ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 1563/13
Μεταξύ:
ΚΩΣΤΑ ΜΑΝΩΛΗ
Ενάγοντα
-και-
1. ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΟ ΤΑΜΙΕΥΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑ ΛΤΔ
2. ALLIANZ ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ
Διά του Γενικού Αντιπροσώπου των στην Κύπρο,
ΣΥΝΕΡΓΑΤΙΚΗ ΚΕΝΤΡΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΛΤΔ
Εναγομένων
Ημερομηνία: 19 Μαΐου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Ενάγοντα: κ. Γ. Αδαμίδης
Για Εναγόμενη 1: κα Α. Γεωργίου
Για Εναγόμενη 2: κ. Γ. Παναγίδης
Α Π Ο Φ Α Σ Η
Η Απαίτηση
Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, ο Ενάγοντας επιδιώκει την έκδοση (εναντίον των Εναγομένων 1 και 2 εταιρειών), διακηρυκτικών αποφάσεων, στη βάση των οποίων, τρεις συμφωνίες δανείου, που συνομολόγησε μαζί με την Εναγόμενη 1, και συμβόλαια ασφάλισης, που εξέδωσε η Εναγόμενη 2, τα οποία εξασφάλιζαν τις συμφωνίες δανείου, να κριθούν ως ακυρώσιμες/α, και, ακολούθως, να ακυρωθούν. Στη βάση δε μίας τέτοιας, ευνοϊκής για αυτόν, εξέλιξης, επιζητεί και την επιδίκαση, υπέρ του, αποζημιώσεων, ίσες με το φερόμενο χρεωστικό υπόλοιπο των τριών δανείων του[1], πλέον τα δικηγορικά έξοδα που επωμίστηκε μέχρι σήμερα.
Η παρούσα αγωγή εδράζεται επί των νομικών βάσεων της απάτης, ψευδών παραστάσεων, δόλου, συνωμοσίας, παράβαση νομικού καθήκοντος και σχέσης εμπιστοσύνης, αμέλεια, παράβαση συμφωνίας, και άλλες συναφείς νομικές βάσεις.
Κοινώς Αποδεκτά Γεγονότα
Προτού προχωρήσω και παραθέσω τις εκδοχές των μερών, κρίνω ορθότερο, από το σημείο αυτό, να καταγράψω τα γεγονότα εκείνα, που αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ τους, ώστε, αφενός, να γίνει ευχερέστερη η κατανόηση της παρούσας απόφασης και, αφετέρου, ακολούθως, η όποια περαιτέρω διεργασία του Δικαστηρίου, να γίνει στη βάση των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων και μόνο.
Ως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα (βλέπε Τεκμήριο Χ), αλλά και τα παραδεκτά έγγραφα, τις κοινές, σύμφωνες, δηλώσεις των συνηγόρων των διαδίκων και, τέλος, την αναντίλεκτη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, τα πιο κάτω αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των πλευρών.
Κατά το 2008, σε τρεις περιπτώσεις, ο Ενάγοντας αιτήθηκε στην Εναγόμενη 1[2] και, αφού η τελευταία ενέκρινε τις αιτήσεις του, συνομολογήθηκαν οι τρεις επίδικες συμφωνίες δανείου. Πιο συγκεκριμένα, στις 16.04.2008, συνομολογήθηκε η πρώτη συμφωνία δανείου, για το ποσό των €167.000,00 (βλ. Τεκμήριο 1.1, στο εξής «το πρώτο δάνειο»). Ακολούθως, στις 09.07.2008, συνομολογήθηκε η δεύτερη συμφωνία δανείου, για το επιπρόσθετο ποσό των €188.000,00 (βλ. Τεκμήριο 1.2, στο εξής «το δεύτερο δάνειο») και, τέλος, στις 17.12.2008, συνομολογήθηκε η τρίτη συμφωνία δανείου, για το επιπρόσθετο ποσό των €60.000,00 (βλ. Τεκμήριο 1.3, στο εξής «το τρίτο δάνειο»). Για σκοπούς εξασφάλισης των ανωτέρω δανείων, σε κάθε περίπτωση, ο Ενάγοντας υποθήκευσε ακίνητη περιουσία του (βλ. Τεκμήρια 1.4, 1.5 και 1.6). Στο πλαίσιο της εν προκειμένω δανειοδότησης του Ενάγοντα, ως περαιτέρω εξασφάλιση της Εναγόμενης 1, εκχωρήθηκαν συμβόλαια ασφάλειας ζωής, τα οποία εξέδωσε η Εναγόμενη 2, ασφαλιστική εταιρεία.
Παρεμβάλλω, στο σημείο αυτό, ότι, (α) οι συνθήκες συνομολόγησης των τριών συμφωνιών δανείου και των συμβάσεων ασφάλισης, (β) ο τύπος και το είδος των τελευταίων, αλλά και (γ) η κάλυψη που τούτες παρείχαν, αποτελούν διαφιλονικούμενα, μεταξύ των μερών, ζητήματα, για τα οποία, αν χρειαστεί, θα αποφανθώ, κατωτέρω, αφού προηγουμένως αξιολογήσω τη σχετική μαρτυρία.
Επανερχόμενος στα κοινώς αποδεκτά γεγονότα, για σκοπούς των συμβάσεων ασφάλισης, ο Ενάγοντας υπέβαλε αριθμό αιτήσεων (βλέπε Τεκμήρια 1.7, 1.8, 1.9 και 1.10[3]). Τα χρήματα έκαστου δανείου, εκταμιεύτηκαν και τέθηκαν στη διάθεση του Ενάγοντα, κατά την ημέρα υπογραφής έκαστης σχετικής συμφωνίας, τα οποία και χρησιμοποίησε για σκοπούς κάλυψης εξόδων της οικογένειας του και άλλους σκοπούς. Σε κάποια χρονική στιγμή, και ειδικότερα στις 17.11.2008, ο Ενάγοντας τραυματίστηκε στο πλαίσιο εκτέλεσης των καθηκόντων του, ως υπάλληλος της ΑΗΚ, με αποτέλεσμα να παύσει καταβάλλει τις δόσεις του, αφού κρίθηκε ανίκανος να εκτελέσει την εργασία του. Συνεπεία της εξέλιξης αυτής, ο Ενάγοντας αποτάθηκε στην Εναγόμενη 2 για εξόφληση των δανείων του μέσω της κάλυψης, που του παρεχόταν από τα επίδικα, εκχωρημένα, ασφαλιστικά συμβόλαια, επί τη βάσει της μόνιμης μερικής ανικανότητας του να εργαστεί (βλ., μεταξύ άλλων, Τεκμήριο 17). Το αίτημα του εξετάστηκε από την τελευταία, η οποία έκρινε ότι, (α) ο Ενάγοντας δεν υπέστη μόνιμη μερική ανικανότητα, και (β) στη βάση του δεδομένου ότι η σχετική μέγιστη ασφαλιστική κάλυψη που του παρεχόταν από αυτήν, ανερχόταν στο ποσό των €70.000,00, πρόσφερε σε αυτόν, εν είδει κάλυψης, το ποσό των €27.300,00, κάτι που δεν έγινε δεχτό από αυτόν. Και τούτο γιατί, κατά τον Ενάγοντα, (α) στη βάση των σχετικών παραστάσεων της Εναγόμενης 2, η ασφαλιστική κάλυψη που του παρείχε ήταν ατομική (όχι ομαδική) και αφορούσε σε ποσό ίσο, με το συνολικό ποσό της δανειοδότησης του και όχι το περιορισμένο ποσό των €70.000,00 και (β) η μερική ανικανότητα του να εκτελέσει τα καθήκοντα του, συνεπεία του ατυχήματος, ήταν μόνιμη όχι προσωρινή, ως η τελευταία θεώρησε. Κατά το 2011, η Εναγόμενη 1, δεδομένης της παύσης καταβολής, από πλευράς του Ενάγοντα, των δόσεων των τριών δανείων, καταχώρησε τρεις διαιτητικές διαδικασίες, με αριθμούς 16/2011, 17/2011 και 18/2011, με σκοπό να ανακτήσει τα οφειλόμενα του τελευταίου. Στο πλαίσιο των εν προκειμένω διαιτητικών διαδικασιών, η Εναγόμενη 1 (ως, εκεί, ενάγουσα) καταχώρησε Έκθεση Απαίτησης και, ακολούθως, ο Ενάγοντας (ως, εκεί, εναγόμενος), σε κάθε μία εκ των διαδικασιών αυτών, προσθέτοντας την Εναγόμενη 2 (της παρούσας αγωγής) ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, καταχώρησε Υπεράσπιση και Ανταπαίτηση, προβάλλοντας, δικογραφικώς, ισχυρισμούς ίδιους με αυτούς που προβάλλει στο πλαίσιο της Έκθεσης Απαίτησης του στην παρούσα αγωγή, επιζητώντας δε (στις διαιτητικές διαδικασίες), θεραπείες, στη βάση των οποίων, (α) οι συμφωνίες δανείων και τα ασφαλιστικά συμβόλαια, θα πρέπει να «αποκατασταθούν», ώστε να αντιμετωπίζονται ως συνάδουσες με τις επικαλούμενες από τον Ενάγοντα παραστάσεις των Εναγομένων 1 και 2 προς τον ίδιο, και (β) να επιδικαστούν, υπέρ του, αποζημιώσεις για τις οικονομικές ζημιές που υπέστη. Η Εναγόμενη 2, θεωρώντας ότι ο Ενάγοντας δεν νομιμοποιείτο να την συμπεριλάβει, ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη, στις διαιτητικές διαδικασίες, αιτήθηκε την απαλλαγή της από αυτές, εγχείρημα το οποίο στέφθηκε με επιτυχία – παρά τις σχετικές ενστάσεις που καταχώρησε ο Ενάγοντας - αφού στο πλαίσιο, σχετικών, ενδιάμεσων, κρίσεων του Διαιτητή, αυτή διαγράφηκε από διάδικος. Ακολούθως, η Εναγόμενη 1, σε κάθε διαιτητική διαδικασία, επικαλούμενη παραδοχές που γίνονταν στο δικόγραφο της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του Ενάγοντα, αιτήθηκε την έκδοση διαιτητικών αποφάσεων υπέρ της και εναντίον του τελευταίου, περιορίζοντας το απαιτούμενο, από αυτή, ποσό (κατά €1.478,41), στη βάση του ισχυρισμού του Ενάγοντα ότι τούτη υπερχρέωσε, παρανόμως, τους λογαριασμούς δανείων με το εν λόγω ποσό. Ο Ενάγοντας, καταχώρησε ενστάσεις στις εν προκειμένω αιτήσεις της Εναγόμενης 1, και τούτες οδηγήθηκαν σε ακρόαση. Ο διαιτητής, στο πλαίσιο των τριών αυτών αιτήσεων, έκρινε την περιορισμένη απαίτηση της Εναγόμενης 1 δικαιολογημένη, και εξέδωσε τρεις διαιτητικές αποφάσεις εναντίον του Ενάγοντα. Το γεγονός αυτό, και δη η έκδοση των, εναντίον του Ενάγοντα, διαιτητικών αποφάσεων, δυσαρέστησε τον τελευταίο, με αποτέλεσμα να καταχωρήσει, στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, τρεις Αιτήσεις/Εφέσεις, με σκοπό να τις ανατρέψει. Μέρος των λόγων έφεσης που επικαλέστηκε ο Ενάγοντας, ήταν ότι, (α) οι όποιες παραδοχές του στα δικόγραφά του στις διαιτητικές διαδικασίες, δεν επαρκούσαν για να εκδοθούν οι εναντίον του διαιτητικές αποφάσεις, καθότι, επιπροσθέτως, δικογραφούσε και ότι, οι συμφωνίες δανείου και τα ασφαλιστικά συμβόλαια, συνεπεία επικαλούμενου δόλου, απάτης, ψευδών παραστάσεων, συνωμοσίας, παράβασης νομικού καθήκοντος και ή σχέσης εμπιστοσύνης, αμέλειας και άλλων συναφών λόγων, δεν ήταν, ως είχαν, έγκυρες/α και νόμιμες/α και, (β) ο Διαιτητής, έσφαλε στις ενδιάμεσες κρίσεις του με τις οποίες απάλλαξε την Εναγόμενη 2 από εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη. Κατόπιν ακρόασης των τριών αυτών Αιτήσεων/Εφέσεων, η μία διαιτητική απόφαση (στην Αίτηση/Έφεση 2662/2013, η οποία αφορούσε στη διαιτησία 18/2011), επικυρώθηκε, ενώ οι άλλες δύο διαιτητικές αποφάσεις (στις Αιτήσεις/Εφέσεις 2660/2013 και 2661/2013, οι οποίες αφορούσαν στις διαιτησίες 16/2011 και 17/2011), ακυρώθηκαν. Και οι τρεις αυτές κρίσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας επί των τριών αυτών Αιτήσεων/Εφέσων του Ενάγοντα, εφεσιβλήθηκαν από τους αποτυχόντες διαδίκους, και οι εν προκειμένω Εφέσεις εκκρεμούν μέχρι σήμερα (η όλη δικογραφία που αφορά στις διαιτητικές διαδικασίες, οι ενδιάμεσες, σε αυτές, αιτήσεις, στις οποίες αναφορά έγινε ανωτέρω, οι ενστάσεις που καταχωρήθηκαν σε αυτές, η δικογραφία των Αιτήσεων/Εφέσεων από αμφότερους τους διαδίκους, και οι αποφάσεις που εκδόθηκαν στο πλαίσιο των τελευταίων, αποτελούν τα Τεκμήρια 10.1 ‑ 10.12 (διαιτησία 18/2011), Τεκμήρια 11.1 ‑ 11.12 (διαιτησία 16/2011), και Τεκμήρια 12.1 ‑ 12.12 (διαιτησία 17/2011)). Το 2013, και συγκεκριμένα στις 28.02.2013, και ενώ οι διαιτητικές διαδικασίες εκκρεμούσαν - οι διαιτητικές διαδικασίες καταχωρήθηκαν το 2011 και οι τελικές αποφάσεις τους (στο πλαίσιο των ενδιάμεσων αιτήσεων της Εναγόμενης 1, στη βάση παραδοχών του Ενάγοντα στα δικόγραφά του) εκδόθηκαν στις 09.12.2013 -, ο Ενάγοντας καταχώρησε την παρούσα αγωγή, εδράζοντας τούτην, στην ουσία, επί του ίδιου, ακριβώς, πλαισίου γεγονότων που προέβαλε και για σκοπούς υποστήριξης των Υπερασπίσεων και Ανταπαιτήσεων που καταχώρησε στις διαιτητικές διαδικασίες. Τα πιο πάνω αποτελούν πλέον ευρήματα του Δικαστηρίου.
Οι Εκδοχές των Μερών
Η εκδοχή του Ενάγοντα
Είναι η δικογραφημένη εκδοχή του Ενάγοντα, την οποία, στην ουσία, υποστήριξε και μέσω της μαρτυρίας του, αλλά και της μαρτυρίας των μαρτύρων που παρουσίασε, ότι, στο πλαίσιο των διαβουλεύσεων του με δύο συγκεκριμένους λειτουργούς της Εναγόμενης 1, (πρόκειται, ως θα φανεί κατωτέρω, για τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1), σε σχέση με τις τρεις συμφωνίες δανείου, κατέστησε ξεκάθαρο σε αυτούς, ότι αποτελούσε, για τον ίδιο, προϋπόθεση για σκοπούς της συνομολόγησης τους, η προγενέστερη ασφάλιση του, σε ατομικό σχέδιο ασφάλισης (και όχι ομαδικό), το οποίο θα του παρείχε κάλυψη τόσο σε περίπτωση θανάτου, όσο και σε περίπτωση ολικής ανικανότητας εκτέλεσης εργασίας, συνεπεία ατυχήματος, ίσο, τουλάχιστον, με το ποσό εκάστου δανείου. Υποστηρίζει δε, ότι, στο πλαίσιο κάθε τέτοιας διαβούλευσης, αμφότεροι οι εν προκειμένω λειτουργοί της Εναγόμενης 1, καθιστούσαν σαφές στον ίδιο, ότι το αίτημα του θα ικανοποιηθεί και ότι θα του παρεχόταν τέτοια κάλυψη από την Εναγόμενη 2, ασφαλιστική εταιρεία, με την οποίαν συνεργαζόταν, κατά τον ουσιώδη χρόνο, η Εναγόμενη 1. Ισχυρίζεται, επίσης, ότι, για σκοπούς κατανόησης, από πλευράς των λειτουργών της Εναγόμενης 1, ως προς την κάλυψη που επιθυμούσε να τύχει (για σκοπούς εξασφάλισης των τριών δανείων), τους παρέδωσε ασφαλιστικό συμβόλαιο που είχε, στο παρελθόν, συνομολογήσει με άλλη ασφαλιστική εταιρεία (Eurolife), και ζήτησε όπως η ασφαλιστική κάλυψη που θα του παρεχόταν από την Εναγόμενη 2, να είναι του ιδίου τύπου και να περιέχει ίδιους ή πανομοιότυπους όρους. Είναι η θέση του Ενάγοντα ότι, και οι δύο αυτοί λειτουργοί της Εναγόμενης 1, τον διαβεβαίωσαν ότι η Εναγόμενη 2 παρέχει τέτοιαν κάλυψη και, ακολούθως, σε κάθε περίπτωση δανείου, του ζητούσαν όπως υπογράψει σχετική αίτηση για την έκδοση ασφαλιστικού συμβολαίου, οι οποίες του παραδίδονταν κενές, και επί των οποίων έθετε την υπογραφή του, θεωρώντας ότι αυτές αποτελούσαν αιτήσεις για ένταξη του σε ατομικό σχέδιο ασφαλιστικής κάλυψης για τα ποσά των τριών δανείων (βλέπε Τεκμήρια 1.7, 1.8, 1.9 και 1.10). Κατά τον Ενάγοντα, μέχρι και την απάντηση της Εναγόμενης 2 στην απαίτηση του για εξόφληση των επίδικων δανείων συνεπεία της μόνιμης μερικής ανικανότητας να εργαστεί λόγω του ατυχήματός του, τελούσε υπό την πλάνη ότι είχε ενταχθεί σε ατομικό σχέδιο ασφαλιστικής κάλυψης και ότι, στην περίπτωση θανάτου του ή ανικανότητας του να εργαστεί, οι όποιες οφειλές προς την Εναγόμενη 1, θα εξοφλούνταν μέσω της Εναγόμενης 2. Η πρώτη στιγμή που αντιλήφθηκε ότι ουδέποτε εντάχθηκε σε ατομικό σχέδιο ασφάλισης, παρά μόνο σε ομαδικό, και ότι η μέγιστη, σχετική με την ανικανότητα εργασίας, κάλυψη, ανερχόταν μόνο στις €70.000,00, και όχι για τον συνολικό δανεισμό του, ήταν όταν η Εναγόμενης 2 δεν του ενέκρινε το αίτημα του. Θεωρεί ο Ενάγοντας ότι, συνεπεία της ανωτέρω, κατά τον ίδιο, συμπεριφοράς των δύο λειτουργών της Εναγόμενης 1, οι οποίοι, στον βαθμό που αφορά στη συνομολόγηση των ασφαλιστικών συμβολαίων, ενεργούσαν ως αντιπρόσωποι της Εναγόμενης 2 (ουδέποτε συνομίλησε με οποιονδήποτε λειτουργό, υπάλληλο, ή άλλον εκπρόσωπο της Εναγόμενης 2), ισοδυναμεί με ψευδείς παραστάσεις, και/ή απάτη, και/ή δόλο, και/ή συνωμοσία μεταξύ των δύο Εναγομένων εταιρειών, και/ή παράβαση νομικού καθήκοντος ή σχέσης εμπιστοσύνης και/ή αμέλεια, δικογραφώντας, στην Έκθεση Απαίτησης, σχετικές λεπτομέρειες. Στη βάση των θέσεών του αυτών, θεωρεί, τόσο τις συμφωνίες δανείου, όσο και τα συμβόλαια ασφάλισης, ως ακυρώσιμα και ζητεί την έκδοση διακηρυκτικών αποφάσεων, με τις οποίες να ακυρώνονται τούτα. Θεωρεί, επιπροσθέτως, ότι, σε μίαν τέτοια περίπτωση, το Δικαστήριο δικαιολογείται να διατάξει τις Εναγόμενες 1 και 2 να τον αποζημιώσουν, με ποσό ίσο με τα φερόμενα χρεωστικά υπόλοιπα των τριών δανείων, ως αυτά εμφαίνονται στους σχετικούς λογαριασμούς που διατηρεί η Εναγόμενη 1. Εάν και ο Ενάγοντας, μέσω της Έκθεσης Απαίτησης, επιζητεί, γενικότερα, και άλλες αποζημιώσεις[4], δεδομένης της ξεκάθαρης τοποθέτησης του ιδίου, κατά τη μαρτυρία του, αλλά και μέσω του συνηγόρου του, στο πλαίσιο της τελικής αγόρευσης, ότι η όποια οικονομική ζημιά του περιορίζεται στο χρεωστικό υπόλοιπο των τριών δανείων και τα όποια συναφή έξοδα προέκυψαν, το εν προκειμένω ζήτημα δεν θα απασχολήσει περαιτέρω.
Η εκδοχή της Εναγόμενης 1
Κατά την Εναγόμενη 1, ο Ενάγοντας αιτήθηκε την παραχώρηση των τριών, επίδικων, δανείων, χωρίς ποτέ να αναφέρει οτιδήποτε περί ασφαλιστικής κάλυψης (είτε ατομική είτε ομαδική). Εν πάση περιπτώσει, ουδέποτε μια τέτοια κάλυψη αποτελούσε προϋπόθεση για τη συνομολόγηση των συμφωνιών δανείων και την εκταμίευση των ποσών, στα οποία αφορούσαν. Μοναδικό μέλημα του Ενάγοντα, ήταν να εγκριθούν τα δάνεια του και να εκταμιευτούν τα χρήματα, ώστε να τα χρησιμοποιήσει για τον σκοπό που επιθυμούσε. Στη βάση συγκεκριμένου όρου και των τριών συμφωνιών δανείου (όρος 14), παρεχόταν στην Εναγόμενη 1 δικαίωμα να απαιτήσει, μετά τη συνομολόγηση εκάστης συμφωνίας, από τον δανειολήπτη, εν προκειμένω τον Ενάγοντα, όπως συνάψει σύμβαση ασφαλιστικής κάλυψης ζωής, για ποσό ουχί λιγότερο του ποσού εκάστου δανείου, και όπως εκχωρήσει τούτη στην ίδια, ως εξασφάλιση για έκαστο δάνειο. Τέτοια απαίτηση προωθήθηκε από πλευράς της Εναγόμενης 1, σε χρόνο μετά τη συνομολόγηση των δανείων και/ή, εν πάση περιπτώσει, η όποια τέτοια κάλυψη, παρασχέθηκε στον Ενάγοντα μετά την εκταμίευση, σε κάθε περίπτωση, του δανειζόμενου ποσού. Ουδέποτε παραδόθηκε ή υπεδείχθη από τον Ενάγοντα, στους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, οποιοδήποτε ασφαλιστικό συμβόλαιο το οποίο είχε συνομολογήσει στο παρελθόν με άλλην ασφαλιστική εταιρεία. Δεδομένου ότι η πρώτη ασφαλιστική κάλυψη έγινε για το ποσό του πρώτου δανείου και δη €167.000,00, ποσό μικρότερο των €170.000,00, τούτη εγκρίθηκε χωρίς να καταστεί αναγκαία η παραπομπή του σε ιατρικές εξετάσεις. Όταν, ακολούθως, ο Ενάγοντας συνομολόγησε το δεύτερο δάνειο, με αποτέλεσμα ο συνολικός δανεισμός του να ανέρχεται σε ποσό πέραν των €170.000,00, στη βάση των σχετικών κανονισμών που διέπαν τη συνομολόγηση ασφαλιστικών συμβάσεων της Εναγόμενης 2, η τελευταία απαίτησε από την Εναγόμενη 1 όπως ο Ενάγοντας παραπεμφθεί για ιατρικές εξετάσεις σε γιατρό επιλογής της πρώτης, εξετάσεις οι οποίες και διενεργήθηκαν, με αποτέλεσμα, να εκδοθεί και το δεύτερο συμβόλαιο ασφάλισης, αμφότερα αφορώντα σε ομαδικά σχέδια ασφάλισης, ως ξεκάθαρα αναφέρθηκε, εξ' αρχής, από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, στον Ενάγοντα, κατά τον χρόνο των διαβουλεύσεων της συνομολόγησης των συμφωνιών δανείου. Ποτέ ο Ενάγοντας δεν τελούσε υπό την εντύπωση ότι τύγχανε ατομικής ασφαλιστικής κάλυψης, ούτε και ότι, σε περίπτωση ατυχήματος που θα του προκαλούσε ανικανότητα εκτέλεσης εργασίας, θα καλυπτόταν για όλον τον δανεισμό του. Τουναντίον, ξεκάθαρα του λέχθηκε ότι η κάλυψη που απαιτούσε η Εναγόμενη 1, στη βάση των προνοιών του όρου 14 των συμφωνιών δανείων, ήταν η ένταξη του σε ομαδικό σχέδιο ασφάλισης, απαίτηση την οποίαν ο Ενάγοντας αποδέχτηκε να ικανοποιήσει υποβάλλοντας τις σχετικές αιτήσεις. Θεωρεί, εν προκειμένω, η Εναγόμενη 1, ότι, στη βάση των ανωτέρω, ούτε η ίδια, αλλά ούτε και η Εναγόμενη 2, προέβηκαν σε οποιανδήποτε ψευδή παράσταση, απάτη, δόλο, συνωμοσία, αμέλεια, ή παράβαση οποιουδήποτε καθήκοντος ή σχέσης εμπιστοσύνης και ότι η αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη. Εν πάση περιπτώσει, αποτελεί βασική υπερασπιστική γραμμή της Εναγόμενης 1 ότι, και να ήθελε ο Ενάγοντας αποδείξει τα όσα ισχυρίζεται, δεν έχει αποδείξει ότι υπέστη οποιανδήποτε ζημιά, αφού εκταμίευσε όλα τα χρήματα του δανεισμού του, χωρίς να αποπληρώσει τούτα, ενώ η τύχη των δανείων και γενικότερα της όποιας σχετικής οφειλής του, θα αποφασιστούν στο πλαίσιο των Εφέσεων που εκκρεμούν σε σχέση με τις διαιτητικές διαδικασίες. Προβάλλει, επιπροσθέτως, επί τούτου, ότι, η εκκρεμότητα των διαιτητικών αυτών διαδικασιών, μέσω των εκκρεμουσών Εφέσεων, αποτελεί γεγονός που ενεργοποιεί την αρχή του δεδικασμένου, και ή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, με αποτέλεσμα ο Ενάγοντας να κωλύεται να προωθεί την παρούσα αγωγή και να επιδιώκει, μέσω της, την εκ νέου δικαστική κρίση επί των ζητημάτων που άπτονται των συμφωνιών δανείου και των ασφαλιστικών συμβολαίων.
Η εκδοχή Εναγόμενης 2
Κατά την Εναγόμενη 2, ουδέποτε προέκυψε ανάγκη, λειτουργοί της, να έρθουν σε επαφή με τον Ενάγοντα, γιατί ουδέποτε αιτήθηκε ο τελευταίος ατομική ασφάλιση. Όσον αφορά στις ομαδικές ασφαλίσεις που τον ενέταξε, τούτο έγινε στη βάση σχετικής συνεργασίας της με την Εναγόμενη 1, με τους λειτουργούς της τελευταίας, να ενεργούν και εκ μέρους της, λαμβάνοντας τις σχετικές αιτήσεις, οι οποίες, ακολούθως, μεταφέροντο, ενδοτμηματικώς, σε αυτήν, και αφού εξετάζονταν και εγκρίνονταν, ακολούθως, εκδίδονταν οι ομαδικές ασφαλίσεις, οι οποίες παρέχονταν στην Εναγόμενη 1, και κατ' επέκταση στα εκάστοτε μέλη της (ως ήταν, τότε, και ο Ενάγοντας), με αποτέλεσμα, αντισυμβαλλόμενο μέρος της Εναγόμενης 2, για σκοπούς παροχής των επίδικων ομαδικών ασφαλίσεων, να ήταν η Εναγόμενη 1 και όχι ο ασφαλισμένος (εν προκειμένω ο Ενάγοντας). Ο Ενάγοντας ουδέποτε συνομίλησε με υπάλληλό της, ή εξέφρασε ποτέ την όποιαν πρόθεση του να τύχει ατομικής ασφαλιστικής κάλυψης. Η πρώτη φορά που ο Ενάγοντας επικοινώνησε μαζί της, ήταν για σκοπούς εξόφλησης των δανείων, μετά το ατύχημα που του επεσυνέβη. Εν πάση περιπτώσει, προβάλλει τη θέση ότι, εάν ένας διάδικος της παρούσας υπόθεσης ενήργησε με δόλο, αυτός ήταν ο Ενάγοντας, ο οποίος, στο πλαίσιο του τρίτου δανείου του, υπέβαλε αίτηση για ασφαλιστική κάλυψη, σε χρόνο μετά το ατύχημα, δηλώνοντας, ευθαρσώς, επί της εν λόγω αιτήσεως, ότι δεν αντιμετωπίζει οποιοδήποτε πρόβλημα υγείας, ούτε και λαμβάνει οποιανδήποτε φαρμακευτική αγωγή, και γενικότερα, προβαίνοντας σε δηλώσεις οι οποίες έρχονταν σε πλήρη σύγκρουση με την πραγματική κατάσταση της υγείας του, ως αυτή μεταβλήθηκε συνεπεία του ατυχήματος. Κατά την Εναγόμενη 2, οι δύο τελευταίες, χρονικά, αιτήσεις ασφάλισης που υπέβαλε ο Ενάγοντας (Τεκμήρια 1.9 και 1.10), είναι άνευ αντικειμένου, καθότι, με τις δύο πρώτες (Τεκμήρια 1.7 και 1.8), εξασφάλισε τη μέγιστη δυνατή ασφαλιστική κάλυψη που παρεχόταν μέσω ομαδικής ασφάλισης, η οποία δεν μπορούσε να υπερβεί τις €340.000,00. Εξ ου, και ουδέποτε η Εναγόμενη 2 ενέταξε τον Ενάγοντα σε οποιοδήποτε άλλο ασφαλιστικό σχέδιο στη βάση των δύο τελευταίων αυτών αιτήσεων του. Προς επίρρωση δε της θέσης της αυτής, η Εναγόμενη 2, παραπέμπει στους τραπεζικούς λογαριασμούς που τηρούσε η Εναγόμενη 1 σε σχέση με τα δύο εκ των τριών δανείων, υποδεικνύοντας ότι, στη βάση τους, η Εναγόμενη 1 απέκοπτε ασφάλιστρο μόνο για τα δύο εκ των δανείων του, και όχι και για το τρίτο δάνειο, από το οποίο απεκόπτετο μόνο ασφάλιστρο για κάλυψη πυρός. Στη βάση της ανωτέρω θεώρησης, και η Εναγόμενη 2 ζητά την απόρριψη της αγωγής, υποστηρίζοντας ότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τα όσα αποδίδει στην ίδια και στην Εναγόμενη 1.
Δεδικασμένο ‑ Κατάχρηση Διαδικασίας
Δεδομένου ότι το ζήτημα του δεδικασμένου που εγείρει η Εναγόμενη 1, αλλά και το παρεμφερές σχετικό ζήτημα της κατάχρησης διαδικασίας, το οποίο προκύπτει μέσα από τις αιτιάσεις των Εναγομένων 1 και 2, αφορούν ζητήματα που δύνανται να εξεταστούν στη βάση των κοινώς αποδεκτών γεγονότων (επί των οποίων προέβηκα ήδη σε σχετικά ευρήματα), χωρίς να είναι αναγκαία η αξιολόγηση της ενώπιον μου μαρτυρίας, κρίνω ορθό να εξετάσω τούτα από αυτό το στάδιο.
Δεδικασμένο και/ή estoppel
Ως προκύπτει από τη σχετική με το θέμα νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου, αλλά και γενικότερα τις αυθεντίες, περιλαμβανομένων και αγγλικών συγγραμμάτων και αποφάσεων, «το κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα συνιστά μια από τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου (estoppel per rem judicatam). Υφίσταται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες επιδιώκεται η επανασυζήτηση θέματος που ήδη αποφασίστηκε ή υπήρξε το αντικείμενο παραδοχής σε προγενέστερη δικαστική διαδικασία ως προϋπόθεση για τη θεμελίωση της αιτίας αγωγής που αποτελούσε το αντικείμενο της. Σε αντιδιαστολή προς το κώλυμα αναφορικά με την αιτία αγωγής (cause of action estoppel) που αποτελεί τη δεύτερη έκφανση του (βλ. Thoday v. Thoday [1964] 1 All E. R. 341)» (βλ. Παμπορίδης ν. Κτηματικής Τραπέζης Κύπρου (1995) 1 Α.Α.Δ. 670). Αναφέρθηκε, ακόμα, ότι, από τις αρχές του 12ου αιώνα, οι αποφάσεις των Δικαστηρίων θεωρούνται δεσμευτικές και δεν μπορούν να αμφισβητηθούν. Ως προς το πότε είναι δυνατόν να γίνει επίκληση του αποκλεισμού από δεδικασμένο και/ή από ημιδεδικασμένο (estoppels of record or quasi of record), σημειώθηκε ότι, τούτο είναι δυνατό να γίνει όταν ένα επίδικο γεγονός έτυχε δικαστικής κρίσης με τελεσίδικο τρόπο σε δίκη μεταξύ συγκεκριμένων διαδίκων, από Δικαστήριο που είχε αποκλειστική ή συντρέχουσα δικαιοδοσία να επιληφθεί του ζητήματος και το ίδιο ζήτημα, επανεμφανίζεται, σε μεταγενέστερη δίκη μεταξύ των ιδίων διαδίκων (βλ. Χαραλάμπους ν. Χαραλάμπους (2008) 1 Α.Α.Δ. 1298). Ως προς τους λόγους που εξυπηρετούνται με την εφαρμογή του συγκεκριμένου κανόνα, στη ίδια, τελευταία, πιο πάνω, υπόθεση, αναφέρθηκε ότι, τούτοι, είναι δύο. Πρώτον, «ότι η τελεσίδικη εκδίκαση μιας διαφοράς είναι προς όφελος του δημοσίου συμφέροντος (Interest rei publicae, ut sit finis litium)» και δεύτερον, «κανένας δεν πρέπει να ενοχλείται δύο φορές για το ίδιο θέμα (Nemo debet bis vexavi pro eadem causa)». Αναφορικά τώρα με τα κριτήρια που πρέπει να ικανοποιούνται για να τυγχάνει εφαρμογής ο συγκεκριμένος κανόνας, σημειώθηκε ότι, πρώτον, η απόφαση θα πρέπει να είναι τελεσίδικη, δεύτερον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση διαδίκων, τρίτον, ταύτιση της ιδιότητάς τους, και τέταρτον, θα πρέπει να υπάρχει ταύτιση επιδίκων θεμάτων.
Στην υπόθεση Theori and Another v Djoni and Another (1984) 1 CLR 296, αποφασίστηκε ότι ο κανόνας του δεδικασμένου δεν εφαρμόζεται μόνο στην περίπτωση που σε προηγούμενη δικαστική διαδικασία προωθήθηκε συγκεκριμένη βάση αγωγής επί της οποίας εδράζεται και η νέα διαδικασία, αλλά επεκτείνεται και στην περίπτωση που η βάση αγωγής της νέας διαδικασίας θα μπορούσε να προωθηθεί, κατόπιν λογικής έρευνας, και στην προηγούμενη διαδικασία. Πιο συγκεκριμένα, αναφέρθηκαν τα εξής:
«What learned counsel for the appellants has, in essence, challenged before, this Court is the conclusion of the trial Court that res judicata applies to claims not actually included in the former action but which could properly be so included. He submitted that estoppel could only operate against a party and preclude him from raising issues which could have been raised in the previous proceedings only if the subject-matter raised in the previous proceedings was the same as the subject-matter of the subsequent proceedings; and that the real test should not be whether the issues could have been raised in the first action but whether the basis of the two actions was the same. And although, he argued, the subject-matter of the present action could be included in the first action the fact that it was not so included does not mean that the plea of res judicata applies and this because what the appellants were claiming in the first action was the ownership of the land under plots .39/2 and 40/2 of sheet-plan LIV/49 by virtue of inheritance and adverse possession and that what they are now claiming is that in addition to the above they are, on the same grounds, the owners of more property, plots 39/1 and 40/1, which, though adjacent to the above, was not included in their claim in the first action; and that this being the position res judicata does not apply in these proceedings because the subject-matter of the two proceedings was different; and he invited this Court to rule that in the circum stances the plea of res judicata should not be allowed to stand.
We find ourselves unable to agree with learned councel's proposition. In our view it is contrary to the principle enunciated by Wigram V.C. in Henderson v. Henderson (supra) which, in addition to the cases cited above, was quite recently approved by the House of Lords in Vervaeke v. Smith [1982] 2 All E. R. 144.
Therefore, although it is correct that the ownership of the property covered by plot 39/1 and 40/1 was not an issue between the plaintiffs and the defendants in the first action, the plaintiffs, admittedly, could have raised their contention as to the ownership of these plots in that action, in which the issue was also the ownership of parts of what previously to the institution of the first action were plots 39 and 40 and to which their present claim "property belonged", and in the circumstances it was, in our view their duty to include it in such action so as to avoid multiplicity of proceedings.»
(βλέπε επίσης την Χαραλάμπους (ανωτέρω).
Στην δε Παμπορίδης (ανωτέρω), σημειώθηκε, πάντα συναφώς, ότι:
«Στην υπόθεση Theori and Another v. Djoni and Another (1984) 1 C.L.R. 296, με αναφορά στις υποθέσεις Henderson v. Henderson [1843-1860] All E.R. (Rep) 378, Hoystead and Others v. Taxation Commissioner (ανωτέρω) και Public Trustee v. Kenward [196η 2 All E.R. 870, επαναλήφθηκε πως δημιουργείται δεδικασμένο όχι μόνο σε σχέση με όσες αξιώσεις περιλήφθηκαν στην πρώτη αγωγή αλλά και σε σχέση με εκείνες που μπορούσαν να προβληθούν ως ενταγμένες στο πλαίσιο του αρχικού αντικειμένου της αντιδικίας, αλλά δεν προβλήθηκαν. Είναι θεμελιωμένο πως αυτή η προέκταση ισχύει και ως προς τις δύο εκφάνσεις του δεδικασμένου δηλαδή και για κώλυμα αναφορικά με την αιτία της αγωγής και για κώλυμα αναφορικά με επίδικο θέμα. Στην υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) αποφασίστηκε πως όπου εξαιρετικές περιστάσεις δείχνουν ότι η άκαμπτη εφαρμογή των κανόνων ως προς το δεδικασμένο θα οδηγούσε σε αδικία ενώ, αντίστροφα, η παράκαμψή τους δεν θα απέληγε σε κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, δικαιολογείται η συζήτηση θέματος σε νέα δικαστική διαδικασία έστω και αν αυτό το θέμα πράγματι αποφασίστηκε σε προηγούμενη ή ενώ δεν είχε προβληθεί για να αποφασιστεί, θα μπορούσε να είχε προβληθεί. Η υπόθεση Arnold v. NatWest Bank PLC (ανωτέρω) δεν αφορούσε σε κώλυμα ως προς την αιτία της αγωγής αλλά σε κώλυμα ως προς επίδικο θέμα. Στην υπόθεση The “Indian Grace” (ανωτέρω) κρίθηκε ότι, κατ' εφαρμογήν της, ισχύουν τα ίδια και στην περίπτωση κωλύματος ως προς την ίδια την αιτία της αγωγής, σε σχέση όμως με θέμα που ενώ δεν αποφασίστηκε πράγματι, θα μπορούσε να είχε προβληθεί στο πλαίσιο της πρώτης διαδικασίας για να αποφασιστεί.
Κατάχρηση διαδικασίας
Το δικαίωμα του Δικαστηρίου να απορρίψει ή να αναστείλει (ανάλογα της περίπτωσης) μια διαδικασία, εξασκείται εκεί που ένα ένδικο μέσο προωθείται εις τρόπον που αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Ως τέτοια κρίνεται μια διαδικασία, η οποία προωθείται με αλλότρια κίνητρα και/ή σκοπό, και ως έχει λεχθεί, αυτή μπορεί να προσλάβει πολλές μορφές (βλ. Halsbury’s Laws of England, 4th edition, vol. 37 para. 434 και Τζεννάρο Περέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών, Πολ. Έφεση Αρ. 9173, 16/03/1995).
Στην υπόθεση Αναφορικά με την Αίτηση της ALDI MARINE LTD, (2012) 1Β Α.Α.Δ 1069) λέχθηκαν τα εξής σχετικά:
«Στην υπόθεση In re Beogradska D.D. [1996] 1 Α.Α.Δ. 911 λέχθηκε ότι η πολλαπλότητα διαδικασιών που συνίσταται στην επιδίωξη όμοιου σκοπού με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Παράλληλα επισημάνθηκε το γεγονός ότι το Δικαστήριο κέκτηται σύμφυτης εξουσίας να απορρίπτει διαδικασίες που συνιστούν κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας ή και να αναστέλλει τη μεταγενέστερη μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης, ανάλογα με την περίπτωση. Το σχετικό απόσπασμα από την απόφαση της Ολομέλειας στην εν λόγω υπόθεση έχει ως εξής:
“Όπως φαίνεται από την πιο πάνω επισκόπηση της Αγγλικής νομολογίας η τελευταία έχει υιοθετήσει κατά κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δυο διαδικασίες – της μεταγενέστερης. Έχει δε υιοθετήσει το μέτρο της απόρριψης σε ποινικές υποθέσεις (Βλ. Mills, πιο πάνω). Δεν έχει διατυπώσει οποιοδήποτε κανόνα ο οποίος ρυθμίζει το πότε εφαρμόζεται το ένα ή το άλλο από τα δύο μέτρα.
Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε την διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας.”»
Κατάχρηση διαδικασίας προκύπτει όχι μόνο στην περίπτωση κατά την οποία επιδιώκεται όμοιος σκοπός με την υιοθέτηση παράλληλων ένδικων μέσων, αλλά και στην περίπτωση κατά την οποία προωθούνται πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία (βλ. Σοφία Κοζάκη v. Γεωργίου Κοζάκη (2002) 1Γ Α.Α.Δ. 1710 στην οποία γίνεται παραπομπή στην Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512).
Στο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, 18th edition, σελ. 1534 § 43 – 46, κάτω από τον τίτλο «Claims which could and should have been brought previously», αναφέρονται τα εξής:
«To bring a claim that could and should have been made as part of previous litigation is a form of abuse of process. “The rule is not based on the doctrine of res judicata in a narrow sense, nor even on any strict doctrine of issue estoppel or cause of action estoppels. It is a rule of public policy based on the desirability, in the general interest as well as that of the parties themselves, that litigation should not drag on for ever and that a defendant should not be oppressed by successive suits when one would do[5]. The distinction from even the extended doctrine of res judicata is important because abuse of process is not confined by the rules that restrict res judicata estoppels and is potentially more flexible».
Ως προς την προσέγγιση του Δικαστηρίου όταν βρίσκεται αντιμέτωπο με αίτημα για απόρριψη αγωγής λόγω δεδικασμένου, αλλά και απόρριψη ή αναστολή της, λόγω κατάχρησης της διαδικασίας, σχετικά είναι τα όσα αναφέρθηκαν στην Bradford & Bingley Building Society v. Seddon Hancock and Others (third parties) [1999] 1 WLR 1482. Έχουν ως εξής:
“ In my judgment, it is important to distinguish clearly between res judicata and abuse of process not qualifying as res judicata, a distinction delayed by the blurring of the two in the court’s subsequent application of the above dictum. The former, in its cause of action estoppels form, is an absolute bar to relitigation, and in its issue estoppel form also, save in “special cases” or “special circumstances”. ……. The latter, which may arise where there is no cause or issue estoppel, is not subject to the same test, the task of the court being to draw the balance between the competing claims of one party to put his case before the court and of the other not to be unjustly hounded given the earlier history of the matter”.
Στο δε ανωτέρω αναφερόμενο σύγγραμμα PHIPSON ON EVIDENCE, σελ. 1535 § 43 – 46, αναφέρεται ότι:
«A decision as to whether to strike out a claim on the basis that it should have been brought in previous proceedings is decision involving the assessment of a number of factors to which there is only one correct answer as to whether or not there is an abuse of process, as opposed to a decision involving the exercise of discretion. The court should adopt broad – merits approach».
(βλ. επίσης Τime Group Ltd v. Computer 2000 Distribution Ltd [2002] EWHC 126 QBD (TCC)).
Σχετική είναι επίσης και η εξής περικοπή, από τη σελ. 1538 § 43 – 49 του πιο πάνω αναφερόμενου συγγράμματος, κάτω από την αναφορά «Should have been litigated in earlier proceedings:»
“This form of abuse of process is usually relied on between the parties in previous litigation. As such it operates as, in effect, an extension of the doctrine of merger and cause of action estoppel: although the subsequent litigation does not rely on identical cause of action, the argument is that because the second claim “covers issues of facts which are so clearly part of the subject – matter of the litigation and so clearly could have been raised that it would be an abuse of the process of the court to allow a new proceeding to be started in respect of them”. In MCC Proceeds Inc v. Lehman Brothers International, Mummery L.J. treated it as critical that “the essential factual basis of the claims is the same in both cases” and that joinder of the defendants in the second action as a defendant in the first would not have “overloaded, or introduced complexity into, the first action”. A party would be unlikely to be able successfully to allege that a claim “could and should” have been litigated in previous proceedings if in all likelihood the judge in the previous proceedings would have directed that it should be held over to await the conclusion of the previous claim».
Κατά συνέπεια, είναι μόνο στις περιπτώσεις που το αντικείμενο της αντιδικίας και γενικότερα τα επίδικα ζητήματα της δεύτερης αγωγής αποτελούν ξεκάθαρα μέρος της αρχικής διαφοράς και προγενέστερης διαδικασίας ή ξεκάθαρα μπορούσαν να εγερθούν σε αυτή, που η μεταγενέστερη αγωγή θα κριθεί ως καταχρηστική. (βλ. επίσης Greenhalgh v. Mallard [1947] 2 ALL E.R. 255, 257). Διαφορετικά ελλοχεύει ο κίνδυνος ο ενάγοντας της τελευταίας χρονικά αγωγής να εμποδιστεί από το να προωθήσει μια γνήσια απαίτηση του (βλ. Βoard in Brisbane City Council v. Attorney – General for Queensland [1979] A.C. 411, 425).
Έχει περαιτέρω νομολογηθεί ότι δεν πρέπει να γίνεται προσπάθεια να οριστεί (define) ή να κατηγοριοποιηθεί πλήρως (categorized fully) το τι μπορεί να συνιστά κατάχρηση μιας διαδικασίας, ούτε να τίθενται αυστηροί κανόνες, διότι ο σκοπός είναι να αποτρέπεται η κατάχρηση και δεν πρέπει να τίθεται σε κίνδυνο η διατήρηση γνήσιων απαιτήσεων (βλ. Barrow v. Bankside Agency Ltd [1996] 1W.L.R. 257).
Διαιτητική διαδικασία – αρχική διαδικασία
Ο σκοπός της διαιτητικής διαδικασίας είναι να παραπέμπονται και να αποφασίζονται δικαστικά και δεσμευτικά οι διαφορές των μερών. Στο Halsbury’s Laws of England, Fourth Edition Reissue, Vol. 2, para. 601 αναφέρονται, συναφώς, τα ακόλουθα:
«Αrbitration is the process by which a dispute or difference between two or more parties as to their mutual legal rights and liabilities is referred to and determined judicially and with binding effect by the application of law by one or more persons (the arbitral tribunal) instead of by court of law. The decision of the arbitral tribunal is usually called an award. The reference to arbitration may arise from the agreement of the parties (private arbitration) or from statute:»
Στην παράγραφο 607 του μόλις πιο πάνω συγγράμματος, γίνεται αναφορά στο δεσμευτικό της διαιτητικής απόφασης και στις συνέπειες αυτής. Η σχετική περικοπή έχει ως ακολούθως:
«Ιt is of the nature of arbitration that the decision of the arbitral tribunal shall be legally binding and enforceable as between the parties. In accordance with this principle, the award of the tribunal is legally enforceable and gives rise to defences of res judicata in subsequent proceedings».
Πιο κάτω, στο ίδιο σύγγραμμα, στην παράγραφο 684, επεξηγείται το αποτέλεσμα της διαιτητικής απόφασης, ως εξής:
«Αs a general rule, the effect of an award as between the parties to an arbitration agreement is to preclude either party from bringing fresh proceedings in respect of the cause of action which has been determined by the award or in respect of an issue which was necessarily determined by the award. Furthermore, once the award has been made, a party will not be allowed to raise in fresh proceedings an issue which should with reasonable diligence have been raised in the original proceedings. The award gives rise to an estoppel analogous to that created by the judgment in an action in personam.»
Στην υποσημείωση 10, του εν λόγω συγγράμματος, συναφώς, αναφέρονται και τα ακόλουθα:
«The court may either exercise its inherent jurisdiction to strike out such claim as an abuse of process or restrain the claimant from referring the matter to arbitration. But where a cause of action falls outside the terms of an arbitration agreement, a party may not be precluded from raising it in subsequent proceedings».
Υπαγωγή αδιαμφισβήτητων γεγονότων στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο
Απλή ανάγνωση και μόνο των δικογράφων της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης που καταχώρησε ο Ενάγοντας στις διαιτητικές διαδικασίες και σύγκριση τους με το περιεχόμενο της Έκθεσης Απαίτησης της παρούσας αγωγής, καταδεικνύουν εξόφθαλμα, ότι τα όσα προβάλλει ο Ενάγοντας προς υποστήριξη της παρούσας διαδικασίας, αποτελούν, στην ουσία, τα όσα προέβαλε για σκοπούς της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης του στις πρώτες.
Επισημαίνεται, στο σημείο αυτό, ότι, τη δεδομένη στιγμή, εκκρεμούν εφέσεις και για τις τρεις διαιτητικές διαδικασίες. Στις δύο εξ αυτών, με σκοπό να ανατραπούν οι δύο αποφάσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου με τις οποίες ακυρώθηκαν οι δύο, εκ των τριών, εναντίον του Ενάγοντα, διαιτητικές αποφάσεις (οι εφέσεις καταχωρήθηκαν από την Εναγόμενη 1) και στην τρίτη, με σκοπό να ανατραπεί η τρίτη απόφαση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία επικυρώθηκε η μία, εναντίον του Ενάγοντα, διαιτητική απόφαση (η έφεση καταχωρήθηκε από τον Ενάγοντα).
Στον βαθμό που αφορά στην τελευταία περίπτωση, δεδομένης της τελεσιδικίας της διαφοράς, της ταύτισης των διαδίκων και της ιδιότητάς τους[6], της ταύτισης των επιδίκων ζητημάτων και της αδιαμφισβήτητης δικαιοδοσίας του Διαιτητικού Δικαστηρίου να επιληφθεί της διαφοράς, η αρχή του δεδικασμένου τυγχάνει πλήρους, εξόφθαλμης, εφαρμογής, στον βαθμό που η παρούσα αγωγή στρέφεται εναντίον της Εναγόμενης 1. Όσον τώρα αφορά στις άλλες δύο διαιτητικές διαδικασίες, των οποίων οι αποφάσεις ακυρώθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, δεδομένης της εκκρεμότητας των εφέσεων, και των λόγων έφεσης που προέβαλε ο Ενάγοντας στις σχετικές Αιτήσεις/Εφέσεις που καταχώρησε ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου, η παρούσα αγωγή αποτελεί παράλληλη διαδικασία για επίτευξη ίδιου σκοπού, με αποτέλεσμα η προώθησή της να αποτελεί κατάχρηση διαδικασίας (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του Ευάγγελου Εμπεδοκλή (Αρ.3) (2009) 1 Α.Α.Δ. 529 και Σοφοκλέους ν. Τσεσμέλογλου (Αρ.1) (2011) 1 Α.Α.Δ. 773).
Σημειώνεται, συναφώς, ότι, δύο τινά μπορεί να προκύψουν από το αποτέλεσμα των τριών εκκρεμουσών εφέσεων. Ή να ανατραπούν οι δύο κρίσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διαιτητικές αποφάσεις και να επικυρωθεί η τρίτη, με την οποία απορρίφθηκε η Αίτηση/Έφεση του Ενάγοντα, οπότε όλες οι διαιτητικές αποφάσεις θα αναβιώσουν και θα είναι εκτελεστέες, με αποτέλεσμα η παρούσα αγωγή να περιβάλλεται από την αρχή του δεδικασμένου (δεδομένου ότι μέσω της (της παρούσας αγωγής), στην ουσία, επιχειρείται να απαλλαγεί ο Ενάγοντας από τις συμβατικές ευθύνες του έναντι της Εναγόμενης 1 σε σχέση με τις συμφωνίες δανείου) ή να επικυρωθούν οι δύο κρίσεις του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με τις οποίες ακυρώθηκαν οι διαιτητικές αποφάσεις και να ανατραπεί η τρίτη κρίση του Επαρχιακού Δικαστηρίου, με την οποία απορρίφθηκε η Αίτηση/Έφεση του Ενάγοντα, οπότε και θα αναβιώσουν όλες οι εναντίον του Ενάγοντα διαιτητικές διαδικασίες, με αποτέλεσμα, με τη δικογραφία τους συμπληρωμένη, να μπορούν να εξεταστούν τα επίδικα ζητήματα τους – επομένως και της παρούσας αγωγής - στο πλαίσιό τους. Υπενθυμίζεται ότι, οι διαιτητικές διαδικασίες καταχωρήθηκαν το 2011 και οι Υπερασπίσεις και Ανταπαιτήσεις του Ενάγοντα, σε αυτές, το 2012, και δη σε χρόνο πριν την καταχώρηση της παρούσας αγωγής.
Όσον δε αφορά στην Εναγόμενη 2, είμαι της γνώμης ότι και σε σχέση με αυτήν, η παρούσα αγωγή αποτελεί κατάχρηση δικαστικής διαδικασίας, παρά τη διαγραφή της από διάδικο των διαιτητικών διαδικασιών πριν την έκδοση των διαιτητικών αποφάσεων. Και τούτο γιατί, στη βάση του αδιαμφισβήτητου τρόπου δράσης του Ενάγοντα, τούτος θεωρεί τις διαιτητικές διαδικασίες ως κατάλληλο forum για επίλυση των διαφορών του και με την Εναγόμενη 2. Συναφώς, ο Ενάγοντας, μετά την καταχώρηση των ενδιάμεσων αιτήσεων της Εναγόμενης 2 για διαγραφή της από εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη στις διαιτητικές διαδικασίες, είχε δύο επιλογές. Είτε να αμφισβητήσει την ορθότητα του εγχειρήματος της πρώτης και να επιμένει στην ορθότητα της συμπερίληψης της ως διάδικο, ώστε οι διαιτητικές διαδικασίες να αποτελέσουν το forum για δικανική κρίση που να αφορά και στην Εναγόμενη 2, είτε να συμφωνήσει με αυτό, και, ακολούθως, να καταχωρήσει άλλη διαδικασία, ως η παρούσα, εναντίον της Εναγόμενης 2 για να προκύψει μία τέτοια δικανική κρίση. Επέλεξε το πρώτο, αφού καταχώρησε ενστάσεις στις αιτήσεις της Εναγόμενης 2, και, ακολούθως, στο πλαίσιο των Αιτήσεων/Εφέσεων που καταχώρησε εναντίον των διαιτητικών αποφάσεων, ως λόγο έφεσης, προέβαλε και τη λανθασμένη, κατά τον ίδιο, κρίση του διαιτητή, να διαγράψει την Εναγόμενη 2 της παρούσας διαδικασίας, από εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη στις διαιτητικές διαδικασίες (βλ. λόγο έφεσης 5). Εν ολίγοις, ο Ενάγοντας, μέσω της μόνης έφεσης του που καταχώρησε εναντίον της μίας εκ των αποφάσεων που εκδόθηκαν από το Επαρχιακό Δικαστήριο, διά της οποίας επικυρώθηκε η διαιτητική κρίση, συνεχίζει, προφανώς, να προβάλλει τη θέση ότι, ορθώς συμπεριέλαβε την Εναγόμενη 2 της παρούσας υπόθεσης ως εξ ανταπαιτήσεως εναγόμενη στη διαιτητική διαδικασία. Κατά συνέπεια, στη βάση του δεδομένου ότι, στο πλαίσιο των διαιτητικών διαδικασιών, ο Ενάγοντας, εναντίον της Εναγόμενης 2, ως εξ ανταπαιτήσεως ενάγοντας, επιζητούσε ουσιαστικά τις ίδιες θεραπείες, επί του ιδίου πλαισίου γεγονότων, ως πράττει και μέσω της παρούσας αγωγής, η τελευταία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας, και για την Εναγόμενη 2, αφού αποτελεί παράλληλη διαδικασία για επίτευξη ίδιου σκοπού. Στη υπόθεση Σοφοκλέους (ανωτέρω), η απόφανση περί κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εδράστηκε, ακριβώς, στη βάση της εκκρεμότητας έφεσης, το αποτέλεσμα της οποίας θα προσδιόριζε και το ενδεχόμενο να επιτευχθεί ο σκοπός για τον οποίο προωθήθηκε η επόμενη διαδικασία.
Εν ολίγοις, βρισκόμαστε, κατά την κρίση μου, στην ουσία, αντιμέτωποι με την περίπτωση που η συνέχιση της παρούσας αγωγής θα αποτελούσε απαράδεκτη διαιώνιση δικαστικών διαδικασιών για διαφορές, που είτε ήδη εκδικάστηκαν (στο πλαίσιο της μίας διαιτησίας και της επακόλουθης Αίτησης/Έφεσης που επικύρωσε την συγκεκριμένη διαιτητική κρίση), είτε θα υπάρχει η δυνατότητα να εκδικαστούν στο πλαίσιο των δύο αναβιωσασών διαιτητικών διαδικασιών[7] (βλ. Αναφορικά με την Αίτηση του χχχ Ismail, Πολ. Άιτ. 49/2020, απόφαση ημερομηνίας 16.07.2020).
Ως αποτέλεσμα, η παρούσα αγωγή είναι έκθετη σε απόρριψη, και, για τους λόγους αυτούς, τούτη απορρίπτεται.
Παρεμφερής κρίση επί της ουσίας της υπόθεσης
Με έχει απασχολήσει το κατά πόσο θα ήταν ορθό, παρά την ανωτέρω κρίση μου, να προχωρήσω και να εξετάσω, παρεμφερώς, και την ουσία της διαφοράς. Και τούτο επί τη βάσει του κατά πόσο θα ήταν ορθό να εκφραστεί, έστω και παρεμφερώς, δικαστική κρίση επί διαφοράς που δυνατόν να προκύψει ανάγκη να εκδικαστεί στο πλαίσιο των διαιτητικών διαδικασιών, αν ήθελαν τούτες αναβιώσουν ως αποτέλεσμα των μελλοντικών σχετικών εφετειακών κρίσεων. Κρίνω, εν προκειμένω, ότι, δεδομένου ότι μια τέτοια κρίση από πλευράς μου θα είναι παρεμφερής και θα εδράζεται επί της μαρτυρίας που τέθηκε ενώπιόν μου, και όχι της όποιας τυχόν μαρτυρίας θα τεθεί ενώπιον του διαιτητή, ότι ορθότερο είναι να προχωρήσω σε μια τέτοια εξέταση, ώστε να είναι καταγραμμένες οι σχετικές κρίσεις μου στην περίπτωση που, εφετειακώς, ανατραπεί η πιο πάνω κατάληξή μου επί του δεδικασμένου και της κατάχρησης της διαδικασίας.
Προχωρώ, επομένως, στην εν προκειμένω παρεμφερή εξέταση.
Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας
Ο Ενάγοντας, για σκοπούς προώθησης της παρούσας αγωγής, παρουσίασε, περιλαμβανομένου του ιδίου, τρεις μάρτυρες, ενώ η Εναγόμενη 1, για σκοπούς αναχαίτισης της, δύο μάρτυρες, και για τον ίδιο σκοπό, η Εναγόμενη 2, έναν μάρτυρα. Πιο συγκεκριμένα, πρώτος, κατέθεσε ο Ενάγοντας, δεύτερος ο Αριστείδης Παναγίδης (Μ.Ε.2), και τρίτη, η σύζυγος του Ενάγοντα, Ευαγγελία Μιτάκου (Μ.Ε.3). Από πλευράς της Εναγόμενης 1, πρώτη κατέθεσε η Μαρία Εφραίμ (Μ.Υ.1, Εναγόμενης 1) και δεύτερος, ο Εύρος Ανδρέου (Μ.Υ.2, Εναγόμενης 1). Τέλος, εκ μέρους της Εναγόμενης 2, κατέθεσε ο Ανδρέας Τταφούνας (ΜΥ.1, Εναγόμενης 2).
Ενάγοντας
Ο Ενάγοντας προώθησε ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή του, με αποτέλεσμα να μην καθίσταται αναγκαία η εδώ επανάληψη τους. Δεν μου διαφεύγουν οι μεταβολές, σε κάποια σημεία, της εκδοχής του, ζήτημα, ωστόσο, με το οποίο θα καταπιαστώ κατά την αξιολόγηση της μαρτυρίας του. Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί είναι ότι, στη βάση των κυρίως θέσεων του, εκείνο που προβάλλει είναι ότι, πριν τη συνομολόγηση κάθε συμφωνίας δανείου, καθιστούσε ξεκάθαρο στους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, ότι για να αποδεχτεί να προχωρήσει στη συνομολόγηση των εν προκειμένω συμφωνιών, αποτελούσε προϋπόθεση η προγενέστερη εξασφάλιση ατομικής ασφαλιστικής κάλυψης για θάνατο και μόνιμη ολική ή μερική ανικανότητα εργασίας, για ποσό ίσο με τον συνολικό δανεισμό του, και ότι, μόνο κατόπιν των σχετικών διαβεβαιώσεων των εν λόγω λειτουργών της Εναγόμενης 1, αποφάσισε να προχωρήσει και να υποβάλει τις αιτήσεις του για εξασφάλιση των επίδικων δανείων.
Μ.Ε.2
O Μ.Ε.2, διετέλεσε, στο παρελθόν, υπάλληλος της Εναγόμενης 1, ο οποίος για κάποια χρονική στιγμή εργαζόταν στον ίδιο χώρο που εργάζονταν οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1. Κατά τους ισχυρισμούς του, κατά τον χρόνο που συνομολογήθηκαν και τα τρία επίδικα δάνεια, έτυχε, ευρισκόμενος στον χώρο εργασίας του, να ακούσει τον Ενάγοντα, ο οποίος είναι συγχωριανός του, να αναφέρει προς τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, ότι επιθυμεί να τύχει ατομικής ασφάλειας ζωής, αρνούμενος να ενταχθεί σε σχετικό σχέδιο ομαδικής ασφάλισης. Ενθυμείτο δε ότι, στο πλαίσιο των αναφορών του αυτών, ο Ενάγοντας προσκόμισε προς τους εν λόγω λειτουργούς της Εναγόμενης 1, άλλο ασφαλιστήριο ζωής που είχε συνομολογήσει με άλλην ασφαλιστική εταιρεία στο παρελθόν, ζητώντας τους όπως ενταχθεί σε πανομοιότυπο σχέδιο.
Μ.Ε.3
Η Μ.Ε.3, ισχυρίστηκε ότι ήταν γνώστης και ενήμερη όλων των συνθηκών συνομολόγησης των τριών συμφωνιών δανείου, καθώς επίσης και των ασφαλιστικών συμβολαίων που εξασφάλιζαν τούτα, και ότι ο Ενάγοντας απαίτησε την ένταξη του σε σχέδιο ατομικής ασφάλισης, καθώς επίσης οι Μ.Ε.1 και Μ.Ε.2, τον διαβεβαίωσαν ότι θα γίνει τούτο. Ισχυρίστηκε ακόμα ότι, ο Ενάγοντας, στο πλαίσιο των σχετικών διαβουλεύσεων του με τους εν λόγω λειτουργούς της Εναγόμενης 1, παρέδωσε σε αυτούς, αντίγραφο συμβολαίου ατομικής ασφάλισης που είχε, στο παρελθόν, συνομολογήσει με άλλην ασφαλιστική εταιρεία, ζητώντας τους όπως η ασφαλιστική κάλυψη που θα ετοιμαστεί για σκοπούς εξασφάλισης των τριών δανείων, να είναι πανομοιότυπη. Τέλος, ισχυρίστηκε ότι, όλα τα έγγραφα που υπέγραψε ο Ενάγοντας για σκοπούς της επίδικης δανειοδότησης του, περιλαμβανομένων και όλων των αιτήσεων για ασφαλιστική κάλυψη, υπογράφτηκαν, από αυτόν, πριν τις 17.11.2008, όταν και επεσυνέβη το ατύχημα του.
Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1
Επιλέγω να καταγράψω, σωρευτικώς, τη μαρτυρία αμφοτέρων των μαρτύρων αυτών, καθότι είναι πανομοιότυπη, με αποτέλεσμα να παρέλκει η ανάγκη να επαναλαμβάνω ίδιους ισχυρισμούς σε δύο ξέχωρες σχετικές αναφορές. Αμφότεροι οι μάρτυρες έθεσαν ισχυρισμούς ως η ανωτέρω εκδοχή της Εναγόμενης 1, με αποτέλεσμα να παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψης τους. Στο πλαίσιο της μαρτυρίας τους, προς υποστήριξη της εκδοχής τους, παρέπεμψαν το Δικαστήριο σε διάφορα Τεκμήρια, υποστηρίζοντας ότι το περιεχόμενο τους, θέτει εκ βάθρων την εκδοχή του Ενάγοντα και, αντιθέτως, υποστηρίζει τη δική τους εκδοχή, αναφορά στα οποία θα γίνει κατωτέρω στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας.
Μ.Υ.1, Εναγόμενης 2
Ο Μ.Υ.1 της Εναγόμενης 2, προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την εκδοχή της τελευταίας ως προς τη συμβατική σχέση της με την Εναγόμενη 1, αλλά και ως προς τα σχέδια ασφαλιστικής κάλυψης που τούτη (η Εναγόμενη 2) παρείχε στα διάφορα μέλη της τελευταίας. Ισχυρίστηκε ότι, η ομαδική ασφάλιση παρεχόταν μέχρι και το ποσό των €340.000,00, εξ ου και η όποια σχετική κάλυψη παρείχε στην Εναγόμενη 1, για σκοπούς του Ενάγοντα, ήταν το αποτέλεσμα εγκρίσεων των δύο πρώτων σχετικών αιτήσεων του τελευταίου (Τεκμήρια 1.7 και Τεκμήριο 1.8), αφού με τις εν προκειμένω αιτήσεις, συμπληρώθηκε το ανώτατο πιο πάνω ποσό. Εξέφρασε δε άγνοια ως προς το γιατί ο Ενάγοντας υπέβαλε και τις δύο επιπρόσθετες σχετικές αιτήσεις του (Τεκμήρια 1.9 και 1.10), χαρακτηρίζοντας τούτες ως άνευ αντικειμένου. Εν ολίγοις, προώθησε ισχυρισμούς σύμφωνους με την ανωτέρω εκδοχή της Εναγόμενης 2, με αποτέλεσμα, και γι' αυτόν, να παρέλκει η ανάγκη της εδώ επανάληψης τους. Και αυτός ο μάρτυρας, προς υποστήριξη της εκδοχής του, παρέπεμψε το Δικαστήριο στο περιεχόμενο διάφορων Τεκμηρίων που κατατέθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, στα οποία, ομοίως, θα γίνει αναφορά, κατωτέρω, στο πλαίσιο της αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας.
Αξιολόγηση Μαρτυρίας
Ενάγοντας
Εξ' αρχής σημειώνω, ότι ο Ενάγοντας μου έκανε τη χειρότερη των εντυπώσεων και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι, στο Δικαστήριο δεν παρουσιάστηκε με σκοπό να πει την αλήθεια, παρά μόνο να προωθήσει ισχυρισμούς, που, κατά τη γνώμη του, εξυπηρετούσαν τον σκοπό του, και δη να αποφύγει την όποιαν ευθύνη του έναντι της Εναγόμενης 1, σε σχέση με τα επίδικα δάνεια. Οι αντιφάσεις που παρατηρούνται στη μαρτυρία του, η ασυνέπεια, οι ταλαντεύσεις, οι υπεκφυγές, και η σύγκρουση των ισχυρισμών του με αδιαμφισβήτητη ενώπιον του Δικαστηρίου μαρτυρία, είναι πολυάριθμες και δεν σκοπεύω να προβώ σε εξαντλητική παράθεση τους. Θα περιοριστώ στο να αναδείξω κάποιες εξ' αυτών, που αφορούν ουσιώδη ζητήματα, οι οποίες θεωρώ ότι επαρκούν για να καταδείξουν του λόγου το αληθές, της μόλις εκφρασθείσας κρίσης μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του.
Ο βασικός ισχυρισμός του που τον θέλει να θέτει, ως προϋπόθεση, για τη συνομολόγηση των συμφωνιών δανείων, την προγενέστερη ένταξη του σε ατομικό σχέδιο ασφάλισης, συγκρούεται μετωπικά με την ενώπιον μου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία, ως αυτή προκύπτει από τα ενώπιον μου σχετικά Τεκμήρια, αλλά και παραδεκτά γεγονότα. Στη βάση τούτων (βλ. Τεκμήρια 1.7 – 1.10), οι αιτήσεις του για ασφαλιστική κάλυψη είτε έπονται, χρονικά, τόσο της συνομολόγησης των συμφωνιών δανείων όσο και της εκταμίευσης των χρημάτων[8], είτε, μολονότι υποβλήθηκαν πριν την συνομολόγηση της συμφωνίας δάνειου και, επομένως, και της εκταμίευσης των χρημάτων, τούτες εξετάστηκαν και εγκρίθηκαν, μήνες μετά, τούτων[9]. Πώς μπορούν τα δεδομένα αυτά, να συμβαδίζουν με τη θέση του Ενάγοντα ότι η εξασφάλιση, από αυτόν, ασφαλιστικής κάλυψης (χωρίς να εξετάζεται, στο σημείο αυτό, το είδος της ασφάλειας) αποτελούσε προϋπόθεση για τη σύναψη των συμφωνιών δανείου;
Άλλη βασική, συναφής, θέση του Ενάγοντα ήταν ότι, η συμπερίληψη του σε ομαδικό σχέδιο ασφάλισης ήταν το αποτέλεσμα συνωμοτικής και δόλιας συμπεριφοράς των Εναγομένων 1 και 2, με σκοπό η δεύτερη να εξασφαλίσει κέρδος από τα ασφάλιστρα που θα κατέβαλλε, και η πρώτη από τις προμήθειες που θα απολάμβανέ από τη δεύτερη, συνεπεία της ένταξης του Ενάγοντα στο πελατολόγιό της κατόπιν παραπομπής του από αυτή.
Η θέση του αυτή, συγκρούεται με την κοινή λογική, ως αυτή προκύπτει στη βάση της ενώπιον μου αδιαμφισβήτητης επί του ζητήματος μαρτυρίας. Και τούτο γιατί, το ασφάλιστρο για την ομαδική κάλυψη, είναι κατά παρασάγγας μικρότερο από το ασφάλιστρο της ατομικής κάλυψης. Με τη συμπερίληψη του Ενάγοντα στο ομαδικό σχέδιο ασφάλισης, η Εναγόμενη 2 εισέπραττε κατά πολύ χαμηλότερα ασφάλιστρα απ' ό,τι θα εισέπραττε στην περίπτωση που τούτος εντασσόταν σε ατομικό σχέδιο. Την ίδια στιγμή, στην περίπτωση που ο Ενάγοντας θα καθίστατο ανίκανος να εξοφλήσει τα δάνεια του λόγω ατυχήματος, δεδομένης της περιορισμένης σχετικής κάλυψης που παρείχε η ομαδική ασφάλιση, η Εναγόμενη 1 θα παρέμεινε εκτεθειμένη στο χρέος του Ενάγοντα, ενώ στην περίπτωση που ο τελευταίος καλυπτόταν από ατομικό σχέδιο, η σχετική οφειλή του θα εξοφλείτο. Εν ολίγοις, αμφότερες οι Εναγόμενες 1 και 2, με την επιλογή του ομαδικού σχεδίου, οικονομικώς, βρίσκονταν σε κατά πολύ δυσχερέστερη θέση απ' ό,τι θα βρίσκονταν εάν και εφόσον τούτος, εντασσόταν σε ατομικό σχέδιο ασφάλισης.
Πέραν των πιο πάνω, εμφανώς ουσιωδών αντιφάσεων που παρατηρούνται μεταξύ της εκδοχής του Ενάγοντα και της ενώπιον μου αδιαμφισβήτητης, σχετικής, μαρτυρίας, ο Ενάγοντας, σε διάφορα στάδια της μαρτυρίας του, μετέβαλλε ουσιωδώς τις θέσεις του, και τούτο στη βάση της, κατά το χρόνο εκείνο, αντίληψής του ότι η αρχική θέση του, δικαιολογημένα τίθετο εν αμφιβόλω. Τέτοιες περιπτώσεις παρατηρούνται αναφορικά με το ποιος ζήτησε την εξασφάλιση των δανείων με ασφαλιστική κάλυψη, αλλά και το αν, στη βάση των διαβουλεύσεων των μερών, αποτελούσε προϋπόθεση μία τέτοια ασφάλιση πριν τη συνομολόγηση των δανείων.
Επί του προκείμενου, ενώ η βασική θέση του Ενάγοντα ήταν ότι αυτός είναι που ζήτησε από την Εναγόμενη 1 όπως συνάψει ατομικό συμβόλαιο ασφάλειας ζωής που θα τον καλύπτει τόσο σε περίπτωση θανάτου του, αλλά και μόνιμης ανικανότητας εργασίας (βλέπε παραγράφους 14 και 16 της γραπτής δήλωσης του, Έγγραφο Α), σε άλλο σημείο της μαρτυρίας του, και αφού του υπεδείχθη το εξόφθαλμο γεγονός ότι, πρώτα υπεγράφησαν οι συμφωνίες δανείων και εκταμιεύτηκαν τα χρήματα, και ακολούθως, υπέβαλε την όποιαν αίτηση του για ασφαλιστική κάλυψη, άλλαξε άρδην τη σχετική εκδοχή του, αναφέροντας ότι είναι η Εναγόμενη που απαίτησε την ασφαλιστική κάλυψη του, και όχι ο ίδιος. Πρόσθεσε δε, ειρωνικώς, ότι η Εναγόμενη 1 έχει να μέμφεται τον εαυτό της που αποδέσμευσε και επέτρεψε την, από αυτόν, εκταμίευση των χρημάτων προτού εξασφαλιστεί το δάνειο με ασφαλιστική κάλυψη.
Επιπροσθέτως, με σκοπό να υποστηρίξει ότι τελούσε υπό την εντύπωση ότι η ασφαλιστική κάλυψη που τύγχανε ήταν επί ατομικού σχεδίου, ισχυρίστηκε ότι η θέση του αυτή υποστηρίζεται και από το Παράρτημα A των τριών συμφωνιών δανείου (βλ. Τεκμήρια 1.1, 1.2 και 1.3), το οποίο, ως ανέφερε, του υπέδειξαν οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, της Εναγόμενης 1, ισχυριζόμενος ότι εκεί καταγράφεται ότι για ποσό πέραν των €255.290,00, θα γίνεται ατομική ασφάλιση, αναφέροντας, επιπροσθέτως, ότι, οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, της Εναγόμενης 1, του ανέφεραν, ψευδώς, ότι δεν ήταν δυνατή η συνομολόγηση σύμβασης ατομικής κάλυψης για ποσό λιγότερο των €340.000,00, εξ ου και αναγκάστηκε να μεταβάλει τις αιτήσεις του, για κάθε δάνειο του, για ποσό ίσο ή πέραν των 340.000,00, παρά το γεγονός ότι έκαστο τέτοιο δάνειο, αφορούσε κατά πολύ μικρότερο ποσό. Εντούτοις, ως αβίαστα προκύπτει από τη σχετική αναφορά στο Παράρτημα A, εκάστου δανείου (υπό πλαγιότιτλο "ΥΠΟΛΟΓΙΣΜΟΣ ΑΣΦΑΛΙΣΤΡΩΝ) - το οποίο, επαναλαμβάνω, του υπέδειξαν, ως ανέφερε, οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1 -, ατομική ασφαλιστική κάλυψη μπορούσε να γίνει και για το ελάχιστο ποσό του €1.71.
Επίσης, στη βάση της εκδοχής του Ενάγοντα, μέχρι και την απάντηση της Εναγόμενης 2, ως προς το ποσό που του πρόσφερε ως κάλυψη συνεπεία του ατυχήματος του, τελούσε υπό την εντύπωση ότι τύγχανε ατομικής κάλυψης σε τρία τουλάχιστον ασφαλιστικά συμβόλαια, για ποσά €340.000,00 ή και περισσότερα, για έκαστο δανεισμό του. Η θέση του αυτή, συγκρούεται με την κοινή λογική, αλλά και με άλλες σαφείς δικές του, σχετικές, θέσεις. Πιο συγκεκριμένα, στη βάση των δικών του αναφορών, για την ατομική ασφάλιση που του παρείχε άλλη ασφαλιστική εταιρεία στο παρελθόν - το πανομοιότυπο των όρων της οποίας ζήτησε, ως ισχυρίστηκε, να χαρακτηρίζει και τις επίδικες συμβάσεις ασφάλισης – κατέβαλλε, ετησίως, στην εν λόγω ασφαλιστική εταιρεία, ασφάλιστρο €2.665 (Λ.Κ.1.560). Πώς είναι δυνατό, στη βάση του δεδομένου αυτού, να μπορεί να χαρακτηριστεί ως πειστικός ο ισχυρισμός του Ενάγοντα ότι τελούσε υπό την εντύπωση ότι οι επίδικες ασφαλιστικές καλύψεις, για συνολικό ποσό πέραν του €1.000.000,00[10], ήταν ατομικές, όταν τα σχετικά ασφάλιστρα που του αποκόπτονταν από τους δύο δανειακούς τραπεζικούς λογαριασμούς του, στο σύνολό τους, ήταν κατά πολύ μικρότερα του ασφαλίστρου που κατέβαλλε στην άλλη ασφαλιστική εταιρεία για κατά πολύ μικρότερο ποσό κάλυψης (€325.000,00, Λ.Κ.190.000);
Εν πάση περιπτώσει, δεδομένης της μόλις πιο πάνω βασικής εκδοχής του Ενάγοντα, προκύπτει το ερώτημα, πώς ο Ενάγοντας τελούσε υπό τέτοιαν εντύπωση, όταν όλες, ανεξαιρέτως, οι αιτήσεις που υπέγραψε για σκοπούς εξασφάλισης ασφαλιστικής κάλυψης, τιτλοφορούνται ως αιτήσεις για ομαδική[11] ασφάλιση ζωής; Η δε σχετική δικαιολογία που έδωσε, περί του ότι η Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, του ανέφεραν ότι η Εναγόμενη 2 δεν είχε, τη δεδομένη στιγμή, σχετικές, με ατομικές ασφαλίσεις, αιτήσεις, δεν πείθει, δεδομένης της αδιαμφισβήτητης σχετικής μαρτυρίας που παρουσίασε ο Μ.Υ.1 της Εναγόμενης 2, ο οποίος υπέδειξε το σχετικό έντυπο, που διατηρείτο κατά τους ουσιώδεις χρόνους από την τελευταία (βλέπε Τεκμήριο 19), χωρίς να αμφισβητηθεί ο εν προκειμένω ισχυρισμός του.
Εν πάση περιπτώσει, όπως και να έχουν τα πράγματα, πώς θα ήταν δυνατό να ανέμενε ότι, τυχόν έγκριση των επίδικων αιτήσεων του για ασφαλιστική κάλυψη (ως τούτες ήταν προδιατυπωμένες, με τον τίτλο ομαδική ασφάλιση) θα απέληγαν σε ατομική ασφαλιστική κάλυψη του, χωρίς προγενεστέρως, τουλάχιστον χειρογράφως, να διαγράφετο η λέξη "ομαδική" και να αντικαθίστατο τούτη, με τη λέξη "ατομική', ως ήταν και η κατ' ισχυρισμό απαίτηση του;
Ξενίζει, ακόμα, πάντα συναφώς, το γεγονός ότι, ουδέποτε αναζήτησε να λάβει γνώση ως προς το κατά πόσο, εν τέλει, καλύπτετο από ατομική ασφάλεια. Πώς είναι δυνατό, ως ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, να έχει θέσει ως προϋπόθεση, για τη συνομολόγηση των συμφωνιών δανείων, την προγενέστερη ατομική ασφαλιστική κάλυψη του, να έχει υπογράψει, προς τούτο, σχετικές αιτήσεις, οι οποίες τιτλοφορούνται ως αιτήσεις για ομαδικές ασφαλίσεις, να έπραξε τούτο, στις δύο περιπτώσεις, σε χρόνο μετά τη συνομολόγηση των δανείων και την εκταμίευση των χρημάτων, και ουδέποτε να έχει αναζητήσει, είτε μέσω της Εναγόμενης 1, είτε της Εναγόμενης 2, εάν όντως έχει ενταχθεί σε ατομικό σχέδιο ασφαλιστικής κάλυψης;
Επί του ιδίου θέματος, ξενίζει ακόμα το γεγονός ότι, δεν φέρεται, κατά τους ισχυρισμούς του, να τον απασχόλησε και το γεγονός ότι ουδέποτε του ζητήθηκε να υπογράψει οποιοδήποτε συμβόλαιο ασφάλισης. Πώς αυτό συμβαδίζει με άλλο συναφή ισχυρισμό του, σύμφωνα με τον οποίο, για την ατομική ασφάλιση που του παρείχε άλλη ασφαλιστική εταιρεία στο παρελθόν, συνομολογήθηκε συμβόλαιο με συμβαλλόμενους την ασφαλιστική εταιρεία και τον ίδιο, με αμφότερους να υπογράφουν επί τούτου; Για τις επίδικες ασφαλίσεις του, ρητώς ανέφερε ότι ουδέποτε υπέγραψε ο ίδιος οποιοδήποτε ασφαλιστικό συμβόλαιο, παρά μόνο τις διάφορες αιτήσεις που του έθεσαν προς υπογραφή οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1.
Εκείνο δε που κρίνεται πολύ σημαντικό να υποδειχθεί, και τούτο με σκοπό να διαφανεί το ανεδαφικό της εν προκειμένω βασικής εκδοχής του Ενάγοντα, είναι ότι, στις 16.09.2011, και δη σε χρόνο πριν, ως ο ίδιος ο Ενάγοντας ισχυρίζεται, ενημερωθεί ότι οι επίδικες ασφαλιστικές καλύψεις είναι ομαδικές και όχι ατομικές, άρα σε χρόνο, που, κατά τον ίδιο, τελούσε υπό την εντύπωση ότι ήταν ενταγμένος σε ατομικά σχέδια ασφαλιστικής κάλυψης, ο συνήγορος του, εκ μέρους του, απέστειλε επιστολή στην Εναγόμενη 2, στο «Θέμα» της οποίας οι επίδικες ασφαλιστικές καλύψεις του Ενάγοντα χαρακτηρίζονται ως ομαδικές και περιορίζονται σε 2, ως η θέση των Εναγομένων 1 και 2, και όχι σε 3 ή 4, ως ο ισχυρισμός του Ενάγοντα. Πώς είναι δυνατό, στη βάση αυτού του δεδομένου, εις γνώση δηλαδή του συνηγόρου του Ενάγοντα, και προφανώς και του ιδίου, ότι εντάχθηκε σε δύο μόνο ομαδικές, και όχι ατομικές, ασφαλιστικές καλύψεις, να ισχυρίζεται τούτος ότι τελούσε υπό την ανωτέρω εντύπωση; Υπενθυμίζω ότι η χρονική στιγμή που η Εναγόμενη 2 του πρότεινε το ποσό των €27.300,00, ήταν την 01.03.2012 (βλέπε σχετική επιστολή, μέρος του Τεκμηρίου 6), τον οποίον χρόνο ο Ενάγοντας καθόρισε ως τον χρόνο που αντιλήφθηκε για πρώτη φορά ότι η Εναγόμενη 1, σε συμπαιγνία με την Εναγόμενη 2, τον ενέταξαν σε ομαδική και όχι ατομική ασφαλιστική κάλυψη[12].
Εάν και το επόμενο ζήτημα, στο οποίο θα αναφερθώ ευθύς αμέσως, δεν άπτεται των επίδικων ζητημάτων της παρούσας υπόθεσης, τούτο καταγράφεται με σκοπό να καταδειχθεί η αναξιοπιστία του Ενάγοντα, και η ευκολία με την οποίαν προωθούσε ισχυρισμούς, όχι γιατί τούτοι ήταν αληθείς, αλλά με μόνο σκοπό να αντιμετωπίσει, τη δεδομένη στιγμή, τα όσα του υπέβαλαν οι συνήγοροι των Εναγομένων. Και τούτο, έχει να κάνει με τις συνέπειες του ατυχήματος, και δη ως προς το κατά πόσο κατέστη ή όχι μόνιμα, μερικώς, ανίκανος σε εργασία.
Επί του ζητήματος αυτού, οι θέσεις του ήταν απόλυτες, θέλοντας την μερική αδυναμία του να εργαστεί να είναι μόνιμη. Όταν του υπεδείχθη, κατά την αντεξέταση, ότι ο ίδιος φέρεται να διαχειρίζεται συγκεκριμένη κινητή καντίνα, την οποίαν και διαφημίζει διαδικτυακώς, σε μίαν πρώτη προσπάθεια να αντιμετωπίσει τον ισχυρισμό αυτόν, ισχυρίστηκε ότι η καντίνα ανήκει στη μητέρα του και ότι αυτός, απλώς, βοηθά ελάχιστες ώρες την ημέρα (3 ώρες). Όταν ακολούθως του υπεδείχθη, πάντα σχετικώς, ότι ο ίδιος είναι που προβαίνει στις διαδικτυακές διαφημίσεις, και ότι ο αριθμός τηλεφώνου που καταγράφεται στην καντίνα, για σκοπούς επικοινωνίας του κοινού, είναι ο προσωπικός του αριθμός, υπεκφεύγοντας, ισχυρίστηκε ότι ο συγκεκριμένος αριθμός είναι συνδεδεμένος και με τα τηλέφωνα συγγενικών του προσώπων, προσπαθώντας, στην ουσία, να αμφισβητήσει ότι πρόκειται για αριθμό τηλεφώνου που χρησιμοποιεί, αποκλειστικά, ο ίδιος ως προσωπικό του τηλέφωνο. Ξέχασε, προφανώς, ότι ο εν λόγω αριθμός τηλεφώνου, είναι αυτός που δήλωσε ο ίδιος, χρόνια προηγουμένως, επί των αιτήσεων δανειοδότησης του, ως προσωπικό τηλεφωνικό αριθμό του (βλέπε Τεκμήρια 7, 8 και 9). Κάθε σχετική προσπάθεια του Ενάγοντα να ισχυριστεί ότι η επιχείρηση της καντίνας ανήκει σε άλλο πρόσωπο, με τον ίδιο απλώς να απασχολείται εκεί μερικώς προς υποβοήθηση του εν λόγω αυτού συγγενικού του προσώπου, ως μη πειστική, δεν στέφθηκε με επιτυχία.
Ομοίως - υπό την έννοια ότι δεν σχετίζονται με επίδικο για την παρούσα αγωγή ζήτημα, πλην όμως είναι ενδεικτικοί της αναξιοπιστίας του Ενάγοντα -, οι ισχυρισμοί του Ενάγοντα ως προς τις συνθήκες συμπλήρωσης της τέταρτης χρονικά αίτησης του για ασφαλιστική κάλυψη, ανεξαρτήτως του εάν τούτη, εν τέλει, εξετάστηκε ή οδήγησε στην έκδοση οποιουδήποτε ασφαλιστικού συμβολαίου (βλέπε Τεκμήριο 1.10), κρίνονται, επίσης, ως μη πειστικοί. Η εν λόγω αίτηση υπεγράφη από τον Ενάγοντα στις 31.12.2008, και δη 1½, περίπου, μήνα μετά το ατύχημα του. Επί της εν λόγω αίτησης, στο σημείο 1, ερωτάται, μεταξύ άλλων, εάν έχει κάνει ιατρικές εξετάσεις, και αναφέρεται σε εξέταση που έγινε τον Ιούλιο του 2008, προφανώς ανάλυση αίματος, προσθέτοντας ότι δεν ανευρεθεί τίποτε παθολογικό. Το ίδιο αναφέρει και στην ερώτηση αριθμός 2, αναφορικά με το εάν έκανε ποτέ καρδιογράφημα ή ακτινογραφίες. Στην δε ερώτηση 4, ερωτώμενος εάν πάσχει από κάποια σωματική αναπηρία, απάντησε αρνητικά, ενώ στην ερώτηση 5, αρνητικά απάντησε και ως προς το κατά πόσο έχει υποβληθεί σε εγχείρηση ως αποτέλεσμα ασθενείας ή ατυχήματος τα τελευταία 5 χρόνια. Αρνητικά απάντησε και στην ερώτηση 6, και δη αν ακολουθεί οποιανδήποτε θεραπεία ή λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή. Πώς είναι δυνατό, στις 31.12.2008, και δη σε χρόνο, που, κατά τον ίδιο, βρισκόταν σε άδεια ασθενείας, συνεπεία ατυχήματος που του προκάλεσε μόνιμη μερική ανικανότητα στην εργασία, να δίδει τις πιο πάνω απαντήσεις στο πλαίσιο υποβολής της αίτησης ασφάλισης; Οι δε δικαιολογίες που έδωσε, περί του ότι απλώς υπέγραφε όλες τις σχετικές αιτήσεις, κενές συμπληρώσεων, και δη, χωρίς να γνωρίζει ποιος προέβηκε, ακολούθως, στις λοιπές συμπληρώσεις, αφήνοντας να εννοηθεί ότι τούτες τέθηκαν από τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, χωρίς ο ίδιος να ερωτηθεί οτιδήποτε σχετικώς, δεν πείθει. Πρώτο γιατί, στις 31.12.2008, όταν και ετοιμάστηκε και υπεβλήθη η αίτηση, εμφανώς ο Ενάγοντας παρουσίαζε την εικόνα του τραυματισμένου, από το ατύχημα, προσώπου. Δεύτερο γιατί, μέρος των συμπληρώσεων, αποτελεί και η αναφορά ότι, τον Ιούλιο του 2008, υπεβλήθη σε αιματολογικές εξετάσεις, χωρίς παθολογικό εύρημα, γεγονός το οποίο, προφανώς, δεν γνώριζαν οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, για να το καταγράψουν, παρά μόνο αν το ανέφερε ο ίδιος ο Ενάγοντας. Και τρίτο, τίποτα σχετικό δεν τέθηκε, από τον συνήγορό του, στους εν προκειμένω λειτουργούς της Εναγόμενης 1, κατά την αντεξέτασή τους, παρά τις εντελώς αντίθετες, σχετικές θέσεις που προέβαλαν τούτοι.
Δεν χρειάζεται κατά τη γνώμη μου να καταγράψω και άλλες αντιφάσεις, αδυναμίες, ασυνέπειες και υπεκφυγές που χαρακτηρίζουν τη μαρτυρία του Ενάγοντα, παρότι υπάρχουν τέτοιες, καθότι κρίνω ότι τα ανωτέρω επαρκούν για να αιτιολογήσω την ήδη εκφρασθείσα κρίση μου ως προς την ποιότητα της μαρτυρίας του. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του την απορρίπτω στο σύνολο της.
Μ.Ε.2
Ο Μ.Ε.2, επίσης δεν μου έκανε καλή εντύπωση ως μάρτυρας. Θεωρώ ότι η σχέση του με τον Ενάγοντα (συγχωριανοί), αλλά και η αντιδικία που είχε με την Εναγόμενη 1, συνεπεία μη εξυπηρετούμενων δανείων του, η οποία και οδήγησε, κατά το 2023, στην ανάκτηση, από την τελευταία, ακίνητης περιουσίας του με σκοπό την εξόφληση τους, επηρέασαν τις προθέσεις του ως προς τα όσα κατέθεσε ενώπιον του Δικαστηρίου. Εν πάση περιπτώσει, και για τους λόγους που θα εξηγήσω πιο κάτω, δεν νιώθω ασφάλεια να στηριχθώ στη μαρτυρία του για σκοπούς εξαγωγής ασφαλών ευρημάτων ή έστω συμπερασμάτων επί των υπό αμφισβήτηση επιδίκων ζητημάτων της παρούσας αγωγής.
Πρώτο, η κυρίως εξέταση του περιορίστηκε διά της προβολής απόλυτων θέσεων, χωρίς να δίνει λεπτομέρειες, οι οποίες και θα παρέμεναν ως τέτοιες αν δεν αντεξεταζόταν ειδικώς επί τούτων. Ήταν κατόπιν της σχετικής αντεξέτασής του, που προέκυψε ότι οι εν λόγω θέσεις του δεν εδράζονταν επί σχετικής προσωπικής γνώσης του. Ενδεικτικώς, αποτέλεσε βασικό ισχυρισμό του ότι σε όλες τις διαβουλεύσεις μεταξύ Ενάγοντα και των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, για σκοπούς συνομολόγησης και των τριών δανείων του, έτυχε να βρίσκεται στον χώρο που βρίσκονταν τούτοι και άκουσε τον Ενάγοντα να απορρίπτει την πρόταση για ομαδική ασφάλιση και να απαιτεί την κάλυψη του στο πλαίσιο σχεδίου ατομικής ασφάλισης. Επίσης, στο ίδιο πλαίσιο γεγονότων, έτυχε να δει τον Ενάγοντα να παραδίδει στους εν λόγω λειτουργούς της Εναγόμενης 1, το ασφαλιστήριο συμβόλαιο που είχε συνάψει με άλλην ασφαλιστική εταιρεία και να ζητά όπως και η Εναγόμενη 2, ετοιμάσει πανομοιότυπο συμβόλαιο.
Ωστόσο, οι πιο πάνω ισχυρισμοί του, συγκρούονται με την αναντίλεκτη ενώπιον μου σχετική μαρτυρία, που θέλει τη Μ.Υ.1 να μεταφέρεται στα γραφεία που βρισκόταν ο Μ.Ε.2, μετά τον Αύγουστο του 2008, και δη σε χρόνο μετά που συνομολογήθηκαν τα πρώτα δύο δάνεια.
Επίσης, ο ισχυρισμός του ότι σε κάθε τέτοια διαβούλευση για κάθε επίδικο δάνειο, ο Ενάγοντας δήλωνε ρητώς «εγώ θέλω να κάμω ατομική ασφάλεια και όχι την ομαδική της ALLIANZ που έχετε εσείς[13]», δεν στέκει στην κοινή λογική. Γιατί ο Ενάγοντας να προβαίνει σε τέτοια, επακριβή, δήλωση σε κάθε διαβούλευση, εάν, ως ισχυρίστηκε ο τελευταίος, από την πρώτη κιόλας σχετική διαβούλευση που αφορούσε στο πρώτο δάνειο, η Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, ρητώς του ανέφεραν ότι η ασφαλιστική κάλυψη στην οποίαν θα εντασσόταν, είναι ατομική όπως ζήτησε. Ουδέποτε τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου θέση, ότι στις επόμενες διαβουλεύσεις, προέκυπτε κάποιο πρόσκομμα ή ότι οι Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1 έθεταν εκ νέου ζήτημα περί ομαδικής ασφάλισης, ώστε να προέκυπτε μία τέτοια ανάγκη. Ο Ενάγοντας, συναφώς, ισχυρίστηκε ότι, από την πρώτη κιόλας σχετική διαβούλευση του με τους εν λόγω λειτουργούς της Εναγόμενης 1, ξεκαθάρισε το ζήτημα και τον διαβεβαίωσαν ότι θα ενταχθεί σε σχέδιο ατομικής ασφάλισης, εξ ου και τελούσε υπό τη σχετική εντύπωση. Τονίζω στο σημείο αυτό, ότι, στη βάση της κύριας σχετικής θέσης του Ενάγοντα, ουδέποτε αναφέρθηκε οτιδήποτε για ομαδική ασφάλιση, σε καμία των εκ των συζητήσεων με τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1. Κατά τον Ενάγοντα, εξ αρχής, και προτού τεθεί οτιδήποτε σχετικό, απαίτησε ο ίδιος να ενταχθεί σε ατομική ασφάλιση, απαίτηση η οποία έγινε δεκτή από τους τελευταίους.
Επίσης, κατά τον Μ.Ε.2, μόνο τον Μ.Υ.2 άκουσε να αναφέρει στον Ενάγοντα οτιδήποτε που σχετίζεται με ασφαλιστική κάλυψη, αναφέροντας, ρητώς, ότι ουδέποτε άκουσε την Μ.Υ.1 να αναφέρει, στο Ενάγοντα, οτιδήποτε σχετικό. Εντούτοις, ιδωμένη η μαρτυρία του Μ.Ε.2, ως μέρος της συνολικής μαρτυρίας που προσκόμισε ο Ενάγοντας, συγκρούεται με τη σχετική θέση του Ενάγοντα, στη βάση της οποίας αμφότεροι οι μάρτυρες αυτοί προέβηκαν σε σχετικές επί του θέματος παραστάσεις.
Κατά συνέπεια, θεωρώ τη μαρτυρία του Μ.Ε.2 ακροσφαλές υπόβαθρο για εξαγωγή ασφαλών ευρημάτων επί των υπό αμφισβήτηση επίδικων ζητημάτων της παρούσας αγωγής.
Μ.Ε.3
Ομοίως, ούτε τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 μπορώ να την δεχτώ. Κρίνω ότι, ως σύζυγος του Ενάγοντα, και ως πρόσωπο, που, προφανώς, επηρεάζεται από την τύχη της παρούσας αγωγής, στον βαθμό δηλαδή που μέσω της επιδιώκεται να απαλλαγεί ο Ενάγοντας από τις όποιες τυχόν οφειλές του προς την Εναγόμενη 1, πρόκειται για πρόσωπο το οποίο έχει λόγο και κίνητρο για να ψευσθεί. Και αυτή η μάρτυρας προώθησε ισχυρισμούς, οι οποίοι, είτε συγκρούονται μεταξύ τους, είτε συγκρούονται με την ενώπιον του Δικαστηρίου αδιαμφισβήτητη μαρτυρία. Επίσης, η μαρτυρία της παρουσιάζει υπεκφυγές επί γεγονότων, που, εξόφθαλμα, ήταν δεδομένα.
Πιο συγκεκριμένα, χωρίς τούτο να αποτελεί επίδικο ζήτημα της υπό εκδίκαση διαφοράς, ένιωσε την ανάγκη, εξ αρχής (μέσω της γραπτής δήλωσής της – Έγγραφο Γ), να σημειώσει, ότι κάθε έγγραφο που κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου και το οποίο φέρεται να υπογράφηκε από τον Ενάγοντα στις 31.12.2008, υπογράφηκε από αυτόν πριν τις 17.11.2008, και δη πριν το ατύχημα του. Τούτο δεν μπορώ να το θεωρήσω ως μη σχετιζόμενο, με το ανακύψαν, κατά την αντεξέταση του Ενάγοντα, γεγονός, ότι στο πλαίσιο της τέταρτης χρονικά αίτησής του για ασφαλιστική κάλυψη (βλέπε Τεκμήριο 1.10), η οποία φέρεται να υποβλήθηκε στις 31.12.2008, και δη 1½ μήνα μετά το ατύχημα του, τούτος φέρεται να δηλώνει ότι δεν πάσχει από οποιανδήποτε ασθένεια ή να είναι θύμα οποιουδήποτε ατυχήματος ή να λαμβάνει φαρμακευτική αγωγή και ούτω καθ' εξής. Τον δε ισχυρισμό της αυτόν, τον επανέλαβε και κατά την αντεξέταση της, και πάλι χωρίς να ρωτηθεί σχετικώς. Το ενδιαφέρον του ζητήματος, είναι ότι δεν έδωσε καμία εξήγηση ως προς το πως γνωρίζει πότε ο Ενάγοντας υπέγραψε τα εν λόγω έγγραφα, δεδομένης και της θέση της ότι ουδέποτε, πριν το ατύχημα, συνόδευσε τούτον στις συναντήσεις του με τους λειτουργούς της Εναγόμενης 1.
Ενδεικτική δε της προσπάθειας της, απλώς, να βοηθήσει τον Ενάγοντα με σκοπό να επιτύχει η αγωγή του, ανεξαρτήτως του εάν τα όσα ισχυρίστηκε αποτελούν αληθείς ή όχι θέσεις, είναι και η απόλυτη θέση που εξέφρασε, τόσο στην κυρίως εξέταση της, όσο και στα αρχικά στάδια της αντεξέτασης της, σύμφωνα με την οποίαν έζησε τα γεγονότα στα οποία αναφέρθηκε. Έπρεπε να τύχει επίμονης σχετικής αντεξέτασης, για να καταδειχθεί ότι, στην πραγματικότητα, όλοι οι ισχυρισμοί της ήταν το αποτέλεσμα της φερόμενης σχετικής πληροφόρησης της, από τον Ενάγοντα, αφού η ίδια ποτέ δεν ήταν παρούσα στις οποιεσδήποτε διαβουλεύσεις ή συνομολογήσεις των συμφωνιών δανείων και/ή τις υποβολές των αιτήσεων για ασφαλιστική κάλυψη.
Εκείνο δε που έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τον, εντελώς, αιφνίδιο, ανωτέρω, ισχυρισμό της, περί του ότι όλα τα έγγραφα ο Ενάγοντας τα υπέγραψε πριν τις 17.11.2008, είναι ο έτερος, συναφής, σχετικός ισχυρισμός της, κατά την αντεξέταση της, στη βάση του οποίου, σε χρόνο μετά το ατύχημα, συνόδευσε τον Ενάγοντα, ο οποίος, λόγω του ατυχήματος, δεν μπορούσε να μεταβεί ασυνόδευτος, στα γραφεία της Εναγόμενης 1 για να υπογράψει έγγραφα που σχετίζονταν με τα δάνεια. Πώς είναι δυνατό να συμβαίνει τούτο, και την ίδια ώρα να ζητείται από το Δικαστήριο να αποδεχτεί την αρχική θέση της ότι όλα τα έγγραφα που σχετίζονται με τα επίδικα δάνεια, τα οποία υπέγραψε ο Ενάγοντας, ετοιμάστηκαν και υπογράφηκαν πριν το ατύχημα;
Όταν δε βρέθηκε, πλειστάκις, αντιμέτωπη με υποβολές των συνηγόρων Υπεράσπισης περί του ότι δεν είχε οποιανδήποτε προσωπική ανάμειξη ή γνώση ως προς τις συνομολογήσεις των επίδικων συμφωνιών δανείου, συνεχώς υπέκφευγε, επιμένοντας ότι ήταν, σχετικώς, γνώστης, χωρίς ωστόσο να δίδει εξήγηση ως προς το γιατί προέβαλε τη συγκεκριμένη θέση. Όταν δε της υποβλήθηκε, συναφώς, ότι, τα όσα ανέφερε ενώπιον του Δικαστηρίου είναι εντελώς αντίθετα με τα όσα καταγράφονται στα έγγραφα που υπέγραψε ο Ενάγοντας και κατατέθηκαν ως Τεκμήρια, απάντησε «δεν απαντώ».
Η δε τελευταία, χρονικά, τοποθέτησή της, κατά την αντεξέταση από τον συνήγορο της Εναγόμενης 1, η οποία επαναλήφθηκε, με περισσότερη λεπτομέρεια, κατά την αντεξέταση της από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2, ότι, προτού υπογραφθούν όλα τα έγγραφα που αφορούν στα επίδικα δάνεια και τις ασφαλιστικές καλύψεις, τούτα παραδίδονταν στον Ενάγοντα, ο οποίος τα μετέφερε στο σπίτι και τα μελετούσε η ίδια, και, ακολούθως, συμβούλευε τούτον, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τη βασική θέση του Ενάγοντα, ότι όλα αυτά τα έγγραφα υπογράφονταν στα υποκαταστήματα της Εναγόμενης 1, στη βάση των παραστάσεων που του γίνονταν από τις Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, χωρίς να τα μελετήσει, στηριζόμενος, απλώς στις παραστάσεις τούτων.
Όταν δε της υπεδείχθη, από τον συνήγορο της Εναγόμενης 2, η αίτηση χορήγησης του τρίτου δανείου (Τεκμήριο 8), και ότι επ' αυτής, ως ημερομηνία υποβολής της, καταγράφεται η 26.11.2008 και, κατά συνέπεια, αποκλείεται το τρίτο δάνειο να χορηγήθηκε πριν το ατύχημα (17.11.2008), εντελώς ανεδαφικά και χωρίς καμία δικαιολογία, επέμενε στην αρχική της θέση, ότι ο Ενάγοντας υπέγραψε όλα τα έγγραφα που αφορούν στα δάνεια, αλλά και τις ασφαλιστικές καλύψεις πριν ή κατά τις 17.11.2008, χωρίς και πάλι να δίδει οποιαδήποτε εξήγηση για την εν προκειμένω επιμονή της.
Εν πάση περιπτώσει, ο εν προκειμένω ισχυρισμός της Μ.Ε.3, περί υπογραφής της συμφωνίας του τρίτου δανείου πριν τις 17.11.2008, συγκρούεται, μετωπικά, με τα παραδεκτά ενώπιον του Δικαστηρίου γεγονότα (βλ. Τεκμήριο Χ), στη βάση των οποίων, η συμφωνία του εν λόγω δανείου υπογράφηκε στις 17.12.2008, ημερομηνία κατά την οποία εκταμιεύτηκε και το ποσό στο οποίο αφορούσε.
Στη βάση των ανωτέρω, τη μαρτυρία της Μ.Ε.3 την απορρίπτω.
Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, Εναγόμενης 1
Αμφότεροι, αυτοί οι μάρτυρες μου έκαναν καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρες και δεν έχω καμία απολύτως αμφιβολία ότι στο Δικαστήριο ανέφεραν όλη την αλήθεια σε σχέση με τα γεγονότα τα οποία έζησαν και/ή ήρθαν στην προσοχή τους. Η μαρτυρία τους ήταν σαφής και το μεγαλύτερο μέρος της υποστηρίζεται και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια, το περιεχόμενο των οποίων δεν αμφισβητήθηκε από καμία πλευρά. Εν πάση περιπτώσει, κατά την αντεξέταση τους, δεν αμφισβητήθηκαν από τον συνήγορο Υπεράσπισης οι βασικοί, σχετικοί με τα υπό αμφισβήτηση επίδικα ζητήματα, ισχυρισμοί τους.
Ενδεικτικώς, να σημειώσω ότι, παρά την ξεκάθαρη θέση αμφοτέρων των μαρτύρων αυτών, ότι ουδέποτε, (α) συζητήθηκε ζήτημα ατομικής ασφάλισης, (β) τέθηκε, από τον Ενάγοντα, μία τέτοια, ή έστω άλλου είδους, ασφάλιση ως προϋπόθεση για τη σύναψη των επίδικων δανείων και (γ) η όποια ασφάλιση του Ενάγοντα, αποτελούσε προϋπόθεση για την παραχώρηση των επίδικων δανείων, ο συνήγορος του Ενάγοντα δεν τους αντεξέτασε σχετικώς.
Επίσης, οι αναφορές των μαρτύρων ως προς το, (α) πότε συνομολογήθηκαν οι συμφωνίες των επίδικων δανείων, (β) πότε υποβλήθηκαν οι αιτήσεις για την ασφαλιστική κάλυψη, (γ) ότι η Εναγόμενη 1 ουδέποτε έθεσε ως προϋπόθεση για παραχώρηση των δανείων, την προγενέστερη, της εγκρίσεως των δανείων, ασφάλιση του Ενάγοντα και την εκχώρηση της σε αυτήν, (δ) ότι η Εναγόμενη 2 παρείχε ατομική ασφαλιστική κάλυψη για ποσό από €1.71 και άνω, χωρίς να θέτει ελάχιστο ασφαλισμένο ποσό για να πράξει τούτο, (ε) ότι η ασφαλιστική κάλυψη του Ενάγοντα θα καθίστατο αναγκαία μόνο στην περίπτωση που η Εναγόμενη 1 απαιτούσε μίαν τέτοιαν κάλυψη μετά τη συνομολόγηση του δανείου, και όχι ως προγενέστερη προϋπόθεση, (στ) ότι υπεβλήθη τέτοια απαίτηση από την Εναγόμενη μετά τη συνομολόγηση του πρώτου δανείου, εξ ου και, ακολούθως, ο Ενάγοντας υπέβαλε τη σχετική αίτησή του και (ζ) ότι οι αιτήσεις, αλλά και οι μετέπειτα ασφαλιστικές καλύψεις, αφορούσαν σε ομαδικό σχέδιο ασφάλισης και όχι ατομικό, υποστηρίζονται από την ενώπιον του Δικαστηρίου έγγραφη μαρτυρία, ως αυτή αναφέρθηκε ανωτέρω, με ειδική αναφορά στα σχετικά Τεκμήρια.
Εν πάση περιπτώσει, από τη μαρτυρία τους, ελλείπουν εκείνες οι ουσιαστικές αντιφάσεις ή αμφιταλαντεύσεις ή άλλες εγγενείς αδυναμίες, που θα μπορούσαν να αποτελέσουν τη βάση για κρίση περί αναξιοπιστίας τους. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία τους την αποδέχομαι στο σύνολο της, και προβαίνω επ’ αυτής, σε σχετικά ευρήματα.
Μ.Υ.1, Εναγόμενης 2
Και αυτός ο μάρτυρας μου έκανε καταπληκτική εντύπωση ως μάρτυρας. Εξάλλου, η μαρτυρία του δεν αμφισβητήθηκε από πλευράς του συνηγόρου του Ενάγοντα. Δεν πρόκειται φυσικά για μάρτυρα γεγονότων, στον βαθμό που τούτα άπτονται των επίδικων, υπό αμφισβήτηση, ζητημάτων και ειδικότερα των όσων διαμείφθηκαν μεταξύ Ενάγοντα και Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1. Ωστόσο, στον βαθμό που αφορά, (α) την πρακτική με την οποία λειτουργούσε, κατά τον ουσιώδη, για την παρούσα αγωγή, χρόνο η Εναγόμενη 2, (β) τη συμβατική σχέση της με την Εναγόμενη 1, η οποία επέτρεπε την ασφαλιστική κάλυψη των μελών της τελευταίας μέσω ομαδικών ασφαλιστικών σχεδίων, (γ) τα έντυπα τα οποία διατηρούσε για σκοπούς εκτέλεσης των εργασιών της και (δ) τη στάση που τήρησε τούτη, στα κατά καιρούς αιτήματα του Ενάγοντα μέσω του συνηγόρου του, η μαρτυρία του δεν κλονίστηκε κατά την αντεξέτασή του. Τουναντίον, συμβαδίζει πλήρως με την ενώπιον μου σχετική έγγραφη μαρτυρία. Και αυτού η μαρτυρία ήταν σαφής, χωρίς να παρουσιάζει αντιφάσεις, αμφιταλαντεύσεις ή άλλες αδυναμίες, και κατά συνέπεια, την αποδέχομαι στο σύνολο της και προβαίνω σε ανάλογα ευρήματα.
Τελικά Ευρήματα
Στη βάση της ανωτέρω αξιολόγησης της ενώπιον μου μαρτυρίας, πέραν των κοινώς αποδεκτών γεγονότων, τα οποία αναφέρθηκαν στα αρχικά στάδια της παρούσας, και στη βάση των οποίων προέβηκα ήδη σε ευρήματα, θα κατέληγα και στα εξής επιπρόσθετα τελικά ευρήματα.
Της συνομολόγησης των τριών επίδικων δανείων, προηγήθηκαν συναντήσεις του Ενάγοντα μαζί με τους Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2, της Εναγόμενης 1. Στο πλαίσιο των συναντήσεων αυτών, ουδέποτε τέθηκε, εν είδει προϋπόθεσης, η εξασφάλιση των επίδικων δανείων από ασφαλιστική κάλυψη του Ενάγοντα. Ούτε και ο Ενάγοντας ποτέ αναφέρθηκε στο ζήτημα αυτό, πόσο μάλλον απαιτώντας να τύχει ατομικής ασφαλιστικής κάλυψης. Οι κατά καιρούς αιτήσεις του Ενάγοντα για σκοπούς δανειοδότησης, εξετάζονταν από την Εναγόμενη 1, και αφού ο πρώτος ικανοποιούσε τα αναγκαία κριτήρια, ακολούθως εγκρίνονταν και ετοιμάζονταν οι συμφωνίες των επίδικων δανείων, οι οποίες και υπογράφτηκαν από τα δύο συμβαλλόμενα μέρη. Την ίδια ημέρα υπογραφής έκαστης συμφωνίας δανείου, εκταμιεύετο το ποσό στο οποίο, έκαστο δάνειο, αφορούσε. Η Εναγόμενη 1, κατ' εφαρμογή των προνοιών του όρου 14 των συμφωνιών δανείων, μετά την συνομολόγηση της συμφωνίας του πρώτου δανείου, απαίτησε, την εξασφάλιση των δανειακών υποχρεώσεων του Ενάγοντα από ασφαλιστική κάλυψή του για περίπτωση θανάτου ή ατυχήματος, απαίτηση την οποία ικανοποίησε ο Ενάγοντας υποβάλλοντας, προς τούτο, αίτηση ένταξής του σε ομαδικό ασφαλιστικό σχέδιο της Εναγόμενης 2 (βλ. Τεκμήριο 1.7), την οποία αίτηση, ακολούθως, η Εναγόμενη 1 προώθησε προς την Εναγόμενη 2 για εξέταση. Η τελευταία, ως προς την αίτηση αυτή, συνεπεία του ποσού στο οποίο αφορούσε (χαμηλότερο των €170.860,00), προχώρησε και ενέκρινε τούτη, εντάσσοντας τον Ενάγοντα στο σχετικό συμβόλαιο ομαδικής ασφάλισης που διατηρούσε με την Εναγόμενη 1. Στο πλαίσιο της δεύτερης σχετικής αίτησης του (βλ. Τεκμήριο 1.8), δεδομένου ότι με αυτή, ο εξασφαλισμένος συνολικός δανεισμός του Ενάγοντα θα αφορούσε σε ποσό μεγαλύτερο του πιο πάνω ορίου, ζήτησε από την Εναγόμενη 1 όπως ο πρώτος παραπεμφθεί για ιατρικές εξετάσεις, στις οποίες εξετάσεις τούτος υπεβλήθη και συνεπεία των θετικών, για τον Ενάγοντα, αποτελεσμάτων τους, η Εναγόμενη 2 ενέταξε, εκ νέου, τον Ενάγοντα σε ομαδική ασφάλιση που παρείχε προς την Εναγόμενη 1, για το συνολικό ποσό των €340.000,00. Κάθε επόμενη αίτηση για ασφαλιστική κάλυψη του Ενάγοντα (Τεκμήρια 1.9 και 1.10), δεν έτυχε οποιασδήποτε περαιτέρω εξέτασης ή αξιολόγησης από πλευράς της Εναγόμενης 2, καθότι, ήδη, με τις προηγούμενες δύο ομαδικές καλύψεις, ο Ενάγοντας τύγχανε πλέον κάλυψης για το ανώτατο επιτρεπτό, σχετικό, ποσό των €340.000,00. Ουδέποτε η Εναγόμενη 1 ή η Εναγόμενη 2, μέσω των Μ.Υ.1 και Μ.Υ.2 της Εναγόμενης 1, ενήργησαν ως τους αποδίδει ο Ενάγοντας, είτε με τις δικογραφημένες σχετικές θέσεις του, είτε με τα όσα σχετικώς ανέφερε κατά τη διά ζώσης μαρτυρία του.
Υπαγωγή Γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα υπόθεση στο ανώτερο νομικό πλαίσιο που την διέπει
Επομένως, στη βάση των πιο πάνω τελικών ευρημάτων μου, ακόμα και αν ήθελε η πιο πάνω κρίση μου περί απόρριψης της αγωγής στη βάση των αρχών του δεδικασμένου και της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας, εφετειακώς, ανατραπεί, η παρούσα αγωγή θα ήταν απορριπτέα και επί της ουσίας της, καθότι ο Ενάγοντας απέτυχε να αποδείξει τα όσα αποδίδει στις Εναγόμενες 1 και 2, με αποτέλεσμα να είναι αδύνατη η απόδοση σε αυτές, οποιασδήποτε αστική ευθύνης σε σχέση με τα επίδικα ζητήματα της παρούσας αγωγής.
Για τους λόγους που προσπάθησα να εξηγήσω πιο πάνω, η παρούσα αγωγή απορρίπτεται.
Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να παρεκκλίνω του κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα της διαδικασίας και, κατά συνέπεια, τούτα επιδικάζονται υπέρ των Εναγομένων 1 και 2 και εναντίον του Ενάγοντα, ως αυτά θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.)…………………………
Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ
ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ
[1] Τόσο από το περιεχόμενο της γραπτής δήλωσης του Ενάγοντα, όσο και της αγόρευσης του συνηγόρου του, προκύπτει ξεκάθαρα ότι η επικαλούμενη από τον Ενάγοντα οικονομική ζημιά του, για την οποίαν επιζητεί να του επιδικαστούν αποζημιώσεις, ισούται με το φερόμενο, στους τρεις τραπεζικούς λογαριασμούς που συνδέονται με τα επίδικα τρία δάνεια, χρεωστικό υπόλοιπο του.
[2] Κατά τους ουσιώδεις χρόνους λειτουργούσε ως Συνεργατικό Πιστωτικό Ίδρυμα.
[3] Ως προς το ποιες εξ αυτών εξετάστηκαν από την Εναγόμενη 2, και στο πλαίσιο ποιων εκδόθηκαν ασφαλιστικά συμβόλαια, επίσης αποτελούν διαφιλονικούμενα ζητήματα.
[4] Χωρίς να αναφέρει συγκεκριμένα ποσά.
[5] Υπογράμμιση δική μου.
[6] Η ανταπαίτηση σε μια διαδικασία, αντιμετωπίζεται ως ανταγωγή, με το Εναγόμενο, που την εγείρει στην εναντίον του αγωγή, να λογίζεται ως Ενάγοντας για σκοπούς της ανταπαίτησης και ο Ενάγοντας της κυρίως αγωγής, εναντίον του οποίου εγείρεται η ανταπαίτηση, ως Εναγόμενος για σκοπούς της τελευταίας.
[7] Στο πλαίσιο των δύο αποφάσεων του Επαρχιακού δικαστηρίου με τις οποίες ακυρώθηκαν οι δύο, εκ των τριών, διαιτητικές αποφάσεις.
[8] Η συμφωνία του πρώτου δανείου συνομολογήθηκε στις 16.04.2008, ημερομηνία κατά την οποίαν εκταμιεύτηκαν και τα χρήματα του δανείου (βλέπε Τεκμήριο 1.1 και Τεκμήριο Χ, παραδεκτά γεγονότα ), ενώ η αίτηση του Ενάγοντα για ασφαλιστική κάλυψη, υπεβλήθη στις 24.04.2008 (βλ. Τεκμήριο 1.7) και η συμφωνία του τρίτου δανείου, συνομολογήθηκε στις 17.12.2008, ημερομηνία κατά την οποίαν εκταμιεύτηκαν και τα χρήματα του δανείου (βλέπε Τεκμήριο 1.3 και Τεκμήριο Χ, παραδεκτά γεγονότα), ενώ η αίτηση του Ενάγοντα για σχετική ασφαλιστική κάλυψη, υπεβλήθη στις 31.12.2008 (βλ. Τεκμήριο 1.10).
[9] Η συμφωνία του δεύτερου δανείου συνομολογήθηκε στις 09.07.2008, ημερομηνία κατά την οποίαν εκταμιεύτηκαν και τα χρήματα του δανείου (βλέπε Τεκμήριο 1.2 και Τεκμήριο Χ, παραδεκτά γεγονότα ), οι σχετικές αιτήσεις του Ενάγοντα για ασφαλιστική κάλυψη, υποβλήθηκαν στις 03.07.2008 και 07.07.2008 (βλ. Τεκμήριο 1.8 και 1.9), ενώ η έγκρισή τους και, κατά συνέπεια, η εξασφάλιση του εν προκειμένω δανείου από την εν λόγω ασφαλιστική κάλυψη, έγινε στις 15.10.2008 (βλ. Τεκμήριο 20.2).
[10] Κατά τον Ενάγοντα, έκαστο επίδικο ασφαλιστικό συμβόλαιο, αφορούσε σε ποσό €340.000,00 ή και περισσότερα.
[11] Τονισμός δικός μου.
[12] Ως ο Ενάγοντας ανέφερε, αντιλήφθηκε ότι εντάχθηκε σε ομαδικό σχέδιο ασφάλισης (και όχι ατομικό), όταν η Εναγόμενη 2 αρνήθηκε να τον καλύψει για όλο το δανεισμό του και του πρόσφερε αποζημίωση μόνο €27.300.
[13] Καταγράφεται, αυτούσια, η σχετική αναφορά του Μ.Ε.2 κατά την αντεξέτασή του.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο