ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αγωγή με αρ.: 235/2024.
Μεταξύ:
J.C. HAGGIPAVLOU & SON LTD
Ενάγουσας
/Καθ’ ης η Αίτηση
-και-
1. LOIS BUILDERS LTD
2. ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ
Εναγόμενος 2
/Αιτητής
Εναγόμενων
-------------------
Ημερομηνία: 23/04/2026.
[Αίτηση του Εναγόμενου 2 με κλήση, ημερομηνίας 31/10/2025, για συνοπτική απόφαση]
Εμφανίσεις:
Για την Ενάγουσα/Καθ’ ης η Αίτηση: κα Θ. Δρόσου για Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τον Εναγόμενο 2/Αιτητή: κα Μ. Κωνσταντίνου, Δικηγόρος της Δημοκρατίας Α’, για Νομική Υπηρεσία της Δημοκρατίας.
---------------------
ΑΠΟΦΑΣΗ
Η υπό κρίση αίτηση
Με την υπό κρίση αίτηση, ο Εναγόμενος 2 ζητεί από το Δικαστήριο την έκδοση συνοπτικής απόφασης υπέρ του, για τη διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης της Ενάγουσας.
Ως νομική βάση της αίτησής του, επικαλείται τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023, Μέρη 1, 2, 3, 16, 22, 23, 24, 30 και 32, το Άρθρο 30 του Συντάγματος, τις αρχές του κοινοδικαίου και του δικαίου της επιείκειας, τη σχετική νομολογία, καθώς και τις συμφυείς εξουσίες, τη διακριτική ευχέρεια και τη γενική πρακτική του Δικαστηρίου.
Σε ό,τι αφορά τα γεγονότα, προς υποστήριξη της αίτησής του, επικαλείται τους ισχυρισμούς που περιέχονται στην ένορκη δήλωση της κας Μαρίας Τουραπή, Προϊστάμενης Κλάδου Επιμετρήσεων και Προσφορών στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών της Δημοκρατίας, ημερομηνίας 31/10/2025, η οποία καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της αίτησης, καθώς επίσης και συγκεκριμένες παραγράφους από ήδη καταχωρισμένες ένορκες δηλώσεις που περιλαμβάνονται στον φάκελο του Δικαστηρίου, συνοδευόμενες από τα σχετικά τεκμήρια.
Ειδικότερα, επικαλείται την ένορκη δήλωση της πιο πάνω Μαρίας Τουραπή, ημερομηνίας 24/05/2024, και συγκεκριμένα τις παραγράφους 5 έως 17 αυτής, καθώς και τα τεκμήρια 1 έως 4 που τη συνοδεύουν. Περαιτέρω, επικαλείται την ένορκη δήλωση του Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 12/03/2024, και συγκεκριμένα τις παραγράφους 6 και 8 (υπό τα σημεία (i) και (ii)), καθώς και τα τεκμήρια 4, 5, 8, 14, 18 και 19 που τη συνοδεύουν. Επιπλέον, επικαλείται την ένορκη δήλωση του Μιχάλη Λοή, ημερομηνίας 24/05/2024, και συγκεκριμένα τις παραγράφους 5 (υπό τα σημεία (1) και (2)), 10, 15 και 16, καθώς και τα τεκμήρια 1 έως 3 που τη συνοδεύουν. Η ανωτέρω επίκληση, γίνεται υπό την επιφύλαξη ότι δεν συνιστά σε καμία περίπτωση παραδοχή των ισχυρισμών ή αξιώσεων των ενόρκως δηλούντων, της Ενάγουσας ή/και της Εναγομένης 1, οι οποίοι περιέχονται στις πιο πάνω ένορκες δηλώσεις των Μάριου Χατζηπαύλου και Μιχάλη Λοή, πέραν όσων ρητώς επικαλείται ή σχολιάζει ο Εναγόμενος 2 προς υποστήριξη της αίτησής του. Συναφώς, ο Εναγόμενος 2 επικαλείται και τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας που περιέχονται στην έκθεση απαίτησης.
Όπως προκύπτει από την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση της Μαρίας Τουραπή, ημερομηνίας 31/10/2025, αποτελεί θέση του Εναγόμενου 2 ότι, με βάση τη μαρτυρία που βρίσκεται ήδη ενώπιον του Δικαστηρίου, η Ενάγουσα δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας επί των αξιώσεών της εναντίον του, και ότι δεν υφίσταται άλλος λόγος για τον οποίο η απαίτηση ή τα ζητήματα πρέπει να εκδικαστούν.
Χωρίς να επιχειρείται εκτενής παράθεση της σχετικής μαρτυρίας και των προβαλλόμενων ισχυρισμών, καθότι το Δικαστήριο θα αναφερθεί σε αυτούς όπου και στον βαθμό που κρίνει απαραίτητο κατά την εξέταση της αίτησης και των αναφυόμενων επί της ουσίας ζητημάτων, σημειώνεται, προς χάριν οικονομίας του λόγου και εισαγωγικά, ότι, μέσω της ανωτέρω μάρτυρα, ο Εναγόμενος 2 προωθεί κατ’ ουσίαν τη θέση ότι μεταξύ της Ενάγουσας και του κράτους, δια του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως του Υπουργείου Εσωτερικών, δεν υφίσταται ούτε υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση ικανή να θεμελιώσει τις επίδικες αξιώσεις της παρούσας απαίτησης εναντίον του. Ειδικότερα, προβάλλεται ότι δεν ευσταθούν οι ισχυρισμοί της Ενάγουσας, κατά το μέρος ιδιαιτέρως που αφορούν την ύπαρξη συμβατικής σχέσης μεταξύ αυτής και του κράτους, και ότι οποιαδήποτε συμβατική σχέση, στο μέτρο που συνδέεται με τα επίδικα γεγονότα και αφορά το κράτος, υφίσταται αποκλειστικά μεταξύ του κράτους και της Εναγόμενης 1 και όχι της Ενάγουσας. Υποστηρίζεται επίσης ότι η φερόμενη συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1 δεν δεσμεύει το κράτος, ενώ απορρίπτεται και κάθε ισχυρισμός περί νόμιμης εκχώρησης δικαιωμάτων απορρεόντων από τη συμβατική σχέση μεταξύ του κράτους και της Εναγόμενης 1 από την τελευταία προς την Ενάγουσα.
Επιπλέον, προβάλλεται η θέση του Εναγόμενου 2 ότι, κατόπιν της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης στο πλαίσιο της παρούσας απαίτησης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η συνέχιση της διαδικασίας εναντίον του καθίσταται καταχρηστική, καθότι η αξίωση, ως καταχωρίστηκε, δεν στρεφόταν αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως κατά των Εναγομένων 1 και 2, αλλά αποκλειστικά αλληλεγγύως.
Η ένσταση
Η Ενάγουσα καταχώρισε ένσταση στην πιο πάνω αίτηση, εγείροντας συνολικά οκτώ λόγους για τους οποίους, κατά τη θέση της, δεν δύναται να εκδοθεί συνοπτική απόφαση εναντίον της.
Ειδικότερα, προβάλλει ότι η υπό κρίση αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη και/ή αστήρικτη και ότι δεν συνάδει με τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023, ούτε με την εφαρμοστέα νομοθεσία (λόγος ένστασης 1). Περαιτέρω, προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προβλεπόμενες από τον Νόμο, τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023 και τη νομολογία προϋποθέσεις για την έκδοση συνοπτικής απόφασης, και ότι δεν έχει καταδειχθεί σε καμία περίπτωση ότι η απαίτησή της πρέπει να διαγραφεί ή/και να απορριφθεί (λόγος ένστασης 2). Επιπλέον, προβάλλει ότι η υπό κρίση αίτηση συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, καθότι έχει καταχωρηθεί για αλλότριους σκοπούς, ήτοι για την εκδίκαση ζητημάτων που δεν είναι δεκτικά εξέτασης στο παρόν διαδικαστικό στάδιο (λόγος ένστασης 3). Περαιτέρω, προβάλλει ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την επίδικη αίτηση, περιλαμβάνονται ζητήματα και/ή ισχυρισμοί που αφορούν την ουσία της αγωγής και τα οποία πρέπει να εξεταστούν κατά την ακροαματική διαδικασία και όχι στο παρόν στάδιο, όπως επιχειρεί ο Εναγόμενος 2 (λόγος ένστασης 4). Επιπρόσθετα, προβάλλει ότι στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την αίτηση, περιέχονται αναληθείς και/ή παραπλανητικοί ισχυρισμοί (λόγος ένστασης 5). Επίσης, προβάλλει ότι δεν συντρέχουν ικανοποιητικοί λόγοι για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, καθότι μέσω της αίτησης, επιχειρείται η εξάλειψη του βάσιμου του αγώγιμου δικαιώματός της (λόγος ένστασης 6). Περαιτέρω, προβάλλει ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023, καθότι τα ζητήματα που εγείρονται άπτονται της ουσίας της διαφοράς και δεν δύνανται να εξεταστούν στο πλαίσιο της επίδικης αίτησης (λόγος ένστασης 7). Τέλος, προβάλλει ότι με την επίδικη αίτηση ο Εναγόμενος 2 αποσκοπεί στον εκτροχιασμό και/ή στην καθυστέρηση της διαδικασίας και, σε κάθε περίπτωση, στην αποστέρηση του δικαιώματός της να προωθήσει την υπόθεσή της ενώπιον του Δικαστηρίου μέσω ακροαματικής διαδικασίας, προβάλλοντας τις θέσεις της και καλώντας μάρτυρες, προς πλήρη και αποτελεσματική άσκηση των νομίμων δικαιωμάτων της (λόγος ένστασης 8).
Προς υποστήριξη της ένστασής της, η Ενάγουσα επικαλείται τους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς 2023, και συγκεκριμένα τα Μέρη 1 έως 4, 16, 22, 23, 23.7, 24, 32, 37 και 39, το Σύνταγμα, την Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, το κοινοδίκαιο, τη σχετική νομολογία και πρακτική του Δικαστηρίου, καθώς και τις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.
Ως πραγματικό υπόβαθρο προς υποστήριξη της πιο πάνω ένστασης, η Ενάγουσα στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του διευθυντή της, Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 13/01/2026, καθώς και σε στοιχεία που προκύπτουν από τον φάκελο της υπόθεσης και ειδικότερα, από την ένορκη δήλωση του ιδίου ημερομηνίας 12/03/2024, από το έντυπο και την έκθεση απαίτησης, καθώς και από την απάντηση στην υπεράσπιση.
Στο παρόν στάδιο της απόφασης, το Δικαστήριο δεν επιχειρεί την παράθεση της σχετικής μαρτυρίας και ισχυρισμών της Ενάγουσας, καθότι θα αναφερθεί σε αυτούς όπου και στον βαθμό που κρίνει απαραίτητο κατά την εξέταση της αίτησης και των προκύπτοντων ζητημάτων επί της ουσίας, σε συνάρτηση και με τους ανωτέρω λόγους ένστασης της.
Το νομικό πλαίσιο
Η διαδικασία με την οποία το Δικαστήριο δύναται να αποφασίσει επί απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος χωρίς τη διεξαγωγή δίκης, προβλέπεται στο Μέρος 24 των Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023. Μεταξύ άλλων, το Δικαστήριο, κατόπιν αίτησης ή αυτεπαγγέλτως, δυνάμει του Μέρους 24 και σύμφωνα με τον Κ.24.6(1)(β), δύναται να εκδώσει διάταγμα για διαγραφή ή απόρριψη της απαίτησης.
Η διαδικασία της συνοπτικής απόφασης επιτρέπει στο Δικαστήριο να αποκλείσει ολόκληρη την απαίτηση ή μέρος αυτής, όταν η απαίτηση ή το συγκεκριμένο μέρος της δεν παρουσιάζει πραγματική προοπτική επιτυχίας. Συνδέεται στενά με την εξουσία του Δικαστηρίου για διαγραφή, καθότι και οι δύο εξουσίες εξυπηρετούν τον πρωταρχικό σκοπό της ενεργού διαχείρισης της υπόθεσης μέσω της συνοπτικής επίλυσης ζητημάτων που δεν απαιτούν πλήρη εκδίκαση.
Η διαφορά μεταξύ των δύο διαδικασιών έγκειται στο ότι, η συνοπτική απόφαση, εφαρμόζεται όταν τα επικαλούμενα προς υποστήριξη της απαίτησης ή μέρους αυτής πραγματικά περιστατικά κρίνονται ως τόσο αδύναμα ώστε να μην υφίσταται πραγματική προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει άλλος επιτακτικός λόγος για να εκδικαστεί η υπόθεση ή το ζήτημα σε πλήρη ακροαματική διαδικασία, ενώ στη διαγραφή, ο αποκλεισμός βασίζεται στον τρόπο με τον οποίο έχει διατυπωθεί το δικόγραφο της έκθεσης απαίτησης.
Ειδικότερα, σύμφωνα με τον Κ.24.2(1)(α)(i)(β), το Δικαστήριο, δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση εναντίον του ενάγοντος, είτε επί του συνόλου της απαίτησης, είτε επί συγκεκριμένου ζητήματος, εάν κρίνει ότι ο ενάγων δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση ή το ζήτημα θα πρέπει να αποφασιστεί κατόπιν δίκης.
Ο ανωτέρω Κ.24.2(1)(α)(i)(β) είναι ταυτόσημος με τον r.24.3 των Civil Procedure Rules 1998 του Ηνωμένου Βασιλείου (κατόπιν και της τροποποίησης του Part 24 με τους Civil Procedure (Amendment No 3) Rules 2023 (SI 2023/788), ενώ προηγουμένως αντίστοιχη διάταξη ήταν ο r.24.2). Ως εκ τούτου, καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του δύναται να αντληθεί από τη σχετική νομολογία των δικαστηρίων του Ηνωμένου Βασιλείου.
Στο σύγγραμμα Blackstone’s Civil Practice 2021, The Commentary, στην παράγραφο 34.10, σελίδες 638 - 639, αναφέρονται, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα αναφορικά με τα κριτήρια που πρέπει να πληρούνται για την έκδοση συνοπτικής απόφασης από το Δικαστήριο:
«An application for summary judgment is decided applying the test of whether the respondent has a case with a real prospect of success, which is considered having regard to the overriding objective of dealing with the case justly. This has been said to be consistent with the need for a fair trial under art. 6(1) of the European Convention on Human Rights (Three Rivers District Council v Bank of England (No. 3) [2001] UKHL 16, [2003] 2 AC 1). Whether there is a real prospect of success is the same test as that applied in applications to set aside default judgments (see 20.13 and E. D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472, [2003] CPLR 384). The question is whether there is a real prospect of success on the case as pleaded in the particulars of claim (Credit Suisse AG v Arabian Aircraft and Equipment Leasing Co EC [2013] EWCA Civ 1169, [2014] CP Rep 4). (…).
In Swain v Hillman [2001] 1 All ER 91 Lord Woolf MR said that the words ‘no real prospect of succeeding’ did not need any amplification as they spoke for themselves. The word ‘real’ directed the court to the need to see whether there was a realistic, as opposed to a fanciful, prospect of success. The phrase does not mean ‘real and substantial’ prospect of success. Nor does it mean that summary judgment will only be granted if the claim or defence is ‘bound to be dismissed at trial’. Nor that the defence is seriously arguable’ (National Infrastructure Development Co. Ltd v Banco Santander SA [2017] EWCA Civ 27, [2017] 1 Lloyd's Rep 361). Nor does it require compelling evidence, but simply enough evidence to raise a real prospect of a contrary case (Korea National Insurance Corporation v Allianz Global Corporate and Specialty AG [2007] EWCA Civ 1066, LTL 30/10/2007).
In Bee v Jenson [2006] EWHC 2534 (Comm), [2007] RTR 115, the court adopted the approach explained by Potter LJ in E. D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472, [2003] CPLR 384 at [8]:
‘I regard the distinction between a realistic and fanciful prospect of success as appropriately reflecting the observation in [Alpine Bulk Transport Co. Inc. v Saudi Eagle Shipping Co. Inc. [1986] 2 Lloyd's Rep 221] that the defence sought to be argued must carry some degree of conviction. Both approaches require the defendant to have a case which is better than merely arguable, as was formerly the case under RSC ord. 14’.
A claim may be fanciful where it is entirely without substance, or where it is clear beyond question that the statement of case is contradicted by all the documents or other material on which it is based (Three Rivers District Council v Bank of England (No. 3)). The judge should have regard to the witness statements and also to the question of whether the case is capable of being supplemented by evidence at trial (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond [2001 ] BLR 297). Where the respondent’s evidence, taken at its highest, does not raise a possibility of a defence, but is in the realm of a mere (and distinctly improbable) possibility, it is right to enter summary judgment (Akinleye v East Sussex Hospitals NHS Trust [2008] EWHC 68 (QB), [2008] LS Law Medical 216). Conversely, where there is some prospect of success, summary judgment should be refused, and the court should not conduct a mini-trial into disputed questions of fact (Cotton v Rickard Metals Inc. [2008] EWHC 824 (QB), LTL 25/4/2008).
The question of whether there is a real prospect of success is not approached by applying the usual balance of probabilities standard of proof (Royal Brompton Hospital NHS Trust v Hammond). Many cases will succeed at trial, but will be unsuitable for summary judgment because there are complexities, disputes of fact, or further inquiries that need to be resolved through case management and trial before it can be said that the applicant should win on the balance of probabilities. Rather, summary judgment should only be entered where, on the untested written evidence, and whatever further evidence may be found in the future, there is no real prospect of success. (…).
In E. D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel Potter LJ at [6] regarded the terms ‘real prospect’ and ‘realistic prospect’ as interchangeable. Lord Woolf MR in Swain v Hillman said that summary judgment applications have to be kept within their proper role. They are not meant to dispense with the need for a trial where there are issues which should be considered at trial. Further, summary judgment hearings should not be mini-trials. They are simply summary hearings to dispose of cases where there is no real prospect of success. Without allowing the application to become a mini-trial, there are occasions when the court has to consider fairly voluminous evidence in order to understand the facts that are in issue (Miles v ITV Networks Ltd [2003] EWHC 3134 (Ch), LTL 9/12/2003).».
Στο ίδιο προαναφερόμενο σύγγραμμα, στην παράγραφο 34-11, σελίδα 640, αναφορικά με το βάρος απόδειξης, αναφέρονται τα εξής:
«34.11 In E. D. and F. Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472, [2003] CPLR 384, Potter LJ said at [9] that the burden of proof is on the applicant to show the respondent’s case has no real prospect of success. Strictly this is no more than an obiter dictum, because the learned judge was dealing with an application to set aside a default judgment, and was contrasting his view of the burden of proof on the two types of application. A similar approach was taken in Director of the Assets Recovery Agency v Woodstock [2006] EWCA Civ 741, LTL 18/5/2006, where the Court of Appeal said that the onus is on the applicant. Tuckey LJ said that where the applicant establishes a prima facie case against the respondent, there is an evidential burden on the respondent to show a case answering that advanced by the applicant. A respondent who shows a prima facie case in answer should ordinarily be allowed to take the matter to trial.».
Από τα προαναφερόμενα προκύπτει ότι, το αν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας του ενάγοντος, πρέπει να αξιολογείται με βάση την υπόθεση όπως αυτή έχει διατυπωθεί στην έκθεση απαίτησης.
Η φράση «δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας», δεν χρειάζεται καμία περαιτέρω διευκρίνιση, καθώς είναι αυτονόητη. Η λέξη «πραγματική», κατευθύνει το Δικαστήριο στην ανάγκη να εξετάσει αν υπάρχει μια ρεαλιστική, σε αντίθεση με μια απλώς θεωρητική ή χωρίς πραγματική βάση και απίθανη («φανταστική»), προοπτική επιτυχίας. Η φράση δεν σημαίνει «πραγματική και ουσιαστική» προοπτική επιτυχίας. Ούτε σημαίνει ότι θα εκδοθεί συνοπτική απόφαση μόνο εάν η απαίτηση είναι «καταδικασμένη να απορριφθεί στη δίκη». Επίσης, δεν απαιτούνται αποδεικτικά στοιχεία τόσο ισχυρά και πειστικά ή επιτακτική μαρτυρία, αλλά απλώς επαρκής μαρτυρία, ήτοι κάποιου βαθμού πειστικότητας, ώστε να δημιουργείται μια πραγματική προοπτική αντίθετης εκδοχής της υπόθεσης, ήτοι υπόθεσης που είναι κάτι περισσότερο από απλώς υποστηρίξιμη ή συζητήσιμη, δηλαδή υπόθεσης με ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας.
Μια απαίτηση μπορεί να θεωρηθεί απλώς θεωρητική ή χωρίς πραγματική βάση και απίθανη («φανταστική»), όταν είναι εντελώς χωρίς ουσιαστικό περιεχόμενο ή όταν είναι πρόδηλα σαφές ότι οι ισχυρισμοί που προβάλλονται στην έκθεση απαίτησης αντικρούονται από όλα τα έγγραφα ή άλλο υλικό στο οποίο αυτοί βασίζονται. Προς εξέταση τούτου, το Δικαστήριο, πέραν των ισχυρισμών που διατυπώνονται στην έκθεση απαίτησης και πάντοτε σε συνάρτηση με αυτούς, πρέπει να λαμβάνει υπόψη το ενώπιόν του τεθέν μαρτυρικό υλικό και επίσης, το κατά πόσο, βάσει της ενώπιόν του τεθείσας μαρτυρίας, η υπόθεση του ενάγοντος είναι δυνατό να συμπληρωθεί με αποδεικτικά στοιχεία κατά τη δίκη. Όταν η μαρτυρία του ενάγοντος, ακόμη και αν τα μαρτυρικά στοιχεία ληφθούν από το Δικαστήριο στην ευνοϊκότερη για αυτόν εκδοχή, δεν δημιουργούν πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης, αλλά βρίσκονται στο πεδίο μιας απλής θεωρητικής και σαφώς αβάσιμης ή απίθανης πιθανότητας, τότε είναι ορθό να εκδοθεί συνοπτική απόφαση. Αντιθέτως, όταν υπάρχει ρεαλιστική προοπτική επιτυχίας, η αίτηση για συνοπτική απόφαση πρέπει να απορρίπτεται και το Δικαστήριο δεν πρέπει να διεξάγει «μικρή δίκη» (mini-trial) επί αμφισβητούμενων πραγματικών ζητημάτων. Συνοπτική απόφαση πρέπει να εκδίδεται μόνο όταν, βάσει της έγγραφης μαρτυρίας που δεν έχει περάσει από τη βάσανο της αξιολόγησης κατόπιν ακρόασης, και ανεξάρτητα από οποιαδήποτε περαιτέρω αποδεικτικά στοιχεία ενδέχεται να παρουσιαστούν ή προκύψουν στο μέλλον, δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχίας του ενάγοντος επί της απαίτησης.
Όπως συναφώς αναφέρεται στο σύγγραμμα Zuckerman on Civil Procedure: Principles of Practice, 4η έκδοση, στις παραγράφους 9.64 - 9.65, σελίδα 419:
«The test of “a real prospect of succeeding” must (…) be understood in the context of the (…) policy to promote proportionate use of resources. The purpose of the CPR test is to avoid the use of the normal pre-trial and trial procedures for resolving disputes that cannot benefit from use of these procedures. It follows that summary judgment must be given where the normal processes are not likely to turn up something that could make a difference to the outcome.
Whether a party has a real prospect of success therefore depends on an assessment of two distinct matters: first, whether the party has a real prospect of success on the basis of the facts that are known at the time; and second, whether there is a real prospect that some material support for the party’s case would emerge if the case followed the normal procedural route. It is only when the court is convinced that the party has no real prospect in respect of both these matters that the use of the normal process would be wasteful.».
Όπως ακολούθως επεξηγείται στο πιο πάνω σύγγραμμα, με αναφορά στην απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση S v. Gloucestershire County Council, [2000] 3 All ER 346, το Δικαστήριο, προτού ικανοποιήσει αίτημα για έκδοση συνοπτικής απόφασης, πρέπει να ικανοποιείται για τα ακόλουθα: (1) ότι ενώπιόν του έχουν τεθεί όλα τα ουσιώδη και σχετικά γεγονότα, τα οποία ευλόγως θα μπορούσαν να τεθούν ενώπιόν του· (2) ότι τα εν λόγω γεγονότα είναι αδιαμφισβήτητα ή ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική επιτυχούς αμφισβήτησής τους· και (3) ότι δεν υπάρχει πραγματική προοπτική η προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη, να επηρεάσει την εκτίμηση του Δικαστηρίου επί των γεγονότων.
Όπως αναφέρεται, το Court of Appeal στην εν λόγω απόφαση τόνισε ότι ακόμη και όταν υπάρχουν κενά στη μαρτυρία, το Δικαστήριο μπορεί να προχωρήσει στην έκδοση συνοπτικής απόφασης, εφόσον δεν υπάρχει πραγματική προοπτική τα κενά αυτά να καλυφθούν.
Συναφώς, οι συγγραφείς αναφέρουν, παραπέμποντας και στη νομολογία, ότι κατά την εξέταση του κατά πόσο πληρούνται τα κριτήρια έκδοσης συνοπτικής απόφασης, το Δικαστήριο πρέπει να λαμβάνει υπόψη ποιο αποδεικτικό υλικό είναι και ποιο δεν είναι διαθέσιμο ενώπιόν του, και να διστάζει πριν καταλήξει σε τελική απόφαση χωρίς δίκη, όταν υπάρχουν εύλογοι λόγοι να πιστεύεται ότι μια πληρέστερη διερεύνηση των γεγονότων θα συμπλήρωνε ή θα μετασχημάτιζε το διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό, επηρεάζοντας έτσι την έκβαση της υπόθεσης.
Ως προς την αρχή ότι το Δικαστήριο κατά την εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν πρέπει να διεξάγει «μικρή δίκη» (mini-trial) επί αμφισβητούμενων πραγματικών ζητημάτων, οι συγγραφείς αναφέρουν στην παράγραφο 9.68, σελίδα 421, ότι το μόνο που εννοείται με αυτό είναι ότι, εάν κατά την ακρόαση αίτησης για συνοπτική απόφαση το Δικαστήριο καταλήξει ότι τα ζητήματα πρέπει να επιλυθούν μέσω ακροαματικής διαδικασίας, δεν πρέπει στη συνέχεια να συνεχίσει την ακρόαση της αίτησης σαν να επρόκειτο για διαδικασία δίκης. Και εξηγεί με παραδείγματα:
«For example, if the court concludes that the resolution of factual issues requires witness testimony that needs to be tested by cross-examination, or if it considers that the dispute raises complex issues of fact, then it must not proceed with the summary judgment hearing as if it were a trial.».
Τονίζει ωστόσο, με αναφορά σε νομολογία, και το εξής:
«But the principle does not preclude a summary judgment wherever there is a dispute of fact, or witness evidence which, untested, tends to support the claim or defence of the party against whom summary judgment is sought. It may be clear that there is no real substance to the witness’ assertions, especially if they are contradicted by contemporaneous documents. However, it has been said that where witness testimony has been offered in opposition to an application for summary judgment the court must be convinced that it is so obviously untrue that it is fanciful to suggest that it might be accepted before granting the application.».
Και επεξηγεί συναφώς ότι:
«On an application for summary judgment the court must assess the coherence and plausibility of factual allegations, and consider the correctness of the parties’ legal arguments.».
Με βάση συνεπώς τα ανωτέρω, το Δικαστήριο, κατά την εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση, δεν πρέπει να διεξάγει «μικρή δίκη» (mini-trial) επί αμφισβητούμενων πραγματικών ζητημάτων, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση όπου υπάρχει διαφορά επί των γεγονότων ή μαρτυρία η οποία, χωρίς να έχει αξιολογηθεί κατόπιν ακρόασης, τείνει να υποστηρίζει την απαίτηση του ενάγοντος, αποκλείεται η έκδοση συνοπτικής απόφασης. Και τούτο, διότι μπορεί να είναι σαφές ότι δεν υπάρχει ουσιαστικό περιεχόμενο στους εν λόγω ισχυρισμούς και στη μαρτυρία, ιδίως όταν αυτοί αντικρούονται από έγγραφα σύγχρονα της επίδικης περιόδου. Σε μια τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο μπορεί να κρίνει ότι αυτοί είναι τόσο προδήλως αναληθείς, ώστε να είναι απλώς θεωρητικό ή χωρίς πραγματική βάση και απίθανο («φανταστικό») να υποτεθεί ότι θα μπορούσαν να γίνουν αποδεκτοί.
Είναι συναφώς αποδεκτό ότι, κατά την εξέταση αίτησης για συνοπτική απόφαση, το Δικαστήριο αξιολογεί τη συνοχή και την πειστικότητα των προβαλλόμενων πραγματικών ισχυρισμών και εξετάζει την ορθότητα των νομικών επιχειρημάτων των διαδίκων. Περαιτέρω, χωρίς να επιτρέπεται η αίτηση να μετατραπεί σε «μικρή δίκη» (mini-trial), υπάρχουν περιπτώσεις κατά τις οποίες το Δικαστήριο οφείλει να εξετάσει εκτεταμένο αποδεικτικό υλικό, προκειμένου να κατανοήσει τα επίδικα πραγματικά περιστατικά. Για τον λόγο αυτό, όπως αναφέρουν οι συγγραφείς στην παράγραφο 9.69, στη σελίδα 421, δεν τίθεται ζήτημα παράβασης του δικαιώματος σε δίκαιη δίκη που κατοχυρώνει το Άρθρο 6 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου ─ βασικές πτυχές του οποίου κατοχυρώνονται από το Άρθρο 30 του Συντάγματος:
«For this reason, a summary judgment cannot be criticised as a denial of access to court under ECHR art. 6, because it involves a determination on the merits by a court of competent jurisdiction after a hearing at which all sides have an opportunity to present their case.».
Το βάρος απόδειξης φέρει ο εναγόμενος να καταδείξει ότι η υπόθεση του ενάγοντος δεν έχει, κατά την προαναφερόμενη έννοια, πραγματική προοπτική επιτυχίας και, όταν ο εναγόμενος καταδείξει εκ πρώτης όψεως υπόθεση κατά του ενάγοντος, μετατίθεται αποδεικτικό βάρος στον ενάγοντα να προβάλει υπόθεση η οποία, κατά την ανωτέρω έννοια, απαντά σε εκείνη που προωθεί ο εναγόμενος. Όταν ο ενάγων επιτύχει να προβάλει εκ πρώτης όψεως υπόθεση προς απάντηση, το Δικαστήριο θα πρέπει, κατά κανόνα, να επιτρέπει την εκδίκαση της υπόθεσης.
Η κρίση του Δικαστηρίου
Στην έκθεση απαίτησης που καταχώρισε η Ενάγουσα στις 15/04/2024 σε συνέχεια της καταχώρισης του εντύπου απαίτησης, εκτίθενται τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζει την απαίτησή της, καθώς και οι σχετικές αξιώσεις της.
Ο Εναγόμενος 2 είναι ο Γενικός Εισαγγελέας, καθότι η αγωγή της Ενάγουσας στρέφεται κατά της Δημοκρατίας.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, την 05/08/2020, συνήφθη σύμβαση με το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ως εργοδότη, για τη διαμόρφωση, ανάπλαση και κατασκευή του αλιευτικού καταφυγίου του ποταμού στο Λιοπέτρι (Φάση Α) (εφεξής «η Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου»).
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται περαιτέρω ότι, κατά ή περί τα τέλη Μαρτίου 2023 και δη περί την 22/02/2023, ήλθε σε επικοινωνία και άρχισε διαπραγματεύσεις με την Εναγόμενη 1, προφορικά, μέσω αλληλογραφίας και γραπτώς, για την προμήθεια φωτιστικών και συναφών υλικών για το έργο.
Περαιτέρω, κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων, συζητήθηκαν διάφοροι τρόποι πληρωμής της Ενάγουσας για τα προς προμήθεια αγαθά, περιλαμβανομένης πρότασης της Εναγόμενης 1, η οποία κοινοποιήθηκε περί την 24/05/2023, για απευθείας πληρωμή της από τον εργοδότη.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά ή περί τα τέλη Ιουνίου 2023 και δη την 28/06/2023, ενημερώθηκε μέσω αλληλογραφίας από την Εναγόμενη 1, διά των εκπροσώπων της, για απευθείας πληρωμή της για την προμήθεια των επίδικων προϊόντων από τον εργοδότη. Περαιτέρω, η αλληλογραφία αυτή συνοδευόταν από επιστολή ημερομηνίας 28/06/2023 της Γενικής Λογίστριας προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, με την οποία φέρεται να εγκρίνεται η απευθείας πληρωμή τριών προμηθευτών, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται επιπλέον ότι, την 07/07/2023, η Εναγόμενη 1 της απέστειλε μέσω αλληλογραφίας προσχέδιο συμφωνίας για την προμήθεια φωτιστικών, το οποίο προέβλεπε ρητά απευθείας πληρωμή της από τον εργοδότη.
Περαιτέρω, στην παράγραφο 9, ισχυρίζεται ότι ως αποτέλεσμα των σχετικών παραστάσεων από πλευράς της Εναγομένης αναφορικά με την πληρωμή της για τα προς προμήθεια αγαθά, κατά ή περί τις 10/07/2023, συνήφθη μεταξύ των μερών, ήτοι Ενάγουσας και Εναγομένης 1, συμφωνία προμήθειας με πρόνοια απευθείας καταβολής στην Ενάγουσα από τον εργοδότη, «ήτοι, εκχώρηση του δικαιώματος της Εναγομένης 1 να πληρωθεί το ποσό των φωτιστικών από τον εργοδότη, με εκδοχέα του δικαιώματος την Ενάγουσα» (εφεξής «η Σύμβαση Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023»).
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι αμέσως μετά την υπογραφή της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, ανταλλάχθηκε αλληλογραφία μεταξύ αυτής, της Εναγόμενης 1 και εκπροσώπων του εργοδότη, περιλαμβανομένης της συντονίστριας του έργου Μικέλα Χατζηιωάννου, κατά τις 12/07/2023 και/ή 14/07/2023, σχετικά με τα στοιχεία τραπεζικού λογαριασμού της για την καταβολή της συμφωνηθείσας αμοιβής.
Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι στο πλαίσιο της επικοινωνίας αυτής, εκπρόσωποι του εργοδότη αποδέχθηκαν, ρητά ή σιωπηρά, την εκχώρηση του δικαιώματος πληρωμής από την Εναγόμενη 1 προς όφελος της Ενάγουσας. Ειδικότερα, στην παράγραφο 11 αναφέρεται:
«Στο πλαίσιο της ανωτέρω επικοινωνίας και/ή της ανταλλαχθείσας αλληλογραφίας, συντονίστρια του έργου εκ μέρους του εργοδότη και/ή υπάλληλοι και/ή αντιπρόσωποι του έκαναν ρητά και/ή σιωπηρά αποδεκτή την εκχώρηση του δικαιώματος της Εναγομένης 1 ώστε να πληρωθεί το ποσό των φωτιστικών και/ή άλλων προϊόντων από τον εργοδότη, με εκδοχέα του δικαιώματος την Ενάγουσα».
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά το διάστημα 31/10/2023 έως 14/11/2023, παρέδωσε στην Εναγόμενη 1, στον χώρο του έργου, φωτιστικά, για τα οποία εκδόθηκαν και υπογράφηκαν σχετικά δελτία αποστολής από εκπρόσωπο της Εναγόμενης 1, ενώ, σε αντιστοιχία με τις παραδόσεις, εκδόθηκαν τιμολόγια πώλησης ημερομηνίας 06/11/2023 και 17/11/2023 και πιστωτικό σημείωμα ημερομηνίας 17/11/2023.
Περαιτέρω, με αλληλογραφία ημερομηνίας 07/12/2023 ζήτησε, από τον μηχανικό του έργου και/ή τον αρχιτέκτονα, την έκδοση πιστοποιητικών πληρωμής, στο πλαίσιο της διαδικασίας απευθείας πληρωμής της από τον εργοδότη.
Η Εναγόμενη 1, αναφορικά με το θέμα της εξόφλησης της, παρά τις διάφορες επικοινωνίες και οχλήσεις της Ενάγουσας, διά των εκπροσώπων της, δεν ανταποκρίθηκε και επέδειξε αδιάφορη στάση.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, κατά ή περί την 29/11/2023, εκδόθηκε Πιστοποιητικό Πληρωμής Ηλεκτρολογικών Εργασιών Νο.3, με το οποίο πιστοποιήθηκε η ορθή εκτέλεση των εργασιών και προβλέφθηκε η πληρωμή προς την Εναγόμενη 1 ποσού €301.575,75, που αντιστοιχεί στο 85% του σχετικού τιμολογίου της Εναγόμενης 1 ύψους €354.795,00.
Περαιτέρω, κατά ή περί την 22/12/2023, η τότε δικηγόρος της Ενάγουσας, απέστειλε επιστολή προς τους δικηγόρους του αρχιτέκτονα, με κοινοποίηση στη συντονίστρια του έργου, ζητώντας ενέργειες για έγκριση των εργασιών ώστε να καταστεί δυνατή η απευθείας πληρωμή της Ενάγουσας από τον εργοδότη.
Σε απάντηση, η συντονίστρια του έργου, με επιστολή ημερομηνίας 02/01/2024, ανέφερε ότι αιτήματα απευθείας πληρωμής υπεργολάβων/προμηθευτών υποβάλλονται από τον εργολάβο, ήτοι την Εναγόμενη 1.
Περαιτέρω, την 11/01/2024, η τότε δικηγόρος της Ενάγουσας απέστειλε νέα επιστολή προς τον μηχανικό του έργου και τον αρχιτέκτονα αξιώνοντας την πληρωμή του ποσού €301.575,75 πλέον Φ.Π.Α., αποκλείοντας πληρωμή μέσω της Εναγόμενης 1.
Στις 30/01/2024, απεστάλησαν επιστολές από την τότε δικηγόρο της Ενάγουσας προς το Γενικό Λογιστήριο/Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων για διευκρινίσεις ως προς τη συνέχιση ισχύος της απόφασης απευθείας πληρωμής, καθώς και προς τη συντονίστρια του έργου για ενημέρωση σχετικά με πληρωμές προς τον εργολάβο ή επικείμενες πληρωμές για τις εργασίες της Ενάγουσας. Ισχυρίζεται ότι, σε απάντηση, η συντονίστρια του έργου, ενημέρωσε για την θέση του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ότι δεν είχε υποχρέωση ενημέρωσης της, παραπέμποντας την για σχετική πληροφόρηση στην Εναγόμενη 1.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, βάσει δύο πιστοποιητικών του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, περιλαμβανομένου του υπ’ αρ. 28 ημερομηνίας 29/01/2024, εγκρίθηκε και καταβλήθηκε στην Εναγόμενη 1 για τα επίδικα αγαθά ποσό €196.837,00, το οποίο περιήλθε πρόσφατα σε γνώση της.
Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι η Εναγόμενη 1 ενήργησε κατά παράβαση της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 και της εκχώρησης ημερομηνίας 10/07/2023 και δολίως, ενώ το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, ενήργησε κατά παράβαση της εκχώρησης, τελών εν γνώσει αυτής, και επίσης δολίως.
Η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, παραβίασε τα καθήκοντά του ως εμπιστευματοδόχος του ποσού που αντιστοιχεί στην αξία των φωτιστικών, το οποίο κρατεί προς όφελος της Ενάγουσας, προκαλώντας της ζημία.
Περαιτέρω, η Ενάγουσα ισχυρίζεται ότι, τόσο η Εναγόμενη 1, δυνάμει της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 και εκχώρησης ημερομηνίας 10/07/2023, όσο και ο Εναγόμενος 2, ο οποίος τελούσε σε γνώση και/ή αποδέχθηκε την εκχώρηση, ενήργησαν δολίως, ανέντιμα και συνωμοτικά, με αποτέλεσμα τον αποκλεισμό και αποξένωση της Ενάγουσας από το νόμιμο δικαίωμα είσπραξης του αντιτίμου των αγαθών που προμήθευσε και παρέδωσε, και τα οποία έγιναν αποδεκτά και εγκρίθηκαν από την Εναγόμενη 1 και το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως.
Στη βάση των ανωτέρω ισχυρισμών, η Ενάγουσα προβάλλει εναντίον των Εναγομένων 1 και 2, με την παράγραφο 33, την ακόλουθη αξίωση:
«Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα με την παρούσα αξιώνει:
Α. Απόφαση και/ή Διάταγμα Δικαστηρίου με την οποία οι Εναγόμενοι υποχρεούνται εις πληρωμή προς την Ενάγουσα του ποσού των €365.000,00, πλέον Φ.Π.Α..
(i) εναντίον της Εναγόμενης 1 δυνάμει συμφωνίας προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 και/ή πώλησης και παράδοσης αγαθών και/ή τιμολογίων και/ή δόλου και/ή απάτης.
(ii) εναντίον του Εναγόμενου 2 δυνάμει εκχώρησης και/ή αντιπροσωπείας και/ή των αρχών του αδικαιολόγητου πλουτισμού και/ή δόλου.
Β. Διαζευκτικά και/ή επιπρόσθετα των πιο πάνω, γενικές και/ή ειδικές αποζημιώσεις εναντίων των Εναγομένων 1 και/ή 2 υπέρ της Ενάγουσας λόγω αμέλειας και/ή δόλου και/ή απάτης και/ή καταδολίευσης και/ή συνομωσίας προς καταδολίευση και/ή πρόκλησης βλάβης και/ή ζημιάς στα συμφέροντα της Ενάγουσας.
Γ. Ειδικές και/ή Γενικές και/ή τιμωρητικές και/ή παραδειγματικές αποζημιώσεις εναντίων των Εναγομένων 1 και/ή 2 λόγω αμέλειας και/ή πρόκλησης οικονομικής βλάβης και/ή ζημιάς συνεπεία δόλου και/ή απάτης και/ή καταδολίευσης και/ή συνομωσίας προς καταδολίευση.
Δ. Οποιαδήποτε άλλη και/ή περαιτέρω θεραπεία θεωρήσει το Σεβαστό Δικαστήριο δίκαιη υπό τις περιστάσεις.
Ε. Νόμιμο τόκο.
ΣΤ. Έξοδα, πλέον 19% Φ.Π.Α.».
Όπως έχει αναφερθεί από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Βαττή ν. Αυξεντίου κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 127/2009, 10/01/2014:
«(…) Η θεραπεία («relief»), που απαντάται στο τέλος ενός κλητηρίου εντάλματος ή της έκθεσης απαίτησης, αποτελεί ουσιώδες μέρος της δικογραφίας. Παραπέμπει και ταυτόχρονα προειδοποιεί τον εναγόμενο αφενός ως προς τη θεραπεία που επιζητείται απ΄ αυτόν στη βάση βέβαια των προηγηθέντων λεπτομερειών και αφετέρου καθορίζει την ιδιότητα με την οποία αυτός ενάγεται, (δέστε Odgers´ Principles of Pleading and Practice 21η έκδ. σελ. 42-43, 165-169 και τα πρότυπα αρ. 6, 18, 35 κ.α.). (…).».
Συνεπώς, με την ανωτέρω παράγραφο 33 της έκθεσης απαίτησής της, η Ενάγουσα προειδοποιούσε τους Εναγομένους 1 και 2 ότι, στη βάση των πιο πάνω ισχυρισμών που περιλαμβάνονται στην έκθεση απαίτησης, αξίωνε εναντίον αμφοτέρων τις συγκεκριμένες θεραπείες.
Στις 05/07/2024, σύμφωνα με το πρακτικό της δικασίμου, εκ συμφώνου της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1, εκδόθηκε από το Δικαστήριο η ακόλουθη απόφαση:
«Εκδίδεται εκ συμφωνου απόφαση υπερ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το ποσό των €365.000 πλέον Φ.Π.Α. (19%).
Θα υπάρχει αναστολή εκτέλεσης της απόφασης από μήνα σε μήνα νοουμένου ότι, η Εναγόμενη 1 καταβάλει προς την Ενάγουσα ποσοστό ύψους 11% από το ποσό πληρωμής κάθε έκαστου μηνιαίου Πιστοποιητικού Πληρωμής που εκδίδεται στα πλαίσια του επίδικου Έργου, ήτοι για την Διαμόρφωση του Αλιευτικού Καταφυγίου και Ποταμού Λιοπετρίου (στο εξής «το Έργο»), μέχρι τελικής εξόφλησης αυτού και σε κάθε περίπτωση εάν το 11% ως ανωτέρω είναι λιγότερο των €20.000,00 η Εναγόμενη 1 θα καταβάλλει προς την Ενάγουσα μηνιαίως το ελάχιστο ποσό ύψους €20.000,00 + Φ.Π.Α. (19%) προς πλήρη και τελική εξόφληση του οφειλόμενου ποσού και εξόδων. Η πληρωμή του ποσού των €20.000,00 + Φ.Π.Α. (19%) είναι ανεξάρτητη από οποιαδήποτε πρόοδο του έργου.
Συμφωνείται επίσης ότι, η Εναγόμενη 1, επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται σε σχέση με τη αναστολή, πιο πάνω, θα αποστείλει στον Εναγόμενο 2, εντός τριών (3) ημερών από σήμερα, επιστολή εκχώρησης του δικαιώματος πληρωμής στον ίδιο, ύψους 11% επί όλων των πληρωμών που δικαιούται, ή θα δικαιούται στο μέλλον, αναφορικά με την εργασία της και υλικά που θα παραδώσει και/ή θα τοποθετήσει στο έργο. Αντίγραφο της άνω επιστολής θα αποσταλεί, επίσης, στην Ενάγουσα, εντός του χρονικού πλαισίου των τριών (3) ημερών, ως ανωτέρω αναφέρεται.
Περαιτέρω, συμφωνείται ότι, η Εναγόμενη 1, επιπρόσθετα και ανεξάρτητα από τα όσα αναφέρονται στις προηγούμενες παραγράφους, θα αποστέλλει κάθε έκαστη 1η ημέρα του μηνός ανέκκλητη εκχώρηση του δικαιώματος απευθείας πληρωμής της Ενάγουσας από τον Εναγόμενο 2 ύψους 11% από κάθε έκαστο Πιστοποιητικό Πληρωμής που θα εκδίδεται στα πλαίσια του επίδικου Έργου ή ποσού €20.000 + Φ.Π.Α. (19%), ότι είναι ψηλότερο, μέχρι τελικής εξόφλησης του πιο πάνω πληρωτέου ποσού. Αντίγραφο της επιστολής θα αποστέλλεται και στην Ενάγουσα.
H Εναγόμενη 1 αναλαμβάνει όπως αποστέλλει αντίγραφο εκάστου πιστοποιητικού πληρωμής προς την Ενάγουσα από σήμερα και/ή μέχρι εξόφληση του εξ ’αποφάσεως χρέους. Σε περίπτωση παράλειψης υπό της Εναγόμενης 1, εκτέλεσης των πιο πάνω ή μιας υποχρέωσης εξ’ αυτών, τότε ολόκληρο το εξ αποφάσεως χρέος θα καθίσταται άμεσα πληρωτέο και απαιτητό.
Όσον αφορά τα έξοδα αυτά επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγόμενων 1 ως αυτά θα υπολογιστούν εναντίον των Εναγομένων 1 και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Τα εκδοθέντα προσωρινά Διατάγματα ημερομηνίας 13/03/2024 ακυρώνονται.
Τα έξοδα της αίτησης που αφορούν τον Εναγόμενο 2, για την ενδιάμεση αίτηση παραμένουν στην πορεία της υπόθεσης και θα συνυπολογιστούν στο τέλος της διαδικασίας. Η αγωγή ορίζεται στις 23/09/2024 η οποία παραμένει μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2. Ο χρόνος για καταχώριση έκθεση υπεράσπισης για τον Εναγόμενο 2, παρατείνεται μέχρι 15/11/2024. Η ημερομηνία 23/09, δίνεται ως ενδιάμεση αφού υπάρχει πιθανότητα διευθέτησης ολόκληρης της αγωγής. Τα έξοδα στην πορεία. Κατάλογος εξόδων 12/07/2024.».
Η έκδοση της πιο πάνω απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 εγείρει, όπως συνάγεται από την πιο πάνω θέση του Εναγομένου 2, ζήτημα εφαρμογής του δόγματος της συγχώνευσης (doctrine of merger).
Τούτο, καθότι το δεδικασμένο που απορρέει από απόφαση μεταξύ των διαδίκων (cause of action estoppel), μεταξύ άλλων, προϋποθέτει ότι οι διάδικοι της δικαστικής απόφασης είναι τα ίδια πρόσωπα με τους διαδίκους της διαδικασίας στην οποία προβάλλεται ο αποκλεισμός (estoppel). Για το προκείμενο, στην νομική εγκυκλοπαίδεια Halsbury's Laws of England, Volume 12Α (2020) (ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK, ημερομηνία πρόσβασης 23/04/2026), στην παράγραφο 1568 αναφέρεται:
«The doctrine of res judicata provides that, where a decision is pronounced by a judicial or other tribunal with jurisdiction over a particular matter, that same matter cannot be reopened by parties bound by the decision, save on appeal. It is most closely associated with the legal principle of 'cause of action estoppel', which operates to prevent a cause of action being raised or challenged by either party in subsequent proceedings where the cause of action in the later proceedings is identical to that in the earlier proceedings, the latter having been between the same parties (or their privies), and having involved the same subject matter.».
Στην προκείμενη περίπτωση, η προϋπόθεση αυτή δεν πληρούται, καθότι η εκδοθείσα απόφαση αφορά την Ενάγουσα και την Εναγόμενη 1 και όχι τον Εναγόμενο 2.
Όπως, σχετικά με το δόγμα της συγχώνευσης (doctrine of merger), επεξηγήθηκε σχετικά πρόσφατα από το Ανώτατο Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου στην υπόθεση Zavarco plc v. Nasir, [2025] 3 All ER 1:
«The doctrine of merger was developed as a means to promote finality in litigation and to prevent duplicative and vexatious litigation. Unlike the standard defence of res judicata in the form of cause of action estoppel, which prevents the contradiction of an earlier judgment as to the existence or non-existence of a cause of action, merger was designed to make a litigant seek his or her remedies in one action by extinguishing a cause of action when judgment has been given on it. (…)».
Πρόκειται για δόγμα που πηγάζει από το κοινό δίκαιο και τυγχάνει εφαρμογής σε τομείς του αστικού δικαίου. Ειδικότερα, σε ό,τι αφορά τις περιπτώσεις συνοφειλής, ο ενάγων δύναται να εγείρει αγωγή εναντίον ενός εκ των συνοφειλετών, ο οποίος ενδέχεται να μην προβάλλει ένσταση. Ωστόσο, κατά τον γενικό κανόνα, εφόσον η αγωγή προχωρήσει και εκδοθεί απόφαση εναντίον του συγκεκριμένου εναγομένου, τούτο δύναται να αποκλείσει τη δυνατότητα συνέχισης ή άσκησης αγωγής κατά των λοιπών συνοφειλετών, έστω και αν η δικαστική απόφαση παραμένει ανεκτέλεστη.
Στην νομική εγκυκλοπαίδεια Halsbury's Laws of England, Volume 22 (2025) (ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK, ημερομηνία πρόσβασης 02/04/2026), οι αρχές που διέπουν την εφαρμογή του δόγματος συνοψίζονται στην υποσημείωση 3 της παραγράφου 440 ως ακολούθως:
«At common law, as a general rule a judgment recovered against one or more of a number of joint debtors barred an action against the others, even if the creditor did not know of their existence at the time when the first action was brought, and even if the judgment was not satisfied: King v Hoare (1844) 13 M & W 494; Kendall v Hamilton (1879) 4 App Cas 504, HL. The rule applied equally whether the joint debtors were sued together or in separate actions, and whether judgment was obtained by consent or otherwise: McLeod v Power [1898] 2 Ch 295. The plaintiff could not evade the rule by having the judgment set aside with the consent of the debtor against whom it was obtained: Hammond v Schofield [1891] 1 QB 453, DC. The rule had no application in cases where the liability of the debtors was several as well as joint: see Blumfield's Case (1596) 5 Co Rep 86b; Higgen's Case (1605) 6 Co Rep 44b; Ayrey v Davenport (1807) 2 Bos & PNR 474; Lechmere v Fletcher (1833) 1 Cr & M 623; King v Hoare (1844) 13 M & W 494; Re Davison, ex p Chandler (1884) 13 QBD 50; Blyth v Fladgate [1891] 1 Ch 337.
However, there were a number of exceptions to this rule at common law, whereby the judgment was no bar to an action against a joint debtor, eg: (1) where the second action was not in respect of an identical cause of action (Drake v Mitchell (1803) 3 East 251; Wegg Prosser v Evans [1895] 1 QB 108, CA); (2) where a partner died, actions might be brought against the surviving partners as well as against the estate of the deceased partner (Liverpool Borough Bank v Walker (1859) 4 De G & J 24; Re Outram, ex p Ashworth and Outram (1893) 63 LJQB 308; Re Hodgson, Beckett v Ramsdale (1885) 31 ChD 177, CA); (3) where the defendant being sued agreed to the judgment being taken against the first defendant and agreed that their own liability should remain until that judgment was satisfied (Duffner v Bowyer (1924) 40 TLR 700).».
Στην πιο πάνω αναφερόμενη υπόθεση Re Hodgson; Beckett v. Ramsdale, [1881-85] All ER Rep 931 το δόγμα επεξηγήθηκε ως ακολούθως:
«The common law principle that a judgment recovered against a joint debtor is a bar to a further action to be prosecuted against another joint debtor is explained at length in King v Hoare (2). There is in the case of a joint contract and joint debt, as distinguished from a case of joint and several contract and joint and several debt, only one cause of action. The party injured may sue at law all the joint contractors, or be may sue one, subject in the latter case to the right of the single defendant to plead in abatement; but whether an action in the case of a joint debt is brought against one debtor or against all the debtors, or continued against one debtor or all the debtors, it is for the same cause of action - there is only one cause of action.
This rule, though the advantage or disadvantage of it may have been questioned in times long past, has now passed into the law of this country. I should only wish to observe that, whether or no the rule by the light of pure reason and unassisted by authority might or might not have recommended itself to modern minds, the rule is by no means a technical rule. It is based, rightly or wrongly, on the idea that a joint debtor has a right to demand, if he pleases, that be shall be sued at one and the same time with all his co-debtors. To enforce this right he is entitled to plead in abatement, but the right is one of considerable business value, and is so recognised by the law. In order to protect each of the joint debtors the law treats the cause of action as being a joint one, and as capable of being merged whenever it is pursued to a judgment. It is absorbed and merged in the judgment which is recovered against one of the debtors, not only as against him, but as against all the rest, and the object is to prevent the prejudice which the law conceives might arise to a joint debtor who is not being sued, if he were left with future litigation still hanging over his head. All his liability is merged, therefore, in the judgment, the old debt disappears and the judgment is left in its place. That is the legal view which has been laid down in King v Hoare, (2) and that was the real ground of the decision in Kendall v Hamilton (1).».
Στο Ηνωμένο Βασίλειο, παρά την κατάργηση του δόγματος με τα Sections 3 και 7(1) του Civil Liability (Contribution) Act 1978, έχει κριθεί από το Court of Appeal ότι ο εν λόγω Νόμος δεν εφαρμόζεται στις περιπτώσεις όπου η απόφαση εναντίον ενός εκ των συνοφειλετών εκδίδεται εκ συμφώνου, καθότι μια τέτοια απόφαση λειτουργεί ως συμφωνία και ικανοποίηση (accord and satisfaction) και αποκλείει την υποβολή ή προώθηση αξίωσης κατά των λοιπών συνοφειλετών, εκτός εάν υπάρχει ρητή ή σιωπηρή συμφωνία ότι διατηρούνται τα δικαιώματα του ενάγοντος έναντι των υπολοίπων. Ελλείψει ρητής επιφύλαξης δικαιώματος, θα πρέπει υπό τις περιστάσεις να είναι αυτονόητο και να οδηγεί στο αναπόδραστο συμπέρασμα ότι υπήρξε κοινή πρόθεση των μερών μια τέτοια επιφύλαξη έπρεπε να συναχθεί σιωπηρώς ως όρος του συμβιβασμού (βλ. Morris v. Wentworth-Stanley, [1999] 1 FLR 83 (CA) και, με σχετική συνάφεια, βλ. επίσης Καλογήρου ως εκκαθαριστής της Εταιρείας Διαθέσεων Βασιλικού Απόλλων ν. Πρωτοπαπά, κ.α., (2016) 1 Α.Α.Δ. 1901).
Εκ των ανωτέρω προκύπτει ότι κρίσιμης σημασίας για την εφαρμογή του δόγματος, είναι η διαπίστωση βάσης αγωγής που θέτει ζήτημα εις ολόκληρον ευθύνης (joint liability) των εναγομένων, σύμφωνα με τη γενική αρχή ότι η εις ολόκληρον ευθύνη δημιουργεί μόνο μία και ενιαία υποχρέωση.
Ξεκινώντας από το τι αποτελεί βάση αγωγής η οποία «αποσβένεται» (extinguished) ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του δόγματος, στην υπόθεση Zavarco plc v. Nasir, [2025] 3 All ER 1 αποφασίστηκε ότι περιλαμβάνει το δικαίωμα σε θεραπεία υπό τις συγκεκριμένες πραγματικές περιστάσεις. Όπως χαρακτηριστικά ειπώθηκε:
«The facts are the facts and cannot be extinguished by a judgment. It is the right to claim a further remedy arising from those factual circumstances and not the factual circumstances themselves, that the first judgment extinguishes by creating an obligation of a higher nature.».
Η εκ συμφώνου δικαστική απόφαση δημιουργεί υποχρέωση ανώτερης φύσεως, η οποία ενεργοποιεί την εφαρμογή του δόγματος και εξουδετερώνει το δικαίωμα σε θεραπεία που προκύπτει από τα συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά κατά των λοιπών εναγομένων, ήτοι στις περιπτώσεις όπου υφίσταται μόνο μία βάση αγωγής, όπως στην περίπτωση κοινής σύμβασης και συμβατικών υποχρεώσεων και/ή κοινής οφειλής.
Στη βάση των ανωτέρω, η εξέταση της αξίωσης που διατυπώνει η Ενάγουσα στην παράγραφο 33 της έκθεσης απαίτησης και, ειδικότερα, η θεραπεία υπό το στοιχείο Α αυτής, ─η οποία αδιαμφισβήτητα αποτελεί τη βάση της εκ συμφώνου απόφασης που εκδόθηκε υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1─, καταδεικνύει ότι, με την απαίτησή της η Ενάγουσα αξίωνε εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 το ποσό των €365.000,00 πλέον Φ.Π.Α., εκ του τρόπου διατύπωσης της οποίας και των σχετικών λεπτομερειών της έκθεσης απαίτησης συνάγεται ότι, το εν λόγω ποσό, αντιμετωπίζεται ως χρέος που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου και τη Σύμβαση Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, θέτοντας κατ’ ουσία ζήτημα εις ολόκληρον ευθύνης των Εναγομένων 1 και 2.
Αναφορικά με τα ανωτέρω και τη διαπίστωση του Δικαστηρίου ότι η αξίωση της Ενάγουσας εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εδράζεται σε φερόμενο χρέος, σημειώνεται ότι, στις περιπτώσεις κατά τις οποίες σύμβαση προβλέπει την καταβολή ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την παροχή υπηρεσιών από ένα εκ των συμβαλλομένων μερών ή, γενικότερα, για την εκπλήρωση συγκεκριμένης υποχρέωσης, το μέρος αυτό, με την εκπλήρωση της υποχρέωσής του, αποκτά δικαίωμα είσπραξης του συμφωνηθέντος ποσού. Η αποκατάσταση του σε περίπτωση αθέτησης, δεν συνιστά αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης ως χρέους. Και αυτό, επειδή η αξίωση του ενάγοντος αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης του εναγομένου να εκτελέσει τα όσα έχει υποσχεθεί. Την καταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος. (Βλ. Εταιρεία Πέππης Λτδ ν. Andreas Demetriades Consulting Services Ltd, (2006) 1 Α.Α.Δ. 100 και J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν. Γλυκή, (2005) 1 Α.Α.Δ. 266).
Ως εκ τούτου, ενάγοντας που βασίζει την αγωγή του σε χρέος, δεν φέρει το βάρος απόδειξης απώλειας ή ζημιάς, αλλά απλώς οφείλει να αποδείξει την ύπαρξη ρητής ή εξυπακουόμενης συμφωνίας/όρου για την πληρωμή του ποσού αυτού της σύμβασης, σε περίπτωση εκπλήρωσης των συμβατικών του υποχρεώσεων. Κατά συνέπεια, κανόνες του δικαίου των συμβάσεων που αφορούν το ζήτημα της αποζημίωσης για απώλεια ή ζημιά που προκλήθηκε λόγω παράβασης της σύμβασης, δεν εισέρχονται προς εξέταση (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, παράγραφοι 21-001 και 21-002).
Χρέος, συνεπώς, θεωρείται ότι υπάρχει, όπου ο ενάγοντας έχει εκπληρώσει όλες τις πράξεις οι οποίες, βάσει των όρων της σύμβασης, του δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί. Όπως αναφέρεται στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στη σελίδα 935, στο μέρος που επιγράφεται «Several Distinct Debts», χρέος λογίζεται:
«Any pecuniary liability, which has been quantified or is capable of being quantified, on the basis of a contract or on the principles of law, is a debt. It must be an ascertained amount. ... The test to determine whether the dues to the plaintiff are one debt or several distinct debts is whether he can sue for such dues separately ...».
Ως εκ τούτου, το κατά πόσο η υποχρέωση για πληρωμή του ενάγοντος έχει προκύψει, εξαρτάται κυρίως από τους όρους της σύμβασης. Όπου οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι διαιρετές, από την άποψη ότι η σύμβαση δίδει το δικαίωμα τμηματικής πληρωμής για κάθε στάδιο εκτέλεσης, κατά γενική αρχή, ο ενάγοντας μπορεί να εγείρει αγωγή για κάθε μέρος του συμβατικού τιμήματος καθώς ολοκληρώνεται η εργασία ή εκπληρώνεται η υποχρέωση που αφορά το μέρος αυτό σε περίπτωση άρνησης ή παράλειψης πληρωμής του. Στην περίπτωση όμως που οι συμβατικές υποχρεώσεις του ενάγοντος είναι αδιαίρετες, δηλαδή, η σύμβαση είναι αδιαίρετη («entire agreement»), ο ενάγοντας, κατά γενική αρχή, δεν μπορεί να ανακτήσει τίποτα προτού ουσιαστικά ολοκληρώσει στο σύνολό τους τις συμβατικές του υποχρεώσεις (βλ. στο σύγγραμμα Treitel, The Law of Contract, 14η έκδοση, στις παραγράφους 17-031 και 17-035 και 17-036).
Σχετικά με τα προαναφερόμενα, είναι και τα αναφερόμενα στο σύγγραμμα Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, στις σελίδες 1272 και 1273, στο μέρος που επιγράφεται «Claim for Agreed Sum»:
«Α debt is a definite sum of money fixed by the agreement of the parties as payable by one party in return for the performance of a specified obligation by the other party or upon the occurrence of some specified event or condition; a claim for repayment of debt or deposit, a claim under a guarantee, a policy of insurance, price of goods sold, an employee's remuneration, an indemnity, arrears of instalments under a hire purchase agreement, a claim of refund of value of shares, a claim for crediting adjustment in account, a claim for recovery of money due under the terms of the contract, - etc. Where money is unlawfully withheld, the remedy of the claimant is a decree for the recovery of money, and not for damages. Α claim for an agreed sum or for payment of debt differs from a claim of damages for breach of contract, though its damages may be awarded in addition to a claim for debt, for the consequential loss arising out of failure to pay the debt. It is a claim for specific enforcement of the promisor's primary obligation. However, unlike the relief of specific performance, it is available as of right and is not subject to judicial discretion. Α party, claiming payment of debt, need and must prove only his performance, or that the event dependent on which, or the condition subject to which payment was due, has occurred. He cannot sue for the agreed sum, even if he has been prevented from performing his duties under the contract; in that case, he can sue for damages."You cannot claim remuneration under a contract if you have not earned it; if you are prevented from earning it, your only remedy is in damages".
It is not necessary to prove any loss resulting from the defendant's failure to pay, unless he claims damages in addition to the repayment of debt. The rules of duty of mitigation or remoteness do not apply. Moreover, the plaintiff may take the benefit of summary proceedings for recovery. However, an action for recovery of such amount cannot arise, unless the duty to pay has arisen; which depends upon the terms of the contract. Thus, under the terms of the contract, the right to recover the amount may not arise, unless a certain performance has been rendered. Further, if the contract has been repudiated, and the party accepts the repudiation, and elects to terminate, he cannot sue for any sum which, according to the terms of the contract was to accrue to him after the date of termination; his proper remedy is to claim damages. If he elects to reject the repudiation and continue with the contract, he may recover the agreed sum if he has performed all that was required to be performed under the contract.».
Ως εκ των ανωτέρω, τίθεται καταρχήν ζήτημα εφαρμογής του δόγματος της συγχώνευσης (doctrine of merger), ενόψει της έκδοσης εκ συμφώνου απόφασης υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1 για το πιο πάνω ποσό των €365.000,00 πλέον Φ.Π.Α., του οποίου η διεκδίκηση εδράζεται σε φερόμενη συμβατική υποχρέωση καταβολής προς την Ενάγουσα από την Εναγόμενη 1 και το κράτος, λόγω, όπως ισχυρίζεται η Ενάγουσα, εκπλήρωσης όλων των πράξεων οι οποίες, βάσει των όρων της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου και της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, της δίδουν το δικαίωμα να πληρωθεί.
Ωστόσο, το δόγμα αυτό δεν μπορεί να τύχει επιτυχούς επίκλησης από τον Εναγόμενο 2, λαμβανομένου υπόψη του περιεχομένου της εκ συμφώνου απόφασης, όπως αυτό προκύπτει από το πρακτικό της 05/07/2024, στο οποίο, αν και δεν καταγράφονται οι σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων και δεν γίνεται ρητή αναφορά σε επιφύλαξη δικαιωμάτων της Ενάγουσας έναντι του Εναγόμενου 2, συνάγεται η πρόθεση των διαδίκων, και δη της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Από το ίδιο το περιεχόμενο της απόφασης, σε συνδυασμό με τις προγενέστερες δηλώσεις των συνηγόρων, ─περιλαμβανομένης και της συνηγόρου του Εναγόμενου 2 ημερομηνίας 27/06/2024─, στο σύστημα επικοινωνίας της πλατφόρμας i-justice, συνάγεται ότι υπήρξε σιωπηρή συμφωνία διατήρησης των δικαιωμάτων της Ενάγουσας έναντι του Εναγόμενου 2. Υπό τις περιστάσεις, κρίνεται ότι η εν λόγω επιφύλαξη αποτέλεσε σιωπηρό όρο του συμβιβασμού μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1. Σημειώνεται, σε συνάφεια με τα ανωτέρω, η ακόλουθη αναφορά του Δικαστηρίου στην εν λόγω απόφαση:
«Η αγωγή ορίζεται στις 23/09/2024 η οποία παραμένει μεταξύ Ενάγοντα και Εναγόμενου 2. Ο χρόνος για καταχώριση έκθεσης υπεράσπισης για τον Εναγόμενο 2, παρατείνεται μέχρι 15/11/2024. Η ημερομηνία 23/09, δίνεται ως ενδιάμεση αφού υπάρχει πιθανότητα διευθέτησης ολόκληρης της αγωγής.».
Στη βάση των ανωτέρω, το Δικαστήριο δεν διαπιστώνει κατάχρηση διαδικασίας εκ μέρους της Ενάγουσας (βλ. κατ’ αναλογία, Johnson v. Gore Wood & Co, [2002] 2 AC 1).
Στρεφόμενο το Δικαστήριο στο έτερο ζήτημα που, όπως έχει ήδη αναφερθεί ανωτέρω, εγείρει ο Εναγόμενος 2 προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης, ─το οποίο αφορά τη βασιμότητα της καταχωρηθείσας από πλευράς Ενάγουσας απαίτησης εναντίον του, και ειδικότερα τη θέση του ότι μεταξύ της Ενάγουσας και του κράτους, διά του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, δεν υφίσταται ούτε υπήρξε οποιαδήποτε συμβατική σχέση ικανή να θεμελιώσει τις επίδικες αξιώσεις της─, προκύπτουν, από την έκθεση απαίτησης της Ενάγουσας, τα λοιπά δικόγραφα και τη μαρτυρία που προσκομίστηκε στο πλαίσιο της παρούσας αίτησης, τα εξής.
Η σύμβαση, η οποία, κατά τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, συνήφθη στις 05/08/2020 μεταξύ της Εναγόμενης 1 υπό την ιδιότητά της ως εργολάβου και του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως ως εργοδότη, για τη διαμόρφωση, ανάπλαση και κατασκευή του αλιευτικού καταφυγίου του ποταμού στο Λιοπέτρι (Φάση Α), ήτοι η προαναφερθείσα Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών και συνιστά αδιαμφισβήτητα το τεκμήριο 1 στην ένορκη δήλωση του Μιχάλη Λόη, ημερομηνίας 24/05/2024.
Σύμφωνα με τον όρο 3.1 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, στον οποίο γίνεται ρητή και μάλιστα αυτολεξεί αναφορά και από την προαναφερόμενη Μαρία Τουραπή, Προϊστάμενη του Κλάδου Επιμετρήσεων και Προσφορών του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, στην ανωτέρω ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 24/05/2024 (παράγραφος 14.i), καθώς και στη μεταγενέστερη ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 31/10/2025 (παράγραφος 8.vi), η οποία, ως προελέχθη, καταχωρίστηκε προς υποστήριξη της υπό κρίση αίτησης του Εναγόμενου 2:
«Εκχώρηση του Συμβολαίου.
3.1. Ο Εργολάβος δεν έχει δικαίωμα να εκχωρήσει σε τρίτα πρόσωπα όλο ή μέρος του Συμβολαίου ή οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση ή συμφέρον του που απορρέει από το Συμβόλαιο, ούτε και να μεταβιβάσει εν όλω ή εν μέρει την έννομη σχέση του Συμβολαίου, ούτε και να διαφοροποιήσει τη νομική μορφή του, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του Εργοδότη, η παραχώρηση της οποίας (παρά τις πρόνοιες του εδαφίου 1.5) βρίσκεται στην απόλυτη κρίση του Εργοδότη. Νοείται ότι, στα τρίτα πρόσωπα περιλαμβάνονται οι νόμιμοι εις τίτλο κυριότητας διάδοχοι του Ανάδοχου.
Ο Εργολάβος δεν έχει δικαίωμα να προχωρήσει σε οποιαδήποτε διαφοροποίηση της μετοχικής σύνθεσής του εάν τέτοια διαφοροποίηση δεν είναι επιτρεπτή με βάση το Νόμο.».
Όπως κατέθεσε η Μαρία Τουραπή προς υποστήριξη της εξεταζόμενης αίτησης με την πιο πάνω ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 31/10/2025, επικαλούμενη, μεταξύ άλλων, και τον ανωτέρω όρο 3.1 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, η Εναγομένη 1 δεν νομιμοποιείτο να εκχωρήσει δικαιώματα ή υποχρεώσεις της, ως εργολάβου, σε τρίτους, χωρίς την προηγούμενη συναίνεση του εργοδότη, υπογραμμίζοντας ότι ουδεμία τέτοια συναίνεση δόθηκε ή έστω ζητήθηκε.
Η μάρτυρας υποστήριξε ότι η επίδικη Σύμβαση Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 καταρτίστηκε αποκλειστικά μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγομένης 1, χωρίς τη συμμετοχή του εργοδότη, ο οποίος ουδέποτε κατέστη συμβαλλόμενο μέρος αυτής. Κατά τη θέση της, δεν υφίσταται οποιαδήποτε συμβατική σχέση μεταξύ της Ενάγουσας και του εργοδότη, εφαρμοζόμενου του δόγματος της συμβατικής σχέσης, δυνάμει του οποίου δικαιώματα και υποχρεώσεις απορρέουν μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών, χωρίς να συντρέχει εν προκειμένω οποιαδήποτε από τις αναγνωρισμένες εξαιρέσεις.
Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι ο εργοδότης ουδέποτε ενημερώθηκε, ούτε προ της, ούτε μετά τη σύναψη της πιο πάνω συμφωνίας, ούτε και συναίνεσε ή συμμετείχε καθ’ οιονδήποτε τρόπο σε διαβουλεύσεις αναφορικά με αυτήν. Ειδικότερα, κατά τη μαρτυρία της, οποιοσδήποτε ισχυρισμός περί εκχώρησης δικαιώματος πληρωμής από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα, ο οποίος δεσμεύει τον εργοδότη, είναι αβάσιμος.
Συναφώς, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι, τυχόν απευθείας πληρωμή από τον εργοδότη προς την Ενάγουσα θα μπορούσε να πραγματοποιηθεί μόνο υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, ήτοι κατόπιν εκτέλεσης των σχετικών εργασιών και έγκρισής τους από τον επιβλέποντα του έργου, προϋποθέσεις οι οποίες, κατά τη θέση της, δεν πληρούνται εν προκειμένω, καθότι οι επίμαχες εργασίες δεν εκτελέστηκαν.
Ο Μάριος Χατζηπαύλου, ο οποίος ως προελέχθη είναι διευθυντής της Ενάγουσας, με την προειρημμένη ένορκη δήλωση του ημερομηνίας 13/01/2026 η οποία κατατέθηκε προς υποστήριξη της έντασης της Ενάγουσας στην υπό κρίση αίτηση, απορρίπτοντας τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Μαρίας Τουραπή, υποστήριξε ότι κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων μεταξύ της Εναγομένης 1 και της Ενάγουσας τέθηκε και υιοθετήθηκε, η πρόθεση για απευθείας πληρωμή της Ενάγουσας από τον εργοδότη, γεγονός το οποίο, κατά τον ισχυρισμό του, προκύπτει από σχετική αλληλογραφία μεταξύ Εναγόμενης 1 και Ενάγουσας και συνοδευτική επιστολή ημερομηνίας 28/06/2023 της Γενικής Λογιστή προς τον Διευθυντή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, με την οποία εγκρίθηκε η απευθείας πληρωμή προμηθευτών, περιλαμβανομένης της Ενάγουσας.
Περαιτέρω, ανέφερε ότι με μεταγενέστερη αλληλογραφία ημερομηνίας 07/07/2023, διαβιβάστηκε στην Ενάγουσα από την Εναγόμενη 1 το τελικό συμβόλαιο, στο οποίο γινόταν ρητή αναφορά σε συμφωνημένη διαδικασία απευθείας πληρωμής από τον εργοδότη, υπό συγκεκριμένες προϋποθέσεις, και ότι στη βάση των πιο πάνω, συνήφθη η επίδικη Σύμβαση Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, η οποία προέβλεπε τέτοια πληρωμή.
Κατά τη θέση του, τα ανωτέρω συνιστούν σαφή εκχώρηση του δικαιώματος πληρωμής από την Εναγομένη 1 προς την Ενάγουσα, την οποία, όπως ισχυρίστηκε, ο εργοδότης γνώριζε και αποδέχθηκε, είτε ρητά είτε σιωπηρά, καθότι του κοινοποιήθηκαν τα σχετικά στοιχεία, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε αντίρρηση. Όπως ειδικότερα ισχυρίστηκε, ο εργοδότης, όπως προκύπτει από την αλληλογραφία που επικαλείται, συναίνεσε στην εκχώρηση του δικαιώματος πληρωμής της Εναγομένης 1 προς την Ενάγουσα, προτού ακόμη τα μέρη προσέλθουν στη σύναψη της επίδικης Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, ενώ, περαιτέρω, του κοινοποιήθηκαν όλα τα απαραίτητα στοιχεία που αφορούσαν την απευθείας πληρωμή της Ενάγουσας, χωρίς να προβάλει οποιαδήποτε διαμαρτυρία. Επικουρικά, υποστήριξε ότι, κατά το εφαρμοστέο δίκαιο της επιείκειας, δεν απαιτείται συναίνεση ή ακόμη και ειδοποίηση του οφειλέτη για την ολοκλήρωση εκχώρησης.
Επιπρόσθετα, ο ενόρκως δηλών ισχυρίστηκε ότι, ακόμη και αν ήθελε θεωρηθεί ότι προκύπτουν ζητήματα σε σχέση με τη συναίνεση του εργοδότη, αυτά αφορούν αποκλειστικά τη σχέση μεταξύ Εναγόμενης 1 και εργοδότη και δεν επηρεάζουν τα δικαιώματα της Ενάγουσας, η οποία ενήργησε καλόπιστα.
Τέλος, υποστήριξε ότι η προμήθεια των υλικών εκτελέστηκε πλήρως και σύμφωνα με τα συμφωνηθέντα, και ότι αυτή πιστοποιήθηκε, τόσο από αρμόδιο λειτουργό του Εναγόμενου 2, όσο και από τον μηχανικό του έργου, απορρίπτοντας τους αντίθετους ισχυρισμούς της Μαρίας Τουραπή. Καταληκτικά, επανέλαβε ότι υφίσταται έγκυρη εκχώρηση του δικαιώματος της Ενάγουσας για απευθείας πληρωμή από τον Εναγόμενο 2, με τη συναίνεση του τελευταίου ή, εν πάση περιπτώσει, χωρίς να απαιτείται αυτή.
Στη νομική εγκυκλοπαίδεια Halsbury’s Laws of England, Volume 6 (2023) (ηλεκτρονική έκδοση Lexis+ UK, ημερομηνία πρόσβασης 04/04/2026), αναφορικά με το ζήτημα της δημιουργίας και φύσης των συμβάσεων έργου, καθώς και τα ζητήματα της υπεργολαβίας, της εκπλήρωσης της παροχής μέσω τρίτου και της εκχώρησης δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, στην παράγραφο 354 αναφέρονται τα εξής:
«The contractor can assign their beneficial rights under the contract and these rights include the right to receive payment of money due or to become due whether by instalments or otherwise, the right to payment of instalments of the agreed price on the production of certificates from the architect and the right to any retention money held by the employer. When a contract prohibits assignment, an assignment of the benefit of that contract is of no effect and therefore unenforceable against the debtor, although it may create rights as between assignor and assignee. Such a prohibition may also prevent the assignment of the fruits of performance such as accrued rights of action or debts.».
(Βλ. επίσης στο σύγγραμμα Keating on Building Contracts, 5η έκδοση, στη σελίδα 275).
Συνεπώς, νομικά, κατά πάγια θέση, η οποία προκύπτει από τη νομολογία στο Ηνωμένο Βασίλειο και η οποία κρίνεται πειστική και ως εκ τούτου υιοθετείται από το Δικαστήριο, όταν μια σύμβαση έργου απαγορεύει την εκχώρηση, η εκχώρηση του δικαιώματος που απορρέει από τη σύμβαση αυτή δεν έχει έννομο αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, δεν είναι εκτελεστή έναντι του οφειλέτη, αν και δύναται να δημιουργεί δικαιώματα μεταξύ εκχωρητή και εκδοχέα. Μια τέτοια απαγόρευση μπορεί επίσης να εμποδίζει την εκχώρηση των καρπών της εκτέλεσης, όπως είναι τα ήδη γεννηθέντα αγώγιμα δικαιώματα ή οι οφειλές.
Στην υπόθεση Linden Gardens Trust Ltd v. Lenesta Sludge Disposals Ltd, [1994] 1 AC 85, η Δικαστική Επιτροπή της Βουλής των Λόρδων (ως ήταν τότε) αποφάσισε ότι, όροι του τύπου που απαγορεύουν την εκχώρηση δικαιώματος που απορρέει από σύμβαση έργου, δεν αντίκεινται στη δημόσια τάξη, ώστε να τίθεται ζήτημα ακυρότητάς τους λόγω παρανομίας, και ότι, το κατά πόσο ένας τέτοιος όρος σε σύμβαση έργου περιέχει ή όχι μια τέτοια απαγόρευση, αποτελεί, σε κάθε περίπτωση, ζήτημα ερμηνείας των όρων της σύμβασης. Η κύρια απόφαση, δόθηκε από τον μ. Lord Browne-Wilkinson, ο οποίος, μετά από ανασκόπηση της σχετικής νομολογίας επί του ζητήματος, ανέφερε τα εξής:
«(…) the existing authorities establish that an attempted assignment of contractual rights in breach of a contractual prohibition is ineffective to transfer such contractual rights. I regard the law as being satisfactorily settled in that sense. If the law were otherwise, it would defeat the legitimate commercial reason for inserting the contractual prohibition, viz, to ensure that the original parties to the contract are not brought into direct contractual relations with third parties.».
Αξιοσημείωτη είναι επίσης η απόφαση του Court of Appeal στην υπόθεση Helstan Securities Ltd v. Hertfordshire County Council, [1978] 3 All ER 262, όπου διατυπώθηκαν, μεταξύ άλλων, τα ακόλουθα:
«There are certain kinds of choses in action which, for one reason or another, are not assignable and there is no reason why the parties to an agreement may not contract to give its subject-matter the quality of unassignability. In these circumstances, one has to look at the clause itself. The words 'benefit or interest therein or thereunder' do cover the debts which result from the performance of the contract. I cannot draw the distinction which the plaintiffs' counsel asked me to draw, namely that there is a difference between a right to payment on an engineer's certificate and the resulting debt. If there is such a difference, both are caught by this clause. It is the contract which creates the entitlement to be paid, and that is a benefit or interest under the contract.
I find no ambiguity such as would lead me to consider the background against which the contract was made as an aid to interpretation. If I did, the background would not help the plaintiffs. The clause is obviously there to let the employer retain control of who does the work. Condition 4, which deals with subletting, has the same object. But closely associated with the right to control who does the work, is the right at the end of the day to balance claims for money due on the one hand against counterclaims, for example, for bad workmanship on the other. The plaintiffs say that such a counterclaim may be made against the assignees instead of against the assignors. But the debtors may only use it as a shield by way of set-off and cannot enforce it against the assignees if it is greater than the amount of the debt: Young v Kitchin. And why should they have to make it against people whom they may not want to make it against, in circumstances not of their choosing, when they have contracted that they shall not?».
Από τα ανωτέρω προκύπτει και η λογική της συμβατικής απαγόρευσης εκχώρησης δικαιώματος που απορρέει από σύμβαση έργου. Η ρήτρα αυτή, αποσκοπεί στη διατήρηση του ελέγχου του εργοδότη ως προς το πρόσωπο που εκτελεί το έργο, στη διασφάλιση του δικαιώματός του να προβαίνει σε συμψηφισμό απαιτήσεων λόγω πλημμελούς εκτέλεσης, καθώς και στη μη δυνατότητα εκχώρησης από τον εργολήπτη ώστε ο εργοδότης να μην υποχρεούται να συναλλάσσεται με τρίτα πρόσωπα τα οποία δεν έχει ο ίδιος επιλέξει.
Σε ό,τι αφορά την υπό εξέταση υπόθεση, όπως έχει ήδη αναφερθεί, ο όρος 3.1 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, προβλέπει ότι ο εργολάβος, δηλαδή η Εναγόμενη 1, δεν δικαιούται να εκχωρεί ή να μεταβιβάζει σε τρίτους το σύνολο ή μέρος του συμβολαίου, ή οποιοδήποτε δικαίωμα, υποχρέωση ή συμφέρον που απορρέει από αυτό, χωρίς την προηγούμενη γραπτή συναίνεση του εργοδότη, η οποία παρέχεται κατά την απόλυτη διακριτική του ευχέρεια.
Εν προκειμένω, είναι συναφείς και οι πρόνοιες του όρου 1.5 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, οι οποίες προβλέπουν τα ακόλουθα:
«Ειδοποιήσεις, συναινέσεις, εγκρίσεις, πιστοποιήσεις και προσδιορισμοί.
1.5. Οπουδήποτε στο Συμβόλαιο προνοείται να δοθεί ή να εκδοθεl οποιαδήποτε ειδοποiηση, κοινοποlηση, συναiνεση, έγκριση ή πιστοποiηση ή να γίνει προσδιορισμός από οποιοδήποτε πρόσωπο, εκτός εάν αναφέρεται διαφορετικά, τέτοια ειδοποiηση, κοινοποlηση, συναίνεση, έγκριση, πιστοποlηση ή προσδιορισμός πρέπει να δίνεται γραπτώς και οι λέξεις "ειδοποιώ", "κοινοποιώ", "συναινώ", "εγκρίνω", ''πιστοποιώ" ή "προσδιορίζω" να ερμηνεύονται ανάλογα. Η έκδοση τέτοιων συναινέσεων, εγκρίσεων, πιστοποιήσεων ή προσδιορισμών δεν πρέπει να κατακρατεiται ή καθυστερεi χωρίς εύλογη αιτlα.».
Η συνδυαστική ερμηνεία του ανωτέρω όρου 1.5 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, με τον όρο 3.1 της ίδιας Σύμβασης, καταδεικνύει ότι η συναίνεση του εργοδότη προς την Εναγομένη 1, για εκχώρηση σε τρίτο πρόσωπο οποιουδήποτε δικαιώματός της που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, θα έπρεπε να είναι γραπτή, ρητή και σαφής, να αφορά ειδικά την εκχώρηση αυτή και να προέρχεται από εξουσιοδοτημένο όργανο. Όπως αναφέρεται στον όρο 1.1 της εν λόγω Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, ο όρος «Εργοδότης» σημαίνει την αναθέτουσα αρχή κατά την έννοια του Νόμου, ήτοι, στην προκείμενη περίπτωση, το κράτος μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως.
Μετά από εξέταση των ανωτέρω ισχυρισμών, τόσο εκ μέρους του Εναγόμενου 2 διά της Μαρίας Τουραπή, όσο και εκ μέρους της Ενάγουσας διά του Μάριου Χατζηπαύλου, και με ιδιαίτερη προσοχή στους ισχυρισμούς του τελευταίου, σε συνάρτηση με τα Τεκμήρια 2 έως 6 της ένορκης δήλωσής του ημερομηνίας 12/03/2024, τα οποία το Δικαστήριο μελέτησε και αξιολόγησε, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η Ενάγουσα δεν έχει επικαλεστεί οποιοδήποτε έγγραφο από το οποίο να προκύπτει ότι ο εργοδότης, μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του από το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, συναίνεσε ρητώς και σαφώς προς την Εναγόμενη 1, καθώς και ειδικά για τον σκοπό αυτό, για την εκχώρηση προς την Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματός του που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου.
Περαιτέρω, η προσεκτική εξέταση, κυρίως των Τεκμηρίων 2 έως 6 της ένορκης δήλωσης του Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 12/03/2024, αλλά και του συνόλου της σχετικής μαρτυρίας, καταδεικνύει ότι, η αλληλογραφία που επικαλείται η Ενάγουσα, αφορά αντιπροσώπους της ίδιας και της Εναγόμενης 1. Στην εν λόγω αλληλογραφία, γίνεται αναφορά σε απευθείας πληρωμή από τον εργοδότη, ενώ οποιαδήποτε μνεία σε συγκατάθεση του εργοδότη, αφορά αποκλειστικά τη συγκεκριμένη διαδικασία πληρωμής και δεν συνεπάγεται συγκατάθεση για εκχώρηση από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματός της που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου. Ούτε καν λεκτικά διατυπώνεται κάτι τέτοιο.
Είναι, άλλωστε, νομικά και πραγματικά εντελώς διαφορετικό ζήτημα η εκχώρηση συμβατικού δικαιώματος της Εναγόμενης 1 έναντι του κράτους προς την Ενάγουσα, από την αποδοχή εκ μέρους του κράτους της καταβολής, κατόπιν καθορισμένης διαδικασίας, απευθείας πληρωμής προς την Ενάγουσα, η οποία δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος, κατ’ υπόδειξη και μετά από αίτημα της αντισυμβαλλόμενής του Εναγόμενης 1, τηρουμένων των μεταξύ τους δεσμεύσεων.
Αποκαλυπτικό, ως προς τούτο, είναι το Τεκμήριο 2 της ανωτέρω ένορκης δήλωσης της Μαρίας Τουραπή, ημερομηνίας 24/05/2024. Σε αυτό περιλαμβάνεται η επιστολή της Εναγόμενης 1, ημερομηνίας 21/05/2023, προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, με την οποία αιτείτο «απευθείας πληρωμή», χωρίς να γίνεται οπουδήποτε λόγος για εξασφάλιση έγκρισης από τον εργοδότη για εκχώρηση οποιουδήποτε δικαιώματός της απορρέοντος από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου προς την Ενάγουσα. Περαιτέρω, περιλαμβάνεται και η επιστολή του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, ημερομηνίας 24/07/2023, η οποία απεστάλη προς την Εναγόμενη 1 σε απάντηση και υπογράφεται από την Μικέλα Χατζηιωάννου. Σε αυτήν μνημονεύεται ρητώς η εξασφάλιση έγκρισης από την Κεντρική Επιτροπή Αλλαγών και Απαιτήσεων «για την απευθείας πληρωμή», μεταξύ άλλων και προς την Ενάγουσα, «νοουμένου ότι η εργασία εκτελεστεί, δηλαδή τοποθετηθούν τα υλικά στα πλαίσια της εκτελούμενης εργασίας που τα αφορούν και εγκριθεί η εργασία από τον Μηχανικό Έργου και επιπρόσθετα με τις προϋποθέσεις οι οποίες αναφέρονται στην Εγκύκλιο ΚΕΑΑ8». Ωστόσο, ουδέν διαλαμβάνεται που να δύναται να εκληφθεί ως ρητή και σαφής συναίνεση, εκ μέρους τους κράτους και ειδικώς για τον σκοπό αυτό, για εκχώρηση προς την Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματός της Εναγομένης 1 απορρέοντος από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου.
Σημειωτέον ότι η επιστολή της Γενικής Λογίστριας, υπό την ιδιότητά της ως Προέδρου της Κεντρικής Επιτροπής Αλλαγών και Απαιτήσεων, ημερομηνίας 28/06/2023, Τεκμήριο 4 στην ένορκη δήλωση του Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 12/03/2024, εγκρίνει απλώς τα προαναφερθέντα, ήτοι την απευθείας πληρωμή τριών προμηθευτών, μεταξύ των οποίων και η Ενάγουσα, υπό την προϋπόθεση ότι «η εργασία θα εκτελείτο και θα πιστοποιείτο από τον Μηχανικό του Έργου». Ενώ, η αλληλογραφία μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης 1, η οποία ακολούθησε τη σύναψη της μεταξύ τους Σύμβασης Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023, και κοινοποιήθηκε και σε εκπροσώπους του κράτους, όπως η Μικέλα Χατζηιωάννου του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως (βλ. Τεκμήριο 7 και ακολούθως έως το Τεκμήριο 12 της ένορκης δήλωσης του Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 12/03/2024), δεν υποστηρίζει κάτι διαφορετικό.
Η Ενάγουσα συνεπώς, δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία, ούτε ισχυρίζεται ότι υφίσταται τέτοια, η οποία να καταδεικνύει συναίνεση του κράτους προς την Εναγόμενη 1 για εκχώρηση στην Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματός της που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, κατά την έννοια που εφαρμόζεται στην παρούσα περίπτωση· ήτοι μέσω εξουσιοδοτημένου αντιπροσώπου του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, με γραπτή, ρητή και σαφή συναίνεση και προπαντός, ειδική συναίνεση. Η θέση της Ενάγουσας ότι υπήρξε «σιωπηρή» συναίνεση του κράτους ή ότι τέτοια συναίνεση μπορεί να «συναχθεί» από την αλληλογραφία που επικαλείται, ειδικότερα λόγω των ανωτέρω όρων 1.5 και 3.1 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου και των περιβαλλουσών περιστάσεων πριν και κατά τη σύναψη της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023, όπως προκύπτουν από τους ισχυρισμούς της ανωτέρω ένορκης δήλωσης του Μάριου Χατζηπαύλου, δεν μπορεί, υπό τις περιστάσεις, να γίνει αποδεκτή. Οι δε εν λόγω όροι, υπό το σύνολο των περιστάσεων και βάσει της προσκομισθείσας μαρτυρίας, στην προκείμενη περίπτωση αποκλείουν σαφώς την εφαρμογή των αρχών της επιείκειας περί εκχώρησης, οι οποίες δεν δύνανται να ενεργοποιηθούν.
Περαιτέρω, από το σύνολο της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου προκύπτει ότι συμβαλλόμενα μέρη στην επίδικη Σύμβαση Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023, είναι η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1, ενώ το κράτος, διά του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, δεν αποτελεί συμβαλλόμενο μέρος σε αυτήν. Η Ενάγουσα δεν έχει προσκομίσει μαρτυρία, ούτε ισχυρίζεται την ύπαρξη τέτοιας, η οποία να καταδεικνύει ότι η εν λόγω Σύμβαση Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023 κοινοποιήθηκε, έστω, στο κράτος. Σε κάθε περίπτωση, η εν λόγω Σύμβαση Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023, δεν περιέχει οποιαδήποτε αναφορά ή πρόνοια περί εκχώρησης από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα δικαιωμάτων απορρεόντων από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου. Ως εκ τούτου, πώς μπορεί να γίνεται λόγος για συναίνεση του κράτους ως προς μια τέτοια εκχώρηση, όταν στην αποτυπωμένη πρόθεση των συμφωνηθέντων τους στη Σύμβαση Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023, η Ενάγουσα και η Εναγόμενη 1 δεν περιλαμβάνουν οποιονδήποτε τέτοιο όρο ή αναφορά;
Η ως άνω Σύμβαση Προμήθειας, ημερομηνίας 10/07/2023, αποτελεί το Τεκμήριο 6 στην ένορκη δήλωση του Μάριου Χατζηπαύλου, ημερομηνίας 12/03/2024, και το περιεχόμενό της, ως προς το προαναφερόμενο ζήτημα, είναι σαφές. Ειδικότερα, τα της πληρωμής της Ενάγουσας από την Εναγόμενη 1 ρυθμίζονται στον ακόλουθο όρο 8:
«8. Τρόπος Πληρωμής:
8.1. Ο Διευθυντής του έργου θα αποστείλει γραπτή παραγγελία στον Προμηθευτή , μετά την έγκριση των υλικών από τον εργοδότη.
8.2. Έχει συμφωνηθεί η απευθείας πληρωμή του Προμηθευτή από τον Εργοδότη, αφού προηγηθεί παραλαβή, έλεγχος των υλικών από τον Σύμβουλο Ηλεκτρολόγο και τις Ηλεκτρομηχανολογικές Υπηρεσίες και εκδοθεί πιστοποιητικό σαν υλικά επί τόπου. Η διαδικασία απευθείας πληρωμής περιγράφεται στο Παράρτημα 4.».
Αναφορικά με τη διαδικασία απευθείας πληρωμής και το αναφερόμενο Παράρτημα 4, προκύπτει ότι σε αυτό περιλαμβάνονται, μεταξύ άλλων, διατυπώσεις από τις οποίες καθίσταται σαφές ότι δεν δύναται να τεθεί ζήτημα εκχώρησης προς την Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματος της Εναγόμενης 1, απορρέοντος από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου. Ενδεικτικά, αναφέρονται οι ακόλουθες:
«Ενημέρωση Εργολάβου για την υποβολή και έκδοση τιμολογίου.
Ενημέρωση Υπεργολάβου με επιστολή απευθείας πληρωμής από τον Εργολάβο στο Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως (ΤΠΟ). Επισυνάπτεται τιμολόγιο Υπεργολάβου.
Έλεγχος τιμολογίου από ΤΠΟ και πληρωμή προς τον Υπεργολάβο (συνήθως εντός 4 εργάσιμων ημερών).».
Η ανάγκη εμπλοκής της Εναγόμενης 1 στη διαδικασία πληρωμής της Ενάγουσας για τα αγαθά που θα προμήθευε, όπως προκύπτει από τις ανωτέρω πρόνοιες του Παραρτήματος 4, ήτοι μέσω της αποστολής «επιστολής απευθείας πληρωμής» προς το Τμήμα Πολεοδομίας και Οικήσεως, στην οποία θα επισυνάπτεται το τιμολόγιο της Ενάγουσας κατόπιν σχετικής ενημέρωσης από αυτήν, δεν δύναται να στηρίξει τη θέση ότι η Εναγόμενη 1 είχε εκχωρήσει το σχετικό δικαίωμά της προς την Ενάγουσα· άλλως, η εμπλοκή της θα ήταν αχρείαστη. Το αντίθετο, οι πιο πάνω όροι της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 συνάδουν με το περιεχόμενο των προαναφερόμενων εγγράφων του Τεκμηρίου 22 της ανωτέρω ένορκης δήλωσης της Μαρίας Τουραπή, ημερομηνίας 24/05/2024.
Σε κάθε περίπτωση, ακόμη και υπό τους όρους και τον τρόπο λειτουργίας της «εκχώρησης» που επικαλείται η Ενάγουσα, η ενεργοποίηση του φερόμενου δικαιώματός της για πληρωμή από το κράτος, προϋπέθετε την προηγούμενη διενέργεια των ανωτέρω ενεργειών εκ μέρους της Εναγόμενης 1. Εντούτοις, κατά τους ίδιους τους ισχυρισμούς της Ενάγουσας, όπως αυτοί εκτίθενται και στην παράγραφο 16 της Έκθεσης Απαίτησης, η Εναγόμενη 1 δεν προέβη στις εν λόγω ενέργειες.
Στη βάση των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι ο Εναγόμενος 2 έχει καταδείξει εκ πρώτης όψεως ότι η υπόθεση της Ενάγουσας δεν έχει, κατά την έννοια που έχει επεξηγηθεί ανωτέρω, πραγματική προοπτική επιτυχίας. Ως εκ τούτου, το αποδεικτικό βάρος μετατέθηκε στην Ενάγουσα, η οποία όφειλε να προβάλει εκ πρώτης όψεως υπόθεση ικανή, σύμφωνα με τις αρχές της νομολογίας που έχουν ήδη αναφερθεί, να απαντήσει στην υπόθεση του Εναγομένου 2. Η Ενάγουσα, ωστόσο, προέβαλε ισχυρισμούς οι οποίοι δεν είναι ικανοί να αποσείσουν το αποδεικτικό βάρος που είχε μετατεθεί σε αυτήν.
Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω, το Δικαστήριο, έχοντας υπόψη και τις ανωτέρω παρατεθείσες αρχές περί εφαρμογής του Κ.24.2(1)(α)(i)(β), κρίνει ότι στην προκείμενη περίπτωση, η υπό κρίση αίτηση του Εναγόμενου 2 είναι βάσιμη και ότι δικαιολογείται η έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον της Ενάγουσας επί του συνόλου της απαίτησης, δια της έκδοσης διατάγματος σύμφωνα με τον Κ.24.6(1)(β) για απόρριψή της, καθότι η Ενάγουσα δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας και δεν υφίσταται οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να παραπεμφθεί σε ακροαματική διαδικασία.
Ως προς τα προαναφερόμενα, σημειώνεται ότι, όπως προκύπτει από την παράγραφο 28 της έκθεσης απαίτησης, με την οποία η Ενάγουσα παραθέτει τις λεπτομέρειες του ισχυριζόμενου δόλου εκ μέρους της Εναγόμενης 1 και του κράτους, η σχετική βάση της αγωγής της κρίνεται επίσης ότι δεν παρουσιάζει πραγματική προοπτική επιτυχίας και ότι δεν συντρέχει οποιοσδήποτε άλλος επιτακτικός λόγος για τον οποίο το ζήτημα αυτό θα πρέπει να οδηγηθεί σε ακρόαση. Τούτο, καθότι ο προβαλλόμενος δόλος, ειδικότερα σε ό,τι αφορά το κράτος, ερείδεται επί της θέσης της Ενάγουσας περί νόμιμης εκχώρησης από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα δικαιωμάτων απορρεόντων από την υποκείμενη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου βάσει της Σύμβασης Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023· θέση η οποία, εφόσον δεν ευσταθεί, συμπαρασύρει αναγκαίως και τον σχετικό ισχυρισμό περί δόλου, ο οποίος στερείται έτσι πραγματικής βάσης και προοπτικής επιτυχίας. Συναφώς, και κατ’ αναλογία, απορρίπτεται και ο ισχυρισμός της Ενάγουσας ότι το κράτος υπέχει θέση καταπιστευματοδόχου, έναντι αυτής, ως προς χρηματικά ποσά που φέρονται να αντιστοιχούν στην επίδικη οφειλή.
Στη βάση των ανωτέρω και του ενώπιόν του τεθέντος μαρτυρικού υλικού, το Δικαστήριο σημειώνει επίσης ως προς τα προαναφερόμενα ότι η απαίτηση της Ενάγουσας, ιδίως λόγω των ανωτέρω προνοιών των όρων 3.1 και 1.5 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου και της νομικής σημασίας που αυτές έχουν σύμφωνα με τις αρχές της προαναφερθείσας νομολογίας υπό τα ιδιαίτερα περιστατικά της παρούσας υπόθεσης, στερείται πραγματικής βάσης και είναι απίθανη. Το Δικαστήριο έχει εξετάσει ειδικότερα τη μαρτυρία που προσκομίστηκε από πλευράς της Ενάγουσας, καθώς και την υπόθεσή της όπως αυτή προκύπτει στην ευνοϊκότερη για αυτήν εκδοχή, και κρίνει ότι δεν δημιουργείται πραγματική προοπτική επιτυχίας επί της απαίτησης. Αντιθέτως, οι σχετικοί ισχυρισμοί εμπίπτουν στο πεδίο μιας απλής θεωρητικής και σαφώς αβάσιμης πιθανότητας.
Συναφώς, το Δικαστήριο σημειώνει ότι έχει ικανοποιηθεί πως ενώπιόν του έχουν τεθεί όλα τα ουσιώδη και σχετικά γεγονότα τα οποία ευλόγως θα μπορούσαν να τεθούν στο πλαίσιο εξέτασης της υπόθεσης της Ενάγουσας κατά την παρούσα διαδικασία. Το Δικαστήριο κρίνει περαιτέρω ότι τα ανωτέρω, κύρια και αποφασιστικά για την έκβαση της υπόθεσης, γεγονότα, όπως αυτά αξιολογήθηκαν κατά την εξέταση της αίτησης, είναι είτε αδιαμφισβήτητα είτε δεν παρουσιάζουν πραγματική προοπτική επιτυχούς αμφισβήτησης εκ μέρους της Ενάγουσας, ιδίως σε ό,τι αφορά τις πρόνοιες των όρων 3.1 και 1.5 της Σύμβασης Ανάθεσης Δημόσιου Έργου και τα γεγονότα που σχετίζονται με αυτές και δη, ότι δεν υπήρξε από πλευράς του κράτους, μέσω του Τμήματος Πολεοδομίας και Οικήσεως, γραπτή, ρητή, σαφής και ειδική προς τούτο συγκατάθεση, για εκχώρηση από την Εναγόμενη 1 προς την Ενάγουσα οποιουδήποτε δικαιώματός της που απορρέει από τη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου. Τα γεγονότα αυτά, ως ουσιώδη, αποτυπώνονται σε έγγραφα σύγχρονα του επίδικου χρόνου, και συγκεκριμένα στη Σύμβαση Ανάθεσης Δημόσιου Έργου, στη Σύμβαση Προμήθειας ημερομηνίας 10/07/2023 και στην ανταλλαγείσα αλληλογραφία των εμπλεκομένων μερών. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει ικανοποιηθεί ότι δεν υφίσταται πραγματική προοπτική ότι η προφορική μαρτυρία κατά τη δίκη θα συμπληρώσει ή θα μετασχηματίσει το ήδη διαθέσιμο αποδεικτικό υλικό κατά τρόπο που να δύναται να επηρεάσει την έκβαση της υπόθεσης ή την εκτίμηση του Δικαστηρίου επί των γεγονότων. Από πλευράς της Ενάγουσας δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου οτιδήποτε πέραν της θέσης που διατυπώθηκε σε γενικό επίπεδο, το οποίο θα μπορούσε να δικαιολογήσει αντίθετη διαπίστωση.
Συνεπώς, η υπό κρίση αίτηση του Εναγόμενου 2 επιτυγχάνει και ως εκ τούτου, η απαίτηση της Ενάγουσας εναντίον του Εναγόμενου 2 απορρίπτεται, με έξοδα υπερ του Εναγόμενου 2 και εναντίον της Ενάγουσας, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο