ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
ΕΝΩΠΙΟΝ: Χ. Σατσιά, Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 2799 / 2018
Μεταξύ:
MAVE TRADING COMPANY LTD
Ενάγουσα
και
M & C BUILDTECH LIMITED
Εναγόμενη
Ημερομηνία: 31.03.2026
Εμφανίσεις:
Για Ενάγουσα: Λούκας & Βίας Λ. Παρπαρίνος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Εναγόμενη: κα Μ. Νικολάου Πετρίδη για Χρίστος Πατσαλίδης Δ.Ε.Π.Ε.
ΑΠΟΦΑΣΗ
Α. ΕΙΣΑΓΩΓΗ
1. Δια της παρούσης αγωγής, η Ενάγουσα αξιώνει εναντίον της Εναγόμενης το ποσό των €6.000, πλέον νόμιμο τόκο και έξοδα, το οποίο κατά τους ισχυρισμούς της οφείλεται σε αυτήν δυνάμει πωληθέντων και/ή παραδοθέντων εμπορευμάτων / ειδών αλουμινίου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού.
Β. ΔΙΚΟΓΡΑΦΗΜΕΝΟΙ ΙΣΧΥΡΙΣΜΟΙ
2. Σύμφωνα με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης οι διάδικοι είχαν συνεργασία στο πλαίσιο της οποίας η Ενάγουσα πωλούσε και παρέδιδε είδη αλουμινίου στην Εναγόμενη σε τιμές οι οποίες συμφωνούνταν μεταξύ τους και η Εναγόμενη είχε την υποχρέωση να πληρώνει την Ενάγουσα.
3. Η Ενάγουσα για την εκάστοτε πώληση εμπορευμάτων εξέδιδε στο όνομα της Εναγόμενης τιμολόγια και/ή δελτία αποστολής τα οποία η Εναγόμενη παραλάμβανε και/ή υπέγραφε και/ή αποδέχτηκε και/ή ουδέποτε αμφισβήτησε. Την 24.06.2011 ο χρεωστικός λογαριασμός της Εναγόμενης έδειχνε το ποσό των €6.000 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Παρατίθεται πίνακας με τις διάφορες χρεοπιστώσεις στον οποίο αναφέρεται ότι χρεώθηκε συνολικά το ποσόν των €23.000 ενώ πιστώθηκε το ποσόν των €17.000.
4. Η Εναγόμενη παρέλαβε τα εμπορεύματα και ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε ή τα απέρριψε. Παρά τις επανειλημμένες οχλήσεις της Ενάγουσας προς την Εναγόμενη, η τελευταία εξακολουθεί να οφείλει το ποσό των €6.000.
5. Η Εναγόμενη στην Υπεράσπιση της παραδέχεται ότι υπήρξε συνεργασία μέχρι το 2011 και κατά τον τερματισμό της συνεργασίας τους δεν υπήρχε οποιοδήποτε χρεωστικό υπόλοιπο διότι η Εναγόμενη είχε εξοφλήσει τα εμπορεύματα που της είχε παραδώσει η Ενάγουσα.
6. Σε σχέση με τους όρους συνεργασίας των μερών η Εναγόμενη ισχυρίζεται ότι:
6.1 Υπήρχε ρητός και/ή εξυπακουόμενος όρος ότι τα αγαθά δεν θα ήταν ελαττωματικά, θα ήταν αποδεκτής ποιότητας, κατάλληλα και λειτουργικά,
6.2 Η Ενάγουσα θα αντικαθιστούσε ή θα επιδιόρθωνε τα ελαττωματικά αγαθά ή θα αποζημίωνε την Εναγόμενη,
6.3 Οι χρεώσεις θα έπρεπε να ανταποκρίνονται και/ή να συνάδουν με την προσφορά για το εκάστοτε έργο.
7. Η Εναγόμενη εξόφλησε πλήρως την Ενάγουσα για τα αγαθά με τα οποία την προμήθευσε. Αποδεχόταν τις χρεώσεις στο μέτρο που συνάδουν με τις προσφορές οι οποίες είχαν γίνει αποδεκτές από την Εναγόμενη νοουμένου ότι τα αγαθά ήταν αποδεκτής ποιότητας. Σε κάθε περίπτωση, όμως δεν παραμένει κανένα υπόλοιπο.
8. Περαιτέρω, αναφέρει η Εναγόμενη στην παρ. 9 της Υπεράσπισής της ότι ουδέποτε υπέγραψε ή αποδέχθηκε τα τιμολόγια της Ενάγουσας που αναφέρονται στην παρ. 4 της Έκθεσης Απαίτησης και προβάλλει τον ισχυρισμό ότι αυτά και/ή μέρος αυτών είναι κατασκευασμένα και/ή δεν ανταποκρίνονται στην προσφορά ή οποία είχε γίνει αποδεκτή και/ή οι χρεώσεις δεν είναι σωστές και/ή δεν ανταποκρίνονται σε αγαθά τα οποία παραδόθηκαν.
9. Περαιτέρω, αναφέρεται ότι ουδέποτε οχλήθηκε από την Ενάγουσα για την ύπαρξη οποιουδήποτε χρεωστικού υπολοίπου.
10. Ισχυρίζεται επίσης ότι ένεκα του τερματισμού της συνεργασίας των μερών, η Ενάγουσα κατασκεύασε τιμολόγιο ενώ ήταν πλήρως εξοφλημένη, εκδικητικά και εκ των υστέρων για εργασίες οι οποίες είχαν ήδη εξοφληθεί. Αναφέρει δε ότι «Λεπτομέρειες θα δοθούν κατά τη δικάσιμο».
11. Η Εναγόμενη υπέβαλε τα παράπονα της προς την Ενάγουσα για τις αντισυμβατικές της πρακτικές, τις υπερχρεώσεις και το υποδεέστερο της ποιότητας των αγαθών με τα οποία την είχε προμηθεύσει, καίτοι η Ενάγουσα την αγνόησε και προχώρησε με την παρούσα αγωγή εκδικητικά. Επίσης η Ενάγουσα κωλύεται να αξιώνει οποιοδήποτε ποσό καθότι ουδέποτε προηγουμένως αξίωσε το ποσό το οποίο ζητά με την παρούσα αγωγή.
12. Λόγω της διασάλευσης των σχέσεων των διαδίκων και τον τερματισμό της συνεργασίας τους η Ενάγουσα «κατασκεύασε τιμολόγιο/α και/ή απέκρυψε και/ή δεν καταχώρισε και/ή δεν πίστωσε δεόντως πληρωμή της Εναγόμενης και ήγειρε την παρούσα αγωγή εκδικητικά».
13. Από τις δικογραφημένες θέσεις των διαδίκων, προκύπτει ότι είναι κοινώς αποδεκτό το ότι υπήρχε συνεργασία μεταξύ των διαδίκων και ότι η Ενάγουσα προμήθευσε την Εναγόμενη με αγαθά ήτοι, είδη αλουμινίου.
Γ. ΜΑΡΤΥΡΙΑ Η ΟΠΟΙΑ ΠΡΟΣΑΧΘΗΚΕ
14. Για την Ενάγουσα έδωσαν μαρτυρία οι κύριοι Εφραίμ Μαχαιρίτης (ΜΕ1) και Κώστας Σάββα (ΜΕ2). Για την Εναγόμενη έδωσε μαρτυρία ένας μάρτυρας, ο κύριος Μενέλαος Κωνσταντινίδης (ΜΥ1).
15. Σημειώνω σε αυτό το στάδιο ότι το σύνολο της μαρτυρίας βρίσκεται καταγεγραμμένο στα πρακτικά της διαδικασίας, έχει τύχει προσεκτικής μελέτης και το έχω λάβει υπόψιν μου. Δεδομένου ότι οι αρχές οι οποίες διέπουν την αιτιολόγηση δικαστικών αποφάσεων δεν επιβάλλουν την επανάληψη του συνόλου της μαρτυρίας ή την αναφορά σε κάθε επιμέρους πτυχή αυτής, θα προσπαθήσω να περιοριστώ σε μια συνοπτική αναφορά στα ουσιώδη σημεία της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα.
i. ΜΕ1 – Εφραίμ Μαχαιρίτης
16. Ο ΜΕ1 είναι ο Διευθυντής της Ενάγουσας. Στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Α.
17. Στο Έγγραφο Α αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
17.1 Από το 2008 η Ενάγουσα προμήθευε την Εναγόμενη με είδη αλουμινίου σε τιμές οι οποίες συμφωνούνταν μεταξύ τους.
17.2 Εξήγησε τη διαδικασία η οποία ακολουθείτο στο πλαίσιο της συνεργασίας τους. Μετά τη σύναψη συμφωνίας και υποβολή παραγγελίας, δίδονταν οδηγίες στο εργοστάσιο για την ετοιμασία της παραγγελίας. Η Εναγόμενη κατέβαλλε κάποιο ποσό μέχρι την ολοκλήρωση του σχεδιασμού και της κατασκευής των προϊόντων. Τα προϊόντα παραδίδονταν προς την Εναγόμενη ταυτόχρονα με το σχετικό αναλυτικό τιμολόγιο το οποίο περιείχε όλες τις λεπτομέρειες όπως τον κωδικό πελάτη, περιγραφή εμπορευμάτων, ποσότητα, τιμή, διαστάσεις, τυχόν έκπτωση και το τελικό ποσό προς πληρωμή. Το τιμολόγιο υπογραφόταν από την Εναγόμενη μέσω των αντιπροσώπων ή υπαλλήλων της οι οποίοι το παραλάμβαναν μαζί με τα εμπορεύματα.
17.3 Η Ενάγουσα άνοιξε σχετικό λογαριασμό σε σχέση με την Εναγόμενη η οποία είχε τον κωδικό πελάτη ΑΑ0548 ο οποίος εμφανιζόταν σε όλα τα τιμολόγια τα οποία εκδίδονταν στο όνομα της. Στην κατάσταση λογαριασμού εμφανιζόταν το υπόλοιπο το οποίο όφειλε ο εκάστοτε πελάτης της Ενάγουσας ανά πάσα στιγμή με βάση τις παραγγελίες του.
17.4 Η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη την πώληση διαφόρων ειδών αλουμινένιων παραθύρων και θυρών και σταθερής κεντρικής θύρας.
17.5 Μετά την κατάρτιση της συμφωνίας η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα στις 24.10.2008 το ποσό των €3.000 με επιταγή, στις 12.02.2009 το ποσό των €3.000 σε μετρητά και στις 25.09.2009 το ποσό των €6.000 με τραπεζική επιταγή.
17.6 Με την παράδοση των εμπορευμάτων στις 28.12.2009 η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο με αρ. 4076 για το συνολικό ποσό των €23.000 (Τεκμήριο 2).
17.7 Μετά την έκδοση του τιμολογίου η Εναγόμενη προέβη σε δύο πληρωμές: την 30.04.2010 πλήρωσε το ποσό των €4.000 με μετρητά και στις 24.06.2011 πλήρωσε το ποσό των €1.000 με τραπεζική επιταγή.
17.8 Οι προαναφερόμενες πληρωμές συμποσούνται σε €17.000. Παρέμεινε το ποσό των €6.000 ως οφειλόμενο υπόλοιπο. Ως Τεκμήριο 3 κατατέθηκαν οι πέντε αποδείξεις είσπραξης τις οποίες εξέδωσε η Ενάγουσα για τις προαναφερόμενες πληρωμές.
17.9 Η Εναγόμενη παρέλαβε τα εμπορεύματα τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 στους χρόνους και στις τιμές που είχαν συμφωνηθεί μεταξύ των μερών και η Εναγόμενη ουδέποτε διαμαρτυρήθηκε για την ποιότητα τους ή για τις τιμές, οι οποίες σε κάθε περίπτωση είχαν συμφωνηθεί.
17.10 Τηλεφώνησε πολλές φορές στον Διευθυντή της Εναγόμενης για να τον υπενθυμίσει για το οφειλόμενο υπόλοιπο, ωστόσο η Εναγόμενη αρνείται να πληρώσει οποιοδήποτε ποσό.
17.11 Ως Τεκμήριο 4 κατέθεσε κατάσταση λογαριασμού της Εναγόμενης ημερ. 28.09.2018.
18. Ο ΜΕ1 διευκρίνισε ότι οι αποδείξεις είσπραξης (Τεκμήριο 3) είναι υπογραμμένες από τον ίδιο και ότι το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) υπογράφηκε «από τον Εναγόμενο». Σχολιάζοντας τους ισχυρισμούς της Εναγόμενης, ο ΜΕ1 απέρριψε τον ισχυρισμό ότι έχει εξοφληθεί το υπόλοιπο και διερωτήθηκε γιατί εξόφλησε η Εναγόμενη εφόσον ισχυρίζεται ότι είχαν πρόβλημα τα εμπορεύματα;
19. Κατά την αντεξέταση του ερωτήθηκε εάν για κάθε παράδοση προϊόντων εκδιδόταν τιμολόγιο και ο ΜΕ1 επέμεινε στο ότι ένα τιμολόγιο εκδίδεται και αυτό λαμβάνει χώρα κατά την περάτωση των εργασιών της Ενάγουσας στο έργο. Δεν γνωρίζει πόσες παραδώσεις προϊόντων έγιναν στο πλαίσιο της συνεργασίας τους. Συμφώνησε ότι η παράδοση και εγκατάσταση των προϊόντων γινόταν τμηματικά. Δεν θυμόταν πότε έγινε η τελευταία εργασία αλλά ανέφερε ότι λογικά ήταν την μέρα που αναφέρεται στο τιμολόγιο – Τεκμήριο 2 – ή εν πάση περιπτώσει εκείνη την περίοδο.
20. Υποβλήθηκε ότι το έργο είχε ολοκληρωθεί τον Ιούνιο του 2009 και όχι στις 28.12.2009 ημερομηνία του Τεκμηρίου 2, θέση με την οποία διαφώνησε ο μάρτυρας.
21. Εξήγησε γιατί η πρακτική της Ενάγουσας είναι να εκδίδει τα τιμολόγια στο τέλος της εργασίας της δηλαδή την τελευταία μέρα της εγκατάστασης των αλουμινίων. Ανέφερε ότι ήταν ο ίδιος ο οποίος χειριζόταν την έκδοση τιμολογίων και τις εισπράξεις.
22. Επίσης ανέφερε ότι τυχόν εκπτώσεις θα αναφέρονταν στο τιμολόγιο. Απέρριψε την υποβολή ότι είχε συμφωνήσει σε έκπτωση ύψους €1.000. Περαιτέρω, απέρριψε τη θέση ότι η Εναγόμενη εξόφλησε την Ενάγουσα.
23. Διευκρίνισε ότι ο ίδιος δεν υπέγραψε το τιμολόγιο. Υποβλήθηκε ότι η υπογραφή κάτω από την πρόταση «δια τον πελάτη» στο Τεκμήριο 2 δεν είναι του διευθυντή της Εναγόμενης. Ο ΜΕ1 επέμεινε ότι τα προϊόντα παραλήφθηκαν από την Εναγόμενη και κάποιος υπέγραψε το τιμολόγιο για την Εναγόμενη χωρίς όμως να μπορεί να γνωρίζει ποιος.
24. Απέρριψε τον ισχυρισμό ότι η αγωγή είναι εκδικητική και επέμεινε ότι ζήτησε πολλές φορές από τον διευθυντή της Εναγόμενης να εξοφλήσει την Ενάγουσα.
ii. ME2 – Κώστας Σάββα
25. O ME2 είναι ορκωτός λογιστής εγγεγραμμένος στον ΣΕΛΚ και είναι ο ελεγκτής της Ενάγουσας. Διατηρεί συνεργασία με την Ενάγουσα από το 1992 και γνωρίζει πολύ καλά τις πρακτικές τις οποίες ακολουθεί η Ενάγουσα με τους πελάτες της περιλαμβανομένης και της Εναγόμενης.
26. Ως μέρος της κυρίως εξέτασης του ετοίμασε γραπτή δήλωση η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Β.
27. Ανέφερε, μεταξύ άλλων ότι για κάθε πελάτη της η Ενάγουσα διατηρεί σχετικό κωδικό αρ. πελάτη / αρ. λογαριασμού και κατάσταση λογαριασμού στη οποία φαίνεται ανά πάσα στιγμή το υπόλοιπο του πελάτη.
28. Σε σχέση με την Εναγόμενη εκδόθηκε το τιμολόγιο αρ. 4076, ημερ. 28.12.2009 για το ποσό των €23.000 (Τεκμήριο 2). Παραθέτει τις πληρωμές στις οποίες προέβη η Εναγόμενη και καταλήγει στο ότι οφείλεται το ποσόν των €6.000. Ακολούθως, παραθέτει τους αριθμούς αποδείξεων τις οποίες εξέδωσε η Ενάγουσα οι οποίες ανταποκρίνονται στις πληρωμές τις οποίες έλαβε (Τεκμήριο 3). Αναφερόμενος στην κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) καταλήγει ότι η Εναγόμενη οφείλει €6.000 στην Ενάγουσα.
29. Κατά την αντεξέταση ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι δεν είναι λογιστής της Ενάγουσας αλλά ελεγκτής. Επίσης ανέφερε ότι αντλεί τη γνώση του από τα βιβλία της Ενάγουσας παρακολουθώντας τις κινήσεις των λογαριασμών και αν υπάρχουν υπόλοιπα αυτά περιλαμβάνονται στις οικονομικές καταστάσεις της Ενάγουσας.
30. Όταν ερωτήθηκε για το κατά πόσον μπορεί να γνωρίζει εάν μια πληρωμή δεν καταχωριστεί στα βιβλία της εταιρείας, ο ΜΕ2 ανέφερε ότι ο έλεγχος που διενεργούν είναι δειγματοληπτικός.
31. Υποβλήθηκαν ερωτήσεις σε σχέση με το ότι το τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) εκδόθηκε μετά την λήψη πληρωμών. Ο ΜΕ2 διευκρίνισε ότι στις αποδείξεις που εκδόθηκαν αναφέρεται ο κωδικός του πελάτη και με αυτόν τον τρόπο μπορεί να γίνει η συσχέτιση μεταξύ της πληρωμής και του πελάτη προς τον οποίο εκδίδεται το τιμολόγιο. Σε σχέση με τις υπογραφές επί του τιμολογίου ο ΜΕ2 ανέφερε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει.
32. Υποβλήθηκε ότι δεν είναι σε θέση να αναφέρει με βεβαιότητα εάν η Εναγόμενη οφείλει όντως χρήματα στην Ενάγουσα. Ο ΜΕ2 επέμεινε ότι με βάση τον έλεγχο που έχει διενεργήσει το υπόλοιπο των €6.000 παραμένει από την ημερομηνία που φαίνεται στην κατάσταση λογαριασμού.
iii. ΜΥ1 – Μενέλαος Κωνσταντινίδης
33. Ο κος Κωνσταντινίδης είναι Διευθυντής της Εναγόμενης. Ως μέρος της κυρίως εξέτασής του ο ΜΥ1 υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης την οποία ετοίμασε και η οποία κατατέθηκε ως Έγγραφο Γ.
34. Στο Έγγραφο Γ αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι:
34.1 Η Εναγόμενη ασχολείτο με την ανάπτυξη γης, την αγορά και μεταπώληση ακινήτων και κατασκευή κτιρίων.
34.2 Όταν συστάθηκε η Εναγόμενη την 30.12.2005 μέχρι και την 27.10.2006 ένας εκ των διευθυντών της ήταν και ο Ανδρέας Μαχαιρίτης, ο οποίος είναι υιός του ΜΕ1, και ήταν πολύ καλός του φίλος.
34.3 Από τη σύσταση της Εναγόμενης μέχρι την ημέρα που κατέθεσε ο ΜΥ1 το μοναδικό έργο το οποίο διεκπεραίωσε η Εναγόμενη ήταν η ανέγερση μίας πολυκατοικίας στον Αρχάγγελο.
34.4 Κατά τη σύσταση της Εναγόμενης οι μέτοχοι και διευθυντές (ήτοι ο ΜΥ1, η εταιρεία Costas & Anna Maria Entertainment Ltd και ο Ανδρέας Μαχαιρίτης) έπρεπε να καταβάλουν προς την Εναγόμενη χρήματα σε σχέση με την αποπληρωμή των μετοχών που έλαβε ο κάθε ένας για σκοπούς χρηματοδότησης των εργασιών της. Η εταιρεία Costas & Anna Maria Entertainment Ltd διαγράφηκε από το μητρώο του Εφόρου Εταιρειών το 2021 (Τεκμήριο 6).
34.5 Για την ανέγερση της πολυκατοικίας στον Αρχάγγελο η Εναγόμενη συνεργάστηκε με την Ενάγουσα σε σχέση με τα είδη αλουμινίου, δεδομένης της σχέσης του ΜΥ1 με τον Ανδρέα Μαχαιρίτη και τον ΜΕ1.
34.6 Ζητήθηκε προσφορά για θύρες, παράθυρα και κουφώματα αλουμινίου. Λόγω της σχέσης μεταξύ των μερών είχαν συμφωνήσει τις τιμές «με επιπλέον έκπτωση περί τα €1.000 ανά παραγγελία με την αποπεράτωση του έργου και εξόφληση της Ενάγουσας».
34.7 Στην παράγραφο 8 του Εγγράφου Γ αναφέρει ότι «Για κάθε παραγγελία εκ της προσφοράς που παραδιδόταν, η Εναγόμενη κατέβαλλε την αξία των παραδοθέντων προϊόντων προς την Ενάγουσα.» Καθ’ όλη τη διάρκεια των συναλλαγών τους η Ενάγουσα δεν εξέδιδε τιμολόγια . Τους παρέδιδε τμηματικά τα προϊόντα της προσφοράς ενώ η πληρωμή γινόταν έναντι της συνολικά συμφωνημένης τιμής της προσφοράς. Η Ενάγουσα εξέδιδε απόδειξη για το ποσό που καταβαλλόταν, ποτέ όμως σχετικό τιμολόγιο.
34.8 Ο Ανδρέας Μαχαιρίτης αποχώρησε από την Εναγόμενη για διάφορους λόγους.
34.9 Όταν το έργο ολοκληρώθηκε παρέμεινε οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους €6.000 για την τελευταία παράδοση προϊόντων. Για την εξόφληση του υπολοίπου τον προσέγγισε ο Ανδρέας Μαχαιρίτης. Δεδομένης της έκπτωσης των €1.000 παρέμεινε υπόλοιπο €5.000.
34.10 Σε αυτό το σημείο πρέπει να αναφερθεί ότι ο ισχυρισμός του ΜΥ1 ήταν ότι το υπόλοιπο των €5.000 εξοφλήθηκε με μια επιταγή της ALPHA BANK CYPRUS με αρ. 18847910, 30.11.2010 την οποία εξέδωσε κάποια εταιρεία KOUMIDES PRODUCTIONS LTD προς την Costas & Anna Maria Entertainment Ltd. Την επιταγή την παρέδωσε ο Κώστας Δήμου προς τον ΜΥ1 κα ακολούθως ο ίδιος την παρέδωσε προς τον Ανδρέα Μαχαιρίτη. Ο Ανδρέας Μαχαιρίτης υπέγραψε τη φωτοτυπία της επιταγής ως απόδειξη ότι το ποσό καταβλήθηκε. Μεταξύ τους υπήρχε καλή σχέση και συνεργασία και δεν έδωσε ιδιαίτερη σημασία σε σχέση με το ότι δεν του έδωσε απόδειξη.
34.11 Τα όσα αναφέρονται στην πιο πάνω παράγραφο δεν επιτράπηκε να περιληφθούν στη δήλωση του ΜΥ1 δεδομένου του ότι το Δικαστήριο θεώρησε πως δεν καλύπτονταν από τη δικογραφία. Στην Υπεράσπιση υπήρχαν ισχυρισμοί ότι τα προϊόντα ήταν ελαττωματικά, ότι υπήρξαν υπερχρεώσεις και ο γενικός ισχυρισμός ότι είναι πλήρως εξοφλημένη η Ενάγουσα. Δεν δικογραφήθηκε το ότι εξοφλήθηκε με επιταγή μιας τρίτης εταιρείας την οποία έδωσε ο ΜΥ1 στον Ανδρέα Μαχαιρίτη την οποία συμπλήρωσε και έθεσε το όνομα της Ενάγουσας ως δικαιούχο της επιταγής. Το Δικαστήριο θεώρησε ότι η Ενάγουσα βρέθηκε προ εκπλήξεως λόγω της μη συμπερίληψης της στην υπεράσπιση αυτού του, όπως παρουσιάστηκε, ουσιώδους ισχυρισμού.
34.12 Στον δε ονομαστικό κατάλογο μαρτύρων και σύνοψη μαρτυρίας της Εναγόμενης αναφέρεται ότι ο ΜΥ1 θα έδιδε μαρτυρία σε σχέση με «τα τιμολόγια, τα οποία πλαστογραφήθηκαν από την Ενάγουσα και/ή δεν ανταποκρίνονται στην προσφορά της Ενάγουσας και/ή θα κάνει αναφορά σε συγκεκριμένο έργο για το οποίο η Ενάγουσα υπερχρέωσε την εναγόμενη και/ή εκδικητικά εξέδωσε τιμολόγιο για τις εργασίες που είχαν εξοφληθεί. Θα δώσει μαρτυρία αναφορικά με τις προσφορές που ελάμβανε από την ενάγουσα και τις αποκλίσεις μεταξύ προσφοράς και τιμολογίων. Περαιτέρω, θα αναφερθεί στις επανειλημμένες οχλήσεις προς την Ενάγουσα σε σχέση με ελαττωματικά προϊόντα…».
34.13 Επομένως, οι ισχυρισμοί αυτοί αφού θεωρήθηκε ότι καταλάμβαναν την Ενάγουσα εξαπίνης δεν επιτράπηκε να κατατεθούν στο πλαίσιο του Εγγράφου Γ αν και σε μεταγενέστερο στάδιο τόσο κατά την κυρίως εξέταση του όσο κατά την αντεξέταση του ο ΜΥ1 τους επανέλαβε.
34.14 Ο ΜΥ1 περαιτέρω αναφέρει ότι θεωρούσε πως όλες οι υποχρεώσεις της Εναγόμενης έναντι της Ενάγουσας είχαν διευθετηθεί. Ποτέ δεν του αναφέρθηκε οτιδήποτε σε σχέση με εκκρεμότητες οικονομικής φύσης μεταξύ της Ενάγουσας και της Εναγόμενης. Η καταχώριση της αγωγής τον παραξένεψε αλλά δεν τον «ξένισε» καθότι στην πορεία των χρόνων προέκυψαν μεγάλες οικονομικές διαφορές μεταξύ των οικογενειών τους και οι δικαστικές διαμάχες έγιναν καθημερινό φαινόμενο.
34.15 Καταχωρίστηκαν, μεταξύ άλλων, και ποινικές υποθέσεις εναντίον του Ανδρέα Μαχαιρίτη από εταιρεία συμφερόντων του ΜΥ1. Η απόφαση της Ενάγουσας να εγείρει αυτήν την αγωγή παρότι είχε εξοφληθεί πλήρως με την επιταγή της ALPHA BANK ημερ. 31.11.2010 δείχνει την εκδικητικότητα της.
34.16 Η Ενάγουσα παρουσιάζει ένα και μοναδικό τιμολόγιο το οποίο εξεδόθη μόλις την 28.12.2009 ενώ είχαν ήδη γίνει πληρωμές προς την Ενάγουσα και αυτό ενισχύει την θέση ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε λογιστικά τα πράγματα όπως την βόλευαν. Σε καμία από τις 5 αποδείξεις που παρουσίασε ο ΜΕ1 δεν γίνεται αναφορά στο έργο ή στο τιμολόγιο. Με την ίδια λογική θα μπορούσε η Ενάγουσα να ισχυριστεί ότι οφείλεται ολόκληρο το ποσό των €23.000 που αναφέρεται στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) το οποίο εκδόθηκε σχεδόν ένα χρόνο από την έναρξη της συνεργασίας τους.
35. Ανέφερε επίσης κατά την κυρίως εξέταση του ότι:
35.1 Για το συγκεκριμένο έργο, το οποίο ήταν και το μοναδικό έργο της Εναγόμενης συμφώνησαν ότι τα αλουμίνια θα στοίχιζαν €23.000.
35.2 Το κτίριο ολοκληρώθηκε περί τα τέλη Νοεμβρίου 2009 δεδομένου του ότι θυμάται πως στις 14.1.2010 πέρασε από τον έλεγχο της ηλεκτρικής.
35.3 Το τιμολόγιο δεν το υπέγραψε ο ίδιος και δεν υπήρχε οποιοσδήποτε εξουσιοδοτημένος υπάλληλος ο οποίος θα μπορούσε να υπογράψει εκ μέρους του.
35.4 Σε σχέση με την κατάσταση λογαριασμού Τεκμήριο 4 συμφωνεί με τη χρέωση για το ποσό των €23.000 που ανταποκρίνεται στο τιμολόγιο (Τεκμήριο 2), προσθέτοντας αυτολεξεί «από εδώ λείπει ακόμα ένα ποσό το οποίο έχω δώσει εγώ προσωπικά με επιταγή στον Ανδρέα Μαχαιρίτη ο οποίος ήταν και ο συνέταιρος μας και εργαζόταν στη εταιρεία ΜΑVE.»
35.5 Είχαν συμφωνήσει σε μια πολιτική πως για κάθε έργο θα γινόταν έκπτωση της τάξης των €1000.
35.6 Την επιταγή την συμπλήρωσε ο Ανδρέας Μαχαιρίτης μπροστά του, ακολούθως την εκτύπωσε και τον έβαλε να υπογράψει ότι την παρέλαβε.
36. Κατά την αντεξέτασή του ανέφερε, μεταξύ άλλων, πως παρέλαβε τα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο τιμολόγιο – Τεκμήριο 2 και μερικά είχαν κάποια ελαττώματα. Επέμεινε ότι πολλές φορές ήταν ο Ανδρέας Μαιχαιρίτης ο οποίος εισέπραττε χρήματα για την Ενάγουσα και εξέδιδε αποδείξεις. Ανέφερε ότι δόθηκε έκπτωση €1000 και με μια επιταγή την οποία παρέδωσε στον Ανδρέα Μαχαιρίτη αλλά δεν πήρε απόδειξη ύψους €5000, και η Εναγόμενη εξόφλησε την Ενάγουσα.
Δ. ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ ΜΑΡΤΥΡΙΑΣ
37. Αφού συνοψίσθηκε η προσκομισθείσα μαρτυρία προχωρώ με την αξιολόγηση της.
38. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας λαμβάνει χώρα προκειμένου να προβεί το Δικαστήριο σε ευρήματα αναφορικά με τα πραγματικά γεγονότα και στη συνέχεια στηριζόμενο σε αυτά να εξετάσει εάν ο διάδικος ο οποίος φέρει το βάρος της απόδειξης το έχει αποσείσει στον απαιτούμενο βαθμό. Ζητήματα αξιοπιστίας εγείρονται όταν υπάρχουν δύο διιστάμενες εκδοχές και το δικαστήριο θα πρέπει να επιλέξει μια από τις δύο (Wynne Barry v. David Costaki Mavronicola (2009) 1 ΑΑΔ 1138). Η αξιοπιστία αποτιμάται αυτοτελώς και ανεξαρτήτως του βάρους απόδειξης.
39. Επισημαίνεται ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας περιορίζεται στην έκταση των αμφισβητούμενων γεγονότων τα οποία προκύπτουν και δεν επεκτείνεται σε θέματα τα οποία δεν δικογραφούνται, ή σε θέματα τα οποία εγείρονται για πρώτη φορά είτε μέσω της μαρτυρίας είτε μέσω των αγορεύσεων των συνηγόρων των διαδίκων. Οποιοδήποτε μέρος της μαρτυρίας που δεν καλύπτεται από τις έγγραφες προτάσεις ή δεν είναι σχετικό με τα επίδικα θέματα δεν λαμβάνεται υπόψη (Γεώργιου Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investment Services Ltd (1991) 1 Α.Α.Δ. 24, Πηλίνα ν. Pascal Education Ltd, Πολ. Εφ. 222 / 2015, 22.11.2023).
40. Η δε μαρτυρία η οποία κατατίθεται έστω και χωρίς ένσταση και η οποία εν τέλει διαφαίνεται ότι δεν αποτελεί αποδεκτή μαρτυρία θα πρέπει να αγνοείται κατά την τελική κρίση του Δικαστηρίου (Μελάς v. Κυριάκου (2003) 1 Α.Α.Δ. 826, DEMARI KRONOS LIMITED v. MICHAEL LESLIE GRAY κ.α., Πολιτική Έφεση Αρ. 264/2014, 22/2/2023, ECLI:CY:AD:2023:A62).
41. Σύμφωνα με τη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, η εντύπωση την οποία αφήνει ο μάρτυρας στο δικαστήριο, αγαθή ή δυσμενής, είναι παράγων εξαιρετικής σπουδαιότητας για την κρίση της αξιοπιστίας (C & A Pelecanos Associates Ltd v. Ανδρέα Πελεκάνου (1999) 1 Α.Α.Δ. 1273). Παρακολούθησα, μεταξύ άλλων, την εμφάνιση και συμπεριφορά των μαρτύρων ενόσω καταθέταν, τις αντιδράσεις τους, κατά πόσο δηλαδή ήταν φυσικές ή αφύσικες, τον τρόπο με τον οποίο απαντούσαν, τη νευρικότητα ή την επιφυλακτικότητά τους, την ιδιοσυγκρασία που εκδήλωναν, την αμεσότητα και αυθορμητισμό κατά την κατάθεση τους και το κατά πόσον υπεκφεύγαν.
42. Η συμπεριφορά ενός μάρτυρα κατά την προφορική του μαρτυρία μπορεί αφενός να προσδώσει θετικότητα στη μαρτυρία του αλλά δεν μπορεί να αποτελέσει τον αποκλειστικό λόγο για την αποδοχή της μαρτυρίας τους (C & A Pelecanos Associates Ltd, ανωτέρω, Νικολάου Νίκος ν. Aντώνη Παπαϊωάννου (2011) 1 Α.Α.Δ. 1797). Η αξιολόγηση της μαρτυρίας ενός μάρτυρα πρέπει να γίνεται με βάση το περιεχόμενό της, την ποιότητα και πειστικότητά της και με βάση τη σύγκρισή της με την υπόλοιπη μαρτυρία (Ομήρου v. Δημοκρατίας (2001) 2 Α.Α.Δ. 506).
43. Περαιτέρω, η αξιολόγηση της μαρτυρίας δεν περιορίζεται αποκλειστικώς στην ατομική κρίση της αξιοπιστίας του κάθε μάρτυρα ξεχωριστά, αλλά αντιπαραβάλλεται και διερευνάται στο σύνολο της μαρτυρίας που παρουσιάζεται και από τις δύο πλευρές. Οι εκατέρωθεν θέσεις των μαρτύρων έχουν τύχει αντιπαραβολής με την πραγματική μαρτυρία, η οποία τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.
44. Ειδικότερα, το Δικαστήριο επικεντρώνεται εξ αντικειμένου σε άλλους νομολογιακά αναγνωρισμένους παράγοντες οι οποίοι είναι εξίσου σημαντικοί, αν όχι πιο σημαντικοί, όπως την πληρότητα και σαφήνεια και αμεσότητα στον τρόπο περιγραφής των γεγονότων την ύπαρξη γενικών και αορίστων αναφορών, υπεκφυγών ή ουσιωδών αντιφάσεων ή υπερβολών στη σχετική μαρτυρία, αλλά και την γενικότερη λογικοφάνεια της εκδοχής που προβάλλεται καθώς και την ύπαρξη ή την απουσία οποιουδήποτε προσωπικού συμφέροντος του προσώπου που προσκομίζει την μαρτυρία (Ζερβού ν. Ζερβού (2011) 1 ΑΑΔ 2192, Ομήρου ανωτέρω, Κυριακίδης ν. Τράπεζα Πειραιώς (Κύπρου) Λτδ, Πολιτική Έφεση 185/2012, 19/04/2018, ECLI:CY:AD:2018:A179).
45. Το Δικαστήριο προχωρεί με προσοχή στην αξιολόγηση της μαρτυρίας με αντιπαραβολή των θέσεων των διαδίκων αλλά και των τεκμηρίων που κατατέθηκαν στη διαδικασία και το περιεχόμενο, η πειστικότητα και η ποιότητα της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα συσχετίζεται, αντιπαραβάλλεται και διερευνάται με την αντικειμενική υπόσταση των εκατέρωθεν θέσεων ενώ υπόκειται και στη βάσανο της λογικής και της ανθρώπινης πείρας (Στυλιανίδης ν. Χατζηπιέρα (1992) 1 Α.Α.Δ 1056, Χριστοφίνης ν. Φραντζή, Π.Έ. 328/2011, ημερ. 31/05/2017, ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΝΕΟΚΛΕΟΥΣ v. ΚΩΣΤΑ ΘΕΟΔΟΤΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 40/2014, 8/6/2022, ECLI:CY:AD:2022:D243, ECLI:CY:AD:2022:D243.
46. Έχει νομολογηθεί ότι για να καταστραφεί η αξιοπιστία ενός μάρτυρα οι αντιφάσεις πρέπει να είναι ουσιαστικές. Αντιφάσεις σε λεπτομέρειες μπορεί να θεωρηθεί ότι ενισχύουν την φιλαλήθεια ενός μάρτυρα καθότι δείχνουν πως δεν υπάρχει προσχεδιασμός στην εκδοχή του (Κουδουνάρης ν. Αστυνομίας (1991) 2 Α.Α.Δ. 320). Πρέπει επίσης να υπομνησθεί ότι οι υποβολές αφ’ εαυτού δεν έχουν καμιά αποδεικτική αξία και αν δεν προσαχθεί αντίστοιχη μαρτυρία παραμένουν μετέωροι ισχυρισμοί (Ησαϊας Ιωαννίδης ν. Αστυνομίας (2012) 2 Α.Α.Δ. 640).
47. Επισημαίνω επίσης ότι το Δικαστήριο έχει τη δυνατότητα να αποδεχτεί ή να απορρίψει είτε όλη είτε μέρος της προσκομισθείσας μαρτυρίας (Φάρμα Ρένος Χ"Ιωάννου Δημοσια Εταιρεία Λτδ ν. Χίννη (2012) 1(Β) ΑΑΔ 1331, ΧΡΙΣΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ v. ΑΝΤΩΝΗ ΑΝΔΡΕΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ, Πολιτική Έφεση Αρ. 158/2013, 26/10/2022), ECLI:CY:AD:2022:A403, ECLI:CY:AD:2022:A403).
48. Ο γενικός κανόνας είναι ότι η παράλειψη αντεξέτασης μάρτυρα σε ουσιώδες μέρος της μαρτυρίας του και της εκδοχής την οποία προωθεί, παρέχει στο Δικαστήριο τη διακριτική ευχέρεια να θεωρήσει την παράλειψη ως αποδοχή των ισχυρισμών της αντίδικης πλευράς στα σημεία τα οποία είχαν τεθεί στην κυρίως εξέταση (ίδετε Ηλιάδης & Σάντης, Το Δίκαιο της Απόδειξης, 1η έκδοση, σελ. 720, Frederickou Schools Co. Ltd κ.α. v. Acuac Inc (2002) 1 ΑΑΔ 1527).
i. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ1
49. Ο ΜΕ1 προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο. Απαντούσε με απλότητα, ευθύτητα, χωρίς ενδοιασμούς και χωρίς υπεκφυγές τις ερωτήσεις οι οποίες υποβάλλονταν. Ο λόγος του ήταν συγκροτημένος και η μαρτυρία του εν γένει χαρακτηρίζεται από συνοχή, συνεκτικότητα, σαφήνεια και απουσία πλατειασμών.
50. Έδιδε σαφείς και κατατοπιστικές απαντήσεις και δεν θεωρώ ότι κατά την αντεξέταση του κλονίστηκε η εκδοχή του. Παρέμεινε σταθερός στις θέσεις του και δεν υπέπεσε σε ουσιώδεις αντιφάσεις.
51. Δεν δίστασε να απαντήσει ότι δεν γνωρίζει ή ότι δεν θυμάται ορισμένα ζητήματα. Ήταν ειλικρινής ότι δεν θυμάται πότε έγινε η τελευταία εργασία στο επίδικο έργο και γενικότερα διαφάνηκε πως απαντούσε μόνο σε σχέση με τα ζητήματα τα οποία γνωρίζει χωρίς να προβαίνει σε εικασίες.
52. Πρέπει να σημειωθεί ότι το έργο είχε ολοκληρωθεί πριν από 15 χρόνια και τα γεγονότα για τα οποία ερωτήθηκε αφορούσαν τα έτη 2009 – 2011. Επομένως, είναι απόλυτα φυσιολογικό για τον οποιοδήποτε άνθρωπο να μην θυμάται ορισμένες λεπτομέρειες. Οι απαντήσεις του όχι μόνο δεν δείχνουν αναξιοπιστία αλλά θα μπορούσε να λεχθεί ότι δείχνουν και ενισχύουν την φιλαλήθεια του.
53. Αν και στην αρχή δίστασε να απαντήσει εν τέλει απάντησε χωρίς δισταγμό ότι περίμενε 7 χρόνια να εγείρει αγωγή διότι υπήρχαν και άλλες συμφωνίες με τον διευθυντή της Εναγόμενης και βασίστηκε στις υποσχέσεις του ότι θα εξοφλούσε.
54. Πρέπει να τονιστεί ότι οι κύριες του θέσεις δεν αμφισβητήθηκαν. Ούτε το περιεχόμενο του τιμολογίου, Τεκμήριο 2, αμφισβητήθηκε αλλά ούτε και το ότι παραδόθηκαν τα προϊόντα τα οποία αναφέρονται σε αυτό. Ούτε και οι αποδείξεις είσπραξης αμφισβητήθηκαν (Τεκμήριο 3). Στην ουσία οι δικογραφημένες θέσεις της Εναγόμενης περί κακοτεχνιών και/ή λανθασμένης τιμολόγησης είχαν εγκαταλειφθεί. Επομένως, μπορώ να εξαγάγω εύρημα ότι παραδόθηκαν τα προϊόντα τα οποία αναφέρονται στο τιμολόγιο Τεκμήριο 2, αξίας €23.000 και ότι πληρώθηκε έναντι του ποσού αυτού το ποσό των €17.000.
55. Η υποβολή ότι είχε συμφωνηθεί έκπτωση ύψους €1.000 δεν είχε δικογραφηθεί στην Υπεράσπιση της Εναγόμενης και επομένως δεν δύναται να ληφθεί και δεν λαμβάνεται υπόψη (Παπαγεωργίου ν. Κλάππα (Investment Services Ltd) (1991) 1 AAΔ.24). Ούτε και είχε δικογραφηθεί πως η Ενάγουσα εξοφλήθηκε με συγκεκριμένο τρόπο π.χ. με επιταγή αξίας €5.000 από άλλη εταιρεία ως επιχείρησε η Εναγόμενη να ισχυριστεί κατά την ακρόαση.
56. Δεν εντόπισα οποιαδήποτε εγγενή προβλήματα αξιοπιστίας στην εκδοχή του ούτε οποιαδήποτε προσπάθεια παραποίησης των γεγονότων. Η δε μαρτυρία του ΜΕ 1 συνάδει πλήρως με την έγγραφη μαρτυρία η οποία κατατέθηκε και δεν αμφισβητήθηκε, ως έχω προαναφέρει.
57. Ενόψει των όσων έχουν προαναφερθεί κρίνω ότι η μαρτυρία του ΜΕ1 ήταν ειλικρινής και αξιόπιστη και την αποδέχομαι στην ολότητα της.
ii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΕ2
58. Ο ΜΕ2 προκάλεσε επίσης θετική εντύπωση στο Δικαστήριο αν και στην ουσία επανέλαβε τα όσα ανέφερε ο ΜΕ1. Απαντούσε με σαφήνεια τις ερωτήσεις οι οποίες υποβλήθηκαν και δεν υπέπεσε σε οποιαδήποτε αντίφαση κατά την αντεξέταση του.
59. Ήταν προσεκτικός να μην εκφέρει άποψη σε σχέση με ζητήματα τα οποία δεν εμπίπτουν εντός του πεδίου της γνώσης του και της αρμοδιότητας του, για παράδειγμα σε σχέση με τις υπογραφές επί του Τεκμηρίου 2.
60. Διευκρίνισε ότι είναι ελεγκτής της Ενάγουσας. Διαφάνηκε ότι δεν μπορεί να γνωρίζει ο ίδιος εάν πληρώθηκε κάποιο επιπρόσθετο ποσό και δεν καταχωρίστηκε στα βιβλία της Ενάγουσας.
61. Γενικώς τα όσα ανέφερε στη δήλωση του - Έγγραφο Β στην ουσία δεν αμφισβητήθηκαν. Αυτό το οποίο μπορώ να κρατήσω από τη μαρτυρία του είναι ότι στα βιβλία της Ενάγουσας φαίνεται ότι το ποσό των €6.000 οφείλεται από την Εναγόμενη (με βάση τον κωδικό πελάτη της) προς την Ενάγουσα.
iii. Αξιολόγηση Μαρτυρίας ΜΥ1
62. Δεν προκάλεσε θετική εντύπωση στο Δικαστήριο ο ΜΥ1 κατά τη μαρτυρία του. Γενικώς μου δόθηκε η εντύπωση ότι έδωσε μαρτυρία για να βοηθήσει την Εναγόμενη να αποφύγει τις υποχρεώσεις της και όχι για να δώσει την πραγματική εικόνα του τι διαμείφθηκε μεταξύ των μερών.
63. Η μαρτυρία του χαρακτηρίζεται από υπεκφυγές, αοριστία και μεταβολές των θέσεων του. Κατά την αντεξέταση του υπέπεσε σε αντιφάσεις οι οποίες επηρεάζουν την αξιοπιστία της εκδοχής του. Θα γίνει αναφορά σε ορισμένες αντιφάσεις στη συνέχεια.
64. Γενικότερα, προκύπτει από τη μαρτυρία του ΜΥ1 ότι προσήλθε στο Δικαστήριο για συσκοτίσει, να συγχύσει και να αποπροσανατολίσει από την ουσία της διαφοράς και όχι για να δώσει μια ειλικρινή εκδοχή των γεγονότων.
65. Κατ’ αρχάς υπάρχουν ασάφειες και αοριστίες στην ίδια τη γραπτή δήλωση του ΜΥ1 - Έγγραφο Γ. Σε σχέση με την κατ’ ισχυρισμό συμφωνηθείσα έκπτωση αναφέρει πως συμφωνήθηκε έκπτωση «περί τα €1.000 ανά παραγγελία με την αποπεράτωση του έργου και εξόφληση της Ενάγουσας».
66. Η πιο πάνω θέση εγείρει διάφορα ερωτήματα: Πότε θα εφαρμοζόταν η έκπτωση; Το ύψος της έκπτωσης δεν είναι ξεκάθαρο. Είναι €1.000 η έκπτωση, ή περί τα €1.000; Είναι ανά παραγγελία ή εφαρμόζεται κατά την αποπεράτωση του έργου ή κατά την εξόφληση; Εν προκειμένω η θέση του είναι ότι υπήρχε έκπτωση μετά την αποπεράτωση όχι με την αποπεράτωση δεδομένου του ότι το έργο αποπερατώθηκε πολύ πριν την κατ’ ισχυρισμόν εξόφληση της Ενάγουσας από την Εναγόμενη. Εάν είναι ανά παραγγελία γιατί δεν αναφέρθηκε στο Τεκμήριο 2, ήτοι το τιμολόγιο το οποίο ο ΜΥ1 εν τέλει δεν αμφισβήτησε; Όταν εκδόθηκε το τιμολόγιο οι σχέσεις των μερών ήταν πολύ καλές, στην ουσία ο ΜΥ1 με τον Ανδρέα Μαχαιρίτη ήταν αδελφικοί φίλοι. Εάν συμφωνείτο έκπτωση €1.000 ανά παραγγελία δεν θα έπρεπε να αναφέρεται στο τιμολόγιο;
67. Εκτός από την ασάφεια και αοριστία στην εκδοχή του περί έκπτωσης, δεν δόθηκαν οι απαραίτητες λεπτομέρειες που θα μπορούσαν να προσδώσουν κάποια πειστικότητα στην εκδοχή του περί συμφωνίας για (περαιτέρω) έκπτωση ύψους €1.000. Το δε τιμολόγιο Τεκμήριο 2 ήδη περιλαμβάνει έκπτωση.
68. Ούτε και τέθηκε στον ΜΕ1 οτιδήποτε συγκεκριμένο εκτός από την αόριστη υποβολή ότι είχε συμφωνήσει σε έκπτωση. Ο δε ΜΕ1 ξεκαθάρισε πως οποιαδήποτε έκπτωση θα αναφερόταν στο τιμολόγιο.
69. Κατά την αντεξέταση του, ο ΜΥ1 επικαλέστηκε πρακτική να γίνεται έκπτωση στην τελευταία πληρωμή. Η θέση του είναι αντίθετη με τη γραπτή του δήλωση στην οποία επικαλείται συμφωνία και όχι πρακτική. Επίσης, πως γίνεται να υπάρχει πρακτική αφού ένα έργο εκτέλεσε η Εναγόμενη; Ο ΜΥ1 δεν αναφέρθηκε σε άλλα έργα στα οποία ακολουθήθηκε η ίδια πρακτική για να τεκμηριώσει τον ισχυρισμό του και να προσδώσει κάποια πειστικότητα σε αυτόν.
70. Λόγω της αοριστίας της μαρτυρίας του εν σχέσει με την έκπτωση και των αντιφάσεων στις οποίες υπέπεσε ο ΜΥ1, η εντύπωση η οποία δόθηκε στο Δικαστήριο είναι ότι η έκπτωση ύψους €1.000 αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων την οποία εγείρει σε συνάρτηση με μη δικογραφημένους ισχυρισμούς με απώτερο σκοπό να πείσει το Δικαστήριο ότι η Εναγόμενη έχει εξοφλήσει τις οφειλές της.
71. Σε αυτό το σημείο επαναλαμβάνεται ότι ο ισχυρισμός περί έκπτωσης €1.000 δεν είχε δικογραφηθεί, ενώ κατά την μαρτυρία του ΜΥ1 αποτέλεσε ένα εκ των ουσιωδέστερων ισχυρισμών του.
72. Άλλη αντίφαση στη μαρτυρία του ΜΥ1 είναι ότι στην παρ. 8 της γραπτής του δήλωσης αναφέρει ότι «για κάθε παραγγελία εκ της προσφοράς που παραδιδόταν η Εναγόμενη κατέβαλλε την αξία των παραδοθέντων προϊόντων προς την Ενάγουσα» έναντι του ποσού της προσφοράς. Στη μεθεπόμενη παράγραφο της δήλωσης του (10) αναφέρει πως όταν το έργο ολοκληρώθηκε παρέμεινε το ποσό των €6.000 ως οφειλόμενο για την τελευταία παράδοση προϊόντων. Ο ένας ισχυρισμός αναιρεί τον άλλο. Σημαίνει ότι δεν πλήρωνε την αξία των προϊόντων κατά την παράδοση των. Στη δε αντεξέταση του, εμμέσως αναίρεσε τον ισχυρισμό αυτό καθότι ανέφερε πως το έργο είχε τελειώσει πριν την 28.12.2009, ήτοι περί τα τέλη Νοεμβρίου 2009, ενώ μετά την εν λόγω ημερομηνία έγιναν άλλες δύο πληρωμές (πράγμα που κατέστη παραδεκτό). Εξάγεται ότι οι ισχυρισμοί που προώθησε ο Μ.Υ.1 αλληλοσυγκρούονται και το Δικαστήριο δεν μπορεί να εξάγει συμπέρασμα ότι η Εναγόμενη πλήρωνε την Ενάγουσα όταν γινόταν παράδοση.
73. Περαιτέρω, ενώ στη δήλωσή του αναφέρει ότι «η πληρωμή γινόταν έναντι της συνολικά συμφωνημένης τιμής της προσφοράς» στην αντεξέταση του ανέφερε ότι «ο λόγος που αποδέχθηκα είναι ότι δυστυχώς δεν είχα λάβει μια προσφορά ότι αυτή είναι η προσφορά και την αποδέχομαι λόγω εμπιστοσύνης. Έκανε πληρωμές μετά όταν αντιλήφθηκα ότι οι τιμές μονάδας δεν ήταν οι συμφωνημένες ήταν το μόνο που μπορούσα να κάνω ήταν να αποδεχτώ το συγκεκριμένο τιμολόγιο.» (πρακτικά 10.11.2025, σελ. 20, γραμμές 19 – 24).
74. Δηλαδή στην αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν είχε λάβει προσφορά κάτι το οποίο είναι αντίθετο με το περιεχόμενο του Εγγράφου Γ στο οποίο αναφέρει ότι είχε λάβει προσφορά. Επίσης, αφενός δέχεται το ποσό του τιμολογίου, αφετέρου αναφέρει ότι δεν ανταποκρίνεται στην προφορά την οποία κατά την αντεξέταση του ανέφερε ότι δεν έλαβε. Οι θέσεις του ΜΥ1 σε σχέση με αυτό το ζήτημα είναι αντιφατικές, ασαφείς και προκαλούν σύγχυση ώστε το Δικαστήριο να νιώθει ότι δεν μπορεί να στηριχθεί στη μαρτυρία του για την εξαγωγή οποιωνδήποτε συμπερασμάτων επί του τρόπου συνεργασίας των μερών.
75. Άλλη αντίφαση στην οποία υπέπεσε είναι ότι αφενός στο Έγγραφο Γ αναφέρει ότι η Ενάγουσα δεν εξέδιδε τιμολόγια. Αφετέρου, στην αντεξέταση του συμφώνησε ότι παρέλαβε το τιμολόγιο – Τεκμήριο 2. Στην σελ. 23 των πρακτικών (γραμμή 5 και εντεύθεν) στην ερώτηση «αλλά συνέχισαν να υπάρχουν οφειλές και κάνατε και άλλες πληρωμές μετά την παράδοση του τιμολογίου;» ο ΜΥ1 απάντησε «Ναι». Επομένως, αναιρείται η θέση του ότι δεν παρέλαβε τιμολόγιο και γενικότερα η θέση της Υπεράσπισης ότι το τιμολόγιο – Τεκμήριο 2 – δεν παραλήφθηκε από την Εναγόμενη.
76. Προηγουμένως στην σελ. 21, γραμμή 18 των πρακτικών ο ΜΥ1 αναφέρει «…Και εκεί έγινε η έκπτωση και επειδή δεν μου έστειλε ποτέ απόδειξη, ούτε τιμολόγιο. Τιμολόγιο, εντάξει έδωσε αυτό». Συνεπώς, ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ξανά ότι έλαβε το τιμολόγιο Τεκμήριο 2 σε εμφανή αντίθεση με τις θέσεις του ότι είδε δεν εκδίδονταν τιμολόγια είτε δεν παραδόθηκαν. Στην ουσία, μέσα σε μία πρόταση μετέβαλε τη θέση του ότι δεν είχε παραλάβει το τιμολόγιο.
77. Ακολούθως, κατά την αντεξέταση του μεταβάλλει ξανά τη θέση του ότι έλαβε το τιμολόγιο και παρέλαβε τα προϊόντα αναφέροντας ότι δεν έχει κανένα άλλο υπάλληλο η εταιρεία και ο μόνος που μπορούσε να παραλάβει είναι εκείνος αλλά δεν αναγνωρίζει την υπογραφή του στο Τεκμήριο 2.
78. Ο ισχυρισμός στην παράγραφο 21 του Εγγράφου Γ ότι η Ενάγουσα παρουσίαζε λογιστικά τα πράγματα «όπως την βόλευε» δεν μπορεί να ευσταθεί, ή να ληφθεί σοβαρά υπόψιν καθότι ο ΜΥ1 και η Υπεράσπιση εν γένει ουδόλως αμφισβήτησαν το ύψος του τιμολογίου ούτε και αναφέρουν πως αυτά που αναγράφει δεν ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Στην ουσία δέχονται τις χρεώσεις, άρα ο ισχυρισμός περί πλασματικού υπολοίπου και παρουσίασης των λογιστικών από μέρους της Ενάγουσας κατά τρόπο ανακριβή δεν μπορεί να ευσταθεί.
79. Στην αντεξέταση του ο ΜΥ1 παραδέχθηκε ευθαρσώς ότι το Τεκμήριο 2 περιλαμβάνει το σωστό ποσό και ότι τα όσα προϊόντα αναφέρει τα παρέλαβε στο κτίριο:
«Α. Ναι τα έχω παραλάβει στο κτήριο, με τα διάφορα προβληματάκια που είχαν.
Ε. Τα χρησιμοποιήσατε δηλαδή;
Α. Έχουν μπει πάνω στο κτήριο, ναι.»
(Σελ. 19, γραμμές 25 – 29, πρακτικά 10.11.2025, μεταξύ 13:10 και 15:25)
80. Στην αντεξέταση του εκτός από το ότι αναφέρει ρητά ότι παρέλαβε ο ίδιος τα προϊόντα που αναφέρονται στο τιμολόγιο παραδέχεται ότι το τιμολόγιο ανταποκρίνεται στα προϊόντα που παρέλαβε. Η παραδοχή του ότι παρέλαβε ο ίδιος τα προϊόντα που αναφέρονται στο τιμολόγιο έρχεται σε αντίθεση με την γενικότερη αμφισβήτηση του τιμολογίου από την Υπεράσπιση καθώς και με τη θέση του για μη έκδοση τιμολογίου, ή τη μη παραλαβή του από την Εναγόμενη.
81. Ούτε και ο ισχυρισμός ότι δεν συσχετίζονται οι αποδείξεις με το τιμολόγιο μπορεί να ευσταθεί. Αυτό διότι η Υπεράσπιση ουδόλως αμφισβήτησε την κατάσταση λογαριασμού (Τεκμήριο 4) στην οποία καταγράφεται τόσο το τιμολόγιο, όσο και οι πληρωμές για τις οποίες εκδόθηκε απόδειξη. Αναφέρει ότι έγινε μια πρόσθετη πληρωμή ωστόσο το περιεχόμενο της κατάστασης λογαριασμού στην ουσία κατέστη παραδεκτό. Ο ΜΥ1 προσπαθεί να προκαλέσει σύγχυση με αυτούς τους ισχυρισμούς, αλλά από τη στιγμή που δέχεται τις πληρωμές τις αποδείξεις και το τιμολόγιο αντί να προκαλέσει ρήγματα στην υπόθεση της Ενάγουσας στο τέλος φαίνεται να υποπίπτει ο ίδιος σε αντίφαση.
82. Από την όλη του στάση, προκύπτει ότι ο σκοπός του δεν είναι να παρουσιάσει μια αληθινή εικόνα στο Δικαστήριο του τι διαμείφθηκε αλλά να θολώσει το τοπίο με διάφορες εκ των υστέρων επινοήσεις περί πλασματικών χρεώσεων και τιμολογίων που προκαλούν απορία δεδομένου του ότι όπως προανάφερα δεν αμφισβητεί ούτε το τιμολόγιο ούτε τις αποδείξεις. Θα πρέπει επίσης να σημειώσω ότι στη σύνοψη μαρτυρίας του ΜΥ1 καταγράφεται ότι θα μαρτυρήσει για κατ’ ισχυρισμό κακοτεχνίες, ότι τα τιμολόγια πλαστογραφήθηκαν και δεν ανταποκρίνονται στην προσφορά και η Ενάγουσα υπερχρέωσε την Εναγόμενη. Τέτοιες θέσεις δεν προωθήθηκαν κατά την ακρόαση, αλλά προωθήθηκε η θέση περί εξόφλησης. Το δε τιμολόγιο όπως προανάφερα στην ουσία έγινε παραδεκτό.
83. Σημειώνω επίσης ότι τα περί κατασκευασμένου τιμολογίου δεν μπορούν να ευσταθούν καθότι το τιμολόγιο εκδόθηκε πριν την διασάλευση των σχέσεων των μερών και σε κάθε περίπτωση ο ΜΥ1 συμφώνησε με το ότι η συμφωνία τους ήταν για €23.000 όσα δηλαδή αναφέρει το τιμολόγιο. Επομένως, η όλη στάση του ΜΥ1 που αφενός συμφωνεί με το τιμολόγιο αλλά το θεωρεί κατασκεύασμα της Ενάγουσας για να παρουσιάζει τα πράγματα – λογιστικά – με τον τρόπο που θέλει, αποτελεί αντίφαση.
84. Όπως προαναφέρθηκε, ο ΜΥ1 προώθησε τη θέση ότι το οφειλόμενο ποσό είχε εξοφληθεί. Ο ισχυρισμός αυτός παρέμεινε μετέωρος και χωρίς λογικοφάνεια. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι εξόφλησε την Ενάγουσα δεν επεξηγούνται επαρκώς για να μπορούν να γίνουν δεκτές, λαμβανομένων υπόψη και των υπόλοιπων παραγόντων που περιβάλλουν την εν λόγω εκδοχή. Και αυτά σε συνάρτηση με το ότι κατά την προφορική του μαρτυρία αποδέχθηκε τόσο το περιεχόμενο του Τεκμηρίου. 2 όσο και των πέντε αποδείξεων πληρωμής που εκδόθηκαν, ήτοι Τεκμήριο 3. Είναι απίθανη και καθόλου πειστική η όλη εκδοχή του περί επιταγής εκδοθησομένης από μια τρίτη εταιρεία άσχετη με τους διάδικους, η οποία δόθηκε σε μια επίσης τρίτη εταιρεία η οποία στη συνέχεια κατέληξε στα χέρια του ΜΥ1 και εν τέλει δόθηκε προς τον υιό του ΜΕ1 ο οποίος στο παρελθόν ήταν μέτοχος της Εναγόμενης.
85. Σημειώνω ότι θα μπορούσε εύκολα να αποδειχθεί εάν είχε κατατεθεί η εν λόγω επιταγή με την προσκόμιση σχετικής μαρτυρίας. Ακόμα, δεν δόθηκαν λεπτομέρειες για να συνδεθεί η εν λόγω επιταγή με την παρούσα υπόθεση και ενδεχομένως η εκδοχή αυτή να καταστεί πιο πειστική. Οι περιστάσεις κάτω από τις οποίες ο ΜΥ1 ισχυρίζεται ότι εξόφλησε την Ενάγουσα δεν επεξηγούνται επαρκώς για να μπορούν να γίνουν δεκτές, λαμβανομένων υπόψη και των υπόλοιπων παραγόντων που περιβάλλουν την εν λόγω εκδοχή.
86. Ο ισχυρισμός ότι έδωσε στον Ανδρέα Μαχαιρίτη επιταγή ύψους €5.000 με τον τρόπο που προαναφέρθηκε δεν μπορεί να γίνει πιστευτός. Για όλες τις πληρωμές στις οποίες προέβαινε η Εναγόμενη, η Ενάγουσα εξέδιδε σχετικές αποδείξεις οι οποίες δεν αμφισβητήθηκαν.
87. Αποδείξεις εξέδωσε η Ενάγουσα και μετά την έκδοση του τιμολογίου (Τεκμήριο 2) – ίδετε τις δύο τελευταίες αποδείξεις στο Τεκμήριο 3. Οι αποδείξεις υπογράφονταν από τον ΜΕ1 ως ο ίδιος ανέφερε και έγινε αποδεκτό χωρίς να αμφισβητηθεί. Δεν συνάδει με την προηγούμενη συμπεριφορά των μερών να έγινε περαιτέρω πληρωμή και να μην εκδόθηκε απόδειξη κατά παρέκκλιση από την προηγούμενη πρακτική σε μια περίοδο που οι σχέσεις μεταξύ των μερών ήταν άψογες.
88. Ο δε ισχυρισμός αυτός δεν δικογραφήθηκε και κανονικά θα πρέπει να αγνοηθεί. Ο λόγος για τον οποίο τον σχολιάζω είναι επειδή ακόμα και επιτρεπόταν να δοθεί μαρτυρία στη πλήρη έκταση της σχετικά με αυτό το ζήτημα (επιτράπηκε εν τέλει κάποια μαρτυρία γενικώς για εξόφληση με επιταγή) δεν θα κρινόταν αξιόπιστη από το Δικαστήριο. Ακόμα, θεωρώ ότι αν ίσχυε ο ισχυρισμός αυτός θα ήταν η προμετωπίδα της Υπεράσπισης της Εναγόμενης. Η μη δικογράφηση της εξόφλησης με επιταγή €5.000 και επιπλέον έκπτωση €1.000, η δικογράφηση κακοτεχνιών και λανθασμένων χρεώσεων που εν τέλει δεν προωθήθηκαν δείχνει ότι η υπεράσπιση η οποία εν τέλει προωθήθηκε αποτελεί σκέψη εκ των υστέρων.
89. Η προώθηση θέσεων που δεν καλύπτονται από τη δικογραφία επηρεάζουν δυσμενώς την αξιοπιστία του μάρτυρα (Παπά ν. D. STAVRINOS CONSTRUCTIONS LTD, Πολ. Έφ. 217/08, 21.02.2017: «Οι θέσεις που προέβαλε ο εφεσείοντας περί προφορικής συμφωνίας και εκτελεσθείσες εργασίες πριν την σύναψη γραπτής σύμβασης παραμένουν χωρίς την ανάλογη δικογραφική κάλυψη και επίσης επηρεάζουν την αξιοπιστία του μάρτυρα»).
90. Ως έχει αναφερθεί στην απόφαση Γεώργιος Παπαγεωργίου ν. Λούη Κλάππα (Investments Services Ltd) (1991) 1 ΑΑΔ 24:
«Οι αρχές του δικονομικού δικαίου περιορίζουν τα επίδικα θέματα σε εκείνα τα οποία προσδιορίζονται από τη δικογραφία· δηλαδή την απαίτηση, την υπεράσπιση και την απάντηση όπου υπάρχει. Ο επακριβής προσδιορισμός των επίδικων θεμάτων συναρτάται άμεσα με το αντιπαραθετικό σύστημα δίκης που ισχύει στο δικαιϊκό μας σύστημα και απόρροια της φυσικής δικαιοσύνης που επιβάλλει τη διασφάλιση του δικαιώματος διαδίκου για ουσιαστική ευκαιρία απάντησης στις θέσεις και ισχυρισμούς του αντιδίκου του. Η δίκη δρομολογείται, όπως επιγραμματικά ανάφερε ο τότε Πρόεδρος του Ανωτάτου Δικαστηρίου κ. Βασιλειάδης στην υπόθεση Homeros Τh. Courtis and Others v. Panos K. Iasonides (1970) 1 C.L.R. 180, (βλέπε επίσης Christakis Loucaides v. CD. Hay and Sons Ltd (1971) 1 C.L.R. 134) κατά μήκος των γραμμών που οριοθετεί η δικογραφία και η δίκη διατρέχει την ίδια πορεία όπως και το τραίνο κατά μήκος των προκαθορισμένων γραμμών της διαδρομής. Αν τους παρείχετο η ευκαιρία απάντησης στους ισχυρισμούς του εφεσείοντα, οι εφεσίβλητοι θα είχαν τη δυνατότητα να εκθέσουν ενώπιον του δικαστηρίου, εισηγήθηκε ο δικηγόρος τους, ότι η είσπραξη προμήθειας από τον αγοραστή ήταν εν γνώσει και έγινε με τη συγκατάθεση του εφεσείοντα καθώς και σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή πρακτική. Ο δικηγόρος του εφεσείοντα παραδέχθηκε ότι ο λόγος που προβλήθηκε προς υποστήριξη της έφεσης δεν είχε εγερθεί ρητά με την υπεράσπιση. Εισηγήθηκε όμως, ότι είχε εγερθεί έμμεσα με τη γενική άρνηση της απαίτησης των εναγόντων και των ισχυρισμών που διατυπώθηκαν στην απαίτηση προς υποστήριξή της· όπως επίσης και με την αναφορά, που έγινε, ομολογουμένως συμπτωματική, κατά τη διάρκεια της δίκης. Δε συμφωνούμε. Η γενική άρνηση των ισχυρισμών που προσδιορίζουν την απαίτηση δεν εξυπακούει και την προβολή άλλων θετικών γεγονότων, τα οποία είτε την αποδυναμώνουν ή την καθιστούν ανεδαφική. Περαιτέρω η άρνηση της απαίτησης με τη διατύπωση της σε ξεχωριστή παράγραφο δεν μπορεί να διαχωρισθεί από το πλαίσιο της υπεράσπισης το οποίο στοιχειοθετείται από το σύνολο των ισχυρισμών που εκτίθενται στο σχετικό κείμενο της δικογραφίας…» (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
91. Και στην παρούσα περίπτωση θεωρώ πως εάν ίσχυαν τα όσα ανέφερε ο ΜΥ1 για εξόφληση με την επιταγή θα δικογραφείτο στην Υπεράσπισή του ή έστω θα γινόταν μια αναφορά σε αυτό το γεγονός στην σύνοψη της μαρτυρίας του, αντί των αναφορών σε κακοτεχνίες, πλαστογραφία τιμολογίων και υπερχρεώσεις.
92. Επιπρόσθετα, η Δ.19 θ. 13 προνοεί ότι οι διάδικοι πρέπει να εγείρουν στο δικόγραφο τους όλα τα ζητήματα τα οποία καταδεικνύουν ότι η αγωγή ή η ανταπαίτηση είναι ανεδαφική και τα ζητήματα που αν δεν εγερθούν είναι δυνατό να αιφνιδιάσουν την αντίδικη πλευρά:
“The defendant or plaintiff, as the case may be, must raise by his pleading all matters which show the action or counterclaim not to be maintainable, or that the transaction is either void or voidable in point of law, and all such grounds of defence or reply, as the case may be, as if not raised would be likely to take the opposite party by surprise, or would raise issues of fact not arising out of the preceding pleadings as, for instance, fraud, prescription or limitation of time, release, payment, performance, or facts showing illegality of any kind, or rendering the claim or counter-claim unenforceable.” (η έμφαση είναι του Δικαστηρίου)
93. Οι δε θεσμοί 15 και 16 της Δ.19 προβλέπουν ότι δεν πρέπει να τίθενται γενικές αρνήσεις και όταν ένα μέρος αρνείται ισχυρισμό στο προηγούμενο δικόγραφο δεν πρέπει να το κάνει με υπεκφυγή αλλά πρέπει να απαντά κατά τρόπο συγκεκριμένο:
“15.It shall not be sufficient for a defendant in his defence to deny generally the grounds alleged by the statement of claim, or for a plaintiff in his defence to a counter-claim to deny generally the grounds alleged in a defence by way of counter-claim, but each party must deal specifically with each allegation of fact of which he does not admit the truth, except damages.”
“16. When a party in any pleading denies an allegation of fact in the previous pleading of the opposite party, he must not do so evasively, but answer the point of substance. Thus if it be alleged that he received a certain sum of money, it shall not be sufficient to deny that he received that particular amount, but he must deny that he received that sum or any part thereof, or else set out how much he received. And if an allegation is made with divers circumstances, it shall not be sufficient to deny it along with those circumstances.” (η έμφαση είναι του παρόντος Δικαστηρίου)
94. Η θέση σε σχέση με εξόφληση με επιταγή εκτός από το ότι δεν έχει δικογραφηθεί δεν μπορεί να γίνει πιστευτή για τους λόγους τους οποίους επιχείρησα να εξηγήσω. Η Ενάγουσα παρέδιδε αποδείξεις προς την Εναγόμενη όταν εισέπραττε χρήματα. Οι σχέσεις τους είχαν διασαλευθεί σε μεταγενέστερο χρόνο και δεν συνάδει με την προηγούμενη τους συμπεριφορά η καταβολή ποσού €5.000 χωρίς την έκδοση απόδειξης.
95. Στο κάτω κάτω ο ίδιος ο ΜΥ1 στην αντεξέταση του αναφέρει πως ο Ανδρέας Μαχαιρίτης «είναι και μέτοχος της εταιρείας, έπρεπε να το γνωρίζετε ως δικηγόρος του. Και ήταν ένα άτομο το οποίο ερχόταν στο γραφείο μας και λάμβανε χρήματα εκ μέρους της εταιρείας και εξέδιδε αποδείξεις» (σελ. 27, γραμμές 15 – 17 των πρακτικών). Αφού ο Ανδρέας Μαχαιρίτης εξέδιδε αποδείξεις γιατί δεν εξέδωσε και για την συγκεκριμένη πληρωμή η οποία παρεμπιπτόντως ήταν και η τελική πληρωμή και ήταν μία εκ των μεγάλων πληρωμών;
96. Περαιτέρω, δεν δίδονται επαρκείς λεπτομέρειες σε σχέση με την πληρωμή αυτή ικανές να προσδώσουν κάποια πειστικότητα στον ισχυρισμό περί εξόφλησης με την εν λόγω επιταγή. Δεν επεξηγήθηκε πότε δόθηκε η επιταγή αυτή και υπό ποιες περιστάσεις και γιατί δεν ακολουθήθηκε η πρακτική η οποία ακολουθείτο μεταξύ των μερών.
97. Κατ’ ακολουθία των όσων προαναφέρθηκαν και αφού προσπάθησα να παραθέσω ορισμένα παραδείγματα ενδεικτικά της αναξιοπιστίας της εκδοχής του ΜΥ1, κρίνω ότι δεν μπορώ να στηριχθώ στη μαρτυρία του ΜΥ1 επί των αμφισβητούμενων θεμάτων και την απορρίπτω.
iv. ΕΥΡΗΜΑΤΑ
98. Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας αλλά και με βάση τα γεγονότα εκείνα τα οποία δεν έτυχαν αμφισβήτησης, προβαίνω στα ακόλουθα ευρήματα σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση:
98.1 Η Ενάγουσα και η Εναγόμενη αποτελούν εταιρείες περιορισμένης ευθύνης δεόντως εγγεγραμμένες στο μητρώο του Εφόρου Εταιρειών δυνάμει του Κεφ. 113.
98.2 Η Ενάγουσα ασχολείται με τον σχεδιασμό, κατασκευή και πώληση ειδών αλουμινίου. Η Εναγόμενη αποτελεί εργοληπτική εταιρεία η οποία ανήγειρε μία πολυκατοικία στον Αρχάγγελο, Λευκωσία. Ήταν το μόνο έργο το οποίο ανέλαβε και διεκπεραίωσε η Εναγόμενη.
98.3 Οι δύο εταιρείες διατηρούσαν σχέση προμηθευτή – πελάτη από το έτος 2008. Η Ενάγουσα συμφώνησε με την Εναγόμενη την πώληση διαφόρων ειδών αλουμινένιων παραθύρων και θυρών και σταθερής κεντρικής θύρας.
98.4 Μετά την κατάρτιση της συμφωνίας η Εναγόμενη πλήρωσε στην Ενάγουσα στις 24.10.2008 το ποσό των €3.000 με επιταγή, στις 12.02.2009 το ποσό των €3.000 σε μετρητά και στις 25.09.2009 το ποσό των €6.000 με τραπεζική επιταγή.
98.5 Τα προϊόντα παραδίδονταν προς την Εναγόμενη ταυτόχρονα με το σχετικό αναλυτικό τιμολόγιο το οποίο περιείχε όλες τις λεπτομέρειες όπως τον κωδικό πελάτη, περιγραφή εμπορευμάτων, ποσότητα, τιμή, διαστάσεις, τυχόν έκπτωση και το τελικό ποσό προς πληρωμή.
98.6 Εντός σύντομου χρονικού διαστήματος από την παράδοση των εμπορευμάτων στις 28.12.2009 η Ενάγουσα εξέδωσε το τιμολόγιο με αρ. 4076 για το συνολικό ποσό των €23.000 (Τεκμήριο 2).
98.7 Το τιμολόγιο – Τεκμήριο 2 - υπογράφηκε από την Εναγόμενη μέσω αντιπροσώπου ή υπαλλήλου της. Είναι άγνωστο το ποιος υπέγραψε το Τεκμήριο 2 για την Εναγόμενη.
98.8 Τα προϊόντα όμως τα οποία αναφέρονται στο Τεκμήριο 2 παραλήφθηκαν από τον ΜΥ1 και τοποθετήθηκαν / εγκαταστάθηκαν στο έργο από την Ενάγουσα. Το ποσό του τιμολογίου – Τεκμηρίου 2 ήταν αυτό το οποίο είχε συμφωνηθεί μεταξύ των μερών.
98.9 Η Ενάγουσα άνοιξε σχετικό λογαριασμό σε σχέση με την Εναγόμενη η οποία είχε τον κωδικό πελάτη ΑΑ0548 ο οποίος εμφανίζεται στο τιμολόγιο στο όνομα της.
98.10 Μετά την έκδοση του τιμολογίου η Εναγόμενη προέβη σε δύο πληρωμές: την 30.04.2010 πλήρωσε το ποσό των €4.000 με μετρητά και στις 24.06.2011 πλήρωσε το ποσό των €1.000 με τραπεζική επιταγή. Καμία άλλη πληρωμή δεν έχει λάβει χώρα.
98.11 Για όλες τις πληρωμές οι οποίες έλαβαν χώρα η Ενάγουσα εξέδωσε σχετικές αποδείξεις (Τεκμήριο 3).
98.12 Οι προαναφερόμενες πληρωμές συμποσούνται σε €17.000. Παρέμεινε το ποσό των €6.000 ως οφειλόμενο υπόλοιπο το οποίο δεν έχει εξοφληθεί από την Εναγόμενη.
98.13 Ο ΜΕ1 επικοινώνησε σε αρκετές περιπτώσεις με τον ΜΥ1 και του ζήτησε όπως η Εναγόμενη προχωρήσει με την εξόφληση του ποσού των €6.000, χωρίς όμως αποτέλεσμα.
Ε. ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ ΚΑΙ ΥΠΑΓΩΓΗ ΤΩΝ ΓΕΓΟΝΟΤΩΝ ΣΤΙΣ ΕΦΑΡΜΟΣΤΕΕΣ ΝΟΜΙΚΕΣ ΑΡΧΕΣ
99. Στις αστικές υποθέσεις η απόδειξη της υπόθεσης κρίνεται με βάση το ισοζύγιο των πιθανοτήτων, ενώ το βάρος απόδειξης βρίσκεται στους ώμους του εκάστοτε ενάγοντα, να αποδείξει τους ισχυρισμούς του που θεμελιώνουν την αξίωση του.
100. Επιπρόσθετα, όπως έχει εξηγηθεί σε σειρά αποφάσεων του Ανωτάτου Δικαστηρίου, το ζήτημα του βάρους της απόδειξης είναι καθαρά διακριτό από το έργο της αξιολόγησης της μαρτυρίας. Η αξιολόγηση της μαρτυρίας των μαρτύρων απολήγει στη διαπίστωση των πραγματικών γεγονότων, οπότε, με αυτά ως δεδομένα, εξετάζεται αν εκείνος που έχει το βάρος της απόδειξης το απέσεισε (Αθανασίου v. Κουνούνη (1997) 1 Α.Α.Δ. 614).
101. Το κριτήριο είναι κατά πόσο ο διάδικος που φέρει το βάρος της απόδειξης (onus of proof) ικανοποίησε το Δικαστήριο, με επαρκή αποδεικτικά στοιχεία, ότι η θέση του ή η εκδοχή του είναι πιο πιθανή παρά όχι (is more probable than not) (Μαρσέλ κ.α ν. Λαϊκής Κυπριακής Τράπεζας Λτδ (2001) 1 (Γ) Α.Α.Δ. 1858, ΠΑΠΑΚΩΣΤΑ ν. ΚΟΙΝΟΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ ΧΛΩΡΑΚΑΣ, Πολιτική Έφεση Αρ. 214/2013, 24/6/2019, ECLI:CY:AD:2019:A238, ECLI:CY:AD:2019:A238).
102. Από την Έκθεση Απαίτησης προκύπτει ότι η αξίωση της Ενάγουσας εδράζεται σε παράβαση σύμβασης πώλησης αγαθών – ειδών αλουμινίου και/ή ως υπόλοιπο λογαριασμού.
103. Οι αρχές οι οποίες διέπουν την παράβαση σύμβασης είναι πασίγνωστές και δεν χρήζουν επανάληψης. Σε περίπτωση δε αθέτησης συμβατικών υποχρεώσεων, το αθώο μέρος πρέπει να αποκαθίσταται στην θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν η σύμβαση είχε εκτελεστεί, στον βαθμό κατά τον οποίο αυτό μπορεί να επιτευχθεί με την επιδίκαση αποζημιώσεων (ΓΡΗΓΟΡΙΟΥ ν. SUN SEA (SS) DEVELOPERS LTD κ.α., ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΕΦΕΣΗ ΑΡ. 1/2013, 30/1/2019).
104. Στις δε περιπτώσεις κατά τις οποίες μία σύμβαση προνοεί για την καταβολή ενός ποσού ως αντιπαροχή για την παράδοση αγαθών ή την εκτέλεση υπηρεσιών από πλευράς ενός εκ των συμβαλλομένων μερών ή, γενικότερα, για την εκτέλεση κάποιας συγκεκριμένης υποχρέωσης, τότε, με την εκπλήρωση της δικής του υποχρέωσής του, ενεργοποιείται η υποχρέωση του αντισυμβαλλόμενου μέρους να καταβάλει το ποσό το οποίο συμφωνήθηκε ή ανταποκρίνεται στην αξία των αγαθών ή υπηρεσιών οι οποίες προσφέρθηκαν.
105. Η αποκατάσταση του αθώου σε περίπτωση αθέτησης, δεν συνιστά αγωγή για αποζημιώσεις βάσει παράβασης σύμβασης, αλλά αγωγή για την ανάκτηση του ποσού της σύμβασης ως χρέους. Και αυτό, επειδή η αξίωση του ενάγοντος αφορά την ειδική εκτέλεση της κύριας υποχρέωσης (primary obligation) του εναγόμενου να εκπληρώσει τα όσα έχει υποσχεθεί. Την καταβολή του χρηματικού ανταλλάγματος (μεταξύ άλλων: Pollock & Mulla, The Indian Contract and Specific Relief Acts, 14η έκδοση, σελ. 1272 – 1273, J. Aristodemou Ideal Houses Ltd ν. Γλυκή (2005) 1 Α.Α.Δ. 266).
106. Δεν θεωρώ ότι τίθεται ζήτημα εν προκειμένω εκκαθαρισμένου λογαριασμού καθότι δεν προκύπτει ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ των μερών δυνάμει της οποίας όλα τα στοιχεία λογαριασμού ήταν ορθά. Το Τεκμήριο 4 δεν δόθηκε μαρτυρία ότι παραδόθηκε στην Εναγόμενη.
107. Όσον αφορά το θέμα του εκκαθαρισμένου λογαριασμού, στην υπόθεση Επίσημος Παραλήπτης, υπό την ιδιότητά του ως εκκαθαριστής της υπό διάλυση εταιρείας Loukos Trading Co Ltd κ.ά. v. Ρέινμποου Πλήτσιηγκ και Ντάιγκ Κο Λτδ (2005) 1(A) Α.Α.Δ. 610, αναλύεται η έννοια του όρου:
«Παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός (account stated) σημαίνει συμφωνία μεταξύ των μερών σύμφωνα με την οποία όλα τα στοιχεία του λογαριασμού καθώς και το υπόλοιπο είναι ορθά, συνδυασμένη με υπόσχεση ρητή ή εξυπακουόμενη να πληρωθεί το υπόλοιπο. Επενεργεί ως νέα σύμβαση χωρίς να είναι αναγκαία νέα αντιπαροχή και ο ενάγοντας, του οποίου η αιτία αγωγής είναι ο παραδεδεγμένος ή εκκαθαρισμένος λογαριασμός, δεν είναι υποχρεωμένος να δικογραφήσει και να αποδείξει καθένα από τα στοιχεία του εκκαθαρισμένου λογαριασμού ξεχωριστά. Η συμφωνία των μερών ότι το υπόλοιπο είναι ορθό μπορεί να συναχθεί και από την παράδοση της κατάστασης λογαριασμού και την παράλειψη του χρεώστη να ενστεί για τα ποσά του λογαριασμού, εντός ευλόγου χρονικού διαστήματος. Βέβαια το τι συνιστά εύλογο χρονικό διάστημα είναι ζήτημα πραγματικό και νομικό στην κάθε περίπτωση.»
108. Σημειώνεται ότι η νομολογία όσον αφορά τις καταστάσεις λογαριασμού δείχνει ότι μια κατάσταση λογαριασμού δεν αποτελεί αφ’ εαυτής απόδειξη των όσων καταγράφονται. Τα γεγονότα που φέρεται να αναπαραγάγει, σε περίπτωση αμφισβήτησης, καθίστανται επίδικα και θα πρέπει απαρέγκλιτα να αποδειχθούν (A.I. Mantovani & Sons Ltd v. Christie Travel & Tourism Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 156, D and G Products Ltd v. Premixco Asphalting Company Ltd [1999] 1 Α.Α.Δ. 263 και Παναγιώτης Μαστρης Λτδ ν. Επιπλώσεις Λάσκο Λτδ [2006] 1 Α.Α.Δ 728).
109. Εκεί όμως που η προσκομισθείσα μαρτυρία είναι εκ πρώτης όψεως αρκετή για να αποδείξει το υπόλοιπο των λογαριασμών, εναπόκειται πλέον στους Εναγόμενους να αντικρούσουν τα στοιχεία που αποτελούσαν το λογαριασμό, ώστε να πείσουν το δικαστήριο ότι οι Ενάγοντες δεν απέδειξαν την υπόθεση τους επί του ισοζυγίου των πιθανοτήτων (Κλεάνθους Κλεάνθης και άλλος ν. Λευκόνοικο Χρηματιστηριακή Λτδ [2012] 1 Α.Α.Δ. 1344).
110. Τα δε τιμολόγια δεν μπορεί να θεωρηθούν ως ανεξάρτητη συμφωνία και βάση αγωγής ούτε και έχουν αυτοδύναμη αποδεικτική σημασία (Παρσών Γ. Παρσών ν. M & M Decoration Centre Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. 161/2015, ημερ. 30/4/2025). Θα πρέπει συνεκτιμηθούν στο σύνολο της μαρτυρίας (Palatino Developments Limited v. Telectronics Communication Limited [2002] 1(B) A.A.Δ.962).
111. Εν προκειμένω, εξάχθηκαν σχετικά ευρήματα ότι η Ενάγουσα προμήθευσε την Εναγόμενη με προϊόντα αλουμινίου αξίας €23.000. Το σχετικό τιμολόγιο (Τεκμήριο 2) και το περιεχόμενο του στην ουσία κατέστη παραδεκτό. Η Ενάγουσα επομένως, έχει το δικαίωμα να απαιτήσει το συμφωνημένο ποσό ως χρέος.
112. Έγινε επίσης παραδεκτό ότι πληρώθηκε το ποσό των €17.000 και εκδόθηκαν σχετικές αποδείξεις. Δεν προσκομίστηκε αποδεκτή μαρτυρία η οποία να δείχνει ότι το αξιούμενο ποσό το οποίο ανέρχεται σε €6.000 έχει εξοφληθεί. Η εκδοχή η οποία εν τέλει προωθήθηκε από την Εναγόμενη περί έκπτωσης ύψους €1.000 και εξόφλησης με επιταγή ύψους €5.000 έχει απορριφθεί για τους λόγους τους οποίους έχω προαναφέρει.
113. Όσον αφορά το ζήτημα κωλύματος λόγω συμπεριφοράς (estoppel by conduct) το οποίο εγείρεται από την Εναγόμενη το Δικαστήριο έκρινε τον ΜΕ1 ως αξιόπιστο και δέχθηκε τη μαρτυρία του ότι επικοινώνησε αρκετές φορές τηλεφωνικώς με τον ΜΥ1 ζητώντας του να προχωρήσει με την εξόφληση του οφειλόμενου ποσού. Συνεπακόλουθα, δεν υπάρχει ενώπιον μου το βάθρο επί του οποίου θα μπορούσε να υποστυλωθεί η υπεράσπιση του κωλύματος δια συμπεριφοράς συστατικό στοιχείο του οποίου είναι η υπόσχεση ή η βεβαίωση με λόγια ή συμπεριφορά με σκοπό να επηρεάσει τις νομικές σχέσεις μεταξύ τους (ίδετε το Δίκαιο της Απόδειξης, Δικονομικές και Ουσιαστικές Πτυχές, Τ. Ηλιάδης και Ν.Γ. Σάντης, δεύτερη έκδοση, σελ. 938 – 950).
ΣΤ. ΚΑΤΑΛΗΞΗ
114. Ως εκ τούτου, η Ενάγουσα απέδειξε την αξίωση της στο ισοζύγιο των πιθανοτήτων και δικαιούται σε απόφαση υπέρ της για το ποσό των €6.000, πλέον νόμιμο τόκο από την καταχώριση της αγωγής μέχρι εξόφλησης.
115. Σημειώνω ότι η απόφαση ο τόκος να προσμετρά από την καταχώριση της αγωγής έγκειται στο ότι υπήρξε καθυστέρηση στην καταχώριση της.
116. Ενόψει της επιτυχίας της αγωγής, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης έξοδα όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
Υπ. ________________
Χ. Σατσιάς, Ε. Δ.
ΠΙΣΤΟΝ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο