ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1279/16
Μεταξύ:
Ελένη Κώστα Παντελίδη
Ενάγουσα
και
Σώτος Σωτηρίου
Εναγόμενος
Και ως τροποποιήθηκε δυνάμει Διαταγής του Δικαστηρίου ημερομ. 03/03/2023
Μεταξύ:
Ναυσικάς Χαραλάμπους, διαχειρίστριας της περιουσίας της Ελένης Παντελίδου
Ενάγουσας
και
Σώτος Σωτηρίου
Εναγόμενος
---------------------------------------
Ημερομηνία: 20 Μαρτίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα: Ο κος Γκούντρας με κα Μιχαήλ για Μάριο Παπαλοϊζου
Για τον Εναγόμενο: Ο κος Πεκρής με κα Θεμιστού για Η. Πεκρής & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Ενάγουσα, μέσω της Διαχειρίστριας της περιουσίας της πλέον, αξιώνει την έκδοση δηλωτικής απόφασης και συγκεκριμένα ότι η υπογραφή των εγγράφων που οδήγησε στη μεταβίβαση του ακινήτου της στο Γέρι προς τον Εναγόμενο έγινε υπό το κράτος απάτης ή/και ψυχικής πίεσης που ο Εναγόμενος άσκησε σε βάρος της. Παράλληλα ζητείται διάταγμα επανεγγραφής του ακινήτου στο όνομα της αποβιώσας, απόφαση για το ποσό των €20.000, το οποίο η αποβιώσασα είχε καταβάλει προς τον Εναγόμενο δυνάμει απάτης ή/και ψευδών παραστάσεων καθώς και παραδειγματικές ή/και τιμωρητικές αποζημιώσεις.
Συγκεκριμένα καταγράφεται ότι η Ελένη Παντελίδου, ηλικίας 82 ετών, από τον Μάϊο 1994 διέμενε μόνη της στην ιδιόκτητη κατοικία της στην οδό Γερίου 115, στο Γέρι. Ήταν άτεκνη και είχε 6 αδέλφια, με τα οποία διατηρούσε πολύ καλές σχέσεις όπως και με τα ανήψια της. Ο Εναγόμενος, ηλικίας 52 ετών κατά τον επίδικο χρόνο, διατηρούσε γραφείο εξευρέσεως εργασίας σε αλλοδαπές οικιακές βοηθούς. Η αποβιώσασα, Ελένη Παντελίδου, τα τελευταία 40 χρόνια της ζωής της έπασχε από κατάθλιψη, με συχνά καταθλιπτικά επεισόδια για τα οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείτο από ιδιώτες ψυχιάτρους καθώς και από ψυχιάτρους του Γενικού Νοσοκομείου Λευκωσίας. Τον Ιανουάριο του 2015, όταν η αλλοδαπή οικιακή βοηθός της εξέφρασε την επιθυμία της να αποχωρήσει από την Κύπρο, η ίδια είχε επικοινωνήσει με γνωστό της πρόσωπο, ο οποίος της σύστησε τον Εναγόμενο ως άτομο το οποίο ασχολείτο με την εξεύρεση οικιακών βοηθών. Μετά την επικοινωνία που είχε μαζί του ο Εναγόμενος άρχισε να την επισκέπτεται στο σπίτι της, να της κάνει διάφορα κομπλιμέντα, τόσο για την ίδια καθώς και για το σπίτι της, του οποίου η αξία ανέρχεται στο ποσό των €950.000. Η αλλοδαπή βοηθός που είχε διευθετήσει ο Εναγόμενος αφίχθηκε τον Μάρτη του 2015 και από εκείνη τη μέρα οι επισκέψεις του στην αποβιώσασα έγιναν πιο συχνές με δικαιολογία ότι ήθελε να ελέγξει αν είναι καλή στη δουλειά της. Τα κομπλιμέντα είχαν εξελιχθεί σε ερωτόλογα, τα οποία στο τέλος έλαβαν μορφή ερωτικής εξομολόγησης. Επιπρόσθετα, ο Εναγόμενος της έβαζε λόγια για τους συγγενείς της, αναφέροντάς της ότι το μόνο που ήθελαν από αυτή ήταν τα λεφτά της ενώ ο ίδιος δεν θα την εγκατέλειπε ποτέ. Αποτέλεσμα των πράξεών του ήταν να την αποξενώσει από τα συγγενικά της πρόσωπα και να αρχίσει να εξαρτάται συναισθηματικά και πραγματικά αποκλειστικά από τον Εναγόμενο, αφού ότι της συνέβαινε αυτός έτρεχε αμέσως, την επισκεπτόταν συνεχώς, της τηλεφωνούσε πολύ συχνά και έδειχνε να νοιάζεται για την υγεία της. Με την πάροδο του χρόνου άρχισε να της ζητά να τον στηρίξει οικονομικά ενώ της έκανε παράπονα ότι δεν μπορούσε να ανταπεξέλθει στις οικονομικές του υποχρεώσεις. Οι πιέσεις για οικονομική στήριξη γίνονταν όλο και πιο συχνές και συνοδεύονταν από δήλωση ότι μόνο αυτός την αγαπά. Η ιστορία οδηγήθηκε στο να του υποσχεθεί η αποβιώσασα τη μεταβίβαση της οικίας της μετά τον θάνατο της, όμως η συγκεκριμένη υπόσχεση δεν ήταν προϊόν ελεύθερης βούλησης αλλά ήταν κατόπιν αφόρητης ψυχολογικής πίεσης που ο Εναγόμενος της ασκούσε συνεχώς αλλά και κατόπιν παραστάσεων στις οποίες ο ίδιος προέβαινε αλλά και της πλύσης εγκεφάλου που της έκανε σε σχέση με τους συγγενείς της. Περί τα τέλη Ιουλίου του 2015 η αποβιώσασα επισκέφθηκε το Κτηματολόγιο Λευκωσίας με τον Εναγόμενο και ο Εναγόμενος ζήτησε να εξυπηρετηθεί από συγκεκριμένο άτομο το οποίο απουσίαζε. Αρχές Αυγούστου του 2015 ο Εναγόμενος ανέφερε στην αποβιώσασα ότι θα έπρεπε να μεταβούν μαζί στην τράπεζα για να προβεί σε ανάληψη του ποσού των €20.000 έτσι ώστε να πληρώσουν τα αναγκαία έξοδα για την ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν τη συγκεκριμένη μεταβίβαση, πράγμα το οποίο έγινε. Ακολούθως, μετέβησαν στην Ευρύχου όπου επισκέφθηκαν κτήριο Δημόσιας Υπηρεσίας και εξυπηρετήθηκαν με αποτέλεσμα η αποβιώσασα να υπογράψει κάποια έγγραφα, χωρίς αυτά να της διαβαστούν και χωρίς να ερωτηθεί κατά πόσο επιθυμεί να πωλήσει την κατοικία της ή/και οτιδήποτε άλλο. Μετά τη συγκεκριμένη ημερομηνία ο Εναγόμενος άλλαξε τη συμπεριφορά του και αραίωσε τις επισκέψεις και τα τηλεφωνήματα του προς την αποβιώσασα ενώ, όταν του τηλεφωνούσε η ίδια, της έκλεινε το τηλέφωνο. Τον Φεβρουάριο του 2016 η Ενάγουσα επηρεασμένη από τη συμπεριφορά του Εναγόμενου κάλεσε την αδελφή της και της ανέφερε τι είχε συμβεί ζητώντας της όπως λάβουν νομική συμβουλή. Μετά από έρευνα στο Κτηματολόγιο διαπιστώθηκε ότι τα έγγραφα τα οποία η ίδια η αποβιώσασα είχε υπογράψει στην Ευρύχου αφορούσαν μεταβίβαση της οικίας της δυνάμει συμφωνίας πώλησης για το ποσό των €180.000, γεγονός το οποίο η αποβιώσασα δεν γνώριζε. Δεν είχε ποτέ πρόθεση ούτε και είχε συμφωνήσει να υπογράψει μεταβίβαση της οικίας της στον Εναγόμενο αφού η αξία της ανέρχεται στις €950.000 ευρώ. Απεβίωσε στις 13/04/2022.
Ως λεπτομέρειες της ψυχικής πίεσης που ασκήθηκε από τον Εναγόμενο στην αποβιώσασα καταγράφεται η όλη συμπεριφορά του με την οποία είχε κάνει την αποβιώσασα να τον εμπιστευτεί, να τρέφει αισθήματα προς αυτόν, να πιστεύει ότι θα της παρείχε φροντίδα και στήριξη καθώς και την σχέση που δημιούργησε μαζί της απομακρύνοντας την από τα συγγενικά της πρόσωπα και αποκλείοντας άλλα πρόσωπα από οποιαδήποτε επαφή μαζί της καθιστώντας την πλήρως εξαρτώμενη από τον ίδιο.
Ως λεπτομέρειες του δόλου, των ψευδών παραστάσεων ή/και της απάτης που άσκησε στο πρόσωπο της αποβιώσασας καταγράφεται το γεγονός ότι ο Εναγόμενος την είχε μετέφερε περί τα τέλη Ιουλίου στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας με τη διαβεβαίωση ότι θα προέβαιναν σε μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου μετά τον θάνατο της και ότι θα κατοικούσε στο συγκεκριμένο ακίνητο ανενόχλητη και λόγω του ότι έλειπε το άτομο της εμπιστοσύνης του την μετέφερε στην Ευρύχου και εκεί υπέγραψε δήλωση μεταβίβασης της κατοικίας της λόγω πώλησης για το ποσό των €180.000 χωρίς να της επεξηγηθεί οτιδήποτε και χωρίς να διαβάσει οτιδήποτε.
Ο Εναγόμενος αρνείται τους ισχυρισμούς που προβάλλονται και υποστηρίζει ότι η αποβιώσασα του εξέφραζε συχνά παράπονα κατά των συγγενών της και συγκεκριμένα ότι πώλησαν δική της περιουσία μεγάλης αξίας δίδοντας της ένα πολύ μικρό ποσό. Όσον αφορά την κατάσταση της υγείας της καταγράφει ότι λάμβανε κατά καιρούς χάπι για τον ύπνο. Σε σχέση με τα γεγονότα προωθεί τη θέση ότι επισκέφθηκε την αποβιώσασα δύο με τρείς φορές για την ετοιμασία ή/και συμπλήρωση των αναγκαίων εγγράφων της αίτησης για άδεια εισόδου και εργοδότησης της αλλοδαπής οικιακής βοηθού. Κατόπιν δικών της παρακλήσεων την επισκεπτόταν για διάφορους λόγους όπως την παράδοση της άδειας παραμονής της αλλοδαπής εργαζόμενης, για διακανονισμό των εκκρεμοτήτων που υπήρχαν σε σχέση με τις κοινωνικές ασφαλίσεις της προηγούμενης αλλοδαπής βοηθού, για να μεταφέρει σε τράπεζες χρήματα ή για ανάληψη χρημάτων. Καταγράφεται ότι η αποβιώσασα άρχισε να του δίδει κείμενα με ερωτικό περιεχόμενο και του ζητούσε να ανταποκρίνεται με τον ίδιο τρόπο για να νιώθει η ίδια καλά ενώ του ζητούσε να την πάρει σε περιπάτους, εκδρομές και άλλες εξορμήσεις. Προωθείται ότι η αποβιώσασα, ενεργώντας με ελεύθερη βούληση ή/και έχοντας πλήρη γνώση ή/και επίγνωση των πράξεων της και χωρίς την οποιαδήποτε άσκηση ψυχικής πίεσης, είχε εισηγηθεί στον Εναγόμενο να του αφήσει με διαθήκη το σπίτι της. Λόγω του ότι ο ίδιος δεν ήθελε να αποκτήσει το σπίτι της χωρίς αντάλλαγμα της εισηγήθηκε να το αγοράσει στο ποσό των €180.000 με τη συμφωνία ότι θα διέμενε η ίδια σε αυτό μέχρι τον θάνατο της και ότι θα είχε την επικαρπία του σπιτιού της. Αρνείται ότι έλαβε το ποσό των €20.000 από την αποβιώσασα και προωθεί τη θέση ότι κατά διαστήματα την μετέφερε σε τράπεζες και Συνεργατικά προς διεκπεραίωση των εργασιών της.
Περί τα μέσα Αυγούστου του 2015 επισκέφθηκε ο ίδιος μαζί με την αποβιώσασα τους γονείς του για γεύμα στα Χανδριά και λόγω του ότι η αποβιώσασα δεν άντεχε την ταλαιπωρία στο Κτηματολόγιο Λευκωσίας αποφάσισαν όπως καθοδόν προς τα Χανδριά περάσουν από το Κτηματολόγιο Ευρύχου υποθέτοντας ότι δεν θα υπήρχε μεγάλη κίνηση και ταλαιπωρία για να προβούν στη μεταβίβαση της κατοικίας. Ακολουθήθηκαν όλες οι νόμιμες διαδικασίες και στο Κτηματολόγιο Ευρύχου είχε αναφερθεί στην αποβιώσασα η πράξη πώλησης και το ποσό της πώλησης με τα οποία συμφώνησε. Ο ίδιος κατέβαλε στην αποβιώσασα το ποσό των €180.000 σε μετρητά. Αρνείται ότι άσκησε ψυχική πίεση στην αποβιώσασα ή/και ότι την εξαπάτησε.
Προς υποστήριξη των θέσεων της Ενάγουσας δόθηκε μαρτυρία από τρείς μάρτυρες. Πρώτη έδωσε μαρτυρία η Ναυσικά Χαραλάμπους, Μ.Ε.1, ανιψιά της αποβιώσασας, κληρονόμος και Διαχειρίστρια της περιουσίας της. Παρέθεσε τις θέσεις της σε γραπτό κείμενο το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 1. Εξήγησε ότι η Θεία της, από την οποία είχε αρχικά καταχωριστεί η υπό κρίση αγωγή, απεβίωσε στις 13/04/2022, άτεκνη και ως νόμιμοι κληρονόμοι της καθορίστηκαν τα αδέλφια της και τα τέσσερα ανήψια της στα οποία συμπεριλαμβάνεται και η ίδια. Καταγράφει ότι μέχρι τον Αύγουστο του 2015 η αποβιώσασα ήταν η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της κατοικίας επί της οδού Γερίου 115, στο Γέρι και κατά τον ουσιώδη χρόνο η αξία της συγκεκριμένης κατοικίας ανερχόταν στις €983.700. Η ίδια γνώριζε ότι η αποβιώσασα, το 2019, είχε δεχθεί πρόταση πώλησης του ακινήτου για το ποσό του €1.200.000, την οποία όμως είχε απορρίψει λόγω του ότι δεν επιθυμούσε να αποχωριστεί την κατοικία της στην οποία ήθελε να παραμείνει μέχρι την τελευταία ημέρα της ζωής της, καθώς επίσης και λόγω του ότι ήταν οικονομικά εξασφαλισμένη. Η αποβιώσασα διατηρούσε εξαιρετικές σχέσεις τόσο με τα αδέλφια της καθώς και με τα ανήψια της ενώ η ίδια, μαζί με την οικογένεια της, είχαν μετακομίσει με την Θεία της, για περίοδο 3 ετών, μετά τον θάνατο του συζύγου της προκειμένου να την στηρίξουν στην προσαρμογή της στην νέα της καθημερινότητα χωρίς τον σύζυγο της. Στην ηλικία των 40 χρονών η αποβιώσασα είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη, για την οποία λάμβανε φαρμακευτική αγωγή και παρακολουθείτο από ψυχιάτρους, σε σχέση με την οποία παρουσίαζε συχνά υποτροπές με καταθλιπτικά επεισόδια τα οποία είχαν μεγάλη διάρκεια. Λόγω της ψυχολογικής της κατάστασης αλλά και του προχωρημένου της ηλικίας της η αποβιώσασα απασχολούσε αλλοδαπή οικιακή βοηθό, η οποία της παρείχε καθημερινή βοήθεια. Μετά την αναχώρηση της οικιακής βοηθού της η αποβιώσασα την είχε ενημερώσει ότι είχε ξεκινήσει την αναζήτηση νέας οικιακής βοηθού. Η αποβιώσασα είχε πληροφορηθεί από τον πατέρα του Εναγόμενου, τον οποίο γνώριζε από προηγουμένως, ότι ο Εναγόμενος ασχολείτο με την εξεύρεση οικιακών βοηθών. Επικοινώνησε με τον Εναγόμενο ο οποίος της ανέφερε ότι ήταν πρόθυμος να την βοηθήσει προκειμένου να διευθετήσει την εργοδότηση της νέας οικιακής βοηθού και γι΄αυτό τον λόγο την επισκέφθηκε στο σπίτι της αρκετές φορές. Της ίδιας όμως της είχε προκαλέσει εντύπωση η συχνότητα των επισκέψεων. Κατά τις επισκέψεις του ο Εναγόμενος ήταν ιδιαίτερα ευγενικός και φιλικός προβαίνοντας σε κομπλιμέντα προς την αποβιώσασα ότι είναι πολύ ωραία γυναίκα, ότι δεν της φαίνεται η ηλικία της, ότι έχει ωραία μαλλιά και εκφραστικά μάτια ενώ σχολίαζε το πόσο ωραίο ήταν το σπίτι της και πόσο τυχερή ήταν που ζούσε σε τέτοιο σπίτι. Κατά τον δεδομένο χρόνο η αποβιώσασα είχε περάσει 21 χρόνια χωρίς σύντροφο και λόγω και της μεγάλης διαφοράς στην ηλικία της με τον Εναγόμενο κολακεύτηκε με τη συμπεριφορά του. Τον Μάρτιο του 2015 μετά από ενέργειες του Εναγόμενου εργοδοτήθηκε νέα οικιακή βοηθός και από τη μέρα της άφιξης της οι επισκέψεις του Εναγόμενου έγιναν συχνότερες. Επισκεπτόταν το σπίτι της τακτικά και της τηλεφωνούσε τακτικά με πρόφαση ότι ήθελε να βεβαιωθεί ότι η οικιακή βοηθός είναι καλή στα καθήκοντα της. Δεν παρέλειπε να της κάνει κομπλιμέντα κάθε φορά και θετικά σχόλια τόσο για την ίδια καθώς και το σπίτι της. Σε σύντομο χρονικό διάστημα οι φιλοφρονήσεις κλιμακώθηκαν και ο Εναγόμενος άρχισε να εκδηλώνει ένα υποτιθέμενο έντονο ερωτικό ενδιαφέρον προς την αποβιώσασα, το οποίο η αποβιώσασα εξέλαβε ως γνήσιο και ανταποκρίθηκε. Της έστελνε και ερωτικά σημειώματα, λουλούδια καθώς και ευχετήριες κάρτες στις οποίες εξέφραζε το ερωτικό του ενδιαφέρον. Η ίδια η Θεία της της είχε αποκαλύψει όλα αυτά τα γεγονότα σε μεταγενέστερο χρόνο πριν την καταχώρηση της υπό κρίση αγωγής. Της παρέδωσε χειρόγραφα σημειώματα του Εναγόμενου στα οποία, σύμφωνα με τον ισχυρισμό του, της έγραφε τραγούδια ή/και ποιήματα τα οποία της παρουσίασε ως δικές του δημιουργίες, ωστόσο τα συγκεκριμένα ποιήματα αποτελούν εμπορικά τραγούδια τα οποία ακούγονται καθημερινά. Λόγω ηλικίας η Θεία της δεν γνώριζε τα συγκεκριμένα μουσικά κομμάτια και δεν μπορούσε να τα αναγνωρίσει. Προωθεί τη θέση ότι ο Εναγόμενος ασκούσε ιδιαίτερη ψυχική πίεση προς την Θεία της, έτσι ώστε να την ωθήσει να ανταποκριθεί στα ψεύτικα συναισθήματα του και να συνάψει δεσμό μαζί του για να του μεταβιβάσει την κατοικία της. Οι χειρισμοί του Εναγόμενου δεν περιορίζονταν μόνο στις λέξεις αλλά και σε καθημερινές νυχτερινές επισκέψεις κατά τις οποίες της ζητούσε να του μαγειρέψει ενώ φρόντιζε, πριν από την κάθε επίσκεψη του, να πληροφορείται κατά πόσο βρισκόταν κάποιο άλλο πρόσωπο στο σπίτι της γιατί επιθυμούσε να βρίσκονται πάντοτε μόνοι. Η ίδια η Θεία της της μετέφερε τα λόγια, τις υποσχέσεις και τις ενέργειες του Εναγόμενου και της δήλωνε ότι ο Εναγόμενος την νοιάζεται πραγματικά και ότι θα την φρόντιζε οτιδήποτε και αν της συνέβαινε. Σύντομα, μετά τη γνωριμία τους και τη σύναψη σχέσης, ο Εναγόμενος ξεκίνησε να παραπονείται ότι αντιμετώπιζε οικονομικά προβλήματα γιατί είχε απωλέσει ένα μεγάλο χρηματικό ποσό σε τυχερά παιχνίδια και την πίεζε συναισθηματικά όπως του δώσει χρήματα. Η αποβιώσασα βασιζόμενη στις υπερβολικές εκδηλώσεις δήθεν αγάπης και θαυμασμού καθώς και στις υποσχέσεις και τα λόγια του Εναγόμενου του έδωσε χρηματικά ποσά τα οποία είχε μαζέψει μέσα από οικονομίες που έκανε όλη της τη ζωή. Η ίδια την είχε προειδοποιήσει πως ο Εναγόμενος πιθανότατα να προσπαθεί να εκμεταλλευτεί το προχωρημένο της ηλικίας της και την ανάγκη της να συνδεθεί με έναν σύντροφο μετά από τόσα χρόνια μοναξιάς και την είχε συμβουλέψει να διακόψει την, τόσο στενή, επαφή μαζί του. Της είχε τονίσει πως η τεράστια διαφορά ηλικίας, 30 έτη και οι έντονες εκδηλώσεις αγάπης και αφοσίωσης έπρεπε να της κινήσουν υποψίες σε σχέση με τις προθέσεις του. Οι ίδιες συμβουλές της είχαν δοθεί και από άλλα συγγενικά της πρόσωπα. Δεν φαινόταν να αντιλαμβάνεται τα όσα, τα συγγενικά της πρόσωπα, της επεσήμαναν και για τα οποία την προειδοποιούσαν. Η ίδια θεωρούσε ότι ο Εναγόμενος ήταν ο σύντροφος που θα της προσέφερε συντροφιά και αγάπη και γι΄αυτό έδειχνε έτοιμη και πρόθυμη να του προσφέρει ότι της ζητούσε παραβλέποντας τις όποιες ανησυχίες και προειδοποιήσεις των συγγενών της. Η ίδια είχε παρατηρήσει, περί τον Ιούνιο του 2015, ότι είχε ξεκινήσει μια απομάκρυνση της Θείας της από τα συγγενικά της πρόσωπα και οι συχνές επαφές είχαν αρχίσει να αραιώνουν. Τον Μάρτιο του 2016 η Θεία της επικοινώνησε μαζί της ταραγμένη και φοβισμένη για να της αναφέρει ότι είχε απευθυνθεί σε δικηγόρο αφού τον Αύγουστο του 2015, μετά από συνεχείς πιέσεις του Εναγόμενου, είχε μεταβεί μαζί του σε κάποια κυβερνητική υπηρεσία στην Ευρύχου όπου υπέγραψε κάποια έγγραφα με την πεποίθηση ότι αφορούσαν τη μεταβίβαση της κατοικίας της στον Εναγόμενο μετά τον θάνατο της. Ακολούθως πληροφορήθηκε ότι με τα συγκεκριμένα έγγραφα πωλούσε τη μοναδική της κατοικία στον Εναγόμενο για το ποσό των €180.000. Ανησύχησε ότι θα έμενε άστεγη αφού δεν είχε διατηρήσει οποιοδήποτε δικαίωμα επί του ακινήτου, ούτε καν το δικαίωμα διαμονής της μέχρι το θάνατο της. Ήταν πολύ στεναχωρημένη και ταραγμένη και της ανέφερε ότι μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας στο Κτηματολόγιο η συμπεριφορά του Εναγόμενου άλλαξε ριζικά, αφού σταμάτησε να την επισκέπτεται, σταμάτησε να της τηλεφωνεί και όταν η ίδια δοκίμαζε να επικοινωνήσει μαζί του είτε της έκλεινε το τηλέφωνο είτε της μιλούσε επιθετικά ενώ της είχε ζητήσει να σταματήσει να τον ενοχλεί. Λόγω της συγκεκριμένης κατάστασης βίωνε έντονα συναισθήματα άγχους, φόβου και θλίψης. Ένιωθε παγιδευμένη και ανήμπορη να αντιδράσει στα όσα συνέβαιναν, αντιλαμβανόμενη ότι είχε κάνει λάθος επιλογές που την είχαν οδηγήσει στη συγκεκριμένη κατάσταση. Καταγράφει, ότι η Θεία της ουδέποτε είχε πρόθεση να αποξενώσει τη μοναδική της κατοικία και ότι ο Εναγόμενος εκμεταλλευόμενος την κατάσταση στην οποία είχε θέσει την Θεία της, ήτοι της εξάρτησης, την μετέφερε στο Κτηματολόγιο Ευρύχου προβάλλοντας της ότι θα υπέγραφε έγγραφα μεταβίβασης του σπιτιού της στον ίδιο μετά τον θάνατο της. Ουδέποτε είχε λάβει από τον Εναγόμενο το ποσό των €180.000, το οποίο είχε δηλωθεί ως τίμημα πώλησης στη δήλωση μεταβίβασης ούτε και είχε λάβει κάποιο άλλο ποσό. Η ίδια προσωπικά είχε διενεργήσει ελέγχους στους τραπεζικούς λογαριασμούς της αποβιώσασας ενώ ελέγχθηκε και η οικία της χωρίς να εντοπιστεί οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.
Κατατέθηκε ως Τεκμήριο 1 το διάταγμα διαχείρισης της περιουσίας της αποβιώσασας, ως Τεκμήριο 2 το πιστοποιητικό θανάτου και των κληρονόμων της, ως Τεκμήριο 3 δέσμη εγγράφων αποτελούμενη από 11 φύλλα ως γράμματα ερωτικού περιεχομένου που συντάσσονταν από τον Εναγόμενο και δόθηκαν στην αποβιώσασα και ως Τεκμήριο 4 δέσμη εγγράφων που αφορά τη δήλωση μεταβίβασης με αριθμό Π1585/15.
Ερωτηθείσα που είχε ανευρεθεί η δέσμη εγγράφων, το Τεκμήριο 3, ισχυρίστηκε ότι ήταν στην κατοχή της Ενάγουσας και είχαν ανευρεθεί στο σπίτι της αποβιώσασας. Υποστήριξε ότι η αποβιώσασα πριν τη μεταβίβαση του ακινήτου δεν είχε λάβει νομική συμβουλή.
Αντεξεταζόμενη υποστήριξε ότι είναι κόρη της αδελφής της αποβιώσασας και γνώριζε την αποβιώσασα πάρα πολύ καλά αφού είχαν σχέση κόρης με μάνας. Ερωτηθείσα ισχυρίστηκε ότι όλη η οικογένεια είχε άριστες σχέσεις με την αποβιώσασα μέχρι που μπήκε στη ζωή της ο Εναγόμενος και απομακρύνθηκε από τους αυτούς. Εξήγησε, ότι ήταν πολύ συνδεδεμένη η ίδια με την αποβιώσασα αφού διατηρούσαν καθημερινή επικοινωνία ενώ είχε μείνει στην οικία της για αρκετό καιρό και ήταν η αγαπημένη γιαγιά των αγοριών της, τα οποία την είχε βοηθήσει να τα μεγαλώσει. Η ίδια επικοινωνούσε μαζί της καθημερινά και κάποτε την μετέφερε στον γιατρό τα απογεύματα ενώ, όταν μεταφερόταν το πρωινό στον γιατρό την μετέφερε η Θεία της η Χρυστάλλα γιατί η αποβιώσασα δεν οδηγούσε ενώ ενίοτε την εξυπηρετούσε και ο κος Θωμάς, ο γείτονας της. Ερωτηθείσα παραδέχθηκε ότι έχρηζε της απόλυτης εμπιστοσύνης της αποβιώσασας όμως παράλληλα την ντρεπόταν σε κάποια θέματα.
Ισχυρίστηκε ότι τον Εναγόμενο τον είχε δει δύο με τρείς φορές ίσως και τέσσερεις, όταν πηγαινοερχόταν στη Θεία της και έτυχε να βρίσκεται εκεί. Μια φορά είχε περάσει και από το μαγαζί της για να πληρωθεί σε σχέση με την εργοδότηση αλλοδαπής βοηθού. Υποστήριξε ότι η γνωριμία του Εναγόμενου με τη Θεία της είχε διαρκέσει περί τους 6 μήνες και σε αυτούς τους μήνες η ίδια είχε επαφή με τον Εναγόμενο τρείς ή τέσσερεις φορές. Όσον αφορά τα γεγονότα ήταν η θέση της ότι στην αρχή η ίδια προσπαθούσε να προστατέψει τη Θεία της αλλά σε κάποια στιγμή θύμωσε, όταν της ζήτησε σε μια από τις επισκέψεις της να αποχωρήσει από το σπίτι γιατί θα την επισκεπτόταν ο Εναγόμενος. Σε σχέση με τη μεταβίβαση ισχυρίστηκε ότι η Θεία της της είχε αναφέρει ότι λόγω των συνεχών πιέσεων του Εναγόμενου όλα είχαν γίνει γρήγορα. Η ίδια η Θεία της ήταν με την πεποίθηση ότι η μεταβίβαση θα γινόταν μετά τον θάνατο της και ότι ενόσω ζούσε θα είχε κυριότητα στο σπίτι της. Όταν της υποβλήθηκε ότι η ίδια η Θεία της δεν είχε αναφέρει αυτά τα πράγματα σε κατάθεση της προς την Αστυνομία υποστήριξε ότι της το είχε αναφέρει της ίδιας προσωπικά. Προώθησε τη θέση ότι το 2009 της είχε γίνει πρόταση για πώληση της συγκεκριμένης κατοικίας για ένα τεράστιο ποσό και ούτε καν προβληματίστηκε κατά πόσο να το πωλήσει, γιατί δεν είχε πρόθεση ποτέ να πωλήσει το σπίτι της.
Τόνισε ότι τα όσα αναφέρει της είχαν λεχθεί από την ίδια τη Θεία της και στη γραπτή της δήλωση είχε περιγράψει τα όσα της είχαν λεχθεί. Όσον αφορά τις συναισθηματικές πιέσεις που ασκούσε ο Εναγόμενος στη Θεία της υποστήριξε ότι απ' όσα της είχε αναφέρει η ίδια η Θεία της της υποσχόταν ότι θα είναι μαζί της για πάντα, ότι θα την βοηθούσε μέχρι το τέλος της ζωή της και ότι πρόθεση του ήταν να είναι το στήριγμα της και να συμβιώσει μαζί της. Ισχυρίστηκε ότι ο Εναγόμενος χειρίστηκε συναισθηματικά τη Θεία της και την οδήγησε στο σημείο να μην την ενδιαφέρει οτιδήποτε άλλο παρά μόνο να τον έχει δίπλα της. Όσον αφορά την πώληση της οικίας αρνήθηκε την υποβολή ότι η Θεία της είχε την πρωτοβουλία για την πώληση της κατοικίας αξίας €1 εκατομμυρίου στο ποσό των €180.000. Υποστήριξε ότι το 2009 που της είχε γίνει μια πολύ επικερδής πρόταση για την πώλησή του σπιτιού ούτε καν την εξέτασε. Ερωτηθείσα ανέφερε ότι η Θεία της της μετέφερε πάντοτε με ενθουσιασμό τα λεγόμενα του Εναγόμενου, ήτοι για το τι της έγραφε καθώς και για τα κομπλιμέντα τα οποία της έκανε. Η ίδια την προειδοποιούσε πλην όμως η Θεία της ισχυριζόταν ότι γνώριζε τι έπραττε. Σε σχέση με τη μεταβίβαση του ακινήτου η ίδια προώθησε τη θέση ότι δεν γνώριζε ότι είχε διενεργηθεί και ότι είχε ενημερωθεί μετά. Όμως, κατά την δική της άποψη, δεν ήταν η Θεία της που είχε εισηγηθεί στον εναγόμενο την πώληση του σπιτιού αφού ήταν το σπίτι της. Εξ’ ου, μετά που την απειλούσε να την βγάλει έξω από το σπίτι της, αποφάσισε να κινηθεί εναντίον του. Αυτά που γνώριζε η ίδια ήταν τα κομπλιμέντα και τα παραμύθια που έλεγε στην Θεία της ο Εναγόμενος, τα οποία της μετέφερε με μεγάλη περηφάνια και ενθουσιασμό. Όταν η ίδια της έθετε την πραγματικότητα η Θεία της θύμωνε μαζί της γιατί δεν της άρεσε.
Παραδέχθηκε ότι την ενόχλησε που η Θεία της την είχε βάλει στο περιθώριο λόγω του Εναγόμενου, τον οποίο γνώριζε μόνο για τρείς μήνες. Ένοιωσε προσβεβλημένη όταν της ζήτησε να φύγει γιατί θα την επισκεπτόταν ο Εναγόμενος. Όταν της υποβλήθηκε ότι έχει προσωπικό όφελος, ως κληρονόμος της αποβιώσασας και γι΄αυτό προωθεί τις συγκεκριμένες θέσεις η ίδια υποστήριξε ότι έχει κάποιο όφελος, οι κληρονόμοι είναι 5, αλλά δεν ήταν αυτός ο σκοπός της προώθησης της υπόθεσης. Η Θεία της είχε ζητήσει την προώθηση της αγωγής. Υποστήριξε ότι η Θεία της είχε ενθουσιαστεί τόσο πολύ για τα συναισθήματα που της εξέφρασε ο Εναγόμενος που δεν λάμβανε υπόψη τις δικές της προειδοποιήσεις και αυτός ήταν και ένας λόγος που η αποβιώσασα άργησε να την ενημερώσει σε σχέση με τα γεγονότα. Ισχυρίστηκε, ότι η αποβιώσασα είχε εμμονικές θέσεις λόγω της χειριστικής συμπεριφοράς του Εναγόμενου γιατί τον είχε αγαπήσει.
Σε σχέση με το Τεκμήριο 3 ήταν η δική της θέση ότι ο Εναγόμενος δεν έκανε καν τον κόπο να καταγράψει τα όσα κατέγραφε σε λευκή κόλλα αλλά τα κατέγραφε και σε καταστάσεις λογαριασμών της καφετέριας του γιου του. Η Θεία της αφέθηκε να νομίζει ότι τα συγκεκριμένα γραφόμενα ήταν στίχοι και ποιήματα, δημιουργίες του ιδίου του Εναγόμενου και ότι αυτά γράφτηκαν από την ψυχή του. Η ίδια την ενημέρωσε ότι είναι τραγούδια του εμπορίου καθώς και στίχοι από ποιήματα και όχι δημιουργίες του Εναγόμενου. Αρνήθηκε ότι η αποβιώσασα είχε λάβει το ποσό των €180.000 μετρητά για τη μεταβίβαση της κατοικίας. Η ίδια, ως Διαχειρίστρια, είχε προβεί σε έρευνα στους λογαριασμούς της αποβιώσασας και δεν είχε εντοπίσει το συγκεκριμένο ποσό. Κατέληξε, ότι η Θεία της ήταν ευάλωτη λόγω της ηλικίας της, 81 ετών κατά τον επίδικο χρόνο και λόγω των ψυχολογικών της προβλημάτων όταν γνώρισε τον Εναγόμενο νόμισε ότι γνώρισε τον τέλειο άντρα.
Δεύτερος έδωσε μαρτυρία ο κύριος Κυριάκος Τοφαρίδης, Μ.Ε.2, υπάλληλος στην Τράπεζα Κύπρου ο οποίος είχε κληθεί για να παρουσιάσει τις καταστάσεις τραπεζικού λογαριασμού που διατηρούσε η αποβιώσασα στην Τράπεζα Κύπρου. Ισχυρίστηκε ότι ο ίδιος είχε εκτυπώσει τις συγκεκριμένες καταστάσεις λογαριασμού, οι οποίες αποτελούν ακριβές αντίγραφο των βιβλίων της Τράπεζας. Κατέθεσε τη δέσμη καταστάσεων λογαριασμού ως Τεκμήριο 5. Εξήγησε, ότι ο συγκεκριμένος λογαριασμός είναι τρεχούμενος με όριο ύψους €1.709. Στις 20/01/2014 το υπόλοιπο του ανερχόταν στις €9.869,68 και ότι τον Δεκέμβριο της ίδιας χρονιάς το υπόλοιπο ανερχόταν στις €7.153,88. Δεν μπορούσε να εντοπίσει κατάθεση ύψους €180.000 το 2014 ούτε και το 2015 αφού ο συγκεκριμένος λογαριασμός το 2015 ξεκίνησε με το ποσό των €7.153,88 και έκλεισε με το ποσό €4.388,80. Το ίδιο ίσχυε και για το έτος 2016 ο λογαριασμός είχε υπόλοιπο €4.388,80 και στο κλείσιμο του έτους €4.882,47. Όσον αφορά το 2018 το έτος ξεκινά με υπόλοιπο ύψους €4.882,47 και τελειώνει με υπόλοιπο ύψους €4.926,87. Για κανένα από αυτά τα χρόνια δεν υπήρχε κατάθεση ύψους €180.000.
Αντεξετασθείς ανέφερε ότι δεν γνώριζε κατά πόσο η αποβιώσασα διατηρούσε άλλο λογαριασμό τόσο στην Τράπεζα Κύπρου ή σε άλλη τράπεζα.
Μαρτυρία δόθηκε και από τον Νικόλα Κυριάκου, Μ.Ε.3, λειτουργό εξυπηρέτησης στην Ελληνική Τράπεζα. Σύμφωνα με την μαρτυρία του είχε στα χέρια του καταστάσεις του τραπεζικού λογαριασμού της Ελένης Παντελίδου, τις οποίες κατέθεσε ως Τεκμήριο 6 στη διαδικασία. Εξήγησε ότι με βάση το αρχείο της Τράπεζας η συγκεκριμένη είχε προθεσμιακό λογαριασμό στην πρώην Συνεργατική, ο οποίος μεταφέρθηκε στην Ελληνική Τράπεζα με την συγχώνευση. Όσο αφορά την περίοδο 2014 – 2017 εξήγησε ότι το 2014 υπήρχε υπόλοιπο €72.082,50 και όταν ανανεώθηκε το γραμμάτιο, στις 28/11/2014, το ποσό ανερχόταν στις €73.642,41. Στις 04/08/2015 το υπόλοιπο του συγκεκριμένου λογαριασμού ανερχόταν στις €53.000 γιατί είχε γίνει ανάληψη ενός ποσού ύψους €20.627,48. Ερωτηθείς εξήγησε ότι η συγκεκριμένη ανάληψη καταγράφεται στην κατάσταση λογαριασμού, την οποία υπέδειξε στο Τεκμήριο 6 και σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6α.
Αντεξετασθείς ανέφερε, σε σχέση με το Τεκμήριο 6α, ότι στις 28/11/2014 υπήρχε ένα γραμμάτιο ύψους €73.642,41 και η πελάτης είχε αποσύρει το ποσό των €642,41. Ερωτηθείς σε τι αναφέρεται το ποσό των €225.000 εξήγησε ότι αφορούσε όλες τις χρεώσεις καθώς και τις πιστώσεις που αφορούσαν τον λογαριασμό για τα έτη από το 2014 μέχρι το 2017. Κατέληξε, ότι με βάση το αρχείο της Τράπεζας η συγκεκριμένη κυρία δεν είχε άλλο λογαριασμό στο όνομά της.
Για την Υπεράσπιση μαρτυρία δόθηκε από τον Εναγόμενο, ο οποίος κατέγραψε τις θέσεις του σε γραπτό κείμενο, το οποίο σημειώθηκε ως Έγγραφο 2. Κατέγραψε ότι η γνωριμία του με την αποβιώσασα ξεκίνησε το 2015, όταν ο ίδιος ασχολείτο με την εξεύρεση και διάθεση οικιακών βοηθών από ξένες χώρες. Η αποβιώσασα αναζητούσε κοπέλα, λόγω του ότι η οικιακή βοηθός της θα αναχωρούσε για τη χώρα της και είχε επικοινωνήσει με τον πατέρα του, με τον οποίο είχε συνεργαστεί και στο παρελθόν, για να ζητήσει το δικό του τηλέφωνο για να την βοηθήσει. Του τηλεφώνησε τον Φεβρουάριο του 2015 και του εξήγησε τι ζητούσε. Έκλεισαν ραντεβού στο σπίτι της για να λάβει ο ίδιος πληροφορίες σε σχέση με τις ανάγκες της, έτσι ώστε να της συστήσει την κατάλληλη κοπέλα. Συναντήθηκαν και δεύτερη φορά για να της παρουσιάσει κάποια βιογραφικά, έτσι ώστε να διαλέξει την κατάλληλη βοηθό και να συμπληρώσουν τα απαραίτητα έγγραφα. Μετά που έκανε την επιλογή της η αποβιώσασα τον παρακάλεσε να αναλάβει προσωπικά την ετοιμασία των εγγράφων που αφορούσαν τις κοινωνικές ασφαλίσεις καθώς και την έκδοση της άδειας παραμονής της οικιακής βοηθού, ενώ παράλληλα του ζήτησε όπως διευθετήσει όλες τις εκκρεμότητες που υπήρχαν σε σχέση με την προηγούμενη οικιακή βοηθό της. Παρόλο που δεν ενέπιπτε στα καθήκοντα του, ο ίδιος προθυμοποιήθηκε να την βοηθήσει γιατί του είχε εκμυστηρευθεί ότι δεν υπήρχαν άλλα άτομα στο περιβάλλον της που να μπορούν να την βοηθήσουν. Μετά την πρόσληψη της οικιακής βοηθού ο ίδιος της τηλεφώνησε για να ενημερωθεί ότι όλα έβαιναν καλά, ενώ αραιά και που του τηλεφωνούσε η ίδια, η αποβιώσασα, ζητώντας του να την επισκεφθεί, είτε για να την βοηθήσει με τις εξωτερικές δουλείες ή/και για παρέα. Παρόλο που δεν ήταν εντός των υπηρεσιών που παρείχε ανέπτυξε φιλικές σχέσεις με την αποβιώσασα στα πλαίσια της αλληλεγγύης. Κατά τις συναντήσεις τους η αποβιώσασα του ζητούσε να της γράφει κάποια τραγούδια για να τα τραγουδά γιατί δεν ήξερε να χρησιμοποιεί ηλεκτρονικό υπολογιστή ή κάποιο άλλο μέσο. Δεν θεώρησε ο ίδιος ότι υπήρχε κάτι το επιλήψιμο και όποτε περνούσε από το σπίτι της, μετά από συνεννόηση και δική της προτροπή, της έγγραφε τραγούδια στο χαρτί και της τα έδινε. Του είχε εκμυστηρευτεί ότι οι συγγενείς της την είχαν παραμελήσει, ότι ήταν εντελώς μόνη και ότι σκεφτόταν να πουλήσει το σπίτι της για να χρησιμοποιήσει τα λεφτά για να κάνει αυτά που ονειρευόταν. Κατά τη διάρκεια της συζήτησης τον είχε ρωτήσει κατά πόσο ενδιαφερόταν να αγοράσει το σπίτι της. Ο ίδιος αντιλήφθηκε ότι είχε πλήρη επίγνωση των όσων ανέφερε και ότι όντως αναζητούσε κάποιον να αγοράσει το σπίτι της και τότε της απάντησε ότι ενδιαφερόταν ο ίδιος και της ζήτησε να καταρτίσουν εκτίμηση για να διευκρινιστεί η αξία της κατοικίας. Ο ίδιος υπολόγισε το ποσό που είχε διαθέσιμο για την αγορά της συγκεκριμένης κατοικίας, ενώ έλαβε υπόψη του και το γεγονός όταν δεν θα είχε την κατοχή της συγκεκριμένης κατοικίας παρά μόνο στο τέλος της ζωής της αποβιώσασας και της προσέφερε σε μετρητά, για την αγορά της κατοικίας, το ποσό των €180.000. Ο ίδιος, λόγω του ότι δεν εμπιστευόταν τις τράπεζες, προέβαινε κατά καιρούς σε μεγάλες αναλήψεις χρημάτων, τα οποία διατηρούσε στην οικία του. Κατέγραψε ότι η αποβιώσασα είχε λάβει συνειδητοποιημένη απόφαση να δεχθεί την προσφορά του, χωρίς επηρεασμό και με μοναδικό γνώμονα ότι δεν είχε κληρονόμους στους οποίους θα ήθελε να αφήσει την περιουσία της. Τον ενημέρωσε ότι είχε συμβουλευθεί δικηγόρο. Η αγοραία αξία του ακινήτου είχε μειωθεί δραστικά και δεν ήταν αυτή που παρουσιάστηκε από τους Ενάγοντες. Στις 18/08/2015 μετέβηκαν μαζί με την αποβιώσασα στο Κτηματολογικό γραφείο Λευκωσίας στην Ευρύχου, όπου ο ίδιος της παρέδωσε το ποσό των €180.000 σε μετρητά και ολοκληρώθηκε η πράξη της μεταβίβασης. Είχαν εξυπηρετηθεί από την Κτηματολογική γραφέα Μυρούλα Κυριάκου, η οποία είχε ρωτήσει την αποβιώσασα κατά πόσο επιθυμούσε να πωλήσει το ακίνητο στον ίδιο και αν πράγματι είχε λάβει το ποσό των €180.000. Η αποβιώσασα επιβεβαίωσε την επιθυμία για πώληση της οικίας και την λήψη του συγκεκριμένου ποσού. Όλα εξελίσσονταν ομαλά στη σχέση του με την αποβιώσασα μέχρι την επίδοση της αγωγής. Ο ίδιος τότε επικοινώνησε τηλεφωνικά με την αποβιώσασα για την ρωτήσει τι είχε συμβεί και η ίδια του απάντησε ότι οι συγγενείς της είχαν μάθει για την μεταβίβαση και την πίεζαν να τον καταγγείλει και να προχωρήσει με την καταχώρηση της αγωγής. Σε άλλες τρεις με τέσσερεις επικοινωνίες τους του επανέλαβε τις συγκεκριμένες θέσεις. Ένοιωσε αδικία και στεναχωρήθηκε με τα όσα είχαν συμβεί, πλην όμως δεν αντέδρασε και δεν προσπάθησε να επικοινωνήσει ξανά με την αποβιώσασα. Η ίδια προσπάθησε να επικοινωνήσει μαζί του επανειλημμένα, όμως δεν ανταποκρίθηκε.
Κατέθεσε ως Τεκμήριο 5 δέσμη εγγράφων που αφορούσε τις καταστάσεις λογαριασμών του σε Συνεργατικά Ιδρύματα καθώς επίσης και εκτύπωση από τη διαδικτυακή πύλη του Κτηματολογίου, η οποία σημειώθηκε ως Τεκμήριο 6.
Αντεξεταζόμενος ανέφερε ότι το 2015 ασχολείτο με την εξεύρεση οικιακών βοηθών και ότι από το 1987 μέχρι το 2012 ήταν δημόσιος υπάλληλος. Αποχώρησε από τη Δημόσια Υπηρεσία για ιατρικούς λόγους λαμβάνοντας, κατά το δεδομένο χρόνο, μισθό ύψους €2.500 το μήνα και σύνταξη περίπου €1.250. Ερωτηθείς αναφορικά με το πόσα στοιχίζει μία οικιακή βοηθός εξήγησε ότι ο κατώτατος μισθός καθορίζεται από την κυβέρνηση αλλά δεν εμποδίζει οτιδήποτε τον εργοδότη να πληρώσει περισσότερα και ότι ο καθορισθείς κατώτατος μισθός ανερχόταν στα €320 με €350, πλέον οι κοινωνικές ασφαλίσεις οι οποίες ανέρχονταν στα €135. Υποστήριξε ότι ο ίδιος ακολουθεί την πρακτική του να ετοιμάζει όλα τα έγγραφα για την εργοδότηση μίας οικιακής βοηθού από το εξωτερικό. Παραδέχθηκε, ότι πληρώθηκε για τις υπηρεσίες του καθώς και ότι ήταν μέσα στα καθήκοντα του να συμπληρώσει όλα τα έντυπα για την αλλοδαπή βοηθό. Προώθησε τη θέση ότι όλα αυτά που έκανε για την αποβιώσασα δεν ήταν εντός των καθηκόντων του και τα έκανε στα πλαίσια αλληλεγγύης αλλά και γιατί η αποβιώσασα δεν είχε κάποιον να την βοηθήσει αφού σύμφωνα με τα λεγόμενα της, δεν είχε καλές σχέσεις με την οικογένεια της. Υποστήριξε, σε ερώτηση που του τέθηκε, ότι την επισκεπτόταν για να την εξυπηρετήσει είτε μεταφέροντάς την στην τράπεζα είτε μεταφέρνοντάς την στο φαρμακείο. Παραδέχθηκε ότι είχε μία φιλική σχέση με την αποβιώσασα και ότι ο ίδιος βοηθούσε μία ηλικιωμένη όταν του το ζητούσε. Επεξήγησε, ότι αυτό είχε γίνει δύο με τρεις φορές. Αρνήθηκε τη υποβολή ότι την φλέρταρε έντονα και υποστήριξε ότι δεν ήταν κόπος για τον ίδιο να της γράφει τραγούδια όπως αυτά που φαίνονται στο Τεκμήριο 3. Παραδέχθηκε ότι κάποια από τα γραφόμενα στο Τεκμήριο 3 ήταν δικά του. Συγκεκριμένα, η φράση «σε ευχαριστώ για την εμπιστοσύνη που μου έδειξες» καθώς και άλλα γραφόμενα τα οποία εξέφραζαν αγάπη. Διευκρίνισε ότι τα συγκεκριμένα λόγια τα είχε γράψει μετά τη μεταβίβαση του σπιτιού για να την ευχαριστήσει για την αγοραπωλησία που είχε γίνει.
Παραδέχθηκε επίσης ότι ήταν φτωχός και ότι δεν είχε κάτι για να αφήσει στον υιό του. Όταν του υποβλήθηκε ότι ένας άνθρωπος που έχει διαθέσιμες €180.000 δεν μπορεί να χαρακτηριστεί φτωχός ήταν η δική του η θέση ότι δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ούτε πλούσιος. Υποστήριξε ότι ένοιωθε πλέον ικανοποιημένος, μετά τη μεταβίβαση, ότι είχε κάτι να αφήσει στον υιό του και γι΄ αυτό είχε γράψει, στην επιστολή προς την αποβιώσασα, αυτά που είχε καταγράψει γιατί ένοιωθε πλέον μεγάλη σιγουριά. Παραδέχθηκε ότι ο υιός του είναι ιδιοκτήτης καφετέριας. Αρνήθηκε την υποβολή ότι ευχαριστούσε την αποβιώσασα γιατί είχε πράξει κάτι που κανένας λογικός άνθρωπος δεν θα έπραττε, δηλαδή να του μεταβιβάσει το σπίτι χωρίς αντάλλαγμα.
Υποστήριξε ότι όλα τα τραγούδια τα έγγραφε και τα παρέδιδε στην αποβιώσασα στα πλαίσια «της αλληλεγγύης». Ισχυρίστηκε ότι η αποβιώσασα είχε στον τοίχο της ένα ημερολόγιο από το οποίο έβγαζε μία σελίδα κάθε μέρα, του την έδινε και του ζητούσε να της γράψει κάτι για να γελάσουν. Όταν του υποδείχθηκε μία ευχετήρια κάρτα, το Τεκμήριο 3(Α), παραδέχθηκε ότι την είχε γράψει πριν την μεταβίβαση του ακινήτου. Ερωτηθείς κατά πόσο συνήθιζε να φιλά στα χείλη τους πελάτες του υποστήριξε πως όχι και αρνήθηκε ότι είχε υποσχεθεί στην αποβιώσασα αγάπες και λουλούδια με απώτερο στόχο να τη χειραγωγήσει για να της αποσπάσει το ακίνητο. Όταν του υποβλήθηκε ότι όλα αυτά που έγραφε στην αποβιώσασα ήταν ψέματα, η απάντηση του ήταν ότι δεν τα εννοούσε. Αρνήθηκε όλες τις υποβολές που αφορούσαν την κατάρτιση σχεδίου για απόσπαση του ακινήτου προς όφελος του και επέμενε στη θέση ότι η ίδια η αποβιώσασα επιθυμούσε να πωλήσει την κατοικία για να λάβει τα λεφτά και να πραγματοποιήσει τα όνειρα της. Παρόλο που είχαν συμφωνήσει προσωπικά να μπει επικαρπία στο συγκεκριμένο ακίνητο στο τέλος η ίδια του είχε αναφέρει ότι δεν χρειάζεται και αυτός της είχε δώσει το λόγο του ότι δεν θα την έδιωχνε από το σπίτι της.
Όταν του ζητήθηκε να υποδείξει οποιαδήποτε μεγάλη ανάληψη από τον λογαριασμό του ύψους €180.000 υποστήριξε ότι ο ίδιος είχε ένα γραμμάτιο πλην όμως δεν θυμόταν σε ποια τράπεζα διατηρούσε το συγκεκριμένο γραμμάτιο και πότε είχε προβεί στην ανάληψη. Με αναφορά στο Τεκμήριο 7 υπέδειξε στις 01/11/2011 μια ανάληψη €100.000. Όταν του υποβλήθηκε ότι το ποσό το έβαλε σ’ άλλο λογαριασμό υποστήριξε ότι είχε και γραμμάτιο και ότι δεν θυμόταν. Όμως επέμενε στη θέση του ότι διατηρούσε κάποια γραμμάτια που είχαν λήξει και είχε προβεί, πριν το κούρεμα του 2013, σε αρκετές αναλήψεις. Ήταν η θέση του ότι το ποσό των €34.605, το οποίο αφορούσε μεταβιβαστικά, είχε καταβληθεί με τραπεζική επιταγή όμως, λόγω του γεγονότος ότι δεν διατηρούσε τα λεφτά του στην τράπεζα τη δεδομένη περίοδο, είχε καταβάλει το τίμημα πώλησης στην αποβιώσασα σε μετρητά. Ισχυρίστηκε ότι κρατούσε μαζί του μια τσάντα με €180.000 σε μετρητά τα οποία έδωσε στην αποβιώσασα.
Όσον αφορά τη θέση του ότι η αποβιώσασα είχε συμβουλευθεί δικηγόρο ερωτηθείς κατά πόσο τη μετέφερε ο ίδιος στον δικηγόρο απάντησε αρνητικά. Ισχυρίστηκε ότι δεν γνώριζε ούτε ποιον είχε συμβουλευτεί, ούτε πώς είχε πάει σε δικηγόρο αφού δεν οδηγούσε. Παραδέχθηκε ότι κατέβαλε μεταβιβαστικά στην αξία των €800.000 που ήταν η αξία του ακινήτου όπως είχε καθοριστεί από το Κτηματολόγιο. Κατά τη δική του άποψη η συγκεκριμένη αξία που καθορίστηκε από το Κτηματολόγιο ήταν υπερεκτιμημένη. Σε ερώτηση που στήριζε τη συγκεκριμένη θέση προώθησε τον ισχυρισμό ότι είχε συμβουλευθεί φίλους κτηματομεσίτες πλην όμως δεν είχε προβεί σε οποιαδήποτε εκτίμηση. Κατέληξε, ότι ο ίδιος δεν προσπάθησε να ξεγελάσει οποιονδήποτε και αρνήθηκε ότι, με λόγια και υποσχέσεις, κατέστησε την αποβιώσασα εξαρτημένη και υποχείριο του με απώτερο σκοπό να της αποσπάσει το συγκεκριμένο περιουσιακό στοιχείο.
Μαρτυρία δόθηκε και από την Μαρία Κυριάκου, Μ.Υ.2, η οποία εργάζεται στο Κτηματολόγιο για 30 και πλέον χρόνια. Ανέφερε ότι υπηρετεί στο Επαρχιακό Κτηματολογικό Γραφείο Κερύνειας και κατά τον Αύγουστο του 2015 εργαζόταν στο Κτηματολογικό Γραφείο Ευρύχου κάθε Τρίτη με καθήκοντα αποδοχής υποθέσεων. Ήταν η θέση της ότι ήταν το πρόσωπο το οποίο είχε αποδεχθεί τη μεταβίβαση – πώληση του συγκεκριμένου ακινήτου από την Ελένη Παντελίδη στον Σώτο Σωτηρίου. Μπορούσε να θυμηθεί ότι είχαν προσέλθει στο Κτηματολόγιο μόνοι τους, προσκομίζοντας τα έντυπα της μεταβίβασης υπογεγραμμένα και η ίδια τα είχε διαβιβάσει στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας για να ελεγχθεί το τεμάχιο ήτοι κατά πόσο υπήρχαν οποιαδήποτε εμπόδια στη μεταβίβαση. Εξετάστηκαν τα έντυπα από λειτουργούς στο Επαρχιακό Κτηματολόγιο Λευκωσίας, οι οποίοι τα καταχώρησαν στο σύστημα και τους έδωσαν αριθμό έτσι ώστε να μπορέσει να εκδώσει απόδειξη για τα δικαιώματα. Στη συνέχεια φώναξε και τους δύο και εξήγησε στην Ελένη την πράξη την οποία θα έκαμνε και την ρώτησε κατά πόσο είχε λάβει το ποσό της πώλησης. Όταν της απάντησε καταφατικά εξέδωσε την απόδειξη σε σχέση με τα δικαιώματα. Περιέγραψε την Ελένη ως μία ήσυχη χαμογελαστή κυρία, η οποία αντιλαμβανόταν τι έπραττε. Αναγνώρισε, στο περιεχόμενο του Τεκμηρίου 4, τα έντυπα τα οποία της είχαν παραδοθεί για να διενεργηθεί η μεταβίβαση. Όσον αφορά την αξία που καταγράφηκε, ήτοι €950.000 εξήγησε ότι συνιστά το ποσό που καθορίζεται για να εισπραχθούν τα τέλη του Κτηματολογίου και εξήγησε ότι για κάθε ακίνητο το οποίο μεταβιβάζεται δυνάμει πώλησης στο Κτηματολόγιο, το Κτηματολόγιο δεν βασίζεται στην αξία την οποία καταγράφουν τα έντυπα αλλά προβαίνει σε δική του εκτίμηση.
Αντεξετασθείσα επανέλαβε ότι η ίδια ασχολείτο με την αποδοχή μεταβιβάσεων. Εξήγησε ότι δεν υπάρχει κάποιο πρωτόκολλο για να διαβεβαιώνεται ο λειτουργός ότι η πράξη μεταβίβασης γίνεται με ελεύθερη τη βούληση των εμπλεκομένων και ότι απλά ερωτούνται τα μέρη, μετά που θα τους επεξηγηθεί η πράξη που θα γίνει, κατά πόσο συμφωνούν. Ερωτηθείσα περιέγραψε τι φορούσε η αποβιώσασα όμως δεν μπορούσε να θυμηθεί τι φορούσε ο Εναγόμενος. Υποστήριξε ότι δεν δόθηκε στην αποβιώσασα οποιοδήποτε ποσό μπροστά της. Δεν μπορούσε να θυμηθεί πόσες μεταβιβάσεις είχαν γίνει τη συγκεκριμένη ημέρα. Με αναφορά στο Τεκμήριο 4 παραδέχθηκε ότι είχε γίνει εκτίμηση του ακινήτου από το Κτηματολόγιο, το οποίο καθόρισε την αξία του στις €950.000 και επίσης παραδέχθηκε ότι τα μεταβιβαστικά είχαν καταβληθεί πάνω στη συγκεκριμένη αξία. Ερωτηθείσα κατά πόσο της είχε προκαλέσει εντύπωση το γεγονός ότι ένα ακίνητο αξίας €950.000 πωλείτο στις €180.000, η ίδια υποστήριξε ότι ικανοποιήθηκε με αυτό που είχε δηλωθεί από τα ίδια τα μέρη. Ήταν η θέση της ότι το ακίνητο είχε πωληθεί ελεύθερο από κάθε βάρος και ότι ποτέ δεν της είχε αναφερθεί ότι η αποβιώσασα θα διατηρούσε την επικαρπία του ακινήτου. Κατέληξε, ότι η αποβιώσασα επιθυμούσε να μεταβιβάσει το ακίνητο και είχε υπογράψει πλην όμως η ίδια δεν είχε οποιοδήποτε καθήκον να εξετάσει τις συνθήκες υπό τις οποίες η αποβιώσασα είχε υπογράψει τη δήλωση μεταβίβασης.
Και οι δυο ευπαίδευτοι συνήγοροι παρέθεσαν τις εκατέρωθεν θέσεις σε γραπτές αγορεύσεις ενώ προέβησαν και σε δια ζώσης σύνοψη των εκ διαμέτρου αντίθετων θέσεών τους. Το Δικαστήριο έχει κατά νου τις εισηγήσεις και των δύο πλευρών και θα αναφερθεί σ’ αυτές όπου κρίνει τούτο απαραίτητο.
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ - ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Η υπό κρίση υπόθεση θα αποφασιστεί στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και σύμφωνα με την κρατούσα νομολογία, ένας μάρτυρας μπορεί να γίνει πιστευτός μερικώς ή ολικώς (βλ. Γενικός Εισαγγελέας v. Μανώλη (1995) 1 Α.Α.Δ. 207 και Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506), η δε επιλεκτική αποδοχή μέρους της μαρτυρίας ενός μάρτυρα δεν είναι επιλήψιμη (βλ. Χάρης Χρίστου v. Ευγενία Khoreva (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 455 και Mossa Mohamed Mustafa v. Ανδρέα Κακουρή κ.ά. (2002) 1(Α) Α.Α.Δ. 165). Χαρακτηριστικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Demil Imports Exports v. Ζήνων Κωνσταντινίδης (2011) 1(Α) Α.Α.Δ. 462:
« Στις αστικές υποθέσεις όπως η παρούσα, η απόδειξη κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους των εναγόντων, να αποδείξουν τους ισχυρισμούς τους για την αξίωση τους. Η απόσειση του βάρους αυτού, συναρτάται αποκλειστικά με την μαρτυρία η οποία κρίνεται αποδεκτή και αξιόπιστη.
Στην υπόθεση Μαρσέλ (πιο πάνω) λέχθηκε ότι «Το κριτήριο δεν είναι αν η θέση ή η εκδοχή του διαδίκου που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) είναι η πιο πιθανή παρά ή αντίθετη, εκείνη δηλαδή, του αντιδίκου του. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not). Αν απέτυχε να αποδείξει τη θέση ή την εκδοχή του σε αυτό το επίπεδο (standard of proof), ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης δεν θεωρείται ότι το απέσεισε, έστω και εάν η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά η αντίθετη, εκείνη δηλαδή του αντιδίκου του.(Βλέπε μεταξύ άλλων Phipson on Evidence, 14th Edition, par.4-38 και Αθανασίου κ.ά. ν. Κουνούνη (1997) 1 (Β) Α.Α.Δ. 614.)».
Η γενική αρχή σε μια πολιτική υπόθεση είναι ότι ο ενάγων έχει το γενικό βάρος να αποδείξει, στο μέτρο του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, ότι η δική του εκδοχή γεγονότων είναι πιο πιθανή παρά να μην είναι. Παραπέμπω σχετικά στην απόφαση Χρυσάνθη Χρυσάνθου και Σταύρος Φραντζή ν. Αντρέα Φραντζή (2010) 1(Β) Α.Α.Δ. 1295.
Για το θέμα της αξιοπιστίας της μαρτυρίας, αναφορά μπορεί να γίνει και στην ανάπτυξη του θέματος στο βιβλίο των Σάντη - Ηλιάδη, Δίκαιο της Απόδειξης, εκδ. 2014, Κεφάλαιο 3, IB. Η θετική εντύπωση που αφήνει στο Δικαστήριο ο μάρτυς που καταθέτει αποτελεί, σε γενικές γραμμές, στοιχείο εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας του. Η αξιοπιστία αποτελεί έννοια πολυσήμαντη. Η εμφάνιση και συμπεριφορά του μάρτυρα ενόσω καταθέτει, η μνήμη του, οι αντιδράσεις του (κατά πόσο δηλαδή είναι φυσικές ή αφύσικες), ο τρόπος που απαντά, η νευρικότητα ή η επιφυλακτικότητά του και η ιδιοσυγκρασία που εκδηλώνει, είναι μεταξύ των στοιχείων που λαμβάνονται υπόψη κατά την αξιολόγηση βλ. Κεντρική Ασφαλιστική Εταιρεία Λτδ ν. Ηροδότου (2013) 1 Α.Α.Δ. 1166, C. & A. Pelekanos Associates Limited ν. Πελεκάνου (1999) 1(B) Α.Α.Δ. 1273.
Στα πλαίσια της ζωντανής ατμόσφαιρας της δίκης, το Δικαστήριο είχε την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή όλους τους μάρτυρες ενώ κατέθεταν ενόρκως. Αξιολόγησε τη μαρτυρία τους με βάση το περιεχόμενο, ποιότητα και σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία καθοδηγούμενο από σειρά παραγόντων που είναι αδύνατο να καταγραφούν εξαντλητικά. Τέτοιοι παράγοντες είναι, μεταξύ άλλων, η σαφήνεια και αμεσότητα των απαντήσεων των μαρτύρων και η ύπαρξη σ΄ αυτές υπερβολών ή ουσιαστικών αντιφάσεων, η λογικοφάνεια και αληθοφάνεια της εκδοχής τους, η ύπαρξη προσωπικού συμφέροντος ή προκατάληψης στην υπόθεση, οι ευκαιρίες που είχαν να αντιληφθούν τα διαδραματισθέντα, η μνήμη τους και οι λόγοι που είχαν να ενθυμούνται ή να πιστεύουν αυτά για τα οποία καταθέτουν.
Αναφορά γίνεται και στο Σύγγραμμα των Τ. Ηλιάδη & Ν. Σάντη «Το Δίκαιο της Απόδειξης» όπου στη σελίδα 196 και επέκεινα διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Στις πολιτικές υποθέσεις, η επιτυχία της αγωγής εξαρτάται από το αν ο ενάγων θα παρουσιάσει επαρκή και αξιόπιστη μαρτυρία με την αναγκαία αποδεικτική βαρύτητα ώστε να ικανοποιήσει το εφαρμοζόμενο βάρος απόδειξης. Το επίπεδο απόδειξης είναι αυτό του ισοζύγιου των πιθανοτήτων.» .
Αξιολογώντας την μαρτυρία της Μ.Ε.1, ανιψιάς της αποβιώσας, η οποία ήταν εξ ακοής. Το γνώριζε και η ίδια και το ανέφερε κατά τη διάρκεια της μαρτυρίας της. Θα πρέπει όμως να επισημανθεί ότι όταν καταχωρίστηκε η αγωγή η Ενάγουσα ήταν εν ζωή, ότι υπέγραψε και το διοριστήριο της δικηγόρου που καταχώρησε την αγωγή και ότι απεβίωσε στις 13/04/2022, ήτοι 6 χρόνια μετά την καταχώρισή της. Το γεγονός αυτό καταγράφεται για λόγους που θα καταστούν εμφανείς στη συνέχεια.
Η προαναφερόμενη εξ ακοής μαρτυρία χρήζει εξέτασης για να διαπιστωθεί ποια βαρύτητα θα πρέπει να της δοθεί, πάντοτε δυνάμει των σχετικών προνοιών που περί Αποδείξεως Νόμου, άρθρα 24 και 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, με την τροποποίηση του οποίου τέτοια μαρτυρία δεν αποκλείεται πλέον εκ προοιμίου αλλά γίνεται δεκτή και αξιολογείται στην βάση όλων των σχετικών παραγόντων και της ίδιας της υπόθεσης. Αναφορικά με την αξιολόγηση εξ ακοής μαρτυρίας καθοδηγητικό είναι το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ ν. Χριστοδούλου (2016) 1 Α.Α.Δ. 1779:
«Η αξιολόγηση της βαρύτητας εξ ακοής μαρτυρίας, σύμφωνα με το άρθρο 27 του περί Αποδείξεως Νόμου Κεφ. 9, γίνεται από το πρωτόδικο δικαστήριο, το οποίο είναι ορθό να επεξηγεί τους λόγους για τους οποίους αποδίδει ή δεν αποδίδει βαρύτητα σε εξ ακοής μαρτυρία (Δέστε: Ανδρέου κ.α. ν. Αστυνομίας (2010) 2 ΑΑΔ, 152). Το δικαστήριο λαμβάνει υπόψιν του όλα τα περιστατικά της υπόθεσης και ιδιαίτερα το αν θα ήταν εύλογο και εφικτό να κλητευθεί ως μάρτυρας στη διαδικασία το πρόσωπο που έκανε την αρχική δήλωση, το διαρρεύσαν χρονικό διάστημα, ο βαθμός της εξ ακοής μαρτυρίας, το αν οποιοδήποτε εμπλεκόμενο πρόσωπο είχε κίνητρο να αποκρύψει ή να παραποιήσει γεγονότα, το αν η αρχική δήλωση μεταφέρθηκε επακριβώς ή όχι, το πλαίσιο μέσα στο οποίο έγινε η δήλωση κλπ.. Οι παράγοντες αυτοί, οι οποίοι αναφέρονται στο άρθρο 27(2) δεν είναι βέβαια εξαντλητικοί (Δέστε: Γενικός Εισαγγελέας της Δημοκρατίας ν. Γεωργίου (2006) 2 ΑΑΔ 217). Όμως επιβάλλεται όπως η διεργασία αξιολόγησης της βαρύτητας της εξ ακοής μαρτυρίας γίνεται με προσοχή και επεξηγείται από το δικαστήριο είτε η εξ ακοής μαρτυρία απορρέει από προφορική μαρτυρία είτε από γραπτή (Δέστε: Γεωργίου ν. Στυλιανού (2009) 1 ΑΑΔ, 70 και Μονός κ.α. ν. S. Xenides Trading Co Ltd κ.α. (2010) 1 ΑΑΔ, 1002).
Το άρθρο 27(3) προνοεί ότι κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας που προσδίδεται από το δικαστήριο σε εξ ακοής μαρτυρία λαμβάνεται ιδιαίτερα υπόψιν το αν ο διάδικος θα μπορούσε να προσκομίσει την καλύτερη δυνατή μαρτυρία και δεν το έπραξε (Δέστε: Κολάνη ν. Ταμπούρα (2010) 1 ΑΑΔ 1108 και Χριστοφή και Άλλοι. ν. Δημητρίου και Άλλη (2009) 1 ΑΑΔ 428). Πέραν των προαναφερομένων το δικαστήριο μπορεί να λάβει υπόψιν του και άλλα αξιολογήσιμα κριτήρια και να συνυπολογίσει το κατά πόσον η απόδοση βαρύτητας σε εξ ακοής μαρτυρία εξυπηρετεί ή όχι τις προϋποθέσεις της δίκαιης δίκης και του συμφέροντος της δικαιοσύνης. Για μια εκτενή ανάλυση του θέματος δέστε Ηλιάδη και Σάντη, Το Δίκαιο της Απόδειξης, σελ. 320-331».
Όπως αναφέρθηκε και στην Pakistan Cables Ltd v. NSB General Trading (Overseas) Co Ltd κ.ά. (2012) 1 Α.Α.Δ. 1711:
«Η εξ ακοής μαρτυρία είναι η εξαίρεση στον κανόνα της αναγκαιότητας της παρουσίασης του μάρτυρα ώστε αυτός να υποστεί τη βάσανο της κριτικής αντεξέτασης. Η μη παρουσίαση του επιτρέπεται μόνο για καλό λόγο και σ' αυτό στόχευε η τροποποίηση που επέφερε ο νομοθέτης με το Νόμο υπ' αρ. 32(Ι)/2004, ώστε να άρει πιθανές αδικίες από την αυστηρή εφαρμογή των κανόνων της εξ ακοής μαρτυρίας, όπως προηγουμένως αυτοί ίσχυαν. .».
Προκύπτει ότι η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε.1 είναι πρώτου βαθμού αφού τα όσα παρέθεσε η μάρτυρας της τα είχε πει η ίδια η Θεία της, η Ενάγουσα. Θα πρέπει βέβαια να σημειωθεί ότι κάποια γεγονότα τα είχε βιώσει η ίδια, όπως το ότι η Ενάγουσα δεν ήθελε να είναι κανένας εκεί όταν την επισκεπτόταν ο Εναγόμενος και την εκμυστήρευση των συναισθημάτων της για τον Εναγόμενο καθώς και την αλλαγή στην συμπεριφορά της αποβιώσασας μετά τον κατακλυσμό συναισθημάτων σε σχέση με τον Εναγόμενο τα οποία φαίνεται να έβρισκαν ανταπόκριση παρά τα 30 χρόνια διαφοράς ηλικίας. Θα πρέπει ν’ ανοιχθεί μια παρένθεση για να καταγραφεί ότι οδηγίες για την αγωγή δόθηκαν από την αποβιώσασα, η οποία, ως προκύπτει από την Έκθεση Απαίτησης που καταχωρίστηκε, επικαλείται τα ερωτόλογα του Εναγόμενου, τις υποσχέσεις του, την προσπάθεια του να την αποξενώσει από τους συγγενείς της καθώς και τις εκκλήσεις του για οικονομική στήριξη και την πίεση του για τη μεταβίβαση της οικίας της σ αυτόν. Η εξ ακοής μαρτυρία της Μ.Ε.1 αυτά τα γεγονότα αφορούσε. Ήτοι, την προσπάθεια του Εναγόμενου να την προσκολλήσει συναισθηματικά πάνω του με τα ερωτόλογα και τις τακτικές επισκέψεις του. Η συγκεκριμένη εξ’ ακοής μαρτυρία ενισχύεται από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 και είναι ουσιαστικά πανομοιότυπη με τις θέσεις της αποβιώσασας όπως αυτές αποτυπώθηκαν στην Έκθεση Απαίτησης. Το Δικαστήριο δεν έχει λόγο να απορρίψει την συγκεκριμένη μαρτυρία.
Διαπιστώνεται ότι με απλό, σταθερό και εμφανώς ανεπιτήδευτο λόγο αναφέρθηκε στην σχέση της Θείας της μαζί της καθώς και με τον Εναγόμενο. Ήταν ειλικρινής και ανέφερε ευθέως ότι μαζί με άλλους η ίδια έχει συμφέρον στην περιουσία της αποβιώσασας, ότι η Θεία της είχε ιδιαίτερη σχέση μαζί της γιατί για μια περίοδο 3 χρόνων διέμενε μαζί με τα παιδιά της στο σπίτι της μέχρι να συνηθίσει την απώλεια του συζύγου της. Δεν δίστασε ούτε στιγμή να παραδεχθεί ότι την ενόχλησε η περιθωριοποίησή της από την Θεία της για χατίρι του Εναγόμενου και ότι θύμωσε και από αυτό αποκαλύπτεται η έκταση της ειλικρίνειας της.
Αντιπαραβάλλοντας την μαρτυρία της με την υπόλοιπη μαρτυρία που προσκομίστηκε διαπιστώνεται ότι δεν υπολείπεται σε πειστικότητα. Διαπιστώνεται ότι η θέση της ότι ο Εναγόμενος έλεγε ερωτόλογα στην Θείας της ενισχύθηκε από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3 που ο ίδιος ο Εναγόμενος παραδέχθηκε ότι μέρος του το είχε συντάξει ο ίδιος, Τεκμήρια 3Α και 3Β. Η θέση της ότι μεταξύ του Εναγόμενου και της Θείας της είχε εξελιχθεί κάτι περισσότερο από μια απλή φιλία και ότι της υποσχόταν ότι θα είναι για πάντα δίπλα της προβάλλεται διάχυτα από το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3, το οποίο επαναλαμβάνει το Δικαστήριο ότι ο Εναγόμενος αποδέχθηκε και το ίδιο μπορεί να λεχθεί και για τον ισχυρισμό της ότι ο Εναγόμενος προσπαθούσε να της παραστήσει τον ερωτευμένο, παρά το γεγονός ότι τον περνούσε ηλικιακά κατά 30 χρόνια. Αρκεί κάποιος να διαβάσει το περιεχόμενο του Τεκμηρίου 3Β, της κάρτας που της είχε διαβιβάσει ο Εναγόμενος για τη γιορτή της. Η θέση της ότι η αποβιώσασα τύγχανε οικονομικής εκμετάλλευσης από τον Εναγόμενο υποστηρίχθηκε από το γεγονός ότι δεν υπήρχε οποιαδήποτε γραπτή συμφωνία για την πώληση της κατοικίας της στον Εναγόμενο και ότι στους τραπεζικούς λογαριασμούς της δεν υπήρχε κατάθεση του ποσού που ο Εναγόμενος κατ΄ισχυρισμό της έδωσε σε μετρητά, ήτοι €180.000, για την πώληση του σπιτιού της.
Τα περιβάλλοντα γεγονότα υποστηρίζουν τους ισχυρισμούς της Μ.Ε.1 και τους ενισχύουν και για αυτό και για τους υπόλοιπους λόγους που έχουν παρατεθεί το Δικαστήριο αποδέχεται τη μαρτυρία της.
Όσον αφορά την μαρτυρία των Μ.Ε.2 και Μ.Ε.3 τραπεζικών υπαλλήλων δεν μπορεί παρά να γίνει αποδεκτή αφού ήταν ανεξάρτητοι μάρτυρες χωρίς οποιονδήποτε συμφέρον στην υπόθεση. Διαφάνηκε από την μαρτυρία του Μ.Ε.2 ότι στον λογαριασμό που διατηρούσε η Ενάγουσα στην Τράπεζα Κύπρου δεν είχε κατατεθεί το ποσό των €180.000 και δεν είχε γίνει ποτέ ανάληψη του ποσού των €20.000. Η μαρτυρία του Μ.Ε.3 αποκάλυψε ότι η Ενάγουσα διατηρούσε προθεσμιακό λογαριασμό σε Συνεργατικό, ο οποίος μεταφέρθηκε στην συνέχεια στην Ελληνική Τράπεζα, στον οποίο το 2014 είχε αποταμιεύσεις ύψους €73.642,41, από τον οποίο λογαριασμό είχε αποσυρθεί το ποσό των €20.672,48 στις 04/08/2015.
Η μαρτυρία του Εναγόμενου, Μ.Υ.1, βρίθει από αντιφάσεις και παραδοχές. Ενώ στην γραπτή του δήλωση καταγράφει ότι επισκεπτόταν την Ενάγουσα «αραιά και που» κατά την διάρκεια της αντεξέτασής του παραδέχθηκε ότι την επισκεπτόταν για να την «βοηθά», δηλαδή για την παίρνει στην τράπεζα ή στο φαρμακείο καθώς και εκδρομές παρά το γεγονός ότι αυτό δεν ήταν μέσα στα καθήκοντά του και το έκανε «μέσα στα πλαίσια της αλληλεγγύης». Η θέση του ότι άφηνε την δουλειά του για να εξυπηρετήσει την Ενάγουσα «μέσα στα πλαίσια της αλληλεγγύης» δεν μπορεί να γίνει πιστευτή ούτε και ο ισχυρισμός του ότι είχε φιλική σχέση μαζί της, εκείνος στα 52 και η Ενάγουσα στα 82. Δεν τραγουδάς σε κάποιον μέσα στα πλαίσια της αλληλεγγύης ούτε και του γράφεις τραγούδια και ερωτόλογα σε πρόχειρες κόλλες χαρτιού. Η συγκεκριμένη θέση του εκφεύγει της λογικής. Παραδέχθηκε ότι στο Τεκμήριο 3 περιλαμβάνονταν και δικά του γραφόμενα και ότι δεν ήταν όλα εμπορικά τραγούδια που απλά αντέγραψε και ότι πράγματι έγραφε και έλεγε στην Ενάγουσα ότι την αγαπά αλλά ισχυρίστηκε ότι την αγαπούσε όπως αγαπά όλο το κόσμο. Σίγουρα όμως ένας άνθρωπος δεν γράφει σε όλο το κόσμο ότι «η ζωή μου είσαι εσύ Ελένη» ή «Σ’ αγαπώ, σ΄αγαπώ, σ΄αγαπώ (ο γκρινιάρης σου)» ή «Ζώ μόνο για ένα σου φιλί, ένα γλυκό σου χάδι.» ή «Για σένανε Ελένη μου τα βάζω με τον χάρο με πιο γλυκιά ανταμοιβή τα χείλη σου να πάρω», Τεκμήρια 3(Α) και 3(Β). Παραδέχθηκε επίσης ότι ευχαρίστησε την Ενάγουσα για την πώληση του σπιτιού. Η πιο θλιβερή παραδοχή του ήταν ότι δεν εννοούσε αυτά που έγραφε στην Ενάγουσα και αφορούσαν τα συναισθήματά του.
Αντιφατική ήταν η θέση του ότι θεωρούσε τον εαυτό του φτωχό γιατί δεν είχε τίποτα κτηματικό να αφήσει στον υιό του. Προσπάθησε να δικαιολογήσει την συγκεκριμένη θέση, όταν του υποβλήθηκε ότι από τη στιγμή που είχε €180.000 δεν ήταν φτωχός, αναφέροντας αυτολεξεί ότι είναι «μεσαίος». Προσποιήθηκε ότι δεν θυμόταν ότι είχε γραμμάτια στην Τράπεζα. Είπε ψέματα ότι είχε επισκεφθεί δύο με τρείς φορές την αποβιώσασα ενώ για έξι μήνες την μονοπωλούσε, ήτοι από τον Φεβρουάριο μέχρι τον Αύγουστο 2015. Προφανώς στην συνέχεια το ξέχασε γιατί στην πορεία της αντεξέτασης του ανέφερε ότι κατά καιρούς η Ενάγουσα του έδινε τα αποκόμματα του ημερολογίου και του έλεγε να της γράψει τραγούδια για «να γελάσουν και να κάνουν χάζια» και ότι ο ίδιος είχε μεριμνήσει να επισκεφθούν όλες τις απαραίτητες υπηρεσίες για να λάβουν τα έγγραφα που απαιτούνταν για την μεταβίβαση της κατοικίας. Δεν μπορούσε να υποστηρίξει την θέση του ότι η Ενάγουσα επιθυμούσε να πωλήσει το σπίτι της γιατί ήθελε να κάνει όσα ονειρευόταν. Η αποβιώσασα ήταν 82 ετών με ένα τραπεζικό λογαριασμό που της επέτρεπε να ευχαριστιέται τη ζωή και αποκάλυπτε μία οικονομική άνεση. Η θέση του ότι η αποβιώσασα προέβαινε σε μεγάλες αναλήψεις χρημάτων δεν υποστηρίζεται από τις καταστάσεις λογαριασμού Τεκμήρια 5 και 6. Δεν έδωσε πειστικές απαντήσεις γιατί δεν καταρτίστηκε οποιοδήποτε συμβόλαιο πώλησης για να κατοχυρωθεί ο ίδιος σε σχέση με την πώληση του σπιτιού. Ούτε μπορούσε να εξηγήσει γιατί ο ίδιος είχε πληρώσει μεταβιβαστικά στην αξία των €800.000 αλλά παραδέχθηκε ότι δεν μπορούσε να κάνει αλλιώς και ότι έπρεπε να τα πληρώσει για να γίνει η πράξη ενώ παράλληλα προώθησε τη θέση ότι ήταν υπερεκτιμημένη η αξία από το Κτηματολόγιο. Υποστήριξε ότι έδωσε τις €180.000 σε μετρητά σε μια τσάντα στην Ενάγουσα στο Κτηματολόγιο στην Ευρύχου και μετά πήγαν στους γονείς του στα Χανδριά για φαγητό. Δηλαδή κρατούσαν και διακινούσαν μία τσάντα με €180.000 σε μετρητά όλη μέρα. Η θέση αυτή δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Είπε ψέματα ότι το ποσό των €180.000 το απέσυρε από την τράπεζα σταδιακά, πριν το κούρεμα, γιατί δεν είχε εμπιστοσύνη στις τράπεζες. Η συγκεκριμένη θέση δεν υποστηρίζεται από το Τεκμήριο 7 που ο ίδιος κατέθεσε. Ερωτηματικά εγείρονται και από το γεγονός ότι ο Ενάγοντας γνώριζε την λειτουργό του Κτηματολογίου ονομαστικά, με το υποκοριστικό της όνομα ήτοι Μυρούλλα αντί Μαρία που η ίδια δήλωσε όταν έδωσε μαρτυρία και γνώριζε επίσης την μέρα που η συγκεκριμένη λειτουργός πήγαινε στην Ευρύχου. Η μαρτυρία του δεν μπορεί να γίνει πιστευτή. Βρίθει από ψεύδη και αντιφάσεις που δεν μπορούν να αγνοηθούν.
Η Μαρία Κυριάκου, Μ.Υ.2, εξέπληξε το Δικαστήριο. Μπορούσε να θυμηθεί τι ρούχα φορούσε η Ενάγουσα τον Αύγουστο 2015, που την επισκέφθηκε στην Ευρύχου για να γίνει η μεταβίβαση της οικίας της στον Εναγόμενο, ήτοι πριν 10 χρόνια, και ότι ήταν χαμογελαστή αλλά δεν μπορούσε να θυμηθεί τι φορούσε ο Εναγόμενος την συγκεκριμένη μέρα ή πόσες μεταβιβάσεις είχαν γίνει την συγκεκριμένη μέρα. Δεν της προκάλεσε εντύπωση που ο Εναγόμενος με μια ογδοντάχρονη είχαν κάνει ένα ταξίδι που απαιτούσε τουλάχιστον 2 ώρες, πήγαινε και έλα και ότι χρειάστηκε να μείνουν εκεί στην Ευρύχου για τουλάχιστον άλλες 3 ώρες μέχρι να ολοκληρωθεί η διαδικασία, ούτε το γεγονός ότι δηλώθηκε ως τίμημα πώλησης το ποσό των €180.000 το οποίο ήταν κατά πολύ χαμηλότερο από την πραγματική αξία του ακινήτου. Δήλωσε ότι η ίδια αποκόμισε την εντύπωση ότι η Ενάγουσα γνώριζε τι έπραττε. Το πώς το αντιλήφθηκε το γεγονός αυτό δεν μας ανέφερε. Άφησε το Δικαστήριο με την εντύπωση ότι δεν είπε την αλήθεια, ότι γνωρίζονταν με τον Εναγόμενο και ότι ήταν σε γνώση του Εναγόμενου ότι την συγκεκριμένη μέρα θα βρισκόταν στην Ευρύχου και θα μπορούσε να τους βοηθήσει. Δεν έπεισε το Δικαστήριο ότι είχε εξηγήσει στην αποβιώσασα την πράξη στην οποία θα προέβαινε ή τι έγγραφα υπέγραφε, που εν πάση περιπτώσει ως η ίδια ισχυρίστηκε της τα παρέδωσαν υπογραμμένα.
ΕΥΡΗΜΑΤΑ
Διαπιστώνεται ότι πρόκειται περί μιας θλιβερής υπόθεσης όπου ο Εναγόμενος, ηλικίας κατά τον επίδικο χρόνο 52 περίπου ετών, τάζοντάς της αγάπη και λουλούδια και γράφοντας της τραγούδια και ερωτόλογα κατάφερε να πείσει την Ενάγουσα να του μεταβιβάσει την οικία της, εκτιμημένης τότε αξίας €950.000. Στους 6 μήνες γνωριμίας, ήτοι από τον Φεβρουάριο 2015 μέχρι τον Αύγουστο 2015 η κατοικία είχε βρεθεί εγγεγραμμένη στο όνομά του. Δεν είχε κατατεθεί οποιοδήποτε ποσό σε τραπεζικό λογαριασμό της Ενάγουσας που να καταδεικνύει την διενέργεια οποιασδήποτε εμπορικής πράξης. Αντίθετα, λίγους μήνες μετά, ήτοι τον Μάρτιο 2016, καταχωρίστηκε η υπό κρίση αγωγή ενώ είχε προηγηθεί και καταγγελία στην Αστυνομία για εξαπάτηση.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η Εναγόμενη προώθησε τη θέση ότι ασκήθηκε αθέμιτη ψυχική πίεση από τον Ενάγοντα προς αυτήν, η οποία πίεση την εξανάγκασε να μεταβιβάσει το σπίτι της στον Εναγόμενο καθώς επίσης και ότι εξαπατήθηκε από αυτόν. Εάν η συγκεκριμένη εισήγηση γίνει δεκτή, τότε επηρεάζεται η εγκυρότητα της συγκεκριμένης μεταβίβασης.
Όπως τονίστηκε στην απόφαση Ιωάννου ν. Χαραλαμπίδου (1998) 1(Β) Α.Α.Δ. 555, το θέμα της ακύρωσης μιας συναλλαγής που είναι το αποτέλεσμα εξαναγκασμού ή ψυχικής πίεσης διέπεται από το άρθρο 14 του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149 το οποίο προβλέπει ότι η συναίνεση είναι ελεύθερη όταν δεν είναι αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης, από το άρθρο 15 που καθορίζει τι είναι ο εξαναγκασμός και το άρθρο 16(1) που καθορίζει ποια συμπεριφορά μπορεί να αποτελέσει ψυχική πίεση.
Σύμφωνα με το άρθρο 20(1) του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ.149, σε περιπτώσεις όπου η συγκατάθεση σε μια συμφωνία είναι αποτέλεσμα αθέμιτης επιρροής - ψυχικής πίεσης, η συμφωνία συνιστά ακυρώσιμη σύμβαση κατ' επιλογήν του μέρους του οποίου η συγκατάθεση είχε εξασφαλιστεί με αυτό τον τρόπο. Η ψυχική πίεση είναι δημιούργημα των αρχών της επιείκειας και συμπεριλαμβάνει την εξάσκηση μιας έμμεσης και όχι ουσιώδους πίεσης.
Ο ευπαίδευτος συνήγορος της Ενάγουσας στην γραπτή του αγόρευση υποστηρίζει ότι θα πρέπει να ακυρωθεί η συγκεκριμένη μεταβίβαση γιατί ήταν το αποτέλεσμα ψυχικής πίεσης που είχε υποστεί από τον Εναγόμενο, ο οποίος έκτισε μια σχέση εξάρτησης με τις υποσχέσεις του ότι θα είναι για πάντα μαζί της και ότι θα την αγαπά για πάντα.
Το άρθρο 10 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149 προνοεί ότι συμβάσεις είναι όλες οι συμφωνίες που καταρτίζονται με την ελεύθερη συναίνεση των μερών. Τέτοια συναίνεση, σύμφωνα με το άρθρο 14, θεωρείται ελεύθερη όταν δεν προκαλείται με εξαναγκασμό, ψυχική πίεση, απάτη, ψευδή παράσταση ή πλάνη. Στο άρθρο 16 του Κεφ. 149 επεξηγείται ο όρος «ψυχική πίεση» και διαβάζονται τα ακόλουθα:
«Ορισμός "ψυχικής πίεσης"
16(1) Η σύμβαση θεωρείται ότι συνάφθηκε συνεπεία «ψυχικής πίεσης» όταν οι σχέσεις που υπάρχουν μεταξύ των μερών είναι τέτοιες ώστε το ένα από αυτά να είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου και να επωφελείται από τη θέση αυτή για να εξασφαλίσει αθέμιτο όφελος έναντι του άλλου.
(2) Ειδικότερα και χωρίς επηρεασμό της πιο πάνω αρχής, θεωρείται ότι είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, κάθε πρόσωπο το οποίο-
(α) έχει πραγματική ή προφανή εξουσία επί του άλλου ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης έναντι του άλλου. ή
(β) καταρτίζει σύμβαση με πρόσωπο, του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
(3) Όταν πρόσωπο το οποίο είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης άλλου, συμβάλλεται μαζί με αυτόν, και η συναλλαγή φαίνεται από μόνη της ή από τα αποδεικτικά στοιχεία που προσάχθηκαν, ότι είναι υπέρμετρα επαχθής, το βάρος απόδειξης ότι η σύμβαση δεν συνάφθηκε συνεπεία ψυχικής πίεσης φέρει το πρόσωπο που είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου».
Πολύ κατατοπιστικό είναι και το ακόλουθο απόσπασμα από την απόφαση Σωκράτης Σάββα Σωκράτους ν. Πανίκου Σιβιτανίδη, Διαχειριστή της περιουσίας του αποβιώσαντος Αγάπιου Ζάκκα (1998) 1 Α.Α.Δ. 1602:
«Εφόσον η εγκυρότητα μιας σύμβασης βασίζεται πάνω στη συγκατάθεση των συμβαλλομένων, προκύπτει ότι μια σύμβαση που είναι αποτέλεσμα βίας ή εξάσκησης ψυχικής πίεσης μπορεί να κηρυχθεί ως άκυρη. Είναι μέσα σε αυτά τα πλαίσια που το Κοινοδίκαιο με το περιορισμένο δόγμα της βίας (duress) και το Δίκαιο της Επιείκειας (με το δόγμα της ψυχικής πίεσης ή ανεπίτρεπτης επιρροής) (undue influence) έδωσαν το δικαίωμα σε ένα συμβαλλόμενο να ζητά την ακύρωση μιας συναλλαγής από την οποία ελλείπει το συστατικό στοιχείο της συγκατάθεσης. Πρέπει να τονιστεί ότι το Δίκαιο της Επιείκειας δεν μπορεί να επιστρατευθεί για να διασώσει ένα πρόσωπο από τα επακόλουθα της αφροσύνης του, αλλά για να αποτρέψει τη θυματοποίηση του από τρίτα πρόσωπα. Δωρεές ή άλλες παρόμοιες συναλλαγές μπορούν να ακυρωθούν μόνο αν είναι το αποτέλεσμα εξάσκησης ψυχικής πίεσης ή αν είναι παράλογες. (Ιδε Snell's "Principles of Equity" 25th Edition, p. 496).
Οι λόγοι που οδήγησαν στη δημιουργία του δόγματος της ψυχικής πίεσης στο Δίκαιο της Επιείκειας έχουν συνοψιστεί περιεκτικά στην απόφαση του Lindley L.J. στην υπόθεση Allcard v. Skinner [1886-1890] All E.R. Rep 90, 98, ως ακολούθως:
"It would obviously be to encourage folly, recklessness, extravagance and vice if persons could get back property which they foolishly made away with, whether by giving it to charitable institutions or by bestowing it on less worthy objects. On the other hand, to protect people from being forced, tricked or misled in any way by others into parting with their property is one of the most legitimate objects of all laws; and the equitable doctrine of undue influence has grown out of and been developed by the necessity of grappling with insidious forms of spiritual tyranny and with the infinite varieties of fraud."
Συμβάσεις που μπορούν να κηρυχθούν άκυρες λόγω ψυχικής πίεσης διαιρούνται
(i) Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο εξασκεί πραγματική ή προφανή εξουσία πάνω στο άλλο ή βρίσκεται σε σχέση εμπιστοσύνης απέναντι του ή
(ii) Σε περιπτώσεις όπου ένα πρόσωπο συμβάλλεται με ένα άλλο του οποίου η πνευματική ικανότητα είναι προσωρινά ή μόνιμα επηρεασμένη λόγω ηλικίας, ασθένειας ή πνευματικής ή σωματικής κατάπτωσης.
Όπως έχει θέσει το θέμα και ο Lord Denning στην υπόθεση Re Brocklehurst (deceased) Hall and Another v. Roberts [1978] 1 All E.R. 767, 775,
"As a matter of public policy, the courts have always looked with care at gifts or improvident bargains which are made by a person whose motives or judgment are impaired by reason of age or ignorance, eccentricity or infirmity, or even by a failure to know or appreciate the consequences. Equity will, as a matter of course, interfere when the recipient of the gift or the exactor of the bargain has brought undue influence or undue pressure to bear so as to induce the transaction."
Τα Δικαστήρια δεν έχουν μέχρι σήμερα καθορίσει επακριβώς τον ορισμό της ψυχικής πίεσης, άνκαι διάφοροι δικαστές έχουν δώσει σε ορισμένες υποθέσεις τις δικές τους ερμηνείες. Ο Lindley L.J. πιστεύει ότι η ψυχική πίεση είναι
"unfair and improper conduct, some coercion from outside, some overreaching, some form of cheating and generally, though not always, some personal advantage obtained by the guilty party."
(Allcard v. Skinner [1887] 36 Ch. D. 145)
και ο Lord Selborne την περιγράφει σαν
"the unconscientious use by one person of power possessed by him over another in order to induce the other to enter into a contract." (Ιδε Aulesford (Earl) v. Morris [1873] 8 Ch. App. 484, 490)»
Το θέμα της άσκησης ψυχικής πίεσης και υπό ποιες συνθήκες μπορεί να οδηγήσει στην ακύρωση μιας σύμβασης εξετάστηκε σε σωρεία συγγραμμάτων καθώς και από τη νομολογία. Στην Μιχαήλ Κεφάλας ν. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα (2000) 1 Α.Α.Δ. 1226 διαβάζονται τα ακόλουθα σε σχέση με το θέμα:
«Οι συμβάσεις που μπορούν να καταργηθούν λόγω ψυχικής πίεσης ταξινομούνται σε δύο κατηγορίες. Στην πρώτη κατηγορία περιλαμβάνονται οι συμβάσεις στις οποίες δεν υπάρχει το στοιχείο της ειδικής σχέσης μεταξύ των μερών. Η δεύτερη κατηγορία περιλαμβάνει τις συμβάσεις στις οποίες υπάρχει μεταξύ των μερών ειδική σχέση. Στην πρώτη περίπτωση, η ψυχική πίεση πρέπει να αποδεικνύεται ως ένα πραγματικό γεγονός. Στη δεύτερη, η ψυχική πίεση τεκμαίρεται ότι υπάρχει.
………………………………………………………………………………
Στην περίπτωση, όπου δεν υπάρχει ειδική σχέση μεταξύ των μερών, απαραιτήτως πρέπει να αποδειχθεί θετικά ότι η επιρροή που άσκησε το ένα μέρος επί του άλλου υπήρξε ο αποφασιστικός παράγων για τη συνομολόγηση της συμφωνίας, η οποία δεν θα γινόταν αν δεν μεσολαβούσε η άσκηση της επιρροής. Σ΄ αυτή την περίπτωση, ο διάδικος ο οποίος επιδιώκει να αποφύγει τη συναλλαγή έχει το βάρος να αποδείξει τη ψυχική πίεση.».
Σχετικές είναι επίσης οι πρόσφατες αποφάσεις MEA Ioannou Properties Limited v. Olga Vasilyeva Πολ. Εφ.429/19 ημερ. 11/07/2024 και Μαρίας Παναγιώτου κ.α. ν. Σταυρούλλα Ανδρέου κ.α Πολ. Εφ. 208/15 ημερ. 08/02/2024.
Όταν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 16(2)(α) ή 16(2)(β) δημιουργείται τεκμήριο ότι το ένα μέρος είναι σε θέση να κυριαρχεί επί της θέλησης του άλλου. Σύμφωνα, δε, με το άρθρο 16(3) όταν το άλλο μέρος είναι πρόσωπο που κυριαρχεί επί της θέλησης του προσώπου που επηρεάζεται και η συναλλαγή είναι υπερβολικά επαχθής για τον τελευταίο, τότε δημιουργείται τεκμήριο άσκησης ψυχικής πίεσης. Στην παρούσα περίπτωση το βασικό ερώτημα που εγείρεται είναι κατά πόσο ο Ενάγοντας είχε εξασκήσει οποιουδήποτε είδους ψυχική πίεση πάνω στη Εναγόμενη σε βαθμό που μπορούσε να επηρεάσει τη νομιμότητα της Συμφωνίας. Η ψυχική πίεση θα μπορούσε να είναι το αποτέλεσμα ρητής συμπεριφοράς, με συγκεκριμένες ρητές παραστάσεις ή εξυπακουόμενης συμπεριφοράς ή λόγω της ιδιάζουσας σχέσης μεταξύ των διαδίκων. Αδιαμφισβήτητα η συμπεριφορά του Ενάγοντα, ήτοι οι υποσχέσεις, η αγάπη, τα ερωτόλογα, η καθημερινή επαφή και η μέριμνα συνιστούν ψυχική πίεση εάν ιδωθούν σε συνάρτηση με την ηλικία της Ενάγουσας.
Στο σύγγραμμα Indian Contract and Specific Relief Acts, Ninth Edition, Pollock & Mulla, κάτω από τον τίτλο «Proof of Undue Influence», στη σελ. 146 αναφέρονται τα ακόλουθα:
«In dealing with cases of undue influence there are four important questions which the Court should consider, namely, (1) whether the transaction is a righteous transaction, that is, whether it is a thing which a right-minded person might be expected to do; (2) whether it was improvident, that is to say, whether it shows so much improvidence as to suggest the idea that the donor was not a master of himself and not in a state of mind to weigh what he was doing; (3) whether it was a matter requiring a legal adviser; and (4) whether the intention of making the gift originated with the donor. All these are question of fact.»
Το πρωταρχικό ερώτημα είναι κατά πόσο, υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης, δημιουργείται τεκμήριο κυριαρχίας επί της βούλησης της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο και, συνεπακόλουθα, τεκμήριο ψυχικής πίεσης. Συνεκτιμώντας όλα όσα γεγονότα που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου διαφάνηκε ότι ο Εναγόμενος είχε θέσει την Ενάγουσα υπό στενό κλοιό απομακρύνοντας την από την οικογένειά της, εκδηλώνοντας της τον έρωτά του με ποιήματα και ερωτόλογα και υπόσχοντάς της ότι θα είναι μαζί της για πάντα και θα την φροντίζει. Επαναλαμβάνεται ότι μεταξύ τους υπήρχε διαφορά ηλικίας 30 χρόνων και είχαν μόλις γνωριστεί. Επίσης σημειώνεται ότι η οικία συνιστούσε την μόνιμη κατοικία της Ενάγουσας, είχε αξία €950.000 και κατά την μεταβίβαση δεν τέθηκε ούτε καν επικαρπία. Η συγκεκριμένη πράξη αδιαμφισβήτητα ήταν δυσβάστακτη για την Ενάγουσα. Ως εκ τούτου είναι η κατάληξη του Δικαστηρίου ότι προσφέρθηκε μαρτυρία που υποδηλώνει ότι η αποβιώσασα τελούσε υπό την εξουσία του Εναγόμενου και ότι βρισκόταν σε σχέση ψυχολογικής εξάρτησης ή ανάγκης από αυτόν καθώς επίσης και ότι του είχε απόλυτη εμπιστοσύνη.
Συνεπώς πρόκειται για περίπτωση που δημιουργείται τεκμήριο ψυχικής πίεσης και απαιτείται η προσαγωγή μαρτυρίας από το μέρος που ωφελήθηκε, ήτοι τον Εναγόμενο «that the donor was acting independently of any influence from the donee and with full appreciation of what he was doing» ως λέχθηκε στην απόφαση Inche Noriah v. Shaik Allie Bin Omar [1928] All ER, Rep 189. Σύμφωνα με την νομολογία ένας τρόπος ανατροπής του τεκμηρίου είναι η απόδειξη ότι λήφθηκε ανεξάρτητη νομική συμβουλή ή ότι δόθηκε κάποιο αντάλλαγμα για την μεταβίβαση. Στην προκειμένη περίπτωση όχι μόνο δεν λήφθηκε νομική συμβουλή αλλά στην υπό κρίση υπόθεση δεν καταρτίστηκε καν γραπτό πωλητήριο έγγραφο και η μεταβίβαση έγινε στο Κτηματολόγιο στην Ευρύχου. Όσο δε για το αντάλλαγμα δεν προσκομίστηκε ίχνος μαρτυρίας από τον Εναγόμενο παρά μόνο σκόρπιες καταστάσεις λογαριασμού οι οποίες δεν επεξηγήθηκαν. Αυτά τα γεγονότα δεν είναι ικανά να ανατρέψουν το τεκμήριο της ψυχικής πίεσης.
Ακόμα ένα στοιχείο που θα πρέπει να συνεκτιμηθεί, υπό το φως όλων των περιστάσεων, είναι η μετέπειτα αντίδραση της αποβιώσασας, η οποία εκδηλώθηκε μετά που αντιλήφθηκε ότι ο Εναγόμενος δεν θα έμενε μαζί της για πάντα, ως της είχε υποσχεθεί αφού μετά την μεταβίβαση την εγκατέλειψε. Τότε, έλαβε νομική συμβουλή και καταχώρισε την υπό κρίση αγωγή ενώ προέβη και σε καταγγελία στην Αστυνομία.
Για όλους τους παραπάνω λόγους το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπήρχε σχέση τέτοια ή περιστάσεις τέτοιες που καταδεικνύουν ότι είχε ασκηθεί άμεση ψυχική πίεση στην Ενάγουσα η οποία καθιστά την μεταβίβαση ακυρώσιμη, βλ. Το Δίκαιο των Συμβάσεων, Τόμος Α, Πολύβιος Γ. Πολυβίου, σελ. 294 και τις σχετικές αποφάσεις στις υποθέσεις Μιχαήλ Κεφάλας κ.α. v. Μυριάνθης Κυριάκου Νικόλα (ανωτέρω) και Συνεργατική Πιστωτική Εταιρεία Αγίας Φυλάξεως v. Ουρανίας Κώστα Πουλλά κ.α. (2004) 1 Α.Α.Δ. 961.
Σύμφωνα με το σύγγραμμα Chitty on Contracts, Volume I, General Principles, 32η εκδ., παρά.8-101, σελ. 812- 813:
«Affirmation. A transaction entered into as a result of undue influence is voidable not void. The right to rescind on the ground of undue influence may be lost either by express affirmation of the transaction by the victim, by estoppel or by delay amounting to proof of acquiescence.
……………………………………………………………………………
Lapse of time in itself does not constitute a bar to relief, but it will provide evidence of acquiescence if the victim fails to take any steps to set aside the transaction within a reasonable time after he is freed from the undue influence.».
Ως έχει νομολογηθεί το αθώο μέρος θα πρέπει να επιδιώξει την ακύρωση μίας τέτοιας σύμβασης μέσα σε εύλογο χρόνο μετά τη διακοπή της επιρροής η οποία οδήγησε στη σύναψη της, διαφορετικά θα θεωρηθεί ότι εγκρίνει την επίδικη πράξη και μάλιστα την επικυρώνει. Η Ενάγουσα ενήργησε χωρίς καθυστέρηση μόλις αντελήφθηκε τι είχε συμβεί και προώθησε τόσο την υπο κρίση αγωγή αλλά κατήγγειλε τα γεγονότα στην Αστυνομία. Εκδήλωσε με αυτό τον τρόπο την επιθυμία της για ακύρωση της όποιας συμφωνίας – μεταβίβασης.
Ενόψει της πιο πάνω κατάληξης η αγωγή επιτυγχάνει. Κατά συνέπεια εκδίδεται:
(Α) Διάταγμα με το οποίο ακυρώνεται η μεταβίβαση και εγγραφή στο όνομα του Σώτου Σωτηρίου, ΑΔΤ636510 του ακινήτου με αριθμό εγγραφής 0/3408, Φ./Σχ.30/23Ε1, Τμήμα 10, Τεμάχιο 2742 το οποίο βρίσκεται στην Λεωφόρο Γερίου 115, 2200 Γέρι, η οποία έγινε με τη Δήλωση Μεταβίβασης Π1585/15 και,
(Β) Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον την επανεγγραφή του πιο πάνω περιγραφομένου ακινήτου στο όνομα της Ναυσικάς Χαραλάμπους, ως διαχειρίστριας της περιουσίας της Ελένης Κώστα Παντελίδη, ΑΔΤ086181 ή/και προς όφελος της περιουσίας της αποβιώσασας.
Όσον αφορά την αξίωση για την καταβολή των €20.000 δεν προσκομίστηκε θετική μαρτυρία ότι το συγκεκριμένο ποσό είχε καταβληθεί προς τον Εναγόμενο και ως εκ τούτου απορρίπτεται.
Τα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, θα είναι υπέρ της διαχείρισης της Ενάγουσας και εναντίον του Εναγόμενου.
(Υπ.) …………………………………
Ε. Γεωργίου - Αντωνίου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο