CHRIS COSTAS NICOLAIDES κ.α. ν. NICHOLAS PRINSE κ.α., Αρ. Αγωγής: 2317/2018, 17/3/2026
print
Τίτλος:
CHRIS COSTAS NICOLAIDES κ.α. ν. NICHOLAS PRINSE κ.α., Αρ. Αγωγής: 2317/2018, 17/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 2317/2018

Μεταξύ:

1.   CHRIS COSTAS NICOLAIDES

2.   GEORGE NICOLAIDES

Ενάγοντες

                         και

 

1.   NICHOLAS PRINSE

2.   ΚΩΣΤΑΣ ΝΙΚΟΛΑΪΔΗΣ

3.   LANDMASTERS (OVERSEAS) LIMITED

Εναγόμενων

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 3.11.2022

Μεταξύ:

1.   CHRIS COSTAS NICOLAIDES

2.   GEORGE NICOLAIDES

Ενάγοντες

και

 

1.   NICHOLAS PRINSE

                                    2. ΡΟΔΟΥΛΑ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΗ, υπό την ιδιότητα της ως          διαχειρίστρια με περιορισμένο σκοπό της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Νικολαΐδη

3.   LANDMASTERS (OVERSEAS) LIMITED

Εναγόμενων

Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος Δικαστηρίου ημερομηνίας 19.11.2024

Μεταξύ:

1.   CHRIS COSTAS NICOLAIDES

2.   GEORGE NICOLAIDES

Ενάγοντες

και

 

1.   NICHOLAS PRINSE

                                    2.  ΜΑΡΙΑ ΣΙΑΚΑ, υπό την ιδιότητα της ως διαχειρίστρια με    περιορισμένο σκοπό της περιουσίας του αποβιώσαντα Κώστα Νικολαΐδη

3.   LANDMASTERS (OVERSEAS) LIMITED

Εναγόμενων

17 Μαρτίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Σπύρου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο 1/Καθ’ ου η Αίτηση: κ. Ιωάννου για Μ.Ξ. Ιωάννου και Συνεργάτες

Για Εναγόμενους 2 και 3, καμία εμφάνιση

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

Στην Αίτηση Εναγόντων 1 και 2 ημερομηνίας 3.10.2028

για ενδιάμεσες θεραπείες

 

Η υποκείμενη διαφορά της αγωγής σχετίζεται με το ιδιοκτησιακό καθεστώς του 85% των μετοχών στην Εναγόμενη 3 εταιρεία (στο εξής η «Landmasters») και εκτείνεται στα δικαιώματα στην περιουσία που κατέχει η Landmasters.

 

Οι Ενάγοντες 1 και 2, ο Εναγόμενος 1 και ο αρχικός Εναγόμενος 2 (που απεβίωσε μετά την καταχώρηση της αγωγής) είναι συγγενείς. Οι Ενάγοντες 1 και 2 και η μητέρα του Εναγόμενου 1 είναι αδέρφια. Ο τέως Εναγόμενος 2 ήταν πατέρας τους.

 

Μέσω της Landmasters και άλλων εταιρειών ασχολούνταν με την αγορά, ανακαίνιση και εκμετάλλευση ακινήτων στην Αγγλία. Η Landmasters ήταν μητρική εταιρεία (holding company) μέσω της οποίας κατέχονταν ουσιαστικά τα περιουσιακά στοιχεία της επιχείρησης. Μέτοχοι στην Landmasters ήταν ο τέως Εναγόμενος 2 κατά 85% και τα τρία παιδιά του (Ενάγοντες 1 και 2 και η μητέρα του Εναγόμενου 2) έκαστος κατά 5%.

 

Η θέση των Εναγόντων 1 και 2 είναι ότι περί το 2018 ο τέως Εναγόμενος 2 είχε εκφράσει την πρόθεση να μεταβιβάσει σε ίσα μερίδια σε κάθε ένα από τα παιδιά του τις μετοχές που κατείχε στην Landmasters. Αντ’ αυτού, υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος 1 (που είναι ο υιός της αδερφής τους) άσκησε αθέμιτη επιρροή και εξανάγκασε τον τέως Εναγόμενο 2 να μεταβιβάσει σε εκείνον προσωπικά το σύνολο του 85% των μετοχών που κατείχε στην Landmasters (στο εξής η «Επίδικη Μεταβίβαση» και οι «Επίδικες Μετοχές»). Ο Εναγόμενος 1 διαφωνεί και υποστηρίζει ότι ο αποβιώσας παππούς του με ελεύθερη βούληση αποφάσισε και δώρισε σε εκείνον τις εν λόγω μετοχές.

 

Οι περιστάσεις που περιβάλλουν την Επίδικη Μεταβίβαση και γεγονότα που επακολούθησαν και αφορούν τον έλεγχο της Landmasters οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής.

Επιγραμματικά, οι Ενάγοντες 1 και 2 υποστηρίζουν ότι σε διάφορες συναντήσεις (κάποιες στην παρουσία δικηγόρων) ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι η Επίδικη Μεταβίβαση είναι άκυρη και δήλωσε ότι κατέχει τις Επίδικες Μετοχές ως εμπιστευματοδόχος για να τις διαμοιράσει ως οι επιθυμίες του αποβιώσαντα. Όμως, υποστηρίζουν ότι ο Εναγόμενος 1, υπαναχώρησε και ουσιαστικά επιδιώκει να υφαρπάξει τις Επίδικες Μετοχές, τον έλεγχο της Landmasters και, κατ΄ επέκταση, τα περιουσιακά της στοιχεία και την επιχείρηση.

 

Ο Εναγόμενος 1 από την πλευρά του εμμένει στη θέση ότι ο αποβιώσας προέβη στην Επίδικη Μεταβίβαση με ελεύθερη βούληση, ότι είναι ο νόμιμος δικαιούχος των Επίδικων Μετοχών και ότι οι Ενάγοντες 1 και 2, για να διατηρήσουν οικονομικά οφέλη που απολάμβαναν προηγουμένως, επιχειρούν να τον εμποδίσουν να εξασκήσει τα δικαιώματα που απορρέουν από τις Επίδικες Μετοχές και να τον εμποδίσουν να απολαύσει τις δυνατότητες που του παρέχουν για έλεγχο της Landmasters και των υποκείμενων αυτής εταιρειών και περιουσιακών στοιχείων.

 

Αυτά είναι, πολύ επιγραμματικά, τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση και που  οδήγησαν στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής στις 17.8.2018.

 

Μετά την καταχώρηση της αγωγής και αφού μεσολάβησαν κάποια άλλα ενδιάμεσα διαβήματα, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την παρούσα Αίτηση ημερομηνίας 3.10.2018.

 

Με την Αίτηση, η οποία καταχωρήθηκε μονομερώς, ζητούσαν τέσσερα ενδιάμεσα διατάγματα. Συγκεκριμένα, ζητούσαν διάταγμα που να αναστέλλει την έκτακτη γενική συνέλευση της Landmasters που είχε συγκληθεί για τις 13.9.2018 ή άλλης έκτακτης γενικής συνέλευσης (αιτητικό Α), διάταγμα που να απαγορεύει στον Εναγόμενο 1 να συγκαλέσει άλλη έκτακτη γενική συνέλευση της Landmasters (αιτητικό Β), διάταγμα που να ακυρώνει το αποτέλεσμα ψηφίσματος που τυχόν εκδοθεί από έκτακτη γενική συνέλευση των μετόχων της Landmasters (αιτητικό Γ) και διάταγμα που να απαγορεύει στην Landmasters και τους αξιωματούχους της να συμμορφωθούν με οποιοδήποτε ψήφισμα των μετόχων (αιτητικό Δ). Πιο λεπτομερής αναφορά στα αιτούμενα διατάγματα θα γίνει πιο κάτω.

 

Εξετάζοντας την Αίτηση μονομερώς, το Δικαστήριο (με άλλη σύνθεση) εξέδωσε το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α (με κάποιες τροποποιήσεις) και έδωσε οδηγίες για επίδοση της Αίτησης ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα.

 

Αυτή η απόφαση πραγματεύεται κατά πόσο το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να παραταθεί μέχρι την εκδίκαση της αγωγής και κατά πόσο πρέπει να εκδοθούν τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα. Αυτό υποστηρίζουν οι Ενάγοντες 1 & 2. Ο δε Εναγόμενος 1 υποστηρίζει ότι το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα πρέπει να ακυρωθεί και τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα να απορριφθούν.

 

Πριν προχωρήσω σημειώνω ότι έχω εξετάσει την Αίτηση, ένσταση και ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν. Γνωρίζω επίσης το περιεχόμενο του φακέλου της αγωγής και την πορεία της Αίτησης.

 

Σημειώνω εξ αρχής τα ακόλουθα. Είναι εμφανές από το περιεχόμενο του φακέλου και τα δικονομικά διαβήματα που προηγήθηκαν ότι οι διαφορές των εμπλεκομένων, Εναγόντων 1 και 2 από τη μια και Εναγόμενου 1 από την άλλη, είναι ευρύτερες της παρούσας αγωγής. Έχουν εμπλακεί σε διαδικασίες ενώπιον Αγγλικών Δικαστηρίων και έχουν γίνει άλλες πολιτικές και ποινικές διαδικασίες στην Κύπρο. Οι δύο πλευρές κατηγορούν η μια την άλλη για ανειλικρινείς προθέσεις, ανέντιμα κίνητρα και πολλά άλλα. Στις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές στο πλαίσιο της Αίτησης υπάρχουν λεπτομερείς αναφορές σε διάφορα συμβάντα που συνδέονται με την Επίδικη Μεταβίβαση αλλά και που ακολούθησαν, τα οποία η κάθε πλευρά ερμηνεύει με το δικό της τρόπο.

 

Κατά πρώτον, αυτό είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας και δεν είναι το κατάλληλο πλαίσιο για λεπτομερή εξέταση και ανάλυση της μαρτυρίας. Δεν είναι επίσης το σωστό στάδιο για κατάληξη σε συμπεράσματα σε σχέση με την αξιοπιστία των εμπλεκομένων προσώπων ή για αμφισβητούμενα γεγονότα. Όσα περιλαμβάνονται στις ένορκες δηλώσεις έχουν σημειωθεί όμως τα αντικρύζω μόνο υπό το πρίσμα και για τους σκοπούς αυτής Αίτησης.

 

Κατά δεύτερον, στις ένορκες δηλώσεις υπάρχουν αναφορές σε πολλά και διάφορα επί μέρους γεγονότα και στη βάση αυτών (όπως η κάθε πλευρά τα ερμηνεύει), αναπτύσσονται επιχειρήματα και εκφράζονται απόψεις για τις προθέσεις, κίνητρα και επιδιώξεις των εμπλεκόμενων. Δεν πρόκειται να παρεκτραπεί η διαδικασία αυτής της Αίτησης από εκείνες τις αναφορές. Επαναλαμβάνω ότι είμαστε σε ένα ενδιάμεσο στάδιο και η μαρτυρία (συχνά αντικρουόμενη) αντιμετωπίζεται στο συγκεκριμένο πλαίσιο και για τους συγκεκριμένους σκοπούς αυτής της Αίτησης.

 

Προχωρώντας, θα ασχοληθώ με ένα άλλο ζήτημα που προβάλλεται από την πλευρά του Εναγόμενου 1 μέσω της ένστασης. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγοντες 1 & 2 δεν είχαν προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των γεγονότων που περιβάλλουν την υπόθεση και αυτό συνιστά λόγο ακύρωσης του μονομερώς εκδοθέντως διατάγματος και απόρριψης των υπόλοιπων. Εξέτασα αυτό το λόγο ένστασης σε συνάρτηση με το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων.

Η εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει διατάγματα εκπηγάζει από τις αρχές της επιείκειας[1]. Ένα από τα αξιώματα της επιείκειας είναι ότι όποιος προσέρχεται στην επιείκεια πρέπει να προσέρχεται με καθαρά χέρια. Το καθήκον αυτό εμπεριέχει την υποχρέωση στον αιτητή να αποκαλύπτει πλήρως και ειλικρινά όλα τα δεδομένα που περιβάλλουν την υπόθεση, είτε είναι υπέρ του είτε εναντίον του.

 

Η φύση και έκταση του καθήκοντος για πλήρη αποκάλυψη στα πλαίσια αίτησης που καταχωρείται μονομερώς για παροχή ενδιάμεσης θεραπείας, τονίζεται με σταθερό και ξεκάθαρο τρόπο στη νομολογία. Πρόσωπο που αποτείνεται μονομερώς στο Δικαστήριο, οφείλει να αποκαλύψει όχι μόνο εκείνα τα γεγονότα που ο ίδιος θέλει να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου, αλλά να αποκαλύψει πλήρως και δίκαια (fully and fairly)[2] όλα τα γεγονότα τα οποία είναι σημαντικά και ουσιώδη για να έχει το Δικαστήριο ολοκληρωμένη εικόνα και τα οποία ενδεχομένως να επενεργήσουν στην κρίση του κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας. Σε περιπτώσεις όπου διαφαίνεται ότι διάταγμα που εκδόθηκε μονομερώς, εκδόθηκε χωρίς να έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου όλα τα σχετικά γεγονότα τότε, αναπόδραστη συνέπεια είναι ότι ο αιτητής θα στερηθεί το διάταγμα που εξασφάλισε κατά παράβαση της υποχρέωσης του αυτής[3].

 

Στην προκείμενη περίπτωση, δεν θεωρώ ότι οι Ενάγοντες 1 και 2 είχαν αποσιωπήσει ή αποκρύψει στοιχεία και πληροφορίες καθοριστικά για σκοπούς της Αίτησης όταν αποτάθηκαν αρχικά στο Δικαστήριο. Η υποχρέωση ενός αιτητή για αποκάλυψη δεν σημαίνει ότι πρέπει να αναφερθεί σε κάθε επιμέρους γεγονός ή στοιχείο της σχέσης ή διαφοράς των διαδίκων. Η υποχρέωση αποκάλυψης αφορά στα ουσιώδη γεγονότα που μπορεί να επενεργήσουν στην κρίση του Δικαστηρίου. Στην προκείμενη περίπτωση κρίνω ότι παρουσιάστηκαν μέσω της αρχικής ένορκης δήλωσης επαρκείς πληροφορίες σε σχέση με το κεντρικό ζήτημα της αγωγής ώστε το Δικαστήριο είχε σαφή εικόνα κατά την πρώτη εξέταση της αίτησης στις 4.10.2018 και κατά την έκδοση του μονομερώς εκδοθέντος διατάγματος.

 

Τα διάφορα σημεία που προβάλλει ο Εναγόμενος 1 για να υποστηρίξει ότι υπήρχε απόκρυψη δεν αλλοιώνουν ουσιωδώς την εικόνα. Είναι δεδομένο ότι υπάρχει διαφωνία αναφορικά με τις εκατέρωθεν προθέσεις, τις επιδιώξεις, την ερμηνεία που δίδεται σε διάφορα γεγονότα ή δεδομένα. Αλλά αυτό δεν εξισούται με απόκρυψη. Ούτε εξισούται με απόκρυψη η μη αναφορά σε όλο το εύρος των οικογενειακών, επαγγελματικών και διαπροσωπικών περιστατικών που έλαβαν χώρα μεταξύ των εμπλεκόμενων. Ενδιαφέρει μόνο ο πυρήνας των γεγονότων που σχετίζονται με την παρούσα αγωγή και την αιτούμενη ενδιάμεση θεραπεία.

 

Στρέφομαι στις προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 από όπου εκπηγάζει η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:

 

«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

 

Παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις αυτής της διάταξης, επί της ουσίας οι προϋποθέσεις παραμένουν οι ίδιες. Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τέλος, διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις».

 

Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.

 

Όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:

 

«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, όταν το παρόν Δικαστήριο επιλήφθηκε της Αίτησης μονομερώς στις 4.10.2018 εξέτασε τη συγκεκριμένη προϋπόθεση στη βάση του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος που είχε τότε καταχωρηθεί. Από το περιεχόμενο του δικογράφου εκείνου, αποφάσισε ότι πληρείται η συγκεκριμένη προϋπόθεση και προχώρησε στην έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Οι αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης, που καταχωρήθηκε στο ενδιάμεσο, περιλαμβάνουν δηλωτικές αποφάσεις σε σχέση με την Επίδικη Μεταβίβαση, διατάγματα που αφορούν την ιδιοκτησία των Επίδικων Μετοχών και αξιώσεις για αποζημιώσεις. Κρίνω ότι οι αξιώσεις αυτές δεν είναι απαράδεκτες ούτε αντινομικές. Συνεπώς, η αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται, παραμένει.

 

Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[4]. Το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να πετύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[5].

 

Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:

 

«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, οι Ενάγοντες 1 & 2 ισχυρίζονται, μεταξύ άλλων, ότι ο Εναγόμενος 1 διενήργησε εις βάρος τους απάτη επιδιώκοντας με δόλιο τρόπο να τους αποστερήσει μέρος των Επίδικων Μετοχών που δικαιούνταν, παρότι ο Εναγόμενος 1 αναγνώρισε ότι κατέχει τις εν λόγω μετοχές ως εμπιστευματοδόχος και ότι θα τις διαμοίραζε σύμφωνα με τις επιθυμίες του τέως Εναγόμενου 2 παππού του (που τότε ήταν εν ζωή). Σε σχέση με αυτή τη δικογραφημένη θέση ζητούν την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων προς αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους ως δικαιούχοι μέρους των Επίδικων Μετοχών και για αποζημιώσεις.

 

Θεωρώ ότι έχουν παρουσιάσει μαρτυρία και στοιχεία για να στοιχειοθετήσουν τις βασικές τους θέσεις. Ότι δηλαδή επαρκώς, για σκοπούς πάντα αυτού του σταδίου, ότι διενεργήθηκαν ενέργειες από τον Εναγόμενο 1 που αποσκοπούσαν στην ιδιοποίηση περιουσίας (μέρος των Επίδικων Μετοχών) της οποίας οι Ενάγοντες 1 & 2 είναι δικαιούχοι και ότι έγιναν ενέργειες για να αναλάβει ο Εναγόμενος 1 τον έλεγχο λήψης αποφάσεων και τον έλεγχο στην περιουσία της Landmasters που απορρέουν από τις Επίδικες Μετοχές.

 

Συνεπώς, κρίνω πως η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η πλευρά των Εναγόντων ικανοποιεί τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δηλαδή στοιχειοθετεί ότι διαθέτουν πιθανότητα επιτυχίας σε σχέση με κάποιες τουλάχιστον από τις αξιώσεις που εγείρουν.

 

Όπως ήδη σημείωσα, δεν παραγνωρίζω τη διαφορετική ερμηνεία που δίδεται σε διάφορα γεγονότα από τις δύο πλευρές ούτε τις διιστάμενες εκδοχές για τις προθέσεις και επιδιώξεις των εμπλεκόμενων. Επαναλαμβάνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για αμφισβητούμενα γεγονότα θα γίνει κατά τη δίκη.

 

Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Για σκοπούς αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι χωρίς την ενδιάμεση θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Έχει επικρατήσει στη νομολογία, ζημιά να μην θεωρείται ανεπανόρθωτη εάν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα[6]. Όμως αυτό δεν είναι απόλυτο. Η νομολογία αναγνωρίζει επίσης ότι η ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων στη βάση των ιδιαίτερων περιστατικών κάθε υπόθεσης πρέπει να λαμβάνεται υπόψη. Όπως επεξηγήθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου American University of Cyprus (AUCY) Ltd κ.α. ν SCFB Ltd, Πολιτική έφεση Ε6/2022, ημερομηνίας 4.3.2025:

 

«Η τρίτη προϋπόθεση ως γνωστό αφορά στη δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο αν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Τούτο έχει συνδεθεί με την επάρκεια της θεραπείας των αποζημιώσεων, χωρίς αυτό να είναι απόλυτα ακριβές, αφού η έννοια της δικαιοσύνης δεν περιορίζεται στα στεγανά της υλικής ζημιάς. Η δικαιοσύνη ταυτίζεται με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»

 

Σε αυτή την περίπτωση, μέσω της Αίτησης οι Ενάγοντες 1 και 2 ουσιαστικά επιδιώκουν να περιορίσουν τη δυνατότητα του Εναγόμενου 1 να ελέγχει την Landmasters. Αυτό μέχρι την εκδίκαση της αγωγής οπόταν θα αποφασιστεί εάν διαθέτουν οι ίδιοι δικαίωμα σε μερίδιο των Επίδικων Μετοχών (και συνακόλουθα δικαιώματα ψήφου και συμμετοχής στον έλεγχο της εταιρείας και της περιουσίας της).

 

Ενόψει των πιο πάνω, αλλά και της φύσης των ζητημάτων που εγείρονται στην αγωγή και αφορούν δόλο και απάτη εις βάρος των Εναγόντων 1 και 2, κρίνω ότι δικαιολογείται η παροχή ενδιάμεσης θεραπείας. Διαφορετικά υπάρχει κίνδυνος να μείνει χωρίς αντίκρισμα τυχόν επιτυχία της αγωγής γιατί στο μεταξύ το αντικείμενο και βασική επιδίωξη – που είναι τα δικαιώματα που τους παρέχονται μέσω του μεριδίου των Επίδικων Μετοχών που διεκδικούν – μπορεί να έχει χαθεί.

 

Ενόψει αυτών των δεδομένων, κρίνω ότι και η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρείται.

 

Εφόσον οι τρεις προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πληρούνται πρέπει ακολούθως να εξεταστεί κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο υπό τις περιστάσεις να χορηγηθεί ενδιάμεση θεραπεία.

 

Σε σχέση με το εκδοθέν προσωρινό απαγορευτικό διάταγμα, σημειώνω ότι αποσκοπεί να περιορίσει τη δυνατότητα ή το ενδεχόμενο να τεθούν προς ψήφιση ζητήματα σε έκτακτη γενική συνέλευση της Landmasters. Αυτό συναρτάται με το γεγονός ότι τα δικαιώματα ψήφου των Επίδικων Μετοχών (που αντιπροσωπεύουν το 85% του εκδομένου κεφαλαίου) ουσιαστικά θα καθορίσουν την πορεία οποιουδήποτε ζητήματος μπορεί να απασχολήσει έκτακτη γενική συνέλευση της εταιρείας.

 

Ενόψει των αμφισβητούμενων και επίδικων ζητημάτων της αγωγής, δεν θεωρώ παράλογο αυτό το αίτημα των Εναγόντων 1 και 2. Εάν διαφανεί ότι οι θέσεις που εγείρουν με την αγωγή ευσταθούν, τότε οι Ενάγοντες 1 και 2 θα δικαιούνται και θα ελέγχουν την πλειοψηφία των μετοχών στην Landmasters και, κατ’ επέκταση την επιχείρηση και τα περιουσιακά της στοιχεία. Κρίνω επομένως ότι αυτό το διάταγμα αποσκοπεί να διατηρήσει, στο μέτρο του δυνατού, την υφιστάμενη κατάσταση πραγμάτων.

 

Παράλληλα για το εκδοθέν προσωρινό διάταγμα, δεν διακρίνω ότι το αποτέλεσμα του είναι δυσανάλογο, ούτε θεωρώ το εύρος του αδικαιολόγητα εκτενές. Σημειώνω ότι δεν εμποδίζει τη σύγκληση της ετήσιας/τακτικής γενικής συνέλευσης της Landmasters, ούτε εμποδίζει τη λειτουργία του διοικητικού συμβουλίου της.

 

Υπό αυτό το πρίσμα, και σταθμίζοντας όλα όσα έχω εξηγήσει, θεωρώ ότι είναι ορθό, δίκαιο και πρόσφορο να διατηρηθεί αυτό το απαγορευτικό διάταγμα μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης.

 

Δεν έχω την ίδια άποψη σε σχέση με τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα της Αίτησης. Αναφέρομαι στα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Β, Γ και Δ της Αίτησης στα οποία θα αναφερθώ ακολούθως.

 

Ένα ενδιάμεσο απαγορευτικό διάταγμα πρέπει να έχει το ελάχιστο αναγκαίο εύρος για να επιτελέσει τον σκοπό για τον οποίο εκδίδεται και να διαφυλάξει το αντικείμενο της αγωγής. Έχω την άποψη ότι το εύρος και η φύση των αιτούμενων διαταγμάτων Β, Γ και Δ ξεφεύγει του ελάχιστου αναγκαίου που επιτρέπουν τα ενώπιον μου δεδομένα. Συνεπώς, θεωρώ ότι δεν θα ήταν εύλογο και δίκαιο να εκδοθούν εκείνα τα διατάγματα.

 

Ειδικότερα, η παράγραφος Β της Αίτησης αφορά αιτούμενο διάταγμα που «να απαγορεύει στον Εναγόμενο αρ. 1 ή/και στους αντιπροσώπους του ή/και στους υπαλλήλους του να συγκαλέσουν ή/και να αποστείλουν ειδοποίηση για την σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης των μετόχων της εναγόμενος αρ. 3». Αυτό το αιτούμενο διάταγμα υπερκαλύπτεται από το ήδη εκδοθέν διάταγμα της παραγράφου Α που απαγορεύει «τη σύγκληση οποιασδήποτε άλλης Έκτακτης Γενικής Συνέλευσης των μετόχων της Εναγόμενης αρ. 3». Συνεπώς δεν ικανοποιήθηκα για την αναγκαιότητα έκδοσης του.

 

Το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Γ της Αίτησης αφορά διάταγμα που «να ακυρώνει ή/και να αναβάλει το αποτέλεσμα όποιου ψηφίσματος εκδοθεί από Έκτακτη Γενική Συνέλευση των μετόχων της Εναγόμενης αρ.3 η οποία συγκλήθηκε από τον Εναγόμενο αρ. 1». Εφόσον το εκδοθέν διάταγμα απαγορεύει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης δεν είναι αντιληπτό ποια είναι η χρησιμότητα ή αναγκαιότητα τέτοιου ενδιάμεσου διατάγματος.

 

Το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Δ της Αίτησης αφορά διάταγμα που «να απαγορεύει στην Εναγόμενη αρ. 3 και στους αξιωματούχους της από το να προβαίνουν σε οποιαδήποτε ενέργεια ώστε να συμμορφωθούν με οποιοδήποτε ψήφισμα εκδοθεί από τους μετόχους ή/και από οποιεσδήποτε οδηγίες για εφαρμογή των εκδοθέντων ψηφισμάτων». Και πάλιν, ενόψει του ήδη εκδοθέντος διατάγματος που απαγορεύει τη σύγκληση έκτακτης γενικής συνέλευσης, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι αναγκαία η έκδοση τέτοιας ευρείας απαγόρευσης στους αξιωματούχους της Landmasters.

 

Σε σχέση με τα πιο πάνω αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Β, Γ και Δ της Αίτησης, προσθέτω και το εξής. Ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα δεν εκδίδονται για να προστατεύσουν από κάθε θεωρητική ή ενδεχόμενη εξέλιξη. Ο σκοπός τους είναι συγκεκριμένος και αφορά στο να αποτρέψουν επικείμενες ενέργειες που θέτουν σε κίνδυνο την ακεραιότητα της κυρίως δίκης και το αντικείμενο ή την ουσία της επίδικης διαφοράς.

 

Συγκεφαλαιώνοντας τα πιο πάνω, κρίνω ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις και είναι ορθό και δίκαιο να διατηρηθεί το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα, όχι όμως για την έκδοση των υπόλοιπων αιτούμενων διαταγμάτων.

 

Ένα τελευταίο ζήτημα που έχει εγερθεί στα πλαίσια της ένστασης και πρέπει να απασχολήσει αφορά το θέμα της καθυστέρησης.

 

Είναι δεδομένο ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε το 2018. Έκτοτε έχουν παρέλθει 8 χρόνια περίπου και δεν έχει ξεκινήσει η εκδίκαση της ουσίας της αγωγής. Τα διαβήματα που μεσολάβησαν και οι ενέργειες που έγιναν από τις δύο πλευρές από την καταχώρηση της αγωγής και της Αίτησης μέχρι σήμερα φαίνονται από τον φάκελο της υπόθεσης. Δεν θα αναφερθώ λεπτομερώς. Περιορίζομαι μόνο να σημειώσω ότι καμία πλευρά είναι άνευ ευθυνών στην καθυστέρηση που παρατηρείται. Σημειώνω επίσης ότι δεν διαπιστώνω μεγάλες περιόδους αδράνειας στον φάκελο από την πλευρά των Εναγόντων. Περαιτέρω, ανέκυψαν ζητήματα που συνέτειναν ουσιαστικά στην καθυστέρηση για τα οποία δεν ευθύνεται η πλευρά των Εναγόντων 1 και 2. Αφορούν στα γεγονότα που μεσολάβησαν και κατέστησαν αναγκαία την τροποποίηση δύο φορές του κλητηρίου εντάλματος καθώς και στο γεγονός ότι προ μηνών (με άλλη ενδιάμεση απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και για τους λόγους που εκεί εξηγούνται) διατάχθηκε η διαγραφή μεγάλου μέρους της ένορκης δήλωσης που υποστήριζε την ένσταση και η επανακαταχώρηση της.

 

Συνεπώς, σε σχέση με αυτό το θέμα αναγνωρίζω μεν ότι υφίσταται μεγάλη καθυστέρηση στην πρόοδο της αγωγής, από την άλλη δεν διακρίνω ότι ευθύνεται αποκλειστικά η πλευρά των Εναγόντων 1 και 2 ώστε να επενεργεί εναντίον τους. Ειδικότερα, η ένσταση στην Αίτηση καταχωρήθηκε (ολοκληρωμένα) μόλις τον Οκτώβρη 2025.

 

Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι η καθυστέρηση που παρουσιάζεται δεν πρέπει, αφ΄ εαυτής, να οδηγήσει σε ακύρωση του εκδοθέντος διατάγματος.

Καταληκτικά, το μονομερώς εκδοθέν διάταγμα ημερομηνίας 4.10.2018 διατηρείται και η ισχύς του παρατείνεται μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.

 

Η Αίτηση απορρίπτεται ως προς τα υπόλοιπα αιτούμενα διατάγματα.

 

Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων 1 & 2/Αιτητών και εναντίον του Εναγόμενου 1/Καθ’ ου η Αίτηση, όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

 

 

(Υπ.) ……………………………………….…………..

  Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[2] Konamaneni v Rolls Royce Industrial Power (India) Ltd [2002] 1 WLR 1269

[3] The King v The General Commissioners for the Purposes of the Income Tax Acts for the District of Kensington, Ex parte Princess Edmond De Polignac [1917]1 K.B. 486

[4] Οδυσσέως (ανωτέρω)

[5] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829

[6] Karydas Taxi Services Ltd v Komodikis (1975) 1 ΑΑΔ 330


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο