RAVENHILL ESTABLISHMENT ν. HAVERING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 477/2024, 15/4/2026
print
Τίτλος:
RAVENHILL ESTABLISHMENT ν. HAVERING LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 477/2024, 15/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 477/2024

Μεταξύ:

 

RAVENHILL ESTABLISHMENT, FL-0002.226.498.0, από Λιχτενστάιν

Ενάγουσα

και

 

1. HAVERING LIMITED, από Κύπρο

2. EOSRA PARTNERSHIP, από Κύπρο

3. ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΜΕΣΣΙΟΣ, από Κύπρο

Εναγόμενοι

 

15 Απριλίου, 2026.

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Ζωμενής για Μιχάλης Κυριακίδης Δ.Ε.Π.Ε.

Για Εναγόμενο 3/Αιτητή: κ. Πολυδώρου με κα Αντωνίου για Άντης Πολυδώρου Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην Αίτηση του Εναγόμενου 3/Αιτητή ημερομηνίας 5.8.2024
για παραμερισμό της αγωγής

 

 

Με την παρούσα Αίτηση ο Εναγόμενος 3/Αιτητής (στο εξής «ΚΜ») ζητά τον παραμερισμό ή διαγραφή της αγωγής εναντίον του υποστηρίζοντας ότι η Έκθεση Απαίτησης δεν αποκαλύπτει αγώγιμο δικαίωμα και ότι η αγωγή είναι παράτυπη, σκανδαλώδης, επιπόλαιη και κακόπιστη. Η Ενάγουσα (στο εξής «Ravenhill») έχει εγείρει ένσταση.

 

Παρενθετικά σημειώνω ότι εκκρεμούσης της παρούσας Αίτησης, η Ravenhill επιχείρησε να τροποποιήσει την Έκθεση Απαίτησης όμως η σχετική αίτηση (στο εξής η «Αίτηση Τροποποίησης») απορρίφθηκε με την ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 26.5.2025 του παρόντος Δικαστηρίου. Το υπόβαθρο των γεγονότων, οι δικογραφημένες θέσεις και οι αξιώσεις της Ravenhill καταγράφονται με λεπτομέρεια σε εκείνη την ενδιάμεση απόφαση. Δεν θα τα επαναλάβω. Θα περιοριστώ σε αναφορές που κρίνω αναγκαίες προς παρακολούθηση αυτής της απόφασης.

 

Επανέρχομαι στην παρούσα Αίτηση που καταχωρήθηκε από τον ΚΜ στις 5.8.2024. Με αυτήν ο ΚΜ, όπως ανέφερα, επιδιώκει τον παραμερισμό της αγωγής εναντίον του. Στην ένορκη του δήλωση, που συνοδεύει την Αίτηση, περιγράφει τον ρόλο και εμπλοκή του στα γεγονότα. Υποστηρίζει ότι ενήργησε στα πλαίσια των καθηκόντων του ως εμπιστευματοδόχος σε σχέση με τις μετοχές στην Εναγόμενη 1 (στο εξής η «Havering»), υποστήριξε ότι η Ravenhill ενημερώθηκε με τον ενδεδειγμένο τρόπο για τις δύο επίδικες γενικές συνελεύσεις της Havering, αναφέρθηκε στις προσπάθειες της Ravenhill να συμμετάσχει στις γενικές συνελεύσεις με αντικανονικό τρόπο, τα νομικά προβλήματα που είχαν προκύψει για τη Ravenhill ένεκα της διαγραφής της από το μητρώο εταιρειών του Λιχτενστάιν, υποστήριξε ότι οι επίδικες μεταβιβάσεις και παραχωρήσεις μετοχών στην Havering έγιναν νομότυπα και επισημαίνει παρατυπίες κατά την έγερση αυτής της αγωγής από την Ravenhill. Εκφράζει την πεποίθηση ότι «η προσθήκη μου ως Εναγόμενου γίνεται εκβιαστικά και κακόπιστα ούτως ώστε να ασκήσω πίεση στην Εναγόμενη 2 [στο εξής «EOSRA»] με πρόθεση να αποκατασταθεί η ίση συμμετοχή της Ενάγουσας στην Εναγόμενη 1 χωρίς αυτή να έχει συνεισφέρει κεφάλαιο ως η Εναγόμενη 2» (παράγραφος 42 της ένορκης δήλωσης).

 

Η Ravenhill έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση υποστηρίζοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για παραμερισμό της αγωγής. Αρνείται επίσης τους ισχυρισμούς ότι ενεργεί κακόπιστα και καταχρηστικά.

 

Θα ξεκινήσω από το ζήτημα της κακοπιστίας που εγείρεται. Έχω εξετάσει όσα σχετικά αναφέρει ο ΚΜ, τα οποία η Ravenhill αρνείται. Κρίνω ότι δεν μπορώ να αποφασίσω αυτό το ζήτημα στο παρόν στάδιο. Για να είμαι σε θέση να το εξετάσω θα πρέπει να καταλήξω επί αμφισβητούμενων γεγονότων που αφορούν τις προθέσεις και επιδιώξεις των εμπλεκόμενων, κάτι που δεν μπορεί να γίνει στα πλαίσια αυτής της Αίτησης.

 

Προχωρώ σε ένα ζήτημα που εγέρθηκε για πρώτη φορά μέσω της αγόρευσης των συνηγόρων του ΚΜ κατά την ακρόαση. Σύμφωνα με τη νομική βάση της Αίτησης, αυτή εδράζεται στο Μέρος 3.3 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας 2023 (στο εξής «ΚΠΔ»). Στην αγόρευση τους, οι συνήγοροι του ΚΜ εισηγήθηκαν ότι ο αιτούμενος παραμερισμός και/ή διαγραφή της έκθεσης απαίτησης μπορεί να εξεταστεί και να διαταχθεί και στη βάση του Μέρους 24 των ΚΠΔ, ειδικότερα στην εξουσία του Δικαστηρίου για συνοπτική απόρριψη της απαίτησης γιατί, όπως εισηγούνται, «η ομοιότητα των δύο διαδικασιών είναι τέτοια που το Δικαστήριο μπορεί να μεταχειριστεί μια αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 3.3 ως Αίτηση που γίνεται στη βάση του Μέρους 24» (σελίδα 20 της αγόρευσης).

 

Να σημειώσω, πριν προχωρήσω ότι το λεκτικό του Μέρους 3.3 ΚΠΔ και του Μέρους 24 ΚΠΔ είναι πανομοιότυπο με το λεκτικό των αντίστοιχων Αγγλικών Θεσμών Part 3.4 CPR και Part 24.2 CPR.

 

Δεν διαφωνώ ότι υπάρχει ένας βαθμός αλληλοκάλυψης μεταξύ της προσέγγισης των προνοιών των δύο διατάξεων των ΚΠΔ («overlap of approach», ως το πιο κάτω απόσπασμα) και ότι το Δικαστήριο μπορεί υπό τις κατάλληλες συνθήκες να μεταχειριστεί μια αίτηση για παραμερισμό στη βάση του Μέρους 3.3 ΚΠΔ ως αίτηση για συνοπτική απόρριψη στη βάση του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Κυπριακή νομολογία επί του ζητήματος δεν εντοπίζεται. Όμως, η δυνατότητα αυτή αναγνωρίζεται από τις Αγγλικές αποφάσεις. Μεταξύ άλλων, στην απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Moroney v Anglo-European College of Chiropractice [2009] EWCA Civ 1560, επισημάνθηκε ότι:

 

«20. …The case here is that the facts as put before the court justify the argument that there was no realistic prospect of success. Those facts were contained to some extent in a witness statement, but particularly in the clip of documents which were before the judge and which he analysed carefully, both in respect of whether they revealed academic judgments and in connection with the realistic prospect of a claim properly brought as a claim for breach of a contract. The Independents' Advantage Insurance case does not in any way stand in conflict with the line of authority, now well established, that the provisions of CPR 3.4 and CPR 24 overlap

 

 

25. So it seems to me that the rule that there is an overlap between Part 3.4 and Part 24 is firmly established, and it is accurately recorded in the notes in the White Book at paragraph 3.4.6 to which Mr Broatch drew attention in his skeleton argument. Although the Rules give the court two distinct powers which may be used to achieve summary disposal of the issues which do not need full investigation at the trial, there is this overlap of approach.»

 

Το Μέρος 3.3 ΚΠΔ αφορά περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να διαγράψει δικόγραφο επειδή είναι ελαττωματικό, ανεπαρκές, γιατί συνιστά κατάχρηση ή δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία αγωγής (ανάλυση αυτής της διάταξης γίνεται πιο κάτω). Το Μέρος 24.2 ΚΠΔ αφορά περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο μπορεί να απορρίψει συνοπτικά μια αγωγή ή υπεράσπιση όταν η μαρτυρία δεν αποκαλύπτει πραγματική προοπτική επιτυχούς στοιχειοθέτησης της υπόθεσης ή της υπεράσπισης. Συνεπώς, παρά τη συνάφεια μεταξύ των δύο διατάξεων, το αντικείμενο τους είναι διακριτό.

 

Στην απόφαση Moroney v Anglo-European College of Chiropractice (ανωτέρω), όπως και σε άλλες όπου εκεί γίνεται αναφορά, υπήρχε μια ουσιαστική διαφορά με την παρούσα περίπτωση. Σε εκείνες τις υποθέσεις υπήρχε ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία σε σχέση με την ουσία της απαίτησης/υπεράσπισης και από τις δύο πλευρές. Δηλαδή, αφορούσαν περιπτώσεις αιτήσεων που προωθούνταν στη βάση του Μέρους 3.3 (Part 3.4 CPR) εντούτοις, μέσω των στοιχείων/μαρτυρίας επί των γεγονότων που είχε ενώπιον του, το Δικαστήριο μπορούσε να εξετάσει κατά πόσο υπήρχε «πραγματική προοπτική επιτυχίας» στην αγωγή ή στην υπεράσπιση για σκοπούς του Μέρους 24.2 ΚΠΔ (Part 24 CPR). Αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση γιατί η Ravenhill στην ένσταση της δεν ασχολείται με την ουσία των αξιώσεων της και δεν παρουσιάζει μαρτυρία προς υποστήριξη αυτών. Η Ravenhill ασχολείται μόνο με το Μέρος 3.3 ΚΠΔ. Δεν επεκτείνεται στην παράθεση μαρτυρίας που θα μπορούσε να εξεταστεί για σκοπούς του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Ούτε μέσω άλλων ενδιάμεσων διαβημάτων που προηγήθηκαν στην υπόθεση έχει παραθέσει η Ravenhill μαρτυρία σε σχέση με την ουσία. Ενόψει αυτού κρίνω ότι, σαν θέμα διαδικασίας, δεν θα ήταν δίκαιο για την Ravenhill να εξετάσω αυτή την Αίτηση στη βάση του Μέρους 24.2 ΚΠΔ. Από το περιεχόμενο της ένστασης, φαίνεται ότι το Μέρος 24.2 ΚΠΔ δεν ήταν στην αντίληψη της Ravenhill και δεν την απασχόλησε για σκοπούς της ένστασης. Συνεπώς, θα εστιάσω στο Μέρος 3.3 ΚΠΔ.

 

Οι σχετικές διατάξεις του Μέρους 3.3 ΚΠΔ, προβλέπουν τα εξής:

 

«3.3. Εξουσία διαγραφής δικογράφου

 

(1) Στον παρόντα κανονισμό και στον κανονισμό 3.4, αναφορά σε δικόγραφο περιλαμβάνει αναφορά και σε μέρος δικογράφου.

 

(2) Το δικαστήριο δύναται να διαγράψει δικόγραφο αν διαπιστώσει ότι:

 

(α) το δικόγραφο δεν αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης ή υπεράσπισης·

 

(β) το δικόγραφο συνιστά κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας ή

 

(γ) υπήρξε παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή δικαστικό διάταγμα.»

 

Δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία σε σχέση με την πιο πάνω διάταξη όμως η αντίστοιχη διάταξη των Αγγλικών Civil Procedure Rules, Part 3.4 είναι ταυτόσημη. Συνεπώς, η Αγγλική νομολογία παρέχει καθοδήγηση. Η ακόλουθη ανάλυση του Αγγλικού Court of Appeal, στην πολύ πρόσφατη απόφαση The Persons Identified in Schedule 1 of the Re-Amended Particulars of Claim v Standard Chartered Plc [2024] EWCA Civ 674 είναι διαφωτιστική:

 

«21. The White Book explains at 3.4.1 that CPR 3.4(2)(a) and (b) "cover statements of case which are unreasonably vague, incoherent, vexatious, scurrilous or obviously ill-founded and other cases which do not amount to a legally recognisable claim or defence" and that CPR 3.4(2)(c) "covers cases where the abuse lies not in the statement of case itself but in the way the claim or defence (as the case may be) has been conducted". Paragraph 1.2 of Practice Direction 3A gives examples of particulars of claim which could fall within CPR 3.4(2)(a). These include particulars of claim which are "incoherent and make no sense" and those which "contain a coherent set of facts but those facts, even if true, do not disclose any legally recognisable claim against the defendant". Paragraph 1.3 explains that a claim may fall within CPR 3.4(2)(b) where it is "vexatious, scurrilous or obviously ill-founded".»

 

Όπως ανέφερα, η πλευρά του ΚΜ στηρίζεται και στις τρεις περιπτώσεις του Μέρους 3.3(2) ΚΠΔ. Αυτές θα εξεταστούν υπό το πρίσμα των αξιώσεων που εγείρονται με την αγωγή. Στην αγωγή η Ravenhill επικαλείται παράβαση διαφόρων συμφωνιών που ισχυρίζεται ότι διέπουν τις σχέσεις των εμπλεκομένων και σε αυτή τη βάση αξιώνει διατάγματα που να ακυρώνουν μεταβιβάσεις και παραχωρήσεις μετοχών στην Haverning που διενεργήθηκαν στις 10.1.2022, 29.8.2022 και 9.1.2023 (παρακλητικά Α, Β και Γ), διάταγμα που να ακυρώνει αποφάσεις που λήφθηκαν από την Havering μετά τις πιο πάνω ενέργειες (παρακλητικό Δ) και αναγνωριστικές αποφάσεις ότι η ίδια είναι δικαιούχος 20 μετοχών στο κεφάλαιο της Havering που δικαιούται να της μεταβιβαστούν με την πληρωμή ποσού €66.000 (παρακλητικά Ε, ΣΤ και Ζ). Διεκδικεί επίσης αποζημιώσεις εναντίον του ΚΜ και της EOSRA για καταδολίευση, απάτη, παράβαση καταπιστεύματος (παρακλητικό Η) και αποζημιώσεις εναντίον του ΚΜ για παραβίαση καθηκόντων πίστης (παρακλητικό Θ). Αξιώνει επίσης αποζημιώσεις εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 για ποσό €50.000.000 «για τη ζημιά που υπέστη από τη μείωση του ποσοστού συμμετοχής της στην Εναγόμενη 1 από 50% σε 9,6%» (παρακλητικό Ι) καθώς και διάταγμα που να διατάζει την Havering και τον ΚΜ να αποκαλύψουν ενόρκως πληροφορίες για συναλλαγές που πραγματοποιήθηκαν από την Haverning, διαχείριση κεφαλαίων και καταστάσεις λογαριασμών από τον Ιανουάριο 2021 και εντεύθεν (παρακλητικό ΙΑ).

 

Στην Έκθεση Απαίτησης υπάρχουν επίσης ισχυρισμοί αλλά και αξιώσεις που αφορούν μια Συμφωνία Διαχωρισμού που συνήψαν «η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 2 και/ή η Εναγόμενη 1» αναφορικά με το διαχωρισμό των περιουσιακών στοιχείων της Havering. Με δήλωση των δικηγόρων της Ravenhill, στα πλαίσια έτερης ενδιάμεσης αίτησης ημερομηνίας 6.8.2025, οι αξιώσεις που αφορούσαν τη Συμφωνία Διαχωρισμού εγκαταλείφθηκαν. Συνεπώς εκείνες οι αξιώσεις, των παρακλητικών ΙΒ και ΙΓ της Έκθεσης Απαίτησης, δεν θα απασχολήσουν.

 

Η πρώτη περίπτωση του Μέρους 3.3(2)(α) ΚΠΔ αφορά κατά πόσο η Έκθεση Απαίτησης «αποκαλύπτει εύλογη αιτία έγερσης απαίτησης». Στο White Book 2021, Volume 1, page 127, αναφέρονται τα εξής σε σχέση με την αντίστοιχη Αγγλική διάταξη και με αναφορά στο σχετικό Practice Direction:

 

«Paragraph 1.4 of the PD (Striking out a statement of case), para. 3A PD.1, gives examples of cases where the Court may conclude that particulars of claim disclose no reasonable grounds for bringing the claim: those claims which set out no facts indicating what the claim is about; those claims which are incoherent and make no sense; and those claims which contain a coherent set of facts but those facts even if true do not disclose any legally recognisable claim against the defendant».

 

Η διάταξη 3.3(2)(β) ΚΠΔ παρέχει τη δυνατότητα διαγραφής σε περιπτώσεις που το δικόγραφο συνιστά «κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας ή διαφορετικά ενδέχεται να παρεμποδίσει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας».

 

Η Αγγλική νομολογία δείχνει ότι η κατάχρηση για σκοπούς αυτής της διάταξης μπορεί να πάρει πολλές μορφές. Στο White Book 2021, σελίδες 128-144 υπάρχουν πολλά παραδείγματα υποθέσεων όπου δικόγραφα διαγράφηκαν στη βάση του r.3.3(2)(b) CPR, ως καταχρηστικά. Στην υπόθεση Jameel v Dow Jones and Co [2005] EWCA Civ 75, ο Lord Phillips MR αναφέρει τα εξής σε σχέση με την εν λόγω διάταξη:

«[54] An abuse of process is of concern not merely to the parties but to the court. It is no longer the role of the court simply to provide a level playing field and to referee whatever game the parties chose to play upon it. The court is concerned to ensure that judicial and court resources are appropriately and proportionately used in accordance with the requirements of justice».

 

Η περίπτωση του Μέρους 3.3(2)(γ) ΚΠΔ αφορά υποθέσεις όπου διαπιστώνεται παράλειψη συμμόρφωσης με κανονισμό ή διάταγμα. Σε τέτοιες περιπτώσεις, όπως αναφέρεται στο White Book 2021, σελίδα 144, αυτός ο κανονισμός:

 

«gives the court an unqualified discretion to strike out a claim or defence where the party has failed to comply with a rule, practice direction or court order».

 

Στην παρούσα περίπτωση, οι αξιώσεις που αφορούν ισχυριζόμενο δόλο, απάτη, παράβαση καθήκοντος πίστης/καταπιστεύματος δεν έχουν καμία προοπτική επιτυχούς προώθησης κατά τη δίκη. Αυτή η διαπίστωση προκύπτει από τους δικονομικούς περιορισμούς που δημιουργεί στην Ravenhill το δικόγραφο. Συγκεκριμένα, το Μέρος 16.13(1) ΚΠΔ καθορίζει ρητά ότι για να μπορεί να στηριχθεί διάδικος σε αυτές τις βάσεις αγωγής, πρέπει να δικογραφήσει λεπτομέρειες. Η νομολογία αναφορικά με τις απαιτήσεις δικογράφησης λεπτομερειών όπου προβάλλονται τέτοιοι ισχυρισμοί είναι σαφής και σταθερή. Πρόκειται για αυστηρή προϋπόθεση για να αντιληφθεί η άλλη πλευρά την υπόθεση με την οποία είναι αντιμέτωπη αλλά και για να μπορεί ο ενάγοντας κατά τη δίκη να παρουσιάσει σχετική μαρτυρία προς απόδειξη αυτών των θέσεων. Τέτοιες λεπτομέρειες δεν δικογραφούνται. Προσπάθεια της Ravenhill να τροποποιήσει το δικόγραφο και να προσθέσει λεπτομέρειες συνωμοσίας μέσω της Αίτησης Τροποποίησης, δεν επιτράπηκε για τους λόγους που εξηγούνται σε προηγούμενη ενδιάμεση απόφαση. Δεν παραβλέπω ότι με την Αίτηση Τροποποίησης και την προτεινόμενη τροποποιημένη έκθεση απαίτησης που είχε τότε παρουσιαστεί, η πλευρά της Ravenhill φαίνεται να δήλωνε ότι οι συμφωνίες καταπιστεύματος με τον ΚΜ είχαν τερματιστεί το 2022. Με αυτά τα δεδομένα, εκείνες οι αξιώσεις δεν μπορούν παρά να θεωρηθούν επιπόλαιες και ενοχλητικές. Οι κανόνες αποδεκτότητας μαρτυρίας είναι σαφείς. Αυτές οι βάσεις αγωγής πρέπει να εξειδικεύονται στο δικόγραφο με τη συμπερίληψη λεπτομερειών ως προς τις ισχυριζόμενες ενέργειες ή παραλείψεις που τις συνθέτουν. Χωρίς δικογραφημένες λεπτομέρειες η πλευρά της Ravenhill δεν θα είναι σε θέση να προσαγάγει μαρτυρία κατά την ακρόαση προς στοιχειοθέτηση εκείνων των ισχυρισμών.

Ενόψει αυτού του εμποδίου με το οποίο αναπόφευκτα θα βρεθεί αντιμέτωπη η Ravenhill, δεν θα εξυπηρετούσε την υπόθεση η διεξαγωγή δίκης αναφορικά με εκείνες τις βάσεις αγωγής. Δεν θα συνιστούσε αναλογική και κατάλληλη χρήση δικαστικών πόρων η διεξαγωγή δίκης για εκείνες τις αξιώσεις («appropriate and proportionate use of judicial and court resources», ως η Jameel).

 

Με δεδομένη αυτή τη διαπίστωση, θα ήταν αντίθετο προς τον πρωταρχικό σκοπό εάν η διαδικασία επιτραπεί να συνεχίσει σε σχέση με εκείνες τις αξιώσεις[1]. Υπό αυτή την έννοια, η συνέχιση της διαδικασίας για εκείνες τις αξιώσεις θα συνιστούσε κατάχρηση δικαστικών πόρων και χρόνου. Αυτή είναι, ίσως, μια νέα διάσταση της έννοιας της κατάχρησης που προκύπτει υπό το πλαίσιο των νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας. Στο White Book 2021, σελίδα 128 αναφέρονται τα εξής σε σχέση με το αντίστοιχο r.3.4(2)(b) CPR:

 

«Although the term “abuse of the court’s process” is not defined in the rules or practice direction, it has been explained in another context as “using the process for a purpose or in a way significantly different from its ordinary and proper use” (Attorney General v Barker [2000] 1 F.L.R. 759, per Lord Bingham of Cornhill, Lord Chief Justice). The categories of abuse of process are many and are not closed. The main categories which have been recognised in the case law to date are described in the following paragraphs. The court has power to strike out a prima facie valid claim where there is abuse of process. However there has to be an abuse, and striking out has to be supportive of the overriding objective».

 

Στην ένσταση της Ravenhill, προβάλλεται η θέση ότι η διαγραφή θα της στερούσε το δικαίωμα να ακουστεί και θα συνιστούσε παραβίαση των συνταγματικών της δικαιωμάτων. Δεν συμφωνώ με αυτή τη θέση. Η Ravenhill δεν στερήθηκε της πρόσβασης στο Δικαστήριο. Όμως το δικαίωμα σε κανονική δίκη δεν είναι πλέον αυτόματο. Συνιστά πρωταρχικό καθήκον του Δικαστηρίου να διαχειρίζεται τις υποθέσεις με δίκαιο τρόπο και αναλογικό κόστος. Το καθήκον αυτό περιλαμβάνει τον ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό κάθε υπόθεσης και τη δίκαιη κατανομή των πόρων του Δικαστηρίου, λαμβανομένης υπόψη της ανάγκης για κατανομή πόρων και σε άλλες υποθέσεις. Η διεξαγωγή κανονικής δίκης σε περιπτώσεις όπου η Έκθεση Απαίτησης δεν επιτρέπει τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας, δεν προάγει αλλά ούτε συνάδει με τον πρωταρχικό σκοπό. Δεν συνιστά δίκαιη κατανομή δικαστικών πόρων, δεν συνιστά ταχύ και αποτελεσματικό χειρισμό των ζητημάτων και δεν συνιστά δίκαιη αντιμετώπιση του αντίδικου.

Στην προκείμενη περίπτωση, η σύνταξη της Έκθεσης Απαίτησης θα μπορούσε να ήταν καλύτερη. Αυτό εξ΄ άλλου διαφαίνεται και από τις θέσεις που εξέφρασε η ίδια η Ravenhill στα πλαίσια της Αίτησης Τροποποίησης. Σε ό,τι αφορά τις αξιώσεις για δόλο, παράβαση καθήκοντος πίστης και καταπιστεύματος κρίνω ότι η Αίτηση πρέπει να επιτύχει.

 

Παραμένουν οι αξιώσεις που αφορούν παράβαση των διαφόρων συμφωνιών στις οποίες γίνεται αναφορά από την Ravenhill (μεταξύ άλλων στις παραγράφους 5, 10, 12, 13, 14, 15, 16, 17, 21, 22, 23, 24 της Έκθεσης Απαίτησης). Είναι δεδομένο ότι στο δικόγραφο δεν περιλαμβάνονται οι απαιτούμενες πληροφορίες για τις διάφορες συμφωνίες. Το Μέρος 16.12(3)(4)(5) ΚΠΔ καθορίζει ρητά τις πληροφορίες που πρέπει να παρέχονται στο δικόγραφο όταν η απαίτηση βασίζεται σε συμφωνία. Προβλέπει επίσης ότι, σε περίπτωση γραπτών συμφωνιών, αντίγραφο πρέπει να επισυνάπτεται στο δικόγραφο. Η πλευρά της Ravenhill δεν διαφωνεί ότι υπάρχουν παραλείψεις στη δικογράφηση και αναγνωρίζει ότι οι επικαλούμενες συμφωνίες δεν επισυνάπτονται στο δικόγραφο (παράγραφος 40 της ένστασης).

 

Παράλληλα, με την αγωγή η Ravenhill αξιώνει ειδικές αποζημιώσεις ύψους €50.000.000 εναντίον των Εναγόμενων 1, 2 και 3 (παρακλητικό Ι της αγωγής). Το ποσό αυτό δεν εξειδικεύεται στο δικόγραφο. Η πλευρά του ΚΜ ζήτησε λεπτομέρειες αναφορικά με τον υπολογισμό της ισχυριζόμενης αυτής ζημιάς οι οποίες δεν δόθηκαν. Η Ravenhill υποστηρίζει ότι οι σχετικοί υπολογισμοί δεν ήταν έτοιμοι και ότι ήταν σε διαδικασία καθορισμού των ποσών. Η δικαιολογία αυτή δεν είναι ικανοποιητική. Εφόσον η Ravenhill εγείρει αξίωση για αποζημίωση €50.000.000, έπρεπε να είναι σε θέση να τεκμηριώσει το εν λόγω ποσό εξ αρχής. Συνεπώς, αναφορικά με αυτό το ζήτημα, το παράπονο του ΚΜ κρίνεται εύλογο.

 

Οι πιο πάνω παρατυπίες σε σχέση με τη δικογράφηση των συμφωνιών και το ύψος της αποζημίωσης «ενδέχεται να παρεμποδίσουν τη δίκαιη διεκπεραίωση της διαδικασίας» (Μέρος 3.3(2)(β) ΚΠΔ) αφού ούτε οι Εναγόμενοι αλλά ούτε το Δικαστήριο γνωρίζουν σε τί συνίστανται οι ισχυριζόμενες συμφωνίες, ποιες πρόνοιες αυτών αφορά η ισχυριζόμενη παράβαση και πώς προκύπτει η ζημιά για την οποία διεκδικείται αποζημίωση. Υπό αυτή την έννοια, εάν η διαδικασία αφεθεί να συνεχίσει ως έχει, το αποτέλεσμα θα είναι καταχρηστικό της δικαστικής διαδικασίας.

 

Συνεπώς, πρέπει να αποφασιστεί ποια πρέπει να είναι η επίπτωση για τις παρατυπίες αυτές. Στο White Book 2021, σελίδα 129 αναφέρονται σχετικά τα εξής:

 

«It does not follow from this that in all cases of abuse the correct response is to strike out the claim. In a strike out application the proportionality of the sanction is very much in issue; see Walsham Chalet Park Ltd v Tullington Lakes Ltd [2014] EWCA Civ 1607. In Biguzzi v Rank Leisure Plc [1999] 1 W.L.R. 1926; [1999] 4 All E.R. 934, the Court of Appeal drew attention to several alternatives to a strike out under r.3.4, see 3.4.1 above. The striking out of a valid claim should be the last option. If the abuse can be addressed in a less draconian course, it should be».

 

Το κριτήριο, σύμφωνα με την Αγγλική νομολογία είναι η αναλογικότητα (proportionality), δηλαδή η επίπτωση να μην είναι δυσανάλογη σε σχέση με τη διαπιστωθείσα παρατυπία[2]. Στην παρούσα περίπτωση, σταθμίζοντας όλα τα δεδομένα που έχω ενώπιον μου, κρίνω ότι είναι ορθότερο να δοθεί η δυνατότητα διόρθωσης της παρατυπίας αυτής, παρά να διαταχθεί η διαγραφή του δικογράφου.

 

Το ίδιο ισχύει και σε σχέση με την επισήμανση του ΚΜ ότι η πλευρά της Ravenhill δεν έχει συμμορφωθεί με τα προδικαστηριακά πρωτόκολλα. Αυτό το παράπονο εντάσσεται στο Μέρος 2.4(2)(γ) ΚΠΔ. Υπό τις περιστάσεις θεωρώ ότι δεν είναι αναγκαία η αναστολή της διαδικασίας μέχρι την ολοκλήρωση των προδικαστηριακών πρωτοκόλλων καθώς και αυτό το ζήτημα μπορεί να ρυθμιστεί με το διάταγμα που εκδίδεται πιο κάτω.

 

Καταληκτικά, τα παράπονά που η πλευρά του ΚΜ εγείρει μέσω της Αίτησης κρίνονται εύλογα. Σε σχέση με τις αξιώσεις που εδράζονται σε ισχυριζόμενο δόλο, απάτη, παράβαση καθήκοντος καταπιστεύματος και εμπιστοσύνης, αυτές πρέπει να διαγραφούν για τους λόγους που εξήγησα. Από την άλλη, θεωρώ ότι θα ήταν δυσανάλογο να διαταχθεί παραμερισμός/διαγραφή της αγωγής ή αναστολή της διαδικασίας για τις αξιώσεις που έχουν σχέση με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες και την παρατυπία που αφορά μη τήρηση του προδικαστηριακού πρωτοκόλλου. Σε σχέση με αυτές κρίνω ότι πρέπει να δοθεί στην πλευρά της Ravenhill μια εύλογη ευκαιρία συμμόρφωσης.

 

Σύμφωνα με το Μέρος 3.1(3) ΚΠΔ:

 

«Όταν το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα, δύναται:

 

(α) να θέτει όρους, περιλαμβανομένου όρου κατάθεσης χρηματικού ποσού στο δικαστήριο· και

(β) να καθορίζει τις συνέπειες μη συμμόρφωσης με το διάταγμα ή με τον όρο.»

 

Στο White Book 2021, σελίδα 146 αναφέρονται τα εξής:

 

«Rule 3.1(3) states that, when the court makes an order, it may (a) make it subject to conditions and (b) specify the consequence of failure to comply with the order or a condition. This provision and r.3.4(2)(c) (when put together) confirm that the court may make a conditional order in the form of an order stating that, unless by a particular date a party complies with a procedural order made by the court (eg. a disclosure order or an order to give security for costs) their statement of claim shall be struct out and their claim dismissed […] The consequence (i.e. the striking out and dismissal sanctions) follows automatically upon the party’s failure to comply with the condition, without any further order of the court.»

 

Κρίνω ότι η παρούσα περίπτωση είναι κατάλληλη για την έκδοση διατάγματος τύπου «unless order», όπως επικράτησε να ονομάζονται στην Αγγλία. Κατ’ αυτό τον τρόπο η Ravenhill διατηρεί τη δυνατότητα να προωθήσει την αγωγή σε σχέση με τις ισχυριζόμενες συμφωνίες, εάν συμμορφωθεί με το διάταγμα. Σε αντίθετη περίπτωση, διατήρηση της αγωγής θα συνιστούσε κατάχρηση της διαδικασίας αφού οι υφιστάμενες παρατυπίες δεν αφήνουν πεδίο για προώθηση των αξιώσεων κατά τρόπο διαδικαστικά δίκαιο για τους Εναγόμενους.

 

Παρότι η Αίτηση καταχωρείται από τον Εναγόμενο 3, το διάταγμα θα αφορά όλους τους Εναγόμενους καθότι οι παρατυπίες στο δικόγραφο επηρεάζουν όλους τους Εναγόμενους. Σημειώνω ότι η εξουσία του Δικαστηρίου που απορρέει από το Μέρος 3.4 ΚΠΔ μπορεί να ασκηθεί και αυτεπάγγελτα. Όπως εξηγείται στο White Book 2021, σελίδα 147:

 

«In addition to the power under r.3.4, the court has an inherent jurisdiction to strike our any documents or strike out, dismiss or stay any proceedings which amount to an abuse of the court’s process (as to which, see para. 3.4.3 above). This jurisdiction is preserved by r.3.1(1) and r.3.4(5). It duplicates but is not limited to the express powers to strike out which are conferred by r.3.4(2)».

 

Συνεπώς, εκδίδεται διάταγμα ως εξής:

 

(1)        Διατάζεται η διαγραφή των αξιώσεων που αφορούν σε ισχυριζόμενη καταδολίευση, απάτη, παράβαση καταπιστεύματος (παρακλητικά Η και Θ της αγωγής).

 

(2)        Η Ενάγουσα διατάζεται, εντός 45 ημερών από σήμερα, να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να παραθέτει, για κάθε μια από τις παραγράφους της Έκθεσης απαίτησης στις οποίες υπάρχει αναφορά σε συμφωνία, όλα τα στοιχεία που προβλέπονται στο Μέρος 16.12(3)(4)(5) ΚΠΔ. Για κάθε γραπτή συμφωνία, να επισυνάπτεται αντίγραφο αυτής. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η Έκθεση Απαίτησης θα θεωρείται ότι έχει διαγραφεί με την εκπνοή της προθεσμίας, χωρίς άλλη διαταγή.

 

(3)        Τηρουμένης της παραγράφου (2) πιο πάνω, η Ενάγουσα διατάζεται περαιτέρω, εντός 45 ημερών από σήμερα, να καταχωρήσει ένορκη δήλωση στην οποία να παραθέτει λεπτομέρειες αναφορικά με τον τρόπο καθορισμού του ποσού των €50.000.000 του παρακλητικού Ι της αγωγής, πώς αυτή η ισχυριζόμενη ζημιά προέκυψε και σε τί αφορά. Σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η εν λόγω αξίωση (παρακλητικό Ι) θα θεωρείται ότι έχει διαγραφεί με την εκπνοή της προθεσμίας, χωρίς άλλη διαταγή.

 

(4)        Η προθεσμία για καταχώρηση Υπεράσπισης από τους Εναγόμενους 1, 2 και 3 ξεκινά από την ημερομηνία συμμόρφωσης με τα πιο πάνω.

 

Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης που, ενόψει του αποτελέσματος επιδικάζονται υπέρ του Εναγόμενου 3 και εναντίον της Ενάγουσας. Ως προς το ύψος των εξόδων, έχοντας κατά νου τους προτεινόμενους καταλόγους εξόδων που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές, τη φύση και την πορεία εκδίκασης της Αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω το ποσό που ο Εναγόμενος 3 διεκδικεί ήτοι €10.151,00 πλέον Φ.Π.Α. πλέον πραγματικά έξοδα €45 πλέον €33 έξοδα επίδοσης.

 

 

 

 

(Υπ.)  ……………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Μέρος 1.2(2) ΚΠΔ

[2] Σχετική η ανάλυση στο White Book 2021, σελίδες 144-146.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο