ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Ν. Πετρίδου, Ε.Δ.
Αρ. Απαίτησης (i-justice): 227/2025
1. ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ & ΥΙΟΙ ΛΙΜΙΤΕΔ, ΗΕ 9940
2. Μάριος Ηροδότου
Ενάγοντες
-και-
1. SEYTANK HOLDINGS LTD
2. MNC CINEMAS LTD
Εναγόμενοι
Ημερομηνία: 16 Ιανουαρίου 2026
Εμφανίσεις:
Για τους Ενάγοντες/Αιτητές: κα M. Κέστωρος
Για τους Εναγόμενους/ Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Χρ. Δημητριάδης
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
(στην αίτηση, ημερ. 14.2.2025[1], για ενδιάμεσα προσωρινά διατάγματα)
Με την υπό τον ως άνω αριθμό και τίτλο Απαίτηση, οι Ενάγοντες/ Αιτητές (στο εξής «οι Ενάγοντες») επιζητούν αποζημιώσεις για παράβαση εμπορικού σήματος και/ή εμπορικής επωνυμίας και/ή για αθέμιτο ανταγωνισμό (passing off) του εμπορικού σήματος και/ή της επωνυμίας RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS, ιδιοκτησίας των Εναγόντων, ως επίσης και αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση στην εμπορική επωνυμία και/ή σήμα και/ή get up και/ή καλό όνομα και/ή φήμη και/ή πελατεία «των πιο πάνω εμπορικών σημάτων και/ή επωνυμιών», ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Ακόμη, αξιώνουν διάταγμα του Δικαστηρίου, το οποίο να απαγορεύει και/ή να εμποδίζει τους Εναγόμενους και/ή τους υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από του να επεμβαίνουν στα πιο πάνω εμπορικά σήματα και/ή επωνυμίες και/ή διάταγμα το οποίο να απαγορεύει στους Εναγόμενους να αντικαταστήσουν και/ή υποκαταστήσουν την εμπορική επωνυμία και/ή σήμα από τους κινηματογράφους που βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο Nicosia Mall και/ή διάταγμα που να τους απαγορεύει (στους Εναγόμενους), καθ’ οιονδήποτε τρόπο, τον τερματισμό και/ή επέμβαση στις πιο πάνω επωνυμίες. Τέλος, επιζητούν δηλωτική απόφαση του Δικαστηρίου ότι, οι Εναγόμενοι έχουν παρανόμως τερματίσει τη Συμφωνία που φέρει τίτλο «ΟΡΟΙ ΑΝΑΦΟΡΑΣ ΣΥΜΦΩΝΙΑΣ ΣΥΝΕΚΜΕΤΑΛΛΕΥΣΗΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΩΝ ΣΤΟ MALL ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ», ημερ. 12.3.2019.
Στο πλαίσιο της πιο πάνω Απαίτησης, οι Ενάγοντες καταχώρησαν την υπό κρίση ενδιάμεση αίτηση για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία, στην ουσία τους, σε κάποιο βαθμό, είναι πανομοιότυπα με το διάταγμα που επιζητούν στο πλαίσιο της πιο πάνω Απαίτησης. Κρίνω σκόπιμο όπως παραθέσω τούτα αυτούσια. Έχουν ως εξής:
«Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους καθ’ ων η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών από το να επεμβαίνουν καθ’ οιονδήποτε τρόπο και/ή εμποδίσουν και/ή αποκαθηλώσουν και/ή τερματίσουν τη χρήση της εμπορικής επωνυμίας και/ή σήματος και/ή επωνυμίας RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS και/ή RIO PREMIER CINEMAS και/ή συνδυασμό τούτων ιδιοκτησίας ενός εκάστου των εναγόντων από τους κινηματογράφους που βρίσκονται στο εμπορικό κέντρο NICOSIA MALL στην περιοχή Λακατάμιας επί του αυτοκινότοδρομου Λευκωσίας-Αστρομερίτη μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Διάταγμα του Δικαστηρίου απαγορεύον στους καθ’ ων η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως χρησιμοποιούν οιανδήποτε επωνυμία και/ή σήμα και/ή εμπορική επωνυμία άλλην και/ή προς αντικατάσταση και/ή προς υποκατάσταση της εμπορικής επωνυμίας και/ή σήματος και/ή επωνυμίας RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS και/ή RIO PREMIER CINEMAS και/ή συνδυασμό τούτων και/ή άλλως πως ιδιοκτησίας των εναγόντων από τους κινηματογράφους που ευρίσκονται στο Εμπορικό Κέντρο NICOSIA MALL στην περιοχή Λακατάμιας επί του αυτοκινότοδρομου Λευκωσίας-Αστρομερίτη μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. Διάταγμα του Δικαστηρίου διατάττον τους καθ’ ων η αίτηση και/ή τους υπαλλήλους και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους και/ή υπηρέτες αυτών όπως επαναφέρουν την εμπορική επωνυμία και/ή επωνυμία και/ή σήμα και/ή επωνυμία RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS και/ή RIO PREMIER CINEMAS και/ή συνδυασμό τούτων και/ή των εναγόντων στους κινηματογράφους που ευρίσκονται στο Εμπορικό Κέντρο NICOSIA MALL στην περιοχή Λακατάμιας επί του αυτοκινότοδρομου Λευκωσίας-Αστρομερίτη μέχρι πλήρους εκδικάσεως της αγωγής και/ή μέχρι νεωτέρας διαταγής του Δικαστηρίου».
Η υπό κρίση Αίτηση, παρά το ότι καταχωρήθηκε μονομερώς (στις 14.2.2025), εν τέλει, δεν προωθήθηκε ως τέτοια από πλευράς των Εναγόντων, εφόσον κατά την πρώτη εμφάνιση της, η συνήγορος των τελευταίων δήλωσε ότι δεν θα επιμείνει στην μονομερή προώθηση της παρούσας Αίτησης, εξού και το Δικαστήριο έδωσε οδηγίες όπως τούτη (η Αίτηση) επιδοθεί στους Εναγόμενους[2], πράγμα που και έγινε. Ακολούθως, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση (στο εξής «η Ένσταση»), η οποία συνοδεύεται από ένορκη δήλωση του κ. E. Δημητρίου (στο εξής «ο ομνύοντας στην Ένσταση»).
Ως προς τη νομική βάση της παρούσας Αίτησης, τούτη στηρίζεται, μεταξύ άλλων, στο άρθρο 32 του Ν. 14/60, στο Μέρος 23 και 25 των Νέων Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας και στο άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148.
Κοινώς αποδεκτά γεγονότα
Προτού προχωρήσω να παραθέσω το πραγματικό υπόβαθρο που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, κρίνω ορθό να παραθέσω τα πιο κάτω γεγονότα, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, ως αυτό εμφαίνεται μέσα από τις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την υπό κρίση Αίτηση και την Ένσταση, αντίστοιχα, καθώς επίσης και μέσα από τις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων των διαδίκων:
(1) Ο Ενάγοντας 2 είναι ο μοναδικός μέτοχος και διευθυντής της Ενάγουσας 1 εταιρείας, η οποία είχε ιδρυθεί κατά τη δεκαετία του 1980 και αποτελεί συνέχεια των εταιρειών ΔΙΟΓΕΝΗΣ ΗΡΟΔΟΤΟΥ και OTHELLOS FILMS, οι οποίες λειτουργούσαν στο χώρο του κινηματογράφου στη Κύπρο από τη δεκαετία του 1950. Η Ενάγουσα 1 ασχολείται με την εισαγωγή, διανομή κινηματογραφικών ταινιών, λειτουργία αιθουσών προβολής, παραγωγή ταινιών και άλλων παρεμφερών εργασιών.
(2) Η Ενάγουσα 1 έχει καθιερώσει τις εμπορικές επωνυμίες και σήματα RIO και/ή RIO 4 SCREENS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO CINEMAS και/ή «Οθέλλος». Αποτελεί κοινό τόπο ότι, σήμερα, η πλευρά των Εναγόντων λειτουργεί κινηματοθέατρα υπό την επωνυμία RIO στη Λεμεσό[3].
(3) Μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 1 καταρτίστηκε συμφωνία με τίτλο «Όροι Αναφοράς Συμφωνίας Συνεκμετάλλευσης Κινηματογράφων στο Mall Λευκωσίας», ημερ. 12.3.2019 (στο εξής «η επίδικη Συμφωνία»). Στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, αμφότερα τα συμβαλλόμενα μέρη συμφώνησαν ότι, για σκοπούς εκμετάλλευσης των κινηματογράφων που βρίσκονται στο Nicosia Mall (στο εξής «οι Κινηματογράφοι»), θα ιδρυθεί και λειτουργήσει η Εναγόμενη 2 εταιρεία (βλ. όρο 3 της επίδικης Συμφωνίας), η οποία ιδρύθηκε από την Εναγόμενη 1 (βλ. όρο 6 της επίδικης Συμφωνίας). Συμφωνήθηκε, ακόμη, ότι, τα συμβαλλόμενα μέρη θα κατείχαν μετοχές στην Εναγόμενη 2, με την Ενάγουσα 1 να προνοείτο ότι θα κατέχει το 25% του μετοχικού κεφαλαίου και η Εναγόμενη 1 το 75% αυτής (της Εναγόμενης 2) (βλ. όρο 7(α) της επίδικης Συμφωνίας). Επίσης, στη βάση των όρων 7(β), 7(γ) και 7(η) της επίδικης Συμφωνίας, είχε συμφωνηθεί ότι, το 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 (ποσοστό το οποίο αναλογεί στις μετοχές που θα δικαιούται να κατέχει η Ενάγουσα 1 σε αυτήν), θα μεταβιβάζετο στην Ενάγουσα 1 αφού πρώτα αυτή αποπληρώσει το συνολικό ποσό των €210.000, πλέον τόκο προς 3% ετησίως (ποσό το οποίο αντιστοιχεί στο 25% του αρχικού ποσού που έχει καταβληθεί από την Εναγόμενη 1 για την ανέγερση και λειτουργία των Κινηματογράφων). Η εν λόγω δε μεταβίβαση, θα λάμβανε χώρα μόνο μετά την πλήρη αποπληρωμή του πιο πάνω ποσού από την Ενάγουσα 1 προς την Εναγόμενη 1. Ακόμη, συμφωνήθηκε, μεταξύ των συμβαλλομένων ότι, η αποπληρωμή του πιο πάνω συμφωνηθέντος ποσού, έπρεπε να λάβει χώρα εντός 5 ετών από την ημερομηνία έναρξης της λειτουργίας των Κινηματογράφων (βλ. όρο 7(γ) της επίδικης Συμφωνίας). Σε περίπτωση δε μη καταβολής, από πλευράς της Ενάγουσας 1, του εν λόγω συμφωνηθέντος ποσού εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, η τελευταία θα απέλυε το δικαίωμα της για απόκτηση μετοχών στην Εναγόμενη 2 και το δικαίωμα συμμετοχής της μελλοντικά στα κέρδη της τελευταίας, ενώ η επίδικη Συμφωνία θα τεκμαίρετο ως άκυρη (βλ. όρο 7(θ) αυτής).
(4) Επίσης, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, είχε συμφωνηθεί ότι, η λειτουργία των Κινηματογράφων θα γινόταν από την Εναγόμενη 2. Περαιτέρω, στη βάση του όρου 11 της επίδικης Συμφωνίας, οι Κινηματογράφοι θα ονομάζονται RIO PREMIER CINEMAS και θα λειτουργούσαν υπό αυτή την επωνυμία. Το δε λογότυπο της Εναγόμενης 2 επισυνάπτετο στην επίδικη Συμφωνία, ως Παράρτημα Η (το οποίο αποτελεί αναπόσπαστο μέρος της εν λόγω Συμφωνίας). Ο ίδιος συμβατικός όρος (και δη ο όρος 11) προνοεί ότι, κανένα εκ των συμβαλλομένων μερών δεν θα έχει οποιαδήποτε απαίτηση από τη χρήση του λογότυπου, η οποία θα ανάγεται στο παρελθόν, το παρόν και/ή το μέλλον.
(5) Αποτελεί κοινό τόπο, μεταξύ των μερών, ότι μέχρι και τις 24.9.2024, η Ενάγουσα 1 δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας. Τα συμβαλλόμενα μέρη, είχαν, στο μεταξύ, προβεί σε κάποιες διαπραγματεύσεις, με σκοπό τη διευθέτηση της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ τους αναφορικά με την μη έγκαιρη καταβολή από πλευράς της Ενάγουσας 1 του συμφωνηθέντος ποσού. Εντούτοις, οι εν λόγω διαπραγματεύσεις δεν τελεσφόρησαν.
(6) Αποτέλεσμα τούτου είναι ότι, στις 24.9.2024 (βλ. Τεκμήριο 6 επί της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση), η Εναγόμενη 1 τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία, στη βάση του ότι είχε παρέλθει η συμφωνηθείσα προθεσμία των 5 ετών από τη λειτουργία των Κινηματογράφων και η Ενάγουσα 1 δεν της είχε καταβάλει το πιο πάνω συμφωνηθέν ποσό.
(7) Στις 4.2.2025, η Εναγόμενη 1 ενημέρωσε την Ενάγουσα 1 ότι, δεδομένου του τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, η Εναγόμενη 2 έπαυσε να εμπορεύεται στους Κινηματογράφους με την επωνυμία RIO Premier Cinemas και πλέον εμπορεύεται με την επωνυμία Premier Cinemas, και συνεπώς ότι σταμάτησε εντελώς τη χρήση του brand RIO (βλ. Τεκμήριο 9 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης).
(8) Μοναδικός μέτοχος από τη σύσταση της Εναγόμενης 2 ήταν και παραμένει μέχρι σήμερα η Εναγόμενη 1.
Η Αίτηση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Πέραν των πιο πάνω γεγονότων, τα οποία αποτελούν κοινό έδαφος μεταξύ των διαδίκων, είναι η θέση του Ενάγοντα 2 (ο οποίος είναι ο ομνύοντας στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την υπό κρίση Αίτηση) ότι η Ενάγουσα 1 καθιέρωσε στην Κύπρο την εμπορική επωνυμία και σήμα RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS από το έτος 1962, ενώ σήμερα λειτουργούν κινηματοθέατρα με την επωνυμία RIO και στη Λευκωσία. Επισύναψε προς υποστήριξη του εν λόγω ισχυρισμού του, το Τεκμήριο 1 (επί της ένορκης του δήλωσης που υποστηρίζει την Αίτηση). Ανέφερε ακόμη ότι, η εμπορική επωνυμία RIO PRIME CINEMAS ανήκει στον ίδιο και η εμπορική επωνυμία RIO CINEMAS στην Ενάγουσα 1. Η δε τελευταία χρησιμοποιεί και τις δύο πιο πάνω εμπορικές επωνυμίες για σκοπούς των εργασιών της και αυτές τοποθετούνται πάντα στους κινηματογράφους και σε άλλους χώρους από τους Ενάγοντες. Επίσης, ανέφερε ότι, αυτός, ως μοναδικός μέτοχος της Ενάγουσας 1, επιτρέπει τη χρήση στην τελευταία, της εμπορικής επωνυμίας RIO PRIME CINEMAS (η οποία είναι εγγεγραμμένη στο όνομα του), ένεκα της φήμης και αναγνωρισιμότητας αυτής (της Ενάγουσας 1). Ως ανέφερε ο Ενάγοντας 2, η Ενάγουσα 1 έχει αποκτήσει στην κινηματογραφική βιομηχανία στην Κύπρο και στο εξωτερικό, expertise, εμπειρογνωμοσύνη, φήμη, καλό όνομα και πελατεία. Τούτο δε, σε συνδυασμό με τις προσωπικές του γνώσεις και εμπειρία, ένεκα της 50ετούς ενασχόλησης του στην όλη επιχείρηση, έχει ως αποτέλεσμα ότι, η Ενάγουσα 1 έχει συνδέσει το όνομα της με την ποιότητα των κινηματογραφικών αιθουσών και την επιλογή των καλύτερων ταινιών.
Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, ενόψει της κατάρτισης της επίδικης Συμφωνίας, ο ίδιος ανέλαβε, λόγω της πολυετούς εμπλοκής και εμπειρίας του, εκ μέρους της Ενάγουσας 1, να επιβλέψει το σχεδιασμό και τις κατασκευαστικές εργασίες των Κινηματογράφων, με τις εργασίες αυτών να ολοκληρώθηκαν τον Ιούλιο του 2019. Ισχυρίστηκε ότι, από εκείνη την ημερομηνία άρχισε και η συμφωνηθείσα 5ετής προθεσμία εντός της οποίας η Ενάγουσα 1 έπρεπε να καταβάλει, στην Εναγόμενη 1, το συμφωνηθέν ποσό (στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας) για την αγορά του 25% των μετοχών της Εναγόμενης 2 και την μεταβίβαση αυτού προς την Ενάγουσα 1. Αποτέλεσε θέση του ότι, λόγω της πανδημίας του Covid-19 που προέκυψε λίγους μήνες μετά τη λειτουργία Κινηματογράφων, η λειτουργία όλων των κινηματογράφων στην Κύπρο, είχε ουσιαστικά ανασταλεί επί 3 έτη, ενόψει των διαταγμάτων που εκδόθηκαν (από την πολιτεία) κατά τον επίδικο χρόνο και οι κινηματογράφοι σε όλη την Κύπρο δέχθηκαν σοβαρά πλήγματα. Τούτο, ισχυρίστηκε, είχε ως αποτέλεσμα, η Ενάγουσα 1 να υποστεί πολύ μεγάλες ζημιές και επί 3 έτη να απωλέσει τεράστια εισοδήματα. Εντούτοις, ανέφερε ότι, παρά τα εν λόγω προβλήματα, ο ίδιος απέστειλε την επιστολή ημερ. 23.2.2024, μέσω των δικηγόρων του (Τεκμήριο 3 επί της ένορκης του δήλωσης στην Αίτηση), προς τους δικηγόρους της διμελούς ομάδας που προβλέπει ο όρος 7(β) της επίδικης Συμφωνίας, με την οποία εξέφραζε την ετοιμότητα της Ενάγουσας 1 να καταβάλει το συμφωνηθέν ποσό για τη μεταβίβαση του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 προς την πρώτη. Ως ισχυρίστηκε, τούτη ήταν μία από τις πολλές προσπάθειες της πλευράς των Εναγόντων για να εξευρεθεί μία συμβιβαστική λύση στη διαφορά που προέκυψε ένεκα του ότι η Ενάγουσα 1 δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό στην Εναγόμενη 1, εντός της συμφωνηθείσας προθεσμίας, η οποία (προσπάθεια) πάντοτε προσέκρουε στην άρνηση των Εναγομένων. Ανέφερε, ακόμη, ότι, στις 31.7.2024, οι δικηγόροι του απέστειλαν σχετική επιστολή προς τους Εναγόμενους, η οποία περιείχε λεπτομερή πρόταση για διευθέτηση των εκκρεμοτήτων που υπήρχαν μεταξύ των μερών (βλ. Τεκμήριο 4 επί της ένορκης δήλωσης της Αίτησης), ενώ είχε προηγηθεί και σχετική αλληλογραφία (Τεκμήριο 5). Παρά ταύτα, ως ανέφερε, στις 24.9.2024, η πλευρά των Εναγομένων τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία (βλ. Τεκμήριο 6). Κατά τους ισχυρισμούς του, ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας δεν έγινε αποδεκτός από την πλευρά της Ενάγουσας 1, εξού και οι δικηγόροι της τελευταίας, απέστειλαν στην Εναγόμενη 1 την επιστολή ημερ. 27.9.2024 (Τεκμήριο 7), ενημερώνοντας την τελευταία για τούτο.
Επιπρόσθετα, ήταν η θέση του ότι, το όλο ζήτημα αναφορικά με το χρόνο πληρωμής και εξόφλησης της συμμετοχής της Ενάγουσας 1 στο μετοχικό κεφάλαιο της Εναγόμενης 2, δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με τη λειτουργία, από την τελευταία, των Κινηματογράφων, εφόσον ο τρόπος λειτουργίας αυτών είχε συμφωνηθεί «και δια πρακτικής καθιερωθεί» κατά τρόπο που η Εναγόμενη 2, με τη βοήθεια της Ενάγουσας 1, θα επιλέγει τα έργα, προγραμματίζει την προβολή, διαχειρίζεται τις αίθουσες, εισπράττει τα εισιτήρια εισόδου, καταβάλλει τα έξοδα (περιλαμβανομένων των εξόδων του προσωπικού) και χειρίζεται τραπεζικό λογαριασμό στο όνομα της. Η δε λειτουργία των Κινηματογράφων, ως ανέφερε, γίνεται στους κινηματογράφους RIO PRIME CINΕMAS, οι οποίοι αποτελούν πνευματική ιδιοκτησία των Εναγόντων.
Ανέφερε, ακόμη, ότι, στις 28.11.2024, η Εναγόμενη 1 απέστειλε επιστολή προς την Ενάγουσα 1, με την οποία απαντούσε στους ισχυρισμούς της τελευταίας περί πρόθεσης της πρώτης να εμποδίσει τη συμμετοχή της Ενάγουσας 1 στην Εναγόμενη 2, προτείνοντας της (της Ενάγουσας 1), εάν επιθυμούσε, να της πωλήσει το σύνολο (100%) του μετοχικού κεφαλαίο της Εναγόμενης 2, καλώντας την να υποβάλει σχετική προσφορά για τούτο, μέχρι τις 6.12.2024. Ακολούθως, ως ανέφερε ο Ενάγοντας 2, η Εναγόμενη 1 απέστειλε στην Ενάγουσα 1, την επιστολή ημερ. 4.2.2025 (Τεκμήριο 9), με την οποία την ενημέρωσε ότι η Εναγόμενη 2 προχώρησε σε αλλαγή της επωνυμίας των Κινηματογράφων και σταμάτησε τη χρήση της λέξης RIO. Ισχυρίστηκε ότι, η εν λόγω αλλαγή και η παύση της χρήσης της επωνυμίας και του σήματος RIO στους Κινηματογράφους, ήταν αυθαίρετη.
Ήταν η θέση του ότι, η πλευρά της Εναγομένης 1, με πρόφαση τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, τερμάτισε τη λειτουργία των Κινηματογράφων, από την Εναγόμενη 2, με την επωνυμία και το σήμα RIO και/ή RIO PRIME CINEMA. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, η επίδικη Συμφωνία δεν προνοούσε ότι, η Εναγόμενη 2 θα δικαιούτο να προβεί σε αλλαγή της επωνυμίας υπό την οποία λειτουργούσαν οι Κινηματογράφοι καθ’ υπόδειξη της Εναγόμενης 1. Ανέφερε, επίσης, ότι, η όλη υπόθεση αφορά παράνομη επέμβαση και αθέμιτο ανταγωνισμό, από πλευράς της Εναγόμενης 1, στο σήμα και/ή την επωνυμία και/ή στα πνευματικά δικαιώματα των Εναγόντων, ως επίσης και στη φήμη, πελατεία και καλό όνομα των τελευταίων. Ισχυρίστηκε, περαιτέρω, ότι, η Ενάγουσα 1 είναι αντισυμβαλλόμενη της Εναγόμενης 1, για θέματα που δεν έχουν σχέση με αυτή καθ’ εαυτή τη λειτουργία των Κινηματογράφων και ότι, οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των μερών αναφορικά με την εν λόγω λειτουργία, θα έπρεπε να επιλυθεί μέσω της διμελούς ομάδας δικηγόρων που αναφέρεται στην επίδικη Συμφωνία (βλ. όρο 7(δ)) και κάτι τέτοιο δεν έγινε. Πάντα, συναφώς, είναι η θέση του ότι, η Εναγόμενη 1 έχει ουσιαστικά προκαλέσει και διαιωνίσει τη διαφορά μεταξύ της και της Ενάγουσας 1, αναφορικά με το χρόνο καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού συμμετοχής της τελευταίας στην Εναγόμενη 2, με «απώτερο σκοπό να εξοβελίσει» αυτήν (την Ενάγουσα 1) από το Nicosia Mall και να «προσεταιριστεί» παράνομα το καλό όνομα, φήμη και πελατεία «των κινηματογράφων RIO και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO CINEMAS», ούτως ώστε να πετύχει τον αποκλεισμό των Εναγόντων από τα πνευματικά και ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα, βάσει των οποίων έγινε κατορθωτή η λειτουργία των Κινηματογράφων. Επίσης, ότι με τον αποκλεισμό της Ενάγουσας 1 από τους Κινηματογράφους, οι Εναγόμενοι έχουν σκοπό την απόκτηση και δημιουργία φήμης, πελατείας και καλού ονόματος, αλλά και να επωφεληθούν, παρανόμως, της πνευματικής ιδιοκτησίας, φήμης και καλού ονόματος της Ενάγουσας 1. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του Ενάγοντα 2, οι Εναγόμενοι ενήργησαν δολίως, αποφεύγοντας να προωθήσουν τη διευθέτηση οποιασδήποτε διαφοράς προέκυψε μεταξύ των μερών, ένεκα ανωτέρας βίας και/ή «λόγω μεταγενέστερων αλλαγών στις συμφωνίες και/ή συνθήκες υπό τις οποίες συμφωνήθηκε το όλο εγχείρημα της ίδρυσης και λειτουργίας» των Κινηματογράφων, ώστε να αποκλειστεί η Ενάγουσα 1 από τους Κινηματογράφους.
Είναι η θέση του ότι, μόνο με την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, δεν θα επέλθει η «ουσιαστική καταστροφή και απώλεια» της «πνευματικής και βιομηχανικής ιδιοκτησίας» των Εναγόντων. Σε περίπτωση δε που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, ισχυρίζεται ότι οι Εναγόμενοι θα συνεχίσουν να εκμεταλλεύονται παράνομα τα όσα με κόπο οι Ενάγοντες έκτισαν τόσα χρόνια σε σχέση με την επωνυμία, σήμα, πελατεία και φήμη των επωνυμιών και σημάτων RIO και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO CINEMAS, προκαλώντας σύγχυση στο κοινό και παραβιάζοντας παράνομα την πνευματική τους ιδιοκτησία (passing off και/ή infringement). Επίσης, ισχυρίστηκε ότι, το γεγονός ότι, στους Κινηματογράφους, τους οποίους επισκέπτεται καθημερινά το αγοραστικό κοινό, δεν χρησιμοποιούνται οι επωνυμίες RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO CINEMAS είναι προς βλάβη των Εναγόντων, ενώ η ζημιά που οι τελευταίοι θα υποστούν θα είναι μη αναστρέψιμη, ολοκληρωτική και, συνεπώς, ανεπανόρθωτη (βλ. παραγράφους 21 και 22 της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την Αίτηση).
Τέλος, σημειώνω ότι στην ένορκη δήλωση (αναφορικά με το κατεπείγον[4]) που καταχώρησε η πλευρά των Εναγόντων προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης, ο Ενάγοντας 2 ισχυρίζεται ότι, εάν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα, δεν θα υφίστανται για το κοινό, πλέον, οι κινηματογράφοι RIO PREMIER, αλλά οι κινηματογράφοι PREMIER, προς πλήρη καταστροφή των Εναγόντων. Προς ενίσχυση του εν λόγω ισχυρισμού του, ανέφερε ότι, σε μία μόνο εβδομάδα, πωλήθηκαν 997 εισιτήρια στους Κινηματογράφους, τα οποία αντιστοιχούν σε εισπράξεις ύψους €7.557.
Η Ένσταση και η ένορκη δήλωση που τη συνοδεύει
Όπως προανέφερα, οι Εναγόμενοι καταχώρησαν Ένσταση, προβάλλοντας 12 συνολικά λόγους ένστασης, τους οποίους δεν κρίνω σκόπιμο να καταγράψω αυτούσιους, καθότι αυτοί συγκλίνουν, ουσιαστικά, στις εξής θέσεις, όπως τούτες αποκρυσταλλώνονται και μέσα από την αγόρευση των συνηγόρων τους (βλ. Στέλιος Σάββα και Υιοί Λιμιτεδ v. Γενικού Εισαγγελέα της Κυπριακής Δημοκρατίας, Αγωγή αρ. 1/2019, απόφαση ημερ. 28.5.2020): (1) ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων, (2) τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα υπό στοιχεία (Α) και (Β) της Αίτησης είναι άνευ αντικειμένου, εφόσον η Εναγόμενη 2 έχει από τις αρχές Φεβρουαρίου 2025 παύσει να εμπορεύεται με την επωνυμία «RIO PREMIER CINEMAS» και γενικά έχει παύσει κάθε χρήση του ονόματος «RIO» σε σχέση με τους Κινηματογράφους, οι οποίοι έκτοτε λειτουργούν με την επωνυμία «PREMIER CINEMAS», (3) το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα υπό στοιχείο (Γ) αποτελεί προστατικό διάταγμα και η παρούσα περίπτωση δεν δικαιολογεί την έκδοση του, (4) δεν υπάρχει στο κυπριακό δίκαιο βάση επί της οποίας να μπορεί ένα πρόσωπο να αναγκάσει άλλο να εμπορεύεται με την επωνυμία ή σήμα του πρώτου, (5) σε περίπτωση έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων, επί της ουσίας, η Εναγόμενη 2 θα εξαναγκαστεί να εμπορεύεται με συγκεκριμένη επωνυμία, παρά το ότι δεν έχει οποιαδήποτε συμβατική σχέση με τους Ενάγοντες, (6) το αιτούμενο προσωρινό διάταγμα, υπό στοιχείο (Γ), είναι ταυτόσημο με το διάταγμα που επιζητείται στο πλαίσιο της πιο πάνω Απαίτησης, και (7) το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει υπέρ των Εναγομένων.
Ως προανέφερα, η εν λόγω Ένσταση υποστηρίζεται από ένορκη δήλωση του Ε. Δημητρίου, ο οποίος είναι ο μόνος διευθυντής των Εναγομένων 1 και 2, στην οποία αυτός επαναλαμβάνει, ουσιαστικά, τους πιο πάνω λόγους ένστασης, πλην όμως με περισσότερη λεπτομέρεια και επιχειρηματολογία. Εν πολλοίς, ο ομνύοντας στην Ένσταση αναφέρει ότι οι Κινηματογράφοι ξεκίνησαν τη λειτουργία τους, την 1.4.2019, υπό την επωνυμία RIO PREMIER CINEMAS. Παρά τους ρητούς όρους της επίδικης Συμφωνίας, η Ενάγουσα 1 ουδέποτε κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό για απόκτηση του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2, εντός της συμφωνηθείσας χρονικής περιόδου, με αποτέλεσμα να παραβεί την επίδικη Συμφωνία. Πάντα κατά τους ισχυρισμούς του, εκείνο που ήθελαν οι Ενάγοντες είναι να συνεχίσουν να απολαμβάνουν το όφελος από τη συμπερίληψη της λέξης RIO στην επωνυμία των Κινηματογράφων, χωρίς όμως την έκθεση τους σε επιχειρηματικό και οικονομικό ρίσκο. Ήταν η θέση του ότι ο όρος 7(δ) της επίδικης Συμφωνίας, αφορά ζητήματα που αφορούν αποκλειστικά τη λειτουργία της Εναγόμενης 2 και όχι οποιαδήποτε διαφορά μεταξύ των συμβαλλομένων μερών. Σε ότι αφορά την αλλαγή της επωνυμίας των Κινηματογράφων και την παύση της χρήσης της λέξης RIO από πλευράς της Εναγόμενης 2, ο ομνύοντας στην Ένσταση αναφέρει ότι η συμπερίληψη της λέξης RIΟ έγινε λόγω του κοινού εγχειρήματος που επιχείρησαν τα συμβαλλόμενα μέρη, βάσει της επίδικης Συμφωνίας. Ουσιαστικά, η Ενάγουσα 1 παρείχε άδεια χρήσης της εν λόγω λέξης/brand (RIO) για να μπορεί η Εναγόμενη 2 να χρησιμοποιεί την επωνυμία RIO PREMIER CINEMAS και η άδεια αυτή θα διαρκούσε για όσο καιρό βρισκόταν σε ισχύ η εν λόγω Συμφωνία, εφόσον η Εναγόμενη 2 δεν είχε οποιαδήποτε σχέση με την ονομασία RIO, ενώ χωρίς την ύπαρξη της Συμφωνίας, οι Ενάγοντες δεν είχαν λόγο να επιτρέψουν σε μια τρίτη εταιρεία να χρησιμοποιεί επωνυμία που τους ανήκει. Σε ότι αφορά τη βάση αγωγής του αθέμιτου ανταγωνισμού, ο ομνύοντας ανέφερε ότι θα έπρεπε να παρουσιαστεί μαρτυρία ότι οι Εναγόμενες απομιμούνται κάποια επωνυμία, χαρακτηρισμό, σήμα ή επιγραφή υπηρεσιών των Εναγόντων και ειδικότερα να γίνεται από αυτές κάποια χρήση της επωνυμίας RIO. Εν προκειμένω, ως ισχυρίστηκε, είναι ακριβώς το αντίθετο που συμβαίνει και δη οι Εναγόμενες δεν χρησιμοποιούν ούτε εκμεταλλεύονται καθ’ οιονδήποτε τρόπο την επωνυμία RIO.
Περαιτέρω αναφορά στους ισχυρισμούς του ομνύοντα στην Ένσταση θα γίνει κατωτέρω, κατά το στάδιο εξέτασης της παρούσας Αίτησης, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο.
Ακροαματική διαδικασία
Η ακροαματική διαδικασία της παρούσας Αίτησης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που υποστηρίζουν αφενός την παρούσα Αίτηση και, αφετέρου, βάσει της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, ενώ ουδείς εκ των ομνύοντων αντεξετάστηκε. Αμφότερες δε οι πλευρές ετοίμασαν και παρέδωσαν γραπτές αγορεύσεις στο Δικαστήριο, με τις οποίες οι συνήγοροι των διαδίκων προώθησαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους. Έχω μελετήσει με προσοχή αυτές και αναφορά στα επιχειρήματα των συνηγόρων των διαδίκων θα γίνει, όπου αυτό κριθεί απαραίτητο, κατωτέρω.
Νομική πτυχή
Όπως διαφαίνεται από τη νομική βάση της υπό κρίση Αίτησης, αυτή στηρίζεται στο άρθρο 32 του Ν.14/60, το οποίο παρέχει το ουσιαστικό δίκαιο για την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, η οποία (έκδοση) επαφίεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Το άρθρο 32 του Ν. 14/60 έχει τύχει ερμηνείας και αποτέλεσε αντικείμενο εξέτασης σε πληθώρα αποφάσεων των Κυπριακών Δικαστηρίων. Οι προϋποθέσεις που πρέπει απαραίτητα να συνυπάρχουν για να δικαιολογείται η έκδοση προσωρινού διατάγματος, βάσει του άρθρου 32 του Ν. 14/60, είναι οι εξής:
(α) Ύπαρξη σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, και
(β) Ύπαρξη πιθανότητας ότι ο ενάγων δικαιούται σε θεραπεία ή ότι έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας, και
(γ) Δυσκολία ή αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε κατοπινό στάδιο, εκτός αν εκδοθεί το προσωρινό διάταγμα.
Όπως υποδεικνύεται στην Odysseos v Pieris Estates Ltd and Others (1982) 1 CLR 557, πέραν των πιο πάνω τριών προϋποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60, το Δικαστήριο θα πρέπει, επιπρόσθετα, να σταθμίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και εύλογο να εκδώσει τέτοιο διάταγμα (βλ. Ιπποδρομιακή Αρχή Κύπρου ν. Πασχάλη Χ΄Βασίλη (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 152). Σε τέτοιου είδους αιτήσεις, ο Αιτητής πρέπει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται, σωρευτικά, οι τρεις προαναφερόμενες προϋποθέσεις, για να δημιουργηθεί το υπόβαθρο επί του οποίου το Δικαστήριο, στην ενάσκηση της διακριτικής του ευχέρειας, θα προχωρήσει να αποφασίσει υπέρ ή εναντίον της έκδοσης του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος.
Είναι δε νομολογημένο ότι το Δικαστήριο, σε αυτό το στάδιο, δεν καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, κάτι το οποίο θα αποτελέσει την κρίση του κατά την εξέταση της ουσίας της υπόθεσης. Αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας είναι η διαπίστωση του κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος (σχετικά παραπέμπω στις υποθέσεις Jonitexo Ltd v Adidas (1984) 1 CLR 663 και Γρηγορίου κ.α. v. Χριστοφόρου κ.α. (1995) 1 ΑΑΔ 248). Στην υπόθεση Milton Investment Co Ltd κ.ά. v. Dryden Group Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 424/11, ημερομηνίας 27.3.2014, τονίστηκε και πάλι πως «στο ενδιάμεσο αυτό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα που ουσιαστικά θα ισοδυναμούσαν με απόφαση επί της ουσίας της αγωγής». Επομένως, το αντικείμενο εξέτασης σε αυτό το στάδιο είναι κατά πόσο πληρούνται ή όχι οι απαραίτητες προϋποθέσεις για την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος.
Για σκοπούς ικανοποίησης της πρώτης προϋπόθεσης, δηλαδή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, είναι αρκετό να αποκαλύπτεται συζητήσιμη υπόθεση με βάση τα δικόγραφα (βλ. Κωνσταντίνος Λόρδος κ.ά ν. Πέτρου Σιακόλα κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. Ε143/2015, απόφαση ημερ. 23.03.2017), ECLI:CY:AD:2017:A102. Στην υπόθεση Αθανάσιος Κυριάκου κ.ά ν. Πραξούλας Αντωνιάδου Κυριάκου, Πολ. Έφεση Αρ. Ε301/2016, απόφαση ημερ. 26.09.2017, ECLI:CY:AD:2017:D317, λέχθηκαν τα ακόλουθα, σχετικά:
«Όλα αυτά, όμως, δεν έχουν σχέση με την έννοια του «σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση», που υποδηλώνει συζητήσιμη υπόθεση με βάση τη δύναμη των δικογράφων (Odysseos v. Pieris Estates Ltd (1982) 1 CLR 557). Όπως εξηγείται στο σύγγραμμα Διατάγματα, Γ. Ερωτοκρίτου και Π. Αρτέμη, πρώτη έκδοση, σελ. 55:
«Με την αναφορά αυτή στην ουσία εισάγεται η γενική προϋπόθεση ότι το δικαίωμα το οποίο επικαλείται ο ενάγων θα πρέπει να είναι αναγνωρισμένο είτε από το νόμο (legal right) είτε από το δίκαιο της επιείκειας (equitable right). Γι’ αυτό και το Δικαστήριο θα πρέπει να βεβαιώνεται ότι υπάρχει αγώγιμο δικαίωμα αναγνωρισμένο από το νόμο και τις αρχές της επιείκειας, προτού παραχωρήσει τη θεραπεία απαγορευτικού διατάγματος.»[5]
Σε ό,τι αφορά τη δεύτερη προϋπόθεση, ήτοι αυτή της ύπαρξης πιθανότητας επιτυχίας, είναι αρκετό για το Δικαστήριο να ικανοποιηθεί ότι, με βάση την ενώπιον του μαρτυρία, υπάρχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας του Ενάγοντα στην αγωγή (βλ. Κυτάλα κ.ά. ν. Χρυσάνθου κ.ά. (1996) 1 Α.Α.Δ. 253). Η έννοια της πιθανότητας επιτυχίας περικλείει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα, αλλά και κάτι πολύ λιγότερο από το «ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(Β) Α.Α.Δ. 788, η διαδικασία έκδοσης προσωρινού διατάγματος δεν προσφέρεται για εξέταση αμφισβητούμενων γεγονότων (βλ. επίσης Γρηγορίου (ανωτέρω)). Η διαχρονικότητα των παραπάνω αρχών, διαφαίνεται και από τα όσα λέχθηκαν στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ v. CYFIELD-NEMESIS κ.ά., Πολιτική Έφεση Αρ. E52/21, ημερ. 10.2.2022, ECLI:CY:AD:2022:A79.
Επομένως, το Δικαστήριο, στο στάδιο αυτό, δεν αξιολογεί την προσαχθείσα μαρτυρία και δεν προβαίνει σε ευρήματα αναφορικά με τους συγκρουόμενους ισχυρισμούς των διαδίκων. Κάτι τέτοιο θα γίνει όταν το Δικαστήριο θα ακούσει την υπόθεση στην ουσία της. Ούτε, βεβαίως, στο παρόν στάδιο, οι Ενάγοντες καλούνται να αποδείξουν την αξίωση τους, για την οποία κάνουν αναφορά στην Απαίτηση τους. Όπως αναφέρθηκε στην υπόθεση T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd v. Microsoft Corporation (2002) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1802, «Σε ενδιάμεση διαδικασία για προσωρινό διάταγμα εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξης του». Επίσης, ως λέχθηκε στην απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου, στην Πολ. Έφεση Ε135/2015, 1. ΧΧΧ Δίγκλης κ.α. v. Total Fit Ltd, απόφαση ημερ. 12.9.2018, αρκεί οι συγκεκριμένοι ισχυρισμοί να «χαρακτηρίζονται από λογικότητα και ποιοτική επάρκεια, στο πλαίσιο της καθοδήγησης που παρέχεται, σχετικά, στην υπόθεση Odysseos v. Pieris Estates and Others (1982) 1 CLR 557».
Η τρίτη προϋπόθεση συναρτάται με τα συγκεκριμένα γεγονότα της κάθε υπόθεσης, και όπως τονίστηκε στην υπόθεση Odysseos (ανωτέρω), το ζήτημα της επάρκειας της θεραπείας των αποζημιώσεων εξετάζεται μέσα στα πλαίσια αυτής της προϋπόθεσης. Όσο απομακρύνεται η πιθανότητα να συνιστά επαρκή θεραπεία η θεραπεία των αποζημιώσεων, τόσο ενισχύεται η πιθανότητα να πληρείται η τρίτη προϋπόθεση. Επιπρόσθετα, στην υπόθεση Κυρισάββας κ.ά. v. Κίζη (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1245, λέχθηκε ότι η έννοια του δύσκολου ή αδύνατου της πλήρους απονομής της δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, περιλαμβάνει και άλλα μεταβλητά κριτήρια, εκτός από την ανεπανόρθωτη ζημιά, αλλά και ότι ο χρηματικός παράγοντας της αποζημίωσης δεν είναι ο μόνος που λαμβάνεται υπόψη. Σχετικές επί τούτου είναι, επίσης, οι υποθέσεις Zena Company Ltd v. Demenian Catering Ltd (2011) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1848 και Παπαστράτης ν. Πιερίδης (1979) 1 C.L.R. 231. Ως δε λέχθηκε στην υπόθεση Highgate Primary School Ltd και Άλλοι ν. Στέλιου Φυλακτίδη και Άλλης, (2009) 1 Α.Α.Δ. 317:
«Η έννοια της απονομής πλήρους δικαιοσύνης δεν είναι ταυτόσημη με την αποκατάσταση μόνο της υλικής ζημιάς, αλλά είναι ευρύτερη και σ' αυτήν περιλαμβάνεται και η προστασία των δικαιωμάτων των αιτητών. Το γεγονός δηλαδή ότι οι εφεσείοντες μπορεί να είναι σε οικονομική κατάσταση που τους επιτρέπει να αποζημιώσουν τους εφεσίβλητους, σε περίπτωση επιτυχίας των εφεσιβλήτων στην αγωγή, δεν εξυπακούει αυτόματα ότι δεν θα προκληθεί οποιαδήποτε αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες, υπό την ευρύτερη έννοια. Το πρωτόδικο δικαστήριο βρήκε ότι θα προκληθεί τέτοια αδικία στους εφεσίβλητους-ενάγοντες και δεν συντρέχει λόγος για επέμβαση στα ευρήματά του.»
Ισοζύγιο της ευχέρειας
Όπως ανέφερα ανωτέρω, μόνο όταν το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι πληρούνται οι τρεις προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, προχωρά, στο πλαίσιο άσκησης της διακριτικής του εξουσίας, να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο και πρόσφορο να εκδώσει τούτα ή να διατάξει τη συνέχιση της ισχύος τους στη βάση του ισοζυγίου της ευχέρειας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολ. Αίτηση 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023). Όπως δε αναφέρθηκε στην υπόθεση Χρίστος Ευστρατίου v. Dicran Ouzounian and Company Ltd, Πολ. Έφεση 292/2010, απόφαση ημερ. 20.1.2014:
«Τέλος, κρίνουμε ότι δεν ευσταθεί και ο τρίτος λόγος έφεσης και σχετικά είναι αρκετό να υπενθυμίσουμε ότι το ισοζύγιο των πιθανών επιπτώσεων (balance of convenience) έχει στο επίκεντρο του τον κίνδυνο αδικίας που θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο είναι λανθασμένη. Ο κίνδυνος αυτός εναποθέτει στο Δικαστήριο το καθήκον όπως, κατά την άσκηση της διακριτικής του εξουσίας, ισοζυγίζει τα ενώπιον του στοιχεία και υιοθετεί εκείνη την πορεία η οποία φαίνεται να ενέχει τους λιγότερους κίνδυνους αδικίας (βλ. Bacardi & Co. Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, η οποία υιοθέτησε τα λεχθέντα από το Δικαστή Hoffman στην Films Rover International Ltd v. Cannon Film Sales Ltd [19897] 1 W.L.R. 670)».
Εξέταση της υπό κρίση Αίτησης
Προτού προχωρήσω να εξετάσω την παρούσα Αίτηση, στη βάση των προϋποθέσεων και των αρχών που διέπουν την έκδοση ενδιάμεσων προσωρινών διαταγμάτων, κρίνω σκόπιμο, όπως, κατ’ αρχάς, αναφέρω το εξής. Ανεξαρτήτως της διατύπωσης των αιτούμενων διαταγμάτων, εκείνο που ουσιαστικά αιτούνται οι Ενάγοντες, ως τούτο ξεκάθαρα προκύπτει από το περιεχόμενο της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση τους, αλλά και το περιεχόμενο της αγόρευσης τους, είναι να διαταχθεί η πλευρά των Εναγομένων να επαναφέρει τη χρήση της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους και/ή να παύσουν να μην χρησιμοποιούν τη λέξη RIO σε αυτούς. Και τούτο διότι, κατά τους ίδιους τους Ενάγοντες η παύση της χρήσης της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS, έχει ως αποτέλεσμα να υφίστανται για το κοινό μόνο οι κινηματογράφοι PREMIER CINEMAS, αποκλείοντας, έτσι, την πλευρά των Εναγόντων από τους Κινηματογράφους του Nicosia Mall.
Επί της ουσίας, εκείνο που επιζητούν οι Ενάγοντες, μέσω των αιτούμενων διαταγμάτων, είναι, κατά τρόπο συγκεκαλυμένο, την ειδική εκτέλεση της επίδικης Συμφωνίας, προβάλλοντας τη θέση ότι ο τερματισμός της, από την Εναγόμενη 1, είναι παράνομος.
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, προχωρώ να εξετάσω, εν πρώτοις, το λόγο ένστασης των Εναγομένων που θέλει τα αιτούμενα, υπό στοιχεία (Α) και (Β), διατάγματα, να είναι άνευ αντικειμένου.
Απλή ανάγνωση των αιτητικών των εν λόγω αιτούμενων διαταγμάτων (Α και Β), δεικνύει ότι, μέσω αυτών, επί της ουσίας, οι Ενάγοντες επιζητούν την απαγόρευση των Εναγομένων από του να επεμβαίνουν στα εμπορικά σήματα και επωνυμίες, ιδιοκτησίας των Εναγόντων (RIO και/ή RIO CINEMAS και/ή RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO 4 SCREENS και/ή RIO PREMIER CINEMAS) και/ή την απαγόρευση των Εναγομένων από του να τερματίσουν τη χρήση των εν λόγω εμπορικών σημάτων και/ή επωνυμιών από τους Κινηματογράφους και/ή την απαγόρευση σε αυτούς (τους Εναγόμενους) να χρησιμοποιούν οποιαδήποτε άλλη εμπορική επωνυμία και/ή σήμα στους εν λόγω Κινηματογράφους σε αντικατάσταση των πιο πάνω εμπορικών σημάτων.
Είναι, εξ αρχής, που σημειώνω, ότι, ως τούτο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, στη βάση του όρου 11 της επίδικης Συμφωνίας, η Εναγόμενη 2 λειτουργούσε τους Κινηματογράφους μόνο με την επωνυμία RIO PREMIER CINEMAS και όχι με οποιαδήποτε εκ των λοιπών ανωτέρω εμπορικών επωνυμιών και/ή σημάτων και, επομένως, δεν θα μπορούσε τούτη να διαταχθεί να μην τερματίσει τη χρήση των λοιπών εμπορικών σημάτων και/ή επωνυμιών που αναφέρονται στα εν λόγω αιτητικά, εφόσον ουδέποτε χρησιμοποιούσε τούτα. Επίσης, αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών ότι, η Εναγόμενη 2, κατά την ημερομηνία καταχώρησης της υπό κρίση Αίτησης (14.2.2025), είχε ήδη παύσει να χρησιμοποιεί την επωνυμία RIO PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους και, επομένως, το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε, εν πάση περιπτώσει, να απαγορεύσει σε αυτήν ή γενικότερα στους Εναγομένους να μην προβούν σε τερματισμό της χρήσης της εν λόγω επωνυμίας.
Στη βάση των πιο πάνω, στο βαθμό που με την υπό κρίση Αίτηση, εκείνο που επιζητείται είναι η απαγόρευση του τερματισμού της χρήσης των πιο πάνω αναφερόμενων εμπορικών σημάτων, τούτη (η Αίτηση) είναι άνευ αντικειμένου και, συνεπώς, καταδικαστέα σε απόρριψη. Περαιτέρω, στο βαθμό που με το αιτητικό υπό στοιχείο (Γ), οι Ενάγοντες επιζητούν την επαναφορά της χρήσης από τους Εναγόμενους στους Κινηματογράφους των εμπορικών επωνυμιών RIO, RIO CINEMAS, RIO PRIME CINEMAS και RIO 4 SCREENS, για τον λόγο που ήδη ανέφερα ανωτέρω, και δη εφόσον ουδέν εκ των εν λόγω εμπορικών επωνυμιών/ σημάτων χρησιμοποιείτο από πλευράς των Εναγομένων στους Κινηματογράφους, πριν τον τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, η παρούσα Αίτηση είναι, επίσης, καταδικασμένη σε αποτυχία.
Το μέρος του αιτητικού (Α) που δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου είναι αυτό με το οποίο οι Ενάγοντες επιζητούν την απαγόρευση των Εναγομένων από του να επεμβαίνουν στα εν λόγω εμπορικά σήματα και επωνυμίες, ιδιοκτησίας των πρώτων, και ουσιαστικά να προβαίνουν σε αθέμιτο ανταγωνισμό με τους Ενάγοντες. Επίσης, το μέρος του αιτητικού (Γ) το οποίο δεν έχει καταστεί άνευ αντικειμένου, είναι αυτό με το οποίο οι Ενάγοντες επιζητούν την επαναφορά της χρήσης της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους. Η αίτηση για έκδοση των εν λόγω διαταγμάτων, σημειώνω ότι, θα εξεταστεί στη βάση των όσων έχω ήδη αναφέρει στις αρχικές παραγράφους της παρούσας ενότητας.
Έχοντας κατά νου τις πιο πάνω νομικές αρχές και τη μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον μου από αμφότερους τους διαδίκους, χωρίς όμως στο παρόν στάδιο να διενεργείται οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση ως προς την όποια αξιοπιστία αυτής και χωρίς το Δικαστήριο να αποφαίνεται επί της ουσίας της διαφοράς των μερών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο συντρέχουν οι προϋποθέσεις που απαιτούνται για την έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων.
(1) Σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση
Υπενθυμίζω εδώ ότι, για σκοπούς εξέτασης της πρώτης προϋπόθεσης, το Δικαστήριο αντλεί καθοδήγηση από τα δικόγραφα και εξετάζει αν, στη βάση αυτών, αποκαλύπτεται κάποια γνωστή στο Νόμο αιτία αγωγής, η οποία, αν επιτύχει, θα έχει ως συνέπεια την παροχή θεραπείας στους Ενάγοντες.
Σε ό,τι αφορά την πρώτη προϋπόθεση και δη αυτή της ύπαρξης σοβαρού ζητήματος προς εκδίκαση, κρίνω ότι, εν προκειμένω, οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τούτη. Η βάση της παρούσας Απαίτησης, ως τούτο αποκαλύπτεται από το Έντυπο Απαίτησης και την Έκθεση Απαίτησης, είναι το αδίκημα της παράβασης συμφωνίας (στη βάση του περί Συμβάσεων Νόμου, Κεφ. 149), ως επίσης και το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off), ως αυτό απορρέει από το άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ. 148. Επομένως, στην περίπτωση που, με τη μαρτυρία που θα προσφέρουν οι Ενάγοντες, αποδείξουν τα όσα δικογραφικώς ισχυρίζονται, τότε θα δικαιούνται στις ανωτέρω θεραπείες, στην έκταση που έκαστη εξ αυτών τους αφορά. Και εξηγώ.
Εν προκειμένω, ο Ενάγοντας 2 ουδέν αγώγιμο δικαίωμα έχει στη βάση παράβασης σύμβασης εναντίον των Εναγομένων, εφόσον ουδέποτε αποτέλεσε συμβαλλόμενο μέρος αυτών. Ούτε και η Ενάγουσα 1 έχει οποιοδήποτε αγώγιμο δικαίωμα για παράβαση της επίδικης Συμφωνίας, εναντίον της Εναγόμενης 2, εφόσον ουδέποτε η τελευταία αποτέλεσε συμβαλλόμενο μέρος αυτής. Εντούτοις, στο βαθμό που τόσο η Ενάγουσα 1 όσο και ο Ενάγοντας 2 προωθούν την παρούσα αγωγή εναντίον των Εναγομένων, στη βάση του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού, με δεδομένο ότι αποτελεί κοινό τόπο ότι οι επωνυμίες και σήματα που αναφέρονται στις αιτούμενες θεραπείες της Απαίτησης τους, είναι ιδιοκτησίας τους, τότε έχουν αποδείξει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση για το εν λόγω αστικό αδίκημα. Επίσης, η Ενάγουσα 1 έχει αποδείξει την εν προκειμένω προϋπόθεση εναντίον της Εναγόμενης 1 σε ότι αφορά το αγώγιμο δικαίωμα της παράβασης σύμβασης, εφόσον είναι αντισυμβαλλόμενη της.
(2) Ορατή πιθανότητα επιτυχίας
Έχοντας ενώπιον μου τα όσα αναφέρονται στη νομική πτυχή ανωτέρω και χωρίς να αγνοώ το μαρτυρικό υλικό στο σύνολο του, το οποίο, επαναλαμβάνω, προσεγγίζω μόνο για σκοπούς έκδοσης των ανωτέρω, ειδικώς προσδιορισθέντων, αιτούμενων προσωρινών θεραπειών, προχωρώ να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της πιο πάνω Απαίτησης τους, είτε στη βάση του αγώγιμου δικαιώματος τους για παράβαση σύμβασης, είτε στη βάση του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού.
Η θεραπεία που επιζητείται για δηλωτική απόφαση ότι ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας από πλευράς της Εναγόμενης 1 είναι παράνομος
Εξ αρχής σημειώνω ότι, ο Ενάγοντας 2 δεν έχει ορατή πιθανότητα επιτυχίας εναντίον αμφότερων των Εναγομένων στη βάση της παράβασης σύμβασης, για τους λόγους που ήδη ανέφερα ανωτέρω αναφορικά με την πρώτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Το ίδιο ισχύει και για την Ενάγουσα 1, σε ότι αφορά το αγώγιμο της δικαίωμα για παράβαση της επίδικης Σύμβασης εναντίον της Εναγόμενης 2. Προχωρώ, επομένως, να εξετάσω την δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60 επί της βάσης της παράβασης σύμβασης, μόνο στο βαθμό που τούτο αφορά την Ενάγουσα 1 εναντίον της Εναγόμενης 1.
Εν προκειμένω, ως ήδη προανέφερα, αποτελεί κοινό τόπο μεταξύ των μερών ότι, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, η Ενάγουσα 1 όφειλε, εν είδει συμβατικής υποχρέωσης, να καταβάλει στην Εναγόμενη 1 το συμφωνηθέν ποσό (βάσει του όρου 7(η)), εντός συγκεκριμένης χρονικής περιόδου (5 ετών από την έναρξη της λειτουργίας των Κινηματογράφων). Αποτελεί, περαιτέρω, κοινό τόπο, ότι η εν λόγω συγκεκριμένη συμφωνηθείσα περίοδος, κατά το χρόνο τερματισμού της επίδικης Συμφωνίας, είχε ήδη παρέλθει. Και τούτο, είτε η εν λόγω χρονική περίοδος ξεκινούσε να προσμετρά από την 1.4.2019 (που επικαλείται η πλευρά των Εναγομένων), είτε ξεκινούσε να μετρά από τον Ιούλιο του 2019 (που επικαλείται η πλευρά των Εναγόντων). Επίσης, παρά το ότι τα μέρη προσπάθησαν να εξεύρουν κάποια λύση μεταξύ τους αναφορικά με την εν λόγω διαφορά τους, εντούτοις οι όποιες προσπάθειες τους δεν καρποφόρησαν. Αποτέλεσμα τούτου, ήταν ότι η πλευρά της Εναγόμενης 1 τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία στη βάση της παράβασης του εν προκειμένω όρου. Εν πάση περιπτώσει, στη βάση του όρου 7(θ) της επίδικης Συμφωνίας, στην περίπτωση που η Ενάγουσα 1 δεν εξοφλούσε πλήρως το συμφωνηθέν ποσό, εντός της συμφωνηθείσας περιόδου, είχε ρητώς συμφωνηθεί, μεταξύ των μερών, ότι, η Ενάγουσα θα έκπιπτε του δικαιώματος της να καταστεί μέτοχος στην Εναγόμενη 2 με οποιοδήποτε ποσοστό και η επίδικη Συμφωνία θα τεκμαίρετο ως άκυρη.
Σημειώνω εδώ ότι, τα όσα ανέφερε η πλευρά της Ενάγουσας 1 περί του ότι, στην ουσία, η Εναγόμενη 1 ενήργησε αντισυμβατικά καθότι, στη βάση των όρων της επίδικης Συμφωνίας, η οποιαδήποτε διαφορά προέκυπτε στον τρόπο λειτουργίας των Κινηματογράφων και εφαρμογής της επίδικης Συμφωνίας, έπρεπε να επιλυθεί εκ συμφώνου μέσω της διμελούς ομάδας δικηγόρων που προβλέπετο στη Συμφωνία και ότι η Εναγόμενη 1 δεν έπραξε τούτο, δεν αντικατοπτρίζονται από τους ίδιους τους όρους της επίδικης Συμφωνίας. Ο όρος που επικαλείται η πλευρά των Εναγόντων, είναι ο όρος 7(δ) της επίδικης Συμφωνίας, ο οποίος έχει ως ακολούθως:
«Ως διαδικασία επίλυσης αδιεξόδων (deadlock) και/ή κωλυμάτων για συγκεκριμένες αποφάσεις διοικητικής και/ή οικονομικής φύσης για συμφωνίες με τρίτα μέρη και/ή αναφορικά με την έκδοση επιταγών και/ή εμβάσματα και/ή λήψης αποφάσεως διαχείρισης του ΤΡΙΤΟΥ ΜΕΡΟΥΣ[6] και των υπαλλήλων του και/ή δικαστικές και/ή νομικές εκπροσωπήσεις ως επίσης και για όλα τα ουσιώδη τρέχοντα ζητήματα τα οποία είναι καταγραμμένα στο επισυνημμένο Παράρτημα ΣΤ, οι αποφάσεις αυτών θα λαμβάνονται εκ συμφώνου. Σε περίπτωση διαφωνίας, στην άρση του εν λόγω αδιεξόδου θα λαμβάνεται κοινή απόφαση από τους Δικηγόρους επ’ ονόματι κα Μαρία Κυπριανού και κ. Χρίστο Νεοκλέους».
Από απλή ανάγνωση του πιο πάνω όρου, χωρίς σε καμία περίπτωση να προβαίνω σε οποιαδήποτε υποκειμενική αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, είναι αβίαστα που προκύπτει ότι τούτος δεν αφορά οποιεσδήποτε οικονομικές διαφορές προκύπτουν, στη βάση της επίδικης Συμφωνίας, μεταξύ της Ενάγουσας 1 και της Εναγόμενης 1, αλλά αφορά την επίλυση αδιεξόδων διοικητικής και οικονομικής φύσης για συμφωνίες με τρίτα μέρη και της λήψης απόφασης αναφορικά με τη διαχείριση της Εναγόμενης 2. Εν προκειμένω, επαναλαμβάνω ότι, ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας, ως τούτο αποτελεί κοινό έδαφος μεταξύ των μερών, επήλθε ένεκα της μη έγκαιρης καταβολής, από πλευράς της Ενάγουσας 1, του συμφωνηθέντος ποσού για την αγορά από την τελευταία του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και όχι, για οποιοδήποτε εκ των λόγων που περιλαμβάνονται στον πιο πάνω όρο 7(δ) της Συμφωνίας. Εν πάση δε περιπτώσει, υπενθυμίζω, επίσης, ότι, ακόμη και να μην τερματίζετο η εν λόγω Συμφωνία, τούτη, στη βάση των ρητών της όρων, τεκμαίρετο άκυρη, στην περίπτωση που η Ενάγουσα 1 δεν συμμορφώνετο με την πιο πάνω συμβατική της υποχρέωση, με την Εναγόμενη 1, ως συμφωνήθηκε, σε τέτοια περίπτωση, να παραμείνει ως μοναδική μέτοχος της Εναγόμενης 2 και, επομένως, δεν προνοείτο οποιαδήποτε επίλυση διαφοράς αν η Ενάγουσα 1 δεν τηρούσε την εν λόγω συμβατική της υποχρέωση.
Αφ’ ης στιγμής, η επίδικη Συμφωνία τερματίστηκε από πλευράς της Εναγόμενης 1, στη βάση του ότι η Ενάγουσα 1 δεν κατέβαλε το συμφωνηθέν ποσό εντός του συμφωνηθέντος χρόνου, ο όρος 11 της εν λόγω Συμφωνίας που ήθελε τους Κινηματογράφους που λειτουργεί η Εναγόμενη 2 (στο Nicosia Mall) να φέρουν την ονομασία RIO PREMIER CINEMAS, δεν είχε, πλέον, οποιαδήποτε ισχύ. Συνεπώς, η Εναγόμενη 2, η οποία ουδεμία σχέση είχε με την Ενάγουσα 1, δεν μπορούσε πλέον να συνεχίσει να χρησιμοποιεί τούτη (την επωνυμία). Ο ισχυρισμός της πλευράς των Εναγόντων ότι, η επίδικη Συμφωνία είχε καταρτιστεί μόνο μεταξύ των συμβαλλομένων μερών και δεν είχε καμία σχέση με τη λειτουργία, από την Εναγόμενη 2, των Κινηματογράφων, και, κατά συνέπεια, δεν μπορούσε η τελευταία, καθ’ υπόδειξη της Εναγόμενης 1, να παύσει να χρησιμοποιεί την εν λόγω επωνυμία, με κάθε σεβασμό, είναι εντελώς γενικός και αόριστος και δεν υποστηρίζεται από την ενώπιον μου μαρτυρία, αλλά και από τις ρητές πρόνοιες της Συμφωνίας, έστω και για σκοπούς του παρόντος σταδίου.
Πέραν των πιο πάνω, σημειώνω ότι, τα όσα αναφέρονται από πλευράς των Εναγόντων στην ένορκη δήλωση προς υποστήριξη της παρούσας Αίτησης, περί του ότι οι Εναγόμενοι ενήργησαν δολίως, αποφεύγοντας να προωθήσουν τη διευθέτηση της διαφοράς που είχε προκύψει ένεκα της μη καταβολής του συμφωνηθέντος ποσού (από πλευράς της Ενάγουσας), το οποίο δεν καταβλήθηκε λόγω «ανωτέρας βίας και/ή λόγω μεταγενέστερων αλλαγών στις συμφωνίες και/ή συνθήκες υπό τις οποίες συμφωνήθηκε το όλο εγχείρημα της ίδρυσης και λειτουργίας» των Κινηματογράφων, με κάθε σεβασμό δεν έχουν οποιαδήποτε λογική και/ή ποιοτική επάρκεια, καθότι αποτελεί κοινό τόπο ότι η χρονική προθεσμία των 5 ετών για καταβολή του συμφωνηθέντος ποσού, είχε ήδη παρέλθει κατά την μέρα τερματισμού της Συμφωνίας και δεν παρουσίασε η πλευρά των Εναγόντων μαρτυρία, ικανοποιητική, έστω και για σκοπούς του παρόντος σταδίου, ότι η επίδικη Συμφωνία είχε τροποποιηθεί καθ’ οιονδήποτε τρόπο και παρατείνετο ο χρόνος καταβολής του εν λόγω ποσού.
Με κάθε σεβασμό, στη βάση των όσων έχω εξηγήσει ανωτέρω, η βάση της αγωγής των Εναγόντων για παράνομο τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας, δεν έχει οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας, εφόσον η επί τούτου μαρτυρία που παρουσίασε, για σκοπούς πάντοτε του παρόντος σταδίου, ουδόλως χαρακτηρίζεται από οποιαδήποτε λογικότητα και ποιοτική επάρκεια (βλ. Δίγκλης (ανωτέρω)).
Αθέμιτος Ανταγωνισμός
Στρέφομαι τώρα, να εξετάσω κατά πόσο οι Ενάγοντες έχουν ικανοποιήσει τη δεύτερη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60, δηλαδή την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της πιο πάνω Απαίτησης τους σε ότι αφορά τις θεραπείες που επιζητούν μέσω της πιο πάνω Απαίτησης τους, οι οποίες στηρίζονται στο αγώγιμο δικαίωμα του αθέμιτου ανταγωνισμού.
O ορισμός του αθέμιτου ανταγωνισμού (passing off) εντοπίζεται στο άρθρο 35 του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμος, Κεφ. 148, το οποίο αποτελεί κωδικοποίηση του κοινοδικαίου και προνοεί πως:
«Πρόσωπo τo oπoίo απoμιμoύμεvo τηv επωvυμία, τo χαρακτηρισμό, τo σήμα ή τηv επιγραφή αγαθώv ή άλλως πως, πρoκαλεί ή απoπειράται vα πρoκαλέσει ώστε oπoιαδήπoτε αγαθά vα εκληφθoύv ως αγαθά άλλoυ πρoσώπoυ, με τρόπo o oπoίoς εvδέχεται vα oδηγήσει συvήθη αγoραστή στηv πεπoίθηση ότι αγoράζει αγαθά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ, διαπράττει αστικό αδίκημα κατά τoυ άλλoυ αυτoύ πρoσώπoυ:
Νoείται ότι καvέvας δεv διαπράττει αστικό αδίκημα για μόvo τo λόγo ότι χρησιμoπoιεί τη δική τoυ επωvυμία σε σχέση με τηv πώληση αγαθώv».
Στην υπόθεση Adidas v. Jonitexo Ltd (1987) 1 C.L.R. 383, το Ανώτατο Δικαστήριο με αναφορά στο σαφές λεκτικό του άρθρου 35 του Κεφ. 148, διατύπωσε τις ακόλουθες αρχές:
«Our caselaw suggests that s. 35 not only it reproduces the corresponding English tort, but has the same range of application as this tort finds in England. At the core of the tort is the likelihood of the ordinary purchaser confusing the products of the imitator with those of the plaintiff. The copying or imitation need not be fraught with a motive to bring about confusion; nor is proof of fraudulent intention an indispensable element of the tort though the presence of such intention may be of assistance to the plaintiff in establishing the possibility of deception. For the plaintiff to succeed in a passing off action he must prove:
(a) A right to the use of the mark to the exclusion of the defendant established by reference the association of the mark with the products of the plaintiff.
(b) Imitation or copying of the mark of the plaintiff by the defendants in the process of manufacture or sale of the products.
(c) Likelihood of confusion on the part of the ordinary purchaser arising from the imitation of the mark; and lastly,
(d) Damage resulting therefrom".
Υποδείχθηκε περαιτέρω πως η αντιποίηση/ απομίμηση μέρους ενός σήματος, μπορεί, αναλόγως των επιπτώσεων, να υποστηρίξει αγωγή για αθέμιτο ανταγωνισμό. Το καθοριστικό κριτήριο που πρέπει να εξετάζεται πάντοτε υπό το φως των γεγονότων της κάθε περίπτωσης, είναι κατά πόσο η σύνδεση ή ο συσχετισμός που υπάρχει ανάμεσα στα προϊόντα του Ενάγοντα και το μέρος του σήματος που ο Εναγόμενος έχει απομιμηθεί, είναι τόσο ισχυρή, ώστε να δημιουργείται πιθανότητα σύγχυσης στο μυαλό του συνήθους και ενός σχολαστικού αγοραστή, για την προέλευση του προϊόντος του Εναγομένου.
Στην μεταγενέστερη απόφαση CTO Public Company Ltd και άλλοι ν. Bat (Cyprus) Ltd και άλλων (2012) 1 ΑΑΔ 178, αναλύθηκαν με πληρότητα οι καθιερωμένες νομολογικές αρχές που άπτονται της στοιχειοθέτησης του αθέμιτου ανταγωνισμού και εντοπίζονται στο εξής απόσπασμα της απόφασης:
«Η ουσία του αστικού αδικήματος του αθέμιτου ανταγωνισμού (ή συναγωνισμού) είναι ότι απαγορεύεται η πώληση αγαθών ή η άσκηση επιχείρησης και η διεξαγωγή των εργασιών κάποιου προσώπου, χρησιμοποιώντας όνομα, επωνυμία, σήμα, περιγραφή ή άλλο τρόπο, έτσι ώστε να παραπλανεί το (καταναλωτικό) κοινό, δημιουργώντας του την (λανθασμένη) εντύπωση, ότι τα αγαθά ή η επιχείρησή του, είναι εκείνα κάποιου άλλου προσώπου.
Είναι αρκετό να αποδειχθεί η ψευδής παράσταση και η πιθανότητα πρόκλησης ζημιάς και δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί πραγματική εξαπάτηση (Δέστε: Erven Warnick BV v. J Townend & Sons [1979] 2 All E.R. 927 (Υπόθεση Advocaat)).
.... Οι αρχές που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων σε υποθέσεις αθέμιτου ανταγωνισμού είναι οι ίδιες αρχές με εκείνες που διέπουν την έκδοση προσωρινών διαταγμάτων και στους άλλους τομείς του δικαίου (Δέστε: Hadjikyriacos, ανωτέρω). Σε τέτοιες υποθέσεις είναι απαραίτητο ο ενάγων-αιτητής να αποδείξει τη φήμη του, δηλαδή ότι εξαιτίας της χρήσης των προϊόντων του με συγκεκριμένη εμφάνιση, η συγκεκριμένη εμφάνιση έχει καταστεί διακριτικό στοιχείο των προϊόντων του, στη χώρα όπου ζητείται το προσωρινό διάταγμα, και στο κοινό γενικά ή σε συγκεκριμένη τάξη του κοινού (Δέστε: Spalding v. Gamage [1915] 32 R.P.C. 273 και Υπόθεση Advocaat (ανωτέρω)).
Ο Λόρδος Diplock στην υπόθεση Advocaat συμπέρανε ότι, για μια επιτυχημένη αγωγή αθέμιτου ανταγωνισμού, πρέπει να υπάρχουν πέντε χαρακτηριστικά στοιχεία:
1. ψευδής παράσταση,
2. που γίνεται από έμπορο κατά την άσκηση του επαγγέλματος του,
3. σε πιθανούς καταναλωτές ή τον τελικό καταναλωτή αγαθών ή υπηρεσιών προσφερόμενων απ' αυτόν (τον έμπορο),
4. με σκοπό την πρόκληση ζημιάς στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια άλλου εμπόρου (υπό την έννοια του ότι αυτό είναι εύλογα προβλεπτή συνέπεια), και
5. η οποία (ψευδής παράσταση) προκαλεί πραγματική ζημιά στην επιχείρηση ή την εμπορική εύνοια του εμπόρου-ενάγοντα ή είναι πιθανόν να προκαλέσει τέτοια ζημιά.
Ο ενάγων-αιτητής θα πρέπει να αποδείξει ψευδή παράσταση, εκ μέρους του εναγομένου-καθ' ου η αίτηση, η οποία δημιούργησε πιθανότητα σύγχυσης στο καταναλωτικό κοινό. Η ψευδής παράσταση είναι ζήτημα γεγονότος το οποίο αποφασίζεται από το ίδιο το δικαστήριο. Η απόδειξη δόλιας προθέσεως εκ μέρους του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση δεν είναι απαραίτητο στοιχείο που πρέπει να αποδεικνύεται, όπως επίσης δεν είναι απαραίτητο να αποδειχθεί ότι τα εμπορεύματα του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι κατώτερης ποιότητος από εκείνα του ενάγοντα-αιτητή (Δέστε: Kerley, ανωτέρω, παραγ. 14-18 έως παραγ. 14-36). Εκείνο για το οποίο το δικαστήριο θα πρέπει να ικανοποιηθεί είναι ότι η συμπεριφορά του εναγόμενου-καθ' ου η αίτηση είναι στοχευμένη και γίνεται με σκοπό να παρουσιάσει τα δικά του προϊόντα ως προϊόντα του ενάγοντα-αιτητή ή τουλάχιστον να προκαλέσει σύγχυση σε πιθανούς πελάτες ή αγοραστές ότι τα προϊόντα του έχουν κάποια σχέση με τα προϊόντα του ενάγοντα. Η απομίμηση δεν είναι απαραίτητο να είναι απόλυτη (Δέστε: Mitsingas, ανωτέρω). Το ίδιο το δικαστήριο είναι ο καλύτερος κριτής αυτών των στοιχείων. Η σύγκριση όμως γίνεται με αναφορά στο μέσο καταναλωτή, που γνωρίζει απλά την εμφάνιση των προϊόντων του ενάγοντα, και όχι στον ειδικό και έμπειρο καταναλωτή (Δέστε: Spalding v. Gamage, ανωτέρω).»
Έχοντας αναφέρει τα πιο πάνω, είναι αβίαστα που καταλήγω ότι, από την ενώπιον μου μαρτυρία, οι Ενάγοντες δεν έχουν καταδείξει οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας σε ότι αφορά τις θεραπείες που επιζητούν για το αστικό αδίκημα του αθέμιτου ανταγωνισμού. Και εξηγώ.
Στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισε η πλευρά των Εναγόντων, εκείνο που επικαλούνται είναι ότι η πλευρά τους λειτουργεί σήμερα στην Κύπρο, κινηματοθέατρα με την επωνυμία RIO και ότι στις αίθουσες των κινηματογράφων που η Ενάγουσα 1 λειτουργεί τοποθετούνται οι επωνυμίες και τα σήματα RIO CINEMAS και RIO PRIME CINEMAS. Βεβαίως, σημειώνω εδώ ότι, το Τεκμήριο 1 δεικνύει ότι έχουν εγγραφεί στο όνομα των Εναγόντων οι δύο πιο πάνω επωνυμίες, αλλά πουθενά δεν παρουσιάστηκε μαρτυρία, από πλευράς των τελευταίων, ως προς το ότι αυτοί έχουν εγγεγραμμένα στο όνομα τους τα εν λόγω σήματα (trademarks) ή πως μοιάζουν τούτα.
Αφ’ ης δε στιγμής εκείνο που επικαλείται η πλευρά των Εναγόντων, μέσω της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την παρούσα Αίτηση είναι ότι, η Ενάγουσα 1 λειτουργεί κινηματοθέατρα με την επωνυμία RIO, πως η χρήση της επωνυμίας Premier Cinemas, από πλευράς της Εναγόμενης 2 (μετά τον τερματισμό της Συμφωνίας), ομοιάζει ή προσομοιάζει με το ίδιο προϊόν/ επιχείρηση με το οποίο η Ενάγουσα 1 λειτουργεί τους δικούς της κινηματογράφους; Ουδεμία μαρτυρία έχουν παρουσιάσει οι Ενάγοντες προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης τους ότι, η πλευρά των Εναγομένων με τη χρήση της επωνυμίας PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους, παριστάνουν ψευδώς ότι εμπορεύονται προϊόν ή επιχείρηση ή υπηρεσίες της πλευράς των Εναγόντων ή ότι συνδέονται με τις δραστηριότητες των Εναγόντων. Ούτε και οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ή έχουν παρουσιάσει ικανοποιητική μαρτυρία, για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32, ότι η χρήση της επωνυμίας PREMIER CINEMAS ή του λογότυπου της Εναγόμενης 2, συνιστά αντιγραφή ή απομίμηση των επωνυμιών ή σημάτων που ανήκουν και είναι εγγεγραμμένα στο όνομα των Εναγόντων και με τα οποία λειτουργούν την επιχείρηση τους, με τρόπο που να προκαλεί ή ενδεχόμενα να προκαλείται η εσφαλμένη εντύπωση στο αγοραστικό κοινό ότι η επιχείρηση της Εναγόμενης 2 είναι η ίδια με αυτή των Εναγόντων. Στη μαρτυρία που παρέθεσαν οι Ενάγοντες, προς υποστήριξη της υπό κρίση Αίτησης τους, εκείνο που αναφέρουν είναι ότι η χρήση της πιο πάνω επωνυμίας (PREMIER CINEMAS) από την Εναγόμενη 2 στους Κινηματογράφους και η παύση της χρήσης της λέξης RIO από αυτήν, έχει ως αποτέλεσμα οι Εναγόμενοι να εκμεταλλεύονται τη φήμη, καλό όνομα και πελατεία των Εναγόντων και των επωνυμιών τους RIO, RIO PRIME και/ή RIO CINEMAS, προκαλώντας σύγχυση στο κοινό.
Εκείνο που προκύπτει, ως βασικό επιχείρημα της πλευράς των Εναγόντων, από το σύνολο της μαρτυρίας που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση τους είναι ότι, ο τερματισμός της επίδικης Συμφωνίας και κατ’ επέκταση ο αποκλεισμός της Ενάγουσας 1 από την αγορά του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και, στη βάση τούτου, ο απογαλακτισμός των Εναγόντων, από τους Κινηματογράφους, ένεκα της παύσης της χρήσης της λέξης RIO από την επωνυμία RIO PREMIER CINEMAS, καθιστά την εν λόγω εμπορική επωνυμία (και δη την RIO PREMIER CINEMAS) «άνευ αντικειμένου», εφόσον στο ευρύ κοινό δεν θα υφίστανται κινηματογράφοι RIO PREMIER, αλλά κινηματογράφοι PREMIER. Τούτο είναι που, κατά τους Ενάγοντες συνιστά παράνομο προσπορισμό της φήμης, του καλού ονόματος και της πελατείας των Εναγόντων, προς όφελος των Εναγομένων και προς σύγχυση του κοινού, ενώ, κατά τους ίδιους (τους Ενάγοντες), είναι η πλευρά των Εναγομένων που προκάλεσε την παράβαση της επίδικης Συμφωνίας. Η εν λόγω όμως θέση των Εναγόντων, ουδόλως συνιστά επαρκή μαρτυρία, για σκοπούς του παρόντος σταδίου, στη βάση της οποίας να προκύπτει ότι, η πλευρά των Εναγομένων ψευδώς παριστάνει ότι εμπορεύεται προϊόν/ επιχείρηση των Εναγόντων ή ότι απομιμείται επωνυμία, χαρακτηρισμό ή σήμα ιδιοκτησίας των Εναγόντων. Και τούτο διότι πουθενά από τη μαρτυρία τους, προκύπτει ότι η πλευρά των Εναγομένων χρησιμοποιεί τις επωνυμίες που είναι εγγεγραμμένες στο όνομα των Εναγόντων ή όμοιες με αυτές, παρουσιάζοντας ψευδώς ότι η επιχείρηση των Εναγομένων αποτελεί το ίδιο προϊόν με την επιχείρηση των Εναγόντων. Αντιθέτως, τα όσα επικαλούνται οι Ενάγοντες αναφορικά με το εν λόγω ζήτημα, περιστρέφονται γύρω από τον, κατά τους ίδιους, παράνομο τερματισμό της επίδικης Συμφωνίας και, κατ’ επέκταση, τον αποκλεισμό τους από την αγορά του 25% του μετοχικού κεφαλαίου της Εναγόμενης 2 και, της συνέχισης της χρήσης, από πλευράς της τελευταίας, της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους και συνεπώς, της παρουσίας των Εναγόντων στους Κινηματογράφους του Nicosia Mall. Τα όσα, επί τούτου, αναφέρει η πλευρά των Εναγόντων, με κάθε σεβασμό, ουδόλως αποτελούν τη βάση για αθέμιτο ανταγωνισμό. Εκείνο που, επί της ουσίας, επιζητούν οι Ενάγοντες, ως ανέφερα ανωτέρω, είναι την ειδική εκτέλεση μίας συμφωνίας (της επίδικης), η οποία έχει ήδη τερματιστεί, με σκοπό να επαναφερθεί η παρουσία της πλευράς τους, μέσω της χρήσης της λέξης RIO στους Κινηματογράφους. Προϋπόθεση όμως για να αποδοθεί θεραπεία ειδικής εκτέλεσης από το Δικαστήριο είναι η εν λόγω συμφωνία να είναι έγκυρη και σε ισχύ. Εν προκειμένω, ως ήδη ανέφερα ανωτέρω, οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν οποιαδήποτε ορατή πιθανότητα επιτυχίας ότι η Εναγόμενη 1 παράνομα τερμάτισε την επίδικη Συμφωνία. Ούτε και προσκόμισε οποιαδήποτε ικανοποιητική μαρτυρία που να θέλει την Εναγόμενη 2, μέσω της χρήσης πλέον της επωνυμίας PREMIER CINEMAS να παρουσιάζει ψευδώς στο αγοραστικό κοινό ότι μιμείται το προϊόν/ υπηρεσίες των Εναγόντων και των κινηματογράφων που αυτοί λειτουργούν με τις επωνυμίες RIO, RIO PRIME CINEMAS και/ή RIO CINEMAS.
Με δεδομένο τις πιο πάνω κρίσεις μου, οι Ενάγοντες δεν έχουν αποσείσει, το βάρος που έφεραν, έστω και για σκοπούς του παρόντος σταδίου, για να αποδείξουν ότι έχουν καλή ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Απαίτηση τους, ούτε επί τη βάση του αθέμιτου ανταγωνισμού.
Για σκοπούς πληρότητας και μόνο, σημειώνω ότι τα όσα αναφέρουν οι Ενάγοντες μέσω της αγόρευσης που καταχωρήθηκε εκ μέρους τους και οι σχετικές παραπομπές σε σχετικό σύγγραμμα αναφορικά με το αγώγιμο δικαίωμα για infringement of copyright, ουδόλως εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση ή έχουν σχέση με την παρούσα υπόθεση, εφόσον, εν προκειμένω, δεν υπάρχει οποιαδήποτε μαρτυρία ότι οι πιο πάνω επωνυμίες αφορούν copyright (συγγραφικό δικαίωμα) των Εναγόντων, ούτε και έχουν αποδείξει την κατοχή και εγγραφή από πλευράς τους, οποιουδήποτε συγγραφικού έργου ή θεάτρου ή ταινίας το οποίο τυγχάνει πνευματικής προστασίας και το οποίο χρησιμοποείται από πλευράς των Εναγομένων.
(3) Κατά πόσο θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο
Παρά το ότι οι πιο πάνω κρίσεις μου σφραγίζουν και την τύχη της παρούσας Αίτησης, προχωρώ παρεμφερώς να εξετάσω και την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν. 14/60. Όσον αφορά την τρίτη προϋπόθεση και δη το κατά πόσο η μη έκδοση των αιτούμενων προσωρινών διαταγμάτων θα συνεπάγεται δυσκολία ή αδυναμία να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο, πέραν των όσων αναφέρονται στο κεφάλαιο της νομικής πτυχής ανωτέρω, παραπέμπω, επίσης, στην υπόθεση M. Ch. Mitsingas Trading Ltd and Another v. Timberland Co. (1997) 1(Γ) ΑΑΔ 1791 και στο ακόλουθο απόσπασμα:
«Το ίδιο ισχύει και για το εύρημα του Δικαστηρίου ότι στην απουσία του προσωρινού διατάγματος θα ήταν, σε περίπτωση τελικής επιτυχίας, αδύνατη η πλήρης αποκατάσταση των δικαιωμάτων τους. Όπως επισημαίνεται στην Papastratis v. Petrides (1979) 1 C.L.R. 231, 240, την οποία το πρωτόδικο Δικαστήριο επικαλείται στην απόφαση του, το κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά, με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτούμενου τη θεραπεία.»
Ως δε αναφέρθηκε πρόσφατα στην υπόθεση Lariena Investments Ltd v. RFI Consotium, Πολ. Έφεση Ε164/2019, απόφαση ημερ. 22.1.2021, «Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32, οι αποζημιώσεις δεν αποτελούν την μοναδική παράμετρο κρίσης του συγκεκριμένου θέματος. Όπως τέθηκε στην Όξυνος κ.α. v. Λού (2011) 1 ΑΑΔ 1066, που παρέπεμψε και το πρωτόδικο Δικαστήριο: «Υπόψη λαμβάνονται και άλλα στοιχεία και μεταβλητά κριτήρια και σε τελική ανάλυση η αδυναμία ή η δυσκολία απονομής δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εξαρτάται από το σύνολο των γεγονότων που περιβάλλουν το αίτημα….».
Προχωρώ, επομένως, να εξετάσω (παρεμφερώς) κατά πόσο, εν προκειμένω, οι Ενάγοντες, σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα προσωρινά διατάγματα, θα μπορούν να αποζημιωθούν επαρκώς για τη ζημιά που τυχόν τους προκληθεί κατά το διάστημα που θα διαρρεύσει από της απόρριψης της παρούσας Αίτησης μέχρι και την τελική απόφαση του Δικαστηρίου στην Απαίτηση τους.
Εν προκειμένω, διαπιστώνω, κατ’ αρχάς, σε συμφωνία με τα όσα αναφέρει η πλευρά των Εναγομένων στην αγόρευση της, ότι, σε ότι αφορά τη θεραπεία που οι Ενάγοντες επιζητούν επί της βάσης του αγώγιμου δικαιώματος τους για παράβαση σύμβασης, τούτη είναι και μόνο δηλωτικής φύσεως. Συνεπώς, δεν βλέπω πως οι Ενάγοντες θα υποστούν οποιαδήποτε ζημία από την μη έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων.
Εν πάση όμως περιπτώσει, η όποια ζημιά των Εναγόντων, στη βάση του αθέμιτου ανταγωνισμού, και νοουμένου ότι κριθεί τελεσιδίκως ότι, η πλευρά των Εναγομένων με την παύση της χρήσης της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS και τη χρήση της επωνυμίας PREMIER CINEMAS στους Κινηματογράφους, προκαλεί αθέμιτο ανταγωνισμό με τις επωνυμίες και την επιχείρηση των Εναγόντων, και συνεπώς, συντελεί το πιο πάνω αστικό αδίκημα και πάλι μπορεί ευκόλως να αποτιμηθεί σε χρήμα και, επομένως επιδέχεται τη θεραπεία της χρηματικής αποζημίωσης. Και εξηγώ. Στη βάση της ίδιας της μαρτυρίας των Εναγόντων, ο υπολογισμός της εν λόγω ζημιάς, είναι εφικτό να γίνει στη βάση χρηματικά μετρήσιμων στοιχείων και, ως εκ τούτου, μπορεί να λεχθεί ότι η χρηματική αποζημίωση, θα μπορεί απόλυτα να δικαιώσει τους Ενάγοντες αν αυτοί επιτύχουν στην πιο πάνω Απαίτηση τους. Εν προκειμένω, σημειώνω ότι, στην ένορκη δήλωση (αναφορικά με το κατεπείγον) που υποστηρίζει την υπό κρίση Αίτηση, ο ίδιος ο Ενάγοντας 2 ισχυρίζεται ότι, αν δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα υφίστανται οι κινηματογράφοι RIO PREMIER, αλλά οι κινηματογράφοι PREMIER προς πλήρη καταστροφή των Εναγόντων (εφόσον δεν θα έχουν παρουσία στο Nicosia Mall), και ότι τούτο ενισχύεται και από το γεγονός ότι σε μία εβδομάδα πωλήθηκαν 997 εισιτήρια που αντιστοιχούν σε εισπράξεις ύψους €7.557. Μέσω της εν λόγω μαρτυρίας και θέσης του Ενάγοντα 2, επί της ουσίας, προκύπτει ότι η όποια ζημιά των Εναγόντων από την παύση της χρήσης της επωνυμίας RIO PREMIER CINEMAS από πλευράς της Εναγόμενης 2, ευκόλως αποτιμάται σε χρήμα, στη βάση των πωλήσεων εισιτηρίων θέασης από την τελευταία στους Κινηματογράφους. Το ότι η όποια τυχόν ζημιά των Εναγόντων μπορεί να αποζημιωθεί σε χρήμα, προκύπτει και από το γεγονός ότι οι ίδιοι μέσω της Έκθεσης Απαίτησης που καταχώρησαν επιζητούν διάταγμα για αποκάλυψη των κερδοζημιών και εισπράξεων που επωφελήθηκαν οι Εναγόμενοι από τις 4.2.2025 που έπαυσε η Εναγόμενη 2 να χρησιμοποιεί την πιο πάνω επωνυμία (RIO PREMIER CINEMAS).
Πέραν των πιο πάνω, όπως έχει προαναφερθεί, ένας άλλος παράγοντας ο οποίος λαμβάνεται υπόψη για να εξεταστεί η προϋπόθεση της αδυναμίας ή δυσκολίας να απονεμηθεί δικαιοσύνη στο μέλλον, είναι η οικονομική κατάσταση του Εναγόμενου. Παρατηρείται όμως ότι, στην παρούσα περίπτωση, δεν τέθηκαν τέτοια στοιχεία, από πλευράς των Εναγόντων, που αν αυτοί πετύχουν στην αγωγή τους, οι Εναγόμενοι δεν θα μπορέσουν να ικανοποιήσουν την απόφαση τους ή ότι οι Εναγόμενοι είναι αφερέγγυοι.
Στη βάση όλων των ανωτέρω, ακόμη και αν πληρούντο οι δύο πρώτες προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60, θα έκρινα ότι οι Ενάγοντες δεν έχουν καταφέρει να ικανοποιήσουν την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32.
Έχοντας υπόψη τα ανωτέρω, και με δεδομένο ότι εν προκειμένω, δεν συντρέχουν οι τρεις προϋποθέσεις που θέτει το άρθρο 32 του Ν. 14/60 για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, η υπό κρίση Αίτηση είναι έκθετη σε απόρριψη.
Δεδομένου των πιο πάνω, στη βάση των όσων αναφέρθηκαν στην απόφαση Αναφορικά με την Αίτηση της Ελληνικής Τράπεζας Δημόσιας Εταιρείας Λτδ, Πολιτική Αίτηση αρ. 41/2023, απόφαση ημερ. 4.7.2023, δεν είναι επιτρεπτό για το Δικαστήριο να προβεί στην εξέταση της αρχής που αφορά στο ισοζύγιο της ευχέρειας.
Κατάληξη
Στη βάση των όσων προσπάθησα να εξηγήσω ανωτέρω, η υπό κρίση Αίτηση απορρίπτεται.
Σε ότι αφορά τα έξοδα, δεν βρίσκω κανένα λόγο να αποκλίνω από το γενικό κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, ως εκ τούτου, επιδικάζονται έξοδα υπέρ των Εναγομένων-Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον των Εναγόντων-Αιτητών, το ύψος των οποίων καθορίζεται, στη βάση του καταλόγου εξόδων που καταχώρησε η πλευρά των Εναγομένων (και δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς των Εναγόντων), στο ποσό των €2.513 πλέον ΦΠΑ[7].
(Υπ.)…………………………..
Ν. Πετρίδου, Ε.Δ
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Σημειώνω εδώ ότι, στις 20.2.2025 καταχωρήθηκε τροποποιημένη αίτηση κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, με τροποποιημένη μόνο τη νομική βάση της Αίτησης.
[2] Βλ. πρακτικό του Δικαστηρίου ημερ. 19.2.2025.
[3] Εφόσον στην βάση της ένορκης δήλωσης που υποστηρίζει την Ένσταση, οι Εναγόμενοι δεν αποδέχονται τη λειτουργία κινηματογράφων με την εν λόγω επωνυμία, από πλευράς Εναγόντων, στην Λευκωσία.
[4] Η εν λόγω ένορκη δήλωση είναι ημερ. 17.2.2025.
[5] Υπογράμμιση του παρόντος Δικαστηρίου, καθώς και όλες όσες ακολουθούν.
[6] Δηλαδή της Εναγόμενης 2.
[7] Στη βάση του Μέρους 39.9 των Νέων Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, αποτελεί καθήκον των διαδίκων και των δικηγόρων τους να βοηθούν το Δικαστήριο στη πραγματοποίηση συνοπτικού υπολογισμού εξόδων, υποβάλλοντας σχετικό κατάλογο εξόδων των αξιούμενων ποσών, δύο μέρες πριν την τελική ακρόαση, πράγμα που έκαστη πλευρά έπραξε. Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν τον σχετικό κατάλογο εξόδων τους στις 24.6.2025.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο