THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΠΑΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 701/2025, 4/5/2026
print
Τίτλος:
THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED ν. ΠΑΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ κ.α., Αρ. Αγωγής: 701/2025, 4/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 701/2025 (i-justice)

 

ΜΕΤΑΞΥ:

                   THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT HOLDINGS LIMITED

Ενάγουσα

-και-

 

                   1. ΠΑΥΛΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

                   2. ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ άλλως ΚΟΥΛΛΗΣ ΙΩΑΝΝΟΥ

Εναγόμενων

----------------------------------------------------------------

Αίτηση της Ενάγουσας ημερομηνίας 8/8/2025

για προσωρινά διατάγματα

 

Ημερομηνία: 4 Μαΐου 2026

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για την Ενάγουσα / Αιτήτρια : κα Π. Σωκράτους για Πανάγος & Πανάγος ΔΕΠΕ

Για τους Εναγόμενους 1 και 2 / Καθ’ ων η Αίτηση : κ. Ι. Μ. Ουστάς

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγικά

Η Ενάγουσα / Αιτήτρια (στο εξής η Ενάγουσα) με το έντυπο απαίτησης και την έκθεση απαίτησης της αξιώνει αναγνωριστική δήλωση ή/και απόφαση εναντίον των Eναγόμενων 1 και 2 / Καθ’ ων η αίτηση (στο εξής οι Εναγόμενοι), ότι οι τελευταίοι επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα επί του επίδικου διαμερίσματος (στο εξής το ακίνητο) αλλά και ότι ενεργούν κατά τρόπο που επηρεάζει δυσμενώς και/ή καταπατεί το συνταγματικό δικαίωμα της Ενάγουσας για κατοχή, χρήση και απόλαυση της περιουσίας της, καθώς και διάταγμα άρσης της επέμβασης και παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου. Περαιτέρω, αξιώνει το ποσό των €20.880 ως διαφυγόν κέρδος ή/και αποζημιώσεις για την περίοδο από την 1/4/2022 μέχρι 30/4/2025, καθώς και το ποσό €580 μηνιαίως από 1/5/2025 μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, και επίσης ειδικές, γενικές και παραδειγματικές αποζημιώσεις, καθώς και τόκους και έξοδα.

 

Οι Εναγόμενοι στην υπεράσπιση τους προβάλλουν τους δικούς τους ισχυρισμούς και αιτούνται την απόρριψη της αγωγής της Ενάγουσας.

 

Η Επίδικη Αίτηση

Στις 8/8/2025 καταχωρίστηκε η επίδικη αίτηση, με την οποία η Ενάγουσα αξιώνει τα ακόλουθα διατάγματα:

 

« Α. Διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να απαγορεύεται στους Καθ' ων η αίτηση / Εναγόμενους 1 και 2, αλληλέγγυα και κεχωρισμένα ή/και υπαλλήλους, αντιπρόσωπους, συγγενείς, πληρεξούσιους τους και γενικά κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο σχετίζεται και/ή το οποίο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενους 1 και 2, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και/ή έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ' αυτούς, να εισέρχεται και/ή να επεμβαίνει και/ή να παρεμβαίνει και/ή να παραμένει και/ή να χρησιμοποιεί και/ή να κατέχει και/ή να διεξάγει επιχείρηση, είτε προσωπικά είτε με οποιοδήποτε τρόπο στο ακίνητο, ….. στην Επαρχία Λευκωσίας, είτε με την παρουσία των, είτε με οποιοδήποτε τρόπο, εκτός και αν καταβάλλουν την πρώτη μέρα κάθε μήνα αρχής γενομένης της 01/09/2025 και μετέπειτα την 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα, με 5 μέρες χάρη, στο δεσμευμένο λογαριασμό εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου της Αιτήτριας στην BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED με Αριθμό Λογαριασμού ...75, IBAN CY …75 ή στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή σε λογαριασμό του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, το ποσό των €580 μηνιαίως ποσό που αντικατοπτρίζει την αγοραία ενοικιαστική αξία του Ακινήτου, και ποσό το οποίο η Ενάγουσα θα εισπράττει με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή της παρούσας απαίτησης και την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

 

Β. Διαζευκτικά του αιτητικού (Α) ανωτέρω, διάταγμα του Σεβαστού Δικαστηρίου με το οποίο να διατάσσονται οι Καθ' ων η Αίτηση / Εναγόμενοι 1-2 αλληλέγγυα και κεχωρισμένα, οι υπάλληλοι, αντιπρόσωποι, συγγενείς, πληρεξούσιοι τους και γενικά κάθε πρόσωπο, φυσικό ή νομικό, το οποίο σχετίζεται και/ή το οποίο ενεργεί εκ μέρους και/ή για λογαριασμό των Καθ' ων η Αίτηση / Εναγομένων 1 - 2, υπό οποιαδήποτε ιδιότητα και κάτω από οποιεσδήποτε περιστάσεις και/ή έλκει οποιοδήποτε δικαίωμα ή συμφέρον απ' αυτούς, όπως εντός 7 ημερών από την επίδοση του παρόντος διατάγματος παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχή του Ακινήτου, εκτός και αν καταβάλλουν την πρώτη μέρα κάθε μήνα αρχής γενομένης της 01/09/2025 και μετέπειτα την 1η μέρα κάθε επόμενου μήνα, με 5 μέρες χάρη, στο δεσμευμένο λογαριασμό εξουσιοδοτημένης αντιπροσώπου της Αιτήτριας στην BANK OF CYPRUS PUBLIC COMPANY LIMITED με Αριθμό Λογαριασμού …75, IBAN …75 ή στο  λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή σε λογαριασμό του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ήθελε διατάξει το Δικαστήριο, το ποσό των €580 μηνιαίως ποσό που αντικατοπτρίζει την αγοραία ενοικιαστική αξία του Ακινήτου, και ποσό το οποίο η Ενάγουσα θα εισπράττει με πλήρη επιφύλαξη των δικαιωμάτων της, μέχρι την εκδίκαση της παρούσας αίτησης και/ή της παρούσας απαίτησης και την έκδοση απόφασης επί της ουσίας της διαφοράς και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου. »

 

Η αίτηση βασίζεται στον Περί Δικαστηρίων Νόμο 14/60 στα άρθρα 21, 28, 29, 30, 31,

32, 33, 42 και 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο Κεφ. 6 στα άρθρα 4(1), 5, 7,

8 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα χωρίς περιορισμό στους Κανονισμούς 1, 2, 4, 7, 10, 13, 16, 17, 22, 23, 23.1, 23.2, 23.3, 23.4, 23.5, 23.6, 23.8, 23.9, 23.10, 23.11, 23.12, 23.13, 23.15 και 23.16, 25, 25.1, 25.1.(γ)(νι),(κ), 25.1.3, 25.2, 27, 32.1, 32.2, 32.3, 32.4, 32.5, 32.7, 32.14, 32.15, 38, 39, στον Περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο Κεφ. 148 στα άρθρα 1, 2, 3, 11 -14, 43, 46, 51, στο μέρος VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν. 9/1965), στον περί Εταιρειών Νόμο Κεφ. 113, άρθρα 90, 91, 92, 93, στη Σύμβαση για Προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών Ελευθεριών (όπως κυρώθηκε από το Νόμο Ν. 39/62), άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτόκολλου, στο Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, στη Συνθήκη για την Ευρωπαϊκή Ένωση, άρθρα 4 και 19, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, στις αρχές του Κοινοδικαίου, στην αρχή του Δικαίου της Επιείκειας, στις αποφάσεις των Κυπριακών Δικαστηρίων, στην διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου και στην εγγενή και συμφυή εξουσία και πρακτική του Δικαστηρίου.

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Ιωάννας Ευαγγέλου, η οποία είναι υπάλληλος και έχει τα καθήκοντα της λειτουργού στο τμήμα διαχείρισης ακινήτων της THEMIS PORTFOLIO MANAGEMENT LIMITED (στις εξής η Themis PM), από τις 5/12/2022. Ως αναφέρει, η τελευταία, αποτελεί εταιρεία παροχής υπηρεσιών που σχετίζονται με την είσπραξη και διαχείριση χρεών, καθώς και τη διαχείριση περιουσιακών στοιχείων συμπεριλαμβανομένης της διάθεσης ακινήτων προς πώληση. Η Themis ΡΜ παρέχει τις πιο πάνω υπηρεσίες για τα χαρτοφυλάκια που ανήκουν, μεταξύ άλλων, στην Ενάγουσα. Επίσης, αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα είτε από προσωπική γνώση είτε από τα έγγραφα που έχει στην κατοχή της, ότι όπου αναφέρεται σε νομικές έννοιες το έπραξε κατόπιν νομικής συμβουλής από τους δικηγόρους της Ενάγουσας και περαιτέρω ότι είναι εξουσιοδοτημένη από την Ενάγουσα για να προβεί στην ένορκη δήλωση.   

 

Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η Ενάγουσα κατέστη ιδιοκτήτρια του ακινήτου στις 17/3/2022, κατόπιν ενεργοποίησης από μέρους της των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/1965. Μετά την απόκτηση του ακινήτου, διαπιστώθηκε ότι το ακίνητο κατέχεται από τους Εναγόμενους και παρά το γεγονός ότι ζητήθηκε από αυτούς να παραδώσουν κενή και ελεύθερη κατοχη, οι τελευταίοι συνεχίζουν να κατέχουν και να χρησιμοποιούν το ακίνητο. Η μάρτυρας αναφέρεται και σε διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών, με την εμπλοκή και των δικηγόρων τους, οι οποίες όμως δεν τελεσφόρησαν. Τέλος, αναφέρει ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα και αυθαίρετα στο ακίνητο χωρίς τη συγκατάθεση της Ενάγουσας και επίσης ότι το κατέχουν χωρίς να καταβάλλουν οποιοδήποτε ποσό ή αντίτιμο για τη χρήση, κατοχή και εκμετάλλευση του. 

 

Η Ένσταση

Οι Eναγόμενοι αντέδρασαν στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας 32 λόγους ένστασης, εκ των οποίων αρκετοί παρουσιάζουν ουσιαστική επανάληψη. 

 

 

Η ένσταση στηρίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμο Ν.14/1960 άρθρα 21, 29, 30, 31, 32, 42, 47, στον Περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (ΚΕΦ 6) άρθρα 4, 5, 7 και 9, στους Περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα χωρίς περιορισμό στους Κανονισμούς 1, 2, 3, 4, 9, 10, 17, 21, 22, 23.1,23.7, 23.8, 23.9, 23.10, 23.11, 23.12, 23.13, 23.16, 23.16(1), 24.5, 24.6, 24.7, 25.1, 32.1, 32.2, 32.3, 32.4, 32.5, 32.6, 32.7, 32.14, 32.15, 38, 39, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρα 9, 15, 23, 25, 30, στον Περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας Νόμο Κεφ.224, στον περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμο του 1965 (Ν.9/1965), Μέρος VIA, στον περί Αστικών Αδικημάτων Νόμο, άρθρο 43, στον περί Ακίνητης Ιδιοκτησίας (Διοκοτοχή, Εγγραφή και Εκτίμηση) Νόμος (ΚΕΦ.224), στις αρχές του δικαίου της επιείκειας, στις αρχές του κοινοδικαίου, επί της σχετικής νομολογίος, και επί των γενικών συμφυών εξουσιών του Δικοστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση του Εναγόμενου 2, ο οποίος αναφέρει ότι ορκίζεται την παρούσα από ότι καλά γνωρίζει και όπως τον ενημέρωσε ο Εναγόμενος 1, καθώς και ότι είναι εξουσιοδοτημένος από τον τελευταίο για να προβεί στην ένορκη δήλωση.

 

Σύμφωνα με το μάρτυρα, ο ίδιος αγόρασε το ακίνητο από την εταιρεία Ν. Ερωτοκρίτου Μότορς Λτδ και σαν καλόπιστος αγοραστής γνώριζε ότι το ακίνητο είναι δικό του. Για το λόγο αυτό ο Εναγόμενος 1, ο οποίος είναι υιός του, παραμένει στο ακίνητο με τη συναίνεση του νόμιμου κατόχου. Είναι επίσης η θέση του ότι η εν λόγω εταιρεία υποθήκευσε παράνομα και εν αγνοία του το ακίνητο. Ας σημειωθεί ότι αναφέρεται και ο ίδιος στις διαπραγματεύσεις με την Ενάγουσα, αναφέροντας ότι πρόθεση από μέρους του ήταν να επαναγοράσει το ακίνητο.

 

Τέλος, αναφέρει ότι ενόψει των ανωτέρω προκύπτει κώλυμα και με βάση το δίκαιο της επιείκειας οι Εναγόμενοι έχουν δικαιώματα επί του ακινήτου, ενώ ο Εναγόμενος 1 δεν κατέχει το ακίνητο εκδικητικά αλλά ως κατοικία του ίδιου και της οικογένειας του.

 

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Ενάγουσας

Με τη συμπληρωματική της ένορκη δήλωση, η Ιωάννα Ευαγγέλου σχολιάζει τους ισχυρισμούς του Εναγόμενου 2 και επαναλαμβάνει ουσιαστικά τις θέσεις της Ενάγουσας. Ως προς την πώληση του ακινήτου στον Εναγόμενο 2, είναι η θέση της ότι ο ενυπόθηκος οφειλέτης δεν αποκάλυψε τα σχετικά έγγραφα που αφορούσαν το ακίνητο και από τη στιγμή που δεν λήφθηκε η προηγούμενη συγκατάθεση της Ενάγουσας, το κατ’ ισχυρισμό πωλητήριο είναι άκυρο και παράνομο. Σε κάθε περίπτωση η χρήση του ακινήτου από οποιοδήποτε τρίτο ή η πώληση του ακινήτου σε οποιοδήποτε τρίτο δεν δεμσεύει την Ενάγουσα μετά την απόκτηση του ακινήτου. Η Ενάγουσα απέκτησε το ακίνητο ελεύθερο από οποιοδήποτε εμπράγματο βάρος και το πωλητήριο, το οποίο δεν ήταν κατατεθειμένο στο μητρώο του Κτηματολογίου, δεν αποτέλεσε ποτέ τέτοιο βάρος.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Νομικές Αρχές Έκδοσης Ενδιάμεσων Διαταγμάτων - Άρθρο 32, Ν.14/60

Οι αρχές έκδοσης παρεμπίπτοντος διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Ν.14/60[1], είναι οι ακόλουθες:

 

(α)     Η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση,

(β)     Η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και

(γ)     Η δυσκολία ή αδυναμία πλήρους απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα - πιθανότητα ο αιτών διάδικος να υποστεί ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα.

 

(βλ. Odysseos v. Pieris Estates and others (1982) 1 CLR 557 και Papapetrou Bros Ltd v. Αντρούλλας Παπαπέτρου (2003) 1 ΑΑΔ 741).

 

Η ύπαρξη των τριών θεσμικών προϋποθέσεων δεν είναι αρκετή. Στο τελικό στάδιο το Δικαστήριο πρέπει πρόσθετα να σταθμίσει πόσο δίκαιο και εύλογο είναι να εκδοθεί ένα τέτοιο διάταγμα (βλ. Odysseos ανωτέρω και Χριστοφή Κουνούνα v. C. & A. Simonos Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 1361). Δεν υπάρχουν αυστηρά οριοθετημένα πλαίσια, μέσα στα οποία ασκείται η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων.  Η κάθε περίπτωση κρίνεται υπό το φως των δικών της γεγονότων και περιστατικών, με γνώμονα πάντοτε το κατά πόσο η έκδοση του διατάγματος είναι αναγκαία, για να καταστεί δυνατή η απονομή της δικαιοσύνης σε κάθε στάδιο, περιλαμβανομένου και αυτού της ικανοποίησης της απόφασης, που τυχόν ήθελε εκδοθεί (βλ. Κώστα Καλογήρου ν. C.C.F Credit Capital Finance Ltd (2005) 1 ΑΑΔ 1235).

 

Η πρώτη προϋπόθεση, η ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση, ικανοποιείται με την αποκάλυψη συζητήσιμης υπόθεσης (βλ. Odysseos πιο πάνω).

 

Η δεύτερη προϋπόθεση, η ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, έχει ερμηνευθεί ως κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα αλλά κάτι πολύ λιγότερο από «το ισοζύγιο των πιθανοτήτων» που είναι το μέτρο απόδειξης σε αστικές υποθέσεις (βλ. Odysseos ανωτέρω). Εκείνο που χρειάζεται δεν είναι η απόδειξη του ουσιαστικού δικαιώματος αλλά σοβαρές ενδείξεις περί της πιθανότητας ύπαρξής του (βλ. T.A. Micrologic Computer Consultants Ltd ν. Microsoft Corporation (2002) 1(Γ) ΑΑΔ 1802 και Parico Aluminium Designs Ltd v. Muskita Aluminium Co Ltd (2002) 1 ΑΑΔ 2015). Το Δικαστήριο εξετάζει τη μαρτυρία με σκοπό να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή όχι να εκδοθεί το διάταγμα, αποφεύγοντας να υπεισέλθει στην ουσία της υπόθεσης. Θα πρέπει απλά να ικανοποιηθεί ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ότι υπάρχει πιθανότητα επιτυχίας (βλ. Επίσημος Παραλήπτης κ.α. ν. Nicantony Trading Co. Ltd (1998) 1 ΑΑΔ 1653). Το Δικαστήριο δεν απαιτείται, αλλά ούτε και πρέπει, να εξετάζει την ενώπιον του μαρτυρία και να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με συγκρουόμενα γεγονότα, κάτι που θα έχει το καθήκον να πράξει στο τελικό στάδιο της υπόθεσης. Στο αρχικό αυτό στάδιο πρέπει να περιοριστεί στη διαπίστωση ύπαρξης ή μη κάποιας προοπτικής επιτυχίας (βλ. Hellenic Bank Public Company Ltd v. Alpha Panareti Public Ltd, Πολιτική Έφεση 145/2011, 13/6/2013).

 

Η προοπτική επιτυχίας και η διακρίβωση της πιθανότητας επιτυχίας δε μπορεί παρά να εξετάζεται στη βάση της προσαχθείσας μαρτυρίας. Η μαρτυρία πρέπει να αναφέρεται με ακρίβεια σε γεγονότα από τα οποία να καταδεικνύεται η ύπαρξη πιθανότητας επιτυχίας (βλ. Κυτάλα κ.α. ν. Χρυσάνθου κ.α. (1996) 1 ΑΑΔ 253, στη σελ. 257). Αυτό που εξετάζεται είναι κατά πόσο έχουν ικανοποιηθεί οι προϋποθέσεις του άρθρου 32. Το Δικαστήριο, κατά την εκδίκαση αίτησης για προσωρινό διάταγμα, πρέπει να αποφεύγει να καταλήγει σε συμπεράσματα αναφορικά με την πλήρη εξέταση του πραγματικού και νομικού καθεστώτος της υπόθεσης. Αυτό εναπόκειται στην κρίση του πρωτόδικου Δικαστηρίου, κατά τη δίκη της ουσίας της υπόθεσης (βλ. Jonitexo Ltd. v. Adidas (1984) 1 CLR 263 και Γρηγορίου κ.ά. ν. Χριστόφορου κ.ά. (1995) 1 AAΔ 248).

 

Αναφορικά με την τρίτη προϋπόθεση, το Δικαστήριο εξετάζει την πιθανότητα να υποστεί ο ενάγων ανεπανόρθωτη ζημιά αν δεν εκδοθεί το διάταγμα ή αν θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο. Πλήρης δικαιοσύνη σημαίνει την απόδοση στον ενάγοντα των θεραπειών που δικαιούται σύμφωνα με το νόμο (βλ. Παναγίδου κ.α. ν. Παναγίδου κ.α. (2001) 1 ΑΑΔ 396). Κριτήριο για την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος, είναι η αδυναμία απονομής πλήρους δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο. Η έννοια της δικαιοσύνης δεν συναρτάται με τη στενή αντίληψη της υλικής ζημίας αλλά με την ευρύτερη προστασία των δικαιωμάτων του αιτητή (βλ. M. & Ch. Mitsingas Trading Ltd v. Timberland Co. (1997) 1 AΑΔ 1799, Κυρισάββα κ.ά. v. Κύζη (2001) 1Β Α.Α.Δ. 1245).  Ως δε επεξηγήθηκε στην Loucas Panayiotou Estates Ltd κ.ά. ν. Hellenic Bank Public Company Ltd, Πολ. Έφεση Αρ. Ε203/2013, ημερ. 11/9/2019, ECLI:CY:AD:2019:A360, το θέμα αυτό, δεν εξετάζεται αορίστως, αλλά είναι άρρηκτα συνδεδεμένο με το περιεχόμενο των στοιχείων που τίθενται ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Εξέταση της Αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων αλλά και το περιεχόμενο του φακέλου της υπόθεσης εν γένει[2], το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, πριν προχωρήσει στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32, να επισημάνει ορισμένα γεγονότα τα οποία είναι παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα, προς ευχερέστερη κατανόηση των όσων θα ακολουθήσουν.

 

Ειδικότερα, τα ακόλουθα γεγονότα, μεταξύ άλλων, είναι παραδεκτά ή μη αμφισβητούμενα:

 

1.   Ο Εναγόμενος 2 είναι ο πατέρας του Εναγόμενου 1. Ο πρώτος αγόρασε το επίδικο ακίνητο δυνάμει πωλητηρίου εγγράφου ημερ. 23/2/2000 από την τότε ιδιοκτήτρια του, ήτοι την εταιρεία Ν. ΕΡΩΤΟΚΡΙΤΟΥ (ΜΟΤΟΡΣ) ΛΙΜΙΤΕΔ, η οποία ευρίσκεται υπό διαχείριση (στο εξής η Ερωτοκρίτου Μότορς). Το πωλητήριο έγγραφο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο.

 

2.  Η Ενάγουσα είναι κατά πάντα, σε σχέση με την παρούσα υπόθεση, χρόνο εταιρεία περιορισμένης ευθύνης, νόμιμα εγγεγραμμένη σύμφωνα με τη σχετική νομοθεσία και αποτελεί εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων εν τη έννοια του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και για Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 που ιδρύθηκε με σκοπό, μεταξύ άλλων, την αγορά, διαχείριση δανείων, υποθηκών, εξασφαλίσεων και άλλων δικαιωμάτων (βλ. Τεκμήριο 1).

 

3.  Η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του επίδικου ακινήτου (βλ. Τεκμήριο 2).

4.   Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ συμφώνησε όπως παρέχει δάνεια και άλλες πιστωτικές διευκολύνσεις στην προηγούμενη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, ήτοι στην Ερωτοκρίτου Μότορς.

 

5.  Προς εξασφάλιση των εν λόγω πιστωτικών διευκολύνσεων, η Ερωτοκρίτου Μότορς υποθήκευσε περί την 30/03/1998 και 22/03/1999, δυνάμει σύμβασης και εγγράφων υποθήκης, με αριθμό δηλώσεως υποθήκης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας υπ' αριθμό Υ2791/1998, Υ2792/1998, Υ2370/1999, αντίστοιχα, το ακίνητο προς όφελος της Τράπεζας (στο εξής η Υποθήκη – βλ. Τεκμήριο 3).

 

6. Η ΛΑΪΚΗ ΚΥΠΡΙΑΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ ή/και η Cyprus Popular Bank Public Co μετονομάστηκε στις 4/12/2006 σε Marfin Popular Bank Public Company Limited (στο εξής η Marfin) και στις 5/4/2012, η Marfin μετονομάστηκε σε Cyprus Popular Bank Public Co Ltd (στα ελληνικά, Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ – στο εξής η Τράπεζα), η οποία μεταβίβασε στην Ενάγουσα και η τελευταία υποκατέστησε την Τράπεζα και έχει καταστεί δικαιούχος εις ότι αφορά όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν στις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα, συμπεριλαμβανομένων των συναφών εξασφαλίσεων, εγγυήσεων, ομολόγων, υποθηκών, συμπεριλαμβανομένης της Υποθήκης που αφορά στο Ακίνητο, κατ' εφαρμογή των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015), ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει σχετικού Διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (βλ. Τεκμήριο 4).

 

7.  Όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις που αφορούν στις πιστωτικές διευκολύνσεις που παραχωρήθηκαν από την Τράπεζα στην Ερωτόκριτου Μότορς και εξασφαλίσεις, υποθήκες, περιλαμβανομένης της Υποθήκης, έχουν μεταβιβαστεί από την Τράπεζα στην Ενάγουσα και αυτή έχει υποκαταστήσει την Τράπεζα και κατέστη δικαιούχος των δανείων, πιστωτικών διευκολύνσεων ή εξασφαλίσεων και υποθηκών, περιλαμβανόμενης της Υποθήκης, δυνάμει των προνοιών του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου του 2015 (Ν. 169(Ι)/2015) ως έχει τροποποιηθεί και δυνάμει διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ημερομηνίας 04/06/2021, το οποίο τέθηκε σε ισχύ την 8/6/2021 (βλ. Τεκμήριο 5).

 

8.  Ως εκ των ανωτέρω, όλα τα δικαιώματα και υποχρεώσεις της Τράπεζας, οι οποίες απορρέουν από τις συμφωνίες, έγγραφα και διαδικασίες, περιλαμβανομένης της Υποθήκης, που αποτελούν αντικείμενο της παρούσας διαδικασίας, μεταβιβάστηκαν στην Ενάγουσα.

 

9.  Λόγω παράλειψης της Ερωτοκρίτου Μότορς να συμμορφωθεί με τις υποχρεώσεις της, η Ενάγουσα ενεργοποίησε τις διατάξεις του μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Ακινήτων Νόμου του 1965 (Ν. 9/1965) ως έχει τροποποιηθεί (στο εξής ο Νόμος), με αποτέλεσμα, να καταστεί ιδιοκτήτρια του Ακινήτου, στις 17/03/2022, έναντι του ποσού των €100.600, πλέον έξοδα που προέκυψαν ως μεταβιβαστικά τέλη, το οποίο αντιπροσωπεύει την αγοραία αξία του ακινήτου, ως καθορίστηκε κατόπιν διενέργειας δύο εκτιμήσεων από ανεξάρτητους εκτιμητές, δυνάμει των διατάξεων του εν λόγω νομοθετήματος (βλ. Τεκμήρια 6 και 7 ήτοι τα έντυπα μετεγγραφής του ακινήτου και τις δύο εκτιμήσεις αντίστοιχα).

 

10. Μετά την απόκτηση του ακινήτου, αντιπρόσωποι της Ενάγουσας επισκέφθηκαν το ακίνητο για επιθεώρηση στις 13/4/2022, ενώ ακολούθως, στις 10/5/2022, η Ενάγουσα απέστειλε επιστολή ενημερώνοντας τον κάτοχο του Ακινήτου, χωρίς να γνωρίζει κατ’ εκείνο το στάδιο ποιος ήταν ο κάτοχος, για την αλλαγή στην ιδιοκτησία του ακινήτου, και καλώντας τον να εκκενώσει άμεσα το Ακίνητο.  Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε στις 19/5/2022, με σημείωση ότι στο ακίνητο διαμένει και κατοικεί ο Εναγόμενος 2 (βλ. Τεκμήριο 8).

 

11. Οι Εναγόμενοι επικοινώνησαν με την Ενάγουσα και την ενημέρωσαν υπό ποιο καθεστώς ευρίσκονται εντός του ακινήτου και προσκόμισαν προς τούτο σχετικά έγγραφα.

 

 

 

12.  Ενόψει του ότι δεν κατέστη εφικτό να εξευρεθεί κοινώς αποδεκτή λύση μεταξύ των μερών, η Ενάγουσα έδωσε οδηγίες στους δικηγόρους της όπως χειριστούν τη διαφορά.

 

13. Οι δικηγόροι της Ενάγουσας, στις 16/6/2023, απέστειλαν προδικαστηριακή απαντητική επιστολή προς τον Εναγόμενο 2, η οποία επιδόθηκε δια παράδοσης της στον Εναγόμενο 1, υιό του τελευταίου, στις 28/6/2023 (Τεκμήριο 9).

 

14.  Ο Εναγόμενος 1 επικοινώνησε με την Ενάγουσα και την ενημέρωσε ότι στο ακίνητο διαμένει ο ίδιος με την οικογένειά του και ότι οι Εναγόμενοι συνδέονται εξ αίματος και συγκεκριμένα ο Εναγόμενος 2 είναι ο πατέρας του.

 

15.  Ακολούθησαν συζητήσεις και διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών και για το σκοπό αυτό είχε διεξαχθεί και δια ζώσης συνάντηση με σκοπό την εξώδικη διευθέτηση της απαίτησης της Ενάγουσας.

 

16. Επειδή δεν βρέθηκε λύση, οι δικηγόροι της Ενάγουσας, στις 20/2/2024, απέστειλαν προ-δικαστηριακή επιστολή προς τον Εναγόμενο 1 και με σκοπό να εξεταστεί και να καταδειχθεί οποιοδήποτε ενδεχόμενο συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις της Αιτήτριας και για να εξαντληθεί οποιαδήποτε πιθανότητα εξεύρεσής συναινετικής λύσης. Η επιστολή συνοδευόταν από ανεξάρτητη έκθεση εκτίμησης για το αγοραίο ενοίκιο του ακινήτου (Τεκμήριο 13). Η εν λόγω επιστολή επιδόθηκε δεόντως και παραλήφθηκε από τον Εναγόμενο 1 στις 29/2/2024 (Τεκμήριο 10).

 

17.  Κατά τις 7/3/2024, οι δικηγόροι της Ενάγουσας έλαβαν σχετική επιστολή από τους δικηγόρους των Εναγόμενων δυνάμει της οποίας υπέβαλαν πρόταση προς διευθέτηση της απαίτησης της Ενάγουσας (Τεκμήριο 11).

 

18.  Στη συνέχεια, τα μέρη, δια των δικηγόρων τους, προέβηκαν σε συζητήσεις, δια ζώσης συναντήσεις, τηλεφωνικές επικοινωνίες και αντάλλαξαν ηλεκτρονικά μηνύματα, χωρίς όμως να τελεσφορήσει η οιαδήποτε προσπάθεια για εξεύρεση συναινετικής εξώδικης διευθέτησης και λύσης.

19. Ενόψει του ότι οι οιεσδήποτε προσπάθειες για εξεύρεση εξώδικης διευθέτησης δεν τελεσφόρησαν, οι δικηγόροι της Ενάγουσας απέστειλαν σχετική προς τούτο επιστολή προς τους δικηγόρους των Εναγόμενων στις 30/04/2025 (Τεκμήριο 12).

 

Έχοντας τα πιο πάνω υπόψη, προχωρώ στην εξέταση των προυποθέσεων του άρθρου 32 του Ν. 14/60.

 

 (α)      Σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση

Από τη μελέτη της έκθεσης απαίτησης και της επίδικης αίτησης αλλά και των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση της Ενάγουσας, προκύπτει ότι έγειρεται σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση ή και συζητήσιμη υπόθεση. Αποτελεί παραδεκτό γεγονός ότι η Ενάγουσα είναι εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, το οποίο κατέχεται από τους Εναγόμενους. Η Ενάγουσα αξιώνει απόφαση ότι οι Εναγόμενοι επεμβαίνουν παράνομα στο ακίνητο (βλ. το άρθρο 43 (1) του περί Αστικών Αδικημάτων Νόμου, Κεφ.148) και ότι υπάρχει παραβίαση του συνταγματικού της δικαιώματος για κατοχή, χρήση και απόλαυση της περιουσίας της. Συναφώς, αξιώνει διάταγμα για άρση της επέμβασης και για την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, καθώς και αποζημιώσεις. Στο στάδιο αυτό αρκεί μόνο να καταδειχθεί ότι υφίσταται καλή αιτία αγωγής και επομένως κρίνω ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα για εκδίκαση.

 

(β)       Ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

Όσον αφορά την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας, και χωρίς σε καμία περίπτωση να αποφασίζω επί αντικρουόμενων ισχυρισμών ή να υπεισέρχομαι σε αξιολόγηση της μαρτυρίας (πλην μόνον στον βαθμό που απαιτείται για να αποφασιστεί η παρούσα) ή σε εξαγωγή οποιουδήποτε συμπεράσματος, κρίνω ότι με το υπόβαθρο μαρτυρίας που έχει παραθέσει η Ενάγουσα, έχει καταδείξει ορατή πιθανότητα επιτυχίας.

 

Επαναλαμβάνεται ότι η Ενάγουσα είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια του ακινήτου, το οποίο απέκτησε στις 17/3/2022, ελεύθερο από εμπράγματα βάρη, κατά τον τρόπο που αναφέρθηκε ανωτέρω, ήτοι κατόπιν ενεργοποίησης από μέρους της των διατάξεων του Μέρους VIA του Νόμου. Διευκρινίζεται, όμως, ότι με βάση τον τίτλο ιδιοκτησίας που παρουσιάστηκε (Τεκμήριο 2), η ημερομηνία εγγραφής του ακινήτου επ’ ονόματι της Ενάγουσας είναι 23/3/2022.

 

Επίσης, η Ενάγουσα έχει ζητήσει από τους Εναγόμενους την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, πλην όμως οι τελευταίοι συνεχίζουν να το κατέχουν μέχρι σήμερα, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε πρόθεση από μέρους τους να το παραδώσουν αλλά ούτε να καταβάλουν οποιοδήποτε ποσό. Επισημαίνεται ότι οι διαπραγματεύσεις μεταξύ των μερών προς εξερευρεση εξώδικης διευθέτησης δεν τελεσφόρησαν και η Ενάγουσα κατέστησε σαφές στους Εναγόμενους μέσω των δικηγόρων της ότι το περιθώριο εξεύρεσης συναινετικής λύσης έχει εξαντληθεί (βλ. επιστολή ημερ.30/4/2025, Τεκμήριο 12).  

 

Όπως προκύπτει από το άρθρο 43 (2) του Κεφ. 148 και τη νομολογία[3], το βάρος απόδειξης της ισχυριζόμενης επέμβασης το φέρει ο Ενάγοντας, ωστόσο μετατίθεται στον Εναγόμενο το βάρος να αποδείξει ότι η επέμβαση δεν είναι παράνομη.

 

Ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι είναι καλόπιστος αγοραστής του ακινήτου και ότι το κατέχει νόμιμα. Για το λόγο αυτό ουσιαστικά, αφενός, θεωρεί πως το ακίνητο κατέχεται νόμιμα από τον Εναγόμενο 1, εφόσον υπάρχει η δική του συναίνεση, και αφετέρου, ότι προκύπτει κώλυμα και με βάση το δίκαιο της επιείκειας οι Εναγόμενοι έχουν δικαιώματα επί του ακινήτου.  Δεν θα κριθεί βεβαίως σε αυτό το στάδιο κατά πόσο ευσταθούν οι θέσεις αυτές και αν πρόκειται για βάσιμη υπεράσπιση. Το ερώτημα που πρέπει να απαντηθεί είναι κατά πόσο η Ενάγουσα, με τα όσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, λαμβανομένων υπόψη και των θέσεων της άλλης πλευράς, κατέδειξε πραγματική προοπτική επιτυχίας. Στο στάδιο αυτό θα αρκεστώ να πω τα εξής.

 

(α) Το πωλητήριο έγγραφο που συνήφθη μεταξύ του Εναγόμενου 2 και της Ερωτοκρίτου Μότορς, σε αυτό το στάδιο δεν προκύπτει να ήταν σε γνώση της Τράπεζας, η οποία δεν δεσμευόταν από αυτό. Η σχέση της Ερωτοκρίτου Μότορς και της Τράπεζας, ρυθμιζόταν από τις μεταξύ τους συμφωνίες που ήταν προγενέστερες του πωλητηρίου. Με τα έγγραφα υποθήκης, η Ερωτοκρίτου Μότορς αναλάμβανε την υποχρέωση, μεταξύ άλλων, να μην ενοικιάσει ή με οποιοδήποτε τρόπο δεσμεύσει ή επιβαρύνει το ενυπόθηκο ακίνητο και επίσης να μην πωλήσει οποιοδήποτε μέρος του, χωρις τη γραπτή έγκριση της Τράπεζας. Κάτι που βεβαίως ο Εναγόμενος 2 θα μπορούσε να διαπιστώσει, εάν πριν τη σύναψη της συμφωνίας πώλησης προέβαινε σε έρευνα στο Κτηματολόγιο αναφορικά με το ακίνητο που ενδιαφερόταν να αγοράσει.

 

(β) Το πωλητήριο δεν κατατέθηκε στο Κτηματολόγιο για σκοπούς ειδικής εκτέλεσης. Με βάση τη νομολογία, δικαίωμα επί της γης δημιουργείται μόνον εφόσον η πώληση εγγράφεται στο Κτηματολόγιο βάσει της οικείας νομοθεσίας (κατά τον χρόνο που καταρτίστηκε η σύμβαση ίσχυε το Κεφ.232).  Η σύμβαση πώλησης γης δεν παρέχει δικαίωμα στον αγοραστή να απαιτήσει την εγγραφή του ακινήτου επ' ονόματί του, σε περίπτωση διάρρηξης. Τα δικαιώματά του περιορίζονται στη διεκδίκηση αποζημιώσεων. Επίσης, με βάση την ίδια νομολογία, όταν ένα θέμα ρυθμίζεται ειδικά από τη νομοθεσία, οι αρχές της επιείκειας υποχωρούν[4]. 

 

(γ) Από το φάκελο της υπόθεσης προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2, υπέβαλε απαίτηση εναντίον του διαχειριστή της Ερωτοκρίτου Μότορς και πέτυχε την έκδοση απόφασης υπέρ του. Στην ένορκη δήλωση που καταχώρησε προς απόδειξη της απαίτησης του ημερ.6/2/2026, αναφέρθηκε στο ιστορικό της αγοράς του ακινήτου και στην καταχώρηση της αγωγής 363/2010, στο πλαίσιο της οποίας, στις 13/4/2016, εκδόθηκε εκ συμφώνου διάταγμα για μεταβίβαση του ακινήτου εντός ενός έτους, ελεύθερο από κάθε εμπράγματο βάρος, με την ταυτόχρονη καταβολή προς την Ερωτοκρίτου Μότορς ποσού €7.000.-. Εντούτοις η μεταβίβαση δεν έγινε, με αποτέλεσμα η Ενάγουσα να εγγραφεί ιδιοκτήτρια του ακινήτου στις 23/2/2022. Σύμφωνα πάντα με τον Εναγόμενο 2, λόγω της παράβασης της συμφωνίας από μέρους της Ερωτοκρίτου Μότορς, υπέστη ανεπανόρθωτη ζημιά και αξίωνε ποσό €45.448,80. 

 

Το Δικαστήριο αφού ικανοποιήθηκε, εξέδωσε απόφαση υπέρ του Εναγόμενου 2 για το εν λόγω ποσό και επιπλέον εξέδωσε διάταγμα για αποζημίωση και ή συνεισφορά για οποιοδήποτε ποσό ήθελε επιδικαστεί σε βάρος του Εναγόμενου στην παρούσα.

 

(δ)  Ως προκύπτει λοιπόν από τα ανωτέρω, ο Εναγόμενος 2 εκ πρώτης όψεως «έκλεισε» το θέμα με την Ερωτοκρίτου Μότορς, αφού δεν ενέμεινε σε μεταβίβαση και διεκδίκησε αποζημιώσεις για τη ζημιά που υπέστη, η οποία συνίστατο στο ποσό που κατέβαλε για την αγορά του διαμερίσματος. Εναντίον της Ενάγουσας, δεν εγείρεται ανταπαίτηση και δεν αξιώνεται οτιδήποτε σε σχέση με την ιδιοκτησία του ακινήτου, για την απόκτηση του οποίου σε αυτό το στάδιο δεν προκύπτει ζήτημα παρανομίας.

 

(ε) Ως προς τη θέση των Εναγομένων ότι η Ενάγουσα είχε πραγματική γνώση της κατοχής και χρήσης της κατοικίας, καθόσον δεν είναι δυνατόν να αγόρασε το ακίνητο χωρίς να το επιθεωρήσει, πέραν του ότι η θέση αυτή δεν φαίνεται να εδράζεται σε συγκεκριμένη μαρτυρία και εκ πρώτης όψεως συνιστά εικασία, επισημαίνεται ότι, στο παρόν στάδιο, δεν συνάδει με την έτερη θέση τους ότι η Ενάγουσα όφειλε να προβεί στις δέουσες ενέργειες και ελέγχους προκειμένου να διαπιστώσει την πραγματική κατάσταση του ακινήτου και αν αυτό κατοικείτο. Οι δύο αυτές θέσεις, προβαλλόμενες παράλληλα, δεν φαίνεται, εκ πρώτης όψεως, να συνάδουν μεταξύ τους. Είναι αυτονόητο ότι η μαρτυρία σε ένορκη δήλωση οφείλει να χαρακτηρίζεται από σαφήνεια και συνοχή. Ανεξάρτητα των ανωτέρω, σε κάθε περίπτωση δεν είναι αντιληπτό κατά ποιο τρόπο θα μπορούσε να γνωρίζει η Ενάγουσα για τη μεταγενέστερη συμφωνία, αφ’ ης στιγμής δεν ενημερώθηκε και δεν λήφθηκε η συγκατάθεση της, αλλά ούτε υπήρξε κατάθεση της συμφωνίας στο Κτηματολόγιο.

 

(στ) Μαζί με τα πιο πάνω, θα πρέπει να συνυπολογιστεί και η θέση του Εναγόμενου 2 ότι οι διαπραγματεύσεις με την Ενάγουσα έγιναν, με πρόθεση από μέρους του να επαναγοράσει το ακίνητο. Με τη συγκεκριμένη δήλωση του, προφανώς γίνεται αποδεκτό ότι το ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία της Ενάγουσας, διαφορετικά γιατί να διαπραγματεύεται αγορά ακινήτου που θεωρεί ότι του ανήκει.    

 

(ζ) Τέλος, θα πω ότι δεν έχει βεβαίως κάποια σημασία τι προτίθεται να πράξει με το ακίνητο η Ενάγουσα. Ως η ιδιοκτήτρια του ακινήτου, έχει δικαίωμα να το αξιοποιήσει όπως η ίδια επιθυμεί. Επίσης, δεν μπορούν οι Εναγόμενοι να προβάλλουν υπερ τους ότι η Ενάγουσα επιθυμεί να πωλήσει το ακίνητο αλλά δεν έχει βρει αγοραστή, από τη στιγμή που οι ίδιοι κατέχουν μέχρι σήμερα το ακίνητο και δεν έχει ξεκαθαρίσει το ζήτημα της κατοχής του ακινήτου.  

 

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ πως σε αυτό το στάδιο οι ισχυρισμοί ή/και οι θέσεις των Εναγόμενων κάθε άλλο παρά εξασθένησαν την ύπαρξη ορατής πιθανότητας επιτυχίας της Ενάγουσας. Ως προς την ενοικιαστική αξία του ακινήτου, οι Εναγόμενοι δεν έχουν αμφισβητήσει ότι ανέρχεται στο ποσό των €580 μηνιαίως. Εξάλλου, επισημαίνεται εδώ ότι τόσο η αγοραία όσο και η ενοικιαστική αξία του ακινήτου έχουν δηλωθεί ως παραδεκτά γεγονότα στο πλαίσιο της διαδικασίας, κατά το στάδιο της διαχείρισης της υπόθεσης[5].

 

Επαναλαμβάνω ότι, στο παρόν στάδιο, η Ενάγουσα είχε υποχρέωση να παραθέσει στο Δικαστήριο υπόβαθρο μαρτυρίας που να δικαιολογεί την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος και ότι η αξιολόγηση του Δικαστηρίου αναφορικά με τα γεγονότα σταματά όπου διαπιστώνεται ύπαρξη ή ανυπαρξία κάποιας προοπτικής επιτυχίας.  Εδώ αποδεικνύεται, ως αναφέρθηκε ήδη, πως υπάρχει τέτοια προοπτική.

 

(γ)        Ανεπανόρθωτη ζημιά.

Δεν αμφισβητείται ότι η ζημιά της Ενάγουσας θα μπορεί στο τελικό στάδιο να αποτιμηθεί σε χρήμα. Όμως βρίσκει σύμφωνο το Δικαστήριο η θέση των συνηγόρων της Ενάγουσας, ότι θα πρέπει παράλληλα να καταδειχθεί η φερεγγυότητα των Εναγόμενων[6]. Αυτό σημαίνει ότι σε περίπτωση που επιδικαστεί εναντίον των Εναγόμενων ποσό αποζημιώσεων, αυτοί θα είναι σε θέση να το πληρώσουν.

Εν προκειμένω, οι Εναγόμενοι δεν έχουν παρουσιάσει στοιχεία για να καταδείξουν ότι έχουν την οικονομική δυνατότητα να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση υπερ της Ενάγουσας  για αποζημιώσεις.

 

Ό,τι αναφέρει ο Εναγόμενος 2, είναι ότι ο ίδιος είναι συνταξιούχος και ζει στο Δάλι με τη σύζυγο του και τον 18χρονο υιό του. Ουδεμία αναφορά γίνεται στο ποσό της σύνταξης του ή αν υπάρχει άλλο εισόδημα στην οικογένεια, ούτε όμως για τα έξοδα και τυχόν υποχρεώσεις τους. 

 

Όσον αφορά τον Εναγόμενο 1, ο Εναγόμενος 2 αναφέρει ότι εργάζεται στην Ηλέκτρομηχανολογική Υπηρεσία Κύπρου και λαμβάνει εισόδημα €1.180, ενώ ζεί μαζί με το ανήλικο τέκνο του, ηλικίας 4 ετών. Μάλιστα σε κάποιο σημείο, αναφέρει ότι «Ο εναγόμενος 1 κρατεί το ακίνητο όχι εκδικητικά αλλά για λόγους βιοποριστικούς[7] αφού τόσο αυτός όσο και το ανήλικο τέκνο του θα μείνουνε χωρίς στέγη», ενώ σε άλλο σημείο αναφέρει πως η χορήγηση του διατάγματος θα είναι καταστροφική για τον Εναγόμενο 1. Πέραν του ότι δεν προσκομίστηκε κανένα αποδεικτικό για το εισόδημα του, ούτε σε σχέση με τον τελευταίο παρέχονται λεπτομέρειες για τα έξοδα του ίδιου και του ανήλικου τέκνου του ή για άλλες υποχρεώσεις.

 

Συνεπώς, το Δικαστήριο ελλείψει μαρτυρίας και συγκεκριμένων στοιχείων δεν μπορεί βεβαίως σε αυτό το στάδιο να καταλήξει ότι οι Εναγόμενοι είναι φερέγγυοι και μάλιστα σε βαθμό που να είναι σε θέση να ικανοποιήσουν τυχόν απόφαση εναντίον τους μελλοντικά όταν, αντίθετα, σε αυτό το στάδιο προκύπτει ότι δεν είναι σε θέση να ανταποκριθούν στις υποχρεώσεις τους. Ιδίως αν ληφθεί υπόψη ότι σε περίπτωση επιτυχίας της Ενάγουσας στο τελικό στάδιο, το ποσό που θα οφείλεται θα είναι αυξημένο κατά πολύ εν σχέσει με σήμερα. Υπενθυμίζεται ότι με βάση την έκθεση απαίτησης, η Ενάγουσα αξιώνει ποσό €20.880 για την περίοδο από 1/4/2022-30/4/2025, πλέον €580 μηνιαίως από 1/5/2025 μέχρι την παράδοση κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, και μέχρι σήμερα δεν έχει πληρωθεί κανένα ποσό.

Σε κάθε περίπτωση, επισημαίνεται ότι σε περίπτωση έκδοσης του αιτούμενου διατάγματος και αποτυχίας της απαίτησης της Ενάγουσας στο τελικό στάδιο, τα ποσά που θα έχουν καταβληθεί από τους Εναγόμενους μέχρι τότε, θα δύνανται να επιστραφούν άμεσα στους τελευταίους εφόσον με βάση το διάταγμα που ζητείται θα κατατίθενται σε δεσμευμένο λογαριασμό. 

 

Υπό το φως των ανωτέρω, θεωρώ ότι ο κίνδυνος να μην ικανοποιηθεί η απόφαση που τυχόν εκδοθεί υπέρ της Ενάγουσας, εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα, είναι περισσότερο από ορατός.  

 

Σε κάθε περίπτωση όμως, εν προκειμένω θα πρέπει στα πιο πάνω να συνυπολογιστούν και τα ακόλουθα: (α) Η Ενάγουσα αγόρασε το ακίνητο το 2022 έναντι ποσού €106.600 και μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να το εκμεταλλευτεί, επειδή το κατέχουν οι Εναγόμενοι. (β) Η επέμβαση των Εναγόμενων στο ακίνητο συνεχίζεται και σε αυτό το στάδιο, ενόψει των ανωτέρω και με βάση όσα η Ενάγουσα έθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου, προκύπτει εκ πρώτης συνεχιζόμενη παράνομη επέμβαση στο ακίνητο και παραβίαση των δικαιωμάτων της Ενάγουσας. (γ) Τέτοια επέμβαση, ενδέχεται να εγείρει και ζητήματα ποινικής φύσης (βλ. άρθρο 281 του Κεφ.154). (δ) Δεν προκύπτει πρόθεση των Εναγόμενων να παραδώσουν την κατοχή του ακινήτου αλλά ούτε να πληρώνουν οποιοδήποτε ποσό.

 

Ως εκ των ανωτέρω, και ανεξαρτήτως της δυνατότητας αποτίμησης της ζημιάς σε χρήμα, η συνεχιζόμενη επέμβαση στο ακίνητο και η στέρηση της κατοχής και χρήσης του από την Ενάγουσα συνιστούν κατάσταση η οποία δεν αποκαθίσταται πλήρως με την εκ των υστέρων επιδίκαση αποζημιώσεων.

 

Ενόψει των ανωτέρω, κρίνω ότι η Ενάγουσα πέτυχε να στοιχειοθετήσει την τρίτη προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60.

 

          Συνεπώς, με βάση όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω προκύπτει ότι πληρούνται οι τρείς προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν. 14/60.  Το θέμα όμως δεν τελειώνει εδώ. Όπως αναφέρθηκε και ανωτέρω, το Δικαστήριο αφού ικανοποιηθεί για την συνύπαρξη των τριών προϋποθέσεων, εξετάζει ακολούθως κατά πόσο θα ήταν δίκαιο και πρόσφορο να εκδοθεί το διάταγμα ή να διατηρηθεί σε ισχύ το ήδη εκδοθέν μονομερώς προσωρινό διάταγμα, με βάση το ισοζύγιο της ευχέρειας.  Όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Bacardi & Co Ltd v. Vinco Ltd (1996) 1(B) A.A.Δ. 788, το ισοζύγιο της ευχέρειας υποδηλώνει το ενδιαφέρον του Δικαστηρίου να ισοζυγίσει τον κίνδυνο αδικίας, η οποία θα προκύψει αν φανεί ότι η απόφαση του που δόθηκε στο ενδιάμεσο στάδιο ήταν εσφαλμένη.  Το ισοζύγιο της ευχέρειας (balance of convenience) ουσιαστικά αφορά στο ισοζύγιο του κινδύνου να δημιουργηθεί αδικία.  Ένας από τους παράγοντες που επηρεάζουν το ισοζύγιο της ευχέρειας είναι η διατήρηση του status quo. 

 

Λαμβάνοντας υπόψη τα πιο πάνω και έχοντας προβληματιστεί, καταλήγω ότι το ισοζύγιο κλίνει υπέρ της Ενάγουσας, λαμβανομένων ιδίως υπόψη των διαπιστώσεων σε σχέση με την τρίτη προϋπόθεση. Υπό τις περιστάσεις και ενόψει των όσων αναφέρθηκαν ανωτέρω, κατά την κρίση μου δεν μπορεί η πλευρά των Εναγόμενων να ζητά να διατηρηθεί η παρούσα κατάσταση πραγμάτων ως έχει και μάλιστα κατά τρόπο ώστε να γείρει το ισοζύγιο υπέρ της. Ούτε βεβαίως μπορεί να συμβεί αυτό με την προβολή μιας γενικής θέσης για ζημιά και ταλαιπωρία του Εναγόμενου 1.

 

Εξετάζοντας τους λόγους ένστασης, σημειώνεται κατ’ αρχάς ότι το μεγαλύτερο μέρος αυτών έχει ήδη απαντηθεί μέσα από την ανάλυση που προηγήθηκε.

 

Ως προς τους λοιπούς λόγους, αναφέρονται τα εξής.

 

(α) Όσον αφορά την αγωγή 621/2025 που ηγέρθη από τον Εναγόμενο 2 εναντίον του παραλήπτη/διαχειριστή της Ερωτοκρίτου Μότορς, κατ’ αρχάς δεν καθίσταται σαφές ποιες είναι οι αξιώσεις σε αυτήν, εφόσον δεν τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ολοκληρωμένο το έντυπο απαίτησης (βλ. Τεκμήριο 1 στην ένσταση). Έπειτα, δεν επεξηγείται κατά ποιο τρόπο η εν λόγω αγωγή θα μπορούσε να επιλύσει «εξώδικα» την παρούσα αγωγή, ενώ περαιτέρω υπενθυμίζεται ότι ο Εναγόμενος 2 υπέβαλε απαίτηση στο πλαίσιο της παρούσας εναντίον του πιο πάνω προσώπου σε σχέση με τις απαιτήσεις του για την παράβαση των όρων του πωλητηρίου στο πλαίσιο της παρούσας και εκδόθηκε απόφαση υπέρ του.

 

(β)  Οι Εναγόμενοι προβάλλουν επίσης ότι τα αιτούμενα διατάγματα είναι ίδια με τις θεραπείες που ζητούνται με την αγωγή. Είναι γεγονός πως εάν υπάρχει ταυτοσημία της θεραπείας που ζητείται με την αγωγή και αυτής που ζητείται με την αίτηση για παρεμπίπτον διάταγμα, τα Δικαστήρια αποφεύγουν οποιαδήποτε απόφαση που φαίνεται ότι διευθετεί τελεσίδικα το επίδικο θέμα της αγωγής υπέρ του ενός ή του άλλου διαδίκου. Ιδιαίτερα τα Δικαστήρια αποφεύγουν να εκδώσουν προσωρινό διάταγμα υπέρ του ενάγοντα, όταν αυτό θα ισοδυναμεί με απόφαση στην αγωγή, χωρίς να έχει δοθεί η ευκαιρία στον εναγόμενο να αμφισβητήσει μέσα από τη δίκη την ουσία της αγωγής. Επισημαίνεται βεβαίως ότι δεν απαγορεύεται σε κατάλληλες περιπτώσεις και λαμβάνοντας υπόψη τα γεγονότα της υπόθεσης, το Δικαστήριο να εκδόσει διάταγμα στην αίτηση, παρέχοντας θεραπεία παρά την ύπαρξη ταυτοσημίας με τη θεραπεία της αγωγής.[8]

 

Στην προκειμένη περίπτωση, όμως, δεν προκύπτει ότι η Ενάγουσα επιζητά, μέσω της αίτησης, θεραπεία η οποία, αν παραχωρηθεί, θα ισοδυναμεί με τελική επίλυση της διαφοράς. Αντίθετα, το αιτούμενο διάταγμα αποσκοπεί στη ρύθμιση της κατάστασης μέχρι την εκδίκαση της αγωγής. Επομένως, κατά την κρίση μου, με την έκδοση του διατάγματος που ζητείται δεν αποδίδεται τελική θεραπεία στην αγωγή και δεν τερματίζεται η διαφορά κατά τρόπο που να θεωρείται ότι οι Εναγόμενοι έχουν αποστερηθεί το δικαίωμα τους να προβάλουν την υπεράσπιση τους στην αγωγή.

 

(γ) Ως προκύπτει από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, η Ενάγουσα με την παρούσα αγωγή προωθεί τα δικαιώματα της και σε αυτό το στάδιο δεν έχει καταδειχθεί, ούτε κατ’ ελάχιστο, ότι η παρούσα αγωγή προωθείται καταχρηστικά ή/και ότι πρόκειται για κακόπιστη ή καταπιεστική διαδικασία. Αντίθετα, από το υλικό που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου, δεν προκύπτει παράθεση ψευδών ή παραπλανητικών στοιχείων εκ μέρους της Ενάγουσας, ενώ η υπόθεση παρουσιάζεται με επαρκή λεπτομέρεια μέσω των ενόρκων δηλώσεων και των σχετικών εγγράφων.

Συνοψίζοντας, λοιπόν, όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, το Δικαστήριο βρίσκει ότι όλοι οι λόγοι ένστασης κρίνονται αβάσιμοι και απορρίπτονται.

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, εκδίδεται διάταγμα ως το αιτητικό Α της αίτησης, το οποίο κρίνεται ως το πλέον πρόσφορο και αναλογικό υπό τις περιστάσεις, καθότι διασφαλίζει επαρκώς τα δικαιώματα της Ενάγουσας χωρίς να προδικάζει την ουσία της διαφοράς.

 

Περαιτέρω, λαμβανομένου υπόψη ότι τα σχετικά ποσά θα καταβάλλονται σε δεσμευμένο λογαριασμό της Ενάγουσας στην Τράπεζα Κύπρου και, σε περίπτωση αποτυχίας της απαίτησης στο τελικό στάδιο, θα επιστραφούν στους Εναγόμενους, η φράση «ή στο λογαριασμό του Πρωτοκολλητή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας ή σε λογαριασμό του Γενικού Λογιστηρίου της Δημοκρατίας, ή σε οποιοδήποτε άλλο λογαριασμό ήθελε διατάξει το Δικαστήριο» διαγράφεται.

 

Επίσης, λαμβανομένου υπόψη ότι, δυνάμει των όρων του παρόντος διατάγματος, έχει ήδη συσσωρευθεί ποσό σε σχέση με την ενοικιαστική αξία του ακινήτου, και ότι η άμεση καταβολή του συνόλου αυτού ενδέχεται να καταστήσει δυσχερή τη συμμόρφωση των Εναγομένων με αυτό, το Δικαστήριο κρίνει σκόπιμο, για σκοπούς διασφάλισης της πρακτικής εφαρμογής του, όπως το εν λόγω ποσό καταβληθεί σταδιακά, με την καταβολή επιπλέον ποσού €100 σε κάθε μηνιαία πληρωμή, αρχής γενομένης από 1/6/2026.

 

Η έκδοση του διατάγματος που ζητείται διαζευκτικά με το αιτητικό Β, δεν κρίνεται αναγκαία. Ομοίως, δεν κρίνεται αναγκαία η έκδοση οποιουδήποτε διατάγματος στο πλαίσιο του γενικού αιτητικού Γ. Συνεπώς, τα αιτητικά Β και Γ απορρίπτονται.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Ενάγουσας/Αιτήτριας και σε βάρος των Εναγόμενων 1 και 2/Καθ’ ων η αίτηση.

 

Ως προς το ύψος των εξόδων, η πλευρά της Ενάγουσας έχει καταχωρήσει προτεινόμενο κατάλογο εξόδων, ενώ η πλευρά των Εναγόμενων όχι.

 

Λαμβάνοντας υπόψη το περιεχόμενο του εν λόγω καταλόγου, καθώς και το γεγονός ότι περιλαμβάνονται ποσά τα οποία αφορούν την αγωγή και όχι την παρούσα αίτηση, σε συνδυασμό με τη φύση και την πορεία της αίτησης, το ποσό των εξόδων καθορίζεται στο ποσό των €3.000.-, συμπεριλαμβανομένου ΦΠΑ και πραγματικών εξόδων.

 

 

                                                                  (Υπ.) ………………………………….

                                                                                   Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής



[1] « 32 (1). Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα,  εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

[2] Ως προς τη δυνατότητα  του Δικαστηρίου να αντλήσει πληροφόρηση από τον φάκελο της υπόθεσης βλ. Κύπρος Γεωργίου v. Οργανισμού Χρηματοδοτήσεως Τραπέζης Κύπρου Λτδ (Αρ. 2) (1999) 1 ΑΑΔ 1938.

[3] Β. Παπακόκκινου ν. Σμυρλή (2001) 1 Α.Α.Δ. 1653.

[4] Βλ. μεταξύ άλλων, 1. Αντρίκκος Νίκου Χρίστου και άλλη v. Γιώργου Γεωργίου (1999) 1 ΑΑΔ 940 και τη νομολογία που αναφέρεται εκεί, 1. Άννα Δημητρίου και άλλες v. Νίκου Θεωρή Ξανδρή (2012) 1 ΑΑΔ 2184 και 1. Harry Leonard Flower και άλλη v. 1. Φωτεινής Χ’’Ιωάννου και άλλων (2008) 1 ΑΑΔ 770.

[5] Βλ. πρακτικό ημερ. 4/12/2025.

[6] Βλ. το σύγγραμμα των κ.κ. Ερωτοκρίτου και Αρτέμη «Διατάγματα», σελ.131 επ. και Parico Aluminium Designs ltd v. 1. MuskitaAluminium Co Limited και άλλη (2002) 1 ΑΑΔ 2015.

[7] Η χρήση του όρου δεν φαίνεται να είναι ακριβής. Εκ των συμφραζόμενων προκύπτει ότι ο Εναγόμενος 2 εννοεί ότι ο Εναγόμενος 1 κατέχει το ακίνητο για κάλυψη των στεγαστικών του αναγκών και όχι για σκοπούς εξασφάλισης εισοδήματος. 

[8] Βλ. το σύγγραμμα Διατάγματα ανωτέρω, σελ.152-154.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο