Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αρ. Αγωγής:1257/25
Μεταξύ:
1. QFSA Holdings Limited
2. Le Tirage Société en Commandite Spéciale
Εναγουσών
-και-
1. Halina Piotrowska
2. Igor Marcin Sikorski
Εναγομένων
Ημερομηνία: 14 Μαΐου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντες / Αιτητές: κ. Αλέξανδρος Δημητριάδης για Κώστας Π. Δημητριάδης ΔΕΠΕ
Για Εναγόμενη 1 / Καθ’ ης η Αίτηση 1: κ. Θεόδωρος Οικονόμου για Theodoros Economou LLC
Για Εναγόμενο 2 / Καθ’ ου η Αίτηση 2: κ. Φοίβος Ζωμενής για HARRIS KYRIAKIDES (Μιχάλης Κυριακίδης ΔΕΠΕ)
Ενδιάμεση Απόφαση στην Αίτηση για προσωρινά διατάγματα ημερομηνίας 10/9/2025
Με αυτή την αίτηση οι Ενάγουσες - Αιτήτριες εξασφάλισαν μετά από αίτηση τους μονομερώς τα Διατάγματα σύμφωνα με τα ακόλουθα αιτητικά της αίτησης:
Α. Διάταγμα του Δικαστηρίου που να διατάσσει τους Εναγόμενους 1 & 2 να αποσύρουν ή να μεριμνήσουν για την απόσυρση των αιτήσεων, κοινοποιήσεων και εντύπων που υποβλήθηκαν στις 22/5/2025 και οποιωνδήποτε τυχόν άλλων αιτήσεων, κοινοποιήσεων και εντύπων έχουν υποβάλει, είτε απευθείας είτε μέσω των αντιπροσώπων αυτών, στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με (i) μεταβίβαση μετοχών στο κεφάλαιο της Ενάγουσας 1, (ii) αλλαγή αξιωματούχων της Ενάγουσας 1 και (iii) αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείο της Ενάγουσας 1, μέχρι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Β. Διάταγμα που να απαγορεύει τους Εναγόμενους 1 & 2, είτε απευθείας είτε μέσω αντιπροσώπων αυτών, από το να υποβάλουν, επιστρέψουν και προωθήσουν στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας οποιαδήποτε αίτηση ή κοινοποίηση ή οποιοδήποτε άλλο έγγραφο για επικαιροποίηση του μητρώου του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με (i) μεταβίβαση μετοχών στο κεφάλαιο της Ενάγουσας 1, (ii) αλλαγή αξιωματούχων της Ενάγουσας 1 και (iii) αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείο της Ενάγουσας 1, εκτός εάν αυτά συνοδεύονται από βεβαίωση της Χριστιάνας Γεωργίου ως γραμματέα της Ενάγουσας 1 ότι οι αλλαγές έγιναν σύμφωνα με το μητρώο της Ενάγουσας 1 που τηρείται στο εγγεγραμμένο γραφείο της, μέχρι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας να αποδεκτεί ή εγκρίνει οποιαδήποτε κοινοποίηση ή προχωρήσει στην εγγραφή οποιασδήποτε αλλαγής ή προβεί στην επικαιροποίηση του μητρώου Τμήματος Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας αναφορικά με (i) μεταβίβαση μετοχών στο κεφάλαιο της Ενάγουσας 1, (ii) αλλαγή αξιωματούχων της Ενάγουσας 1 και (iii) αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείο της Ενάγουσας 1, εκτός εάν αυτά συνοδεύονται από βεβαίωση της Χριστιάνας Γεωργίου ως γραμματέα της Ενάγουσας 1 ότι οι αλλαγές έγιναν σύμφωνα με το μητρώο της Ενάγουσας 1 που τηρείται στο εγγεγραμμένο γραφείο της, μέχρι τελικής απόφασης του Δικαστηρίου στην υπό τον άνω αριθμό και τίτλο απαίτηση ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.
Η αίτηση βασίζεται στο άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60, στο άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου, Κεφ. 6, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023 Μέρος 23, Μέρος 25 και Μέρος 32, στον περί Εταιρειών Νόμο άρθρα 27, 73, 102, 113Α και 178, στο κοινοδίκαιο, στις αρχές της επιείκειας και στη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου.
Την αίτηση στηρίζει ένορκη δήλωση της Χριστιάνας Γεωργίου, μοναδικής διευθύντριας και γραμματέα της Ενάγουσας 1, η οποία δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τις Ενάγουσες να προβεί στην ένορκη δήλωση εκ μέρους τους καθότι, λόγω της επείγουσας φύσης της υπόθεσης δεν ήταν εφικτό να ταξιδέψει έγκαιρα στην Κύπρο κάποιος αξιωματούχος της LT για να ορκιστεί.
Η Ενάγουσα 1 (η «Εταιρεία») είναι κυπριακή εταιρεία με εγγεγραμμένο γραφείο και έδρα εργασιών στη Λευκωσία. Συστάθηκε στις 28/4/2021 και το μετοχικό κεφάλαιο της είναι €5000, διαιρεμένο σε 5000 συνήθεις μετοχές ονομαστικής αξίας €1 (οι «μετοχές»). Κατά την σύσταση της Εταιρείας η ομνύουσα ήταν η εγγεγραμμένη μέτοχος της Εταιρείας. Στις 20/12/2021 μεταβίβασε τις μετοχές προς την Ενάγουσα 2, η οποία τις κατέχει έκτοτε. Η ομνύουσα εργάζεται στην εταιρεία Premierplus Ltd, η οποία παρέχει διοικητικές υπηρεσίες στην Ενάγουσα 2, ήτοι υπηρεσίες διευθυντή (nominee director) και γραμματέα (nominee secretary). Η Εταιρεία συστάθηκε από το γραφείο τους και αρχικά ήταν ανενεργή (shelf company). Περί τον Δεκέμβριο του 2021, επικοινώνησε με το γραφείο τους ο κ. Marek Wronka, ο οποίος εκπροσωπούσε τα συμφέροντα της οικογένειας Ovsepyan τα μέλη της οποίας είναι οι ετερόρρυθμοι συνέταιροι της Ενάγουσας 2, ο οποίος έψαχνε για μια κυπριακή εταιρεία, να ενεργεί ως holding company στην δομή των εταιρειών της οικογένειας. Η Εταιρεία μεταβιβάστηκε από την ίδια στην Ενάγουσα 2 («LT»), στις 20/12/2021. Η LT, είναι ειδικός ετερόρρυθμος συνεταιρισμός (Société en Commandite Spéciale) εγγεγραμμένος στο Λουξεμβούργο, η μοναδική εγγεγραμμένη μέτοχος της Εταιρείας και η πραγματική δικαιούχος των μετοχών. Έχει σήμερα ως ομόρρυθμο συνέταιρο (general partner) τον κ. Aik Arakelian και ως ετερόρρυθμους συνεταίρους (limited partners) τα ακόλουθα πρόσωπα με τα εξής ποσοστά συμμετοχής: Levon Hovsepyan 24%, Nunu Hovsepyan 24%, Oskar Owsepian 17%, Wiktoria Owsepian 17%, Arsen Ovsepyan 17%, ενώ δεν έχει διορισμένο κάποιο πρόσωπο ως «διαχειριστή» (gérant).
Περαιτέρω, η LT εγγράφηκε ως συνεταιρισμός στην αρμόδια αρχή του Λουξεμβούργου στις 12/4/2017, με ομόρρυθμη συνέταιρο την Εναγόμενη 1 και ετερόρρυθμη συνέταιρο την N.D.I. Limited, στις 30/3/2022, ο Aik Arakelian αντικατάστησε την Εναγόμενη 1 ως ομόρρυθμος σύνεταιρος της LT, η Εναγόμενη 1 μεταβίβασε στις 24/4/2024 ολόκληρο το ιδιοκτησιακό συμφέρον της στον κ. Arsen Ovsepyan, ο οποίος κατέστη τότε ο μόνος ετερόρρυθμος συνέταιρος της LT και στις 26/4/2025, ο κ. Arsen Ovsepyan μεταβίβασε μερίδια από το ιδιοκτησιακό συμφέρον του στην LT στους υπόλοιπους ετερόρρυθμους συνεταίρους οι οποίοι είναι μέλη της ίδιας οικογένειας. Αναφέρει επίσης η ενόρκως δηλούσα ότι από την ημέρα που οι μετοχές μεταβιβάστηκαν στην LT οδηγίες αναφορικά με την διαχείριση της Εταιρείας λάμβανε από τον κ. Marek Wronka, σύμβουλο της οικογένειας Ovsepyan.
Η Εναγόμενη 1 είναι πρόσωπο πολωνικής καταγωγής και διατηρούσε δεσμό με τον Arsen Ovsepyan. Η σχέση της με τον τελευταίο διακόπηκε, με την Εναγόμενη 1 να προσπαθεί με εκδικητικό τρόπο να υπεξαιρέσει ή αποξενώσει περιουσιακά στοιχεία που ανήκουν έμμεσα στην οικογένεια του. Η Εναγόμενη 1 κατείχε από την εγγραφή της LT μέχρι τις 12/3/2025 τη θέση του «διαχειριστή» (gérant) και παύθηκε από αυτήν όταν έγιναν αντιληπτές οι αδικοπραξίες που διέπραξε ή προσπαθεί να διαπράξει εις βάρος της της LT, και γενικά της οικογένειας Ovsepyan. Ο Εναγόμενος 2 είναι πρόσωπο επίσης Πολωνικής καταγωγής παντελώς άγνωστο στην ομνύουσα.
Ως αναφέρει, οι Εναγόμενοι ενεργούν σε συνωμοσία ή συνεννόηση μεταξύ τους με σκοπό να υπεξαιρέσουν τα περιουσιακά στοιχεία που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στην LT. Η παρούσα διαδικασία αφορά τη δόλια προσπάθεια υπεξαίρεσης των μετοχών της Εταιρείας, με την κατ’ ισχυρισμό μεταβίβαση τους στον Εναγόμενο 2. Η Εταιρεία είναι μια holding company με μοναδική δραστηριότητα την κατοχή επενδύσεων. Κατέχει ολόκληρο το μετοχικό κεφάλαιο της Qtankterminal sp. z o.o. (η «Πολωνική Θυγατρική»), συσταθείσας στην Πολωνία. Η Πολωνική Θυγατρική είναι ιδιοκτήτρια πέντε τεμαχίων στην Πολωνία, τα οποία αγόρασε για περίπου €2.000.000.Τα υλικά περιουσιακά στοιχεία της έχουν ως δηλωμένη αξία στα βιβλία της εταιρείας κατά την 31/12/2024 το ποσό των 8.121.012,67 PLN (περίπου €1.909.534,31). Η αξία αυτή κατά συντριπτική πλειοψηφία αφορά τα ακίνητα της Πολωνικής Θυγατρικής τα οποία έχουν σημαντική προοπτική ανάπτυξης. Η Πολωνική Θυγατρική έχει προχωρήσει σε διαδικασίες στην Πολωνία για να της δοθούν άδειες για να προχωρήσει σε οικιστική ανάπτυξη εντός αυτών, γεγονός που θα αυξήσει σημαντικά την αξία των ακινήτων. Η διαδικασία αδειοδότησης βρίσκεται σε εξέλιξη.
Στις 22/5/2025 η ομνύουσα αντιλήφθηκε ότι κάποιο τρίτο πρόσωπο υπέβαλε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών και Διανοητικής Ιδιοκτησίας (το «Τμήμα Εφόρου Εταιρειών») τα έντυπα ΗΕ2 (αλλαγή εγγεγραμμένου γραφείου), ΗΕ4 (αλλαγή αξιωματούχων) και ΗΕ57 (μεταβίβαση μετοχών) αναφορικά με την Εταιρεία. Μέχρι σήμερα δεν έχουν κοινοποιηθεί είτε στην ίδια είτε στην LT αντίγραφα των εν λόγω εντύπων όμως, στην πορεία διαπιστώθηκε ότι επιχειρείται να κοινοποιηθεί στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών η μεταβίβαση όλων των μετοχών σε κάποιο τρίτο πρόσωπο, η παύση της από διευθυντής και γραμματέας της Εταιρείας και ο διορισμός άλλου προσώπου ή άλλων προσώπων σε αντικατάσταση της, και η αλλαγή του εγγεγραμμένου γραφείου της Εταιρείας. Μόλις η ομνύουσα αντιλήφθηκε την υποβολή των προαναφερόμενων εντύπων, ενημέρωσε τα πρόσωπα από τα οποία λάμβανε οδηγίες από την LT. Έπειτα, στις 23/5/2025, η LT έστειλε μέσω δικηγόρου επιστολή στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών, ενημερώνοντας ότι η ίδια ουδέποτε μεταβίβασε τις μετοχές ή έλαβε ως μέτοχος της Εταιρείας οποιαδήποτε απόφαση για τις πιο πάνω αλλαγές, κάλεσε δε το Τμήμα να μην αποδεχτεί ή εγκρίνει τις αλλαγές και να της αποστείλει αντίγραφα των εντύπων για να ελεγχθούν. Δεν έλαβαν απάντηση.
Περί τα μέσα Ιουνίου 2025, επικοινώνησε μαζί τους λειτουργός του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών ενημερώνοντας τους ότι υποβλήθηκαν ορισμένες αλλαγές σε σχέση με την Εταιρεία ρωτώντας γιατί δεν είχε υπογράψει η ομνύουσα την απαιτούμενη βεβαίωση. Με επιστολή της ημερ. 19/6/2025, η ομνύουσα ενημέρωσε ότι σύμφωνα με τα μητρώα της Εταιρείας δεν υπήρχε οποιαδήποτε αλλαγή προς κοινοποίηση. Το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών δεν αποδέχτηκε τις αλλαγές που είχαν υποβληθεί και επέστρεψε τα σχετικά έντυπα στον υποβολέα περί τα τέλη Ιουνίου ή αρχές Ιουλίου.
Σημειώνει επίσης ότι στις 7/5/2025, κάποιος δικηγόρος απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο γραφείο λέγοντας, μεταξύ άλλων, ότι ο «πελάτης» (“the client”) προτίθεται να προχωρήσει στην παύση της από διευθυντή και γραμματέα της Εταιρείας, ζητώντας της να του παραδώσει διάφορα έγγραφα σχετικά με την Εταιρεία, στο οποίο δεν απάντησε. Αργότερα την ίδια μέρα, ο κ. Aik Arakelian απέστειλε μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος προς το γραφείο της επιστολή ενημερώνοντας τους ότι καμία απόφαση δεν είχε ληφθεί από την LT για αλλαγή στους αξιωματούχους της Εταιρείας. Τους κοινοποίησε επίσης απόσπασμα ημερ. 7/5/2025 από το εμπορικό μητρώο της αρμόδιας αρχής του Λουξεμβούργου στο οποίο φαινόταν ότι η LT δεν είχε διορισμένο «διαχειριστή» (gérant) αλλά μόνο ως ομόρρυθμο συνέταιρο (associé commandité) τον κ. Aik Arakelian. Στις 14/5/2025 η Εναγόμενη 1 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στο γραφείο της ομνύουσας στο οποίο παρουσίασε τον εαυτό της ως πραγματικό δικαιούχο της LT ενώ ανέφερε ότι έχουν προβεί σε αλλαγή εγγεγραμμένου γραφείου, αλλαγή στον μέτοχο της Εταιρείας και στην παύση της από διευθυντή και γραμματέα της Εταιρείας. Ζήτησε να υπογράψει η ομνύουσα βεβαίωση ως γραμματέας για τις πιο πάνω αλλαγές τονίζοντας ότι ήταν πάρα πολύ σημαντικό να μην επικοινωνήσει οποιοσδήποτε από το γραφείο τους με τους κ.κ. Marek Wronka, Arakelian Aik και Arsen Ovsepyan αναφορικά με την Εταιρεία και πως το μόνο αρμόδιο πρόσωπο ήταν η ίδια η Εναγόμενη 1. Στο εν λόγω ηλεκτρονικό μήνυμα υπήρχε επισυνημμένο αντίγραφο μιας συμφωνίας πώλησης μετοχών με τίτλο «Share Purchase Agreement» και ημερ. 6/3/2025, η οποία παρουσιάζεται ως να συνάφθηκε μεταξύ της LT ως πωλήτριας και του Εναγόμενου 2 ως αγοραστή, σύμφωνα με την οποία η LT, ενεργώντας μέσω της Εναγόμενης 1, φέρεται να πώλησε στον Εναγόμενο 2 όλες τις μετοχές που κατέχει στην Εταιρεία για το συνολικό ποσό των €5.000, ποσό το οποίο αντιπροσωπεύει την ονομαστική αξία των μετοχών. Επισυνάπτει ως Τεκμήριο ΧΓ, αντίγραφο του προαναφερόμενου εγγράφου (η «Συμφωνία Πώλησης Μετοχών»). Πέραν της εν λόγω συμφωνίας υπήρχαν επίσης και άλλα επισυνημμένα έγγραφα (Τεκμήριο ΧΓ 20). Η Εναγόμενη 1 απέστειλε δεύτερο μήνυμα στις 14/5/2025, και ένα ακόμη στις 15/5/2025, στα οποία επισύναψε εκ νέου τα αποσπάσματα, με πιστοποίηση apostille και με μεταφράσεις αυτών στα αγγλικά.
Εξ αρχής, η επικοινωνία αυτή φάνηκε πολύ ύποπτη στην ομνύουσα και η όλη συναλλαγή μη γνήσια, για διάφορους λόγους που παραθέτει, μεταξύ άλλων ότι η κατ’ ισχυρισμό πώληση των μετοχών ήταν αμφίβολη ως προς την γνησιότητα της αφού θα ανέμενε κανείς ότι το τίμημα πώλησης των μετοχών έπρεπε είναι πολύ ψηλότερο από €5.000, δεδομένης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής Θυγατρικής, ότι παρά την κατ’ ισχυρισμό μεταβίβαση των μετοχών, δεν παρουσιάστηκε στην ίδια έγγραφο μεταβίβασης μετοχών, ότι από μια ανάγνωση της, η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών φαίνεται ότι είναι πολύ πρόχειρο έγγραφο το οποίο κατά πάσα πιθανότητα δεν ετοιμάστηκε από δικηγόρο, και το οποίο υστερεί κατά πολύ του επιπέδου σύνταξης και ποιότητας που θα αναμένετο για την αγορά μιας εταιρείας που κατέχει περιουσιακά στοιχεία που αξίζουν μερικά εκατομμύρια. Επίσης παρά την σχετική αναφορά στην Συμφωνία Πώλησης Μετοχών, πιστεύει ότι δεν διενεργήθηκε οποιαδήποτε διεργασία δέουσας επιμέλειας (due diligence) από πλευράς του Εναγόμενου 2 ως αγοραστή των μετοχών. Λόγω των ανωτέρω, δεν ακολούθησε τις οδηγίες της Εναγόμενης 1.
Μετά τις 15/5/2025 δεν υπήρξε άλλη επικοινωνία με το γραφείο τους σε σχέση με το πιο πάνω θέμα και εικάζει ότι οι Εναγόμενοι έδωσαν οδηγίες σε τρίτα πρόσωπα να προχωρήσουν με την υποβολή αλλαγών στις 22/5/2025. Τηρώντας ουδέτερη στάση δεν ενημέρωσαν σε πρώτο χρόνο οποιοδήποτε πρόσωπο της LT για το γεγονός ότι είχαν λάβει την εν λόγω επικοινωνία από την Εναγόμενη 1.
Ως επίσης αναφέρει η ομνύουσα, κατά τον χρόνο που η Εναγόμενη 1 τους απέστειλε το ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 14/5/2025, είχε ήδη παυθεί από διαχειρίστρια της LT. Αυτό προφανώς το γνώριζε η Εναγόμενη 1 εξ’ ου για να υποστηρίξει τη θέση της ότι έχει την εξουσία να δεσμεύει την Εταιρεία, παρουσίασε σε αυτούς απόσπασμα από το δημόσιο μητρώο του Λουξεμβούργου όπου φαίνονται οι αξιωματούχοι της LT με ημερ. 6/3/2025, δηλαδή δύο μήνες προηγουμένως, όχι όμως κατά την ημερομηνία αποστολής του ηλεκτρονικού μηνύματος. Αντιθέτως, το απόσπασμα που τους έστειλε με ημερ. 13/5/2025, αφορά το μητρώο πραγματικών δικαιούχων της LT το οποίο είναι ξεχωριστό από το μητρώο αξιωματούχων. Το μητρώο πραγματικών δικαιούχων της LT δεν είχε ακόμη ανανεωθεί ενόψει της παύσης της Εναγόμενης 1, κάτι που η ίδια εκμεταλλεύτηκε για να παρουσιάσει τον εαυτό της ως «πραγματικό δικαιούχο» της LT, παρόλο που αυτή δεν ήταν.
Περαιτέρω, η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών αναφέρει στον όρο 10 ότι η συναλλαγή (δηλαδή η πώληση των μετοχών στον Εναγόμενο 2) θεωρείται ολοκληρωθείσα με την υπογραφή της Συμφωνίας. Άρα, ακόμα και αν υποθέσει κάποιος ότι οι μετοχές γνήσια πωλήθηκαν στον Εναγόμενο 2, η ημερομηνία μεταβίβασης αυτών ήταν η 6/3/2025, δηλαδή δύο και πλέον μήνες προτού επικοινωνήσει μαζί τους η Εναγόμενη 1 για να τους ενημερώσει για τις δήθεν αλλαγές. Είναι η θέση της ότι η Συμφωνία Πώλησης είναι ένα προχρονολογημένο έγγραφο που οι Εναγόμενοι συνέταξαν δόλια και ετερεχρονισμένα για να παρουσιάσουν ότι οι μετοχές δήθεν πωλήθηκαν από την LT ενόσω την αντιπροσώπευε η Εναγόμενη 1.
Στον βαθμό που η Εναγόμενη 1 βασίστηκε στην συμφωνία συνεταιρισμού ημερ. 12/4/2017 αναφέρει ότι αυτή αντικαταστάθηκε από την συμφωνία συνεταιρισμού ημερ. 24/4/2024 όταν ο Arsen Ovsepyan κατέστη ετερόρρυθμος συνέταιρος της LT. Ο όρος 6.4 της τελευταίας συμφωνίας προνοεί ρητά ότι οποιαδήποτε απόφαση του διαχειριστή (manager / gérant) για την διάθεση οποιωνδήποτε περιουσιακών στοιχείων απαιτεί την προηγούμενη γραπτή συγκατάθεση του ομόρρυθμου συνέταιρου. Ουδέποτε δόθηκε γραπτή συγκατάθεση στην Εναγόμενη 1 να προβεί στη πώληση ή διάθεση των μετοχών εκ μέρους της LT.
Η Εναγόμενη 1 ως διαχειρίστρια της LT είχε καθήκοντα εμπιστοσύνης (fiduciary duties) έναντι της LΤ. Η ενέργεια της να παρακινήσει την πώληση των μετοχών στην εξευτελιστική τιμή των €5.000, με αναφορά απλώς και μόνο στην ονομαστική τους αξία, αγνοώντας πλήρως ότι κάτω από την Εταιρεία υπάρχει μια θυγατρική με περιουσιακά στοιχεία αξίας περί των δύο εκατομμυρίων, προφανώς έγινε κατά παράβαση των καθηκόντων της. Ως τυγχάνει πληροφόρησης από την LT, απώτερος σκοπός των Εναγόμενων είναι να αποκτήσουν τον έλεγχο και να υπεξαιρέσουν ή εκμεταλλευτούν για δικό τους όφελος το ακίνητο της Πολωνικής Θυγατρικής. Επί τούτου επισυνάπτει ως επιστολή ημερ. 3/9/2025 από τους πολωνούς δικηγόρους της LT που παραθέτει ποινικές καταγγελίες που έγιναν εκ μέρους της LT και άλλων θυγατρικών της εναντίον των Εναγόμενων στην Πολωνία.
Εν συντομία, στις 22/5/2025 η Εναγόμενη 1 καταγγέλθηκε ότι, ενεργώντας από μόνη της είτε από κοινού με άλλα άγνωστα πρόσωπα, προσπάθησε να παρουσιάσει τον εαυτό της ως πρόσωπο με εξουσία να δεσμεύει την Εταιρεία και ότι η Εταιρεία, ως μέτοχος της Πολωνικής Θυγατρικής, παρουσιάστηκε από την Εναγόμενη 1 ως εάν να έλαβε απόφαση ή ψήφισμα για αλλαγή στο διοικητικό σώμα της Πολωνικής Θυγατρικής. Η κατ’ ισχυρισμό αλλαγή κοινοποιήθηκε στην αρμόδια αρχή της Πολωνίας με σκοπό την επικαιροποίηση του μητρώου της Πολωνικής Θυγατρικής. Το αίτημα για αλλαγές στα εταιρικά στοιχεία της Πολωνικής Θυγατρικής που επιχείρησαν οι Εναγόμενοι δεν έγινε αποδεκτό από την Πολωνική αρχή. Αυτό υποστηρίζεται και από το Τεκμήριο ΧΓ, το οποίο δείχνει ότι μέτοχος της Πολωνικής Θυγατρικής εξακολουθεί να είναι η Εταιρεία, και διευθυντής της ο κ. Remigiusz Weinar ο οποίος είναι το πρόσωπο που είναι διορισμένος καθ’ υπόδειξη της LT. Προηγουμένως, στις 29/4/2025 η Εναγόμενη 1 και ο Εναγόμενος 2 καταγγέλθηκαν, μαζί με άλλα πρόσωπα, για άλλες ενέργειες τους.
Ενόψει των ανωτέρω είναι η θέση της ότι ο λόγος για τον οποίο οι Εναγόμενοι προωθούν τις προσβαλλόμενες αλλαγές στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών είναι για να αποκτήσουν πιστοποιητικά της Εταιρείας που να δείχνουν αφενός τον Εναγόμενο 2 ως ιδιοκτήτη της Εταιρείας και αφετέρου πρόσωπα της επιλογής του ή τον ίδιο ως διευθυντή και γραμματέα της Εταιρείας, με σκοπό να παρουσιαστούν σε τρίτους. Χρησιμοποιώντας τα πιστοποιητικά αυτά θα επιχειρήσουν κατά πάσα πιθανότητα να υλοποιήσουν τις εταιρικές αλλαγές που ήδη προσπάθησαν αλλά απέτυχαν στην Πολωνική Θυγατρική για να αποκτήσουν τον έλεγχο της και να εκμεταλλευτούν τα περιουσιακά στοιχεία της.
Μετά την επιστολή των δικηγόρων της LT ημερ. 23/5/2025 και την επιστολή ημερ. 19/6/2025 της ομνύουσας το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών επέστρεψε ως μη αποδεχτές τις αλλαγές που είχαν υποβληθεί στις 22/5/2025. Ενόψει τούτου, για κάποιο διάστημα θεώρησαν το θέμα ως λήξαν. Στις 14/7/2025, το γραφείο τους έλαβε για πρώτη φορά επικοινωνία από τον Εναγόμενο 2 ο οποίος μέσω ηλεκτρονικού μηνύματος του (με κοινοποίηση στην Έφορο Εταιρειών και άλλους λειτουργούς του Τμήματος), τους προώθησε επιστολή της δικηγόρου Χρυσηίδας Κλεάνθους ημερ. 9/7/2025 προς την Έφορο Εταιρειών και, μέσω αυτής, δήλωσε ότι επέστρεφε στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών «όλα τα έγγραφα που καταχωρήθηκαν στις 22/5/2025», αναφέροντας επίσης ότι «το ζήτημα ένστασης στην εξέταση των εγγράφων από τον προηγούμενο πάροχο υπηρεσιών, δεν έχει ακόμα διαλευκανθεί». Περαιτέρω, η κα Κλεάνθους ζήτησε να διευθετηθεί συνάντηση των εμπλεκόμενων μερών προς συζήτηση του θέματος.
Τότε ήταν που αντιλήφθηκε ότι το έντυπο ΗΕ57 που υποβλήθηκε στις 22/5/2025 αφορούσε σε μεταβίβαση των μετοχών με αποδέχτη τον Εναγόμενο 2, χωρίς όμως να γνωρίζει ποια ημερομηνία δηλώθηκε ως ημερομηνία μεταβίβασης αφού δεν τους κοινοποιήθηκε ποτέ το έντυπο ΗΕ57. Διευκρινίζει ότι δεν γνωρίζει ούτε το περιεχόμενο των εντύπων ΗΕ2 και ΗΕ4, καθότι ούτε εκείνα τους κοινοποιήθηκαν, όπως ούτε τι έγγραφα προσκομίστηκαν από τον Εναγόμενο 2 προς το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών σε σχέση με τις αλλαγές που προωθεί.
Υπό το φως των πιο πάνω θεώρησε ότι ήταν πολύ δύσκολο να εγκριθούν οι αλλαγές που προωθούσε ο Εναγόμενος 2, ανέμενε δε ότι θα επικοινωνούσε το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών μαζί τους για να τους ζητήσει την θέση τους. Στις 22/7/2025 η ομνύουσα απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα προς το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα είχε αναφέρει στην επιστολή της ημερ. 19/6/2025. Στις 1/9/2025, επικοινώνησε τηλεφωνικώς με το γραφείο της η Υπεύθυνη Εξέτασης Εγγράφων του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών η οποία ανέφερε ότι έπρεπε να λάβει απόφαση για τις αλλαγές που υποβλήθηκαν στις 22/5/2025. Ενημέρωσε σχετικά για πρώτη φορά την LT. Ακολούθησε νέα επιστολή των δικηγόρων της LT προς την Έφορο Εταιρειών ημερ. 4/9/2025 με την η οποία η LT επέμενε στη θέση της ότι ουδέποτε μεταβίβασε τις μετοχές ή έλαβε οποιαδήποτε απόφαση για αλλαγές στην Εταιρεία. Παρά την πιο πάνω επιστολή, στις 5/9/2025 ενημερώθηκαν τηλεφωνικώς ότι, αν μέχρι το τέλος της της εργάσιμης βδομάδας που τελειώνει την Παρασκευή 12/9/2025, δεν προσκομίσουν κάποιο απαγορευτικό διάταγμα, το Τμήμα θα προχωρήσει με αποδοχή των αλλαγών που εκκρεμούν ενώπιον του. Η ενόρκως δηλούσα ενημέρωσε άμεσα την LT για την εν λόγω εξέλιξη και οι συνεταίροι της LT αποφάσισαν να προχωρήσουν με τη λήψη δικαστικών μέτρων. Στις 8/9/2025 έδωσαν ανάλογες οδηγίες στην ομνύουσα και στους δικηγόρους της LT, οι οποίοι με ηλεκτρονικό μήνυμα ημερ. 8/9/2025 ενημέρωσαν την Έφορο Εταιρειών για την πρόθεση της LT να προχωρήσει δικαστικά.
Υπάρχει κατά την άποψη τους σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση και οι Ενάγοντες έχουν, υπό τις περιστάσεις, ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης. Με την Απαίτηση, η LT επιζητεί ουσιαστικά την αναγνώριση ότι η ίδια είναι μοναδική νόμιμη και πραγματική δικαιούχος των μετοχών, και προσπαθεί να εμποδίσει τον Εναγόμενο 2 από το να παρουσιάζεται εκείνος ως τέτοιος. Περαιτέρω, οι Ενάγουσες προσπαθούν να εμποδίσουν την υλοποίηση οποιωνδήποτε ενεργειών και την εγγραφή αλλαγών στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών οι οποίες δεν λήφθηκαν νομότυπα και να εμποδίσουν πρόσωπα να παρουσιάζονται ως αξιωματούχοι της Εταιρείας που στην πραγματικότητα δεν είναι.
Τα πιο πάνω γεγονότα είναι η θέση τους ότι καταδεικνύουν ότι οι Εναγόμενοι ενεργούν σε συνεννόηση μεταξύ τους και συνωμοτούν εναντίον των Εναγόντων, με σκοπό να υπεξαιρέσουν τις μετοχές και να αποκτήσουν τον έλεγχο της Εταιρείας, προκαλώντας ζημιά στις Ενάγουσες οι οποίες πλέον κινδυνεύουν πολύ σοβαρά να απωλέσουν περιουσιακά τους στοιχεία. Η συνταχθείσα Συμφωνία Πώλησης Μετοχών δεν είναι γνήσιο έγγραφο και ως εκ τούτου με την Απαίτηση οι Ενάγοντες επιζητούν την αναγνώριση ότι δεν δεσμεύει την Εταιρεία. Είναι η θέση τους ότι η πραγματική και νόμιμη ιδιοκτησία των μετοχών ουδέποτε μεταβιβάστηκε νομότυπα από την LT στον Εναγόμενο 2 και ότι οποιαδήποτε απόφαση και να λήφθηκε από τον Εναγόμενο 2 ως δήθεν μέτοχος της Εταιρείας ή οποιοδήποτε πρόσωπο διορισμένο από αυτόν, είναι παράνομη και άκυρη. Είναι περαιτέρω θέση τους ότι ο Εναγόμενος 2 δεν συνιστά καλόπιστο τρίτο αγοραστή λόγω της έκδηλα χαμηλής τιμής στην οποία πωλήθηκαν οι μετοχές σε αυτόν.
Πέραν των πιο πάνω, είναι η θέση τους ότι υπάρχει συζητήσιμη υπόθεση και ορατή πιθανότητα επιτυχίας της Απαίτησης ενόψει της μη τήρησης των διαδικασιών και διατυπώσεων που απαιτούνται από τον περί Εταιρειών Νόμο για την υλοποίηση των αλλαγών που επιχειρούν οι Εναγόμενοι.
Περαιτέρω εισηγούνται ότι θα είναι αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο χωρίς την έκδοση του αιτούμενου διατάγματος. Σε περίπτωση που δεν εκδοθούν τα αιτούμενα διατάγματα και ο Έφορος Εταιρειών προχωρήσει με τις αλλαγές, θα εκδοθούν νέα εταιρικά πιστοποιητικά από το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών που θα δείχνουν αφενός τον Εναγόμενο 2 ως μοναδικό μέτοχο της Εταιρείας και πρόσωπα της επιλογής του ως αξιωματούχους αυτής και είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτά θα παρουσιαστούν από τους Εναγόμενους είτε στις πολωνικές αρχές είτε σε κάποιον τρίτο πιθανό αντισυμβαλλόμενο, με σκοπό να μεταφέρουν την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της Πολωνικής Θυγατρικής από την Εταιρεία σε κάποιο άλλο πρόσωπο, και έπειτα θα επιχειρήσουν να πωλήσουν τα περιουσιακά της στοιχεία σε τρίτους. Μια τέτοια εξέλιξη προφανώς θα ήταν καταστροφική για την Εταιρεία η οποία θα απωλέσει την Πολωνική Θυγατρική ή και τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της τελευταίας, τα οποία θα έχουν πλέον υπεξαιρεθεί και μεταβιβαστεί σε τρίτους. Καταστροφική θα είναι η ζημιά για την LT η οποία θα χάσει αρχικά την Εταιρεία, και έπειτα όλα όσα βρίσκονται κάτω από την Εταιρεία. Θα είναι πραγματικά αδύνατον σε μια τέτοια περίπτωση να επανακτηθεί η ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής Θυγατρικής αφού αν αυτά πωληθούν σε κάποιο καλόπιστο αγοραστή, πολύ πιθανόν να μην μπορεί καν να ακυρωθεί η εν λόγω συναλλαγή. Ακόμα και αν τυχόν εγγραφή των αλλαγών που προωθούν οι Εναγόμενοι ακυρωθεί στο μέλλον από το Δικαστήριο με την απόδοση της τελικής θεραπείας, η Εταιρεία θα είναι ουσιαστικά μια κενή εταιρεία λόγω της απώλειας της Πολωνικής Θυγατρικής και των περιουσιακών στοιχείων της. Συνεπώς, η τελική θεραπεία που διεκδικούν οι Ενάγουσες θα είναι δώρο άδωρο.
Υπό τις περιστάσεις η επιδίκαση αποζημιώσεων δεν θα ήταν ικανοποιητική θεραπεία για τις Ενάγουσες. Από την άλλη, αν τα αιτούμενα διατάγματα εκδοθούν, οι Εναγόμενοι θα υποστούν μηδαμινή έως καθόλου ζημιά. Η Εναγόμενη 1 δεν θα υποστεί η ίδια προσωπικά οποιαδήποτε ζημιά, εφόσον οι αλλαγές των οποίων ζητείται η παρεμπόδιση δεν την αφορούν. Όσον αφορά τον Εναγόμενο 2, ακόμα και αν διαφανεί στο τέλος ότι η Συμφωνία Πώλησης Μετοχών ήταν γνήσια και τα αιτούμενα διατάγματα ακυρωθούν, θα μπορεί στο μέλλον να ελέγχει και να εκμεταλλεύεται ανεμπόδιστα την Εταιρεία. Το δε τίμημα πώλησης που έχει φαινομενικά πληρώσει ο Εναγόμενος 2 είναι πάρα πολύ χαμηλό για να τίθεται πραγματικό ζήτημα στέρησης κάποιου ουσιαστικού δικαιώματος του, σε αντίθεση με την ζημιά εκατομμυρίων που θα υποστούν οι Ενάγουσες σε περίπτωση που οι Εναγόμενοι καταφέρουν υπεξαιρέσουν τα περιουσιακά στοιχεία που άμεσα ή έμμεσα ανήκουν στην Εταιρεία και τελικά φανεί ότι η Εταιρεία άνηκε πάντοτε στην LT. Προσθέτει ότι ένας πολύ σημαντικός παράγοντας που γέρνει την πλάστιγγα προς όφελος των Εναγουσών είναι ότι σκοπός των αιτούμενων διαταγμάτων είναι η διατήρηση του status quo όσον αφορά την εικόνα του δημόσιου μητρώου της Εταιρείας που διατηρεί το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών.
Δεδομένης της θέσης του Τμήματος Εφόρου Εταιρειών ότι θα προχωρήσει με τις αλλαγές αν δεν του παρουσιαστεί απαγορευτικό διάταγμα εντός της τρέχουσας εβδομάδας, είναι η θέση της ότι η υπόθεση είναι εξαιρετικά επείγουσα και τα χρονικά πλαίσια είναι τέτοια που δεν παρέχεται χρόνος στην άλλη πλευρά να ακουστεί. Σημειώνει ότι, οι Ενάγοντες δεν επέδειξαν οποιαδήποτε καθυστέρηση στην αναζήτηση θεραπείας από το Δικαστήριο. Η LT, μόλις έλαβε γνώση ότι καταχωρήθηκαν αλλαγές στο Τμήμα Εφόρου Εταιρειών αναφορικά με την Εταιρεία, ενήργησε άμεσα αποστέλλοντας σχετική επιστολή προς το Τμήμα. Κατά τον χρόνο εκείνο, δεν υπήρχε ανάγκη για αναζήτηση θεραπείας από το Δικαστήριο. Τα πράγματα προχώρησαν κατά μη αναστρέψιμο τρόπο όταν το Τμήμα Εφόρου Εταιρειών επικοινώνησε τηλεφωνικώς στις 5/9/2025 την πρόθεση του για αποδοχή των αλλαγών, με αποτέλεσμα να μην υπάρχει πλέον άλλο περιθώριο για τις Ενάγουσες παρά να προχωρήσουν και να ζητήσουν την προστασία του Δικαστηρίου. Οι Ενάγουσες κινήθηκαν με κάθε λογική σπουδή και μόλις λίγες εργάσιμες ημέρες αργότερα αποτάθηκαν στο Δικαστήριο. Οι μέρες που διαμεσολάβησαν, ήταν απαραίτητες με σκοπό να συλλεχθεί η μαρτυρία και να συνταχθούν τα έγγραφα της διαδικασίας.
Τόσο η Καθ’ ης η αίτηση 1 όσο και ο Καθ’ ου η αίτηση 2 καταχώρησαν ένσταση στην αίτηση. Οι πλείστοι λόγοι ένστασης είναι κοινοί και συγκλίνουν στα ακόλουθα:
· Οι Ενάγοντες/Αιτητές («Ενάγοντες») δεν έχουν ικανοποιήσει το Δικαστήριο ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν. 14/60 για την έκδοση των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων.
· Οι Ενάγοντες έχουν παραβεί το καθήκον τους για πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων και ή έχουν σκόπιμα αποκρύψει ουσιώδη γεγονότα με αποτέλεσμα να παρουσιάσουν στο Δικαστήριο μια εντελώς παραπλανητική εικόνα αναφορικά με ουσιώδεις πτυχές της υπόθεσης.
· Το ισοζύγιο της ευχέρειας κλίνει σαφώς υπέρ της απόρριψης της Aίτησης και της ακύρωσης των Ενδιάμεσων Διαταγμάτων.
· Οι Ενάγοντες δεν έχουν προσκομίσει μαρτυρία και ή ικανοποιητική μαρτυρία ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο εάν δεν εκδοθούν τα Ενδιάμεσα Διατάγματα και/ή να καταδείξει ότι η μη έκδοση των Αιτούμενων Διαταγμάτων θα προκαλέσει σε αυτούς ανεπανόρθωτη ζημιά. Η όποια ζημιά ήθελαν υποστεί οι Ενάγοντες αποτιμάται εις χρήμαν και δεν προβλήθηκε κανένας ισχυρισμός περί αφερεγγυότητας της Εναγόμενης 1.
· Δεν υφίσταται το στοιχείο του κατεπείγοντος και ή εξαιρετικές περιστάσεις που να δικαιολογούσαν τη χορήγηση θεραπείας σε μονομερή βάση.
· Οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία αναφορικά με το δίκαιο του Λουξεμβούργου το οποίο διέπει την παρούσα διαφορά.
· Οι Ενάγοντες δεν έχουν καταχωρίσει μέχρι σήμερα Έκθεση Απαίτησης με αποτέλεσμα να είναι σαφές ότι είναι αυτοσκοπός για τους Ενάγοντες η διεκδίκηση ενδιάμεσης θεραπείας
Η Καθ’ ης η αίτηση 1 προέβαλε πρόσθετα ως λόγους ένστασης ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί εφόσον οι Ενάγοντες δεν προσκόμισαν οποιαδήποτε μαρτυρία ότι η Εναγόμενη 1 καταχώρισε οποιαδήποτε έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών και ή ότι είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Έφορο Εταιρειών και ως εκ τούτου δεν υπάρχει οποιαδήποτε διασύνδεση και ή αναγκαιότητα έκδοσης των ενδιάμεσων διαταγμάτων και ότι τα ενδιάμεσα διατάγματα είναι προληπτικής φύσεως και δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε ισχυρή μαρτυρία ότι υφίσταται άμεσος και υπαρκτός κίνδυνος και ή πολύ μεγάλη πιθανότητα και ή βεβαιότητα πρόκλησης οποιασδήποτε ζημιάς από την Εναγόμενη 1 και ή από μελλοντικές ενέργειες της Εναγόμενης 1. Ο Καθ’ ου η αίτηση 2 προέβαλε πρόσθετα τον παράγοντα της καθυστέρησης.
H ένσταση της Καθ’ ης η αίτηση 1 βασίζεται σε ένορκη δήλωση της ίδιας στην οποία αναφέρει συνοπτικά τα ακόλουθα: Ο Ενάγων 2, Le Tirage Société en Commandite Spéciale («LT»), είναι ένας περιορισμένης ευθύνης συνεταιρισμός (Société en Commandite Spéciale) που συστάθηκε στο Λουξεμβούργο στις 12/04/2017. Πρόκειται για δομή συνεταιρισμού χωρίς νομική προσωπικότητα, η οποία συστήνεται σύμφωνα με το Νόμο του Λουξεμβούργου. Κατά τον χρόνο σύστασης της LT, συνέταιροι της ήταν η ίδια (γενικός συνέταιρος), με ποσοστό συμμετοχής 1% στα εταιρικά συμφέροντα, και μια εταιρεία με την επωνυμία NDI Limited (περιορισμένος συνέταιρος), με ποσοστό συμμετοχής 99% στον συνεταιρισμό. Στην πραγματικότητα, κατά τη σύσταση της ήταν η μοναδική πραγματικός δικαιούχος της. Η NDI Limited ενεργούσε ως εντολοδόχος/πάροχος υπηρεσιών για λογαριασμό της για να ικανοποιηθεί η νομική απαίτηση ύπαρξης δύο συνεταίρων. Επιλέγοντας το Λουξεμβούργο ως δικαιοδοσία και τη société en commandite spéciale (SCSp) ως νομική μορφή, ενήργησε σύμφωνα με τη συμβουλή του κ. Marek Wronka, διευθυντή της NDI Limited, ο οποίος εκείνη την εποχή την συμβούλευε σε θέματα εταιρικής και φορολογικής διάρθρωσης. Με τη σύσταση της LT, διορίστηκe επίσης ως gérant (διαχειριστής) της LT. Σημειώνει ότι, όπως την ενημερώνουν οι δικηγόροι της στο Λουξεμβούργο, σύμφωνα με το δίκαιο του Λουξεμβούργου, ο διαχειριστής έχει πλήρη εξουσία να εκπροσωπεί και να διαχειρίζεται τον συνεταιρισμό.
Τον Δεκέμβριο του 2017, η δομή του συνεταιρισμού άλλαξε. Συγκεκριμένα, η NDI Limited μεταβίβασε το 98% του μεριδίου του συνεταιρισμού στην ομνύουσα και το υπόλοιπο 1% στον Levon Hovsepyan. Ο τελευταίος, πατέρας του πρώην συντρόφου της, Arsen Ovsepyan, δεν είχε κανένα επιχειρησιακό ρόλο ή συμμετοχή στη λήψη αποφάσεων στην LT. Διευκρινίζει ότι η σχέση της με τον Arsen Ovsepyan έχει τερματιστεί. Αναφέρει ότι ένας καθοριστικός λόγος ήταν η ποινική καταδίκη του στην Πολωνία σε 4,5 χρόνια φυλάκιση για συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση. Η διαδικασία έφεσης της εν λόγω απόφασης εκκρεμεί ακόμη.
Η ιδιοκτησιακή δομή της LT παρέμεινε αμετάβλητη από το 2018 έως τις αρχές του 2022. Τον Δεκέμβριο του 2021, η LT έγινε πράγματι πελάτης της PremierPlus Ltd, μιας εταιρείας παροχής εταιρικών υπηρεσιών. Στη συνέχεια, η LT απέκτησε το 100% των μετοχών στην Ενάγουσα 1, QFSA Holdings Ltd («QFSA»), η οποία με τη σειρά της έγινε ιδιοκτήτρια περιουσιακών στοιχείων στην Πολωνία. Συγκεκριμένα, η QFSA απέκτησε μετοχές στην Qtankterminal sp. z o.o. (πολωνική εταιρεία) («QTANK») το 2022. Στις 18.02.2022, η QFSA απέκτησε 3900 μετοχές στην QTANK και στις 05.04.2022, η QFSA απέκτησε τις υπόλοιπες 100 μετοχές.
Η Χριστιάνα Γεωργίου, υπάλληλος της PremierPlus Ltd, διορίστηκε διευθύντρια και γραμματέας της QFSA κατά την ημερομηνία σύστασης της, όταν η εταιρεία ιδρύθηκε ως εταιρεία κέλυφος. Ο Marek Wronka ήταν ο πάροχος υπηρεσιών που λάμβανε οδηγίες από την ομνύουσα. Είχε διοριστεί εξουσιοδοτημένος αντιπρόσωπος για να ενεργεί εκ μέρους της και παρέμεινε μέχρι τις 11/03/2025, οπότε του έστειλε ένα email με το οποίο ανακαλούσε όλα τα πληρεξούσια που του είχε προηγουμένως παραχωρήσει σε σχέση με την LT, συμπεριλαμβανομένης οποιασδήποτε εξουσίας να πραγματοποιεί αλλαγές στο μητρώο μετόχων της QFSA (Τεκμήριο HP1 και Τεκμήριο HP1A). Κατά τη διάρκεια της περιόδου 2018-2022, συνέχισε να ενεργεί ως Γενικός Συνέταιρος και διαχειρίστρια της LT, ως το πρόσωπο που διαχειρίζεται αποτελεσματικά την LT και τα υποκείμενα περιουσιακά της στοιχεία, συμπεριλαμβανομένης της 100% συμμετοχής της στην QSFA.
Στις 30/03/2022, ο Aik Arakelian διορίστηκε ως ο νέος γενικός συνέταιρος της LT, αντικαθιστώντας την. Ωστόσο, παρέμεινε διαχειρίστρια και βασικός τελικός πραγματικός δικαιούχος των περιουσιακών στοιχείων της LT. Την ίδια ημερομηνία, ο Levon Hovsepyan της μεταβίβασε το 1% της συμμετοχής του στην LT. Ως εκ τούτου, από τις 30/03/2022, ο Aik Arakelian ήταν ο γενικός συνέταιρος της LT, κατέχοντας το 1% του μεριδίου του συνεταιρισμού, ενώ η ίδια ο περιορισμένος συνέταιρος, κατέχοντας το 99% του μεριδίου του συνεταιρισμού. Στις 14/03/2024, μεταβίβασε το σύνολο του μεριδίου της στην LT στον Εναγόμενο 2, Igor Marcin Sikorski («IMS») με σχετική συμφωνία αγοράς μετοχών (SPA) με ημερομηνία 14/03/2024, Τεκμήριο HP2. Ως εκ τούτου, στις 14/03/2024, η δομή του συνεταιρισμού τροποποιήθηκε ως εξής: Ο Aik Arakelian ήταν ιδιοκτήτης του 1% του συμφέροντος στο συνεταιρισμό (γενικός συνέταιρος) και ο IMS ήταν ιδιοκτήτης του υπόλοιπου 99% (περιορισμένος συνέταιρος). Σκοπός της πιο πάνω συναλλαγής ήταν η αναδιάρθρωση της εσωτερικής ιδιοκτησίας της LT και η ανάληψη της θέσης του περιορισμένου συνεταίρου από τον IMS ενόψει της σταδιακής εκκαθάρισης της LT, διασφαλίζοντας παράλληλα ότι θα μπορούσε να συνεχίσει να εποπτεύει τις τρέχουσες οικονομικές και υποθέσεις συμμόρφωσης (compliance) του ομίλου. Στις αρχές του 2024 κατέληξε στο συμπέρασμα ότι η LT θα έπρεπε να εκκαθαριστεί σταδιακά για δύο βασικούς λόγους που εξηγεί.
Ο IMS έγινε ο επίσημος κάτοχος του 99% του μεριδίου του συμφέροντος του συνεταιρισμού και η ίδια διατήρησε τα οικονομικά και διαχειριστικά δικαιώματα που συνδέονται με το εν λόγω μερίδιο, ιδίως το δικαίωμα σε μερίσματα και το δικαίωμα συμμετοχής στις αποφάσεις. Η προαναφερθείσα μεταβίβαση του μεριδίου του συνεταιρισμού καταχωρήθηκε δεόντως στο εσωτερικό μητρώο μετόχων της LT αμέσως μετά την υπογραφή της συμφωνίας.
Αρνείται ότι οι δηλώσεις στην παράγραφο 15 της Ένορκης Δήλωσης Γεωργίου είναι ορθές. Από τον Μάρτιο του 2024, ο περιορισμένος συνέταιρος της LT, που κατέχει το 99% του μεριδίου του συνεταιρισμού, είναι ο IMS. Παρουσιάζει ως Τεκμήριο HP3 ένα απόσπασμα από το Εμπορικό και Εταιρικό Μητρώο του Λουξεμβούργου (RCS), με ημερομηνία 12/03/2025, που το αποδεικνύει. Η οικογένεια Ovsepyan δεν κατέχει μερίδια στην LT. Αρνείται ότι στις 24/04/2024, ή σε άλλη ημερομηνία, μεταβίβασε τα μερίδια της στην LT στον Arsen Ovsepyan. Συνεπώς, ο τελευταίος δεν θα μπορούσε ποτέ να μεταβιβάσει μερίδια στην LT σε οποιοδήποτε μέλος της οικογένειας του. Οποιεσδήποτε αλλαγές στη δομή του συνεταιρισμού πραγματοποιήθηκαν στο πλαίσιο της συνήθους και νόμιμης διαχείρισης των υποθέσεων της εταιρείας, συμπεριλαμβανομένης της απλοποίησης μιας ξεπερασμένης και δαπανηρής εταιρικής δομής. Το μόνο πρόσωπο που έλαβε διανομές, δηλαδή προκαταβολές μερισμάτων, από την LT ήταν η ίδια, συμπεριλαμβανομένης της περιόδου μετά τις 24/04/2024, ημερομηνία από την οποία οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι η οικογένεια Ovsepyan έγινε ιδιοκτήτρια της LT. Επιπλέον, δεν απομακρύνθηκε ποτέ από τη θέση της ως διαχειριστής της LT. Σύμφωνα με τον όρο 6.1 της Συμφωνίας Συνεταιρισμού ημερ. 12/04/2017 (Τεκμήριο ΧΓ 6 στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου), η απομάκρυνση ενός διαχειριστή απαιτεί ομόφωνη απόφαση όλων των συνεταίρων. Στις 12/03/2025, οι μόνοι συνέταιροι της LT ήταν ο Aik Arakelian και ο IMS. Ο IMS δεν έχει λάβει ποτέ καμία απόφαση σχετικά με την απομάκρυνση της από τη θέση του διαχειριστή και δεν ελήφθη οποιαδήποτε απόφαση σχετικά με την απομάκρυνση της.
Ως αναφέρει, η συμφωνία αγοράς μετοχών με ημερομηνία 6/3/2025 («SPA ημερομηνίας 6/3/2025») και όλα τα παρεπόμενα ζητήματα σχετικά με την εγκυρότητα και την εκτελεστότητα της ή κατά πόσον θα μπορούσε να αποτελεί μέρος οποιασδήποτε υποτιθέμενης συνωμοσίας μεταξύ των εναγομένων, είναι θέματα που διέπονται από το δίκαιο του Λουξεμβούργου.
Στα τέλη του 2024, ξεκίνησε μια ολοκληρωμένη αναθεώρηση της εταιρικής δομής υπό τη διαχείριση της, συμπεριλαμβανομένων των LT, QFSA και Morrigan Investments Ltd (Μάλτα), η τελευταία εκ των οποίων είναι θυγατρική της LT με σκοπό την αξιολόγηση της οικονομικής αποδοτικότητας, της συμμόρφωσης και της μακροπρόθεσμης επιχειρηματικής αιτιολόγησης της διατήρησης καθεμιάς από αυτές τις οντότητες. Με την πάροδο των ετών, τόσο το διοικητικό κόστος όσο και το βάρος συμμόρφωσης που συνδέονταν με αυτές τις οντότητες είχαν αυξηθεί σημαντικά. Κατά την αναθεώρηση των δημόσια διαθέσιμων μητρώων εταιρειών μαζί με τα εσωτερικά αρχεία που είχε στην κατοχή της , ανακάλυψε σοβαρές παραλείψεις από τον πάροχο υπηρεσιών της, Marek Wronka, όπως η μη κατάθεση οικονομικών καταστάσεων για την QFSA και άλλες θυγατρικές επί σειρά ετών, παρά το γεγονός ότι του παρείχε όλα τα στοιχεία και τον πλήρωνε τακτικά. Αυτές οι ανησυχίες κορυφώθηκαν τελικά με το email της ημερ. 11/03/2025, με το οποίο ανακάλεσε όλα τα πληρεξούσια που του είχε προηγουμένως παραχωρήσει σε σχέση με την LT, Τεκμήριο HP1.
Συζήτησε την κατάσταση με τον IMS και κατέληξαν ότι η διατήρηση της υπάρχουσας δομής δεν εξυπηρετούσε πλέον κανένα οικονομικό ή επιχειρηματικό σκοπό. Ως εκ τούτου, συμφώνησαν να προχωρήσουν σε μια ορθολογική απλοποίηση και τελική εκκαθάριση της LT, αλλά μόνο αφού διασφαλιστεί ότι όλες οι εκκρεμείς υποχρεώσεις θα διευθετηθούν. Αποφασίστηκε ότι η LT θα πρέπει πρώτα να μεταβιβάσει τις συμμετοχές της στις θυγατρικές της απευθείας στον IMS. Η διαδικασία ξεκίνησε με την πώληση του 100% των μετοχών της QFSA βάσει της συμφωνίας αγοράς μετοχών η οποία υπογράφηκε στις 6/3/2025 στην Πολωνία και τόσο ο IMS όσο και η ίδια ήταν παρόντες κατά την υπογραφή. Η SPA ορίζει ρητά ότι διέπεται από το δίκαιο του Λουξεμβούργου. Αν και η SPA αφορά την πώληση του 100% των μετοχών στην QFSA, μιας εταιρείας που έχει συσταθεί στην Κύπρο και ανήκει εξ ολοκλήρου στην LT, η ίδια η συναλλαγή έτυχε διαπραγμάτευσης, εκτελέστηκε και πραγματοποιήθηκε εξ ολοκλήρου εκτός Κύπρου. Οι Αιτητές, στην προσπάθεια τους να αμφισβητήσουν την αυθεντικότητα της SPA, υποστηρίζουν ότι η τιμή αγοράς των €5.000 είναι παράλογη, με το σκεπτικό ότι αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των μετοχών. Για να υποστηρίξει αυτόν τον ισχυρισμό, η ένορκη δήλωση Γεωργίου ισχυρίζεται ότι η πραγματική αξία των μετοχών είναι σημαντικά υψηλότερη, επειδή η πολωνική θυγατρική της QFSA φέρεται να κατέχει περιουσιακά στοιχεία σημαντικής αξίας. Ωστόσο, όπως εξηγείται λεπτομερώς στη συνέχεια η θέση αυτή είναι εντελώς παραπλανητική.
Ως αναφέρει επίσης, στην ένορκη δήλωση Γεωργίου παρουσιάζεται η εικόνα ότι οι ενάγοντες δεν γνώριζαν για την SPA μέχρι τις 14/5/2025, όταν έστειλε ένα email που επισυνάπτεται ως Τεκμήριο ΧΓ 18 στην ένορκη δήλωση Γεωργίου. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική. Η γνώση του Aik Arakelian υφίσταται από τις 28/4/2025, όταν του απηύθυνε απευθείας email, αμφισβητώντας ρητά τη νομιμότητα της υποτιθέμενης απομάκρυνσης της και την εξουσία του να εκπροσωπεί την LT (Τεκμήριο HP7). Κατά την ημερομηνία αυτή και μετά, ο Aik Arakelian ενημερώθηκε για τη θέση των εναγομένων σχετικά με την ακυρότητα του κατ’ ισχυρισμόν τερματισμού και την έλλειψη εξουσίας του να εκπροσωπεί την LT. Στην ένορκη δήλωση Γεωργίου δεν γίνεται καμία αναφορά στο εν λόγω email.
Είναι η θέση της ότι όταν οι Ενάγοντες καταχώρισαν την Αίτηση στο Δικαστήριο αξιώνοντας ενδιάμεση θεραπεία με σκοπό την προστασία των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής θυγατρικής της QFSA, παρέλειψαν να αποκαλύψουν ένα θέμα κεντρικής σημασίας, ότι η QFSA είχε ήδη αποξενώσει τις μετοχές της στην QTANK. Στις 13/8/2025, η QFSA υπέγραψε πληρεξούσιο προς όφελος της κας Kwasnik, πολωνής δικηγόρου. Βάσει του εν λόγω πληρεξουσίου, η τελευταία εξουσιοδοτήθηκε να πραγματοποιήσει την πώληση όλων των μετοχών που κατείχε η QFSA στην Πολωνική θυγατρική σε οποιοδήποτε τρίτο πρόσωπο, και να κατευθύνει τα έσοδα από την πώληση αυτή όχι στην QFSA, αλλά σε οποιοδήποτε πρόσωπο της επιλογής της. Το Τεκμήριο HP4, αντίγραφο του εν λόγω πληρεξούσιου, φέρει την υπογραφή της κας Χριστιάνας Γεωργίου εκ μέρους της QFSA. Το γεγονός αυτό επιβεβαιώνει ότι η κα Γεωργίου είχε πλήρη γνώση του πληρεξούσιου όταν ορκίστηκε την ένορκη δήλωση της, αλλά επέλεξε να μην αποκαλύψει την ύπαρξη του στο Δικαστήριο. Ενεργώντας βάσει αυτής της εξουσιοδότησης, η κα Kwasnik προχώρησε, στις 8/9/2025, στην ολοκλήρωση της πώλησης των μετοχών που κατείχε η QFSA στην Πολωνική θυγατρική σε μια πολωνική οντότητα με την επωνυμία Equity Capital η οποία συνδέεται με την οικογένεια Owsepian.
Συνεπώς, τη στιγμή που οι Ενάγοντες καταχωρούσαν την αίτηση για την έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων στις 10/9/2025, υποστηρίζοντας ότι το Δικαστήριο έπρεπε να παρέμβει επειγόντως για να προστατεύσει τα περιουσιακά στοιχεία της Πολωνικής θυγατρικής, η QFSA είχε ήδη, και χωρίς να το αποκαλύψει στο Δικαστήριο πωλήσει όλες τις μετοχές της στην Πολωνική θυγατρική και διευθέτησε όπως τα έσοδα από την πώληση μεταφερθούν εκτός της QFSA. Αντίθετα, το Δικαστήριο αφέθηκε να πιστεύει ότι, εάν επιτρεπόταν στον Εναγόμενο 2 να ασκήσει έλεγχο επί της QFSA και ή εάν ο Έφορος Εταιρειών προχωρούσε στην έκδοση των νέων πιστοποιητικών, τα πολύτιμα περιουσιακά στοιχεία της Πολωνικής θυγατρικής θα κινδύνευαν. Στην πραγματικότητα, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, η QFSA δεν ήταν πλέον ιδιοκτήτρια της Πολωνικής θυγατρικής. Το υπόβαθρο βάσει του οποίου ζητήθηκε η έκδοση του διατάγματος ήταν επομένως εντελώς ψευδές και οποιοδήποτε ζήτημα αναφορικά με τις μετοχές της QFSA είχε καταστεί άσχετο με την υποτιθέμενη «προστασία» των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής θυγατρικής.
Η Ένορκη δήλωση στην αίτηση επιδιώκει να δημιουργήσει την εντύπωση ότι οι μετοχές της QFSA έχουν σημαντική αξία επειδή η Πολωνική θυγατρική κατέχει ακίνητα. Η παράγραφος 29 της Ένορκης Δήλωσης στην αίτηση αναφέρεται επιλεκτικά στα περιουσιακά στοιχεία της θυγατρικής και στην αξία τους. Η ένορκη δήλωση Γεωργίου παραλείπει σημαντικές χρηματοοικονομικές πληροφορίες που αλλάζουν ριζικά την εικόνα. Οι Αιτητές παρέλειψαν να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο ότι, σύμφωνα με τους μη ελεγμένους λογαριασμούς που επισυνάφθηκαν ως Τεκμήριο ΧΓ 13 στην ένορκη δήλωση Γεωργίου, η Πολωνική θυγατρική έχει πολύ σημαντικές υποχρεώσεις και ότι το συνολικό καθαρό κεφάλαιο της (net equity) είναι στην πραγματικότητα αρνητικό. Όπως φαίνεται από τους λογαριασμούς αυτούς, για το οικονομικό έτος 2023 οι υποχρεώσεις της Πολωνικής θυγατρικής ανέρχονταν σε 12.618.957,50 PLN. Το 2024, οι υποχρεώσεις της αυξήθηκαν περαιτέρω σε 13.337.035,89 PLN. Αυτά τα επίπεδα χρεών έχουν ως αποτέλεσμα η θυγατρική να μην έχει καθόλου θετική καθαρή αξία ενεργητικού.
Επιπλέον οι Αιτητές κατά το μονομερές στάδιο δεν προσκόμισαν καμία ανεξάρτητη εκτίμηση της αξίας των μετοχών στην QFSA, καμία εκτίμηση εμπειρογνώμονα ή αντικειμενικά οικονομικά στοιχεία που να τεκμηριώνουν τον ισχυρισμό ότι η QFSA έχει ουσιαστική αξία. Η προσπάθεια των Αιτητών να εξισώσουν την κατ’ ισχυρισμό αξία των μετοχών της QFSA με την αξία των περιουσιακών στοιχείων που κατέχει η Πολωνική θυγατρική της είναι εσφαλμένη. Η ακαθάριστη αξία των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων δεν μεταφράζεται άμεσα στην αξία των μετοχών της μητρικής εταιρείας, ιδίως όταν η θυγατρική βαρύνεται με σημαντικές υποχρεώσεις. Η επιλεκτική αναφορά στην αξία των περιουσιακών στοιχείων της θυγατρικής της αποτελεί ανεπαρκή και παραπλανητική βάση για την εκτίμηση της αξίας των μετοχών της QFSA.
Περαιτέρω η ένορκη δήλωση Γεωργίου υποστηρίζει ότι η ομνύουσα ενώ δεν ήταν πλέον Διαχειρίστρια στις 14/05/2025, έστειλε σκόπιμα ένα μη ενημερωμένο μητρώο προκειμένου να παραπλανήσει την PremierPlus. Αυτό είναι εντελώς ανακριβές αφού όπως αναφέρεται ρητά στο email της, ο λόγος για τον οποίο επισύναψε το μητρώο με ημερομηνία 06/03/2025 ήταν για να καταδείξει ότι κατά την ημερομηνία της SPA, δηλαδή στις 06/03/2025, ήταν πράγματι η Διαχειρίστρια της LT και είχε πλήρη εξουσία να υπογράψει την SPA εκ μέρους της LT. Περαιτέρω, ως αναφέρει, δεν υπήρχε εμπορική επείγουσα ανάγκη να αλλάξει ο Κύπριος διευθυντής και γραμματέας της QFSA αμέσως μετά την υπογραφή της SPA. Σε αυτό το πλαίσιο, η περίοδος περίπου δύο μηνών μεταξύ της υπογραφής της SPA και του email της ημερ. 14/5/2025 προς την PremierPlus δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως καθυστέρηση.
Ως επίσης αναφέρει, στην ένορκη δήλωση στην αίτηση δεν γίνεται καμία αναφορά στην επικοινωνία της ομνύουσας με τον κ. Aik Arakelian και τον κ. Marek Wronka όπου εξέφρασε τη θέση της σχετικά με την παράνομη απομάκρυνση της από τη θέση του διαχειριστή της LT και την παράνομη απόκτηση της. Συγκεκριμένα, η κα Γεωργίου παρέλειψε να αποκαλύψει τα εξής: Στις 28/04/2025, έστειλε ένα email στον Aik Arakelian δηλώνοντας ότι η απομάκρυνση της από τη θέση του διαχειριστή της LT ήταν παράνομη και, ως εκ τούτου, άκυρη και ότι δεν έχουν κανένα νόμιμο δικαίωμα ή εξουσία να εκπροσωπούν την LT. Στις 30/04/2025, έστειλε άλλο email στον Aik Arakelian με κοινοποίηση στον Marek Wronka. Με αυτό το email, τους ενημέρωσε για τις παράνομες ενέργειες σχετικά με την απομάκρυνση της από το μητρώο RCS ως διαχειριστής της LT και για την επακόλουθη νομική ακυρότητα όλων των εταιρικών αποφάσεων που έλαβε ο Aik Arakelian μέχρι σήμερα. Επισύναψε επίσης, μεταξύ άλλων, μια σχετική νομική γνωμάτευση. Στις 07/07/2025, έστειλε ένα άλλο email στον Aik Arakelian, ενημερώνοντας τον για τις σοβαρές νομικές συνέπειες που προκύπτουν από τη συμμετοχή του στην παράνομη απόκτηση της LT. Ανέφερε επίσης ότι διαθέτει αποδεικτικά στοιχεία για πλαστά εταιρικά έγγραφα, συμπεριλαμβανομένων προχρονολογημένων επιστολών που υπογράφηκαν από τον ίδιο κατά τη διάρκεια της τελευταίας διαμονής του στην Πολωνία. Ζήτησε επίσης να λάβει μέτρα για να διορθώσει την παράνομη κατάσταση που δημιουργήθηκε. Στις 12/07/2025, έστειλε άλλο email στον Aik Arakelian, ενημερώνοντας τον ότι είναι καταχωρημένος ως πραγματικός δικαιούχος της LT και ότι πρέπει να λάβει μέτρα για να αφαιρέσει το όνομα του από το μητρώο της RCB. Στις 04/08/2025, οι δικηγόροι της στο Λουξεμβούργο, LG Avocats S.à r.l. – Avocats à la Cour, έστειλαν επιστολές στους Aik Arakelian, Jacep A. Wolak, στον διαχειριστή της εταιρείας διαχείρισης που είναι υπεύθυνη για τη διαχείριση της LT, και Marek Wronka, ζητώντας τους να παράσχουν αντίγραφα όλων των εγγράφων της LT από την 01/04/2024 και μετά, συμπεριλαμβανομένων όλων των εταιρικών ενεργειών που πραγματοποίησε η LT, αντίγραφο του μητρώου μετόχων, της απόφασης που οδήγησε στην απομάκρυνση της από τη θέση του διαχειριστή και όλων των σχετικών εγγράφων που κατατέθηκαν στο RCS, να μην δέχονται οδηγίες από κανέναν άλλο εκτός από την ίδια και να σταματήσουν οποιαδήποτε περαιτέρω ενέργεια εκ μέρους της LT.
Οι ενάγοντες όφειλαν να αποκαλύψουν τις παραπάνω επικοινωνίες, καθώς περιείχαν τόσο τη θέση της σε σχέση με τους ισχυρισμούς που αποτελούσαν τη βάση της μονομερούς αίτησης τους όσο και εξηγήσεις και αποδεικτικά στοιχεία που αντιφάσκουν με την υπόθεση τους. Η παράλειψη τους να το πράξουν σήμαινε ότι το Δικαστήριο δεν έλαβε μια δίκαιη παρουσίαση της υπόθεσης από την πλευρά των Εναγομένων, συμπεριλαμβανομένης της θέσης της ενάντια στην έκδοση των προσωρινών διαταγμάτων, η οποία ήταν ευρέως γνωστή σε αυτούς.
Σε σχέση με την ύπαρξη επείγοντος για τη χορήγηση των αιτούμενων διαταγμάτων μονομερώς είναι η θέση της ότι τα γεγονότα που στοιχειοθετούν τις φερόμενες αιτίες της αγωγής των Αιτητών έλαβαν χώρα πολλούς μήνες πριν από την καταχώριση της Απαίτησης και της Αίτησης και οι Αιτητές δεν εξήγησαν γιατί δεν προσέφυγαν νωρίτερα στο δικαστήριο και αποφάσισαν να υποβάλουν την αίτηση τώρα μονομερώς.
Σε σχέση με την ικανοποίηση των κριτηρίων του άρθρου 32 αναφέρει ότι οι Αιτητές δεν προσκόμισαν στο Δικαστήριο καμία μαρτυρία σχετικά με το δίκαιο του Λουξεμβούργου όσον αφορά την ερμηνεία των συμφωνιών και τα σχετικά δικαιώματα και υποχρεώσεις των μερών.
Όσον αφορά τα έγγραφα που φέρεται να υποβλήθηκαν στον Έφορο Εταιρειών, σημειώνει ότι η ένορκη δήλωση Γεωργίου δεν περιέχει κανένα ισχυρισμό ότι υπέβαλε τέτοια έγγραφα ή ότι είχε οποιαδήποτε επικοινωνία με τον Έφορο. Αντίθετα, η θέση που διατυπώνεται στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου είναι ότι είναι ο IMS ο οποίος υπέβαλε τα έγγραφα στον Έφορο Εταιρειών. Κατά συνέπεια, το αίτημα για διατάγματα εναντίον της για την απαγόρευση καταχωρίσεων στον Έφορο, είναι εντελώς αδικαιολόγητο. Δεν καταχώρισε κανένα έντυπο στον Έφορο, ούτε έχει καμία πρόθεση να το κάνει.
Επιπλέον, δεν προσκομίστηκε καμία μαρτυρία που να καταδεικνύει τον κίνδυνο αποξένωσης περιουσιακών στοιχείων από οποιονδήποτε από τους εναγόμενους.
Η ένσταση του Καθ’ ου η αίτηση 2, ο οποίος είναι Πολωνός υπήκοος, στηρίζεται στην ένορκη δήλωση του ιδίου. Ξεκαθαρίζει στη δήλωση του ότι η συμμετοχή του στη διαδικασία αυτή δεν συνιστά αποδοχή της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων. Αμφισβητεί ρητά τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την ουσία της αγωγής, καθώς και τη νομιμότητα της επίδοσης των εγγράφων σε αυτόν.
Ως αναφέρει, αγόρασε τις μετοχές που κατείχε η LT στην QFSA καλόπιστα και έναντι επαρκούς και ουσιαστικού ανταλλάγματος. Αγόρασε τις μετοχές από την LT, ενεργούσε μέσω της Εναγόμενης 2 ως εξουσιοδοτημένης εκπροσώπου της, αφού προηγουμένως διενήργησε τον απαραίτητο έλεγχο (due diligence). Σύμφωνα με τη θέση του ολόκληρη η υπόθεση των Εναγόντων εναντίον του βασίζεται σε υπόνοιες ότι συνωμότησε με την Καθ’ ης η αίτηση 1 για την απόκτηση των μετοχών της QFSA για να αποκτήσει όφελος από την περιουσία της πολωνικής θυγατρικής, Qtank. Η πλειονότητα των επιχειρημάτων των Εναγόντων βασίζεται σε παραποίηση των πραγματικών γεγονότων και σοβαρή απόκρυψη ουσιωδών πληροφοριών. Προχωρεί στη συνέχεια να αναφέρει τα διάφορα περιστατικά απόκρυψης, ακόμη και παραπλάνησης του Δικαστηρίου:
Κεντρικό σημείο των επιχειρημάτων των Εναγόντων ήταν ότι, αν δεν εκδίδονταν τα Διατάγματα και του επιτρεπόταν να αποκτήσει πιστοποιητικά που να αποδεικνύουν τις αλλαγές στην QFSA θα χρησιμοποιούσε τα πιστοποιητικά για να ελέγξει την Qtank και να διασκορπίσει την περιουσία της. Προωθώντας αυτό το επιχείρημα, οι Ενάγοντες απέκρυψαν από το Δικαστήριο ότι είχαν ήδη πωλήσει τις μετοχές της Qtank στην εταιρεία Equity Capital στις 08/09/2025.
Παρουσίασε το Τεκμήριο ΙΣ 2, ένα πληρεξούσιο της QFSA ημερομηνίας 13/8/25 υπογεγραμμένο από την ίδια τη Χριστιάνα Γεωργίου, το οποίο εξουσιοδοτούσε την πώληση αυτή και την εκτροπή των εσόδων εκτός της QFSA.
Σημαντικό είναι επίσης ότι στις 14/7/2025 απέστειλε ηλεκτρονικό μήνυμα στην Premierplus, τον πάροχο υπηρεσιών όπου εργάζεται η Χριστιάνα Γεωργίου, γνωστοποιώντας ότι είχε αγοράσει τις μετοχές της QFSA και ότι είχε πραγματοποιήσει αλλαγές στη θέση του διευθυντή και του γραμματέα. Ζήτησε να μην προβεί σε καμία ενέργεια εκ μέρους της QFSA μέχρι να επιλυθούν τα θέματα σχετικά με το Μητρώο Εταιρειών. Παρά την επικοινωνία αυτή, στις 13/8/2025 η κα Γεωργίου υπέγραψε το πιο πάνω πληρεξούσιο εξουσιοδοτώντας την QFSA να πωλήσει τις μετοχές της θυγατρικής Qtank. Αν και το αντίγραφο της ηλεκτρονικής αλληλογραφίας έχει προσαρτηθεί ως Τεκμήριο ΧΓ 14 στην Ένορκη Δήλωση στην αίτηση, η κα Γεωργίου δεν κάνει αναφορά στις οδηγίες του. Ούτε εξηγεί γιατί στις 13/8/2025, παρά τον ισχυρισμό ότι η Premierplus αποφάσισε να τηρήσει ουδέτερη στάση λόγω της διαφοράς υπέγραψε το πληρεξούσιο για την πώληση των μετοχών της Qtank, το οποίο δεν αποκαλύφθηκε ποτέ στο Δικαστήριο.
Επίσης αναφέρει ότι στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου προβάλλεται, σε διάφορες παραγράφους, ο ισχυρισμός ότι το ποσό που αναφέρεται ως τίμημα αγοράς στη Συμφωνία Πώλησης Μετοχών (SPA) ημερομηνίας 6/3/2025 είναι αδικαιολόγητα χαμηλό. Ο ισχυρισμός αυτός βασίζεται στο επιχείρημα ότι η QFSA είναι εταιρεία συμμετοχών της Qtank και ότι η Qtank κατέχει ακίνητη περιουσία αξίας περίπου €2 εκατομμυρίων. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με τους Αιτητές, το τίμημα αγοράς των €5.000 είναι παράλογο και ενδεικτικό εικονικής συμφωνίας και συνωμοσίας. Προβάλλοντας το εν λόγω επιχείρημα, οι Αιτητές παρέβησαν το καθήκον τους να αποκαλύψουν στο Δικαστήριο το γεγονός ότι η Qtank βρισκόταν σε αρνητική καθαρή θέση όπως προκύπτει από τις οικονομικές καταστάσεις της για το έτος 2024, δηλαδή, οι συνολικές υποχρεώσεις υπερβαίνουν τα περιουσιακά στοιχεία, με αποτέλεσμα η εταιρεία να βρίσκεται σε έλλειμα. Εάν το Δικαστήριο είχε ενημερωθεί για τα πιο πάνω θα είχε τη δυνατότητα να εξετάσει ότι το τίμημα αγοράς των €5.000, το οποίο αντιστοιχεί στην ονομαστική αξία των μετοχών, ήταν δίκαιο και εύλογο, δεδομένου ότι ο αγοραστής δεν αναλαμβάνει μόνο τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αλλά και τις υποχρεώσεις της.
Επίσης οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν ότι το τίμημα για την αγορά των μετοχών της QFSA είχε πλήρως καταβληθεί και γίνει αποδεκτό από την LT. Στις 6/6/2025, ο ομνύων μετέφερε το ποσό των €5.000 στον λογαριασμό της LT η οποία έλαβε και διατήρησε το ποσό σύμφωνα με τη συμφωνία και χωρίς οποιαδήποτε ένσταση. Επιπλέον οι Αιτητές δεν αποκάλυψαν την καταδίκη του Arsen Owsepian σε ποινή φυλάκισης για ποινικά αδικήματα.
Σε σχέση με τον ισχυρισμό ότι ο Καθ’ ου η αίτηση 2, ως αγοραστής των μετοχών της QFSA, δεν προέβη σε οποιονδήποτε έλεγχο δέουσας επιμέλειας πριν από τη σύναψη της SPA αναφέρει ότι αυτός είναι παραπλανητικός και παραβλέπει έναν ουσιώδη παράγοντα, ότι η QFSA είναι εταιρεία συμμετοχών χωρίς δραστηριότητα. Το μοναδικό της περιουσιακό στοιχείο ήταν η θυγατρική της, Qtank. Συνεπώς, ήταν φυσικό και συνετό να διενεργήσει τον έλεγχο δέουσας επιμέλειας στο επίπεδο της εταιρείας-στόχου, ήτοι της Qtank, καθώς και στο επίπεδο του πωλητή, LT. Πράγματι, το έπραξε. Μέσω της εν λόγω διαδικασίας και της εξέτασης των περιουσιακών στοιχείων και υποχρεώσεων της Qtank καθορίστηκε και συμφωνήθηκε με την Εναγόμενη 2 το δίκαιο τίμημα αγοράς.
Οι Αιτητές εισηγήθηκαν ότι το έγγραφο της της SPA της 6/3/2025 είναι «απλό», ότι δεν περιέχει όρους και προϋποθέσεις που συνήθως περιλαμβάνονται σε τέτοιου είδους συμφωνίες και ότι δεν αναφέρει τις τυπικές διαδικασίες που απαιτούνται για την ολοκλήρωση της μεταβίβασης. Συγκρίνοντας το Τεκμήριο ΧΓ19 με τη δική τους SPA (Τεκμήριο ΙΣ 3) τα δύο έγγραφα είναι παρόμοια καθιστώντας την εισήγηση μη γνήσια.
Πρόσθετα, οι Αιτητές όχι μόνο δεν έθεσαν ενώπιον του Δικαστηρίου τη σαφή δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 1 ότι προσκόμισε πιστοποιητικό ημερομηνίας 6/3/2025 προκειμένου να αποδείξει ότι ήταν gérant κατά την ημερομηνία υπογραφής της SPA της 6/3/2025, αλλά αντιθέτως παραπλάνησαν εκ προθέσεως το Δικαστήριο ισχυριζόμενοι ότι η Καθ΄ης η αίτηση 1 προσκόμισε το εν λόγω πιστοποιητικό για να παρουσιάσει ψευδώς ότι εξακολουθούσε να είναι gérant στις 14/5/2025.
Σε σχέση με τα πραγματικά γεγονότα αναφέρει ότι στις 14/3/2024 η Καθ’ ης η αίτηση 1 μετέφερε τις συμμετοχικές της μετοχές στον ίδιο. Συνεπώς, δεν ήταν δυνατόν να μεταβιβάσει τις ίδιες μετοχές στις 26/4/2024 στον Arsen Owsepian, ο οποίος φέρεται στη συνέχεια να τις μεταβίβασε σε διάφορα μέλη της οικογένειας Owsepian. Αναφέρει τα πραγματικά γεγονότα σε σχέση με τις μεταβιβάσεις όπως ήδη αυτά αναφέρονται στην ένορκη δήλωση της Καθ’ ης η αίτηση 1 και καταλήγει ότι είναι πρακτικά και νομικά αδύνατο το Τεκμήριο ΧΓ5 να αποτελεί γνήσιο μητρώο μετόχων της LT.
Σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος είναι η θέση του ότι οι Αιτητές απέτυχαν να υποδείξουν οποιεσδήποτε περιστάσεις που να δικαιολογούν την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε μονομερή βάση. Όπως αναφέρεται στην Ένορκη Δήλωση Γεωργίου, οι Αιτητές είχαν πλήρη γνώση της πώλησης των μετοχών ήδη από τις 14/5/2025, όταν έλαβαν το ηλεκτρονικό μήνυμα του Εναγομένου 2 (Τεκμήριο ΧΓ18). Κατά το χρονικό εκείνο σημείο, οι Αιτητές διέθεταν επαρκείς πληροφορίες ώστε να ζητήσουν τη συνδρομή του Δικαστηρίου. Παρ’ όλα αυτά, προσέφυγαν στο Δικαστήριο μόλις στις 10/9/2025. Δεν παρέχονται βάσιμοι λόγοι για την καθυστέρηση αυτή. Επίσης οι Αιτητές γνώριζαν ότι υπήρχε εκκρεμές ζήτημα ενώπιον του Εφόρου Εταιρειών. Επέλεξαν ουσιαστικά να αναμένουν την έκβαση της διαδικασίας και, κατά δική τους παραδοχή, κινητοποιήθηκαν μόνον όταν πληροφορήθηκαν ότι ο Έφορος ενδέχεται να λάβει απόφαση που δεν θα ήταν προς όφελος τους. Στην πραγματικότητα, το επείγον που επικαλούνται δημιουργήθηκε αποκλειστικά από τη δική τους αδράνεια. Επιπλέον, κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης, το μόνο στοιχείο που, κατά τους ισχυρισμούς τους, συνιστούσε επείγον, ήτοι ο κίνδυνος απώλειας της πολωνικής θυγατρικής Qtank, δεν υφίστατο πλέον, δεδομένου ότι η QFSA είχε ήδη πωλήσει τις μετοχές της στην Equity Capital.
Τέλος, ο ενόρκως δηλών εισηγείται ότι η υπόθεση εναντίον του δεν βασίζεται σε γεγονότα αλλά σε πεποιθήσεις ή υποψίες των Αιτητών ότι συνωμότησε ή άλλως πώς ενήργησε από κοινού με την Καθ’ ης η αίτηση1 για την απόκτηση των μετοχών της QFSA.
Όλες οι πλευρές καταχώρησαν Συμπληρωματική Ένορκη Δήλωση (ΣΕΔ). Στην ΣΕΔ της η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση υποστηρίζει ότι η Εναγόμενη 1 ενεργούσε πάντα ως nominee για τον Arsen Ovsepyan και δεν ήταν ποτέ η πραγματική δικαιούχος της LT. Χαρακτηρίζει τη συμφωνία μεταβίβασης συμφερόντων ως κατασκεύασμα που συντάχθηκε εκ των υστέρων για να αποκτηθεί ο έλεγχος της LT. Σημειώνει ότι ο ομόρρυθμος συνέταιρος, Aik Arakelian, δεν είχε γνώση αυτής. Καταγγέλλει ως ψευδή τον ισχυρισμό ότι το εσωτερικό μητρώο της LT είναι επίσημο έγγραφο από τις αρχές του Λουξεμβούργου. Απορρίπτει τον ισχυρισμό ότι η θυγατρική στην Πολωνία έχει μηδενική αξία. Υποστηρίζει ότι η λογιστική της αξία δεν αντικατοπτρίζει την πραγματική αγοραία αξία των ακινήτων της, τα οποία έχουν προοπτικές κέρδους εκατομμυρίων μέσω οικιστικής ανάπτυξης. Διευκρινίζει ότι η προσπάθεια μεταφοράς της Πολωνικής Θυγατρικής στην Equity Capital ήταν καθαρά προστατευτικό μέτρο το οποίο δεν θα οδηγούσε σε αλλαγή στην πραγματική ιδιοκτήτρια της Πολωνικής Θυγατρικής εντός του ίδιου ομίλου και δεν ευδοκίμησε. Αντίθετα, η φερόμενη πώληση της Εταιρείας στον Εναγόμενο 2 έναντι ονομαστικής αξίας κρίνεται ως ύποπτη και μη γνήσια. Αρνείται ότι υπήρξε απόκρυψη στοιχείων ή παραπλάνηση του Δικαστηρίου, υποστηρίζοντας ότι οι Εναγόμενοι εκμεταλλεύτηκαν την καθυστέρηση ενημέρωσης των μητρώων στο Λουξεμβούργο για να παρουσιάσουν μια διαστρεβλωμένη εικόνα. Σχετικά με την ποινική καταδίκη του Arsen Ovsepyan στην Πολωνία, αναφέρει ότι η απόφαση δεν είναι τελεσίδικη λόγω έφεσης και δεν επηρεάζει την παρούσα αστική διαφορά.
Τα κύρια σημεία της ΣΕΔ της Εναγόμενης 1 είναι τα εξής: Αρνείται τον ισχυρισμό ότι ενεργούσε απλώς ως nominee του Arsen Ovsepyan, υποστηρίζοντας ότι διέθετε εκτεταμένες και απεριόριστες τραπεζικές εξουσίες για την QFSA. Υποστηρίζει ότι η μεταβίβαση μετοχών στις 14/3/2024 προς τον Εναγόμενο 2 ήταν νόμιμη και καταγράφηκε αμέσως στο εσωτερικό μητρώο της εταιρείας LT. Διευκρινίζει ότι στο Λουξεμβούργο το εσωτερικό μητρώο είναι το κύριο αποδεικτικό ιδιοκτησίας και η ημερομηνία σε εκτυπωμένα αποσπάσματα αφορά την πιστοποίηση και όχι τη νομική καταχώριση. Αποδίδει στους Ενάγοντες ότι απέκρυψαν σκόπιμα από το Δικαστήριο ότι πώλησαν τις μετοχές της QFSA στην πολωνική θυγατρική QTANK μόλις δύο ημέρες πριν ζητήσουν μονομερώς δικαστικά διατάγματα για την «προστασία» της. Ως περαιτέρω αναφέρει, οι Ενάγοντες δεν αρνούνται ότι οι μετοχές πωλήθηκαν αναγνωρίζοντας ότι επρόκειτο για «προστατευτικό μέτρο». Ισχυρίζεται ότι οι Ενάγοντες παρουσίασαν μια παραπλανητική εικόνα της QTANK, αποκρύπτοντας υποχρεώσεις ύψους 13,3 εκατομμυρίων PLN. Επιπλέον, χαρακτηρίζει «υποθετικές» τις προοπτικές οικιστικής ανάπτυξης των ακινήτων της εταιρείας, καθώς η γη είναι χαρακτηρισμένη ως βιομηχανική/σιδηροδρομική ζώνη. Αναφέρει δε ότι στις 14/1/ 2026, το Εφετείο στην Πολωνία επικύρωσε τελεσίδικα την καταδίκη του Arsen Ovsepyan σε 4,5 χρόνια φυλάκισης, γεγονός που δικαιολογεί την απόφαση της να αποστασιοποιηθεί από αυτόν.
Στη ΣΕΔ του ο Εναγόμενος 2 ισχυρίζεται ότι οι Ενάγουσες απέκρυψαν σκόπιμα από το Δικαστήριο τη μεταβίβαση των μετοχών της πολωνικής θυγατρικής (Qtank) σε άλλη οντότητα πριν από την έκδοση των ex parte διαταγμάτων. Υποστηρίζει ότι οι Ενάγουσες χρησιμοποίησαν τον «κίνδυνο εκποίησης» των εν λόγω μετοχών ως επιχείρημα για το κατ' επείγον της υπόθεσης, ενώ γνώριζαν ότι η μεταβίβαση είχε ήδη πραγματοποιηθεί ως «μέτρο προστασίας». Απορρίπτει τους ισχυρισμούς ότι η εταιρεία έχει υψηλή αξία λόγω προοπτικών ανάπτυξης, χαρακτηρίζοντας τους υποθετικούς. Σημειώνει ότι η Qtank έχει αρνητική καθαρή θέση, με τις υποχρεώσεις της (άνω των 9,6 εκατ. PLN) να υπερβαίνουν τα περιουσιακά της στοιχεία. Επίσης, αναφέρει ότι η οικιστική ανάπτυξη της γης είναι νομικά αδύνατη λόγω πολεοδομικών περιορισμών. Επιβεβαιώνει ότι κατέβαλε το τίμημα των €5.000 στην εταιρεία LT, προσκομίζοντας ιστορικό χρεωστικών συναλλαγών (Τεκμήριο ΙΣ13). Αμφισβητεί τη γνησιότητα της τραπεζικής κατάστασης που παρουσίασαν οι Ενάγουσες, χαρακτηρίζοντας την ανεπίσημη εκτύπωση. Σε σχέση δε με τον ισχυρισμό στη ΣΕΔ Γεωργίου ότι η μεταβίβαση των μετοχών της QTANK δεν ολοκληρώθηκε αναφέρει ότι αυτός παρερμηνεύει το πολωνικό δίκαιο, σύμφωνα με το οποίο η μεταβίβαση ολοκληρώθηκε την ίδια ημερομηνία.
Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν, αντίστοιχα, την αίτηση και την ένσταση και των ΣΕΔ, ως οι σχετικές οδηγίες που δόθηκαν κατά την ΑΔΟ. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, καθώς και με πρόσθετες προφορικές αγορεύσεις, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο.
ΝΟΜΟΛΟΓΙΑ
Υπάρχει πλούσια νομολογία αναφορικά με την εξουσία έκδοσης προσωρινού διατάγματος με βάση το άρθρο 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου, Ν.14/60. Το εν λόγω άρθρο έχει αναλυθεί με σαφήνεια στην υπόθεση Odysseos v. A. Pieris Estates Ltd and another (1982) 1 C.L.R. 557, ικανοποίηση δε των τριών κριτηρίων που τίθενται ως προϋποθέσεις αποτελεί το πρωταρχικό μέλημα του Δικαστηρίου προτού εξετάσει τους υπόλοιπους παράγοντες που θα πρέπει να συνεκτιμηθούν κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας (Jonitexo v. Adidas (1984) 1 C.L.R. 263).
Η προϋπόθεση για ύπαρξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση κατά τη δίκη ικανοποιείται με αναφορά στα καταχωρημένα δικόγραφα που θα καταδείξουν την ύπαρξη συζητήσιμης υπόθεσης.
Η δεύτερη προϋπόθεση της ύπαρξης πιθανότητας να δικαιούται ο ενάγοντας σε θεραπεία, ικανοποιείται με την αποδεικτική δύναμη της υπόθεσης που αφορά την παρουσίαση μιας ορατής πιθανότητας επιτυχίας. Αυτή η δεύτερη προϋπόθεση συσχετίζει στην ουσία τη νομική θεμελίωση που απορρέει από το καταχωρημένο δικόγραφο με την πραγματική διαθέσιμη μαρτυρία όπως αυτή καταγράφεται στις ένορκες δηλώσεις για να θεμελιώσει την αγωγή. Αν ο αιτητής μπορεί να δείξει κάτι περισσότερο από την απλή πιθανολόγηση αλλά λιγότερο από το βαθμό του ισοζυγίου των πιθανοτήτων, τότε το δεύτερο κριτήριο ικανοποιείται.
Η τρίτη προϋπόθεση ικανοποιείται εφόσον καταδειχθεί ότι χωρίς την έκδοση του διατάγματος θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο - όπου οι αποζημιώσεις θεωρούνται ότι δεν αποτελούν ικανοποιητική θεραπεία.
Αν αποτίμηση σε χρήμα μπορεί να γίνει εύλογα, τότε η έκδοση του ή η διατήρηση του σε ισχύ, αποκλείεται. Ακόμη και ασυνήθης δυσκολία στην εκτίμηση των ζημιών δεν δικαιολογεί κατ΄ ανάγκην την έκδοση διατάγματος. (Βλ. ΚΟΤ v. Θεωρή (1989) 1(Ε) Α.Α.Δ. 255).
Εφόσον ληφθούν υπόψη οι πιο πάνω παράγοντες, το Δικαστήριο θα πρέπει να αποφασίσει κατά πόσο είναι δίκαιο ή πρόσφορο να εκδώσει το διάταγμα. Το Δικαστήριο στο στάδιο αυτό, δεν προχωρεί στην κατάληξη συμπερασμάτων αναφορικά με την πλήρη εξέταση, είτε του πραγματικού είτε του νομικού καθεστώτος της υπόθεσης, δεδομένου ότι, όπως υποδείχθηκε στην υπόθεση Jonitexo v. Adidas (ανωτέρω), αυτό εμπίπτει στη σφαίρα εξέτασης του Δικαστηρίου που εκδικάζει την ουσία της ίδιας της αγωγής. (Βλ. επίσης Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 248, 269-270).
Οι πιο πάνω αρχές και το πλαίσιο εντός του οποίου εξετάζονται αιτήσεις για προσωρινά Διατάγματα έχουν εύστοχα συνοψισθεί στην πρόσφατη απόφαση του Νέου Ανωτάτου Δικαστηρίου MERIDIAN GAMING LTD κ.α. v. ΔΗΜΟΥ ΚΥΡΙΑΚΟΥ κ.α., Πολ. Εφ. αρ. Ε179/2017, ημερ.2/5/24, συνάδουν δε με τον τρόπο με τον οποίο τέτοιες αιτήσεις θα πρέπει να εξετάζονται με βάση τους νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας, στη βάση των οποίων εγείρεται η υπό κρίση αίτηση.
Έχει πάγια νομολογηθεί ότι το Δικαστήριο μπορεί, χωρίς να υπεισέλθει και να εξετάσει την ουσία του προσωρινού διατάγματος, να το ακυρώσει αν διαφανεί ότι έχει γίνει τέτοια απόκρυψη γεγονότων κατά το στάδιο της μονομερούς έκδοσης του, που έχει επηρεάσει το Δικαστήριο το οποίο άλλως θα μπορούσε να μην το είχε εκδώσει.
Σύμφωνα με την υπόθεση Γρηγορίου v. Χριστοφόρου (ανωτέρω), η μη αποκάλυψη γεγονότων εξ αντικειμένου ουσιώδους σημασίας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, ανατρέπει τη βάση του διατάγματος. Στη σελίδα 264 της πιο πάνω υπόθεσης λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Η διαδικασία με μονομερή αίτηση επιβάλλει στον αιτητή την αποκάλυψη στο Δικαστήριο όλων των ουσιαστικών γεγονότων που μπορεί να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική κρίση. Η αίτηση αυτή είναι ύψιστης πίστεως (uberrima fides). Ο αιτητής έχει καθήκον να φέρει σε γνώση του Δικαστηρίου οποιαδήποτε γεγονότα γνωρίζει, ή που με εύλογη επιμέλεια θα εγνώριζε, τα οποία μπορεί να είναι ευνοϊκά για τον απόντα διάδικο και μπορεί να ασκήσουν επιρροή στην κρίση του Δικαστηρίου.
Παράλειψη παρουσίασης ουσιαστικών γεγονότων ενώπιον Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου και το Δικαστήριο απαντά: "δεν σας ακούω πλέον" και ακυρώνει τη διαταγή που έδωσε, χωρίς να εξετάσει την ουσία. Τα γεγονότα πρέπει να είναι ουσιώδη για την απόφαση του Δικαστηρίου στη μονομερή αίτηση.»
Τέλος, πρόσφατη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου έχει δείξει ότι και ο παράγων του χρόνου μπορεί να είναι σημαντικός από την άποψη ότι ο αιτητής θα πρέπει να δείξει στο μονομερές στάδιο το επείγον του θέματος, παρακάμπτοντας έτσι τη συνήθη διαδικασία της ακρόασης και του άλλου μέρους στη διαφορά, το δε Δικαστήριο δύναται να ακυρώσει το διάταγμα γι΄ αυτό το λόγο, διότι το στοιχείο του κατεπείγοντος αποτελεί το βάθρο της εξουσίας του Δικαστηρίου να εκδώσει διάταγμα πάνω σε μονομερή βάση (Stavros Hotel Apartments Ltd (No.2) (1994) 1 A.A.Δ. 836, 841 και Βαβέλ Μπουτίκ Λτδ (1995) 1 Α.Α.Δ. 949, 954). Απόλυτα διαφωτιστικές είναι οι πολύ πρόσφατες αποφάσεις Χρίστος Ανδρέου v. Olympic Insurance Company Ltd, Πολ. Έφ.Αρ. Ε396/2016, ημερ.12/10/23 και Βγενόπουλος κ.ά. v. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολ. Έφ Αρ. Ε141/2014 και Ε142/2014, ημερ. 13.9.2023. Στην Βγενόπουλος (ανωτέρω) επαναλήφθηκε η νομολογιακή αρχή ότι ένας διάδικος που αιτείται μονομερώς θεραπεία από το Δικαστήριο πρέπει να προσκομίσει μαρτυρία σχετικά με τη χρονική στιγμή κατά την οποία περιήλθαν στη γνώση του τα γεγονότα τα οποία επικαλείται και να δείξει ότι κατά την εν λόγω χρονική στιγμή δεν του παρείχετο η δυνατότητα να κινήσει τις νενομισμένες διαδικασίες.
Προχωρώ στη συνέχεια στην εξέταση των λόγων ένστασης. Θεωρώ ότι κατά προτεραιότητα θα πρέπει να εξεταστεί το κατά πόσο έχουν αποκαλυφθεί στο Δικαστήριο όλα τα ουσιαστικά γεγονότα τα οποία δύνανται να ασκήσουν επιρροή στη δικαστική του κρίση. Στην πρόσφατη απόφαση στην υπόθεση Ιωάννη Καρυδά και Σοφία Καρυδά, Πολ.Εφ. 190/2019, ημερ.26.2.25 λέχθηκε ότι το ζήτημα της μη αποκάλυψης ουσιωδών γεγονότων θα πρέπει να εξετάζεται και να αποφασίζεται ως πρωτεύον από το Δικαστήριο και ακολούθως να προχωρεί στην εξέταση των προϋποθέσεων του άρθρου 32 και του ισοζυγίου της ευχέρειας, αφού, όταν το Δικαστήριο εξετάζει αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επενεργούν στην άσκηση της.
ΑΠΟΚΡΥΨΗ ΟΥΣΙΩΔΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ
Αποτέλεσε βασική θέση των ευπαίδευτων δικηγόρων των Καθ’ ων η αίτηση ότι οι Αιτητές προέβησαν σε ηθελημένη απόκρυψη τέτοιων ουσιωδών γεγονότων που αναπόφευκτα θα πρέπει να οδηγήσουν την αίτηση σε απόρριψη. Οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των Αιτητών απορρίπτουν την πιο πάνω θέση ως ανυπόστατη, υποστηρίζοντας ότι «σε γενικές γραμμές, τα όσα οι Εναγόμενοι καταλογίζουν στις Ενάγουσες ως παραλήψεις συνιστούν είτε λεπτομέρειες που δεν θα άλλαζαν ή πρόσθεταν οτιδήποτε στην εικόνα που παρουσιάστηκε στο Δικαστήριο είτε ζητήματα που είναι άσχετα με το πραγματικό αντικείμενο της Αίτησης είτε ζητήματα που δεν θα επηρέαζαν την κρίση του Δικαστηρίου». Σύμφωνα με την εισήγηση τους οι Ενάγουσες προέβησαν γενικά σε ένα ακριβοδίκαιο τρόπο παράθεσης των γεγονότων, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να αντιληφθεί σφαιρικά, και στο βαθμό που είναι σχετικά με την παρούσα ιδιαίτερη διαδικασία, το υπόβαθρο των γεγονότων και την ουσία της διαφοράς που προέκυψε μεταξύ των διαδίκων.
Αρχίζοντας από το αυτονόητο, σημειώνεται ότι το ουσιώδες ενός ζητήματος προσδιορίζεται στο πλαίσιο της φύσης της αντιδικίας μεταξύ των μερών. Αποτελεί καθήκον του κάθε αιτητή, όταν προσφύγει μονομερώς στο Δικαστήριο αιτούμενος συγκεκριμένη θεραπεία, να θέτει ξεκάθαρα στην ένορκη δήλωση του όλα τα ουσιώδη στοιχεία που αφορούν την υπόθεση. Είναι επιβεβλημένη η παράθεση όλων των σημαντικών περιστατικών της υπόθεσης ενώ η υφή της κάθε υπόθεσης οριοθετεί την έκταση αυτού του καθήκοντος. Στην υπόθεση Ιωάννη Καρυδά (πιο πάνω), η νομική πτυχή την οποία παρέθεσε το πρωτόδικο Δικαστήριο κρίθηκε ικανοποιητική και επαρκής σε σχέση με τις αρχές που διέπουν το ζήτημα της πλήρους αποκάλυψης όλων των ουσιωδών γεγονότων (βλ. Harvardskiy Prumyslovy Holding A.S. v. Daventree Resources Ltd κ.ά (2008)1(B) Α.Α.Δ. 801, Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. κ.ά. ν. Adeona Holdings Ltd (2015) 1(A) A.Α.Δ. 386). Προσετέθηκαν τα ακόλουθα:
«… όταν αιτητής προσέλθει ενώπιον του Δικαστηρίου και, στην απουσία του αντιδίκου του, κατά παρέκκλιση της αρχής "audi alteram partem", ζητά θεραπεία του δικαίου της επιείκειας, τότε έχει υποχρέωση προς το Δικαστήριο να προβεί σε πλήρη και ειλικρινή αποκάλυψη όλων των ουσιωδών γεγονότων που ενδεχομένως θα επηρεάσουν την κρίση του Δικαστηρίου κατά την έκδοση μονομερώς προσωρινού διατάγματος. Ο αιτητής σε τέτοιες περιπτώσεις έχει υποχρέωση να δείξει καλή πίστη, αφού η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης του Δικαστηρίου. Είναι άσχετο αν η παράλειψη αποκάλυψης είναι εσκεμμένη ή έγινε χωρίς πρόθεση εξαπάτησης και μη εκπλήρωση της υποχρέωσης αυτής ενδεχομένως να σημαίνει την ακύρωση του διατάγματος που εκδόθηκε μονομερώς. Το Δικαστήριο εξετάζοντας μια αίτηση για προσωρινό διάταγμα λαμβάνει υπόψη κατά την άσκηση της διακριτικής του ευχέρειας σωρεία παραγόντων που επιδρούν στην άσκηση της. Για αυτό και είναι σημαντικό η αποκάλυψη να είναι ειλικρινής και πλήρης. Στην υπόθεση Brink's-MAT Ltd v. Elcombe and others [1988] 3 Αll ΕR 188, η οποία υιοθετήθηκε στην Commerzbank Auslandbanken Holding A.G. (ανωτέρω), τονίστηκε ότι η αποκάλυψη όλων των ουσιωδών στοιχείων θα πρέπει να είναι πλήρης, δίκαιη και ότι τα ουσιώδη στοιχεία είναι εκείνα που καθορίζονται από τον δικαστή και όχι από τους δικηγόρους των διαδίκων. Η υποχρέωση δεν περιορίζεται στα γεγονότα που ήταν γνωστά στον αιτητή αλλά και σε εκείνα που μπορούσαν να αποκαλυφθούν με εύλογη έρευνα. (Σύγγραμμα «Διατάγματα, Injunctions», των Γιώργου Ερωτοκρίτου και Πέτρου Αρτέμη σελ. 163-165, Fedossova Larissa (Αρ.2) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1333, Δήμος Πάφου ν. Βοσκού (2001) 1(Β) Α.Α.Δ. 1168, United Perlite Industries Ltd v. Sayakhat Air Co (2002) 1(B) A.A.Δ. 938, Rybolovlev v. Rybolovleva (2010) 1(A) A.A.Δ. 82 και Interpartemental Concern "Uralmetrom" v. Besuno Ltd (2004) 1(A) A.A.Δ. 557).
Στο ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρικό υλικό έχουν εντοπισθεί από τους Καθ' ων η αίτηση τα ακόλουθα ουσιώδη γεγονότα τα οποία οι Αιτητές έχουν αποκρύψει ή τα οποία παρουσίασαν με παραπλανητικό τρόπο στο στάδιο της μονομερούς προσφυγής στο Δικαστήριο. Εξέταση τους με την αναγκαία προσοχή με οδηγεί στο να αποδεχθώ τη θεώρηση των Καθ΄ ων η αίτηση επί του ζητήματος. Αναφορά θα γίνει στα βασικότερα, κατά την άποψη μου, εξ’ αυτών :
1.Παράληψη αποκάλυψης της πώλησης των μετοχών στην Πολωνική Θυγατρική της QFSA
Όταν οι Αιτητές αποτάθηκαν στο Δικαστήριο μονομερώς για να εξασφαλίσουν ενδιάμεσα διατάγματα απέκρυψαν από το Δικαστήριο το γεγονός ότι, δύο ημέρες πριν την καταχώριση της Αίτησης, οι μετοχές που κατείχε η Ενάγουσα 1 στην Πολωνική εταιρεία QTANKTERMINAL («Πολωνική Θυγατρική») πωλήθηκαν σε άλλη εταιρεία και κατ’ επέκταση ότι η Ενάγουσα 1 δεν ήταν πλέον μέτοχος στην Πολωνική Θυγατρική. Περαιτέρω η πώληση των μετοχών φαίνεται να είχε δρομολογηθεί με την υπογραφή της ομνύουσας στην ένορκη δήλωση στην αίτηση πληρεξουσίου στις 13/8/25 εκ μέρους της Ενάγουσας 1 για την πώληση των μετοχών. Ο κύριος λόγος που οι αιτητές επικαλέστηκαν για την αναγκαιότητα της έκδοσης των εν λόγω διαταγμάτων ήταν η προστασία της Πολωνικής Θυγατρικής και των περιουσιακών της στοιχείων. Αναδύεται έντονα από το σύνολο της μαρτυρίας που στηρίζει την αίτηση ότι οι Αιτητές διατείνονται ότι ο σκοπός των Εναγομένων είναι «να αποκτήσουν τον έλεγχο και να υπεξαιρέσουν ή εκμεταλλευτούν για δικό τους όφελος το ακίνητο της Πολωνικής Θυγατρικής, το οποίο έχει πολύ μεγάλη αξία.» (Βλ. παρα.60) και να «επιχειρήσουν κατά πάσα πιθανότητα να υλοποιήσουν τις εταιρικές αλλαγές …στην Πολωνική Θυγατρική για να αποκτήσουν τον έλεγχο της και να εκμεταλλευτούν τα περιουσιακά στοιχεία της.» (Βλ. παρα.65). Στην παράγραφο 96 της ίδιας ένορκης δήλωσης εξηγείται ο κίνδυνος που θα προκύψει αν δεν εκδοθούν τα διατάγματα: «αν εκδοθούν πράγματι νέα πιστοποιητικά της Εταιρείας, είναι σχεδόν βέβαιο ότι αυτά θα παρουσιαστούν από τους Εναγόμενους… με σκοπό να μεταφέρουν την ιδιοκτησία και τον έλεγχο της Πολωνικής Θυγατρικής από την Εταιρεία σε κάποιο άλλο πρόσωπο, και έπειτα θα επιχειρήσουν να πωλήσουν τα περιουσιακά στοιχεία σε τρίτους» ενώ στις παραγράφους 98 και 99 γιατί οι Ενάγοντες θα υποστούν ανεπανόρθωτη βλάβη:«98. Θα είναι πραγματικά αδύνατον σε μια τέτοια περίπτωση να επανακτηθεί η ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής θυγατρικής …» 99. Στην περίπτωση αυτή, ακόμα και αν τυχόν εγγραφή των αλλαγών που προωθούν οι Εναγόμενοι ακυρωθεί στο μέλλον από το Δικαστήριο με την απόδοση τελικής θεραπείας, η Εταιρεία θα είναι ουσιαστικά κενή εταιρεία λόγω της απώλειας της Πολωνικής Θυγατρικής και των περιουσιακών στοιχείων της…»
Η ιδιοκτησία της Πολωνικής Θυγατρικής από την Ενάγουσα 1 αποτέλεσε επίσης επιχείρημα για την ικανοποίηση του κατεπείγοντος για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων σε μονομερή βάση. Όπως αναφέρθηκε στην παράγραφο 112 της ένορκης δήλωσης στην αίτηση, ήταν κατεπείγον να εκδοθούν τα διατάγματα για να μην «υλοποιήσουν [οι Εναγόμενοι] το σχέδιο τους για υπεξαίρεση της Πολωνικής Θυγατρικής και, κατ’ επέκταση, των περιουσιακών στοιχείων της.»
Στη βάση των πιο πάνω συνάγεται ότι το μη αποκαλυφθέν γεγονός της αποσύνδεσης της Ενάγουσας 1 με την QTANK αφορά ζήτημα που συνδέεται άμεσα με το υπόβαθρο το οποίο οι ίδιοι οι Ενάγοντες έθεσαν στην αίτηση τους.
Με τη ΣΕΔ τους οι Αιτητές όχι μόνο δεν αμφισβήτησαν είτε το πληρεξούσιο το οποίο υπεγράφη είτε την ύπαρξη της Συμφωνίας Πώλησης Μετοχών ημερ. 8/9/2025 αλλά ουσιαστικά παραδέχθηκαν ότι προέβησαν στην μεταβίβαση των μετοχών στην Πολωνική Θυγατρική ως μέτρο προστασίας της Πολωνικής Θυγατρικής και των περιουσιακών της στοιχείων από την κατ’ ισχυρισμό προσπάθεια υφαρπαγής τους από τους Εναγόμενους.
2. Παραπλάνηση ως προς την αξία της Πολωνικής Θυγατρικής/Απόκρυψη των υποχρεώσεων της
Το γεγονός ότι η Πολωνική Θυγατρική είχε περισσότερες υποχρεώσεις από τα περιουσιακά της στοιχεία, ήταν ουσιώδες γεγονός το οποίο παρέλειψαν να αναφέρουν οι Ενάγοντες. Αντίθετα δόθηκε στο Δικαστήριο μόνο η εικόνα της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής θυγατρικής. Στην ένορκη δήλωση στην αίτηση αναφέρεται ότι δεν υπάρχει κάποια πρόσφατη εκτίμηση της αξίας των ακινήτων της Πολωνικής Θυγατρικής και ότι τα περιουσιακά στοιχεία της εν λόγω θυγατρικής όπως προκύπτει από τις μη ελεγμένες οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2024, έχουν αξία 8.121.012,67 PLN (περίπου €1.909.534,31). Οι Ενάγοντες παρέλειψαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο ότι σύμφωνα με τις οικονομικές καταστάσεις τις οποίες παρουσίαζαν (Τεκμήριο ΧΓ 13), οι υποχρεώσεις της Πολωνικής Θυγατρικής ήταν περισσότερες από τα περιουσιακά της στοιχεία. Οι Ενάγοντες, αναφερόμενοι μόνο στα περιουσιακά στοιχεία της Πολωνικής Θυγατρικής παρουσίασαν την εικόνα μιας εταιρείας με σημαντική αξία η οποία είχε πωληθεί στον Εναγόμενο 2 για πολύ χαμηλό ποσό, γεγονός το οποίο, σύμφωνα με τους Ενάγοντες, καταδείκνυε ότι η πώληση δεν ήταν γνήσια. Όπως οι Ενάγοντες υποστήριξαν, η πώληση των μετοχών στον Εναγόμενο 2 «ήταν αμφίβολη προς την γνησιότητα της αφού θα ανέμενε κανείς ότι το τίμημα πώλησης των Μετοχών έπρεπε να είναι πολύ ψηλότερο από €5.000 δεδομένης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής Θυγατρικής» (παρ. 47(i) ένορκης δήλωσης ΓΧ1) καθώς και ότι «τονίζω για ακόμη μια φορά το πόσο εξευτελιστική είναι η τιμή που δήθεν αγοράζει τις μετοχές ο Εναγόμενος 2, δηλαδή €5.000. Δεδομένης της αξίας των περιουσιακών στοιχείων της Πολωνικής Θυγατρικής, τα οποία έμμεσα ανήκουν στην Εταιρεία, το τίμημα πώλησης έπρεπε να ήταν πολύ μεγάλο.» (παρ. 84 ένορκης δήλωσης ΓΧ1). Κατά την κρίση μου δεν αποκαλύφθηκε το γεγονός ότι η αξία των μετοχών δεν συναρτάτο μόνο με τα περιουσιακά στοιχεία της εταιρείας αλλά και με τις υποχρεώσεις της οι οποίες υπερέβαιναν τα περιουσιακά της στοιχεία.
Στη ΣΕΔ τους οι Ενάγοντες παραδέχονται ότι τα βιβλία της Qtank δείχνουν ότι οι υποχρεώσεις υπερβαίνουν τα περιουσιακά στοιχεία αλλά προσπαθούν να δώσουν διάφορες εξηγήσεις σχετικά με την πραγματική αξία. Υποστηρίζουν ότι η γη που κατέχει η Qtank έχει μεγαλύτερη αξία από αυτή που αναγράφεται στις οικονομικές καταστάσεις και ότι κάποιες από τις υποχρεώσεις πρέπει να τύχουν διαφορετικής αξιολόγησης, με αποτέλεσμα η εικόνα να μην είναι αυτή που αναφέρεται στην ΕΔ του Εναγομένου 2 που την υποστηρίζει. Η θέση αυτή, η οποία αντικρούστηκε, δεν θεραπεύει την ελλιπή εικόνα που δόθηκε στο Δικαστήριο. Όφειλαν οι Ενάγοντες να τη θέσουν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά το μονομερές στάδιο για να υπάρχει σφαιρική εικόνα ως προς την οικονομική κατάσταση της Qtank.
Συναφές με τα πιο πάνω είναι και το γεγονός ότι δεν αποκαλύφθηκε ότι η πώληση των μετοχών της Ενάγουσας 1 της Qtank στην Equity Capital (Βλ. Τεκμήριο ΙΣ3), ήταν σε τιμή ίση με την ονομαστική αξία των μετοχών. Οι Ενάγοντες είχαν την υποχρέωση, όταν επικαλούνταν ότι η τιμή των €5.000 (δηλαδή η ονομαστική αξία των μετοχών) στο Τεκμήριο ΧΓ19 είναι «εξευτελιστική» για να οικοδομήσουν το επιχείρημα της μη γνήσιας συναλλαγής, να αποκαλύψουν ότι και η Ενάγουσα 1 είχε προβεί σε πώληση της Qtank σε τιμή που αντιστοιχούσε στην ονομαστική αξία των μετοχών, και να δώσουν τότε τα επιχειρήματα που επικαλούνται στη ΣΕΔ Γεωργίου, ούτως ώστε το Δικαστήριο να μπορεί να κρίνει τον ισχυρισμό με γνώμονα την σφαιρική εικόνα των γεγονότων.
3.Μη Αποκάλυψη των Θέσεων της Εναγόμενης 1
Στην ένορκη δήλωση στην αίτηση δεν έγινε οποιαδήποτε αναφορά στις επικοινωνίες της Εναγόμενης 1 με τους κ.κ. Aik Arakelian και Marek Wronka, (ηλεκτρονικά μηνύματα ημερ. 28/4/2025, 30/4/2025, 7/7/2025, 12/7/2025, 4/8/2025), το περιεχόμενο των οποίων εξειδικεύεται πιο πάνω, ενώ στην εν λόγω επικοινωνία η Εναγόμενη 1 έθεσε, μεταξύ άλλων, τις θέσεις της σε σχέση με την παρούσα διαφορά καθώς και σε σχέση με την παράνομη απομάκρυνση της από διαχειρίστρια της Ενάγουσας 2 και ή την παράνομη απόκτηση της Ενάγουσας 2.
Όπως υποδεικνύεται στο σύγγραμμα Gee on Commercial Injunctions 7th Ed., par. 9-006:
“Facts relevant to the strength or weakness of the case on the merits should be put before the court. A thorough check should be made to ensure that all defences actually raised by the defendant are identified and fairly summarised in the affidavit.”
Οι Ενάγοντες όφειλαν να αναφέρουν στο Δικαστήριο κατά το μονομερές στάδιο τις θέσεις τις οποίες είχε προβάλει η Εναγόμενη 1 πριν την καταχώριση της Αίτησης αναφορικά με τα επίδικα θέματα. Δεν είναι, με όλο το σέβας, ορθή η θέση του συνηγόρου των Αιτητών ότι «τίποτε δεν θα άλλαζε αν αυτή η αλληλογραφία αποκαλυπτόταν». Η γνώση της ύπαρξης μιας διαμορφωμένης θέσης της Εναγόμενης 1 θα αποτελούσε αποφασιστικό παράγοντα κατά την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για την έκδοση ή μη των διαταγμάτων σε μονομερή βάση.
Χωρίς να χρειαστεί να υπεισέλθω στα όσα περαιτέρω οι Καθ’ ων η αίτηση ισχυρίζονται ότι απεκρύβησαν ή παραπλάνησαν, όπως η παρερμηνεία του ηλεκτρονικού μηνύματος ημερ.14/5/25, η μη αποκάλυψη της καταδίκης του Arsen Owsepian, η μη επάρκεια της συμφωνίας 6/3/25, η δέουσα επιμέλεια από τον Εναγόμενο 2, κρίνω ότι με βάση τα όσα λέχθηκαν πιο πάνω και μόνο, οι Αιτητές απέκρυψαν ουσιώδη γεγονότα στο στάδιο της εξέτασης μονομερώς της αίτησης.
Ως λόγος ένστασης ηγέρθη και το ζήτημα του επείγοντος. Στην υπόθεση Χρίστος Ανδρέου v. Olympic Insurance Company Ltd, πιο πάνω, επιβεβαιώθηκε η μέχρι πρότινος νομολογία. Λέχθηκαν τα ακόλουθα:
«Από τη στιγμή που το ζήτημα είχε εγερθεί και ήταν αντικείμενο της αίτησης, τότε ανεξαρτήτως της έκδοσης μονομερώς του διατάγματος, το πρωτόδικο Δικαστήριο όφειλε να εξετάσει εκ νέου κατά πόσο πράγματι συνέτρεχε το στοιχείο του κατεπείγοντος που να δικαιολογούσε τη μονομερή του έκδοση. Σε περίπτωση που διαπίστωνε ότι δεν ικανοποιείτο το επείγον, τότε έπρεπε να προχωρήσει, δίχως άλλο, σε ακύρωση του. Αυτή η εξουσία, ακόμη και αυτεπάγγελτη, του Δικαστηρίου περιγράφεται στις υποθέσεις Stavros Hotels Apartments Ltd κ.ά. (Αρ. 1) (1994) 1 Α.Α.Δ. 389 και Aspis Liberty Life Insurance Public Co Ltd v. Σιακατίδου (2014) 1(Α) Α.Α.Δ. 637 . Στην τελευταία μάλιστα υπόθεση το Εφετείο επέκρινε ξανά την ευκολία με την οποία πρωτόδικα εκδίδονταν διατάγματα μονομερώς χωρίς την εξέταση του κατά πόσο συνέτρεχε το στοιχείο του επείγοντος για την έκδοση τους. Το ακόλουθο απόσπασμα είναι διαφωτιστικό:
«Έχει επικριθεί επανειλημμένως από το Εφετείο το οποίο είχε κατακρίνει την ευκολία με την οποία εκδίδονται διατάγματα επί μονομερούς αίτησης ως θέμα συνήθους τακτικής, χωρίς εκείνο τον ιδιαίτερο προβληματισμό που η φύση του θέματος απαιτεί για να καταδειχθεί αν πράγματι το ζήτημα είναι επείγον έτσι «που να παραγνωρίζεται θεμελιακή σημασία του κατεπείγοντος ως δικαιοδοτικού όρου, τακτική μάλιστα που απολήγει συχνά σε εξευτελισμό της διαδικασίας αφού με δεδομένη πλέον την έκδοση του διατάγματος ex parte η τελική κρίση παρατείνεται αδικαιολογήτως,» (Αμβροσιάδου (ανωτέρω)). Το κατεπείγον ως δικαιοδοτικός όρος μπορεί να κρίνεται και στα πλαίσια της έφεσης κατά της απόφασης οριστικοποίησης του, εφόσον μάλιστα είχε εγερθεί και πρωτοδίκως και εγείρεται κατ' έφεση (Vuitton ν. Δερμοσάκ Λτδ κ.ά. (1992) 1 Α.Α.Δ. 1453, 1462).
Ένα Δικαστήριο όταν επιλαμβάνεται μονομερούς αίτησης και παραχωρεί το διάταγμα δύναται να επανεξετάσει μετά από καταχώριση σχετικής ένστασης όλα τα ζητήματα, συμπεριλαμβανομένου και του ζητήματος του χρόνου, ως στοιχείο που εμπίπτει στα πλαίσια της δικαιοδοσίας του, ώστε να καταλήξει να επικυρώσει ή να ακυρώσει ένα διάταγμα υπό το φως του συνόλου των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον του και από τους δύο πλέον διαδίκους.»»
Στη βάση των πιο πάνω λεχθέντων, έχοντας διαπιστώσει ότι στην προκειμένη περίπτωση κατά το στάδιο που το Δικαστήριο επιλήφθηκε της αίτησης των Αιτητών στην παρουσία μόνο των τελευταίων παρουσιάστηκε σε σχέση με ουσιώδεις πτυχές της μια ελλιπής εικόνα των γεγονότων, και ειδικότερα αφού ο λόγος που επικαλέστηκαν οι Αιτητές για να ικανοποιήσουν το επείγον του αιτήματος ουσιαστικά δεν υπήρχε, αυτό είχε ως αποτέλεσμα να στερήσει από το Δικαστήριο την ευκαιρία να προγραμματίσει και να χειριστεί την υπόθεση ακούγοντας προηγουμένως και τις δύο πλευρές, εξισορροπώντας τα εκατέρωθεν δικαιώματα και τους κινδύνους κάθε πλευράς. Πρόσθετα, το Δικαστήριο οδηγήθηκε στο να εκδώσει ένα διάταγμα το οποίο δημιούργησε συνθήκες πίεσης για το ίδιο αλλά, κυρίως, για την άλλη πλευρά (Βλ. CMK METAL CONSTRACTION LIMITED κ.α., Πολιτική Aίτηση Αρ. 138/2018, 7/11/2018).
Από τη στιγμή που ο κίνδυνος που επικαλέστηκαν οι Αιτητές είχε ήδη αντιμετωπιστεί από τους ίδιους με τη μεταβίβαση στην Equity Capital , η ανάγκη για μονομερή παρέμβαση του Δικαστηρίου δεν υφίστατο.
Ως αποτέλεσμα των πιο πάνω διαπιστώσεων, λαμβανομένης υπόψη της αρχής ότι ιδιαίτερα σε σχέση με το θέμα του κατεπείγοντος η μη αποκάλυψη θεωρείται ως είδος εξαπάτησης γι’ αυτό και προκαλεί τόσο σοβαρές συνέπειες, όπως την ακύρωση του διατάγματος, η απόρριψη της αίτησης και η ακύρωση των εκδοθέντων Διαταγμάτων είναι αναπόφευκτη, καθιστώντας έτσι περιττή την ενασχόληση με το κατά πόσο πληρούνταν ή όχι οι προϋποθέσεις έκδοσης τους. Κρίνω ότι οι Αιτητές ήταν ένοχοι σημαντικής απόκρυψης ουσιωδών γεγονότων, τα οποία αν αποκάλυπταν θα μετέδιδαν στο Δικαστήριο μία πολύ διαφορετική εικόνα από αυτή που μετέδωσαν όταν προσέφυγαν μονομερώς για τη χορήγηση των επίδικων διαταγμάτων, η οποία πολύ πιθανό να επηρέαζε την διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου στη χορήγηση ή όχι μονομερώς των επίδικων Διαταγμάτων.
Για όλους τους πιο πάνω λόγους συνεπώς, κρίνω ότι δεν δικαιολογείται η οριστικοποίηση των εκδοθέντων διαταγμάτων της 10/9/25 τα οποία και ακυρώνονται. Η αίτηση δε ίδιας ημερομηνίας (Εντυπο 34) απορρίπτεται.
Όσον αφορά τα έξοδα της διαδικασίας, αυτά, ως είναι και ο γενικός κανόνας, επιδικάζονται υπέρ των Καθ’ ων η αίτηση και εναντίον των Αιτητών. Το ποσό των εξόδων θα καθοριστεί από το Δικαστήριο με συνοπτικό υπολογισμό στη βάση της Κ 39 εδάφιο 7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023.
(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Πιστόν Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο