ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛEΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Αίτηση αρ.: 74/2025 (i-justice)
Ο περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμος 23(Ι)/1996
Αναφορικά με την Σοφία Χρίστου, Α.Δ.Τ. [ ], από [ ] 7, Διαμ. 1, [ ], Επ. Λευκωσίας
Μεταξύ:
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΓΕΩΡΓΙΟΥ
Αιτητή
-και-
ΜΑΡΙΑ ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥΣ
Καθ’ ης η αίτηση
----------------------------------------------------------------
Αίτηση ημερομηνίας 23/10/2025 για απαγορευτικά διατάγματα -
Προσωρινά διατάγματα ημερ. 3/11/2025.
Ημερομηνία: 28/4/2026
Εμφανίσεις:
Για τον Αιτητή : κα Π. Μούσκου για Κυριάκος Χρ. Μούσκος ΔΕΠΕ.
Για την Καθ’ ης η αίτηση : κα Α. Σολομωνίδου.
Ε Ν Δ Ι Α Μ Ε Σ Η Α Π Ο Φ Α Σ Η
Εισαγωγικά
Ο Αιτητής, την 22/10/2025, καταχώρησε την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό Αίτηση, αξιώνοντας την έκδοση διατάγματος με το οποίο να κηρύσσεται η μητέρα του ως ανίκανο πρόσωπο και να διορίζεται ο ίδιος ως διαχειριστής της περιουσίας της σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία, καθώς και διάταγμα με το οποίο να ακυρώνεται η μεταβίβαση του επίδικου ακινήτου προς την αδελφή του, Καθ’ ης η αίτηση στην επίδικη αίτηση.
Περαιτέρω, στις 23/10/2025, καταχώρησε την επίδικη μονομερή αίτηση εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση, με την οποία ζητούσε, μεταξύ άλλων, διατάγματα εναντίον της, ήτοι να της απαγορεύεται να αποξενώσει ή επιβαρύνει συγκεκριμένο ακίνητο, να της απαγορεύεται η ανάκτηση της κατοχής του ίδιου ακινήτου και επίσης να της απαγορεύεται να χρησιμοποιεί οποιοδήποτε πληρεξούσιο και ή εξουσιοδότηση που υπεγράφη από τη μητέρα τους.
Το Δικαστήριο, στις 3/11/2025, εξέδωσε τα αιτούμενα διατάγματα.
Η Καθ’ ης η αίτηση, κατόπιν επίδοσης της αίτησης και των διαταγμάτων προς αυτήν, προέβη στην καταχώρηση ένστασης. Ακολούθησε η καταχώρηση συμπληρωματικών δηλώσεων από αμφότερες τις πλευρές.
Στο σημείο αυτό, πριν προχωρήσω περαιτέρω, επισημαίνω ότι από τη μελέτη της μαρτυρίας που κατέθεσαν οι δύο πλευρές, προκύπτει ότι Αιτητής και Καθ’ ης η αίτηση αναλώθηκαν σε μεγάλο βαθμό σε αλληλοκατηγορίες και έκαστος εξ αυτών επιχειρεί να καταδείξει ότι ο άλλος λειτουργεί σε βάρος της μητέρας του και σκοπός του δεν είναι άλλος από την υφαρπαγή του επίδικου ακινήτου, ενώ η Καθ’ ης η αίτηση κατηγορεί τον Αιτητή και για την οικειοποίηση χρημάτων που προέρχονται από τη σύνταξη της μητέρας τους. Το Δικαστήριο διευκρινίζει ότι δεν προτίθεται να ασχοληθεί με κάθε ισχυρισμό που προβάλλεται από τις πλευρές, ούτε βεβαίως να αποφανθεί στο πλαίσιο της παρούσας επί της ουσίας των ισχυρισμών που προβάλλονται και να επιλύσει στο πλαίσιο της παρούσας τις προσωπικές τους διαφορές και αντιδικίες. Συνεπώς, η μαρτυρία θα εξεταστεί αποκλειστικά προς τον σκοπό να αποφασιστεί το επίδικο ζήτημα και δη αν πληρούνται οι προϋποθέσεις για να καταστούν απόλυτα τα διατάγματα και να συνεχίσουν να ισχύουν.
Ούτως ή άλλως θα πρέπει να τονιστεί ότι σε υποθέσεις αυτής της φύσης, σκοπός δεν είναι άλλος από την προστασία της περιουσίας του ανικάνου προσώπου και κατ’ επέκταση η ευημερία του[1]. Συνεπώς, εν προκειμένω, ενδιαφέρει πρωτίστως το συμφέρον του προτεινόμενου ανίκανου προσώπου.
Επίδικη Αίτηση
Έχει ήδη γίνει ανωτέρω αναφορά στα αιτούμενα διατάγματα.
Η αίτηση βασίζεται στα άρθρα 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 15 του Νόμου 23(Ι)/1996, στον περί Διανοητικώς Ασθενών Διαδικαστικό Κανονισμό 377/1932, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ. 6, άρθρα 4, 5, 8 και 9, στον περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 ως έχει τροποποιηθεί, άρθρα 2, 21, 22, 29, 30, 31, 32 41, 42 και 43, στον περί Συμβάσεων Νόμο Κεφ. 149, άρθρα 11-17, 20, 21, 142, 143, 156, 161, 169, 175, 176, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (9/1965), άρθρα 10, 11 και 18, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμο ΚΕΦ.224 άρθρο 61, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμο (ΚΕΦ.193), στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023, Μέρος 10, Μέρος 20, Μέρος 23, Μέρος 32 και Μέρος 39, στις αρχές που αφορούν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, στη Νομολογία, στις αρχές της επιείκειας και στις γενικές και συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Αιτητή. Σύμφωνα με τον τελευταίο, η μητέρα του είναι ηλικίας 87 ετών, αναλφάβητη και διαμένει μέχρι και σήμερα στην κατοικία που ευρίσκεται εντός του επίδικου ακινήτου. Ως αναφέρει, προ τριετίας εντόπισαν τη μητέρα του σε ημιλιπόθυμη κατάσταση και μεταφέρθηκε στο νοσοκομείο. Κατά τη νοσηλεία της δεν έλαβαν ακριβή διάγνωση αλλά έκτοτε είναι κλινήρης, χρειάζεται βοήθεια για να περπατήσει και απαιτείται μόνιμη φροντίδα της από τρίτα πρόσωπα. Επίσης κατά τον εν λόγω χρόνο επηρεάστηκε ουσιωδώς η νοητική της κατάσταση, η οποία ήταν ήδη επηρεασμένη και σταδιακά έφθινε δραστικά με αποτέλεσμα να μην είναι προσανατολισμένη στο χώρο και στο χρόνο, να μην αντιλαμβάνεται πάντοτε πρόσωπα ή άτομα του οικογενειακού της κύκλου ή να τα μπερδεύει ή ακόμα να αναφέρεται στον πατέρα τους που απεβίωσε τη δεκαετία του 1990. Τη φροντίδα ανέλαβαν τα παιδιά της και κυρίως ο ίδιος και η Καθ’ ης η αίτηση και προέβηκαν επίσης στην πρόσληψη οικιακής βοηθού, ενώ τα τελευταία δύο χρόνια ο ίδιος διαμένει με τη μητέρα του.
Στις 26/9/2025, η Καθ’ ης η αίτηση του απέστειλε μήνυμα και του ανέφερε ότι το σπίτι ήταν πάντα επιθυμία της μητέρας τους να το πάρει η ίδια και έγινε δωρεά σε αυτήν (βλ. Τεκμήριο 3). Ακολούθως, ο ίδιος αποτάθηκε στη μητέρα τους και την ρώτησε αν όντως μεταβίβασε το σπίτι αλλά η τελευταία δεν ήταν σε θέση να δώσει σαφή απάντηση και είπε ότι δεν ξέρει τίποτε και ότι «έτσι λάθος δεν έγινε».
Ενόψει των ανωτέρω, τον Οκτώβριο του 2025 διευθέτησε επίσκεψη στον Νευρολόγο – Ψυχίατρο Δρ. Βερεσιέ, ο οποίος αφού την εξέτασε επιβεβαίωσε ότι η μητέρα τους πάσχει βαριάς μορφής άνοια (βλ. Τεκμήριο 5). Ως προκύπτει και από την έκθεση του εν λόγω ιατρού, η μητέρα του ήταν απροσανατόλιστη σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα και δεν ήτο σε θέση να αντιληφθεί τις ερωτήσεις που της υποβλήθηκαν. Η βαριάς μορφής άνοια που πάσχει η μητέρα τους, η οποία ήταν αντιληπτή και από τον ίδιο από την μεταξύ τους επικοινωνία τα τελευταία χρόνια, εφόσον η αντίληψη και η μνήμη της ήταν επηρεασμένα, δεν της επιτρέπει να αυτοσυντηρείται, να διαχειρίζεται οιοδήποτε ζήτημα, οικονομικό, περιουσιακό ή άλλως πως. Είναι η θέση του, δε, ότι όλα τα αδέλφια γνώριζαν ότι η νοητική κατάσταση, αντίληψη και μνήμη της μητέρας τους ήταν σοβαρά επηρεασμένη. Επίσης, η Καθ’ης η αίτηση εργάζεται σε Στέγη Ηλικιωμένων τα τελευταία χρόνια και από την εμπειρία της μπορεί να αντιληφθεί τη νοητική έκπτωση κάποιου προσώπου και δη της μητέρας τους, η οποία είναι σε προχωρημένο στάδιο.
Όπως αναφέρει στη συνέχεια, αφότου έλαβε το πιο πάνω μήνυμα από την αδελφή του, προέβη σε έρευνα στο Κτηματολόγιο και διαπίστωσε ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν πλέον εγγεγραμμένο στη μητέρα τους και ότι στις 13/5/2025 μεταβιβάστηκε δυνάμει δωρεάς στην Καθ’ ης η αίτηση. Ως αναφέρει, δεν γνωρίζει τις συνθήκες κάτω από τις οποίες έγινε αυτό, ούτε αν υπεγράφη κάποιο πληρεξούσιο ή αιτήσεις μεταβίβασης αλλά ούτε αν αυτά υπεγράφησαν παρουσία κάποιου προσώπου, αφού η μητέρα τους δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις νομικές συνέπειες υπογραφής, δεν είναι προσανατολισμένη ως προς τα πρόσωπα και πάσχει από βαριάς μορφής άνοια και περαιτέρω δεν είναι σε θέση να αναγνώσει και να αντιληφθεί το περιεχόμενο οιουδήποτε εγγράφου, νομικού ή μη, εφόσον είναι αναλφάβητη.
Ως εκ των ανωτέρω, αιτείται την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων δια τον λόγο ότι υπάρχει άμεσος και υπαρκτός κίνδυνος, μόλις ενημερωθεί η αδερφή του για την Κυρίως Αίτησης του, να επιδιώξει να μεταβιβάσει το ακίνητο στα παιδιά της ή/και σε άλλο πρόσωπο ή/και να πωλήσει το ακίνητο, ή ακόμη λόγω της οικονομικής της κατάστασης, είτε να επιβαρύνει το ακίνητο είτε αυτό ακόμη και να επιβαρυνθεί από τρίτα πρόσωπα, ήτοι Τραπεζικά Ιδρύματα. Η μεταβίβαση και εγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι της αδελφής του, επενεργεί σε βάρος της μητέρας τους και της περιουσίας της και θα πρέπει να επανεγγραφεί επ’ ονόματι της τελευταίας. Περαιτέρω, εάν η Καθ’ ης η αίτηση ήθελε μεταβιβάσει ή/και πωλήσει ή/και επιβαρύνει το ακίνητο μέχρι την πλήρη και τελεία εκδίκαση της Κυρίως Αίτησης μου, η επανεγγραφή του ακινήτου επ’ ονόματι της μητέρας του θα είναι δύσκολη, εάν όχι αδύνατη, εφόσον ενδεχομένως να επηρεάζονται και δικαιώματα τρίτων προσώπων που καλόπιστα δεν θα γνωρίζουν για τις συνθήκες μεταβίβασης και εγγραφής του ακινήτου επ’ ονόματι της Καθ’ης η αίτηση. Ως προς την οικονομική κατάσταση της αδελφής του, αναφέρει πως δεν την γνωρίζει με λεπτομέρεια, αλλά έχει πληροφορηθεί από την ίδια στο παρελθόν διάφορες λεπτομέρειες και συγκεκριμένα ότι κάποια δάνεια που είχε βρίσκονταν σε διαδικασία αναδιάρθρωσης.
Περιπλέον, αναφέρει ότι η αδελφή του, με την αναφορά στο μήνυμα της ημερ.26/9/2025 ότι γνώριζαν πως ήταν πάντα επιθυμία της μητέρας τους να πάρει η ίδια το σπίτι, επιδιώκει να καλύψει εκ των υστέρων με νομιμότητα την πράξη της, καθότι γνωρίζει ότι η μητέρα τους εδώ και πάρα πολλά χρόνια δεν είναι σε θέση να εκφράσει βούληση ή επιθυμία μεταβίβασης της κατοικίας και η εν λόγω αναφορά της δεν ισχύει.
Τέλος, αποτελεί θέση του ότι η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς καθυστέρηση και προέβηκε άμεσα και ταχύτατα σε όλες τις ενέργειες που προηγούνται της καταχώρησης της αίτησης ως και στην καταχώρηση της.
Η ένσταση
Στην ένσταση που καταχώρισε, η Καθ’ ης η αίτηση προβάλλει 10 λόγους ένστασης, που είναι οι εξής:
« 1. Η Αίτηση είναι νομικά και/ή πραγματικά αβάσιμη και/ή αντιτίθεται στη νομολογία και την πρακτική του Δικαστηρίου.
2. Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που θέτει η Νομοθεσία και η Νομολογία για την έκδοση και/ή συνέχιση ισχύος των αιτούμενων διαταγμάτων.
3. Ο Αιτητής δεν προσήλθε στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια και ψεύδεται αναφορικά με γεγονότα τα οποία αφορούν το πρόσωπο της Σοφίας Χρίστου και της Καθ΄ ης η Αίτηση με σκοπό να παραπλανήσει και/ή εξαπατήσει το Σεβαστό Δικαστήριο.
4. Η Αίτηση αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας εφόσον αυτή αποτελεί μέρος των προσπαθειών του Αιτητή να εκμεταλλευτεί την περιουσία της Σοφίας Χρίστου χωρίς τον έλεγχο της τελευταίας και αποτελεί προσπάθειά του να εκμεταλλευτεί το ακίνητο με αρ. εγγραφής 0/[ ], Τεμάχιο ΕΠΙ 272, Φ./Σχ. 0/1-2350-3865, Τμήμα 8 στη διεύθυνση [ ] 7, Διαμ. 1, 2222, στον [ ], στο Δήμο [ ] της Επαρχίας Λευκωσίας με απώτερο σκοπό να το οικειοποιηθεί.
5. Η Αίτηση έχει καταχωρισθεί κακόπιστα και/ή καταχρηστικά και/ή αποτέλεσμα υστερόβουλων και εκδικητικών σκέψεων του Αιτητή και ως αποτέλεσμα διαφορών που έχει με τα αδέλφια του.
6. Δεν υπάρχουν λόγοι επιείκειας και/ή εξαιρετικές περιπτώσεις που να δικαιολογούν την έκδοση και/ή συνέχιση ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων.
7. Ο Αιτητής δεν έχει αποκαλύψει όλα τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία μπορούν να βαρύνουν την κρίση του Δικαστηρίου και απέκρυψε και/ή παρέλειψε να αποκαλύψει και/ή αποκαλύψει πλήρως και ειλικρινά στο Δικαστήριο όλα και/ή όλα τα σχετικά και ουσιώδη με την αίτηση γεγονότα.
8. Με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων εξυπηρετήθηκαν οι σκοποί του Αιτητή οι οποίοι είναι παράνομοι, αλλότριοι και εκδικητικοί.
9. Τυχόν συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων θα θέσει σε δυσμενή θέση την Καθ’ ης η Αίτηση.
10. Τυχόν συνέχιση της ισχύος των εκδοθέντων διαταγμάτων θα έχει ως αποτέλεσμα την καταπάτηση Συνταγματικών δικαιωμάτων της Καθ΄ ης η Αίτηση και συγκεκριμένα του συνταγματικού της δικαιώματος στην κατοχή και απόλαυση της περιουσίας της. »
Η ένσταση βασίζεται επί των άρθρων 23 και του 30 του Συντάγματος, των άρθρων 2, 4, 5, 6, 7, 8 και 15 του περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμος του 1996 (23(I)/1996), των άρθρων 2, 21, 22, 29, 30, 31, 32, 41, 42 και 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν. 14/60), των άρθρων 11-18, 20, 21, 142, 143, 156, 161, 169, 175, 176 του περί Συμβάσεων Νόμου Κεφ. 149, των άρθρων 10, 11, 18 και 19 του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου 9/1965, του άρθρου 61 του περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διακατοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος Κεφ. 224, στον περί Επιτρόπων Εμπιστευμάτων Νόμος Κεφ.193, του άρθρου 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου (Κεφ. 9), των Μερών 1, 2, 3, 4, 20 (11), 23 (1) – (11), (13), και (15), 25 (1) – (4), (6), (7), 32, 38 και 39 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία κατ’ αρχάς παραδέχεται ότι η μητέρα τους είναι 87 ετών, χήρα και ότι τα τελευταία δύο χρόνια έχουν προσλάβει κοπέλα για την εξυπηρέτηση των αναγκών της μητέρας τους, η οποία διαμένει μόνιμα μαζί της και με τον Αιτητή, καθώς και ότι το επίδικο ακίνητο ενεγράφη επ’ ονόματι της δυνάμει δωρεάς από τη μητέρα τους.
Η θέση της όμως για τη μεταβίβαση του ακινήτου, είναι ότι έγινε κατόπιν προηγούμενης συνεννόησης που είχαν μεταξύ τους και η οποία ήταν εν γνώσει των αδελφών της, ενώ ως προς την κατάσταση της μητέρας τους αναφέρει ότι είναι καθ’ όλα ικανή πνευματικά και νοητικά. Περαιτέρω, παρουσιάζει ιατρική βεβαίωση της προσωπικής ιατρού της μητέρας τους (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένσταση).
Ως προς την αναφορά του Αιτητή για την κατάσταση που εντοπίστηκε η μητέρα τους προ τριετίας, η ίδια αναφέρει ότι εντόπισε η ίδια τη μητέρα τους σε ανησυχητική κατάσταση, όχι όμως λιπόθυμη. Συγκεκριμένα την βρήκε πάνω στον καναπέ με κάπως παραμορφωμένο πρόσωπο και διαφορετική φωνή, οπότε κάλεσε τον Αιτητή σε βοήθεια. Σε αντίθεση, δε, με την αναφορά του τελευταίου ότι δεν έλαβαν ακριβή διάγνωση, η ίδια αναφέρει ότι η διάγνωση ήταν κολπική μαρμαρυγή, που είναι καρδιακή πάθηση και για την οποία η μητέρα τους λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή (βλ. Τεκμήριο 2 στην ένσταση). Αρνείται επίσης ότι επηρεάστηκε η νοητική της κατάσταση και πέραν ενός θέματος που διαπίστωσαν με το πόδι της όταν επέστρεψε σπίτι, το οποίο δεν αποκαταστάθηκε και της προκαλεί δυσκολία στις μετακινήσεις, ισχυρίζεται ότι έχει πλήρη επίγνωση και αντίληψη των όσων γίνονται γύρω της, περιλαμβανομένης και της παράλογης συμπεριφοράς του Αιτητή, η οποία της προκαλεί φόβο. Και προσθέτει ότι η μητέρα της ουδέποτε ήταν ιδιαίτερα επικοινωνιακή και συγκεκριμένα ήταν λιγομίλητη και καχύποπτη απέναντι σε τρίτα άτομα και δεν είχε κοινωνικές επαφές. Επίσης, ότι δεν αναφέρει τον πατέρα τους και ότι η αναφορά του Αιτητή ότι μπερδεύει πρόσωπα και δεν είναι προσανατολισμένη στο χώρο και στο χρόνο, αποτελούν ψεύδη και υστερόβουλες σκέψεις του τελευταίου για να επιτυχεί το σκοπό του στην παρούσα διαδικασία.
Στη συνέχεια η Καθ’ης η αίτηση, αναφέρει ότι η μετακόμιση του Αιτητή στο ακίνητο τον Σεπτέμβριο του 2024 δεν είχε σκοπό την φροντίδα της μητέρας τους, όπως ο ίδιος ισχυρίστηκε, αλλά για να γλυτώσει ενοίκια και να οικειοποιηθεί των χρημάτων της μητέρας τους από τη σύνταξη της. Στο πλαίσιο αυτό αναφέρεται σε απώλεια χρημάτων από το ερμάρι της μητέρας τους όταν αυτή νοσηλεύτηκε και πήγε ο Αιτητής με τη σύντροφο του στο σπίτι για να καθαρίσουν και σε προσωπικά έξοδα από τον τραπεζικό λογαριασμό της μητέρας τους, τα οποία ξεκίνησαν από τον Σεπτέμβριο του 2023, οπότε ανέλαβε ο Αιτητής την αποκλειστική οικονομική διαχείριση της μητέρας τους (βλ. Τεκμήρια 3 και 4). Όπως αναφέρει επίσης, είχε ενημερώσει σχετικά για τα αδέλφια τους για τα πιο πάνω και αυτός είναι ο λόγος που ζήτησε την επιστροφή της πιστωτικής κάρτας της μητέρας τους, ως αναφέρει ο Αιτητής στην ένορκη του δήλωση, με σκοπό την προστασία της περιουσίας της μητέρας τους. Στο σημείο αυτό η Καθ’ης η αίτηση παρουσιάζει πληρεξούσιο έγγραφο ημερ.25/4/2025, με το οποίο η μητέρα της την εξουσιοδοτεί να παραλαμβάνει και να υπογράφει όπου χρειάζεται έντυπα διαφόρων υπηρεσιών αλλά και τραπεζών και λέγει ότι υπεγράφη ενώπιον πιστοποιούντος υπαλλήλου, ο οποίος της επεξήγησε το περιεχόμενο και βεβαιώθηκε ότι ήταν πράγματι σε θέση να κατανοήσει την υπογραφή της (βλ. Τεκμήριο 5 στην ένσταση).
Αναφέρεται επίσης σε απόκρυψη της συζήτησης που είχαν μέσω γραπτών μηνυμάτων τον Μάιο του 2025 αναφορικά με την πληρωμή των εξόδων της μητέρας τους και τη διαχείριση των χρημάτων της (βλ. Τεκμήριο 6 στην ένσταση).
Επανερχόμενη στο θέμα της μεταβίβασης του ακινήτου, αναφέρει ότι αρχικά δικαιούχος του ακινήτου ήταν η ίδια, εφόσον είναι ακίνητο που της παραχωρήθηκε από τη Μέριμνα και όταν ετοιμάστηκε το σπίτι τους και θα μετακόμιζε στο Τσέρι, η μητέρα τους ζήτησε να μετακομίσει στο ακίνητο. Η ίδια είχε μάλιστα προβεί και σε διάφορες εργασίες που είχαν αυξήσει την αξία του και όταν τη ρώτησε τι θα γινόταν όταν γερνούσε η ίδια και ήθελε να επιστρέψει, την είχε διαβεβαιώσει ότι το ακίνητο θα επιστρέφονταν στην ίδια. Έτσι, με την υπόσχεση της μητέρας της, δεν είχε λόγο να αρνηθεί και κατέστη δικαιούχος η μητέρα της, ενώ αργότερα το σπίτι ενεγράφηκε στο όνομα της με την έκδοση του σχετικού τίτλου ιδιοκτησίας. Ακόμη ένας λόγος όμως για τον οποίο η μητέρα τους ήθελε να της επιστρέψει το ακίνητο, είναι διότι είχε πράγματι βοηθήσει τα άλλα της αδέλφια οικονομικά ενώ την ίδια όχι σε μεγάλο βαθμό και έτσι θεώρησε δίκαιο όπως το ακίνητο, του οποίου ήταν εξαρχής δικαιούχος, να της επιστραφεί, κάτι που ήταν και εν γνώσει των αδελφών της. Επίσης, αναφέρει ότι την ημέρα που πήγε ο πιστοποιών υπάλληλος για την εκτέλεση του γενικού πληρεξουσίου, υπογράφηκε και το πληρεξούσιο που χρησιμοποιήθηκε στο Κτηματολόγιο για τη μεταβίβαση και κατά τον ίδιο τρόπο εξήγησε στην μητέρα της το περιεχόμενο, την ρώτησε αν ξέρει σε ποιον ανήκει το σπίτι και του απάντησε «Σ’ εμένα και τη Μάρω[2]». Το πληρεξούσιο που χρησιμοποιήθηκε για τη μεταβίβαση του ακινήτου βρίσκεται στο φάκελο του Κτηματολογίου αλλά δεν είναι βέβαιη αν της επιστράφηκε σε πρωτότυπη μορφή και επιφυλάσσει το δικαίωμα της να το παρουσιάσει εάν βρει το πρωτότυπο και/ή αντίγραφο. Περαιτέρω, αναφέρει ότι η μητέρα της είναι πράγματι αναλφάβητη και αυτός είναι ο λόγος που ο πιστοποιών υπάλληλος της εξήγησε το περιεχόμενο, το οποίο ήταν σε θέση να κατανοήσει.
Επιπλέον, σύμφωνα με την Καθ’ης η αίτηση, ο Αιτητής είναι οξύθυμος και ετσιθελικός, με αποτέλεσμα όλοι να τον φοβούνται. Στο πλαίσιο αυτό εγκατέστησε κάμερες στο ακίνητο για να ελέγχει ποιος μπαίνει και ποιος βγαίνει, ενώ και η κοπέλα που φροντίζει τη μητέρα τους ζει υπό το καθεστώς απειλής και η μητέρα τους δεν είναι σε θέση να μιλήσει ελεύθερα και να εκφράσει τη γνώμη της. Μοναδικός λόγος που δεν τον ενημέρωσε η μητέρα τους για τη μεταβίβαση και όταν τη ρώτησε δεν του απάντησε, είναι επειδή είναι τρομοκρατημένη και δεν θέλει να τον θυμώσει.
Ως προς τη διάγνωση της γεροντικής άνοιας και αφου επιβεβαιώνει ότι εργάζεται σε Στέγη Ηλικιωμένων για 18 χρόνια, αναφέρει ότι η αναφορά του Δρ Βερεσιέ είναι γενική και υπενθυμίζει ότι η μητέρα τους ουδέποτε ήταν κοινωνική και ήταν πάντα καχύποπτη όσον αφορά άγνωστα πρόσωπα, όπως ήταν ο Δρ Βερεσιέ για εκείνην. Ως αναφέρει, από ενημέρωση που έλαβε από τη μητέρα της, ο Αιτητής της είχε πει εκείνη τη μέρα ότι θα την έπαιρνε για φαγητό και ουδέποτε την ενημέρωσε ότι θα την έπαιρνε σε ένα άγνωστο της γιατρό. Η εμπειρία της, της επιτρέπει να αναφέρει ότι το ψυχομετρικό τεστ MMSE στο οποίο αναφέρεται ο εν λόγω γιατρός, δεν αποτελεί διαγνωστικό εργαλείο για την άνοια αλλά ενδεικτικό κάποιας πιθανής πάθησης που να επηρεάζει τη μνήμη. Τέτοιες παθήσεις είναι πολλές και δεν είναι απαραίτητο να καθιστούν το άτομο ανίκανο. Οι ηλικιωμένοι με τους οποίους εργάστηκε και οι οποίοι είχαν πράγματι διαγνωστεί με άνοια, είχαν υποβληθεί σε συγκεκριμένες εξετάσεις ήτοι CT Scan και MRI.
Περαιτέρω, από το τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Αιτητή, προκύπτει ότι η αναφορά ότι «με κανένα τρόπο δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται τα περιουσιακά της στοιχεία», επιβεβαιώνει ότι η επίσκεψη στο γιατρό ήταν μεθοδευμένη και με μοναδικό σκοπό την παραπλάνηση του Δικαστηρίου και την εξασφάλιση του μονομερούς διατάγματος. Σημειώνει επίσης ότι ουδεμία φαρμακευτική αγωγή έχει δοθεί στη μητέρα της για γεροντική άνοια, το οποίο θα ήταν το πρώτο που θα έπρεπε να γίνει εάν πράγματι έπασχε από αυτή την ασθένεια. Εν πάση περιπτώσει παραπέμπει στο Τεκμήριο 2 της ένστασης της, από το οποίο προκύπτει ότι η προσωπική γιατρός η οποία παρακολουθεί πολύ καιρό τη μητέρα της και την οποία γνωρίζει και στην οποία έχει εμπιστοσύνη, δεν έχει παρατηρήσει οποιαδήποτε τέτοια σημάδια ώστε να την παραπέμψει σε νευρολόγο.
Η Καθ’ης η αίτηση ακόμη, αμφισβητεί ότι ο Αιτητής είναι ικανό πρόσωπο για να είναι ο διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας τους, αφού όπως προκύπτει από το Τεκμήριο 2 είχε αφήσει τη μητέρα τους από τον Ιούνιο του 2025 χωρίς τη φαρμακευτική της αγωγή, θέτοντας σε κίνδυνο τη ζωή της. Και ο λόγος για τον οποίο η μητέρα τους δεν έπραιρνε τα φάρμακα της, είναι γιατί δεν είχε μεριμνήσει να ανανεώσει τη συνταγή της από τον Μάιο του 2025 και δεν υπήρχαν φάρμακα στο σπίτι.
Τέλος, αναφέρει ότι ο Αιτητής αποκρύπτει ότι περί το τέλος του 2024, έχοντας υπόψη του να πάρει ο ίδιος το ακίνητο, είχε προτείνει σε όλα τα αδέλφια συγκεκριμένο ποσό για να μην έχουν ένσταση σε επικείμενη μεταβίβαση του ακινήτου σε εκείνον. Το παρουσίασε σαν αγορά από τους ίδιους αλλά αυτό δεν μπορούσε να ισχύσει, εφόσον το σπίτι ήταν εγγεγραμμένο στη μητέρα τους και είναι από την ίδια που θα έπρεπε να το αγοράσει. Αν βεβαίως η τελευταία αποδεχόταν, θα έπρεπε να της δώσει τουλάχιστον €80.000, όπως ήταν περίπου η τελευταία εκτίμηση που είχε γίνει. Όσον αφορά τώρα τη δική της οικονομική κατάσταση, αυτή ουδεμία σχέση έχει με την παρούσα αίτηση και ο ίδιος δεν είναι σε θέση να γνωρίζει τα πραγματικά της δεδομένα. Σε κάθε περίπτωση αναφέρει ότι η ίδια δεν θα προέβαινε σε πράξεις που θα έβλαπταν τη μητέρα της και ο μοναδικός που δεν ενδιαφέρεται για την ευημερία της είναι ο Αιτητής, ο οποίος επιχειρεί να καταχραστεί την δικαστική διαδικασία προς επίτευξη των αλλότριων του σκοπών.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Αιτητή
Ο Αιτητής με τη συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε, αρνείται τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση και ότι σκοπός του είναι να οικειοποιηθεί την κατοικία της μητέρας τους. Αρνείται επίσης ότι παρέλειψε να δώσει τη φαρμακευτική αγωγή στη μητέρα του, αφού ο ίδιος πρόσφατα την ανέλαβε και είναι η θέση του ότι το Τεκμήριο 1 στην ένσταση δεν περιγράφει τη νοητική κατάσταση της μητέρας τους. Επί τούτου, αναφέρει ότι στο εν λόγω πιστοποιητικό δεν υπάρχει κανένα ιατρικό εύρημα όσον αφορά τη νοητική κατάσταση της μητέρας τους. Καταγράφεται μεν το ιατρικό ιστορικό που αφορά τη φυσική κατάσταση και υγεία της αλλά οι αναφορές ότι η μητέρα τους ήταν συνεργάσιμη, επικοινωνούσε με το περιβάλλον και απαντούσε στις ερωτήσεις, χωρίς να διευκρινίζεται τι ερωτήσεις της υποβλήθηκαν και ποιο θέμα αφορούσαν, δεν αποτελεί ιατρικό εύρημα και ούτε αναφέρεται με σαφήνεια ότι δεν πάσχει από άνοια.
Σε σχέση με τη νοσηλεία της μητέρας του στο νοσοκομείο, μετά το επεισόδιο που ανέφερε στην αρχική του ένορκη δήλωση, ο μάρτυρας κατέθεσε έγγραφα από τον ιατρικό φάκελο της μητέρας του στο νοσοκομείο από τα οποία προκύπτει μεταφορά της με ασθενοφόρο στις 28/9/2023 και εισαγωγή της στις 29/9/2023 (Τεκμήρια 6 και 7). Ως προς το ιστορικό της μητέρας τους, από τα εν λόγω έγγραφα προκύπτει σύμφωνα με τον μάρτυρα αναφορά σε «αρχόμενη άνοια»[3]. Επίσης, ουδεμία αναφορά υπάρχει σε τραύμα στο πόδι.
Περαιτέρω, παρουσιάζει ιατρική έκθεση του ειδικού νευρολόγου Δρ Μ. Πρωτοπαπά, ο οποίος εξέτασε τη μητέρα του στις 13/11/2025 (βλ. Τεκμήριο 8) και ο οποίος καταλήγει σε παρόμοια συμπεράσματα με τον Δρ. Βερεσιέ.
Ως προς τη μετακόμιση του στην επίδικη κατοικία και προς απάντηση στους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση για το λόγο που το έχει κάνει, ο Αιτητής αναφέρεται σε συμφωνία ενοικίασης της ανώγειας κατοικίας της Καθ’ης η αίτηση στην οποία κατέβαλλε ενοίκιο (βλ.Τεκμήρια 9 και 10) και σε εκδίωξη του για να διαμείνει η ίδια, όταν η δεύτερη της κατοικία στο Τσέρι ενεγράφη στην Τράπεζα δυνάμει υποθήκης. Συνεπώς, ισχυρίζεται ότι δεν έχει κανένα πρόβλημα να καταβάλει ενοίκιο για τη διαμονή του και έχει δυνατότητα να ενοικιάσει άλλο ακίνητο. Επίσης, αναφέρει ότι μεριμνά για τα θέματα της μητέρας του, τα ψώνια, την κατοικία και από το Νοέμβριο του 2025 ανέλαβε και την ιατροφαρμακευτική της περίθαλψη, ενώ αρνείται ότι έχει πάρει με την τότε σύντροφο του χρήματα της μητέρας του. Αναφέρεται επίσης στην πληρωμή διαφόρων λογαριασμών και τελών που αφορούν την κατοικία της μητέρας του και το λογαριασμό τηλεφώνου της, από το 2021, αλλά και των κοινωνικών ασφαλίσεων της οικιακής βοηθού (βλ. Τεκμήρια 11-15), χωρίς να αξιώσει οποιοδήποτε ποσό από τη μητέρα του ή τα αδέλφια του, ενώ δίνει και την εξήγηση του ως προς τη χρήση της κάρτας της μητέρας του χωρίς όμως να υπερβαίνει, όπως αναφέρει, οποιοδήποτε ποσό έχει ήδη καταβάλει από το 2021. Είναι η θέση του περαιτέρω ότι το ζήτημα της μη ικανότητας του να είναι διαχειριστής της περιουσίας της μητέρας του που θέσει η Καθ’ ης η αίτηση, θα έπρεπε να τεθεί στην κυρίως αίτηση και δεν αναιρεί το γεγονός ότι η τελευταία εκμεταλλευόμενη την κατάσταση της μητέρας της, ενέγραψε παράνομα το ακίνητο επ’ ονόματι της.
Αναφορικά με το πληρεξούσιο (Τεκμήριο 5) που κατέθεσε η Καθ’ ης η αίτηση, αρνείται τους ισχυρισμούς της και αναφέρει ότι λόγω της άνοιας η μητέρα τους δεν μπορεί να αντιληφθεί το περιεχόμενο και τις νομικές συνέπειες της υπογραφής οποιουδήποτε εγγράφου, ενώ η υπογραφή «Σοο» διαφέρει από την υπογραφή της μητέρας τους στην ταυτότητας της (βλ.Τεκμήριο 1 στην αίτηση). Ο Αιτητής δίνει επίσης εξήγηση σε σχέση με τα μηνύματα που κατατέθηκαν (Τεκμήριο 6 στην ένσταση), αναφέροντας ότι από τα μηνύματα επιβεβαιώνονται τα όσα ισχυρίζεται.
Αποτελεί επίσης θέση του ότι η Καθ’ ης η αίτηση διαστρεβλώνει τα αληθή γεγονότα ως προς την παραχώρηση της κατοικίας, αναφέροντας ότι η μητέρα του ήταν δικαιούχος κατοικίας από τη Μέριμνα, όπως δικαιούχος ήταν και η Καθ’ ης η αίτηση. Στη μητέρα του παραχωρήθηκε από την Κυπριακή Δημοκρατία η ανώγεια κατοικία, πάνω από την υφιστάμενη της κατοικία και στην Καθ’ ης η αίτηση παραχωρήθηκε η ισόγεια κατοικία. Ένεκα του γεγονότος όμως ότι η μητέρα τους ήταν μεγαλύτερη σε ηλικία, έγινε αίτημα προς την αρμόδια αρχή, σε χρόνο που ανάγεται πέραν της εικοσαετίας, και ενεγράφη η ισόγεια κατοικία επ’ονόματι της μητέρας τους και η ανώγειος επ’ ονόματι της Καθ’ ης η αίτηση. Το αίτημα, η παραχώρηση και η επακόλουθη εγγραφή του τίτλου επ' ονόματι της μητέρας τους έγινε αποκλειστικά από την αρμόδια αρχή της Δημοκρατίας και δεν αποτελούσε συμφωνία ή συνεννόηση με την Καθ’ ης η αίτηση. Εξ άλλου, η τελευταία κατέστη δικαιούχος της ανώγειας κατοικίας και δεν μπορεί να καρπούται δύο κατοικιών επειδή κάποτε διέμενε στην ισόγεια κατοικία. Επίσης, αρνείται τον ισχυρισμό περί δήθεν εργασιών που αύξησαν την αξία της κατοικίας, για τις οποίες ουδεμία απόδειξη έχει προσκομιστεί.
Αρνείται επίσης ότι δεν είχε επωφεληθεί η Καθ’ ης η αίτηση από γονικές παροχές από τη μητέρα τους, κάτι που εξάλλου παραδέχεται στη συνομιλία Τεκμήριο 6, ενώ θεωρεί αντιφατικές τις θέσεις της αφου από τη μια ισχυρίζεται ότι η μητέρα τους υποσχέθηκε να της το εγγράψει κατόπιν μεταξύ τους συνεννόησης για ανταλλαγή και από την άλλη ότι ήθελε να να της εγγράψει το ακίνητο επειδή επωφελήθηκαν οικονομικά όλα τα αδέλφια πλην της Καθ’ης η αίτηση.
Ο Αιτητής απορρίπτει τους ισχυρισμούς της Καθ’ ης η αίτηση για το χαρακτήρα του και ως προς τις κάμερες που έχει εγκαταστήσει αναφέρει πως έτσι μπορεί να ελέγχει ότι όλα βαίνουν καλώς εφόσον η μητέρα του είναι κλινήρης.
Όσον αφορά την κατάσταση της μητέρας του εμμένει βεβαίως στη θέση του ότι δεν είναι σε θέση να αντιληφθεί τις συνέπειες των πράξεων της και δεν είναι προσανατολισμένη σε χώρο, χρόνο και πρόσωπα. Αναφέρει επίσης ότι παρά την αναφορά της Καθ’ ης η αίτηση σε ιατρικά τεστ που χρησιμοποιούνται για να διαπιστωθεί η άνοια, η τελευταία δεν προέβη σε τέτοιο τεστ για να καταδείξει ότι η μητέρα τους δεν πάσχει από άνοια, ενώ περαιτέρω σημειώνει ότι οι δύο ιατροί που εξέτασαν την μητέρα τους ανέφεραν ότι υπάρχουν εξειδικευμένα ιατρικά τεστ αλλά ενόψει της φύσης τους ήτοι αξονική ή μαγνητική τομογραφία, θα υπέβαλλαν τη μητέρα τους σε άγχος και αναστάτωση, χωρίς να υπήρχε πράγματι τέτοια αναγκαιότητα αφού από τις ερωτήσεις που έγιναν ήταν αντιληπτό ότι πάσχει από άνοια. Ως εκ τούτου δεν ήθελε να ταλαιπωρήσει τη μητέρα τους. Ως προς την αναφορά στο πιστοποιητικό Βερσεσιέ ότι η μητέρα τους δεν είναι σε θέση να διαχειρίζεται την περιουσία της, επισημαίνει ότι πρόκειται για συνήθη όρο που αναφέρεται σε πιστοποιητικά που αναφέρονται στη πνευματική ή νοητική υγεία ενός ανθρώπου και εξάλλου με την κυρίως αίτηση του αιτείται το διορισμό του ως διαχειριστή και ως εκ τούτου όφειλε να παρουσιάσει το στοιχείο αυτό. Εν πάση περιπτώσει επαναλαμβάνει ότι όλοι γνώριζαν ότι η μητέρα τους πάσχει από άνοια από τριετίας.
Αναφορικά με το ζήτημα της φαρμακευτικής αγωγής, οι ιατροί τον πληροφόρησαν ότι δεν υπάρχει κάποια φαρμακευτική αγωγή που να αποτελεί θεραπεία αλλά υποστηριχτικά ή συμπληρωματικά φάρμακα αναλόγως της περίπτωσης, όμως στην προκειμένη περίπτωση λόγω της ηλικίας της μητέρας του και του επιβαρυμένου ιατρικού ιστορικού της, κρίθηκε ότι δεν απαιτείτο κάποια θεραπεία.
Απορρίπτει επίσης τη θέση ότι η μητέρα τους παρακολουθείται από την προσωπική της ιατρό πολύ καιρό «την οποία γνωρίζει και στην οποία .. έχει εμπιστοσύνη» και παραθέτει στοιχεία από το ηλεκτρονικό σύστημα του ΓΕΣΥ που καταδεικνύουν ότι η μητέρα τους ενεγράφη στη συγκεκριμένη γιατρό στις 16/4/2025 και ότι μέχρι τις 18/12/2025 η εν λόγω ιατρός εξέτασε τη μητέρα του μόνον δύο φορές, η μία εκ των οποίων ήταν πριν τη μεταβίβαση.
Τέλος, επιβεβαιώνει ότι πράγματι είχε συζητήσει με τα αδέλφια του αρχές του 2025 ενδεχόμενη αγορά της κατοικίας αλλά κατόπιν νομικής συμβουλής που έλαβε τον Φεβρουάριο του 2025, ότι ενδεχόμενη μεταβίβαση λόγω της κατάστασης της μητέρας του υπόκειτο σε ακυρότητα, ενημέρωσε τα αδέλφια του και δεν προέβη σε οποιαδήποτε ενέργεια.
Συμπληρωματική ένορκη δήλωση Καθ’ ης η Αίτηση
Η Καθ’ ης η αίτηση αρνείται τις θέσεις του Αιτητή και στην ουσία επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της αρχικής της ένορκης δήλωσης. Περαιτέρω, ως προς την προσωπική ιατρό αναφέρει ότι η τελευταία έχει όλο το ιστορικό και εάν θεωρούσε ότι η μητέρα τους είχε πρόβλημα θα την παρέπεμπε σε νευρολόγο.
Αναφορικά με τη νοσηλεία της μητέρα τους, σημειώνει ότι όταν την παρέλαβε το ασθενοφόρο είχε αναφέρει πράγματι ότι είναι κλινήρης, το οποίο έπρεπε να γνωρίζουν εφόσον η ουρολοίμωξη προκλήθηκε από τον καθετήρα τον οποίο είχε μετά το περιστατικό που είχε αναφέρει στην αρχική της ένορκη δήλωση αλλά ουδέποτε ανέφερε είτε άνοια είτε αρχόμενη άνοια. Σύμφωνα με τη μάρτυρα, στο σημείο του Τεκμηρίου 7 που παραπέμπει ο Αιτητής ήτοι «Δευτερεύουσες Διαγνώσεις», αναφέρεται καθαρά ότι αυτά μπορεί να είναι συμπεράσματα των ιδίων και επίσης ότι οι ιατροί που την είχαν περιθάλψει ήταν παθολόγοι/λοιμοξιολόγοι και δεν έχουν την απαιτούμενη ειδικότητα για να καταλήξουν σε τελικά ευρήματα άνοιας.
Αναφέρεται επίσης σε επίσκεψη σε νευρολόγο (Δρ Παπακώστας) στις 31/12/2025 και επιφυλάσσει το δικαίωμα της να παρουσιάσει σχετική βεβαίωση. Ο συγκεκριμένος ιατρός για να κάνει σωστά τη δουλειά του έβαλε παραπεμπτικό για ultrasound εγκεφάλου αλλά δεν έχει τρόπο να εκτυπώσει το παραπεμπτικό γιατί δεν έχει πρόσβαση στο ΓΕΣΥ της μητέρας τους σε αντίθεση με τον Αιτητή. Σχετικά με τη σύγχυση της μητέρας της που αναφέρει ο Αιτητής, επαναλαμβάνει ότι ήταν πάντα αντικοινωνική και ποτέ δεν εμπιστεύοταν άτομα που δεν γνωρίζει και ουδέποτε έδινε πληροφορίες σε ξένους, ενώ πλέον είναι δύσκολη και στη μετακίνηση της.
Ως προς το ενοικιαστήριο έγγραφο που έχει παρουσιάσει ο Αιτητής, η Καθ’ ης η αίτηση ισχυρίζεται ότι είναι πλαστό έγγραφο, ενώ διαψεύδει ότι δεν ζήτησε ποτέ χρήματα από τη μητέρα τους για τα έξοδα που πληρώνει, αναφέροντας ότι απέκοψε από την ίδια και τον αδελφό της χρηματικά ποσά μετά από την πώληση ακινήτου. Επίσης εμμένει στη θέση της ότι στην κατάσταση λογαριασμού που έχει παρουσιάσει υπάρχουν και χρεώσεις για τυχερά παιχνίδια.
Για την αναφορά της στο μήνυμα που παραπέμπει ο Αιτητής (βλ. Τεκμήριο 6) ότι «τώρα που δεν είναι σε θέση να τα διαχειρίζετε τι κάνουμε;», είναι η θέση της πως το ανέφερε αυτό για τη μητέρα της ένεκα του ότι δεν μπορεί να μετακινηθεί στις διάφορες υπηρεσίες, ενώ παράλληλα δεν έχει γνώση από τη χρήση τεχνολογίας και ουδέποτε αναφέρθηκε σε άνοια.
Σε σχέση με τη μεταβίβαση της κατοικίας, εμμένει στα όσα ανέφερε στην αρχική της ένορκη δήλωση και αναφέρει ότι δεν έγινε νωρίτερα γιατί έχει εμπιστοσύνη στη μητέρα της, όλοι ήταν σύμφωνοι και δεν ήθελε να πιέσει την κατάσταση. Ο λόγος που έγινε στο στάδιο που έγινε είναι διότι μετά τη μετακόμιση του Αιτητή στην οικία της μητέρας τους, ο τελευταίος άρχισε να δημιουργεί προβλήματα και να προκαλεί εντάσεις φοβίζοντας τη μητέρα τους. Σκοπός του ήταν να καταστεί κληρονόμος της οικίας εφόσον δεν έχει πλέον περιουσιακά στοιχεία. Επίσης, ως προς την οικονομική κατάσταση της ίδιας, αναφέρει ότι πλέον δεν οφείλει οποιοδήποτε ποσό αφου με την ανάκτηση της κατοικίας στο Τσέρι κατόπιν δικής της πρότασης προς την Τράπεζα, το χρέος διαγράφηκε.
Τέλος, αφου εμμένει στους ισχυρισμούς της για τον χαρακτήρα του Αιτητή και για την εν γένει συμπεριφορά του, προβάλλει τη θέση ότι δεν ισχύουν όσα αναφέρει ο τελευταίος για το ζήτημα της φαρμακευτικής αγωγής και δεν παρουσιάζει ούτε κάποια ιατρική βεβαίωση. Η φαρμακευτική αγωγή συμβάλλει στην επιβράδυνση της νόσου. Παράλληλα, ένα χαρακτηριστικό των ατόμων που πάσχουν από άνοια είναι η κατάθλιψη και γι’ αυτό οι γιατροί δίνουν αντικαταθλιπτικά για την καλυτέρευση της διαβίωσης τους. Εάν πράγματι η μητέρα τους έπασχε από άνοια, θέλει να πιστεύει ότι όλοι, περιλαμβανομένου του Αιτητή, θα έκαναν ότι μπορούσαν για να έχει καλύτερη διαβίωση.
Η ακρόαση της αίτησης
Η ακρόαση της αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων, χωρίς να ζητηθεί η αντεξέταση των ενόρκως δηλούντων.
Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γαπτές αγορεύσεις
Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο.
Νομική πτυχή
Α. Ο περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανίκανων Προσώπων Νόμος του 1996 (23(I)/1996) - στο εξής ο Νόμος.
Ο Αιτητής είναι υιός της Καθ’ης η αίτησης στην κυρίως αίτηση, η οποία αποτελεί το προτεινόμενο ανίκανο πρόσωπο και συνεπώς πρόκειται αναμφίβολα για ενδιαφερόμενο πρόσωπο εν τη εννοία του Νόμου (βλ. άρθρο 4).
Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του άρθρου 2 του Νόμου, ανίκανο πρόσωπο σημαίνει «άτoμo τo oπoίo, λόγω διαvoητικής διαταραχής, τoξικoμαvίας, αλκooλισμoύ, εγκεφαλικής ή άλλης σωματικής βλάβης, ή άλλης πάθησης ή ασθέvειας, η oπoία καθιστά τo άτoμo αυτό αvήμπoρo vα ασκήσει τηv κρίση και βoύληση τoυ, δεv είvαι σε θέση vα διαχειριστεί τηv περιoυσία τoυ ή vα διευθύvει τις υπoθέσεις τoυ.»
Το Δικαστήριο με βάση το Νόμο έχει εξουσία, σχετικά με την περιουσία και τις υποθέσεις του ανίκανου προσώπου, να λάβει ή να φροντίσει να ληφθούν, μεταξύ άλλων, όλα τα μέτρα που κρίνει αναγκαία ή σκόπιμα για την εν γένει διαχείριση της περιουσίας και των υποθέσεων του καθώς και για τη συντήρηση του (βλ. άρθρο 5).
Όπως επίσης έχει εξoυσία βάσει του άρθρου 6 vα εκδίδει, αvαθεωρεί, τρoπoπoιεί ή ακυρώvει διατάγματα και vα δίδει τέτoιες oδηγίες, τις oπoίες κρίvει αvαγκαίες για τoυς σκoπoύς τoυ άρθρoυ αυτoύ και ειδικότερα για:
« (α) Τov έλεγχo (με ή χωρίς τη μεταβίβαση ή τηv παραχώρηση περιoυσίας ή τηv πληρωμή ή τηv κατάθεση στo δικαστήριo χρημάτωv ή αξιoγράφωv) και τη διαχείριση της περιoυσίας τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ.
(β) τηv πώληση, αvταλλαγή, επιβάρυvση, διάθεση ή δoσoληψία σε σχέση με oπoιαδήπoτε περιoυσία τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ.
(γ) τηv απόκτηση oπoιασδήπoτε περιoυσίας από ή για λoγαριασμό τoυ αvίκαvoυ πρoσώπoυ.
………….. ».
Για την άσκηση των πιο πάνω εξουσιών, το Δικαστήριο προβαίνει στο διορισμό διαχειριστή της περιουσίας του ανικάνου προσώπου. Διαχειριστής πoυ διoρίζεται, δυvάμει τoυ παρόvτoς άρθρoυ, θεωρείται ως πρoσωπικός αvτιπρόσωπoς για σκoπoύς τoυ όρoυ «Επίτρoπoς Εμπιστεύματoς (trustee)» όπως αυτός περιλαμβάvεται στov περί Επιτρόπωv Εμπιστευμάτωv Νόμo (βλ. άρθρο 7).
Περαιτέρω, όπως προνοείται στο άρθρο 8, υπό τον τίτλο «Εξoυσία τoυ αρμόδιoυ δικαστηρίoυ σε περιπτώσεις επείγoυσας αvάγκης»:
«Σε περίπτωση πoυ τo αρμόδιo δικαστήριo ικαvoπoιηθεί, κατόπιv γραπτώv παραστάσεωv, ότι πρόσωπo δυvατό vα είvαι αvίκαvo vα διαχειρίζεται τηv περιoυσία και vα διευθύvει τις υπoθέσεις τoυ και κρίvει αvαγκαία τη λήψη άμεσωv, για τηv περίπτωση, μέτρωv, έχει εξoυσία, μέχρις ότoυ διακριβωθεί αv τo πρόσωπo αυτό είvαι αvίκαvo vα διαχειρίζεται τηv περιoυσία τoυ και vα διευθύvει τις υπoθέσεις τoυ, vα ασκήσει oπoιαδήπoτε από τις εξoυσίες πoυ αvαφέρovται στα άρθρα 5, 6, 7 στηv έκταση πoυ αυτό κρίvεται αvαγκαίo.»
Επισημαίνεται, επίσης, ότι με βάση το άρθρο 15 του Νόμου, υπό τον τίτλο «Ακύρωση δωρεώv και μεταβιβάσεωv»:
«15.-(1) Τo αρμόδιo δικαστήριo έχει εξoυσία vα διατάξει τη διεξαγωγή έρευvας από ερευvητή ή από oπoιoδήπoτε άλλo πρόσωπo, αvαφoρικά με oπoιαδήπoτε δωρεά ή μεταβίβαση περιoυσίας πoυ έγιvε από αvίκαvo πρόσωπo και εφόσov διαπιστωθεί ότι κατά τo χρόvo της δωρεάς ή της μεταβίβασης τo αvίκαvo πρόσωπo δεv ήταv σε θέση vα διαχειριστεί τηv περιoυσία τoυ ή vα διευθύvει τις υπoθέσεις τoυ ή, αv μετά τo διoρισμό διαχειριστή δεv τηρήθηκαv oι διατάξεις τoυ παρόvτoς Νόμoυ, τότε δύvαται vα διατάξει τηv ακύρωση της δωρεάς ή της μεταβίβασης και τηv επιστρoφή της περιoυσίας σ' αυτό.
(2) Τo βάρoς της απόδειξης βαρύvει τo πρόσωπo εκείvo πoυ ισχυρίζεται ότι τo αvίκαvo πρόσωπo δεv ήταv σε θέση vα διαχειριστεί τηv περιoυσία τoυ κατά τo χρόvo της δωρεάς ή της μεταβίβασης. Σε περίπτωση πoυ έχει διoριστεί διαχειριστής τo βάρoς της απόδειξης φέρει τo πρόσωπo πoυ ισχυρίζεται ότι η δωρεά ή η μεταβίβαση δεv έγιvε vόμιμα.»
Β. Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023.
Το Ανώτατο Δικαστήριο δεν έχει μέχρι σήμερα εκδώσει διαδικαστικούς κανονισμούς δυνάμει του άρθρου 18 του Νόμου. Όπως αναφέρθηκε στην ΠΟΠ v. ΑΤΙΝΑ ΕΥΤΥΧΙΟΥ, Πολ. Έφ. Ε205/2014, ημερ.6/10/2020:
« Η προσέγγιση του πρωτόδικου Δικαστηρίου αναφορικά με τα ζητήματα αυτά μας βρίσκει σύμφωνους. Το Ανώτατο Δικαστήριο μέχρι σήμερα δεν έχει εκδώσει διαδικαστικούς κανονισμούς δυνάμει του άρθρου 18 του Νόμου[2] «για την καλύτερη και αποτελεσματικότερη εφαρμογή των διατάξεών του». Επί του προκειμένου, παρατηρήθηκε προσφάτως από το Εφετείο στην υπόθεση Αναφορικά με τον περί Διαχείρισης της Περιουσίας Ανικάνων Προσώπων Νόμο Ν. 23(Ι)/1996 ΚΜ κ.ά και Αναφορικά με την ΑΜΚ, Πολ. Εφ. 436/2012, ημερ. 10.7.2019, ECLI:CY:AD:2019:A297 ότι:
«Εφόσον μέχρι στιγμής δεν έχουν εκδοθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο σχετικοί Διαδικαστικοί Κανονισμοί, εφαρμόζονται με τις αναγκαίες προσαρμογές, οι περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικοί Κανονισμοί. Οι πρόνοιες των περί Διανοητικώς Ασθενών Διαδικαστικών Κανονισμών (Mental Patients Rules, Δ.Ν. Τόμος 330) τέθηκαν εκ ποδών, αφής στιγμής καταργήθηκε ο περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμος και οι περί Διανοητικώς Ασθενών Κανονισμοί, άρθρο 41 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου του 1997, Ν. 77(1)/1997. Σύμφωνα δε με τον Κανονισμό 20 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2009 που εξέδωσε το Ανώτατο Δικαστήριο στις 15.1.2009, κατ΄ εφαρμογήν του άρθρου 40 του περί Ψυχιατρικής Νοσηλείας Νόμου (ανωτέρω), όλοι οι προηγούμενοι Διαδικαστικοί κανονισμοί που εξεδόθηκαν δυνάμει του περί Διανοητικώς Ασθενών Νόμου, Κεφ. 252 καταργήθηκαν, από δε τις 15.1.2009 εφαρμόζονται οι Θεσμοί της Πολιτικής Δικονομίας.» »
Δεν χωρεί λοιπόν αμφιβολία ότι στην προκειμένη περίπτωση τυγχάνουν εφαρμογής οι Κανονισμοί Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Σύμφωνα με το Μέρος 23.2 (3), «Αίτηση εναντίον μη διαδίκου καταχωρίζεται, δυνάμει του παρόντος Μέρους».
Γ. Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60
Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60[4], είναι οι ακόλουθες:
(α) Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,
(β) Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και
(γ) Η δυσκολία ή αδυναμία πλήρους απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα - πιθανότητα ο αιτών διάδικος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.
(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου (2003) 1 ΑΑΔ 741).
Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos ανωτέρω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων. Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd (2005) 1 ΑΑΔ 1235).
Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω).
Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013).
Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά. (1995) 1 AAΔ 248).
Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co. (1997) 1 AΑΔ 1799, Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245). Ως δε επεξηγήθηκε στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/9/2019, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.
Επίσης, στην υπόθεση C. PHASARIAS (AUTOMOTIVE CENTRE) LIMITED v. ΣΚΥΡΟΠΟΙΙΑ "ΛΕΩΝΙΚ" ΛΙΜΙΤΕΔ (2001) 1 ΑΑΔ 785, αναφέρθηκαν τα εξής:
«..Δεν μπορούμε να συμφωνήσουμε πως αναδύεται ως ανάγκη η προσαγωγή μαρτυρίας για πράγματι πρόθεση του εναγομένου για αποξένωση ή επιβάρυνση. Εκείνο που μετρά είναι η πιθανή επίδραση που θα έχει η αποξένωση ή η επιβάρυνση, εφόσον γίνουν, στην ικανοποίηση της δικαστικής απόφασης που ενδεχομένως θα εκδοθεί. Ο κίνδυνος, δηλαδή, να μή ικανοποιηθεί η δικαστική απόφαση αν μεταβιβαστεί ή επιβαρυνθεί η περιουσία. (Βλ. Lakatamitis (ανωτέρω) στη σελ. 525). Έχουμε υπόψη την Κυριάκος Παναγιώτου ν. Σταυρινής Κολλάτου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1306. Εκεί έγινε αναφορά σε πρόθεση αποξένωσης αλλά αυτή ήταν η μαρτυρία που υπήρχε και δεν απασχόλησε τέτοιο θέμα. Όπως δε εξηγήθηκε στην απόφαση του Λοΐζου Π. στην Ζεμενίδης (ανωτέρω) εκδίδεται το διάταγμα "ώστε να αποφευχθεί τέτοια αποξένωση ως αποτέλεσμα της οποίας να μή μπορεί να ικανοποιηθεί ο ενάγων". Τα ίδια και στην Tσιολάκκη και άλλη (ανωτέρω). Όπως αναφέρεται στην απόφαση του Πική Δ., όπως ήταν τότε, στη σελίδα 785, εκείνο που απαιτείται είναι "η πιθανότητα παρεμβολής εμποδίου (hindered) στην ικανοποίηση απόφασης η οποία ήθελε εκδοθεί υπέρ του ενάγοντος".»
Εξέταση της Αίτησης
Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, προχωρώ κατ’ αρχάς στην εξέταση των ζητημάτων που με βάση τη νομολογία εξετάζονται κατά προτεραιότητα.
Α. Το κατεπείγον της έκδοσης του διατάγματος
Στην υπόθεση Αμβροσιάδου v. Coward, Πολ. Έφεση 3/2011 και 4/2011, ημερ. 15/1/2013, αναφέρθηκε ρητώς ότι το ζήτημα του κατεπείγοντος εξετάζεται πρώτο και ανεξάρτητα από την ικανοποίηση των ουσιαστικών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60.
Σύμφωνα με τη νομολογία, για να τίθεται θέμα έκδοσης διατάγματος σε μονομερή βάση, κατ' επίκληση του άρθρου 9 (1) του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, πρέπει να καταδειχθεί, ως θέμα δικαιοδοτικό, ότι το ζήτημα είναι κατεπείγον ή ότι συντρέχουν άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις (In Re Stavros Appartments Ltd κ.α. (1994) 1 ΑΑΔ 836 και Resola (Cyprus) Ltd v. Χρίστου (1998) 1(Β) ΑΑΔ 598). Η δε έλλειψη αυτού του υποβάθρου αποτελεί ανεξάρτητο λόγο ακύρωσης (βλ. το σύγγραμμα «Διατάγματα-Injunctions» των κ.κ. Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη (2016) σελ.19, Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου Πολ. Εφ. 52/10, ημερ. 19/3/2014).
Η Καθ’ ης η αίτηση, όπως προκύπτει από την αγόρευση της συνηγόρου της (παρ.35-36), εισηγείται γενικά ότι το στοιχείο αυτό δεν συντρέχει, καθότι ο Αιτητής, μολονότι γνώριζε την κατάσταση της μητέρας τους ήδη από το 2023, προέβη στην καταχώρηση της αίτησης μόλις το 2025.
Εν προκειμένω, όμως, προκύπτει από τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου ότι ο Αιτητής προέβη στην καταχώρηση της αίτησης μετά την πληροφόρηση που έλαβε μέσω μηνύματος της Καθ’ης η αίτηση ημερ. 26/9/2025, με το οποίο γνωστοποιήθηκε ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε επ’ ονόματι της, και αφού προηγουμένως προέβη στην αναγκαία διερεύνηση προς επιβεβαίωση της αποξένωσης του ακινήτου από τη μητέρα του. Ο χρόνος που απαιτήθηκε για τη διερεύνηση αυτή και την ετοιμασία της αίτησης, κρίνεται εύλογος. Υπενθυμίζεται ότι, στο παρόν στάδιο, το Δικαστήριο δεν προβαίνει σε εις βάθος αξιολόγηση της μαρτυρίας, ούτε καταλήγει σε οριστικά συμπεράσματα ως προς τις αντικρουόμενες εκδοχές των διαδίκων.
Υπό τις περιστάσεις, κρίνεται ότι ο Αιτητής ενήργησε χωρίς καθυστέρηση μετά την κρίσιμη πληροφόρηση και το αποτέλεσμα της διερεύνησης, εκτιμώντας ότι υφίσταται κίνδυνος περαιτέρω αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου. Συνεπώς, ικανοποιούμαι ότι έχει καταδειχθεί το στοιχείο του κατεπείγοντος. Σε κάθε περίπτωση, υπό το φως των ιδιαίτερων περιστάσεων της υπόθεσης, κρίνεται ότι συνέτρεχαν και ειδικές περιστάσεις που δικαιολογούσαν την έκδοση των διαταγμάτων.
Β. Μη αποκάλυψη ουσιωδών γεγονότων (βλ. σελ.3-11 της γραπτής αγόρευσης της συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση)
Έρχομαι στη θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι ο Αιτητής δεν αποκάλυψε ουσιώδη γεγονότα όταν αποτάθηκε στο Δικαστήριο μονομερώς, η οποία χρήζει επίσης εξέτασης κατά προτεραιότητα (βλ. Bloczek Ltd v. Vianova Holdings Ltd (2013) 1 ΑΑΔ 1410), αφού αν διαπιστωθεί ότι κάτι τέτοιο ισχύει, τότε το διάταγμα που έχει εκδοθεί δύναται να ακυρωθεί, χωρίς να χρειάζεται να εξεταστεί οτιδήποτε άλλο. Όπως προκύπτει από την αγόρευση της συνηγόρου της Καθ’ης η αίτηση, έχει δοθεί στο συγκεκριμένο ζήτημα ιδιαίτερη έμφαση και γίνεται παράθεση διαφόρων γεγονότων που η πλευρά της θεωρεί ότι απέκρυψε ο Αιτητής.
O διάδικος που αιτείται το διάταγμα ή διατάγματα έχει υποχρέωση πλήρους και ειλικρινούς αποκάλυψης, οφείλει δηλαδή, να θέσει ενώπιον του Δικαστηρίου όλα εκείνα τα ουσιώδη γεγονότα τα οποία μπορούν να βοηθήσουν το Δικαστήριο να καταλήξει στα ορθά συμπεράσματα, (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. 1 Daventree Resources Ltd κ.α. (2008) 1 Β ΑΑΔ 801). Στην απόφαση αυτή ο Δ. Ηλιάδης, υιοθετώντας το ratio της αγγλικής υπόθεσης Brink’s-Mat Ltd v. Elcombe and Others [1988] 3 All E.R. 188, συνόψισε τις αρχές αποκάλυψης ως ακολούθως (σελ. 808 - 809):
«(1) Ο αιτητής έχει υποχρέωση να προβαίνει σε πλήρη και δίκαιη αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων.
(2) Τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα τα οποία θα πρέπει να γνωρίζει ο Δικαστής όπως αυτά καθορίζονται από το Δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων.
(3) Η υποχρέωση της αποκάλυψης δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με μια εύλογη έρευνα.
(4) Η έκταση της έρευνας που πρέπει να γίνει εξαρτάται από τα περιστατικά της υπόθεσης που περιλαμβάνει τη (i) φύση της υπόθεσης και (ii) το επιζητούμενο διάταγμα και τα επακόλουθα της έκδοσης του για τον εναγόμενο.
(5) Το Δικαστήριο που διαπιστώνει τη μη αποκάλυψη θα πρέπει να αποστερήσει από τον αιτητή οποιοδήποτε πλεονέκτημα που έχει αποκομίσει.
(6) Η μη αποκάλυψη που οφείλεται σε αθώα συμπεριφορά ή σε μη ορθή εκτίμηση της σχετικότητας της είναι μια σημαντική πτυχή, αλλά όχι αποφασιστική στην εξέταση της μη αποκάλυψης και
(7) Κάθε παράλειψη δεν εξυπακούει την άμεση ακύρωση του διατάγματος.
….Η υποχρέωση της πλήρους αποκάλυψης δεν καλύπτει μόνο εκείνα τα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή, αλλά επεκτείνεται και σε εκείνα τα γεγονότα τα οποία ο αιτητής θα μπορούσε να αποκαλύψει με μια εύλογη έρευνα. (Βλ. Χριστοφόρου ν. Γρηγορίου (1995) 1 ΑΑΔ 248). Αν ο αιτητής παραλείψει να συμμορφωθεί με την πιο πάνω υποχρέωση τότε το Δικαστήριο μπορεί να αρνηθεί να προβεί στην έκδοση του διατάγματος, ανεξάρτητα αν η παράλειψη ήταν αθώα ή σκόπιμη. (Βλ. Lloyds Bowmaker Ltd v. Britannia Arrow Holdings plc (Lavens, third party) [1988] 3 All E.R. 178). »
Παραπέμπω επίσης σχετικά στο σύγγραμμα «Διατάγματα», των κ.κ.Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη, σελ. 163-171.
Έχοντας όλα τα πιο πάνω υπόψη και κατόπιν μελέτης των όσων αναφέρονται στην αγόρευση της συνηγόρου, αποτελεί κατ’ αρχάς διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η εισήγηση περί απόκρυψης έχει ως υπόβαθρο, κατά ένα μεγάλο βαθμό, ότι οι θέσεις που προώθησε η Καθ’ ης η αίτηση στη μαρτυρία της είναι οι ορθές. Η Καθ’ ης η αίτηση καταλήγει δηλαδή σε συμπέρασμα απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, με αναφορά στις δικές της θέσεις, τις οποίες θεωρεί ως δεδομένες και αποδεκτές. Με κάθε σεβασμό, όμως, η προσέγγιση αυτή κρίνεται λανθασμένη. Όπως αναφέρθηκε ήδη αλλά αναφέρεται και σε άλλο σημείο κατωτέρω, στο παρόν στάδιο δεν αξιολογείται η μαρτυρία επί της ουσίας της και το Δικαστήριο δεν αποφασίζει επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ούτε προβαίνει σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος. Ο Αιτητής έχει προβάλει τις δικές του θέσεις και το σύνολο της μαρτυρίας θα αξιολογηθεί το κατάλληλο στάδιο.
Εν πάση περιπτώσει, δεν διαπιστώνεται παράλειψη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων εκ μέρους του Αιτητή, ικανή να επηρεάσει την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων ή να δικαιολογήσει την ακύρωσή τους. Σε κάθε περίπτωση τα όσα παραθέτει η συνήγορος δεν σχετίζονται με την ουσία του πράγματος και τη μεταβίβαση του ακινήτου στο όνομα της Καθ’ ης η αίτηση, από πρόσωπο που κατά τον ουσιώδη χρόνο, ως θα διαφανεί, ενδέχεται να μην ήταν σε θέση να διαχειριστεί την περιουσία του και να διευθύνει τις υποθέσεις του, πάσχοντας από άνοια. Το γεγονός δε ότι σε κάποια στιγμή ο Αιτητής εκδήλωσε ενδιαφέρον για απόκτηση της κατοικίας με καταβολή στα αδέλφια του ενός ποσού και η μη αποκάλυψη του αρχικά από τον τελευταίο, δεν συνιστά ουσιώδες γεγονός, υπό την έννοια ότι η γνωστοποίηση του δεν θα επηρέαζε την απόφαση του Δικαστηρίου ως προς την έκδοση των επίδικων διαταγμάτων. Αντίθετα, θα μπορούσε να λεχθεί ότι η σημασία που ενδεχομένως να έχει αυτή η πληροφορία που προήλθε από την Καθ’ ης η αίτηση, είναι ότι μάλλον δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να συνάδει με την εκδοχή της ότι ήταν εν γνώσει του Αιτητή και των αδελφιών της ότι το σπίτι θα μεταβιβαζόταν στην ίδια. Διευκρινίζεται, ωστόσο, ότι το Δικαστήριο δεν αποφαίνεται οριστικά επί του ζητήματος αυτού, ούτε προβαίνει σε αξιολόγηση των αντικρουόμενων εκδοχών, καθότι τούτο εκφεύγει του πλαισίου της παρούσας διαδικασίας. Η πιο πάνω αναφορά γίνεται αποκλειστικά στο πλαίσιο της γενικότερης επισκόπησης των θέσεων των διαδίκων.
Ακολουθεί τώρα η εξέταση των προυποθέσεων του άρθρου 32.
(α) Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση
Από τη μελέτη της κυρίως αίτησης και της επίδικης αίτησης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν τις αιτήσεις του Αιτητή, προκύπτει ότι έγειρεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή και συζητήσιμη υπόθεση. Ο Αιτητής έχει καταθέσει μαρτυρία και εισηγείται ότι η μητέρα του είναι ανίκανο πρόσωπο να διαχειρίζεται την περιουσία της. Με την κυρίως αίτηση του αξιώνει διάταγμα κήρυξης της μητέρας του ως ανίκανο πρόσωπο και διάταγμα διορισμού του ίδιου ως διαχειριστή καθώς και διατάγματα για την ακύρωση της μεταβίβασης του επίδικου ακινήτου προς την αδελφή του και επανεγγραφή επ’ ονόματι της μητέρας του.
Ως προς τη θέση της συνηγόρου της Καθ’ ης η αίτηση στην αγόρευση της για τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης (βλ. παρ.26), επισημαίνω ότι η καταχώρηση της αίτησης το 2025 όταν έγινε αντιληπτή από τον Αιτητή η μεταβίβαση του ακινήτου και όχι προγενέστερα, δεν συνεπάγεται μη ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση.
Συνεπώς, βρίσκω ότι πρώτη προυπόθεση πληρούται.
(β) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει ο Αιτητής, έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.
Επισημαίνω ότι η μεταβίβαση του ακινήτου στις 13/5/2025 από τη μητέρα του Αιτητή προς την αδελφή του, δυνάμει δωρεάς, αποτελεί παραδεκτό γεγονός.
Επίσης, από τη συνδυασμένη ανάγνωση των εγγράφων του Νοσοκομείου (Τεκμήρια 6 και 7) και των ιατρικών πιστοποιητικών Τεκμήρια 4 και 8, σε αυτό το στάδιο, υπάρχει επαρκές υπόβαθρο για να στοιχειοθετηθεί εκ πρώτης όψεως ότι εγείρεται ζήτημα ως προς την ικανότητα της μητέρας του Αιτητή να διαχειρίζεται τα περιουσιακά της στοιχεία. Σημειώνω ότι τα έγγραφα του Νοσοκομείου, όπου γίνεται αναφορά σε αρχόμενη άνοια και άνοια αντίστοιχα, εκδόθηκαν τέλος Σεπτεμβρίου – αρχές Οκτωβρίου 2023. Περαιτέρω, το ιατρικό πιστοποιητικό Τεκμήριο 4, ημερ.7/10/2025, εκδόθηκε από τον Δρ Βερεσιέ, ο οποίος είναι Νευρολόγος-Ψυχίατρος, ενώ η ιατρική έκθεση Τεκμήριο 8, ημερ.14/11/2025, εκδόθηκε από τον Δρ Πρωτοπαπά, Ειδικό Νευρολόγο.
Δεν διέλαθαν την προσοχή μου τα όσα ανέφερε η Καθ’ ης η αίτηση για τα τεστ που έπρεπε να γίνουν για να διαπιστωθεί αν πράγματι η μητέρα τους πάσχει από άνοια, για τη φαρμακευτική αγωγή που θεωρεί πως έπρεπε να λαμβάνει εάν όντως έπασχε από άνοια, αλλά και την απόδοση της σύγχυσης της μητέρας της που προκύπτει από τα εν λόγω πιστοποιητικά στο γεγονός ότι ήταν πάντα αντικοινωνική και δεν εμπιστευόταν άτομα που δεν γνωρίζει. Όπως επίσης δεν διέφυγε της προσοχής μου το περιεχόμενο του πιστοποιητικού της προσωπικής ιατρού της μητέρας τους (Τεκμήριο 1 στην ένσταση).
Επί τούτων, επισημαίνεται κατ’ αρχάς ότι την ίδια στιγμή που η Καθ’ ης η αίτηση ζητά να μην ληφθούν υπόψη όσα αναφέρει ο Αιτητής για την άνοια επειδή δεν έχει παρουσιάσει αποτέλεσμα συγκεκριμένου τεστ και ιατρική βεβαίωση αναφορικά με την μη αναγκαιότητα φαρμακευτικής αγωγής, η ίδια αρκέστηκε στην παρουσίαση μιας γενικής βεβαίωσης της προσωπικής ιατρού, η οποία προφανώς δεν εξέτασε την μητέρα της για να διαπιστωθεί αν πάσχει από άνοια, ενώ με βάση τα λεγόμενα της ίδιας σε σχέση με τους γιατρούς που περιέθαλψαν τη μητέρα της στο νοσοκομείο δεν έχει ούτε η εν λόγω ιατρός την απαιτούμενη ειδικότητα για να γνωματεύσει επί του ζητήματος. Δεν μπορεί δηλαδή η Καθ’ ης η αίτηση, από τη μια, να εφιστά την προσοχή του Δικαστηρίου ότι οι γιατροί που την περιέθαλψαν δεν είναι ειδικοί επειδή είναι παθολόγοι και ή λοιμοξιολόγοι και από την άλλη, να βασίζει την όλη εκδοχή της σε μια γενική βεβαίωση Γενικής Ιατρού και σε κάποιες δικές της γνώσεις.
Επίσης, η αναφορά της Καθ’ ης η αίτηση ότι η προσωπική ιατρός την παρακολουθεί πολύ καιρό και την γνωρίζει η μητέρα της και της έχει εμπιστοσύνη, λαμβανομένου υπόψη του γεγονότος ότι η μητέρα της ενεγράφη κοντά της στις 16/4/2025 (Τεκμήριο 16) και περαιτέρω ότι την έχει εξετάσει μέχρι τις 18/12/2025 μόνον δύο φορές – μια εκ των οποίων πριν την επίδικη μεταβίβαση – (Τεκμήριο 17), τουλάχιστον σε αυτό το στάδιο δεν φαίνεται να υποστηρίζεται επαρκώς.
Εν πάση περιπτώσει αντικρίζοντας σφαιρικά τη μαρτυρία που παρουσίασε ο Αιτητής, θεωρώ πως σε αυτό το στάδιο έχει καταδειχθεί στον απαιτούμενο βαθμό ότι η αναλφάβητη μητέρα των μερών παρουσιάζει άνοια και δεν μπορεί να διαχειριστεί την περιουσία της και να διευθύνει τις υποθέσεις της, και το ίδιο ίσχυε κατά τον χρόνο της επίδικης μεταβίβασης. Επαναλαμβάνεται και εδώ ότι στο πλαίσιο της παρούσας το Δικαστήριο δεν δύναται να προβεί σε αξιολόγηση μαρτυρίας και να αποφανθεί επί αντικρουόμενων ισχυρισμών. Κατ’ επέκταση ούτε να αποφανθεί αν η μητέρα των μερών έχει υποσχεθεί να μεταβιβάσει το ακίνητο στην Καθ’ ης η αίτηση και ότι το γνώριζαν όλα τα αδέλφια, από τη στιγμή που αυτός ο ισχυρισμός τυγχάνει άρνησης από τον Αιτητή, ο οποίος προβάλλει διαφορετική εκδοχή. Επαναλαμβάνω όμως και εδώ ότι, τουλάχιστον εκ πρώτης, η θέση της Καθ’ης η αίτηση ότι ο Αιτητής γνώριζε αυτό το πράγμα δεν συνάδει με τη θέση της ότι ο Αιτητής πρότεινε στα αδέλφια του να το αγοράσει έναντι πληρωμής συγκεκριμένου ποσού σε κάθε ένα εξ αυτών.
Ως προς το πληρεξούσιο που έχει χρησιμοποιηθεί για την πραγματοποίηση της μεταβίβασης, αυτό δεν έχει παρουσιαστεί. Η Καθ’ ης η αίτηση αναφέρει ότι βρίσκεται στο φάκελο του Κτηματολογίου και ότι επιφυλάσσει το δικαίωμα της να το παρουσιάσει εάν βρει το πρωτότυπο ή αντίγραφο αυτού. Η Καθ’ ης η αίτηση δεν έδωσε βεβαίως καμία εξήγηση γιατί δεν αποτάθηκε στο Κτηματολόγιο για να εξασφαλίσει αντίγραφο, εφόσον ισχυρίζεται ότι δεν το κατέχει. Εν πάση περιπτώσει, η μη προσκόμιση του πληρεξουσίου, στο παρόν στάδιο, περιορίζει τη δυνατότητα του Δικαστηρίου να διαμορφώσει εικόνα ως προς το περιεχόμενο του. Από τη στιγμή όμως που η ίδια η Καθ’ ης η αίτηση παραπέμπει στο πληρεξούσιο Τεκμήριο 5 και ισχυρίζεται ότι ο πιστοποιών υπάλληλος εξήγησε στη μητέρα της το περιεχόμενο του κατά τον ίδιο τρόπο, θα αρκεστώ να επισημάνω ότι δεν προκύπτει από πουθενά μελετώντας το εν λόγω έγγραφο ότι ο πιστοποιών υπάλληλος εξήγησε οτιδήποτε στη μητέρα της. Στη σφραγίδα ο πιστοποιών υπάλληλος το μόνο που αναφέρει είναι ότι «Ως Πιστοποιών Υπάλληλος πιστοποιώ μόνο την υπογραφή του συναλλασσόμενου και ουδεμία ευθύνη φέρω για το περιεχόμενο του εγγράφου», ενώ δεν έχει τεθεί μαρτυρία του εν λόγω προσώπου ενώπιον του Δικαστηρίου.
Σε κάθε περίπτωση, εάν πράγματι το πληρεξούσιο υπεγράφη στις 25/4/2025 όπως το Τεκμήριο 5 ανωτέρω, ως ισχυρίζεται δηλαδή η Καθ’ ης η αίτηση, κατί που δεν μπορεί σε αυτό το στάδιο να επιβεβαιωθεί, προκύπτει ότι ήταν λίγες μέρες πριν τη μεταβίβαση και συνεπώς ισχύουν όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω για την αδυναμία της μητέρας των μερών να διαχειριστεί τις υποθέσεις της.
Έχω θέσει ενώπιον μου όλους τους ισχυρισμούς που τέθηκαν εκατέρωθεν. Δεν βρίσκω όμως ότι σε αυτό το στάδιο έχει σημασία, σε βαθμό που θα μπορούσε να επηρεάσει την κατάληξη του Δικαστηρίου ως προς την υπό εξέταση προυπόθεση, είτε ποιος ήταν υπεύθυνος και παρέλειψε να δώσει τη φαρμακευτική αγωγή στη μητέρα του, είτε αν πράγματι ο Αιτητής πήρε χρήματα από το λογαριασμό της μητέρας του και αν χρησιμοποίησε την κάρτα της μητέρας της για προσωπικά έξοδα. Ο ίδιος πάντως αρνείται ότι οικειοποιήθηκε χρήματα της μητέρας του και παρουσιάζει αποδείξεις σε σχέση με διάφορους λογαριασμούς που πλήρωνε. Ούτε όμως σε αυτό το στάδιο θα εξεταστεί ζήτημα πλαστότητας οιουδήποτε εγγράφου ή ο σκοπός που εγκαταστάθηκαν οι κάμερες στην οικία, επί των οποίων προβάλλονται αντικρουόμενες εκδοχές. Επίσης, δεν εξετάζεται στο παρόν στάδιο αν ο Αιτητής είναι ικανό πρόσωπο για να διοριστεί διαχειριστής της μητέρας του ή αν προέβη σε ενέργειες που τον καθιστούν ανίκανο να είναι διαχειριστής, ζήτημα που εμπίπτει στην κύρια αίτηση και θα εξεταστεί στο κατάλληλο στάδιο.
Επαναλαμβάνω ότι, στο παρόν στάδιο, ο Αιτητής είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας. Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική.
Ως εκ των ανωτέρω, βρίσκω ότι πληρούται και η δεύτερη προυπόθεση.
(γ) Ανεπανόρθωτη ζημιά.
Δεν χωρεί αμφιβολία ότι η περίπτωση που απασχολεί εν προκειμένω, συγκεντρώνει τα δικά της ιδιαίτερα χαρακτηριστικά. Δεν έχουμε ενώπιον μας συνήθη υπόθεση χρέους και αίτημα δέσμευσης ακινήτου προκειμένου να διασφαλιστεί ότι τυχόν δικαστική απόφαση υπέρ του Αιτητή θα ικανοποιηθεί. Το ακίνητο που μεταβιβάστηκε αποτελούσε ιδιοκτησία της μητέρας των μερών, η οποία όπως προκύπτει από την ανάλυση που προηγήθηκε, αδυνατεί να διαχειριστεί την περιουσία της και να διευθύνει τις υποθέσεις της. Εάν δικαιωθεί ο Αιτητής με την τελική απόφαση του Δικαστηρίου, τότε το ακίνητο θα πρέπει να επανεγγραφεί στην προηγούμενη ιδιοκτήτρια του και θα είναι μέρος της περιουσίας της, επί της οποίας δικαιώματα έχουν όλοι οι νόμιμοι κληρονόμοι της, δηλαδή ο Αιτητής, η Καθ’ ης η αίτηση και τα άλλα δύο αδέλφια τους. Τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου βεβαίως, σαφώς και θα έχει επίδραση στην ικανοποίηση της απόφασης που τυχόν θα εκδοθεί.
Υπό τις περιστάσεις και έχοντας κατά νουν την ουσία και το αντικείμενο της παρούσας, δεν θεωρώ πως έχει τόση σημασία στην παρούσα η οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση. Εν πάση όμως περιπτώσει, ως προς τη θέση του Αιτητή ότι με την οικονομική κατάσταση της Καθ’ ης η αίτηση θα είναι δύσκολο να αποζημιωθεί σε χρήμα η όποια ζημιά μελλοντικά, επισημαίνω ότι η Καθ’ ης η αίτηση παρέλειψε να παρουσιάσει οποιαδήποτε στοιχεία και δεν έδωσε στο Δικαστήριο εικόνα για τις υποχρεώσεις της. Με την αναφορά της στην παράγραφο 21 της συμπληρωματικής της ένορκης δήλωσης, έχει επιβεβαιώσει βεβαίως την ύπαρξη χρεών που οδήγησαν στην απώλεια της κατοικίας της στο Τσέρι αλλά πέραν τούτου δεν παρουσίασε τίποτε για να αποδείξει ότι όντως με την απόκτηση της κατοικίας από την τράπεζα το χρέος διαγράφηκε, όπως ισχυρίζεται, αλλά ούτε έδωσε οιεσδήποτε άλλες λεπτομέρειες για τα εισοδήματα και τις υποχρεώσεις της. Συνεπώς, το Δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας και συγκεκριμένων στοιχείων δεν μπορεί βεβαίως σε αυτό το στάδιο να καταλήξει ότι η Καθ’ ης η αίτηση είναι φερέγγυα και μάλιστα σε βαθμό που να είναι σε θέση να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της μελλοντικά.
Σε σχέση πάντως με το ενδεχόμενο αποξένωσης ή επιβάρυνσης του ακινήτου, θεωρώ πως θα πρέπει να συνεκτιμηθεί και η προηγούμενη συμπεριφορά της Καθ’ ης η αίτηση, η οποία με τα υπάρχοντα δεδομένα και με βάση όσα εκ πρώτης όψεως προκύπτουν από την ανάλυση που προηγήθηκε, υπάρχει το σοβαρό ενδεχόμενο, εν γνώσει της κατάστασης της μητέρας της, να κινήθηκε εν κρυπτό προκειμένου να μεταβιβάσει επ’ ονόματι της το ακίνητο.
Υπό το φως των ανωτέρω, ικανοποιούμαι ότι ο Αιτητής έχει καταδείξει πραγματικό κίνδυνο ανεπανόρθωτης βλάβης, καθότι τυχόν αποξένωση ή επιβάρυνση του ακινήτου θα επηρέαζε ουσιωδώς τη δυνατότητα αποτελεσματικής ικανοποίησης της τελικής απόφασης. Κατ’ επέκταση, κρίνεται ότι ο Αιτητής πέτυχε να στοιχειοθετήσει και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.
Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εξετάζει ακολούθως κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ το ήδη εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας. Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη. Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία. Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo.
Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας προβληματιστεί, καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ του Αιτητή για λόγους που σχετίζονται περισσότερο με την τρίτη προϋπόθεση ανωτέρω. Εν πάση περιπτώσει θεωρώ πως η διατήρηση των διαταγμάτων που έχουν εκδοθεί, είναι προς το συμφέρον του προτεινόμενου ανίκανου προσώπου και της περιουσίας του.
Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει ήδη απαντηθεί μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε.
Ως προς τους λοιπούς λόγους, δεν διαπιστώνεται, υπό τις περιστάσεις, ότι η αίτηση καταχωρίστηκε κακόπιστα ή ότι συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι το επίδικο ακίνητο μεταβιβάστηκε στην Καθ’ ης η αίτηση από τη μητέρα των μερών, ενώ οι εκ πρώτης όψεως διαπιστώσεις του Δικαστηρίου ως προς την κατάσταση της τελευταίας κατά τον ουσιώδη χρόνο έχουν ήδη εκτεθεί ανωτέρω.
Περαιτέρω, στο παρόν στάδιο δεν προκύπτει ότι η αίτηση εξυπηρετεί αλλότριους, παράνομους ή εκδικητικούς σκοπούς εκ μέρους του Αιτητή.
Τέλος, ενόψει των όσων έχουν κριθεί ανωτέρω, οι θέσεις της Καθ’ ης η αίτηση ότι η συνέχιση των διαταγμάτων θα την περιαγάγει σε δυσμενή θέση ή θα παραβιάσει το δικαίωμά της στην κατοχή και απόλαυση της περιουσίας της δεν ευσταθούν. Εν πάση περιπτώσει τα διατάγματα έχουν προσωρινό χαρακτήρα, αποσκοπούν στη διατήρηση του υφιστάμενου καθεστώτος μέχρι την εκδίκαση της κυρίως αίτησης και δεν συνιστούν τελική αποστέρηση περιουσιακού δικαιώματος.
Συνεπώς, όλοι οι λόγοι ένστασης απορρίπτονται.
Κατάληξη
Υπό το φως των ανωτέρω, τα διατάγματα που εκδόθηκαν μονομερώς καθίστανται απόλυτα.
Τα έξοδα της Αίτησης καθορίζονται στο ποσό των €2.100.- πλέον ΦΠΑ και επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον της Καθ’ ης η αίτηση.
(Υπ.) ………………………………..
Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.
Πιστόν Αντίγραφον
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Θεμιστοκλέους v. Λεωνίδου (2005) 1 ΑΑΔ 417.
[2] Αναφερόμενη στην ίδια.
[3] Βλ. Τεκμήριο 6, Ηλεκτρονικό Έντυπο Επείγουσας Κλήσης – Διεύθυνση Υπηρεσίας Ασθενοφόρων, ήτοι στο δεξιό μέρος του εγγράφου κάτω από τη λέξη «Άλλο», κάτω από το «Ιστορικό/Καταγραφή Δεδομένων» και Τεκμήριο 7, Ενημερωτικό Σημείωμα/Εξιτήριο Ασθενούς Παθολογικής Κλινικής, ημερ.5/10/2023, το οποίο υπογράφει ο Δρ.Ιωάννου, στη σελ.2, σημείο (γ)-Δευτερεύουσες διαγνώσεις.
[4] « 32 (1). Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο