ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον : Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αγωγή Αρ. 1281/2017
Μεταξύ:
Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ
Ενάγουσας
-και-
1. Αλέκα Παπακόκκινου
2. Αλέκα Παπακόκκινου, ως διαχειρίστρια της περιουσίας της Βερεγγάριας Παναγιώτου Παπακόκκινου.
Εναγομένων
----------------------------------------------------------------
Αίτηση υπό της Ενάγουσας ημερομηνίας 16/3/2023
Ημερομηνία: 20/3/2026
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα/Αιτήτρια: κ. Μ. Μενελάου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία ΔΕΠΕ
Για τις Εναγόμενες 1 και 2/Καθ’ων η αίτηση: κα Α. Παπακόκκινου για Α. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ
Ενδιάμεση Απόφαση
Εισαγωγικά
Η Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής η Ενάγουσα) με την παρούσα αγωγή της αξιώνει εναντίον των Εναγόμενων 1 και 2 (στο εξής των Εναγόμενων) ποσό €74.261,03.- πλέον τόκους, το οποίο ως ισχυρίζεται προκύπτει από παραχώρηση πιστωτικών διευκολύνσεων/δανείου στην Εναγόμενη 1. Σύμφωνα με τις λεπτομέρειες της έκθεσης απαίτησης, για το δάνειο που παραχωρήθηκε κατά ή περί τις 7/2/2005 δόθηκε γραπτή εγγύηση από μέρους της Εναγόμενης 2. Περαιτέρω, η Ενάγουσα αξιώνει διάταγμα εκποίησης της υποθήκης την οποία παραχώρησαν οι Εναγόμενες για πρόσθετη εξασφάλιση των υποχρεώσεων της Εναγόμενης 1, σύμφωνα πάντα με τη θέση της.
Οι Εναγόμενες με την υπεράσπιση τους ημερ. 4/10/2022 αρνούνται τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας και προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς, ενώ με την ανταπαίτηση τους αξιώνουν ποσά τα οποία ισχυρίζονται ότι καταβλήθηκαν αχρεωστήτως, καθώς και αποζημιώσεις. Η ανταπαίτηση αυτή αποτελεί αντικείμενο της επίδικης αίτησης, με την οποία ζητείται ο παραμερισμός της, καθώς και του μεταγενέστερου τροποποιημένου δικογράφου που καταχώρησαν οι Εναγόμενες.
Σημειωτέον ότι η Ενάγουσα καταχώρησε στις 11/10/2022 απάντηση στην υπεράσπιση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση. Ακολούθως, στις 24/10/2022, οι Εναγόμενες καταχώρησαν απάντηση «στη λεγόμενη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση των Εναγόμενων 1 και 2», ενώ στη συνέχεια, και συγκεκριμένα στις 11/1/2023, καταχώρησαν τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση. Το τελευταίο αυτό δικόγραφο είναι εκείνο του οποίου, ως αναφέρθηκε και στην αμέσως προηγούμενη παράγραφο, ζητείται ο παραμερισμός με την επίδικη αίτηση.
Επισημαίνεται επίσης ότι της παρούσης αίτησης προηγήθηκε η εκδίκαση διάφορων ζητημάτων που ηγέρθηκαν από τις Εναγόμενες είτε μέσω σχετικών αιτήσεων είτε προφορικώς.
H επίδικη αίτηση
Με την επίδικη αίτηση της, η Ενάγουσα αιτείται τα εξής:
« (Α) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η ακύρωση και/ή απόρριψη και/ή ο παραμερισμός (set-aside) της τροποποιηθείσας Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως δυνάμει της διαταγής Δ.25 των Διαδικαστικών Θεσμών ημερομηνίας 11.1.2023 των Εναγομένων.
(Β) Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσεται η απόρριψη της ανταπαίτησης ημερομηνίας 4.10.2022.
(Γ) Οποιαδήποτε άλλη διαταγή ή θεραπεία το Δικαστήριο ήθελε κρίνει δίκαιη και/ή πρόσφορη υπό τις περιστάσεις.
(Δ) Έξοδα και Φ.Π.Α. της παρούσης Αίτησης. »
Η αίτηση βασίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Θεσμούς Δ.25, Δ.48 ΘΘ.1, 2 και 9 και Δ.64 ΘΘ. 1(2), 2 και 3, ως έχει τροποποιηθεί, στο άρθρο 30 του Συντάγματος της Κυπριακής Δημοκρατίας, στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στο Κοινοδίκαιο και τις αρχές της επιείκειας, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες, πρακτική και την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Η αίτηση δε υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ανδρέα Ανδρέου, ο οποίος αναφέρει τα ακόλουθα:
« 1. Ονομάζομαι Ανδρέας Χ. Ανδρέου και είμαι δεόντως εξουσιοδοτημένος από την Ενάγουσα/Αιτήτρια (στο εξής η «Ενάγουσα») να προβώ στην παρούσα ένορκη δήλωση. Τα τελευταία χρόνια και μέχρι την 31.1.2018 ήμουν τοποθετημένος ως λειτουργός στο Τμήμα Παρακολούθησης και Ανάκτησης Χρεών της Ενάγουσας. Από την 1.2.2018 έχω μεταφερθεί ως υπάλληλος στην εταιρεία Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd, δυνάμει σχετικής συμφωνίας διαχείρισης και ρύθμισης δανείων μεταξύ της Ενάγουσας και της Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd. Δυνάμει της εν λόγω συμφωνίας η Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd ενεργεί δια λογαριασμό των εναγόντων και έχει αναλάβει την διαχείριση αριθμού χρηματοπιστωτικών διευκολύνσεων των εναγόντων, συναφών συμφωνιών εξασφαλίσεων-εγγυήσεων και συναφών θεμάτων. Μία από τις προαναφερόμενες χρηματοπιστωτικές διευκολύνσεις είναι και το δάνειο που αφορά η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή και οι συναφείς με αυτό εξασφαλίσεις. Τα καθήκοντα μου στην Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd δεν έχουν αλλάξει και παραμένω ένας από τους λειτουργούς που χειρίζονται τις δικαστικές υποθέσεις της Ενάγουσας και είμαι πλήρως εξουσιοδοτημένος τόσο από την Ενάγουσα όσο και από την Altamira Asset Management (Cyprus) Ltd να προβώ εις την παρούσα δήλωση. Στα πλαίσια των καθηκόντων μου έχω στην κατοχή μου τα έγγραφα, ή αντίγραφα των εγγράφων, αναλόγως της περίπτωσης, που αφορούν τις διάφορες συμφωνίες δανείων ή άλλων πιστωτικών διευκολύνσεων οι οποίες καταλήγουν σε αγωγή εναντίον των οφειλετών-πελατών της Ενάγουσας. Γνωρίζω τα γεγονότα που αφορούν την αγωγή και την Αίτηση είτε από προσωπική γνώση είτε από όσα προκύπτουν από τα προαναφερθέντα έγγραφα τα οποία έχω στην κατοχή μου. Όπου αναφέρομαι σε γεγονότα που έχουν θέσει υπόψη μου τρίτα πρόσωπα αναφέρω την πηγή της πληροφόρησής μου, όπου δε αναφέρομαι σε νομικές έννοιες, έπραξα τούτο κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της Ενάγουσας, Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
2. Η Ενάγουσα προέκυψε κατόπιν διαφόρων συγχωνεύσεων διαφόρων συνεργατικών πιστωτικών ιδρυμάτων. Η ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ με απόφαση Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία είχε μεταφέρει στην Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της. Η έγγραφη συμφωνία είχε εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 21.7.2017 με ημερομηνία ισχύος την 1.7.2017 και συνεπώς, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ είχε διαδεχθεί την ΣΠΕ Στροβόλου Λτδ εξ’ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Πρόσθετα, η Συνεργατική Κεντρική Τράπεζα Λτδ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ, με ισχύ από 24.7.2017. Η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με απόφαση Γενικής Συνέλευσης και με έγγραφη συμφωνία είχε μεταφέρει στην Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (εφεξής η «Αποδεχόμενη Εταιρεία») όλα ανεξαιρέτως τα στοιχεία του ενεργητικού και παθητικού της. Η έγγραφη συμφωνία έχει εγγραφεί από τον Έφορο Υπηρεσίας Συνεργατικών Εταιρειών στις 3.9.2018 με άμεση ημερομηνία ισχύος και συνεπώς, η Αποδεχόμενη Εταιρεία είχε διαδεχθεί την Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ εξ’ ολοκλήρου σε όλα τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της. Πρόσθετα, η Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ με απόφαση της Ειδικής Γενικής Συνέλευσης των Μετόχων της, μετονομάστηκε σε Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ, με ισχύ από 3.9.2018. Οι σχετικές ειδοποιήσεις έχουν καταχωρηθεί και βρίσκονται κατατεθειμένες στον φάκελο του Δικαστηρίου.
3. Επίσης, η Συνεργατική Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ έχει μεταβιβάσει στην Κυπριακή Εταιρεία Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λίμιτεδ με Αρ. Εγγραφής ΗΕ 387704, όλες τις πιστωτικές διευκολύνσεις και συναφείς εξασφαλίσεις που κατείχε ως δανειστής, δυνάμει μεταξύ τους Συμφωνίας Μεταβίβασης Περιουσιακών Στοιχείων, ημερομηνίας 7 Οκτωβρίου 2022. Η σχετική ειδοποίηση έχει καταχωρηθεί στο φάκελο του Δικαστηρίου.
4. Παραθέτω πιο κάτω γεγονότα που αφορούν την παρούσα Αίτηση και προκύπτουν από το φάκελο του Δικαστηρίου:
• Στις 17.3.2017 καταχωρήθηκε Κλητήριο Ειδικώς Οπισθογραφημένο (Ο.2, r.6).
• Στις 17.1.2019 η Ενάγουσα καταχώρησε τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα.
• Στις 8.3.2019 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε σημείωμα εμφάνισης προσωπικά και ως Διαχειρίστρια της περιουσίας της αποβιώσασας Βερεγγάριας Παναγιώτου.
• Στις 5.7.2019 εκδόθηκε απόφαση ως η έκθεση απαίτησης (εφεξής η «Απόφαση»).
• Στις 25.11.2021 η Εναγόμενη 1 καταχώρησε αίτηση παραμερισμού της Απόφασης.
• Στις 12.5.2022 η Ενάγουσα αποδέχθηκε παραμερισμό της Απόφασης.
• Στις 4.10.2022 η Εναγόμενη καταχώρησε υπεράσπιση και ανταπαίτηση.
• Στις 11.10.2022 η Ενάγουσα καταχώρησε απάντηση και υπεράσπιση στην ανταπαίτηση των Εναγομένων.
• Στις 12.10.2022 η Ενάγουσα εκδόθηκε από την Ενάγουσα Κλήση για οδηγίες και ορίστηκε για πρώτη φορά στις 13.1.2023.
• Στις 7.11.2022 η Κλήση Επιδόθηκε στην Εναγόμενη 1.
• Στις 11.1.2023 καταχωρήθηκε τροποποιημένη υπεράσπιση ανταπαίτηση χωρίς
να ληφθεί προηγουμένως άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο.
5. Ως εκ των ανωτέρω, όπως με συμβουλεύουν οι Δικηγόροι της Ενάγουσας και πιστεύω έχουν παρέλθει 90 μέρες από την ημέρα που θεωρούνται τα δικόγραφα συμπληρωμένα χωρίς η Εναγόμενη να εκδώσει κλήση για οδηγίες.
6. Επίσης, η Εναγόμενη καταχώρησε τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση μετά την καταχώρηση κλήσης για οδηγίες της Ενάγουσας χωρίς άδεια από το Σεβαστό Δικαστήριο.
7. Εξ’ όσων κάλλιον γνωρίζω, πιστεύω και πληροφορούμαι, όλα τα πιο πάνω είναι ορθά και αληθή.
8. Ως εκ των ανωτέρω, αιτούμαι ως η Αίτηση. »
Η ένσταση Εναγόμενων 1 και 2
Οι Eναγόμενες 1 και 2 αντέδρασαν στην εν λόγω αίτηση με την καταχώριση ένστασης. Με την ένστασή τους, προβάλλουν 29 λόγους ένστασης.
Η ένσταση βασίζεται στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Δ.9, Δ.12, Δ.19. Δ.21, Δ.23, Δ.25, Δ.27, Δ.30, Δ.48 Θ.1-3, 8 και 9, Δ.51, Δ.59 και Δ.64, στα άρθρα 7-35 του Συντάγματος, στα άρθρα 1-18 της ΕΣΔΑ, στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου, στους κανόνες φυσικής δικαιοσύνης, στη νομολογία, στη δικαστηριακή πρακτική και το κοινοδίκαιο.
Η ένσταση δε, υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1, η οποία ουσιαστικά επαναλαμβάνει τους λόγους ένστασης.
Οι θέσεις των Εναγόμενων, όπως προκύπτουν από την ένσταση και την ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει, μπορούν να συνοψιστούν ως ακολούθως.
(α) Ισχυρισμός περί ανυποστάτου και ακυρότητας της αίτησης.
Κατ’ αρχάς, προβάλλεται ότι η αίτηση είναι νομικά και διαδικαστικά ανυπόστατη και άκυρη εκ γενετής, καθότι, κατά τον ισχυρισμό της Εναγόμενης, στηρίζεται σε επίκληση διαδικαστικών θεσμών οι οποίοι δεν υφίστανται, με αποτέλεσμα να είναι αόριστη και να μην μπορεί να εξεταστεί.
(β) Ισχυρισμός περί απαραδέκτου του αιτήματος για παραμερισμό της υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
Περαιτέρω, η Εναγόμενη υποστηρίζει ότι το αίτημα της Ενάγουσας για παραμερισμό της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης είναι απαράδεκτο, καθότι τα δικόγραφα αυτά δεν μπορούν, κατά τον ισχυρισμό της, να απορριφθούν χωρίς να προηγηθεί ακρόαση της υπόθεσης και εξέταση της μαρτυρίας των διαδίκων.
(γ) Νομιμότητα της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης.
Η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση που καταχωρίστηκε στις 11/1/2023 καταχωρίστηκε νόμιμα και χωρίς να απαιτείται άδεια του Δικαστηρίου, δεδομένου ότι, κατά τον ισχυρισμό της, επρόκειτο για την πρώτη τροποποίηση δικογράφου στην υπόθεση.
(δ) Ισχυρισμοί αναφορικά με το στάδιο της διαδικασίας.
Προβάλλεται επίσης ότι κατά τον χρόνο καταχώρισης της τροποποιημένης υπεράσπισης και ανταπαίτησης τα δικόγραφα δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί και ότι η επίδικη αίτηση καταχωρίστηκε πρόωρα.
(ε) Ισχυρισμοί περί διαδικαστικών πλημμελειών.
Η Εναγόμενη εγείρει περαιτέρω ισχυρισμούς περί διαδικαστικών πλημμελειών, ιδίως αναφορικά με την επίδοση της αίτησης και τη συμμόρφωση της Ενάγουσας με ορισμένες πρόνοιες των διαδικαστικών κανονισμών.
(στ) Ισχυρισμοί περί καταχρηστικής διαδικασίας.
Στην ένορκη δήλωση διατυπώνονται επιπλέον ισχυρισμοί ότι η αίτηση της Ενάγουσας είναι καταχρηστική, παραπλανητική και βασίζεται σε ανακριβή ή ψευδή γεγονότα.
(ζ) Αναφορές σε προηγούμενες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων.
Η Εναγόμενη αναφέρεται επίσης σε προηγούμενες διαδικασίες μεταξύ των διαδίκων και προβάλλει ισχυρισμούς περί παρατυπιών κατά τον χειρισμό τους.
(η) Επίκληση συνταγματικών και συμβατικών δικαιωμάτων.
Ακόμη, η Εναγόμενη επικαλείται παραβίαση των δικαιωμάτων της που απορρέουν από το άρθρο 30 του Συντάγματος και το άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
(θ) Λανθασμένος τίτλος της αγωγής.
Τέλος, η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι το όνομα της Εναγόμενης 2/αποβιώσασας στον τίτλο είναι λανθασμένο.
Καθώς η ένορκη δήλωση της Εναγόμενης 1 καταλαμβάνει 13 πυκνογραμμένες σελίδες και εγείρει σωρεία ζητημάτων, δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω εκτενέστερα το περιεχόμενο της ένστασης και της ένορκης δήλωσης. Θα αναφερθώ στα επιμέρους επιχειρήματα στον βαθμό που αυτό καθίσταται αναγκαίο κατά την εξέταση των επίδικων ζητημάτων.
Επιχειρηματολογία των συνηγόρων της Ενάγουσας και των Εναγόμενων 1 και 2
Οι θέσεις της Ενάγουσας περιλαμβάνονται στην γραπτή αγόρευση που παρουσιάστηκε από τον συνήγορο της, ενώ οι θέσεις των Εναγόμενων προκύπτουν από την προφορική αγόρευση της Εναγόμενης 1 ενώπιον του Δικαστηρίου. Οι αγορεύσεις έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο τα όσα αναφέρθηκαν σε αυτές. Το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε συγκεκριμένα σημεία των αγορεύσεων κατωτέρω, εφόσον αυτό καταστεί αναγκαίο.
Νομική πτυχή
Στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής τυγχάνουν οι Δ.25 και Δ.30 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, όπως ίσχυαν κατά τον ουσιώδη χρόνο της συμπλήρωσης των δικογράφων και της έκδοσης της επίδικης κλήσης των Εναγόντων, μετά την τροποποίηση τους στις 28/7/2017[1]. Εξάλλου τούτο δεν αμφισβητείται, κάτι που προκύπτει ξεκάθαρα ως εκ του ότι αμφότεροι οι συνήγοροι κατά τις αγορεύσεις τους αναφέρθηκαν σε προθεσμία 90 ημερών για την έκδοση κλήσης και όχι σε αυτή των 30 ημερών που προνοούσε η Δ.30 προηγουμένως.
Οι Δ.25, θ.1(1)-(3) και Δ.30, θ.1 (α)-(ε), 2 (α)-(β), προνοούν τα εξής.
« Διαταγή 25: Τροποποίηση
1. (1) Ο ενάγων δύναται χωρίς να λάβει προηγούμενη άδεια του Δικαστηρίου να τροποποιήσει το κλητήριο ένταλμα του οποτεδήποτε μετά την καταχώρηση του και πριν την επίδοση του. Προς τούτο καταχωρείται τροποποιημένο κλητήριο ένταλμα με ανάλογη ένδειξη.
(2) Μετά την ανταλλαγή των δικογράφων και πριν την έκδοση από τον ενάγοντα της Κλήσης για Οδηγίες σύμφωνα με τη Διαταγή 30, επιτρέπεται άπαξ η τροποποίηση τους χωρίς άδεια του Δικαστηρίου. Σε τέτοια περίπτωση καταχωρούνται τα τροποποιημένα δικόγραφα με ανάλογη ένδειξη. Νοείται ότι όπου ο ενάγων καταχωρεί τροποποιημένο κλητήριο ή έκθεση απαίτησης, ο εναγόμενος καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη έκθεση υπεράσπισης• όπου ο εναγόμενος τροποποιεί το δικόγραφο του, ο ενάγων καταχωρεί σε 15 ημέρες την τροποποιημένη απάντηση του, όπου χρειάζεται.
Νοείται ότι όπου η έκδοση της κλήσης οδηγιών καταχωρείται από διάδικο ταυτόχρονα με τη συμπλήρωση της δικογραφίας, τότε η άπαξ τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου δύναται να γίνει εντός περαιτέρω περιόδου 15 ημερών.
(3) Μετά την έκδοση της Κλήσης για Οδηγίες ως προνοείται από τη Διαταγή 30, ουδεμία τροποποίηση επιτρέπεται με εξαίρεση το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, και τις περιπτώσεις εκείνες που έχουν, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών για έγερση της αγωγής ή της καταχώρησης του κλητηρίου εντάλματος ή της δικογραφίας, αναλόγως της περίπτωσης. »
« Διαταγή 30: Κλήση για Οδηγίες
1. (α) Ο ενάγων σε κάθε αγωγή υποχρεούται εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών.
(β) Η κλήση για οδηγίες εκδίδεται σύμφωνα με τον συνημμένο Τύπο 25, ο οποίος συμπληρώνεται με τις αναγκαίες λεπτομέρειες χρησιμοποιώντας προς τούτο και πρόσθετα φύλλα.
(γ) Σε περίπτωση που ο ενάγων αμελήσει ή παραλείψει να εκδώσει την προνοούμενη στην παράγραφο (α) πιο πάνω κλήση για οδηγίες, ο εναγόμενος δύναται, εντός περαιτέρω 15 ημερών, να αιτηθεί την απόρριψη της αγωγής και το Δικαστήριο δύναται επιλαμβανόμενο τέτοιας αίτησης είτε να απορρίψει την αγωγή με τέτοιους όρους όπως ήθελε κρίνει δίκαιο είτε να θεωρήσει την αίτηση ως κλήση για οδηγίες δυνάμει της παρούσας διαταγής.
Νοείται ότι, σε περίπτωση που παρέλθουν άπρακτες οι παραπάνω προθεσμίες, η αγωγή θα θεωρείται ως εγκαταλειφθείσα και το Πρωτοκολλητείο θα θέτει το φάκελο της υπόθεσης ενώπιον του Δικαστηρίου το συντομότερο δυνατό προς απόρριψή της, με έξοδα εναντίον του ενάγοντα.
Η έννοια του ενάγοντα και της αγωγής, καλύπτει και τον ανταπαιτούντα διάδικο, και, αναλόγως, την ανταπαίτηση.
(δ) Η κατά τα ανωτέρω απόρριψη της αγωγής ή της ανταπαίτησης, ως θα είναι η περίπτωση, δεν θα συνιστά κώλυμα καταχώρησης νέας αγωγής ή ανταπαίτησης με την ίδια αιτία αγωγής τηρουμένων των προνοιών περί παραγραφής σε οποιοδήποτε νόμο.
(ε) Τα έξοδα εναντίον του ενάγοντα ή του ανταπαιτούντος ως θα είναι η περίπτωση θα υπολογίζονται και η πληρωμή τους θα συνιστά προαπαιτούμενο καταχώρησης νέας αγωγής κατά την παράγραφο (δ) ανωτέρω. Το νέο κλητήριο θα φέρει σημείωμα ότι πρόκειται για «Νέα αγωγή σε σχέση με αγωγή αρ………. που απορρίφθηκε την ………… συνεπεία των προνοιών της Δ 30 Θ1» και τα τέλη καταχώρησης της (χαρτόσημα, δικηγορόσημα ή άλλα) θα είναι τα διπλάσια εκείνων που αναλογούν στην κλίμακα της αγωγής ή της ανταπαίτησης ως θα είναι η περίπτωση.
2. (α) Διάδικος στην αγωγή υποχρεούται να καταθέσει στο Πρωτοκολλητείο μέσα σε 30 μέρες από την έκδοση και επίδοση της κλήσης το συνημμένο στον Τύπο 25, Παράρτημα, συμπληρωμένο ως προς όλα τα στοιχεία αυτού.
(β) Οι προθεσμίες που προβλέπονται στον Κανονισμό 1(α) και 2(α) ανωτέρω, δύνανται να παραταθούν, εάν καταδειχθεί στο Δικαστήριο ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία συμμόρφωσης με τις εν λόγω προθεσμίες ή άλλος καλός λόγος που να δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παράτασή τους. »
Με βάση το λεκτικό της Δ.25, θ.1(3) ανωτέρω, καθίσταται σαφές πως στην προκειμένη περίπτωση, μετά την έκδοση κλήσης για οδηγίες η τροποποίηση δεν είναι επιτρεπτή παρά μόνον αν συντρέχει μια εκ των δύο προϋποθέσεων που αναφέρονται ρητά στον εν λόγω θεσμό, ήτοι:
i. το εκ παραδρομής καλόπιστο λάθος στη σύνταξη της δικογραφίας, ή
ii. όπου, προς ικανοποίηση του Δικαστηρίου, έχουν προκύψει νέα δεδομένα μη υπαρκτά κατά τη λήψη των οδηγιών σύνταξης της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης.
Υπό το φως των πιο πάνω, η παλαιότερη νομολογία που αφορούσε την καταργηθείσα Δ.25 και η οποία παρείχε ευρεία εξουσία στο Δικαστήριο να εγκρίνει τροποποιήσεις σε οποιοδήποτε στάδιο της διαδικασίας, δεν δύναται να έχει την ίδια χρησιμότητα ως προς την ερμηνεία και την εφαρμογή της νέας Διάταξης 25 (βλ. την απόφαση της έντιμης Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (όπως ήταν τότε) κας Λ. Δημητριάδου, στην αγωγή 813/2017, Οδυσσέως v. 1. Συνεργατική Κεντρική Ττάπεζα ΛΤΔ και άλλοι, ημερ.30/12/2019).
Από το λεκτικό δε της Δ.30 ανωτέρω, προκύπτει ότι στην προκειμένη περίπτωση οι Εναγόμενες, σε ό,τι αφορά την ανταπαίτηση τους, υποχρεούντο «εντός ενενήντα ημερών από το χρόνο κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα και προτού λάβει οποιοδήποτε νέο μέτρο στην αγωγή, εκτός από αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, να εκδώσει κλήση για οδηγίες, οριζόμενη ενώπιον του Δικαστηρίου σε χρονικό διάστημα όχι μικρότερο των εξήντα ημερών».
Ως προς το πότε θεωρούνται συμπληρωμένα τα δικόγραφα, παραπέμπω στην Πολ. Έφ.185/2017, Χαραλάμπους v. Γεωργίου κ.α., ημερ. 18/4/2018, όπου αναφέρθηκαν τα εξής:
«Ο χρόνος κατά τον οποίο τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα ήταν το ορόσημο και στην αρχική Διαταγή 30 («Such summons shall be taken out within 10 days from the time when the pleadings shall be deemed to be closed.»).
Η έννοια δε του όρου «συμπλήρωση των δικογράφων» στη Δ.30 οριζόταν πάντοτε[1] από τα προβλεπόμενα στη Δ.26, κ.11, με αναφορά στους αρχικούς διαδίκους: «Where a pleading subsequent to reply is not ordered, then, at the expiration of seven days from the delivery of defence or reply (if any)»
Εξ ου και στην Οδηγία Πρακτικής ημερ. 28.7.2017 διευκρινίστηκε ότι τα δικόγραφα θεωρούνται συμπληρωμένα εν τη εννοία της Δ.30, κ.(1)(α), ώστε να αρχίσει να τρέχει η προνοούμενη προθεσμία, όταν τα δικόγραφα συμπληρωθούν υπό την έννοια που προβλέπεται από τη Δ.26, κ.11 για όλους τους εναγόμενους. »
H Δ.26 θ.11 δε, προνοεί τα ακόλουθα:
« 11. Όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης δεν έχει διαταχθεί τότε εντός επτά ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης ή απάντησης (αν υπάρχει) ή όπου ένα δικόγραφο επακόλουθο της απάντησης διαταχθεί και ο διάδικος που διατάχθηκε ή του εδόθη άδεια να το παραδώσει παραλείπει να το παραδώσει εντός της προθεσμίας που προνοείται, τότε, με την εκπνοή του καθορισμένου προς τούτο χρόνου, τα δικόγραφα θα θεωρούνται ότι έκλεισαν και ουσιώδεις εκθέσεις γεγονότων στο τελευταίο παραδοθέν δικόγραφο θα θεωρούνται ότι δεν είναι παραδεκτές και ότι τίθενται σαν διαφορά.
Νοείται ότι αυτός ο κανονισμός δεν θα εφαρμόζεται σε υπεράσπιση για ανταπαίτηση και εκτός αν ο Ενάγοντας παραδώσει υπεράσπιση στην ανταπαίτηση, οι εκθέσεις γεγονότων που περιέχονται σε τέτοια ανταπαίτηση αφού εκπνεύσει ο χρόνος των δεκατεσσάρων ημερών από την παράδοση ή εντός της προθεσμίας που θα επιτραπεί κατόπιν διατάγματος να παραδοθεί η υπεράσπιση, θα θεωρούνται ότι είναι αποδεκτά, αλλά το Δικαστήριο ή Δικαστής μπορεί σε οποιοδήποτε κατόπιν στάδιο να δώσει άδεια στον Ενάγοντα να παραδώσει τέτοια υπεράσπιση. »
Εξέταση της Αίτησης
Το Δικαστήριο έχει μελετήσει με προσοχή όλη τη μαρτυρία που ευρίσκεται ενώπιον του, η οποία υποστηρίζει την αίτηση και την ένσταση αντίστοιχα και βεβαίως όσα ανέφεραν οι συνήγοροι στις αγορεύσεις τους, σε συνάρτηση με την υπάρχουσα δικογραφία και το περιεχόμενο του φακέλου της παρούσας υπόθεσης εν γένει. Με αυτά υπόψη, προχωρώ στην εξέταση της αίτησης.
Κατ’ αρχάς, πριν εξεταστεί οτιδήποτε άλλο, κρίνω σκόπιμο να παρατηρήσω ότι ο τρόπος διατύπωσης του αιτητικού Α της αίτησης δεν είναι ο πλέον εύστοχος και η σύνταξή του θα μπορούσε να είναι σαφέστερη. Πράγματι, όπως είναι διατυπωμένο, το αιτητικό ενδέχεται εκ πρώτης όψεως να δημιουργεί κάποια ασάφεια ως προς τη θέση της φράσης «ημερομηνίας 11.1.2023 των Εναγομένων».
Η πιο πάνω διατύπωση έδωσε την αφορμή στην πλευρά των Εναγομένων να υποστηρίξει ότι «δεν υπάρχουν διαδικαστικοί θεσμοί 11.1.23», εγείροντας συναφώς τον λόγο ένστασης (VI).
Είναι όμως προφανές ότι, εάν η φράση «ημερομηνίας 11.1.2023 των Εναγομένων» τοποθετείτο πριν από τη λέξη «δυνάμει» ή εάν παρετίθεντο τα κατάλληλα σημεία στίξης, το νόημα του αιτητικού θα αποδιδόταν σαφέστερα και η οποιαδήποτε ασάφεια θα αποφεύγετο.
Σε κάθε περίπτωση, η πιο πάνω ατελής διατύπωση δεν αλλοιώνει την ουσία του αιτήματος. Από το περιεχόμενο του αιτητικού, την αίτηση στο σύνολό της, καθώς και από την αγόρευση του συνηγόρου της Ενάγουσας, καθίσταται σαφές ότι αυτό που επιδιώκει η Ενάγουσα είναι ο παραμερισμός της τροποποιηθείσας Έκθεσης Υπερασπίσεως και Ανταπαιτήσεως των Εναγομένων, ημερομηνίας 11.1.2023, δυνάμει της Δ.25 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας. Συνεπώς, ο σχετικός λόγος ένστασης απορρίπτεται.
Εν προκειμένω, δεν αμφισβητείται βεβαίως ότι η Ενάγουσα εξέδωσε κλήση για οδηγίες στις 12/10/2022, ούτε ότι η πλευρά των Εναγόμενων έλαβε γνώση.
Η Εναγόμενη 1 ισχυρίζεται ουσιαστικά ότι, μετά την καταχώρηση της Απάντησης στην Υπεράσπιση και Υπεράσπισης στην Ανταπαίτηση από την Ενάγουσα στις 11/10/2022, είχε δικαίωμα να καταχωρίσει Απάντηση, ώστε κατά τον χρόνο έκδοσης της κλήσης να μην είχαν συμπληρωθεί τα δικόγραφα. Περαιτέρω, ισχυρίζεται και ότι η κλήση που καταχωρίστηκε είχε οριστεί στις 13/1/2023 και η τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση καταχωρίστηκε δύο μέρες προηγουμένως, ισχυριζόμενη ότι «ουδέποτε έκλεισαν τα δικόγραφα».
Δεν είναι βεβαίως αντιληπτή η συσχέτιση του «κλεισίματος» των δικογράφων με την ημερομηνία που είχε οριστεί η κλήση για οδηγίες.
Ως προς το πρώτο επιχείρημα της Εναγόμενης 1 δε, ότι είχε δικαίωμα να καταχωρίσει απάντηση και κατά τον χρόνο έκδοσης της κλήσης για οδηγίες δεν είχαν ακόμη συμπληρωθεί τα δικόγραφα, αυτό κρίνεται εν μέρει βάσιμο. Εξηγώ.
Στην προκειμένη περίπτωση καταχωρίστηκε Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση από την Ενάγουσα, στις 11/10/2022. Σε σχέση με την αγωγή συνεπώς, τα δικόγραφα κατά την εν λόγω ημερομηνία θεωρούνταν συμπληρωμένα και η Ενάγουσα θα μπορούσε να προχωρήσει με την έκδοση Κλήσης για Οδηγίες αναφορικά με την αγωγή της. Κατ’ επέκταση, συμφωνώντας με τη θέση που εξέφρασε ο συνήγορος της Ενάγουσας, η τελευταία δεν ήταν υπόχρεη να αναμένει και την καταχώρηση Απάντησης από μέρους των Εναγόμενων για να προβεί στην έκδοση της κλήσης και η επίδικη κλήση ημερομηνίας 12/10/2022 κρίνεται ότι εκδόθηκε συμφώνως της Δ.30, θ.1(α).
Από την άλλη βεβαίως, η αναφορά της Εναγόμενης 1 ότι είχε δικαίωμα καταχώρισης Απάντησης στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 7 ημερών, είναι ορθή[2]. Όμως, συμφωνώντας και πάλιν με τη θέση που εξέφρασε ο συνήγορος της Ενάγουσας, θεωρώ πως ότι η καταχώριση του εν λόγω δικογράφου αφορούσε την Ανταπαίτηση και τη συμπλήρωση των δικογράφων σε σχέση με αυτήν.
Όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, η Απάντηση των Εναγόμενων καταχωρίστηκε στις 24/10/2022, δηλαδή εκπρόθεσμα. Επισημαίνεται δε πως η καταχώριση της εν λόγω Απάντησης έλαβεν χώρα χωρίς να υπάρχει συγκατάθεση από την πλευρά της Ενάγουσας για παράταση του χρόνου καταχώρησης της και βεβαίως άνευ διατάγματος του Δικαστηρίου με το οποίο να παρέχεται τέτοια παράταση του χρόνου για την καταχώρηση της[3]. Παρά ταύτα, έγινε σαφές από το συνήγορο της Ενάγουσας κατά την αγόρευση του, ότι δεν τίθεται οποιοδήποτε ζήτημα ως προς το χρόνο της καταχώρησης του εν λόγω δικογράφου και γι’ αυτό εξάλλου δεν προέβησαν σε οποιαδήποτε ενέργεια για τον παραμερισμό του. Με αυτά υπόψη, παρενθετικά, το Δικαστήριο θεωρεί ότι υπό τις περιστάσεις, έστω και εκ των υστέρων, υπήρξε συγκατάθεση για την παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης και εν πάση περιπτώσει δεν τίθεται πλέον οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με τον χρόνο καταχώρισης της.
Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη, επισημαίνεται ότι στην προκειμένη προκύπτει κατ’ αρχάς παράλειψη έκδοσης κλήσης για οδηγίες αναφορικά με την Ανταπαίτηση, εντός 90 ημερών από τη συμπλήρωση των δικογράφων που την αφορούσαν και τίθεται ζήτημα απόρριψης της ως εγκαταλειφθείσας. Η κλήση για οδηγίες σε σχέση με την Ανταπαίτηση θα έπρεπε να εκδοθεί μέχρι τις 23/1/2023, ενώ οι 105 μέρες (90 + 15) με βάση και την Δ.30, θ.1(γ) έληγαν στις 7/2/2023.
Το επόμενο ζήτημα που τίθεται βεβαίως αφορά την καταχωρηθείσα, στις 11/1/2023, τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγόμενων και το κατά πόσο μπορούσε να καταχωριστεί χωρίς την άδεια του Δικαστηρίου, υπό το φως των όσων συζητήθηκαν στο πλαίσιο της παρούσας. Σε κάθε περίπτωση όμως είναι σαφές πως εάν η αρχική Ανταπαίτηση θεωρηθεί ως εγκαταλειφθείσα, ως εκ της μη έκδοσης σχετικής κλήσης ως ανωτέρω έχει αναφερθεί, δεν τίθεται ούτε ζήτημα τροποποίησης της μεταγενέστερα.
Σε ό,τι αφορά την κλήση για οδηγίες, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι με την τροποποίηση της Δ.30 στις 28/7/2017 και ειδικά με την αντικατάσταση του εδαφίου (γ) του θεσμού 1 και του εδαφίου (β) του θεσμού 2, η αυστηρότητα ως προς τις προθεσμίες έχει καμφθεί[4].
Από την απόφαση στην Go Ahead Insurance Consultants Ltd ανωτέρω και την εκεί αναφερόμενη νομολογία[5], προκύπτει ότι η μη καταχώρηση κλήσης για οδηγίες δυνάμει της Δ.30 από μόνη της, ελλείψει περιστάσεων που να δικαιολογούν συμπέρασμα εγκατάλειψης του διαδικαστικού διαβήματος, από το πρόσωπο που το εγείρει, δεν είναι ορθό, άνευ ετέρου, να οδηγεί σε απόρριψη του.
Για την κατάληξη μου επί του πρώτου ζητήματος που απασχολεί στην παρούσα περίπτωση, λαμβάνω υπόψη μου τα εξής.
1. Η κλήση για οδηγίες της Ενάγουσας ορίστηκε στις 13/1/2023 αλλά ως προκύπτει από το φάκελο της διαδικασίας δεν έτυχε χειρισμού, ούτε δόθηκαν ή ζητήθηκε να δοθούν οιεσδήποτε οδηγίες στο πλαίσιο της. Αυτό προφανώς οφείλεται στο γεγονός ότι τις δύο πλευρές και το Δικαστήριο (υπό διαφορετική σύνθεση) απασχόλησαν περαιτέρω ενδιάμεσες διαδικασίες και υπήρχε μια συνεχής «ροή» στην υπόθεση.
2. Επί τούτου, αναφέρεται ότι οι Εναγόμενες στις 11/1/2023[6] καταχώρησαν αίτηση για διαγραφή της αγωγής, ενώ μετά την καταχώριση της επίδικης αίτησης από την Ενάγουσα στις 16/3/2023, προέβησαν στις 25/1/2024 σε καταχώρηση αίτησης για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων.
3. Στις 10/12/2024 δηλώθηκε από την πλευρά της Ενάγουσας ότι συμφωνεί να δοθεί προτεραιότητα στην εκδίκαση της αίτησης ημερ.25/1/2024 και κατόπιν εκδίκασης της, η εν λόγω αίτηση απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου (υπό διαφορετική σύνθεση) στις 14/3/2025.
4. Ακολούθησε η εκδίκαση αιτήματος εξαίρεσης του Δικαστηρίου, το οποίο απορρίφθηκε στις 23/5/2025 και στη συνέχεια εκδικάστηκε η αίτηση των Εναγόμενων ημερομηνίας 11/1/2023, η οποία απορρίφθηκε με απόφαση του Δικαστηρίου, επίσης με την προηγούμενη του σύνθεση, στις 2/7/2025.
Συνεπώς, από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η διαδικασία στην παρούσα προχώρησε με την εκδίκαση των πιο πάνω ενδιάμεσων αιτήσεων, οι οποίες εκδικάστηκαν κατά προτεραιότητα έναντι της παρούσας αίτησης και ότι ζήτημα απόρριψης της ανταπαίτησης τίθεται πλέον στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, μετά την πάροδο σημαντικού χρόνου.
Έχοντας όλα τα πιο πάνω κατά νουν και συνυπολογίζοντας βεβαίως και την παλαιότητα της υπόθεσης, έχω καταλήξει ότι τα πράγματα στην προκειμένη περίπτωση δεν θα πρέπει να ερμηνευθούν με υπέρμετρη αυστηρότητα κατά τρόπο που να οδηγήσουν σε άδικο και παράλογο αποτέλεσμα ή και σε δυσανάλογη παρέμβαση στο δικαίωμα των Εναγόμενων να προσφύγουν στη δικαιοσύνη (βλ. Go Ahead Insurance Consultants Ltd ανωτέρω).
Αντίθετα, υπό το φως των δεδομένων της παρούσας υπόθεσης, και λαμβάνοντας υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η διαδικασία από την έκδοση της κλήσης για οδηγίες της Ενάγουσας και τη συμπλήρωση των δικογράφων εκατέρωθεν, περί τα 3,5 έτη προηγουμένως, και εντεύθεν, κρίνω ότι δεν μπορεί αντικειμενικά να υποστηριχθεί πως η πλευρά των Εναγομένων επέδειξε αδράνεια ή συμπεριφέρθηκε κατά τρόπο που να ισοδυναμεί με εγκατάλειψη της Ανταπαίτησής της. Το αντίθετο μάλιστα προκύπτει από την όλη πορεία της διαδικασίας. Υπό τις περιστάσεις αυτές, και με γνώμονα το καλώς νοούμενο συμφέρον της δικαιοσύνης, το όλο ζήτημα πρέπει να τύχει τέτοιου χειρισμού, ώστε η Ανταπαίτηση να μην απορριφθεί.
Ως εκ των ανωτέρω, και παρά το γεγονός ότι δεν έχει υποβληθεί ρητό αίτημα από την πλευρά των Εναγομένων για παράταση του χρόνου καταχώρησης κλήσης για οδηγίες, κρίνω ότι, υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων έχουν ήδη αναφερθεί, στοιχειοθετείται καλός λόγος που δικαιολογεί την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου προς παράταση του σχετικού χρόνου. Η παλαιότητα της υπόθεσης, η πορεία που ακολούθησε η διαδικασία και η ανάγκη ορθής απονομής της δικαιοσύνης καθιστούν αναγκαία τη ρύθμιση του ζητήματος στο πλαίσιο της παρούσας διαδικασίας.
Με δεδομένο ότι η τροποποιημένη Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση των Εναγομένων καταχωρίστηκε ως ενιαίο δικόγραφο σε χρόνο κατά τον οποίο δεν είχε ακόμη παρέλθει η προβλεπόμενη από τη Δ.30 προθεσμία των 90 ημερών για την έκδοση κλήσης για οδηγίες από τις Εναγόμενες αναφορικά με την Ανταπαίτηση, κρίνω ότι το δεύτερο ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί κατά τρόπο ώστε να θεωρηθεί επιτρεπτή η τροποποίηση χωρίς άδεια του Δικαστηρίου [Δ.25, θ.1(2)]. Ακόμη όμως και αν ήθελε κριθεί ότι απαιτείτο άδεια δυνάμει της Δ.25, θ.1(3), θεωρώ ότι και πάλιν η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου, όπως αυτή αναγνωρίζεται από τη Δ.64, θα έπρεπε να ασκηθεί προς την κατεύθυνση θεραπείας της παρατυπίας, εφόσον τούτο κρίνεται δίκαιο και πρέπον υπό τις περιστάσεις της παρούσας υπόθεσης (βλ. Φαλέκκος v. Χριστοφίδη (2013) 1 Α.Α.Δ. 2534).
Ανεξαρτήτως της πιο πάνω κατάληξης του Δικαστηρίου, στρέφω την προσοχή μου στους λόγους της ένστασης που δεν έχουν απαντηθεί από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω και τους οποίους έχω μελετήσει με μεγάλη προσοχή.
Από τη μελέτη των λοιπών λόγων ένστασης, οφείλω να παρατηρήσω με κάθε σεβασμό, ότι οι περισσότεροι εξ αυτών δεν άπτονται του αντικειμένου της παρούσας αίτησης, ούτε επηρεάζουν τα ζητήματα που καλείται το Δικαστήριο να αποφασίσει.
Κατ’ αρχάς παρατηρώ ότι δεν εμπίπτουν στο αντικείμενο της παρούσας και δεν είναι αναγκαίο να εξεταστούν στο παρόν στάδιο ζητήματα παράνομης καταχώρησης του κλητηρίου και διαγραφής της αγωγής, ούτε όμως τα όσα αναφέρει η Εναγόμενη 1 σε σχέση με την έκδοση απόφασης εναντίον των Εναγόμενων αρχικά και για τους λόγους που οδήγησαν τελικά την πλευρά της Ενάγουσας να αποδεχτεί τον παραμερισμό της.
Ό,τι χρειάζεται να επισημανθεί είναι ότι το Δικαστήριο δεν εντοπίζει οτιδήποτε «λανθασμένο, παραπλανητικό και ψευδές» στο ιστορικό που παραθέτει ο ενόρκως δηλών στην αίτηση. Αντίθετα, διαπιστώνεται ότι στην παράγραφο 4 της ένορκης δήλωσης παρατίθενται γεγονότα που όντως προκύπτουν από το φάκελο της διαδικασίας.
Παρενθετικά, αναφέρεται ότι προσπάθεια των Εναγόμενων για διαγραφή της αγωγής με προηγούμενη αίτηση τους, δεν ευδοκίμησε.
Ως προς την επίδοση της επίδικης αίτησης, το παράπονο της Εναγόμενης 1 είναι ότι δεν της επιδόθηκε προσωπικά η αίτηση αλλά επιδόθηκε στην δικηγορική εταιρεία. Στην αγόρευση της η Εναγόμενη 1 ανέφερε ότι η αίτηση επιδόθηκε «μόνο για τη Δ.Ε.Π.Ε και την αδελφή μου». Η Εναγόμενη 1 όμως, πέραν από διάδικος στην υπόθεση, είναι και δικηγόρος και εμφανίζεται για την Α. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ. Από το σημείωμα εμφάνισης δε που καταχωρίστηκε, προκύπτει ότι οι Εναγόμενες εκπροσωπούνται τόσο από την Εναγόμενη 1 προσωπικά όσο και την Α. Παπακόκκινου ΔΕΠΕ. Εξάλλου, τούτο αναφέρει και η ίδια η Εναγόμενη 1 στην παράγραφο 3 τη ένορκης της δήλωσης. Ως εκ των ανωτέρω, δεν θεωρώ ότι προκύπτει στην πραγματικότητα συζητήσιμο θέμα ως προς την επίδοση της αίτησης και μάλιστα τέτοιο που να πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της αίτησης.
Ως προς τον λόγο ένστασης περί λανθασμένου τίτλου, επειδή σύμφωνα με την Εναγόμενη 1 αναφέρεται λανθασμένα το όνομα της Εναγόμενης 2, παρατηρώ κατ’ αρχάς ότι πρόκειται για ζήτημα που ηγέρθη και εξετάστηκε από το Δικαστήριο (υπό διαφορετική) στο πλαίσιο της απόφασης του ημερ. 2/7/2025, η οποία αφορούσε την αίτηση των Εναγόμενων ημερ.11/1/2023. Καμία εξήγηση δεν παρασχέθηκε από την Εναγόμενη 1 για την επαναφορά ζητημάτων τα οποία έχουν ήδη εξεταστεί και απορριφθεί με αιτιολογημένη απόφαση, χωρίς να προβάλλεται οποιοδήποτε νέο στοιχείο που να δικαιολογεί επανεξέταση τους. Και βεβαίως, δεν θα μπορούσε να αποτελεί δικαιολογία το γεγονός ότι εγείρονται πλέον στο πλαίσιο μιας άλλης αίτησης.
Σε κάθε περίπτωση όμως και ανεξάρτητα των ανωτέρω, επί του εν λόγω ζητήματος να αναφερθεί ότι το επίθετο Παναγιώτου που ισχυρίζεται ότι είναι λανθασμένο, προκύπτει από έγγραφα του Κτηματολογίου που ευρίσκονται κατατεθειμένα στο φάκελο της υπόθεσης, τουλάχιστον εκ πρώτης, και χωρίς να έχει κάποια σημασία σε αυτό το στάδιο το γεγονός ότι η κατάθεση τους έγινε για σκοπούς έκδοσης απόφασης εναντίον των Εναγόμενων, η οποία εκ των υστέρων παραμερίστηκε ως έχει αναφερθεί και ανωτέρω, ότι το εν λόγω επίθετο δεν είναι άσχετο με την αποβιώσασα. Περαιτέρω ανάλυση δεν απαιτείται στο παρόν στάδιο.
Γενικότερα, έχοντας εξετάσει όλους τους λόγους ένστασης, καταλήγω ότι κανένας εκ των λόγων ένστασης δεν θα μπορούσε να οδηγήσει, αφ’ εαυτού, σε απόρριψη της αίτησης. Η αίτηση θα απορριφθεί μεν, όμως αυτό θα γίνει ενόψει της ανάλυσης που προηγήθηκε και των όσων αναφέρθηκαν από το Δικαστήριο, και όχι στη βάση κάποιου εκ των λόγων που προβάλλονται στην ένσταση.
Κατάληξη
Α. Υπό το φως των ανωτέρω, η παρούσα αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Β. Ως προς τα έξοδα της αίτησης, είναι βεβαίως ο γενικός κανόνας ότι αυτά ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας. Στην παρούσα περίπτωση, παρά το γεγονός ότι η αίτηση απορρίπτεται και οι Εναγόμενες θα μπορούσαν, εκ πρώτης όψεως, να θεωρηθούν ως οι επιτυχούσες διάδικοι, κρίνω ότι συντρέχουν λόγοι που δικαιολογούν απόκλιση από τον κανόνα αυτό.
Ειδικότερα, η απόρριψη της αίτησης δεν εδράζεται στην αποδοχή των λόγων ένστασης που προέβαλαν οι Εναγόμενες, οι οποίοι, ως έχει ήδη αναφερθεί, δεν κρίθηκαν βάσιμοι ή συναφείς με το αντικείμενο της παρούσας, αλλά στην ανάλυση και κατάληξη του Δικαστηρίου επί ζητημάτων που ανέκυψαν στο πλαίσιο της εξέτασης της διαδικασίας.
Υπό τις περιστάσεις αυτές, και λαμβάνοντας περαιτέρω υπόψη τον τρόπο με τον οποίο εξελίχθηκε η διαδικασία και τη συμβολή αμφοτέρων των πλευρών στη διαμόρφωση της παρούσας κατάληξης, κρίνω ότι η δικαιότερη διαταγή είναι όπως κάθε πλευρά επωμισθεί τα δικά της έξοδα.
Γ. Η Ενάγουσα να καταχωρήσει τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση και Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 14 ημερών από σήμερα και οι Εναγόμενες να καταχωρίσουν τυχόν τροποποιημένη Απάντηση στην Υπεράσπιση στην Ανταπαίτηση εντός 7 ημερών από την παράδοση του εν λόγω δικογράφου της Ενάγουσας.
Δ. Επίσης, δίδεται παράταση της προθεσμίας έκδοσης κλήσης για οδηγίες από τις Εναγόμενες για περίοδο 30 ημερών από σήμερα, καθώς και παράταση 30 ημερών για την καταχώρηση του Παραρτήματος τους στην κλήση της Ενάγουσας.
(Υπ.) ……………………………….
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] Με τον περί Πολιτικής Δικονομίας (Τροποποιητικός) Διαδικαστικό Κανονισμό του 2017.
[2] Όπως προνοείται στη Δ.21, θ.14(1) η απάντηση στην υπεράσπιση θα πρέπει να καταχωρείται εντός 7 ημερών από την παράδοση της υπεράσπισης.
[3] Βλ. την Πολ. Έφ. 175/2017, Χρίστου κ.α. v. Χατζησολωμή, ημερ. 6/2/2018, όπου έγινε παραπομπή στο Annual Practice του 1958 και αναφέρθηκε ότι παράταση του χρόνου καταχώρησης της Απάντησης «.. μπορεί να επιτευχθεί με τη συγκατάθεση του εναγομένου και μόνο στην περίπτωση άρνησης του είναι που χρειάζεται αίτηση δια κλήσεως με σκοπό την παράταση του χρόνου από το Δικαστήριο (Δέστε: Graves v. Terry (1882) 9 Q.B.D. 170 και Eaton v. Storer (1882) 22 Ch. D., 91). »
[4] Βλ. και την σχετική αναφορά στην Χαραλάμπους v. Γεωργίου κ.α., Πολ. Έφ.185/2017 (ανωτέρω), η οποία μνημονεύεται τόσο στην Αντώνης Χουβαρτάς, Πολ. Αίτ.45/18, ημερ.18/5/2018, όσο και στην πρόσφατη απόφαση του έντιμου Προέδρου του Εφετείου της χώρας μας στην Go Ahead Insurance Consultants Ltd v. 1. Κούλας κ.α., Πολ. Έφ.Ε23/19, ημερ.17/2/2025.
[5] Μεταξύ άλλων, , Πολ. Έφεση Ε79/23 ημερ. 26.9.24 και , Πολ. Έφεση Ε80/2023, ημερ. 23.9.2024.
[6] Δηλαδή την ίδια ημέρα που καταχώρισαν την τροποποιημένη υπεράσπιση και ανταπαίτηση τους.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο