OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. L. S. MOUSSOULOS (TRADING) LTD, Αρ. Αγωγής: 5020/2014, 31/3/2026
print
Τίτλος:
OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD ν. L. S. MOUSSOULOS (TRADING) LTD, Αρ. Αγωγής: 5020/2014, 31/3/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 5020/2014

 

ΜΕΤΑΞΥ:

 

OTIS ELEVATOR (CYPRUS) LTD

Εναγόντων

 

και

 

L. S. MOUSSOULOS (TRADING) LTD

Εναγόμενων

 

Αίτηση ημερομηνίας 3/11/2023

 

Ημερομηνία:  31/3/2026

 

Εμφανίσεις:

Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κ. Α. Ευσταθίου για Α. Αργυρού & Συνεργάτες ΔΕΠΕ.

Για τους Εναγόμενους/Καθ’ ων η αίτηση:  κ. Χ. Τσίγγης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Στις 16/2/2023 εκδόθηκε εκ συμφώνου απόφαση υπέρ των Εναγόντων/ Αιτητών (στο εξής οι Ενάγοντες) και εναντίον των Εναγόμενων/ Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής οι Εναγόμενοι) για ποσό €2.600.- πλέον τόκο 2% ετησίως από 16/2/2023 μέχρι εξοφλήσεως, πλέον δικηγορικά έξοδα. Βάσει της εν λόγω απόφασης, οι Εναγόμενοι διατάσσονταν να καταβάλλουν συγκεκριμένο ποσό μηνιαίως, πλην όπως ουδέν ποσό καταβλήθηκε από μέρους τους.

Η Αίτηση

Με την παρούσα αίτηση τους, οι Ενάγοντες αιτούνται ουσιαστικά όπως οι Εναγόμενοι εξεταστούν για την ικανότητα τους να πληρώσουν το εξ αποφάσεως χρέος τους με μηνιαίες δόσεις και όπως εκδοθεί σχετικό διάταγμα. Όπως προέκυψε από την ακροαματική διαδικασία καθώς και από την τελική αγόρευση του συνηγόρου των Εναγόντων, τα αιτητικά που αφορούν ακύρωση καταδολιευτικών μεταβιβάσεων ή επιβαρύνσεων έχουν εγκαταλειφθεί και ή δεν προωθούνται.

 

Η αίτηση στηρίζεται στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο, Κεφ.6, άρθρα 73-91Ι, στους Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας Νόμου Δ.48 Θ. 1–4, 8 και 9, καθώς  και επί των Γενικών Αρχών του Νόμου, των κανόνων της Επιείκειας, της πρακτικής και της συμφυούς εξουσίας του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, δε, επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Άντρης Παντελή, η οποία είναι δικηγορική υπάλληλος στη δικηγορική εταιρεία που εκπροσωπεί τους Ενάγοντες. Πρόκειται για τυπική ένορκη δήλωση που συνοδεύει αιτήσεις αυτής της φύσης, με απλή αναφορά στην απόφαση που έχει εκδοθεί, στο γεγονός ότι ουδέν ποσό έχει πληρωθεί έναντι του χρέους και σε γενική αναφορά ότι είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα.

 

Η Ένσταση

Οι Εναγόμενοι με την ένσταση που καταχώρισαν, προβάλλουν δύο λόγους ένστασης. Συγκεκριμένα, ότι δεν έχουν έσοδα ούτε κύκλο εργασιών και είναι ουσιαστικά ανενεργή εταιρεία και επίσης ότι έχουν εκδοθεί εναντίον τους δικαστικές αποφάσεις πέραν των €100.000.-.

 

Η ένσταση βασίζεται επί των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας Δ.48, επί του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, άρθρα 86-91, στη νομολογία και στις γενικές εξουσίες του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα, δε, επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Σοφοκλή Μούσουλο, ο οποίος είναι διευθυντής των Εναγόμενων. Με αυτήν παραδέχεται μεν την έκδοση της δικαστικής απόφαση και την μη καταβολή οιουδήποτε ποσού έναντι του χρέους, όμως αρνείται ότι θα πρέπει να εκδοθεί οιονδήποτε διάταγμα εναντίον των Εναγόμενων, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τους δύο λόγους ένστασης ανωτέρω. 

 

Ακρόαση της Αίτησης – Αξιολόγηση μαρτυρίας

Κατά την ακρόαση της Αίτησης, κατέθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου ο  Σοφοκλής Μούσουλος (στο εξής ο Σ.Μ.), ήτοι ο διευθυντής των Εναγόμενων, καθώς και η Δήμητρα Ιωάννου (στο εξής η Δ.Ι.), τους οποίους το Δικαστήριο είχε βεβαίως την ευκαιρία να παρακολουθήσει με προσοχή. Η μαρτυρία τους είναι καταγεγραμμένη στα πρακτικά και δεν θα την επαναλάβω σε έκταση.

 

O σκοπός και ο στόχος της αξιολόγησης της μαρτυρίας είναι για να διακριβωθεί εάν υπάρχει δυνατότητα από πλευράς του χρεώστη να πληρώσει το χρέος του με δόσεις. Το Δικαστήριο αξιολογεί τη μαρτυρία και καταλήγει σε συμπεράσματα σύμφωνα με τα γεγονότα που κρίνει ότι έχουν αποδειχθεί. 

 

Η Δ.Ι., η οποία εργαζόταν ως λογίστρια μερικής απασχόλησης στους Εναγόμενους μέχρι το 2005, αναφέρθηκε στη δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο 11). Ως ανέφερε, σε προηγούμενη δήλωση που ετοίμασε (Τεκμήριο 6) εντοπίστηκε ένα λάθος, το οποίο διόρθωσε. Εν πάση περιπτώσει, σύμφωνα με την εν λόγω δήλωση της, οι Εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν σαν κύρια ασχολία την εισαγωγή και διανομή ειδών ηλεκτρικών εγκαταστάσεων, δεν υφίστανται πλέον. Από το 2001 άρχισαν να εμφανίζουν σημεία αδυναμία και εισήλθαν σε μια κατάσταση οικονομικής αβεβαιότητας. Αυτό κατά την άποψή της οφειλόταν στο ότι αναπτύχθηκαν στο κέντρο της Λευκωσίας μεγάλες εταιρείες, τις οποίες κατονομάζει και οι Εναγομένοι που δεν βρίσκονταν στο κέντρο της Λευκωσίας, σαν μικρή εταιρεία δεν μπορούσαν να ανταγωνιστούν τις προαναφερθείσες εταιρείες. Ως αναφέρει περαιτέρω, από τους εγκεκριμένους λογαριασμούς της εταιρείας φαίνεται ξεκάθαρα ότι η καθαρή ζημιά της εταιρείας αυξανόταν χρόνο με το χρόνο (Λ.Κ.34.932 το 2002, Λ.Κ.41.811 το 2003, Λ.Κ.5.872 το 2004 και Λ.Κ.60.105 το 2005) και σαν αποτέλεσμα, η εταιρεία ανέστειλε τις δραστηριότητες της το τέλος του 2005.    

 

Η μάρτυρας βεβαίως δεν ήταν σε θέση να διαφωτίσει το Δικαστήριο ως προς συγκεκριμένα ποσά που αναφέρονται στις οικονομικές καταστάσεις της εταιρείας, ένεκα του χρόνου που παρήλθε. Ανέφερε όμως, ότι οι λογαριασμοί έγιναν από εγκεκριμένο λογιστή και τα ποσά που καταγράφονται ήταν τεκμηριωμένα. 

 

Επίσης, δεν ήταν σε θέση να πει με θετικό τρόπο πότε υποβλήθηκαν τελευταία φορά οικονομικές καταστάσεις από την εταιρεία και ανέφερε ότι για το συγκεκριμένο ζήτημα μπορεί να γίνει έρευνα στον Έφορο (Εταιρειών).

 

Ως προς το κατά πόσο οφείλονταν χρήματα τους Εναγόμενους δεν ήταν σε θέση να θυμηθεί, ενώ ανέφερε πως δεν μπορεί να τοποθετηθεί στην αναφορά του Σ.Μ. σε ηλεκτρονικό του μήνυμα το 2013 (βλ. Τεκμήριο 9) ότι οφείλονται μεγάλα ποσά στην εταιρεία. 

 

Η συγκεκριμένη μάρτυρας προσήλθε στο Δικαστήριο και κατέθεσε όσα γνώριζε και όσα ήταν βεβαίως σε θέση να θυμηθεί μετά την πάροδο πάρα πολλών χρόνων. Γι’ αυτό ακριβώς το λόγο θεωρώ απόλυτα δικαιολογημένη την αδυναμία της να θυμηθεί συγκεκριμένα ζητήματα για τα οποία ρωτήθηκε.

 

Στο σημείο αυτό θα πρέπει βεβαίως να επισημανθεί ότι η αναφορά στη δήλωση της ότι οι Εναγόμενοι δεν υφίστανται πλέον, κρίνεται αβάσιμη. Εξ όσων έγινε αντιληπτό από σφαιρική αντίκριση της μαρτυρίας της, αυτό που στην πραγματικότητα η ίδια γνώριζε και επιθυμούσε να προωθήσει με την πιο πάνω δήλωση της, είναι ότι η εταιρεία σταμάτησε τις δραστηριότητες της. Ούτως ή άλλως η έρευνα του Εφόρου Εταιρειών (Τεκμήριο 2), καταδεικνύει ότι στις 20/10/2025 η Εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη.

 

 

Ερχόμενος στον Σ.Μ., τον οποίο παρακολούθησα με μεγάλη προσοχή, επισημαίνω ότι κατά την κρίση μου ήταν μάρτυρας ο οποίος δεν ήταν ειλικρινής και προσπάθησε να συσκοτίσει τα πράγματα και ειδικότερα την πραγματική εικόνα αναφορικά με τους Εναγόμενους.

 

Επισημαίνεται ότι οι εξηγήσεις που έδωσε σε σχέση με διάφορα ζητήματα, όχι μόνον δεν έχουν πείσει το Δικαστήριο αλλά αντίθετα κατέδειξαν με ξεκάθαρο τρόπο την αναφερόμενη προσπάθεια του.

 

Στο πλαίσιο αυτό βεβαίως, σημειώνεται και το γεγονός ότι δεν παρουσιάσε επαρκή στοιχεία προς απόδειξη των ισχυρισμών του. Επί τούτου, αναφέρω ότι ο μάρτυρας είχε την ευκαιρία μέσω της ένορκης του δήλωσης να παρουσιάσει υποστηρικτικά των θέσεων του έγγραφα και δεν το έπραξε. Εν συνεχεία, το Δικαστήριο του έδωσε την ευκαιρία σε δύο διαφορετικές περιπτώσεις, αναβάλλοντας την ακρόαση της αίτησης και παρέχοντας του εύλογο χρόνο για να παρουσιάσει σχετικά με τις θέσεις του έγγραφα, αλλά πάλιν επέλεξε να παρουσιάσει μέρος αυτών. Σε κάθε επόμενη δικάσιμο δε, προσπαθούσε να πείσει ότι παρουσίασε ουσιαστικά αυτά που του ζητήθηκαν ή ότι έκανε ενέργειες προς την κατεύθυνση αυτή, χωρίς στην πραγματικότητα να το κάνει.

 

Ακόμη, εντοπίζονται αντιφάσεις στη μαρτυρία του εν σχέσει με άλλη μαρτυρία που παρουσιάστηκε.

 

Ειδικότερα, αναφέρω τα εξής.

 

(α) Στην ένορκη του δήλωση ανέφερε ότι έχουν εκδοθεί δικαστικές αποφάσεις εναντίον των Εναγόμενων για συνολικό ποσό πέραν των €100.000.-. Καμία απόφαση δεν παρουσιάστηκε, ούτε όμως δόθηκε οποιαδήποτε επαρκής εξήγηση ως προς τη συγκεκριμένη αναφορά του και τη μη παρουσίαση συγκεκριμένων στοιχείων.

 

(β) Κατά τη μαρτυρία του υποστήριξε ότι η εταιρεία δεν ήταν γραμμένη στο ΦΠΑ επειδή δεν είχε κύκλο πέραν των €30.000, ενώ στη συνέχεια ανέφερε πως δεν είναι σίγουρος και θα πρέπει να το ελέγξει. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει σε επόμενη δικάσιμο βεβαίωση διαγραφής από το ΦΠΑ, εφόσον ήταν εγγεγραμμένη η εταιρεία, αλλά παρέλειψε να το πράξει. Ας σημειωθεί ότι μέσα από τη μαρτυρία της Δ.Ι., η οποία ανέφερε ότι υπέβαλλε τις δηλώσεις του ΦΠΑ, επιβεβαιώνεται ότι πράγματι η εταιρεία ήταν εγγεγραμμένη στο ΦΠΑ.

 

(γ)  Ανέφερε ότι η εταιρεία κινείτο με τρεχούμενους λογαριασμούς, οι οποίοι έκλεισαν και ότι η τράπεζα με την οποία συνεργαζόταν ήταν η Τράπεζα Κύπρου. Του ζητήθηκε να παρουσιάσει βεβαιώσεις από τις τράπεζες με τις οποίες συνεργαζόταν και κυρίως με την τελευταία τράπεζα για το κλείσιμο και για το υπόλοιπο των λογαριασμών καθώς και καταστάσεις. Ο μάρτυρας παρουσίασε μια επιστολή/βεβαίωση της Τράπεζας Κύπρου (Τεκμήριο 7) ότι δεν διατηρεί οποιοδήποτε λογαριασμό και ενέμεινε στη θέση, λανθασμένα βέβαια, ότι δεν του ζητήθηκε οτιδήποτε άλλο. 

 

(δ) Ήταν η θέση του αρχικά ότι η εταιρεία δεν είχε ακίνητη περιουσία, ενώ σε επόμενη δικάσιμο ισχυρίστηκε ότι το κτίριο που στεγαζόταν η εταιρεία ανήκε στην εταιρεία, η οποία το μεταβίβασε στον ίδιο και μετά είχαν σοβαρό πρόβλημα «και τώρα ανήκει στην ΚΕΔΙΠΕΣ». Ζητήθηκε από το μάρτυρα να παρουσιάσει πιστοποιητικό του Κτηματολογίου αναφορικά με την ακίνητη περιουσία της εταιρείας από το 2010. Σε επόμενη δικάσιμο παρουσίασε την αίτηση του για έκδοση πιστοποιητικού ημερ.24/10/2025 (Τεκμήριο 8) και όπως διαπιστώθηκε το αίτημα του αφορούσε το κατά πόσο η εταιρεία έχει ή δεν έχει ακίνητο στη Λευκωσία. Ζητήθηκε η διαφοροποίηση του αιτήματος του, προκειμένου να εκτείνεται σε παγκύπρια βάση και να ανατρέχει στο 2014 οπότε καταχωρίστηκε η αγωγή και του δόθηκε χρόνος για τις σχετικές ενέργειες του. Για δικούς του λόγους αρκέστηκε στην παρουσίαση πιστοποιητικού με βάση το αρχικό του αίτημα (Τεκμήριο 10).

 

Την ίδια στιγμή επισημαίνεται ότι καμία απολύτως εξήγηση δεν δόθηκε αναφορικά με την ακίνητη περιουσία που αναφέρεται στις οικονομικές καταστάσεις του 2005, καθαρής αξίας πέραν των €400.000.- (βλ. σελ.5 Τεκμηρίου 5, υπό τον τίτλο ενεργητικό και σημείωση 6 στη σελ.10), ούτε αν πρόκειται για το κτίριο που αναφέρθηκε ανωτέρω ή και για άλλα ακίνητα. Με αυτά υπόψη, το ερώτημα που προκύπτει υπό τις περιστάσεις είναι κατά πόσο σκοπίμως δεν παρουσίασε τα στοιχεία που του ζητήθηκαν για ύπαρξη ακινήτης περιουσίας γενικά στην Κύπρο.  

 

(ε) Ισχυρίστηκε επίσης ότι ο υπολογιστής που χρησιμοποιείτο από την εταιρεία ήταν παλιάς τεχνολογίας και «πετάχτηκε», ενώ η εταιρεία δεν είχε εξοπλισμό. Ως ανέφερε, οι καρέκλες και τα γραφεία που υπήρχαν στο γραφείο ανήκαν στον ίδιο. Βεβαίως διέφυγε στον μάρτυρα ότι με βάση τις καταστάσεις που ο ίδιος παρουσίασε, η εταιρεία διέθετε κατά το τέλος του 2005 ηλεκτρονικούς υπολογιστές, έπιπλα και σκέυη, καθώς και αυτοκίνητα, όλα συνολικής αξίας €44.461.- (βλ. σημείωση 5, σελ.10 του Τεκμηρίου 5). Ουδεμία εξήγηση δόθηκε ως προς τον συγκεκριμένο εξοπλισμό και τι απέγινε ή αν υφίσταται σήμερα ολόκληρος ή μέρος αυτού.

 

Δεν διέλαθε βεβαίως την προσοχή του Δικαστηρίου η εικόνα που προκύπτει από τις τελευταίες οικονομικές καταστάσεις που παρουσιάστηκαν ήτοι του 2005 και η προκύψασα ζημιά ύψους Λ.Κ.60.105. Παρενθετικά, αναφέρεται πως δεν έχει ξεκαθαριστεί ούτε από τον Σ.Μ., ούτε από την Δ.Ι., αν έχουν ετοιμαστεί μεταγενέστερες οικονομικές καταστάσεις. Από το Τεκμήριο 2, όμως, προκύπτει ότι η ημερομηνία τελευταίας καταχώρησης του εντύπου ΗΕ32 (Ετήσιας Έκθεσης), ήταν στις 30/11/2006. Εκ του Τεκμηρίου 1, επίσης, αλλά και από αναφορές που εντοπίζονται στο εν λόγω Τεκμήριο 2, προκύπτει η πρόθεση του Εφόρου Εταιρειών να διαγράψει την εταιρεία, αν και τούτο δεν φαίνεται να έχει γίνει μέχρι σήμερα ενόψει ενστάσεων που προβάλλονται. Επί τούτου, ο μάρτυρας ανέφερε ότι φέρει ένσταση η Τράπεζα Κύπρου «για σκοπούς ελέγχου δικού της».

 

Από την άλλη, επισημαίνεται ότι ο Σ.Μ. μέσω ηλεκτρονικής αλληλογραφίας κατά το 2013 διαπραγματεύτηκε συμφωνία διευθέτησης της οφειλής των Εναγόμενων με τους Ενάγοντες (Τεκμήριο 9), καθώς και ότι στο ηλεκτρονικό του μήνυμα ημερ.13/5/2013 αναφέρει ότι «έχουμε κι εμείς σαν εταιρεία  μεγάλα ποσά τα οποία αναμένουμε να εισπράξουμε για να μπορέσουμε να ανταποκριθούμε στις δικές μας υποχρεώσεις» (βλ. την τρίτη παράγραφο του πρώτου εγγράφου στο Τεκμήριο 9). Ο Σ.Μ. επί του συγκεκριμένου σημείου τήρησε σιγή ιχθύος και δεν έδωσε καμία απολύτως εξήγηση, αφήνοντας βεβαίως ανοικτό το ζήτημα της ύπαρξης οφειλών προς την εταιρεία καθώς και είσπραξης ποσών για λογαριασμό της εταιρείας στη συνέχεια.  

 

Ως προς τους ισχυρισμούς του ότι δεν ανέφερε στους Ενάγοντες στην ηλεκτρονική αλληλογραφία του 2013 ότι οι Εναγόμενοι σταμάτησαν τις δραστηριότητες τους και δεν μπορούν να πληρώνουν, γιατί δεν ήθελε να τους δώσει εξηγήσεις, καθώς και ότι δεν έπρεπε να αποδεχθεί την έκδοση απόφασης στο πλαίσιο της παρούσας το 2023, θεωρώ πως καταδεικνύουν την προσφυγή του σε ισχυρισμούς που βολεύουν και την εκ των υστέρων προσπάθεια του να δικαιολογήσει την αδυναμία της εταιρείας να πληρώσει. 

 

Με βάση όσα αναφέρθηκαν πιο πάνω, θεωρώ ότι οι Εναγόμενοι, οι οποίοι είχαν το βάρος να δείξουν ότι δεν έχουν την οικονομική δυνατότητα να πληρώσουν το  χρέος τους (βλ. άρθρο 84(2) του Κεφ.6 και την Βασιλειάδης v. Τσουρή (2007) 1 ΑΑΔ 43), επέλεξαν μέσω του αξιωματούχου τους να μην ξεκαθαρίσουν τα πράγματα. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, το Δικαστήριο διαπιστώνει ότι οι Εναγόμενοι δεν παρουσίασαν με ειλικρίνεια την οικονομική τους κατάσταση και απέφυγαν να παρουσιάσουν ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία τα οποία ευλόγως θα αναμένονταν να βρίσκονται στην κατοχή τους ή και τα οποία θα μπορούσαν να εξασφαλιστούν αποκλειστικά από τους ίδιους.

 

Με αυτά υπόψη, παρατηρώ ότι ναι μεν προκύπτει εκ πρώτης ότι οι Εναγόμενοι δεν έχουν δραστηριότητες σήμερα, όμως από την άλλη δεν τέθηκε μαρτυρία ενώπιον του Δικαστηρίου από μέρους τους περί αδυναμίας πληρωμής. Θα πρόσθετα εδώ μάλιστα ότι η εικόνα που οι ίδιοι επέλεξαν να παρουσιάσουν δεν καταδεικνύει ότι υπήρξε διαφοροποίηση είτε από το 2013, οπότε δηλαδή διαπραγματεύτηκαν τη συμφωνία που επισυνάπτεται στο Τεκμήριο 9 και για την οποία ο Σ.Μ. ευχαριστεί τους Ενάγοντες με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ.12/7/2013, ζητώντας απλά μια τροποποίηση και ακολούθως να τον ειδοποιήσουν για να παραδώσει και τις επιταγές, είτε από το 2023, οπόταν αποδέχτηκαν την έκδοση απόφασης εκ συμφώνου στο πλαίσιο της παρούσας, συμφωνώντας να πληρώνουν €200 μηνιαίως έναντι της οφειλής τους και €50 μηνιαίως έναντι των δικηγορικών εξόδων, με αύξηση στη συνέχεια της συνολικής μηνιαίας δόσης σε €350.   

 

Υπό τις περιστάσεις και λαμβάνοντας υπόψη (α) την αποτυχία των Εναγομένων να αποκαλύψουν πλήρως την οικονομική τους κατάσταση, (β) την παντελή έλλειψη πειστικής μαρτυρίας περί αδυναμίας πληρωμής, καθώς και (γ) την προηγούμενη συμπεριφορά τους, τόσο κατά το 2013 όσο και κατά το 2023, όπου αποδέχθηκαν ρητώς την αποπληρωμή της οφειλής με μηνιαίες δόσεις ύψους €200, το Δικαστήριο κρίνει ότι υφίσταται επαρκές υπόβαθρο για να συναχθεί ότι οι Εναγόμενοι διαθέτουν, σε κάποιο βαθμό, δυνατότητα αποπληρωμής του χρέους τους σε αντίστοιχο ύψος.

 

Συναφώς, το Δικαστήριο θεωρεί ότι το ποσό των €200 μηνιαίως, το οποίο άλλωστε οι ίδιοι αποδέχθηκαν στο πρόσφατο παρελθόν, συνιστά εύλογο και δικαιολογημένο μέτρο αποπληρωμής υπό τις περιστάσεις.

 

Κατάληξη

Εκδίδεται διάταγμα με το οποίο διατάσσονται οι Εναγόμενοι / Καθ’ ων η αίτηση να καταβάλλουν προς τους Ενάγοντες / Αιτητές το ποσό των €200.- μηνιαίως από 7/4/2026 και ακολούθως την 7ην ημέρα κάθε επόμενου μήνα μέχρι εξόφλησης. Σε κάθε δόση θα υπάρχει περίοδος χάριτος πέντε (5) ημερών.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων / Αιτητών και εναντίον των Εναγόμενων / Καθ’ ων η αίτηση, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

 

 

(Υπ.)  ……..………….……………..

Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν αντίγραφον

 

 

Πρωτοκολλητής


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο