναι ψέμα ο ισχυρισμός της Εναγόμενης ότι δεν είχε υπογράψει με ελεύθερη τη συναίνεσή της γιατί είχε φοβηθεί λόγω του γεγονότος ότι ο ίδιος την είχε σπρώξει και είχε χτυπήσει. Εξήγησε, ότι ο ίδιος της είχε ζητήσει να εγκαταλείψει την κατοικία και να μετακομίσει σε άλλο σπίτι και ότι μια μέρα ο ίδιος επισκέφθηκε την κατοικία στον Στρόβολο και μιλώντας με την Εναγόμενη, η ίδια φοβήθηκε και μετακινήθηκε προς τα πίσω. Πηγαίνοντας προς τα πίσω, είχε σκουντουφλήσει πάνω σε μια βαλίτσα που υπήρχε στο πάτωμα και είχε πέσει στο έδαφος. Ο ίδιος δεν την άγγιξε και ούτε θα χτυπούσε ποτέ μια γυναίκα. Ήταν η θέση του ότι η Εναγόμενη «έπλασε» τη συγκεκριμένη ιστορία για να αποφύγει την υποχρέωσή της.
Προώθησε τη θέση ότι η αξία του σπιτιού είναι πολύ μεγάλη και η αξία της περιουσίας της Εναγόμενης τεράστια. Ο ίδιος το μόνο που διέθετε ήταν το συγκεκριμένο σπίτι και το αυτοκίνητό του. Σε όλη τη ζωή του συντηρούσε τόσο την Εναγόμενη καθώς και τα παιδιά του, τα οποία σπούδασε ενώ τους βρήκε και δουλειά. Όσον αφορά το χρέος της θυγατέρας του, προώθησε τη θέση ότι το πλήρωνε κανονικά από τον λογαριασμό του. Ο ίδιος επισκέφθηκε την τράπεζα επανειλημμένα, ζητώντας τους να του δώσουν αποδείξεις ότι πλήρωσε το χρέος πλην όμως τέτοια απόδειξη δεν του παραχωρείτο, ενόψει του ότι αφορούσε λογαριασμό τρίτου προσώπου. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν έχει οποιανδήποτε περιουσία παρά μόνο ένα κομμάτι γη στην Αθήνα, το οποίο πώλησε πρόσφατα. Υποστήριξε ότι η Εναγόμενη είναι ιδιοκτήτρια μιας πολυκατοικίας με έξι (6) διαμερίσματα και ενός καταστήματος ενώ έχει ένα τεράστιο κτήμα έκτασης 3,5 σκάλες στον λάκο του Μικελή στη Λευκωσία, η αξία του οποίου υπερβαίνει τις €100.000. Από τα έξι (6) διαμερίσματα μεταβίβασε τα δύο στην εγγονή της. Όσον αφορά την κατοικία στον Πρωταρά, προώθησε τη θέση ότι ουδέποτε η Εναγόμενη του ζήτησε να μεταβεί στην κατοικία στον Πρωταρά. Όμως θα ήταν παράλογο ο ίδιος να διατηρεί μια εξοχική κατοικία, την οποία δεν είχε άμεση ανάγκη, για να πηγαίνει η Εναγόμενη για τις καλοκαιρινές της διακοπές. Αυτός ήταν ο λόγος που πώλησε, τη συγκεκριμένη κατοικία, στην τιμή του €1.100.000,00. Δεν την απείλησε, ούτε και προέβη σε οποιανδήποτε πράξη εναντίον της, όμως η ίδια χρησιμοποίησε το συγκεκριμένο χτύπημα για δικούς της σκοπούς, αφού τη συγκεκριμένη μέρα μαζί με τον γαμπρό της επισκέφθηκαν ιδιωτικό Νοσοκομείο σε σχέση με τον κατ' ισχυρισμό τραυματισμό.
Κατά τη δική του άποψη, η ίδια κωλυσιεργούσε σε σχέση με την υπό κρίση αγωγή, αναμένοντάς τον να αποβιώσει αφού είναι 87 ετών. Κατέληξε, ότι τα όσα καταγράφει η Εναγόμενη, στην Υπεράσπισή της, είναι γελοία, ότι η Υπεράσπισή της δεν είναι σοβαρή και ότι προσπαθεί να αποφύγει να πληρώσει τις υποχρεώσεις της.
Αντεξεταζόμενος ισχυρίστηκε ότι η παραχώρηση του ενοικίου προς όφελος της Εναγόμενης, ήταν κατά χάρη. Δεν υπήρχε συμφωνία καταβολής του ενοικίου του συγκεκριμένου διαμερίσματος προς την Εναγόμενη. Όταν του υποβλήθηκε ότι σε σχέση με το διαμέρισμα θα έπρεπε να γίνει καταπίστευμα προς όφελος του γιου τους, ο ίδιος ισχυρίστηκε ότι μεταβίβασε το διαμέρισμα στον γιο τους ανεπιφύλακτα. Υποστήριξε, ότι η ερμηνεία που αποδίδει ο ίδιος στη συγκεκριμένη πρόνοια της Συμφωνίας, είναι ότι το ενοίκιο του συγκεκριμένου διαμερίσματος θα της παραχωρείτο κατά χάρη όμως, μετά τη μεταβίβαση του διαμερίσματος στον γιο τους, δεν θα μπορούσε η Εναγόμενη να λαμβάνει το ενοίκιο. Ο ίδιος δεν ενδιαφέρθηκε ποτέ για το ύψος του ενοικίου. Προώθησε τη θέση ότι η ίδια δεν του έδιδε ποτέ λογαριασμό σε σχέση με τα οικονομικά της.
Ερωτηθείς κατά πόσο είχε εξοφλήσει το δάνειο της θυγατέρας του, απάντησε καταφατικά και όταν του υποδείχθηκε ότι από τον Σεπτέμβριο του 2012 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013 είχε καταβληθεί μόνο το ποσό των €17.600, ο ίδιος το αρνήθηκε. Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 7, αντίγραφο της κατάστασης λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου, που αφορά την περίοδο 18/01/2018 μέχρι 31/01/2018. Προώθησε τη θέση ότι εάν αποδειχθεί ότι ο ίδιος οφείλει οτιδήποτε σε σχέση με το χρέος της θυγατέρας του, τότε αυτό είναι παράβαση της συμφωνίας μεταξύ του ίδιου και της Εναγόμενης, γιατί δεν είχε λόγο να μην πληρώνει αφού κατά τον δεδομένο χρόνο τελούσε Δικαστής του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και λάμβανε €18.000 τον μήνα. Ο ίδιος ουδέποτε παραμέλησε την κόρη του, ως ισχυρίζεται η Εναγόμενη, αλλά τη βοήθησε τόσο στο γυμνάσιο όσο και στο πανεπιστήμιο καθώς και στην εξέλιξή της μετά την ολοκλήρωση των σπουδών της. Όταν του υποβλήθηκε ότι από τον Ιούνιο του 2016 μέχρι τον Αύγουστο του 2018 ο ίδιος είχε καταβάλει το ποσό των €16.950 προς όφελος του συγκεκριμένου δανείου υποστήριξε ότι κατέβαλλε €800 μηνιαίως από τον λογαριασμό του στην τράπεζα και ότι είχε δώσει διαταγή να μεταφέρεται το συγκεκριμένο ποσό στον λογαριασμό της θυγατέρας του. Προώθησε τη θέση ότι η τράπεζα δεν του παραχωρεί κατάσταση λογαριασμού επικαλούμενη προσωπικά δεδομένα. Όταν του υποβλήθηκε ότι το συγκεκριμένο δάνειο φέρει και τόκους, η δική του θέση ήταν ότι δεν συμφώνησε να πληρώσει τον τόκο αλλά συμφώνησε να πληρώσει το δάνειο. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ήταν σε ανθηρή οικονομική κατάσταση και δεν είχε οποιεσδήποτε άλλες υποχρεώσεις, γι' αυτό και πλήρωνε το δάνειο της κόρης του. Όσον αφορά την εξοχική κατοικία ανέφερε ότι πωλήθηκε πολλά χρόνια μετά το διαζύγιο, δεν μπορούσε όμως να θυμηθεί κατά πόσο ήταν το 2014 ή το 2015 ή το 2016. Πωλήθηκε για το ποσό του €1.100.000,00 και ο ίδιος κατέβαλε ένα μεγάλο ποσό ως φορολογία. Παραδέχθηκε ότι το συγκεκριμένο ακίνητο είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου. Όταν του υποβλήθηκε ότι σε σχέση με περιουσία που αποκτά ένας σύζυγος κατά τη διάρκεια του γάμου δικαιούται μερίδιο και ο άλλος σύζυγος, προώθησε τη θέση ότι με αυτά τα δεδομένα ο ίδιος έχει απαίτηση για τα διαμερίσματα της Αθήνας καθώς και τις πολυκατοικίες και τα κτήματα που είναι επ' ονόματι της Εναγόμενης. Κατά τη δική του άποψη, ο ίδιος στερείται της οποιασδήποτε περιουσίας και η μόνη του περιουσία είναι η εργασία του. Εργάστηκε αδιάληπτα και η μόνη βοήθεια που του παρείχε η Εναγόμενη ήταν να διαμένουν σε κατοικία την οποία της είχαν δώσει οι γονείς της. Παραδέχθηκε ότι τα διαμερίσματα στην Αθήνα είχαν αγοραστεί από χρηματικό ποσό το οποίο του είχε δώσει η Εναγόμενη. Όταν του υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη έχει να λαμβάνει από τον ίδιο, γιατί ενώ είχε αποκτηθεί τεράστια περιουσία ο ίδιος είχε συμβάλει ένα μικρό ποσό, υποστήριξε ότι ο ίδιος τη συντηρούσε σε μια ζωή ζηλευτή. Όσον αφορά το εξοχικό, ισχυρίστηκε ότι ήταν δικό του και δεν θα το κρατούσε από τη στιγμή που δεν το χρειαζόταν. Αρνήθηκε την υποβολή ότι είχε καταθετικό λογαριασμό και προώθησε τη θέση ότι η ίδια η Εναγόμενη λάμβανε ενοίκια για τα οποία ουδέποτε του έδωσε λογαριασμό.
Όσον αφορά το επεισόδιο του 2012, ο ίδιος αρνήθηκε ότι έφερε οποιανδήποτε ευθύνη και προώθησε τη θέση ότι η Εναγόμενη είχε κουτσουφλήσει σε μια βαλίτσα αφημένη στο σπίτι και είχε πέσει στο έδαφος. Δεν είχε όμως τραυματιστεί. Ισχυρίστηκε ότι η Εναγόμενη μαζί με τον γαμπρό της είχαν δημιουργήσει ένα δραματικό σκηνικό κατά το οποίο η Εναγόμενη μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Νοσοκομείο και ακολούθως είχε τυλίξει το χέρι της μέσα σε πετσέτα. Ερωτηθείς κατά πόσο η επιστολή από τον δικηγόρο Χ'' Παναγιώτου είχε διαβιβαστεί με δικές του οδηγίες, αρχικά το αρνήθηκε για να αναφέρει στη συνέχεια ότι "υποθέτω ναι". Όσον αφορά τη συγκεκριμένη επιστολή, ισχυρίστηκε ότι δεν θυμόταν το περιεχόμενό της. Προώθησε τη θέση ότι μετά που η Εναγόμενη επέστρεψε από το Απολλώνιο Νοσοκομείο είχε τοποθετήσει μια πετσέτα στο χέρι της και είχε καθίσει δίπλα του στον καναπέ. Κατά τη δική του άποψη είχε τοποθετήσει την πετσέτα για να θεωρούν ότι χτύπησε και ότι κάποιος τη συμβούλευσε να προσποιηθεί ότι είχε χτυπήσει, ενώ όταν επισκέφθηκε τον κο Κληρίδη την είχε τοποθετήσει για να δείξει ότι είναι πονεμένη. Καταλαβαίνοντας ότι δεν μπορούσε να κερδίσει οτιδήποτε, την έβγαλε.
Παραδέχθηκε ότι ο ίδιος είχε διώξει την Εναγόμενη από το σπίτι γιατί το είχε χτίσει ο ίδιος. Ερωτηθείς σε ποιον είναι εγγεγραμμένο το συγκεκριμένο σπίτι, ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος δεν έχει τίτλο ιδιοκτησίας, αλλά πρέπει να καταγράφει το δικό του όνομα. Όταν του υποβλήθηκε ότι ο τίτλος ιδιοκτησίας του σπιτιού στον Στρόβολο είναι επ' ονόματι της Εναγόμενης, ο ίδιος θύμωσε και ανέφερε ότι το σπίτι είχε κτιστεί από τον ίδιο. Αρνήθηκε την υποβολή ότι έσπρωξε την Εναγόμενη, όμως παραδέχθηκε ότι τη συγκεκριμένη μέρα ήταν εκτός εαυτού. Επέμενε στη θέση του ότι ο ίδιος της είχε ζητήσει να φύγει και έφυγε και ότι μετά την είχε δεχθεί πίσω στην κατοικία. Έδωσε τη δική του εξήγηση, ότι τη συγκεκριμένη μέρα ενώ ο ίδιος κατευθύνετο προς το μέρος της εκείνη φοβήθηκε, μετακινήθηκε προς τα πίσω, πάτησε πάνω σε μια βαλίτσα και προσγειώθηκε στο έδαφος. Ερωτηθείς γιατί είχε εγκαταλείψει ο ίδιος την κατοικία, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να ανεχτεί πλέον την Εναγόμενη και συμφώνησαν να φύγει. Είχε εγκαταλείψει τη συγκεκριμένη κατοικία πριν την υπογραφή της Συμφωνίας. Προώθησε τη θέση ότι η ίδια του έκλεψε το σπίτι στον Στρόβολο. Το μόνο που είχε πράξει ήταν να αγοράσει το οικόπεδο και ο ίδιος, όταν του εισηγήθηκε να χτίσουν σε εκείνο το οικόπεδο, μέσα στην αφέλειά του, αποδέχθηκε να ανεγείρει την κατοικία στο συγκεκριμένο οικόπεδο. Το σπίτι χρειάστηκε €800.000 για να κτιστεί και να επιπλωθεί. Κατέληξε, ότι είχε γίνει μια ανταλλαγή στην οποία ο ίδιος είχε λάβει μόνο το δικαίωμα να ζει σε ένα διαμέρισμα και εκείνη είχε πιάσει μια περιουσία με το έτσι θέλω.
Για την Εναγόμενη μαρτυρία δόθηκε από την Έλενα Μιχαήλ, Μ.Υ.1, η οποία εργάζεται στην Τράπεζα Κύπρου. Όταν της υποδείχθηκαν οι καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού της θυγατέρας των εμπλεκομένων Μερών, η ίδια τις αναγνώρισε και κατατέθηκαν ως Τεκμήριο 9 στη διαδικασία. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχαν γίνει πληρωμές από τον λογαριασμό του Ενάγοντα στο συγκεκριμένο στεγαστικό δάνειο, υποστήριξε ότι είχαν γίνει κάποιες πληρωμές και η ίδια είχε εντοπίσει πληρωμές την περίοδο 30/12/2010 μέχρι 08/01/2014. Ανέφερε ότι είχαν γίνει 5 πληρωμές με έμβασμα από την JCC. Ερωτηθείσα κατά πόσο είχαν γίνει πληρωμές από το 2012 μέχρι το 2022, υποστήριξε ότι είχαν γίνει οι ακόλουθες πληρωμές: 02/01/2018, 30/01/2018 και 22/02/2018, για €500 αντί των €800 που ήταν η δόση και στις 30/03/2018 και στις 30/05/2018, στις 02/07/2018, στις 30/06/2018, στις 30/08/2018 και πάλι €500 την κάθε φορά. Στις 30/01/2017, στις 03/02/2017, στις 03/03/2017, στις 03/04/2017, στις 03/05/2017, στις 06/06/2017, στις 25/10/2017, στις 30/11/2017, στις 03/06/2016, στις 04/07/2016, στις 05/09/2016, στις 03/10/ 2016, στις 03/11/2016 και στις 05/12/2016, είχαν καταβληθεί δόσεις ύψους €850 έκαστη. Ανέφερε ότι είχαν γίνει 6 εμβάσματα από τις 04/06/2013 μέχρι 30/01/2014 ύψους €1.976 έκαστο έμβασμα. Επέμενε στη θέση της ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε άλλη πληρωμή.
Κατά την αντεξέταση της υποδείχθηκε μια κατάσταση λογαριασμού του ίδιου του Ενάγοντα την οποία αναγνώρισε και, λόγω του ότι ο Ενάγοντας της ζήτησε να την καταθέσει, αυτή κατατέθηκε ως Τεκμήριο 10. Εξήγησε ότι για τη συγκεκριμένη περίοδο υπήρχε μια εντολή πληρωμής διευκρίνισε όμως ότι οι πελάτες έχουν το δικαίωμα, ανά πάσα στιγμή, να ακυρώσουν την οποιανδήποτε εντολή δώσουν σε σχέση με τον λογαριασμό τους. Όταν της υποβλήθηκε ότι ουδέποτε ανακλήθηκε η δοθείσα εντολή για την καταβολή της δόσης, η ίδια ισχυρίστηκε ότι η τράπεζα δεν κάνει ποτέ ό,τι θέλει αλλά εκτελεί εντολές των πελατών της. Ερωτηθείσα κατά πόσο ο ίδιος είχε ανακαλέσει τη συγκεκριμένη οδηγία, ισχυρίστηκε ότι δεν μπορούσε να απαντήσει, γιατί δεν είναι λειτουργός του συγκεκριμένου υποκαταστήματος που τηρείται ο λογαριασμός του Ενάγοντα. Παραδέχθηκε ότι ο Ενάγοντας επισκεπτόταν την τράπεζα ζητώντας καταστάσεις λογαριασμού της θυγατέρας του και ότι το κατάστημα αρνείτο να του παραχωρήσει πληροφορίες για το συγκεκριμένο δάνειο επειδή δεν υπήρχαν τέτοιες οδηγίες από την πρωτοφειλέτιδα, αλλά και λόγω του ότι ο ίδιος δεν ήταν εγγυητής.
Ερωτηθείσα εξήγησε ο Ενάγοντας ενημερωνόταν σε τακτά χρονικά διαστήματα σε σχέση με τη κίνηση του δικού του λογαριασμού, γιατί μετέβαινε στο υποκατάστημα της τράπεζας τακτικά.
Μαρτυρία δόθηκε από την Εναγόμενη, Μ.Υ.2, η οποία κατέγραψε τις θέσεις της σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Στη γραπτή της δήλωση καταγράφει ότι ήταν παντρεμένη με τον Ενάγοντα, μέχρι το 2013 που χώρισαν και απέκτησαν δύο παιδιά. Είναι η θέση της, ότι ο Ενάγοντας διετέλεσε Δικαστής στο ΕΔΑΔ και κατά τη διάρκεια που υπηρετούσε εκεί, διέμεναν μόνιμα στο Στρασβούργο. Περί το 2009, η ίδια επέστρεψε, ενώ ο Ενάγοντας παρέμεινε για περαιτέρω 6 μήνες στο Στρασβούργο. Όταν επέστρεψε, εγκαταστάθηκαν και οι δύο στην κατοικία στους στον Στρόβολο. Τότε άρχισαν να διαφαίνονται τα σοβαρά προβλήματα στη σχέση τους, λόγω της δημιουργίας εξωσυζυγικών σχέσεων του Ενάγοντα αλλά και του γεγονότος ότι η σχέση του Ενάγοντα με τη θυγατέρα του είχε διαταραχθεί αναγκάζοντας την θυγατέρα του να αποχωρήσει από το δικηγορικό γραφείο το οποίο διατηρούσαν μαζί με τον πατέρα της. Η ίδια, το 1991, είχε διαγνωστεί με καρκίνο στο στήθος και είχε χειρουργηθεί και κατά τη διάρκεια της θεραπείας της στο Λονδίνο διέμενε στο σπίτι της θυγατέρας της και του συζύγου της, οι οποίοι διέμεναν κατά το δεδομένο χρόνο στο Λονδίνο. Καταγράφει ότι η θυγατέρα της ενώ είχε αρχικά εργοδοτηθεί, το 1999, ως Δικηγόρος της Δημοκρατίας στη συνέχεια παραιτήθηκε για να εργοδοτηθεί στο γραφείο του πατέρα της, από το οποίο παραιτήθηκε το 2012 λόγω προσωπικής διαφωνίας, η οποία αφορούσε την απόφαση του πατέρα της να διαζευχθεί τη μητέρα της. Μετά την αποχώρηση της από τη δικηγορική εταιρεία του πατέρα της ο ίδιος ο πατέρας της διέδιδε ότι η θυγατέρα του δεν γνώριζε καλά τη δουλειά της και ότι αυτός ήταν ο λόγος που είχε αποχωρήσει από το δικηγορικό γραφείο. Έκτοτε, η θυγατέρα του Ενάγοντα δεν είχε μιλήσει ξανά μαζί του, αλλά ούτε και είχε οποιανδήποτε σχέση με τις επαγγελματικές του δραστηριότητες. Το 2012, ένα καλοκαιρινό βράδυ, ο Ενάγοντας την επισκέφθηκε στην κατοικία της όπου ξεκίνησε μία έντονη συζήτηση κατά την οποίαν ο Ενάγοντας της ζητούσε να φύγει από το σπίτι και παράλληλα την έσπρωχνε. Το συγκεκριμένο βράδυ την είχε σπρώξει τέσσερεις φορές προσπαθώντας να την οδηγήσει προς την έξοδο και την τελευταία φορά την είχε σπρώξει με τόση δύναμη, που έχασε την ισορροπία της και έπεσε με το χέρι της στο έδαφος με αποτέλεσμα να τραυματιστεί. Τη συγκεκριμένη ημέρα ο Ενάγοντας ήταν εκτός εαυτού και η μανία του να την βγάλει εκτός της κατοικίας είχε ως αποτέλεσμα τον τραυματισμό της. Ένιωθε μεγάλο πόνο οπότε ενημέρωσε τον γαμπρό της, τον σύζυγο της κόρης της, επαγγέλλεται ιατρός, ο οποίος αμέσως μετέβη στην κατοικία και την βρήκε στο πάτωμα τραυματισμένη. Στο σπίτι, τη συγκεκριμένη ημέρα, ήταν επίσης ο υιός τους στον οποίον είχε τηλεφωνήσει ο ίδιος ο Ενάγοντας για να του πει να μεταβεί στο σπίτι να "μαζέψει" τη μητέρα του. Ο γαμπρός της τηλεφώνησε σε ασθενοφόρο, το οποίο την μετέφερε στις Πρώτες Βοήθειες στο Απολλώνιο, όπου μετά τη διενέργεια ακτινογραφίας, είχε διαπιστωθεί σπάσιμο. Λόγω του ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί γύψος στο συγκεκριμένο σημείο της ακινητοποίησαν το χέρι. Παρέμεινε στο κρεβάτι για κάποιες μέρες, ενώ το χέρι της έμεινε ακινητοποιημένο για μεγάλο διάστημα μέχρι να δέσει. Τις επαφές με τον γιατρό και τα ιατρικά πιστοποιητικά τα τηρούσε υπό τη φύλαξη του ο γαμπρός της, ο οποίος στις 10/03/2023 υπέστη σοβαρό εγκεφαλικό το οποίο τον οδήγησε στην Αθήνα. Μετά το επεισόδιο του καλοκαιριού του 2012, η ίδια έδωσε το κλειδί ενός διαμερίσματος της στον Ενάγοντα, συγκεκριμένα το κλειδί του ρετιρέ της πολυκατοικίας που η ίδια είχε χτίσει, για να διαμένει. Στη συγκεκριμένη πολυκατοικία, στο ισόγειο, διαμένει ο υιός τους, στον πρώτο όροφο ο εγγονός τους, στον δεύτερο όροφο διατηρούσε το δικηγορικό γραφείο του ο Ενάγοντας, ενώ στον τρίτο και τέταρτο όροφο διαμένει ο Ενάγοντας. Μετά το συγκεκριμένο συμβάν, ο Ενάγοντας αποτάθηκε στον δικηγόρο Άρη Χ'' Παναγιώτου, ο οποίος απειλούσε την ίδια με διαδικασίες στο Δικαστήριο, προβάλλοντας οικονομικές απαιτήσεις. Η ίδια είχε πετάξει τις συγκεκριμένες επιστολές που της απέστειλε γιατί το περιεχόμενο τους της προκαλούσε τεράστια αναστάτωση. Κατά το δεδομένο χρόνο ήταν φοβισμένη και σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, λόγω της συμπεριφοράς του Ενάγοντα απέναντι της και το μόνο που επιθυμούσε ήταν να απαλλαγεί από αυτόν για να σταματήσει να της καταστρέφει τη ζωή και να βρει την ηρεμία της. Ο μόνος τρόπος να γίνει αυτό ήταν να υποκύψει στις περιουσιακές του απαιτήσεις. Η ίδια δεν μπορούσε να κατανοήσει τις απαιτήσεις του Ενάγοντα και αυτά που ο ίδιος θεωρούσε ότι έπρεπε να του παραχωρήσει όμως γνώριζε ότι αντιδρούσε πάρα πολύ έντονα και αυτό της δημιουργούσε τρόμο, γι' αυτό και όταν της παρουσίασε τις προτάσεις, όπως αυτές διαμορφώθηκαν στο συμφωνητικό, η ίδια τις δέχτηκε για να ησυχάσει η ψυχή της, παρά το γεγονός ότι γνώριζε ότι σε καμία περίπτωση δεν δικαιούτο ο Ενάγοντας αυτά που επέμενε να του παραχωρηθούν. Κατά τη διάρκεια του γάμου τους ο Ενάγοντας είχε αγοράσει μία παραθαλάσσια κατοικία στον Πρωταρά, η οποία άξιζε πάνω από €2.000.000, την οποίαν τελικά πώλησε. Η ίδια είχε δικαίωμα στη συγκεκριμένη κατοικία, συγκεκριμένα είχε δικαίωμα στο 1/3 της αξίας της. Από την πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας η ίδια δεν έλαβε οποιοδήποτε ποσό ούτε και έλαβε οποιοδήποτε ποσό από τις καταθέσεις που ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε δημιουργήσει κατά τη διάρκεια του γάμου τους. Με τη συγκεκριμένη Συμφωνία, εκτός από την πληρωμή ενός ποσού που ο Ενάγοντας δεν δικαιούτο, είχε λάβει και την επικαρπία εφ' όρου ζωής του διαμερίσματος στο οποίο κατοικεί και το οποίο ανήκει στην ίδια. Πριν την εγκατάσταση του Ενάγοντα, η ίδια ενοικίαζε το διαμέρισμα για €2.500 τον μήνα, δηλαδή ο Ενάγοντας επωφελείτο ενός ποσού της τάξεως των €30.000 τον χρόνο και αυτό θα διαρκούσε καθ' όλην τη διάρκεια της ζωής του. Με τα συγκεκριμένα δεδομένα, η διευθέτηση στην οποίαν είχαν περιέλθει, κατά τη δική της άποψη, ήταν εντελώς άδικη και επαχθής για την ίδια. Στην ίδια συμφωνία ο Ενάγοντας είχε δεσμευτεί ότι η ίδια θα είχε δικαίωμα εφ' όρου ζωής στο ενοίκιο του συγκεκριμένου διαμερίσματος στο Μέγαρο Σιαντεκλαίρ, ότι ο Ενάγοντας θα εξοφλούσε το χρέος ‑ δάνειο το οποίο έλαβε η θυγατέρα τους για την ανέγερση της κατοικίας της, το οποίο ανερχόταν στις €200.000 και ότι θα της επέτρεπε τη χρήση της κατοικίας του Πρωταρά κατά τους καλοκαιρινούς μήνες σε περιόδους που ο ίδιος δεν θα την χρησιμοποιούσε, υπό την προϋπόθεση ότι θα συνοδευόταν από ένα από τα παιδιά τους ή τα εγγόνια τους. Όμως ο Ενάγοντας μεταβίβασε το διαμέρισμα στο Μέγαρο Σιαντεκλαίρ στον υιό τους, χωρίς να γίνει πρόβλεψη ότι η ίδια θα εισπράττει το ενοίκιο με αποτέλεσμα το διαμέρισμα να παραμείνει ξενοικίαστο και η ίδια να μην λαμβάνει οποιοδήποτε εισόδημα, παρά το γεγονός ότι το 2012 λάμβανε εισόδημα περί τα €350 μηνιαίως σε σχέση με το συγκεκριμένο διαμέρισμα. Σε ό,τι αφορά το δάνειο της θυγατέρας του, ο Ενάγοντας κατέβαλε παροδικά δόσεις. Σύμφωνα με τα όσα της είχαν λεχθεί από τον Σεπτέμβριο του 2012 μέχρι τον Σεπτέμβριο του 2013, κατέβαλε περί τις €17.600 και στη συνέχεια κατέβαλλε μικρές δόσεις, από τον Ιούνιο του 2016 μέχρι τον Αύγουστο του 2018, περί τις €16.950 ενώ το ποσό που έπρεπε να καταβάλει ανερχόταν στις €240.000. Το συγκεκριμένο δάνειο έφερε τόκο και λόγω του ότι ο Ενάγοντας δεν κατέβαλλε ούτε τη δόση αλλά ούτε και τον τόκο, το δάνειο αποπληρώθηκε από τρίτο πρόσωπο. Σύμφωνα με τη μαρτυρία της τραπεζικού υπαλλήλου, οι πληρωμές του Ενάγοντα για το δάνειο της θυγατέρας του, ανέρχονται συνολικά στο ποσό των €14.800. Αποτέλεσμα της απόφασης του Ενάγοντα να πωλήσει την κατοικία στον Πρωταρά, ήταν να χάσει η ίδια την ευκαιρία να απολαμβάνει τις διακοπές της στο εξοχικό του Πρωταρά, του οποίου η ενοικιαστική αξία ανερχόταν στο ποσό των €40.000 για κάθε καλοκαίρι αφού σύμφωνα με δική της εκτίμηση η ημερήσια ενοικιαστική του αξία ανέρχεται στα €500. Η άρνηση του Ενάγοντα να συμμορφωθεί με τα συμφωνηθέντα, κατά τη δική της άποψη, υποδηλώνει ότι δεν είχε ποτέ σκοπό να τηρήσει το δικό του μέρος της Συμφωνίας. Την επίδικη Συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών διαφορών η ίδια την είχε υπογράψει κάτω από τις συνθήκες που περιέγραψε και ήταν αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης και εξαναγκασμού.
Αντεξεταζόμενη ισχυρίστηκε, ότι καθ' όλον τον καιρό που ο Ενάγοντας βρισκόταν στο Στρασβούργο, η ίδια διέμενε μαζί του εκεί. Αρνήθηκε την υποβολή ότι επισκεπτόταν παροδικά το Στρασβούργο και προώθησε τη θέση ότι διέμενε στο Στρασβούργο από την πρώτη ημέρα μέχρι την τελευταία και ότι επέστρεψε στην Κύπρο προς το τέλος της θητείας του Ενάγοντα, μετά από δική του παρότρυνση. Ερωτηθείσα για το διαζύγιο, ισχυρίστηκε ότι η ίδια είχε προχωρήσει στην υποβολή αίτησης διαζυγίου γιατί ο Ενάγοντας είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και γιατί την είχε σπρώξει και είχε σπάσει το χέρι της. Κατονόμασε, στην αίθουσα του Δικαστηρίου, τα ονόματα των γυναικών με τις οποίες ο Ενάγοντας διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις.
Όσον αφορά τη συγκεκριμένη Συμφωνία ερωτηθείσα ανέφερε ότι η ίδια είχε κληθεί από τον κ. Κληρίδη να του γνωστοποιήσει κατά πόσο συμφωνεί με το περιεχόμενο της Συμφωνίας. Παραδέχτηκε ότι την υπέγραψε, πλην όμως εξήγησε ότι βρισκόταν σε δύσκολη κατάσταση γιατί ήταν ερείπιο και ήθελε να ηρεμίσει. Δεν μπορούσε να μιλήσει, γιατί είχε χάσει τον εαυτό της, τον οποίον βρήκε ξανά όταν διαζεύχτηκε από τον Ενάγοντα. Ερωτηθείσα εκ νέου επέμενε ότι ουδέποτε υπέγραψε με ελεύθερη τη βούλησή της τη συγκεκριμένη Συμφωνία. Όταν ρωτήθηκε από τον Ενάγοντα, κατά πόσο την είχε χτυπήσει, προώθησε τη θέση ότι όχι μόνο την είχε χτυπήσει ο Ενάγοντας αλλά είχε βγάλει και μαχαίρι για να την εκφοβίσει, γιατί δεν ήθελε να πάει σε μία δεξίωση λόγω του ότι ήταν άρρωστη. Επιπρόσθετα, ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας είχε κλωτσήσει την καρέκλα που καθόταν σε ένα περιστατικό και σε κάποιο άλλο είχε σπάσει ένα βάζο κινέζικο, λόγω του ότι ήταν πολύ θυμωμένος. Όταν ο Ενάγοντας της υπέβαλε ότι δωροδόκησε τα παιδιά της για να πάρουν το δικό της μέρος, ισχυρίστηκε ότι του υιού της του έδωσε ένα διαμέρισμα για να διαμένει αξιοπρεπώς και ότι δεν είχε δώσει οποιανδήποτε περιουσία στα παιδιά της. Όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια επιθυμεί να λαμβάνει ενοίκιο από το συγκεκριμένο διαμέρισμα, το αρνήθηκε.
Όσον αφορά το περιστατικό του 2012 η ίδια ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας την έσπρωξε τέσσερεις φορές με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία της, να μετακινηθεί προς τα πίσω και να πέσει με τον ώμο της για να αποφύγει το πόδι της τραπεζαρίας στο οποίο, εάν χτυπούσε το κεφάλι της, ο τραυματισμός θα ήταν πολύ χειρότερος. Λόγω του τραυματισμού παραλήφθηκε από ασθενοφόρο, το οποίο την μετέφερε στο Απολλώνιο στην παρουσία των παιδιών της. Όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια χτύπησε πάνω σε βαλίτσα, η οποία βρισκόταν στο πάτωμα και σκόνταψε, το αρνήθηκε και επανέλαβε τη θέση ότι ο Ενάγοντας την έσπρωχνε και ότι την τέταρτη φορά έχασε την ισορροπία της. Ισχυρίστηκε ότι την έσπρωχνε σε μία προσπάθειά του για να την βγάλει από το σπίτι. Στην ακτινογραφία διαφάνηκε ότι το χέρι ήταν σπασμένο σε δύο μέρη και λόγω του ότι δεν μπορούσε να τοποθετηθεί γύψος, περίμενε πολύν καιρό για να θρέψει και για αυτό το είχε δεμένο για μεγάλη χρονική διάρκεια. Όταν της υποβλήθηκε ότι όλο αυτό ήταν δημιούργημα της φαντασίας της, το αρνήθηκε.
Όσον αφορά την κατοικία στον Πρωταρά, της υποβλήθηκε ότι είχαν χρησιμοποιηθεί, για την αγορά της, χρήματα του Ενάγοντα. Η ίδια προώθησε τη θέση ότι για τέσσερα χρόνια έψαχνε να βρει σπίτι στον Πρωταρά και όταν ο γαμπρός της εντόπισε τη συγκεκριμένη κατοικία, τηλεφώνησαν του ιδιοκτήτη και ο Ενάγοντας είχε καταβάλει την προκαταβολή για να αγοραστεί το συγκεκριμένο σπίτι. Επέμενε, ότι η ίδια ήθελε ένα σπίτι στη θάλασσα και ότι αυτός που την είχε βοηθήσει να το εντοπίσει ήταν ο γαμπρός της. Όταν της υποβλήθηκε ότι στη συγκεκριμένη Συμφωνία ο κος Κληρίδης κατέγραφε αυτά που η ίδια επιθυμούσε το αρνήθηκε. Προώθησε τη θέση ότι ο δικηγόρος Άρης Χ'' Παναγιώτου της διαβίβασε, εκ μέρους του Ενάγοντα, αισχρές επιστολές που αφορούσαν τις απαιτήσεις του. Υποστήριξε ότι δεν υπήρχε πιθανότητα να υπάρξει διάλογος μεταξύ της ιδίας και του Ενάγοντα, γιατί δεν μπορούσε να υπάρχει κοινό έδαφος αλλά και γιατί της επιτίθετο. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας λάμβανε μισθό ύψους €28.000 τον μήνα ως Δικαστής του ΕΔΑΔ, ενώ για τρία και πλέον χρόνια που πηγαινοερχόταν στο Στρασβούργο είχε απολαβές πολλές χιλιάδες ευρώ. Όταν της υποβλήθηκε ότι με αυτά τα λεφτά ο ίδιος συντηρούσε εκείνην και τα παιδιά τους, η ίδια προώθησε τη θέση ότι το μόνο που πρόσφερε στο σπίτι ήταν οι σπουδές των παιδιών του. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο ίδιος είχε καταβάλει προς όφελος της κόρης του ΛΚ300.000, η ίδια ισχυρίστηκε ότι είχε καταβληθεί προς την τράπεζα μόνο το ποσό των €16.000. Η μάρτυρας κατέληξε ότι ουδέποτε είχε ζητήσει οτιδήποτε από τον Ενάγοντα και ότι ο ίδιος της συμπεριφερόταν με βιαιότητα.
Δόθηκε μαρτυρία και από τον Κυριάκο Αθηνοδώρου, Μ.Υ.3, εγκεκριμένο εκτιμητή από το 1995, ο οποίος ασχολείται με εκτιμήσεις τα τελευταία 30 χρόνια, διατηρώντας το δικό του γραφείο. Εξήγησε ότι η κύρια απασχόληση του γραφείου του είναι οι εκτιμήσεις ακινήτων, η παροχή κτηματικών συμβουλών, η διενέργεια μελετών ανάπτυξης και γενικά οτιδήποτε έχει σχέση με τα ακίνητα. Στις 21/03/2025, του είχε ζητηθεί από το δικηγορικό γραφείο της κας Βραχίμη να ετοιμάσει μια τεκμηριωμένη έκθεση σε σχέση με την ενοικιαστική αξία ενός διαμερίσματος που βρίσκεται στο μέγαρο Σιαντεκλαίρ, ένα κεντρικό κτίριο στη Λευκωσία. Η εκτίμηση διενεργήθηκε με ελεύθερη την κατοχή του ακινήτου, αφού το ζητούμενο ήταν το αγοραίο ενοίκιο με ουσιώδη χρόνο τις 14/11/2012. Λόγω της δυσκολίας ανεύρεσης συγκριτικών ενοικιάσεων το 2012, εξήγησε ότι ακολούθησε τη μέθοδο του υπολογισμού της αγοραίας αξίας του ακινήτου, για να υπολογίσει το αγοραίο ενοίκιο, αφού το αγοραίο ενοίκιο συνιστά ένα ποσοστό επί της αγοραίας αξίας. Ο ίδιος είχε φέρει μαζί του τον δείκτη του RICS Κύπρου, για το τέταρτο τρίμηνο του 2012, στον οποίο καταγράφεται ότι το αγοραίο ενοίκιο, κατά τον ουσιώδη χρόνο, αποτελούσε ένα ποσοστό της τάξης του 3,8% της αξίας. Το συγκεκριμένο ποσοστό κυμαίνεται με βάση τα συγκεκριμένα χαρακτηριστικά του κάθε ακινήτου. Κατάθεσε την Έκθεση που ετοίμασε μαζί με τον δείκτη του RICS, ως Τεκμήρια 11 και 12. Επέσυρε την προσοχή του Δικαστηρίου στη σελίδα 39 της Έκθεσης, στην οποία επισύναψε 16 πωλήσεις διαμερισμάτων γύρω από το Μέγαρο Σιαντεκλαίρ. Οι αξίες των συγκεκριμένων ενοικίων κυμαίνονται από €800 μέχρι τα €1.400. Λαμβάνοντας υπόψιν ότι το συγκεκριμένο ακίνητο χρειαζόταν κάποια ανακαίνιση, ο ίδιος υιοθέτησε το ποσό των €1.400 το μέτρο, ήτοι η αξία του ακινήτου κατά τον ουσιώδη χρόνο ανέρχετο στις €74.000. Έκτοτε όμως οι τιμές έχουν αυξηθεί. Το ενοίκιο σήμερα ανέρχεται περί τις €3.000 τον χρόνο.
Ο μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.
Επόμενος μάρτυρας ήταν ο Γιώργος Λουκαΐδης, Μ.Υ.4, ο οποίος ετοίμασε γραπτή δήλωση στην οποία παρέθεσε τις θέσεις του. Σημειώθηκε ως Έγγραφο 2. Στη γραπτή του δήλωση κατέγραψε ότι είναι 61 ετών και ότι είναι υιός του Ενάγοντα από τον γάμο του με την Εναγόμενη. Υποστήριξε ότι η σχέση των γονιών του είχε σκαμπανεβάσματα και από όσο μπορούσε να θυμηθεί για κάποιες περιόδους ήταν τσακωμένοι και για άλλες συμφιλιωμένοι. Η συμπεριφορά του πατέρα του προς τον ίδιο, από νεαρή ηλικία, ήταν εκφοβιστική και συχνά τον τρόμαζε κάνοντας μια χαρακτηριστική κίνηση, ανυψώνοντας το χέρι του με πρόθεση να τον χτυπήσει. Οι γονείς του διαζεύχτηκαν το 2012 με 2013. Καταγράφει ότι ο πατέρας του διατέλεσε Βοηθός Γενικός Εισαγγελέας και στη συνέχεια Δικαστής στο Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων. Για το διάστημα που διατέλεσε Δικαστής στο ΕΔΑΔ διέμενε μαζί με τη μητέρα του στο Στρασβούργο, η οποία μητέρα του επέστρεψε στην Κύπρο 6 μήνες πριν από τον πατέρα του. Με την επιστροφή τους έμεναν στην οδό Ντικόμ, κοντά στο Απολλώνιο. Ο πατέρας του, επιστρέφοντας, άνοιξε δικηγορικό γραφείο όπου εργοδοτήθηκε και η αδελφή του. Περί το τέλος της άνοιξης του 2012 του τηλεφώνησε ο πατέρας του, αναφέροντάς του να μεταβεί στο σπίτι για να μαζέψει τη μητέρα του. Ο ίδιος είχε καταλάβει ότι ο πατέρας του βρισκόταν εκτός εαυτού και λόγω του ότι άκουγε φωνές στο τηλέφωνο αντιλήφθηκε ότι κάτι σοβαρό είχε συμβεί. Όταν εισήλθε στο σπίτι είδε τον πατέρα του να σπρώχνει τη μητέρα του 1 ‑ 2 φορές δυνατά. Είδε τη μητέρα του να μετακινείται πίσω, με αποτέλεσμα να πέσει στο έδαφος και να αρχίσει να φωνάζει ότι την πονούσε ο ώμος της. Στη συνέχεια μετέβηκε στο σπίτι ο σύζυγος της αδελφής του, ο οποίος είναι ιατρός και ο πατέρας του είχε μια έντονη συζήτηση μαζί του, όπου ο πατέρας του τον έβριζε. Ο σύζυγος της αδελφής του διευθέτησε τη μεταφορά της μητέρας του στο Απολλώνιο με ασθενοφόρο. Η μητέρα του για αρκετό καιρό είχε δεμένο το χέρι της με επίδεσμο, γιατί είχε υποστεί κάταγμα και γιατί στο συγκεκριμένο σημείο δεν μπορούσε να τοποθετηθεί γύψος αλλά έπρεπε να δέσει το κόκαλο από μόνο του. Για αρκετό χρόνο παραπονείτο ότι πονούσε. Όσον αφορά την ακτινογραφία που είχε ληφθεί την είχε στην κατοχή του ο γαμπρός του ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό και όταν αποφασίστηκε η ενοικίαση του σπιτιού του ο αδελφότεχνός του, ο οποίος ήταν υπεύθυνος να ετοιμάσει το σπίτι προς ενοικίαση, πέταξε τις ακτινογραφίες της μητέρας του μαζί με άλλα αντικείμενα. Μετά το συγκεκριμένο συμβάν, η μητέρα του ήταν σε πολύ άσχημη ψυχολογική κατάσταση, γιατί άρχισε να φοβάται για τη σωματική της ακεραιότητα. Ο πατέρας του εγκατέλειψε το σπίτι και εγκαταστάθηκε στο διαμέρισμα στην οδό Ανδρέα Αραούζου 7. Ως αντιλήφθηκε ο ίδιος μετά το συμβάν οι γονείς του υπέγραψαν συμφωνία για επίλυση των περιουσιακών διαφορών, πλην όμως η μητέρα του παραπονείτο ότι υπέγραψε κατόπιν εκφοβισμού και ότι η συμφωνία ήταν άδικη για την ίδια. Περί τον Φεβρουάριο του 2015, του τηλεφώνησε η μητέρα του για να του αναφέρει ότι ο πατέρας του την είχε εξυβρίσει στην παρουσία του προσωπικού του γραφείου του και στην παρουσία της δεύτερης συζύγου του. Όταν αντιμετώπισε τον πατέρα του, σε σχέση με το συγκεκριμένο γεγονός, ο ίδιος ο πατέρας του παραδέχθηκε το λάθος του. Τον Νοέμβριο του 2012, ο πατέρας του του μεταβίβασε ένα διαμέρισμα στο Μέγαρο Σιαντεκλαίρ, το οποίο μέχρι σήμερα παραμένει κενό. Το συγκεκριμένο διαμέρισμα μαζί με επτά οικόπεδα, στο Πόρτο Χέλι στην Ελλάδα, συνιστούν ακίνητη περιουσία του πατέρα του που κληρονόμησε από τη μητέρα του. Ο ίδιος διαμένει σε ισόγειο διαμέρισμα, το οποίο του παραχώρησε η μητέρα του.
Κατάθεσε, ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο του τίτλου ιδιοκτησίας του συγκεκριμένου διαμερίσματος με αριθμό 4 στον 6ον όροφο. Ο συγκεκριμένος μάρτυρας δεν αντεξετάστηκε.
Μαρτυρία δόθηκε και από την εγγονή των εμπλεκομένων Μερών, Μάρω Πολυκάρπου, Μ.Υ.5. Παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτή δήλωση, η οποία σημειώθηκε ως Έγγραφο 3. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της δήλωσής της, η ίδια σπούδασε νομικά και εργάζεται στο Πανεπιστήμιο του Μπέρμινχαμ. Ο αδελφός της σπουδάζει γιατρός και διαμένει μόνιμα στην Αθήνα. Από τον καιρό που η ίδια μπορούσε να θυμηθεί η σχέση της γιαγιάς της με τον παππού της ήταν γεμάτη εντάσεις και συγκρούσεις, κατά κύριο λόγο, λόγω του δύσκολου χαρακτήρα του παππού της και της νευρικής και εγωιστικής προσωπικότητας του αλλά και της απρεπούς συμπεριφοράς του σε βάρος της γιαγιάς της. Η συγκεκριμένη κατάσταση επιδεινώθηκε περί τα τέλη του 2011 αρχές του 2012, όπου ο παππούς της άρχισε να εκδηλώνει λεκτική και σωματική βία σε βάρος της γιαγιάς της, με πρόφαση ψευδείς κατηγορίες περί εξωσυζυγικών σχέσεων, οι οποίες αποτελούσαν τον τρόπο για να δικαιολογήσει ο ίδιος τη δική του απόφαση για να ζητήσει διαζύγιο. Η ίδια θυμάται κάποιες φορές τον παππού της να σηκώνει απειλητικά το μπαστούνι του, το οποίο χρησιμοποιούσε για να περπατήσει, εναντίον της γιαγιάς της. Την Πρωτοχρονιά του 2011, ενώ ήταν καλεσμένη στο σπίτι του παππού και της γιαγιάς της, βρήκαν τη γιαγιά της στενοχωρημένη και η ίδια τους είχε δηλώσει ότι την είχε χτυπήσει ο παππούς με το μπαστούνι στα πόδια κατηγορώντας την ψευδώς ότι διατηρούσε εξωσυζυγικές σχέσεις. Συνήθως η γιαγιά της απέκρυπτε τέτοια περιστατικά για να προστατεύσει τόσο τα παιδιά της αλλά και τα εγγόνια της και για να διαφυλάξει την ψυχική ηρεμία όλων. Αρχές του 2012, τους είχε επισκεφθεί ο Ενάγοντας στο σπίτι τους σε έξαλλη κατάσταση, αναφέροντας τους ότι η Εναγόμενη είχε ξεχάσει στο σπίτι το κινητό της, στο οποίο καλούσε ένας άνδρας που κατ' ισχυρισμόν του παππού της, ήταν ο εξωσυζυγικός δεσμός της Εναγόμενης. Διαπιστώθηκε ότι η κλήση ήταν εξερχόμενη και είχε πραγματοποιηθεί από τον ίδιο τον παππού, αφού η γιαγιά έλειπε στο κομμωτήριο κατά τον χρόνο της κλήσης. Καταγράφει ότι ο παππούς της συνέχισε να απειλεί τη γιαγιά της και προσπαθούσε να αμαυρώσει την κοινωνική της εικόνα μεταδίδοντας της δυσφημιστικά σχόλια και ψευδείς κατηγορίες εναντίον της. Η κατάσταση κορυφώθηκε τον Ιούλιο του 2012, όπου ένα βράδυ ο θείος της τηλεφώνησε του πατέρα της λέγοντας του ότι ο Ενάγοντας απαιτούσε να φύγει η Εναγόμενη από το σπίτι και όταν εκείνη αρνήθηκε ο Ενάγοντας την έσπρωξε με αποτέλεσμα να πέσει στο πάτωμα και να χτυπήσει. Τότε μετέβηκαν όλοι στην κατοικία των παππούδων και η ίδια θυμάται τον παππού της να φωνάζει άσχημες εκφράσεις στον πατέρα της και να του ζητά να αφήσει τη γιαγιά της πεσμένη στο πάτωμα. Το συγκεκριμένο βράδυ, κλήθηκε ασθενοφόρο το οποίο μετέφερε τη γιαγιά της στο ιδιωτικό νοσοκομείο Απολλώνιο, όπου διαγνώστηκε με κάταγμα στην περιοχή του ώμου και ακινητοποιήθηκε το χέρι της. Την ακτινογραφία που είχε ληφθεί το συγκεκριμένο βράδυ την είχε στην κατοχή του ο πατέρας της, ο οποίος υπέστη εγκεφαλικό και όταν αποφασίστηκε η ενοικίαση της δικής τους κατοικίας, οι συγκεκριμένες ακτινογραφίες απωλέστηκαν. Οι απειλές εναντίον της γιαγιάς της από τον παππού της συνεχίστηκαν, το ίδιο και η βίαιη συμπεριφορά και οι δικηγορικές επιστολές που έστελνε ο παππούς της, με συνέπειες για τη γιαγιά της να χάσει βάρος, να είναι συνεχώς στεναχωρημένη και φοβισμένη. Η μητέρα της δε, μετά την αποχώρηση από το γραφείο του παππού της, είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη για την οποίαν λάμβανε φαρμακευτική αγωγή. Η συμπεριφορά του παππού της, προς τη μητέρα της, όταν αυτή εργαζόταν στο γραφείο του, της άφησε σοβαρά κατάλοιπα με αποτέλεσμα τη λήψη ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής. Όταν υπογράφτηκε η συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών διαφορών, στις 08/09/2012, ο παππούς της παρέλαβε από το σπίτι στον Στρόβολο όλα τα έπιπλα που είχε αγοράσει συμπεριλαμβανόμενων δύο πρασίνων καναπέδων, ενός πίνακα του Λαδόματου, μίας αρχαίας κινέζικης καρέκλας, μίας κολώνας στο γραφείο του, βιβλία, τα έπιπλα της κρεβατοκάμαρας του και τα ρούχα του. Μετακόμισε στο ρετιρέ της οδού Ανδρέα Αραούζου, όπου διαμένει μέχρι σήμερα. Σε σχέση με το πάρκινγκ στην πολυκατοικία Αραούζου 5, η ίδια είχε στην κατοχή της φωτογραφίες που δείχνουν ένα αυτοκίνητο μάρκας Smart, το οποίο χρησιμοποιείτο από παλιά υπάλληλο του παππού της, σταθμευμένο στον συγκεκριμένο χώρο στάθμευσης, στον οποίον για μεγάλο χρονικό διάστημα ο παππούς της στάθμευε και το αυτοκίνητο Jaguar, το οποίο οδηγεί ο ίδιος μέχρι και σήμερα, κλείνοντας αυθαίρετα ολόκληρο τον διαθέσιμο χώρο στάθμευσης. Σύμφωνα με τη συγκεκριμένη συμφωνία, στον παππού της είχε παραχωρηθεί ένα συγκεκριμένο πάρκινγκ, στο οποίο δικαιούταν να σταθμεύει, όμως επί σειρά ετών ο ίδιος στάθμευε και τα δύο αυτοκίνητα εμποδίζοντας, με αυτόν τον τρόπο, την πρόσβαση και τη χρήση των υπόλοιπων θέσεων στάθμευσης από τους ενοικιαστές του δικού της διαμερίσματος που βρίσκεται ακριβώς δίπλα. Κατέγραψε, ότι μετά τη συμφωνία επίλυσης των περιουσιακών διαφορών, τόσο η ίδια καθώς και ο αδελφός της, συνόδευαν τη γιαγιά τους, τους καλοκαιρινούς μήνες, στο εξοχικό στον Πρωταρά, όπου διέμεναν περί τις δύο εβδομάδες. Όσον αφορά το δάνειο της οικογενειακής της κατοικίας, υποστήριξε ότι ο παππούς της είχε πληρώσει μόνο κάποιες από τις δόσεις και ότι τελικά πληρώθηκε εξ' ολοκλήρου από τον πατέρα της. Ο πατέρας της είχε στην κατοχή του επιστολές τις οποίες του είχε απευθύνει ο παππούς της, στις οποίες καταγράφετο ότι δεν θα πλήρωνε πλέον το δάνειο και ότι είναι φτωχός και γι' αυτόν τον λόγο θέλει να φυλάξει τα λεφτά του. Τελικά, το στεγαστικό δάνειο της μητέρας της αποπληρώθηκε από την πατρική γιαγιά της.
Κατέθεσε δέσμη από δύο φωτογραφίες που απεικονίζουν το συγκεκριμένο διαμέρισμα, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 14. Δέσμη από φωτογραφίες που αντικατοπτρίζουν τον χώρο στάθμευσης, οι οποίες σημειώθηκαν ως Τεκμήριο 14Α. Επιστολή ημερομηνίας 01/10/2018 από τον πατέρα της προς τον παππού της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 15. Κατάσταση λογαριασμού της μητέρας της, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 16.
Αντεξεταζόμενη ανέφερε ότι αγαπά τη γιαγιά της, αρνήθηκε όμως την υποβολή ότι η γιαγιά της της υπαγόρευσε όλα αυτά τα γεγονότα και προώθησε τη θέση ότι ήταν μπροστά σε πολλά περιστατικά από αυτά που είχαν συμβεί, ενώ σε άλλα που δεν ήταν, της τα είχαν περιγράψει ο θείος της και η μητέρα της. Ισχυρίστηκε ότι ο Ενάγοντας φώναζε στη γιαγιά της καθημερινά και μπλέκονταν σε καβγάδες πολύ τακτικά. Εξήγησε ότι πολλές φορές ο Ενάγοντας σήκωνε το μπαστούνι για να επιβάλει τις επιθυμίες του, όμως διευκρίνισε ότι σε σχέση με τα εγγόνια του, ήταν μια χαρά. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι η γιαγιά της απέκρυπτε πολλά από αυτά τα περιστατικά για να κρατήσει μίαν ισορροπία. Σε ερώτηση που της τέθηκε υποστήριξε ότι η δική της σχέση με τον παππού της δεν σχετίζεται με τη συμπεριφορά που επιδείκνυε στη γιαγιά της και ότι όσα έζησε, από τα 16 της χρόνια όταν ξεκίνησαν οι διαφορές τους, αυτά παρέθεσε στη γραπτή της δήλωση την οποίαν συνέταξε η ίδια προσωπικά. Όταν της υποβλήθηκε ότι ο Ενάγοντας προσωπικά δεν είπε κάτι εναντίον της Εναγόμενης, η ιδία προώθησε τη θέση ότι της είχαν αναφέρει φίλοι της, που έχουν μάθει από τους δικούς τους παππούδες και γιαγιάδες, ότι ο ίδιος έλεγε ότι η γιαγιά της είχε εξωσυζυγικές σχέσεις και ότι εκείνη ήταν υπεύθυνη για όλα. Η ίδια όμως γνώριζε ότι όλα αυτά δεν ανταποκρίνονταν στην αλήθεια αφού περνούσε τα καλοκαίρια της με τη γιαγιά της και χρησιμοποιούσε το κινητό της και τα μόνα μηνύματα που λάμβανε στο κινητό της ήταν από ενοικιαστές της που δεν της κατέβαλλαν τα ενοίκια. Όταν της υποβλήθηκε ότι η Εναγόμενη είχε την καλύτερη ζωή που θα μπορούσε να είχε μία σύζυγος, ισχυρίστηκε ότι πράγματι η γιαγιά της είχε καλή ζωή, πλην όμως καυγάδιζαν συνέχεια με τον παππού της και αυτά είναι γεγονότα τα οποία η ίδια είχε βιώσει. Η ίδια συνόδευε τη γιαγιά της στην Αθήνα τα καλοκαίρια καθώς επίσης και στο Στρασβούργο τον καιρό που ζούσε εκεί.
Τελευταίος έδωσε μαρτυρία ο Γιάννης Πάτσαλος, Μ.Υ.6, εγκεκριμένος λογιστής - ελεγκτής, ο οποίος διατηρεί τη δική του εταιρεία και ασκεί το επάγγελμα του λογιστή για 20 και πλέον χρόνια. Ο ίδιος ετοίμασε μία εκτίμηση του στεγαστικού δανείου της θυγατέρας του Ενάγοντα, την οποίαν κατέθεσε ως Τεκμήριο 17. Ισχυρίστηκε ότι το αρχικό ποσό του δανείου, στις 30/12/2010, ήταν €211.000 και μέχρι τις 17/03/2025 είχαν χρεωθεί στο δάνειο τόκοι ύψους €62.620. Το δάνειο σήμερα έχει εξοφληθεί από την πεθερά της θυγατέρας του Ενάγοντα και από τον ίδιο τον σύζυγο της θυγατέρας του Ενάγοντα με την καταβολή του ποσού των €223.927,67. Ο Ενάγοντας είχε καταβάλει το συνολικό ποσό των €18.426. Παρέπεμψε στη δική του Έκθεση σε σχέση με τα συγκεκριμένα ποσά.
Αντεξεταζόμενος προώθησε τη θέση, ότι το κεφάλαιο του δανείου ανερχόταν στις €211.000 και ότι ο ίδιος ο Ενάγοντας είχε καταβάλει το ποσό των €18.000.
Και οι δύο πλευρές προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις ο μεν Ενάγοντας δια ζώσης η δε Εναγόμενη με εμπεριστατωμένη γραπτή αγόρευση από τον ευπαίδευτο συνήγορό της, ο οποίος είχε την ευγενή καλοσύνη να επισύρει την προσοχή του Δικαστηρίου στα κύρια σημεία της υπόθεσης. Στοιχειοθέτησαν τις θέσεις τους με αναφορά στην μαρτυρία αλλά και σε νομολογία. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εκατέρωθεν εισηγήσεις και θα κάνει αναφορά σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.
AΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ – ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Η αξιολόγηση του συνόλου της μαρτυρίας, όπως έχει νομολογηθεί, δεν μπορεί να απομονωθεί από τα τεκμήρια που κατατέθηκαν. Στην υπόθεση Γεώργιος & Σπύρος Τσαππή Λτδ ν. Πολυβίου (2009) 1 Α.Α.Δ. 339, έχει εξηγηθεί ότι είναι ανάγκη μια μαρτυρία να τίθεται στη βάσανο της αξιολόγησης από απόψεως περιεχομένου και να μην γίνεται αποδεκτή ή να απορρίπτεται με μόνο την εξωτερική εντύπωση που προκαλεί ο μάρτυρας. Η αποδοχή ή η απόρριψη μιας μαρτυρίας θα πρέπει να γίνεται με γνώμονα όχι μόνο την καθ' αυτή εξωτερική εμφάνιση της μαρτυρίας του μάρτυρα στο εδώλιο, αλλά και σε συσχετισμό με τα υπόλοιπα στοιχεία της δίκης, είτε αυτά προέρχονται από άλλη ζώσα μαρτυρία, είτε από τεκμήρια.
Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.
Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.
Ο κ. Κληρίδης, Μ.Ε.1, φίλος της οικογένειας ανέφερε στο Δικαστήριο τι είχε πράξει ο ίδιος σε σχέση με τη Συμφωνία που επιτεύχθηκε μεταξύ των μερών. Όσον αφορά το κατά πόσο η Εναγόμενη είχε τυλιγμένο το χέρι της παραδέχθηκε ότι όταν τον επισκέφθηκε το χέρι της ήταν τυλιγμένο με νοσοκομειακό επίδεσμο. Επίσης από την μαρτυρία του διαφάνηκε ότι κάτι είχε συμβεί το καλοκαίρι του 2012 γιατί η Συμφωνία που τελικά υπογράφτηκε ήταν πολύ διαφορετική από την αρχική συμφωνία, Τεκμήριο 2. Και ενώ είδε την Εναγόμενη «στεναχωρημένη» τον Σεπτέμβριο του 2012 δεν την ρώτησε τι συνέβαινε παρά την φιλία του με το ζεύγος Λουκαΐδη ενώ δεν ήταν σε θέση να αναφέρει κατά πόσο είχε προκύψει οτιδήποτε μεταξύ των μερών. Προκύπτουν κενά στην μαρτυρία του που αφορούν το ποιος είχε εισηγηθεί τους αρχικούς όρους της Συμφωνίας, Τεκμήριο 2 και γιατί κατέληξαν τα Μέρη στο 65% με 35% χωρίς ίδιος να γνωρίζει τον λόγο, ως ισχυρίστηκε. Γνώριζε για τις «επιθετικές» επιστολές του δικηγόρου Άρη Χ’ Παναγιώτου αλλά προσπάθησε να πείσει το Δικαστήριο ότι «δεν πρόκειτο για ζευγάρι που ήταν στα μαχαίρια». Διαπιστώνεται ότι ενώ προσπάθησε να τηρήσει ίσες αποστάσεις σε σχέση και με τα δύο εμπλεκόμενα Μέρη δεν τα κατάφερε με αποτέλεσμα η μαρτυρία του να τείνει να βοηθήσει τον Ενάγοντα. Το γεγονός αυτό καθώς και τα κενά που επισημάνθηκαν την καθιστούν περιορισμένης αξίας.
Ο Ενάγοντας, Μ.Ε.2 τελούσε σε σύγχυση. Αναφέρθηκε σε Λ.Κ.410.000 ενώ η Συμφωνία κατέγραφε ευρώ. Πρόβαλλε ιδιοκτησιακές απαιτήσεις χωρίς να τις έχει δικογραφήσει. Αναφέρθηκε σε επιστολές αξίωσης του ποσού των €410.000 τις οποίες ποτέ δεν κατέθεσε. Επιπρόσθετα προέβηκε σε σωρεία παραδοχών που αποδυνάμωσαν τις θέσεις του. Υποστήριξε ότι αν αποδειχθεί ότι δεν αποπλήρωσε το δάνειο της κόρης του, τότε αυτό σημαίνει ότι ο ίδιος παραβίασε τη σύμβαση. Παραδέχθηκε ότι η εξοχική κατοικία, την οποία πώλησε στο ποσό του €1.1 εκατομμυρίων, είχε αποκτηθεί κατά τη διάρκεια του γάμου, ότι τα διαμερίσματα στην Ελλάδα είχαν αγοραστεί με λεφτά που του είχε δώσει η Εναγόμενη, ότι είχε σταλεί επιστολή από τον δικηγόρο Χ΄ Παναγιώτου στην Εναγόμενη με δικές του οδηγίες, ότι έδιωξε την Εναγόμενη από το σπίτι καθώς επίσης και ότι την μέρα του επεισοδίου ο ίδιος ήταν εκτός εαυτού και ότι κατευθύνθηκε προς το μέρος της και εκείνη φοβούμενη μετακινήθηκε προς τα πίσω, σκόνταψε σε μια βαλίτσα και έπεσε. Η εικόνα που ζωγράφησε στο Δικαστήριο για τον εαυτό του ήταν ότι είχε έντονη έχθρα για την Εναγόμενη, την οποία προσπάθησε να διαβάλει ακόμη και εντός της αίθουσας του Δικαστηρίου.
Προσπάθησε να παρουσιάσει στο Δικαστήριο ότι βρισκόταν σε δεινή οικονομική θέση λόγω του ότι δεν εκπληρώθηκαν οι πρόνοιες της επίδικης σύμβασης. Όμως, είχε εισπράξει €1,1 εκατομμύριο από την πώληση της κατοικίας στον Πρωταρά και είχε πωλήσει και οικόπεδα στο Πόρτο Χέλι ενώ παραδέχθηκε ότι είχε υπηρετήσει ως Δικαστής του ΕΔΑΔ με μισθό €28,000 μηνιαίως. Διακατεχόταν από πολύ έντονα αρνητικά συναισθήματα εναντίον της Ενάγουσας και δεν δίστασε να αναφερθεί στην κόρη του με απαξιοτικά λόγια.
Είπε ψέματα ότι είχε αποπληρώσει το δάνειο της θυγατέρας του, ήτοι €200.000 ενώ στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την Μ.Υ.1 και τον Μ.Υ.6, είχε καταβάλλει μόνο το ποσό των €18.426.40. Αρχικά αρνήθηκε ότι είχε δώσει οδηγίες στον δικηγόρο Χ’ Παναγιώτου για να διαβιβάσει επιστολή στην Εναγόμενη για να το παραδεχθεί στη συνέχεια. Είπε επίσης ψέματα ότι η οικογενειακή κατοικία στον Στρόβολο ήταν εγγεγραμμένη πάνω του ενώ γνώριζε ότι το οικόπεδο ανήκε στην Εναγόμενη. Ο ισχυρισμός του ότι η Εναγόμενη κυκλοφορούσε με μια πετσέτα στο χέρι για να την λυπούνται είναι εκτός λογικής. Η προσωπική κόντρα με την Εναγόμενη θόλωνε το μυαλό του με αποτέλεσμα να προωθεί και επιπρόσθετες αξιώσεις, κατά την εξέλιξη της μαρτυρίας του, οι οποίες δεν είναι δικογραφημένες. Το Δικαστήριο απομονώνει τις παραδοχές στις οποίες προέβη ο Ενάγοντας τις οποίες αποδέχεται. Ένα μέρος της μαρτυρίας του ενίσχυσε τις θέσεις της Εναγόμενης αφού παραδέχθηκε ότι την μέρα του επεισοδίου ήταν εκτός εαυτού και είχε κατευθυνθεί προς το μέρος της με αποτέλεσμα εκείνη να φοβηθεί και να πέσει. Όμως δεν μπορεί, το Δικαστήριο, να βασιστεί στην υπόλοιπη μαρτυρία του η οποία είναι αντιφατική με όλη την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε. Οι διαπιστώσεις του Δικαστηρίου την καθιστούν ακροσφαλή.
Οι Μ.Υ.1, Μ.Υ.3 και Μ.Υ.6 δεν είχαν λόγο να ψευστούν στο Δικαστήριο και το Δικαστήριο αποδέχεται την μαρτυρία τους. Η Μ.Υ.1 ήταν ανεξάρτητη μάρτυρας. Αναφέρθηκε σε αυτά που έβλεπε στα Τεκμήρια 9 και 10 και αντεξεταζόμενη δεν αρνήθηκε ότι φαίνεται να υπήρχε αρχικά μια εντολή για την καταβολή συγκεκριμένου ποσού στο δάνειο της θυγατέρας του Ενάγοντα, η οποία όμως στην συνέχεια να τερματίστηκε. Ο Μ.Υ.3, εκτιμητής, ήταν επίσης ανεξάρτητος μάρτυρας. Στοιχειοθέτησε τις θέσεις του με παραπομπή στο RICS Price Index, Τεκμήριο 12. Δεν αντεξετάστηκε. Η μαρτυρία του περιορίστηκε την αξία του διαμερίσματος με αριθμό 4 στον 6ον όροφο, που είχε παραχωρηθεί στον Ενάγοντα στο Μέγαρο Σιαντεκλαίρ δυνάμει στης συμφωνίας καθώς και την ενοικιαστική αξία του. Ο Μ.Υ.6, λογιστής στο επάγγελμα, ετοίμασε μια εκτίμηση του δανείου της θυγατέρας του Ενάγοντα και καθόρισε και επεξήγησε, με αναφορά σε καταστάσεις λογαριασμού της Τράπεζας Κύπρου, ότι ο Ενάγοντας είχε καταβάλλει το συνολικό ποσό των €18.426.40 στο δάνειο της θυγατέρας του. Η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε και κρίνεται αποδεκτή.
Η Μ.Υ.2, η Εναγόμενη, συναισθηματικά φορτισμένη και ενίοτε υπερβολική στην περιγραφή των γεγονότων. Ήταν υπερβολική όταν αναφερόταν στα ενοίκια που εισέπραττε πριν παραδώσει το διαμέρισμα στον Ενάγοντα καθώς, στην εκφρασθείσα θέση της ότι η ίδια δεν είχε εισπράξει οποιοδήποτε ποσό από τις καταθέσεις του Ενάγοντα, ότι παρέμεινε στο κρεββάτι λόγω του τραυματισμού της στο χέρι της καθώς και για την απώλεια των διακοπών της. Ακόμη και στην περιγραφή του επεισοδίου υπήρχε δόση υπερβολής αφού επαναλάμβανε ότι ζητούσε «γάλα» μετά τον τραυματισμό της. Άφησε να νοηθεί ότι δεν κατέβαλε στον Ενάγοντα το ποσό των €410.000 γιατί ο ίδιος δεν πλήρωνε το δάνειο της θυγατέρας τους αλλά και γιατί της συμπεριφερόταν υποτιμητικά. Εμφανής η πίκρα της στο πρόσωπο του Ενάγοντα. Τα όσα ανέφερε σε σχέση με την συμπεριφορά του Ενάγοντα προς το πρόσωπό της ενισχύθηκαν από την μαρτυρία του υιού της και της εγγονής της, Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5, οι οποίοι φαίνεται να βίωσαν μεγάλο μέρος της απρόβλεπτης και επιθετικής συμπεριφοράς του Ενάγοντα. Συνακόλουθα η μαρτυρίας της σε σχέση με την συμπεριφορά του Ενάγοντα καθώς και το επεισόδιο που εξελίχθηκε είναι αποδεκτή.
Ο Μ.Υ.4, Γ. Λουκαΐδης, υιός του Ενάγοντα περιέγραψε την συμπεριφορά του Ενάγοντα διαχρονικά, δηλαδή από τα παιδικά του χρόνια μέχρι και σήμερα. Ήταν εκφοβιστική και φαίνεται ότι παρέμεινε εκφοβιστική αφού ο ίδιος ήταν μάρτυρας του επεισοδίου στις αρχές καλοκαιριού του 2012, όπου ο πατέρας του ήταν εκτός εαυτού και έσπρωξε τη μητέρα του με αποτέλεσμα να τραυματιστεί στο χέρι και να διαγνωστεί με κάταγμα του χεριού της. Η θλίψη του για όλα όσα συνέβησαν στο παρελθόν μεταξύ των γονιών του και τελικά τους οδήγησαν στο Δικαστήριο και στην καταχώριση της υπό κρίση αγωγής εμφανής στο πρόσωπο του. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να απορρίψει την μαρτυρία του. Ήταν ειλικρινής και αναγνώρισε ότι ο πατέρας του είχε ενεγγράψει το διαμέρισμα με αριθμό θύρας 4 επ ονόματί του και ότι ο ίδιος δεν το ενοικιάζει, ούτε το χρησιμοποιεί.
Η Μ.Υ.5, εγγονή του Ενάγοντα ήταν καταπέλτης. Χωρίς φόβο αναφέρθηκε στην προβληματική σχέση του Ενάγοντα με την Εναγόμενη την οποία περιέγραψε με πολύ γλαφυρό τρόπο. Ενίσχυσε τη θέση της Εναγόμενης ότι είχε εξελιχθεί ένα επεισόδιο το καλοκαίρι του 2012, το οποίο είχε οδηγήσει στον τραυματισμό της γιαγιάς της, ότι ασκείτο ψυχολογική βία από τον Ενάγοντα προς την Εναγόμενη σε τακτά χρονικά διαστήματα, η οποία αφορούσε λεκτικές απειλές, δικηγορικές επιστολές και διασπορά αρνητικών σχολίων για το πρόσωπό της σε γνωστούς και φίλους. Ενίοτε ο Ενάγοντας κατέφευγε στο ψεύδος για να τους εναντιώσει στην Εναγόμενη. Ήταν ειλικρινής και δεν δίστασε να αναφέρει ότι η συμπεριφορά του παππού της στην ίδια ήταν πολύ καλή. Η συμπεριφορά του προς την μητέρα της, τον πατέρα της και την Εναγόμενη διευκρίνισε ότι ήταν πολύ επιθετική, εχθρική και περιφρονητική. Δεν έδωσε λόγο στο Δικαστήριο για να απορρίψει την μαρτυρία της. Τα όσα παρέθεσε ήταν σε αρμονία με τα όσα είχαν εξιστορήσει οι Μ.Υ.2 και Μ.Υ.4.
Πρόκειται περί μιας θλιβερής ιστορίας που αφορά δύο ανθρώπους που ακόμη και μετά τον χωρισμό τους δεν βρήκαν τον τρόπο να μοιράσουν την περιουσία τους φιλικά και συνέχισαν να τρέφουν αρνητικά συναισθήματα ο ένας για τον άλλο μέχρι σήμερα. Συμφώνησαν αρχικά στο περιεχόμενο της «Συμφωνίας Επίλυσης Οικονομικών Διαφορών», Τεκμήριο 2, η οποία αφορούσε μόνο ακίνητη περιουσία. Ακολούθησε το επεισόδιο του καλοκαιριού του 2012 όπου ο Ενάγοντας είχε επισκεφθεί την Εναγόμενη στην οικογενειακή κατοικία για να την εκδιώξει από αυτήν και λόγω του ότι ήταν εκτός εαυτού κατευθύνθηκε προς το μέρος της, εκείνη φοβήθηκε και μετακινούμενη προς τα πίσω για να αποφύγει την οργή του έπεσε, χτύπησε και μεταφέρθηκε με ασθενοφόρο στο Απολλώνιο Νοσοκομείο όπου διαπιστώθηκε ότι είχε υποστεί κάταγμα στο χέρι. Ακολούθως, τον Σεπτέμβριο 2012, υπογράφτηκε η Συμφωνία, Τεκμήριο 5, της οποίας είχαν προηγηθεί έντονοι καυγάδες, τραυματισμοί και απειλές στην μορφή επιστολών από τον δικηγόρο κ. Χατζηπαναγιώτου. Αφορούσε εκτός από την ακίνητη περιουσία και την καταβολή χρηματικών ποσών και από τα δύο Μέρη. Από το 2012 μέχρι και το 2022 υπήρχε μια ανήσυχη ηρεμία, παρά το γεγονός ότι ο χρόνος συμμόρφωσης με ένα εκ των όρων της Συμφωνίας καθοριζόταν το 2019. Καταχωρίστηκε το 2022 η υπό κρίση αγωγή και τα Μέρη θυμήθηκαν ότι δεν είχαν εφαρμοστεί τα όσα είχαν συμφωνηθεί. Διαφάνηκε, ότι κανένα από τα δύο Μέρη στην Συμφωνία δεν είχε τηρήσει τους όρους της. Ο Ενάγοντας φαίνεται να μην συμμορφώθηκε με τον όρο που αφορούσε το καταπίστευμα προς όφελος του υιού του και την παραχώρηση του ενοικίου του διαμερίσματος προς όφελος της Εναγόμενης, όρος 5 της Συμφωνίας. Δεν συμμορφώθηκε επίσης με τον όρο 7 της Συμφωνίας, που αφορούσε την αποπληρωμή του στεγαστικού δανείου της θυγατέρας του ενώ πώλησε την κατοικία στο Πρωταρά με αποτέλεσμα να μην μπορούν να την επισκέπτονται η Εναγόμενη, τα παιδιά και τα εγγόνια του. Όσον αφορά την Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τον όρο που αφορά την καταβολή των €410.000, όρος 3(β) της Συμφωνίας.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η Εναγόμενη προώθησε τη θέση ότι ασκήθηκε αθέμιτη ψυχική πίεση από τον Ενάγοντα προς αυτήν, η οποία πίεση την εξανάγκασε να υπογράψει τη Συμφωνία Τεκμήριο 5. Εάν η συγκεκριμένη εισήγηση γίνει δεκτή, τότε επηρεάζεται η εγκυρότητα της συγκεκριμένης Συμφωνίας. Δεν θα τύχει σχολιασμού ο δικογραφημένος ισχυρισμός της για απάτη γιατί δεν προωθήθηκε με οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ή με μαρτυρία.
Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 555, το θέμα της ακύρωσης μιας συναλλαγής που είναι το αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης διέπεται από το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 το οποίο προβλέπει ότι η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης, από το άρθρο 15 που καθορίζει τι είναι ο εξαναγκασμός και το άρθρο 16(1) που καθορίζει ποια συμπεριφορά μπορεί να αποτελέσει ψυχική πίεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 20(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής - ψυχικής πίεσης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ' επιλογήν του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με αυτό τον τρόπο. Η ψυχική πίεση που είναι δημιούργημα των αρχών της Επιείκειας συμπεριλαμβάνει την εξάσκηση μιας έμμεσης και όχι ουσιώδους πίεσης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Εναγόμενης στην γραπτή του αγόρευση υποστηρίζει ότι θα πρέπει να απαλλαχτεί των υποχρεώσεων της που απορρέουν από την Συμφωνία Τεκμήριο 5 γιατί την υπέγραψε ως αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που είχε υποστεί από τον πρώην σύζυγό της κατά τη διάρκεια του γάμου αλλά και κατά την μεταξύ τους διάσταση. Εισηγήθηκε, ότι η Εναγόμενη ήθελε να απαλλαχθεί από τον Ενάγοντα και την ψυχική πίεση που της ασκούσε και για αυτό υπέγραψε την ασύμφορη, για την ίδια, Συμφωνία.
Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Τέτοια συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Στο άρθρο 16 του Κεφ. 149 επεξηγείται ο όρος «ψυχική πίεση» και διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Ορισμός "ψυχικής πίεσης"
16(1) Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο-
(α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή
(β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3) Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου».
Το θέμα της άσκησης ψυχικής πίεσης και υπό ποίες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση μιας σύμβασης εξετάστηκε σε σωρεία συγγραμμάτων καθώς και από τη νομολογία. Στην Μιχαήλ Κεφάλας ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα (2000) 1 Α.Α.Δ. 1226 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα:
«Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει.
………………………………………………………………………………
Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση.».
Σχετικές είναι επίσης οι πρόσφατες αποφάσεις MEA Ioannou Properties Limited v. Olga Vasilyeva Πολ. Εφ.429/19 ημερ. 11/07/2024 και Μαρίας Παναγιώτου κ.α. ν. Σταυρούλλα Ανδρέου κ.α Πολ. Εφ. 208/15 ημερ. 08/02/2024.
Στην παρούσα περίπτωση το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε εξασκήσει οποιουδήποτε είδους ψυχική πίεση πάνω στη Εναγόμενη σε βαθμό που μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της Συμφωνίας. Η ψυχική πίεση θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ρητής συμπεριφοράς, με συγκεκριμένες ρητές παραστάσεις ή εξυπακουόμενης συμπεριφοράς ή λόγω της ιδιάζουσας σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Αδιαμφισβήτητα η συμπεριφορά του Ενάγοντα, ήτοι ο εκφοβισμός, οι ύβρεις και οι επιθέσεις οποιασδήποτε μορφής είτε λεκτικές, είτε πραγματικές, συνιστούν ψυχική πίεση.
Σύμφωνα με τη μαρτυρία που έχει γίνει αποδεκτή διαχρονικά η συμπεριφορά του Ενάγοντα ενείχε εκφοβιστικά στοιχεία προς την Εναγόμενη. Διαφάνηκε ότι διαβιβάστηκαν στην Εναγόμενη επιστολές από δικηγόρο με εντολή του Ενάγοντα με επιθετικό περιεχόμενο, ότι υπήρξαν ύβρεις καθώς και επεισόδια μεταξύ τους, ενίοτε στην παρουσία των παιδιών τους και των εγγονιών τους, τα οποία οδήγησαν και στον τραυματισμό της Εναγόμενης.
Στο σύγγραμμα Chitty on Contracts, General Principles, 27η έκδ., παρ. 7-024 ο όρος ψυχική πίεση ερμηνεύεται ως ακολούθως:
«Equitable doctrine of undue influence. The equitable doctrine of undue influence is a comprehensive phrase covering cases of undue influence in particular relations and also cases of coercion, domination or pressure outside those special relations ………………................................................................................................... .....
At common law, the presence of duress was traditionally justified on the ground that the duress prevented the party constrained from forming a full and independent resolution to contract. In equity however, the application of the doctrine of undue influence was intended rather to ensure that no person should be allowed to retain the benefit of his own fraud or wrongful act. »
Το Δικαστήριο μπορεί να αποδεχθεί, ενόψει της μαρτυρία που τέθηκε ενώπιόν του τόσο από την ίδια την Εναγόμενη καθώς και από τους Μ.Υ.4 και Μ.Υ.5, ότι η Εναγόμενη υπέστη ψυχική πίεση στην μορφή του «coercion, domination και pressure» από την ιδιοσυγκρασία του Ενάγοντα, η οποία οδήγησε στην υπογραφή του Τεκμηρίου 5. Όμως, ως έχει νομολογηθεί, η συγκεκριμένη Συμφωνία, Τεκμήριο 5, δεν είναι άκυρη αλλά ακυρώσιμη κατ’ επιλογή του μέρους που την έχει υπογράψει υπό ψυχική πίεση. Η συγκεκριμένη Συμφωνία, Τεκμήριο 5, υπογράφτηκε το 2012 και η Εναγόμενη έκτοτε δεν έπραξε οτιδήποτε για να την ακυρώσει.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32η εκδ., παρά.8-101, σελ. 812- 813:
«Affirmation. A transaction entered into as a result of undue influence is voidable not void. The right to rescind on the ground of undue influence may be lost either by express affirmation of the transaction by the victim, by estoppel or by delay amounting to proof of acquiescence.
……………………………………………………………………………
Lapse of time in itself does not constitute a bar to relief, but it will provide evidence of acquiescence if the victim fails to take any steps to set aside the transaction within a reasonable time after he is freed from the undue influence.».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Δεν μπορεί να παραγνωριστεί ότι από το 2012 μέχρι το 2022 που καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή η Εναγόμενη έμεινε άπρακτη. Ως προέκυψε από την μαρτυρία της Μ.Υ.5, επισκεπτόταν το σπίτι στον Πρωταρά μαζί με τα εγγόνια της. Υπάρχει και παραδοχή του συγκεκριμένου γεγονότος στην παράγραφο 11 της Έκθεσης Υπεράσπισης. Ακόμη και μετά που είχαν ειρηνεύσει τα πράγματα η Εναγόμενη δεν έλαβε οποιοδήποτε μέτρο για ακύρωση της. Δεν τέθηκε οποιαδήποτε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου ότι η επιλήψιμη συμπεριφορά του Ενάγοντα συνεχιζόταν ούτε ότι η Συμφωνία ήταν οικονομικά δυσβάστακτη για την ίδια, National Westminster Bank plc v. Morgan [1985] 1 All E.R. 821 και MEA Ioannou Properties Limited v. Olga Vasilyeva (ανωτέρω). Ως έχει νομολογηθεί το αθώο μέρος θα πρέπει να επιδιώξει την ακύρωση της μέσα σε εύλογο χρόνο μετά τη διακοπή της επιρροής η οποία οδήγησε στη σύναψη της, διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι εγκρίνει την επίδικη πράξη και μάλιστα την επικυρώνει. Συνακόλουθα η Εναγόμενη μπορούσε να προχωρήσει στην ακύρωση της Συμφωνίας όταν ηρέμησε. Αντί αυτού συναίνεσε στην εφαρμογή της με την σιωπή της. Ως εκ τούτου η διαπιστωθείσα άσκηση ψυχικής πίεσης δεν μπορεί να επιφέρει την ακύρωση της Συμφωνίας Τεκμήριο 5.
Με την Έκθεση Υπεράσπισης, πέραν της ισχυριζόμενης άσκησης ψυχικής πίεσης, προωθείται η υπεράσπιση της παραβίασης των όρων της Συμφωνίας από τον Ενάγοντα. Ο ίδιος ο Ενάγοντας ανέφερε στην κυρίως εξέτασή του ότι αν αποδειχθεί ότι δεν κατέβαλλε την δόση του δανείου της κόρης του τότε παραβίαζε την Συμφωνία Τεκμήριο 5 γιατί δεν είχε λόγο να μην πληρώνει. Ουσιαστικά αποδέχθηκε την παραβίαση της Συμφωνίας αφού από την μαρτυρία που προσκομίστηκε από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.6 αποδείχθηκε ότι πλήρωνε παροδικά το 2013, το 2014, το 2016, το 2017 και το 2018, Τεκμήριο 17 σελίδα 2 και ότι είχε πληρώσει 22 δόσεις για το συνολικό ποσό των €18.426. Το συγκεκριμένο ποσό πόρρω απέχει από την εξόφληση του δανείου που ξεπερνούσε τις €200.000, ως προβλεπόταν στον όρο 7 της Συμφωνίας. Αντιδρώντας η Εναγόμενη δεν συμμορφώθηκε με τη δική της υποχρέωση για καταβολή του ποσού των €410.000. Δεν επικοινώνησαν μεταξύ τους και ουδείς εξέφρασε προθυμία εκπλήρωσης των υποχρεώσεών του.
Κανένα από τα δύο Μέρη δεν τερμάτισε την Συμφωνία. Θαρρώ ότι το άρθρο 51 του περί Συμβάσεων Νόμου δίδει την απάντηση στο νομικό θέμα που προέκυψε. Διαλαμβάνει τα ακόλουθα:
«Αν η σύμβαση συνίσταται από αμοιβαίες υποσχέσεις που πρέπει να εκπληρωθούν ταυτόχρονα, κανένας από τους οφειλέτες δεν υποχρεούται να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει εκτός αν ο άλλος είναι έτοιμος και πρόθυμος να εκπληρώσει την υπόσχεση που τον βαρύνει.».
Η Εναγόμενη είχε ένα χρονικό πλαίσιο 7 ετών για να καταβάλλει το ποσό των €410.000 στον Ενάγοντα. Ο Ενάγοντας θα εξοφλούσε «το χρέος/δάνειο ανέγερσης κατοικίας θυγατρός των Μερών …» ύψους €200.000. Έχει νομολογηθεί ότι κάθε όρος μιας σύμβασης δεν θα πρέπει να διαβάζεται απομονωμένος από το όλο πνεύμα της συμφωνίας και της πρόθεσης των συμβαλλομένων. Η ερμηνεία που δίδεται σε μια σύμβαση πρέπει να είναι λογική και να οδηγεί στην πραγμάτωση του σκοπού και της πρόθεσης των συμβαλλομένων, όπως αυτή συνάγεται από το κείμενο εξεταζόμενο ως ένα σύνολο, χωρίς να απομονώνεται οποιαδήποτε φράση βλ., μεταξύ άλλων, Λίλλης ν. Ξενή (2009) 1(Α) ΑΑΔ 217, Κρεοπωλείο Α. Κούντουρος Λίμιτεδ ν. Γιώργος Γεωργιάδης κ.α. Πολ. Εφ.121/19 ημερ. 06/12/2024 και Progressive Insurance Co Ltd ν. 1.S Kaniklides (Cyprus) Ltd 2. Δημήτρης Τσαγκάρη Πολ. Εφ. 411/19 ημερ. 10/02/2025.
Στην απόφαση Σύλλογος «Ανόρθωσης» Αμμοχώστου v. «Απόλλων» Αθλητικός Ποδοσφαιρικός Όμιλος Λεμεσού (2002) 1 Α.Α.Δ. 518 διαβάζονται τα ακολούθα σχετικά με το υπό συζήτηση θέμα:
«Βασικό κριτήριο για την ερμηνεία του περιεχομένου των συμβάσεων, αποτελεί η συνήθης σημασία των λέξεων και όρων της συμφωνίας. Για να διακριβωθεί η σημασία και το πραγματικό νόημα των όρων μιας γραπτής συμφωνίας πρέπει το κείμενό της να ερμηνεύεται συνολικά και όχι μεμονωμένα ή αποσπασματικά έτσι ώστε να αποφεύγεται ο κίνδυνος δυσαρμονίας στην εξήγηση τους που στο τέλος δεν θα αντικατοπτρίζει αντικειμενικά την πρόθεση των μερών. Βλ. Saab and Another v. Holy Monastery Ay. Neophytos (1982) 1 C.L.R. 499 και Θάλεια Θεολόγου κ.ά. ν. Κτηματικής Εταιρείας Νέμεσις Λτδ (1998) 1 Α.Α.Δ. 407.».
Σχετικό με τα υπό συζήτηση θέματα είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Oceanbulk Shipping & Trading SA v. TMT Asia Ltd and others [201] UKSC 44 στην οποία ο Λόρδος Clarke ,εκφράζοντας την άποψη και των υπόλοιπων Δικαστών, κατέγραψε τα ακόλουθα σημαντικά:
«37] As Lord Hoffmann himself put it in para 14 of his speech in Chartbrook Ltd v Persimmon Homes Ltd [2009] UKHL 38, [2009] AC 1101, [2009] 4 All ER 677, in every case in which the interpretation of the language used in the contract is in issue, the question is what a reasonable person having all the background knowledge which would have been available to the parties would have understood them to be using the language in the contract to mean. In Chartbrook the House of Lords considered and rejected the submission that what at para 42 Lord Hoffmann called the exclusionary rule, which excludes evidence of what was said or done in the course of negotiating an agreement for the purpose of drawing inferences about what the contract means, should now be abolished. It accordingly remains part of English law. The exclusionary rule does not exclude such evidence for all purposes. Lord Hoffmann put it thus in para 42:
‘It does not exclude the use of such evidence for other purposes: for example, to establish that a fact which may be relevant was known to the parties, or to support a claim for rectification or estoppel. These are not exceptions to the rule. They operate outside it.” ».
(ο τονισμός είναι του Δικαστηρίου)
Η ερμηνεία της μεταξύ των Μερών Συμφωνίας είναι θέμα νομικό και ως τέτοιο θα προσεγγιστεί. Ερμηνεύοντας την Συμφωνία, Τεκμήριο 5, στην ολότητά της το Δικαστήριο θα στρέψει την προσοχή του στην πρόθεση των Μερών και στη συνολικότητα των όρων της. Από τη καθολική ερμηνεία της Συμφωνίας διαφαίνεται ότι σκοπούσε στο να διασφαλίσει τόσο την Εναγόμενη καθώς και τα ενήλικα τέκνα των Μερών. Σ’ αντάλλαγμα ο Ενάγοντας θα λάμβανε το ποσό των €410.000 ή ακίνητη περιουσία ίσης αξίας στην περίπτωση που το ποσό των €410.000 ήταν αδύνατο να εξασφαλιστεί. Ανοίγεται μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι ποτέ δεν αποκαλύφθηκε στο Δικαστήριο ο τρόπος που είχε χωριστεί η περιουσία αφού υπήρχαν και άλλα ακίνητα καθώς και περιουσία στην Ελλάδα στα οποία έγινε αναφορά αλλά αφέθηκαν εκτός της Συμφωνίας. Όπως και αν ιδωθούν τα πράγματα και οποιαδήποτε και αν ήταν η αντίληψη των Μερών οι υποχρεώσεις μεταξύ τους ήταν αλληλένδετες. Αυτό το οποίο προκύπτει εναργέστατα είναι ότι η κάθε συμβαλλόμενη πλευρά οχυρώθηκε πίσω από τη συμφερότερη για τον εαυτό της ερμηνεία και δεν μπόρεσαν μέχρι τέλους να αντιληφθούν το αληθές νόημα όσων οι ίδιοι υπέγραψαν. Ήτοι ότι ο Ενάγοντας θα λάμβανε το ποσό των €410.000 μόνο εάν τηρούσε τις υπόλοιπες υποχρεώσεις του ως προκύπταν από την Συμφωνία και η Εναγόμενη θα είχε την υποχρέωση να του παραχωρήσει το συγκεκριμένο ποσό ή ισάξιας αξίας ακίνητα αν αποπλήρωνε το δάνειο της θυγατέρας τους και της παραχωρούσε το ενοίκιο του διαμερίσματος για την διάρκεια της ζωής της.
Επισημαίνετε ότι σε σχέση με την κάρπωση του ενοικίου του διαμερίσματος στο Μέγαρο Σιαντεκλαίρ προκύπτει ότι αυτό δεν ανήκει στον Ενάγοντα αλλά στον υιό των διαδίκων στον οποίο ο ίδιος το μεταβίβασε στις 14/11/2012, Τεκμήριο 13 χωρίς να θέσει οποιοδήποτε όρο επικαρπίας.
Σύμφωνα και με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32η εκδ., παρά.13-085, σελ. 1062:
«Party cannot rely on his own breach. It has been said that, as a matter of construction, unless the contract clearly provides to the contrary it will be presumed that it was not the intention of the parties that either should be entitled to rely on his own breach of duty to avoid the contract or bring it to an end or obtain a benefit under it. ».
Η στάση των συμβαλλομένων ως προς την εκπλήρωση των αμοιβαίων υποσχέσεών τους ήταν ακριβώς η ίδια. Τούτου δοθέντος, ουδείς απέκτησε ιδιαίτερο δικαίωμα έναντι του άλλου και ως εκ τούτου τόσο η αξίωση καθώς και η ανταπαίτηση είναι καταδικασμένες σε αποτυχία.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης τόσο η αγωγή καθώς και η ανταπαίτηση απορρίπτονται. Η κάθε πλευρά θα επωμιστεί τα δικά της έξοδα αφού ουσιαστικά δεν υπάρχει επιτυχών διάδικος.
Υπ.)……………………………………..
Ε. Γεωργίου – Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο