Εναρκτήρια κλήση: 20/2018
Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, Ν.69(Ι)/1992 ως έχει τροποποιηθεί (ο Νόμος)
και
Αναφορικά με τη Σύμβαση της Χάγης περί του νόμου που εφαρμόζεται σε εμπιστεύματα και περί της αναγνώρισης αυτών Νόμος του 2017 (Κυρωτικός Νόμος 4(ΙΙΙ)/2017)
και
Αναφορικά με το «WS Settlement» (προηγουμένως γνωστό ως «The Caspian Minerals 1 Settlement»), ένα κυπριακό διεθνές εμπίστευμα που εγκαθιδρύθηκε με τη συμφωνία εμπιστεύματος ημερομηνίας 24/12/2008 μεταξύ του Maksat Arip, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένων στην Ελβετία και της Rysaffe Fiduciaries Sarl, από την Ελβετία, ως έχει τροποποιηθεί μέχρι σήμερα (το Εμπίστευμα)
Και αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα ή/και μεταξύ:
ARIP SHOLPAN, νυν υπήκοος της Κυπριακής Δημοκρατίας και διαμένουσα στην Ελβετία
Ενάγουσα
και
1. GEOGLOBAL LTD
2. CYPROSERVE LTD
3. MAKSAT ARIP
4. KAZAKHSTAN KAGAZY PLC
5. KAZAKHSTAN KAGAZY JSC
6. PRIME ESTATE ACTIVITIES KAZAKHSTAN LLP
7. PEAK AKZHAL LLP
8. PEAK AKSENGER JSC
9. ASTANA – CONTRACT JSC
10. PARAGON DEVELOPMENT LLP
11. BANK JULIUS BAER & CO LTD
Εναγόμενοι
30 Απριλίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενους 4-7/Αιτητές: κ. Χριστοδούλου για Chrysses Demetriades & Co LLC
Για Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Καΐλης για Χαβιαράς & Φιλίππου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
στην αίτηση των Εναγόμενων 4-7/Αιτητών ημερομηνίας 19.1.2026 για παροχή ασφάλειας εξόδων
Μέσω της παρούσας Εναρκτήριας Κλήσης, η Ενάγουσα ζητά την έκδοση διαφόρων διαταγμάτων που αφορούν το εμπίστευμα με την ονομασία «WS Settlement», τη νομική του υπόσταση και την περιουσία αυτού.
Δεν θα επεκταθώ με περαιτέρω λεπτομέρεια στις αξιώσεις της Εναρκτήριας Κλήσης ούτε στο υπόβαθρο των γεγονότων γιατί δεν είναι αναγκαίο για σκοπούς αυτής της απόφασης.
Σημειώνω μόνο ότι η υπόθεση δεν έχει ακόμα εκδικαστεί επί της ουσίας. Ο χρόνος από την καταχώρηση της μέχρι σήμερα αναλώθηκε σε διάφορα ενδιάμεσα διαβήματα. Τελευταίο εξ αυτών είναι η παρούσα Αίτηση με την οποία οι Εναγόμενοι 4-7/Αιτητές ζητούν όπως η Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση διαταχθεί να παρέχει ασφάλεια για τα έξοδα τους.
Οι Αιτητές αναφέρουν ότι η Ενάγουσα δεν διαμένει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης και δεν διαθέτει περιουσία στην Κύπρο εναντίον της οποίας να μπορεί να εκτελεστεί τυχόν διαταγή για πληρωμή των εξόδων τους. Υποστηρίζουν επίσης ότι η Εναρκτήρια Κλήση πάσχει γιατί συνιστά λανθασμένο ένδικο μέσο, ενώ έχουν και καλή υπεράσπιση επί της ουσίας των θέσεων που προβάλλονται από την Ενάγουσα. Αυτά τα δεδομένα, σύμφωνα με τους Αιτητές, καθιστούν αναγκαία την έκδοση διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων.
Για σκοπούς της Αίτησης, οι Αιτητές έχουν παρουσιάσει προτεινόμενους καταλόγους εξόδων όπου καταγράφουν τα έξοδα που έχουν προκύψει μέχρι σήμερα και τα έξοδα που αναμένουν ότι θα δημιουργηθούν μέχρι την εκδίκαση της αγωγής.
Η πλευρά της Ενάγουσας έχει εγείρει ένσταση. Αναφέρουν ότι η Αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί γιατί η Ενάγουσα είναι Κύπρια υπήκοος. Υποστηρίζουν επίσης ότι η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας δεν θα της επέτρεπε να συμμορφωθεί με τυχόν διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων που θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος της για πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Προβάλλουν επίσης τη θέση ότι η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά και κακόπιστα και ότι έχει υποβληθεί με υπέρμετρη και αδικαιολόγητη καθυστέρηση.
Για σκοπούς της απόφασης μου έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις των δύο πλευρών καθώς και όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις των συνηγόρων. Γνωρίζω επίσης το περιεχόμενου του φακέλου της υπόθεσης.
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να απαντηθεί αφορά τη θέση της Ενάγουσας ότι η Αίτηση προωθείται κακόπιστα και καταχρηστικά. Όπως είναι γνωστό διάδικος που προβάλλει τέτοια θέση έχει την υποχρέωση να τη στοιχειοθετήσει. Στην προκείμενη περίπτωση δεν έχουν αναδειχθεί στοιχεία ή δεδομένα που να δικαιολογούν τέτοια διαπίστωση για τις προθέσεις των Αιτητών. Αυτό που φαίνεται είναι ότι προωθούν ένα διάβημα εντός του πλαισίου της δικονομίας και των ευρύτερων δικαιωμάτων τους. Το διάβημα γνωστοποιήθηκε στην πλευρά της Ενάγουσας που είχε την ευκαιρία να τοποθετηθεί πριν αυτό αποφασιστεί. Συνεπώς δεν διακρίνω στοιχεία καταπίεσης ή κατάχρησης της διαδικασίας ή των δικαιωμάτων της Ενάγουσας.
Στρέφομαι στη Δ.60, Θ.1 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών (στη μορφή που ισχύουν για την παρούσα υπόθεση) που προνοεί τα ακόλουθα:
«A plaintiff [...] ordinarily resident out of Cyprus ή Κράτους Μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης may, at any stage of the action, be ordered to give security for costs, though he may be temporarily resident in Cyprus ή σε Κράτος-Μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Νοείται ότι αλλοδαποί εργαζόμενοι με χαμηλό εισόδημα εξαιρούνται οποιασδήποτε διαταγής για παροχή ασφάλειας εξόδων».
Όπως προκύπτει από το πιο πάνω λεκτικό και επιβεβαιώνεται από τη νομολογία[1], η απόφαση αν θα εκδοθεί ή όχι διάταγμα για παροχή ασφάλειας εξόδων επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Βοηθητική για τον τρόπο με τον οποίο το Δικαστήριο πρέπει να προσεγγίζει αιτήσεις αυτής της φύσης είναι η ακόλουθη ανάλυση στο σύγγραμμα Halsbury’s Laws of England, 4η έκδοση, παρ. 304:
«Discretion to order security for costs. The court may order security for costs in the cases in which power to do so exists, only if, having regard to all the circumstances of the case, it thinks it just to do so. The court thus has discretion whether or not to order the security for costs to be given... Thus, if there is a strong prima facie likelihood that the defendant will fail in his defence, he may be refused security, and so also if he admits his liability, even where he counterclaims or admits an amount equal to the security that would have been ordered or if the plaintiff has an unsatisfied judgement against the defendant…»
Όπως περαιτέρω επεξηγήθηκε στην υπόθεση Genemp Trading Ltd v Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ (2011) 1 AAD 1314[2]:
«Η παροχή ασφάλειας εξόδων συνεπάγεται την άσκηση διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου. Τέτοια ασφάλεια διατάσσεται κατά κανόνα όταν ο ενάγων είναι κάτοικος εξωτερικού ή έχει τη συνήθη διαμονή του εκτός δικαιοδοσίας… Στα ευρύτερα κριτήρια για την παροχή ασφάλειας εξόδων συγκαταλέγεται και η δύναμη της υπόθεσης του ενάγοντα διότι αν έχει καλή υπόθεση, η δε υπεράσπιση φαίνεται να μην ευσταθεί, τότε θα ήταν αντίθετο με το πνεύμα της δικαιοσύνης να διαταχθεί η καταβολή ασφάλειας εξόδων επιβραβεύοντας έτσι ουσιαστικά τον εναγόμενο και καθυστερώντας την όλη διαδικασία.»
Σε κάθε περίπτωση, είναι πρωταρχικής σημασίας να διαφυλαχτεί η ελεύθερη και απρόσκοπτη πρόσβαση διαδίκων στο Δικαστήριο[3].
Ένα ζήτημα που εγείρεται από την πλευρά της Ενάγουσας είναι πως δεν μπορεί να εκδοθεί διαταγή για ασφάλεια εξόδων επειδή είναι Κύπρια πολίτης. Τέτοια απαγόρευση δεν υπάρχει. Το λεκτικό της Δ.60 Θ.1 αναφέρεται σε ενάγοντα που διαμένει εκτός Κύπρου ή εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν περιορίζει τη δυνατότητα έκδοση διατάγματος με αναφορά στην υπηκοότητα αλλά στο κράτος συνήθους διαμονής. Είναι περιορισμένος ο αριθμός Κυπρίων που διαμένουν εκτός Ευρωπαϊκής Ένωσης και ίσως γι’ αυτό δεν εντοπίζονται πολλά παραδείγματα στη νομολογία διαταγμάτων που εκδόθηκαν εναντίον Κύπριων που διαμένουν στην αλλοδαπή. Όμως γενική απαγόρευση δεν υπάρχει.
Το επόμενο ζήτημα αφορά τον τόπο συνήθους διαμονής της Ενάγουσας. Είναι δεδομένο ότι αυτή δεν διαμένει στην Κύπρο. Στον τίτλο της Εναρκτήριας Κλήσης, η Ενάγουσα παρουσιάζεται ως να διαμένει στην Ελβετία, που δεν είναι μέλος της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Στην ένορκη δήλωση των Αιτητών υπάρχει αναφορά ότι η Ενάγουσα διέμενε για κάποιο χρονικό διάστημα στη Ρώμη, όμως παρουσιάζεται μαρτυρία από Ιταλό δικαστικό επιδότη ότι η οικογένεια εγκατέλειψε τον τόπο διαμονής της εκεί περί το 2020 (Τεκμήρια 3 και 4). Οι Αιτητές παρουσιάζουν επίσης ενδείξεις ότι ο σύζυγος της Ενάγουσας διατηρεί κατοικίες στα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα και Καζακστάν (Τεκμήριο 5). Περιγράφω το Τεκμήριο 5 ως «ένδειξη» γιατί πρόκειται μόνο για δημοσίευμα στο διαδίκτυο με περιορισμένη αποδεικτική αξία που δεν μπορεί να οδηγήσει σε θετικό συμπέρασμα.
Από την πλευρά της Ενάγουσας δεν έχει παρουσιαστεί μέσω της ένστασης κάποια σαφής μαρτυρία ως προς τον συνήθη τόπο διαμονής της. Δεν έχω ενώπιον μου κανένα στοιχείο που να δείχνει ή να εισηγείται ότι η Ενάγουσα διαμένει εντός της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Δεν αναφέρεται σε ποια χώρα βρίσκεται, ούτε διεύθυνση κατοικίας.
Επομένως, τα ενώπιον μου στοιχεία συνηγορούν στο ότι η Ενάγουσα δεν έχει τη συνήθη διαμονή της στην Κύπρο ούτε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Άρα εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής της Δ.60 Θ.1.
Το επόμενο ερώτημα που τίθεται είναι με ποιο τρόπο, ενόψει των δεδομένων της υπόθεσης και των περιστάσεων της Ενάγουσας, πρέπει να ασκηθεί η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Η πλευρά της Ενάγουσας υποστηρίζει ότι «τα περιουσιακά στοιχεία της ενάγουσας/καθ΄ης η αίτηση και η περιουσία της έχει απομειωθεί σε τέτοιο βαθμό που αδυνατεί από την προσωπική της περιουσία να ικανοποιήσει τυχόν διαταγή του Δικαστηρίου για καταβολή ασφάλειας εξόδων» (παράγραφος 11 της ε/δ ένστασης). Συνεπώς, η πλευρά της Ενάγουσας εισηγείται ότι τυχόν έκδοση διατάγματος παροχής ασφάλειας εξόδων θα της στερούσε το δικαίωμα πρόσβασης στη δικαιοσύνη.
Όπως η νομολογία αναγνωρίζει, η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να διατάξει καταβολή ασφάλειας εξόδων δεν πρέπει να έχει ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση ενάγοντα που δεν έχει τους οικονομικούς πόρους από το να έχει πρόσβαση στη δικαιοσύνη. Αυτός όμως ο παράγοντας συναρτάται θεωρώ, μεταξύ άλλων, με την πραγματική οικονομική κατάσταση του ενάγοντα αλλά και με μια, εκ πρώτης όψεως τουλάχιστον, εξέταση της υπόθεσης που προωθεί.
Σε ό,τι αφορά την οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας, το μόνο στοιχείο που έχω ενώπιον μου είναι η πιο πάνω αναφορά στην ένορκη δήλωση της ένστασης (που ορκίζεται δικηγόρος) την οποία θα περίγραφα ως γενική και αόριστη. Ποια ήταν αρχικά η οικονομική κατάσταση της Ενάγουσας που της επέτρεπε να συμμετέχει και να χρηματοδοτεί δικαστικές διαδικασίες στην Κύπρο και το εξωτερικό; Πώς και σε ποιο βαθμό απομειώθηκε η περιουσία της; Σε τί συνίσταται η σημερινή της περιουσία και πού βρίσκεται αυτή; Ποια είναι τα εισοδήματα της από εργασία ή άλλες πηγές; Κανένα στοιχείο ή ένδειξη παρουσιάστηκε από την πλευρά της. Έχω την άποψη ότι ενάγοντας που προβάλλει αυτόν τον λόγο ένστασης οφείλει να παρουσιάσει στοιχεία που να δίνουν σαφή εικόνα της περιουσίας του και των εισοδημάτων του, ώστε να μπορεί να εξεταστεί.
Στην περίπτωση της Ενάγουσας, με εξαίρεση την πιο πάνω αόριστη αναφορά στην ένσταση, δεν έχω μαρτυρία που να οδηγεί στο συμπέρασμα ότι στερείται πόρων ή περιουσίας και ότι είναι αδύνατο να συμμορφωθεί με διαταγή για παροχή ασφάλειας εξόδων. Συνεπώς, δεν μπορώ να συμφωνήσω ότι η έκδοση διατάγματος για παροχή ασφάλειας εξόδων θα ισοδυναμούσε με αποστέρηση του δικαιώματος της για πρόσβαση στη δικαιοσύνη[4].
Παράλληλα η έλλειψη πληροφοριών για τα περιουσιακά στοιχεία της Ενάγουσας, έστω και αν αυτά είναι απομειωμένης αξίας όπως αναφέρεται στην ένσταση, δείχνει ότι η προσπάθεια εκτέλεσης τυχόν απόφασης για πληρωμή εξόδων εναντίον της, αντικειμενικά δεν θα είναι εύκολη. Θα πρέπει να προηγηθεί προσπάθεια εντοπισμού τυχόν περιουσίας στην Κύπρο ή στο εξωτερικό και μετά προσπάθεια εκτέλεσης εναντίον της περιουσίας, εγχείρημα που δεν θα είναι απλό ούτε το αποτέλεσμα του εγγυημένο.
Ένας ακόμα παράγοντας που πρέπει να προσμετρήσω είναι και οι πιθανότητες επιτυχίας της Εναρκτήριας Κλήσης. Αυτός ο παράγοντας είναι, υπό κανονικές συνθήκες, δύσκολο να αποτιμηθεί και γι’ αυτό δεν θεωρείται συχνά καθοριστικής σημασίας. Όμως στην παρούσα περίπτωση υπήρχε και άλλη διαδικασία, αντίστοιχη με την παρούσα, η οποία προχωρούσε παράλληλα. Πρόκειται για την Εναρκτήρια Κλήση 5/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λάρνακας. Η διαδικασία εκείνη εγέρθηκε από την ίδια Ενάγουσα, εναντίον (μεταξύ άλλων) των εδώ Εναγόμενων 4-7. Αφορούσε άλλο εμπίστευμα, με την ονομασία «Wycombe Settlement», για το οποίο η Ενάγουσα ήγειρε ουσιαστικά τις ίδιες αξιώσεις όπως εδώ. Στην υπόθεση εκείνη το Επαρχιακό Δικαστήριο Λάρνακας με απόφαση ημερομηνίας 24.10.2018 έκρινε ότι η Εναρκτήρια Κλήση είναι λανθασμένο ένδικο μέσο, ότι οι αξιώσεις της Ενάγουσας δεν μπορούν να επιτύχουν και παραμέρισε την Εναρκτήρια Κλήση. Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε κατ΄ έφεση από το Εφετείο. Πρόκειται για την απόφαση Arip Sholpan v A.J.K. Trustee Services Ltd κ.α. Πολιτική Έφεση Ε115/21 ημερομηνίας 16.3.2026. Σαφώς η παρούσα υπόθεση έχει την αυτοτέλεια της. Όμως, ενόψει της σύμπτωσης των θεμάτων και των προσώπων, οι διαπιστώσεις του Εφετείου δεν μπορούν παρά να προκρίνουν το αποτέλεσμα και αυτής της υπόθεσης.
Τέλος, η πλευρά της Ενάγουσας εγείρει το ζήτημα της καθυστέρησης στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης. Σημειώνει ότι η Αίτηση καταχωρήθηκε το 2026 ενώ η υπόθεση εκκρεμεί από το 2018. Δεν διαφωνώ ότι έχει μεσολαβήσει αρκετός χρόνος. Όμως από τα στοιχεία της Αίτησης φαίνεται πως οι Αιτητές μέχρι τα μέσα 2020 θεωρούσαν πως η Ενάγουσα διέμενε στην Ευρωπαϊκή Ένωση. Συνεπώς το ενωρίτερο που θα μπορούσαν να προχωρήσουν με την παρούσα Αίτηση είναι τότε. Παράλληλα, πρέπει να σημειώσω ότι η υπόθεση δεν ήταν σε αδράνεια αλλά έχουν μεσολαβήσει διάφορα ενδιάμεσα διαβήματα. Σε κάθε περίπτωση, δεν θεωρώ ότι ο χρόνος καταχώρησης αυτής της Αίτησης συνιστά εμπόδιο ή υπερκεράζει τις διαπιστώσεις που αναφέρω πιο πάνω.
Συνυπολογίζοντας όλα όσα προανέφερα, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση είναι ορθό και δίκαιο να εκδοθεί διάταγμα για την παροχή ασφάλειας εξόδων υπέρ των Εναγόμενων 4-7/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας.
Έχοντας καταλήξει σε αυτό το συμπέρασμα, εξετάζω ακολούθως το ύψος του ποσού εξόδων για το οποίο ζητείται η παροχή ασφάλειας από τους Εναγόμενους, σε συνάρτηση με τους προτεινόμενους καταλόγους εξόδων που επισυνάπτονται στην αρχική και συμπληρωματική ένορκη δήλωση της Αίτησης. Εξέτασα επίσης τη θέση της Ενάγουσας ότι τα ποσά που εισηγούνται οι Αιτητές είναι υπερβολικά και αδικαιολόγητα. Έχω περαιτέρω προσμετρήσει το ιστορικό του φακέλου της υπόθεσης, το στάδιο στο οποίο βρίσκεται, τα διαβήματα που προηγήθηκαν, το εύρος και τη φύση των επίδικων θεμάτων, την έκταση της μαρτυρίας που ενδεχομένως χρειαστεί να παρουσιάσει η κάθε πλευρά, τον χρόνο που ενδέχεται να απαιτηθεί για τη διεξαγωγή της ακρόασης, τις γενικότερες περιστάσεις της υπόθεσης και τις καθορισμένες κλίμακες δικηγορικής αμοιβής. Σταθμίζοντας όλους αυτούς τους παράγοντες, κρίνω ως εύλογο ποσό εξόδων €75.000.
Καταληκτικά, η Ενάγουσα διατάζεται να παράσχει ασφάλεια εξόδων προς τους Εναγόμενους 4-7, για ποσό €75.000.
Η ασφάλεια εξόδων να παρασχεθεί είτε με κατάθεση του ποσού του διατάγματος είτε με την παροχή τραπεζικής εγγύησης στον Πρωτοκολλητή του Δικαστηρίου, εντός 60 ημερών από σήμερα, χρονικό διάστημα που κρίνω λογικό υπό τις περιστάσεις.
Μέχρι τη συμμόρφωση της Ενάγουσας ή την εκπνοή του χρόνου που έχει καθοριστεί, η διαδικασία αναστέλλεται.
Αν η Ενάγουσα παραλείψει να παράσχει τη διαταχθείσα ασφάλεια εντός της καθορισμένης προθεσμίας, τότε η υπόθεση θεωρείται ότι έχει εγκαταλειφθεί και θα καταστεί αυτομάτως απορριφθείσα. Σε τέτοια περίπτωση οι Εναγόμενοι θα δικαιούνται τα έξοδα της υπόθεσης όπως θα υπολογιστούν.
Τα έξοδα αυτής της Αίτησης, ενόψει του αποτελέσματος, επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 4-7/Αιτητών και εναντίον της Ενάγουσας 1/Καθ΄ης η Αίτηση όπως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Στην περίπτωση που υπάρξει συμμόρφωση με τη διαταγή για την παροχή της ασφάλειας εξόδων, τότε οποιοσδήποτε διάδικος μπορεί να ζητήσει όπως ο φάκελος τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου για περαιτέρω χειρισμό.
(Υπ.) ……………………………….…………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Βλ. Sally Line v Greenmar Navigation Ltd, (1993) 1 Α.Α.Δ. 633, Alahmari v Alia The Royal Jordanian Airline (1990) 1Β Α.Α.Δ. 633, Stejaru v Ιωάννου, (2002) 1Β Α.Α.Δ. 909.
[2] Σχετική και η The Continental Insurance Company of Hampshire v Sac Eugene O' Regan (1998) 1 Α.Α.Δ. 1087
[3] Conway v Ηλία (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1653.
[4] Θεμιστοκλής Σολωμού Χαραλαμπίδης ν. Ιάκωβου Πέτρου κ.α (2003) 1 Α.Α.Δ. 1698
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο