Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας
Ενώπιον: Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Αρ. Απαίτησης: 12/2024
Μεταξύ:
Alexey Yuryevich Khutornoy, με Ρωσικό διαβατήριο [ ], εκκαθαριστής της Armavir Heavy Engineering Plant OJSC διορισμένος με δικαστική απόφαση της 03/06/2016 από το Krasnodar, Ρωσία.
Αιτητής
και
Mariupol Investments Limited (HE196088), διεύθυνση εγγεγραμμένου γραφείου: Ρόδος 6, Άγιοι Ομολογητές, 1086, Λευκωσία, Κύπρος
Καθ’ ης η Αίτηση
Αίτηση Ημερομηνίας 27/11/24
Ημερομηνία: 21 Μαΐου, 2026
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια :κ. Κυπριανός Σπύρου για Παπαδόπουλος, Λυκούργος & Σία ΔΕΠΕ
Για Καθ’ ου η Αίτηση : κα Όλγα Παπαδημήτρη για Ο. PAPADIMITRI LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Με το Έντυπο Απαίτησης (Γενική Αίτηση) ημερομηνίας 16/07/2024 με τον πιο πάνω τίτλο και αριθμό ο Alexey Yuryevich Khutornoy, εκκαθαριστής της Armavir Heavy Engineering Plant OJSC ζητά Διάταγμα του Δικαστηρίου με το οποίο να αναγνωρίζεται, εγγράφεται και καθίσταται εκτελεστή στην Κύπρο η δικαστική απόφαση του Διαιτητικού Δικαστηρίου του Κράι Κρασνοντάρ της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ημερ.28/12/23 στην υπόθεση με αρ.Α32-8438/2015.
Με την υπό κρίση αίτηση η Αιτήτρια αιτείται:
Α. Διάταγμα με το οποίο να παραμερίζεται και/ή να απορρίπτεται και/ή να αναστέλλεται το Έντυπο Απαίτησης ημερομηνίας 16/07/2024 και/ή η υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό διαδικασία λόγω έλλειψης δικαιοδοσίας του παρόντος Δικαστηρίου και/ή αναρμοδιότητας των Κυπριακών Δικαστηρίων και/ή λόγω κατάχρησης και/ή μη ικανοποίησης και/ή παραβίασης των όρων και/ή προνοιών της μεταξύ των μερών διακρατικής Συνθήκης.
Β. Αναγνωριστική δήλωση και/ή Δήλωση του Δικαστηρίου ότι η Καθ’ ης η Αίτηση δεν δύναται και/ή δεν νομιμοποιείται στην καταχώρηση Αίτησης ή Απαίτησης ή για αναγνώριση και/ή εγγραφή και/ή εκτέλεση αλλοδαπής δικαστικής απόφασης στα Κυπριακά Δικαστήρια
Η αίτηση βασίζεται στον περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση Δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν. 121(I)/2000), άρθρα 2-6, στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου άρθρο 27, στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 (Ν.172/1986), στον περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμο του 2002 (103(I)/2002) άρθρα 2-4, στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 1, 2, 3, 8, 12, 23, 32, 39 στον περί Δικαστηρίων Νόμο (Ν.14/1960) στον περί των Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (Ν. 67/1988) άρθρα 1-5, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας άρθρο 52, στη νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου.
Την αίτηση υποστηρίζει ένορκη δήλωση της Σοφίας Αρναούτη, η οποία δηλώνει τα ακόλουθα:
Είναι η Διευθύνουσα Σύμβουλος της Mariupol Investments Limited με εγγεγραμμένο γραφείο στην Ρόδου, 6, Άγιοι Ομολογητές 1086, στη Λευκωσία (η «Εταιρεία») και είναι δεόντως εξουσιοδοτημένη να προβεί στην Ένορκη Δήλωση. Έχει προσωπική γνώση των γεγονότων που αναφέρει και όπου αυτό δεν ισχύει, παραθέτει την πηγή της πληροφόρησης της. Για τα νομικά θέματα στα οποία αναφέρεται λαμβάνει συμβουλή τόσο από τους Κύπριους δικηγόρους της Αιτήτριας όσο και τους Ρώσους δικηγόρους της, συγκεκριμένα από την κα. Tatyana Slipachuck.
Ως αναφέρει η ομνύουσα, στις 16/07/2024 ο Ενάγοντας, κ. Alexey Yuryevich Khutornoy, καταχώρησε Έντυπο Απαίτησης επιδιώκοντας διάταγμα αναγνώρισης, εγγραφής και εκτέλεσης στην Κύπρο αλλοδαπής δικαστικής απόφασης του Διαιτητικού Δικαστηρίου της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Είναι η θέση τους ότι το Δικαστήριο δεν έχει την απαραίτητη δικαιοδοσία να εκδώσει το ζητούμενο διάταγμα.
Σύμφωνα με τη θέση τους τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν δικαιοδοσία να ακούσουν αίτηση για εκτέλεση απόφασης, η οποία εκδόθηκε στη Ρωσική Ομοσπονδία, νοουμένου ότι η αίτηση καταχωρήθηκε στη Ρωσία και παραπέμφθηκε ή μεταβιβάστηκε από τις αρμόδιες Δικαστικές Αρχές της Ρωσίας στην Κύπρο, ή εναλλακτικά, όπου ο Ενάγοντας, έχει την μόνιμη ή συνήθη διαμονή του στο Κράτος στο οποίο επιδιώκεται η εκτέλεση. Μόνο τότε η αίτηση για εκτέλεση δύναται να καταχωρηθεί απευθείας στο Κράτος αυτό.
Οι Ενάγοντες, οι οποίοι καταχώρησαν την Απαίτηση τους απευθείας στην Κύπρο αποτελούν εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ρωσική Ομοσπονδία και συγκεκριμένα στην πόλη του Κρασνοντάρ και αργότερα στην Αγία Πετρούπολη. Επιπλέον, προκύπτει παραδεκτό μέσα από την Ένορκη Δήλωση της κας Παπαδημήτρη ότι, ο εκκαθαριστής της Ενάγουσας είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας και βρίσκεται στο εξωτερικό. Εξ άλλου, αυτός είναι και ο λόγος που προβαίνει η ίδια στην εν λόγω Ένορκη Δήλωση ενώ εννοείται ότι σε αντίθετη περίπτωση δεν θα μπορούσε ούτε να εκτελεί καθήκοντα εκκαθαριστή ρωσικής εταιρείας, ως ισχυρίζονται. Ως καθίσταται αντιληπτό, οι Ενάγοντες – Καθ’ ων η Αίτηση δεν έχουν μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στην Κύπρο ούτε και υπάρχει οποιαδήποτε υποστηρικτική αναφορά περί του αντιθέτου στην Ένορκη Δήλωση στην ένσταση. Επομένως, οποιαδήποτε αίτηση για εκτέλεση όφειλε να είχε καταχωρηθεί στην Ρωσία, ενώ τα Κυπριακά Δικαστήρια έχουν τη δυνατότητα να της επιληφθούν μόνο μετά από μεταβίβαση της από τις αρμόδιες Ρωσικές Αρχές.
Είναι η θέση τους ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εκδικάσουν την Απαίτηση του Ενάγοντα, εφόσον τυχόν δικαιοδοσία απορρέει μόνο κατόπιν εφαρμογής και συμμόρφωσης με τις διαδικασίες και προϋποθέσεις που προνοούνται στη Συνθήκη, οι οποίες έχουν παραβιαστεί ή δεν ικανοποιούνται.
Εισηγούνται περαιτέρω, ότι ακόμα και στην περίπτωση που θα είχε εφαρμοστεί η ορθή διαδικασία, δεν ικανοποιείται η απαραίτητη προϋπόθεση του στοιχείου της «αμοιβαιότητας» και άρα τα Κυπριακά Δικαστήρια δεν έχουν δικαιοδοσία να εφαρμόσουν τη Συνθήκη ή να ακούσουν την Απαίτηση, για το λόγο ότι η Ρωσική Ομοσπονδία σήμερα αρνείται να εφαρμόσει τη Συνθήκη.
Ειδικότερα, η Κυπριακή Δημοκρατία επέλεξε να προβεί σε προσχώρηση Συνθήκης με τη Ρωσική Ομοσπονδία στη βάση της αμοιβαιότητας, δηλαδή να προσχωρήσει και να εφαρμόζει τη Συνθήκη υπό την προϋπόθεση και για όσο διάστημα η Ρωσική Ομοσπονδία θα τηρεί και θα εφαρμόζει τη Συνθήκη. Συναφώς αναφέρει ότι κράτη μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης, περιλαμβανομένης και της Κυπριακής Δημοκρατίας έχουν επιβάλει μαζικές και άνευ προηγουμένου κυρώσεις κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας ως αντίδραση στις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, υβριδικών επιθέσεων κατά της Ευρωπαϊκής Ένωσης και στη στρατιωτική επίθεση κατά της Ουκρανίας η οποία συνεχίζεται μέχρι σήμερα. Ως αποτέλεσμα η Ρωσική Ομοσπονδία απάντησε επιβάλλοντας αντί-κυρωτικά μέτρα (counter-sanctions measures) περιλαμβανομένων των Προεδρικών Διαταγμάτων με αριθμούς 81,95,252,254 του 2022 ως μέρος μίας καινούργιας δημόσιας τάξης. Συγκεκριμένα:
α)Με το Προεδρικό Διάταγμα 81 (Τεκμήριο 2) ημερομηνίας 01/03/2022 «Σχετικά με πρόσθετα προσωρινά μέτρα οικονομικής φύσης για τη διασφάλιση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας» η Ρωσική Ομοσπονδία θέσπισε προσωρινή ειδική διαδικασία αναφορικά με συγκεκριμένες συναλλαγές με αλλοδαπά πρόσωπα που συνδέονται με ξένα κράτη/δικαιοδοσίες και διαπράττουν μη φιλικές πράξεις κατά ρωσικών προσώπων.
β)Με το Προεδρικό Διάταγμα 254 (Τεκμήριο 3), ημερομηνίας 04/03/2022 «Σχετικά με την προσωρινή διαδικασία για την εκπλήρωση οικονομικών υποχρεώσεων στον τομέα των εταιρικών σχέσεων προς ορισμένους αλλοδαπούς πιστωτές (δάνεια κ.λπ.)»
γ)Με το Προεδρικό Διάταγμα 95, (Τεκμήριο 4) ημερομηνίας 05/03/2022 «Σχετικά με τις προσωρινές ρυθμίσεις για την εκπλήρωση υποχρεώσεων ενώπιον ορισμένων αλλοδαπών πιστωτών» η Ρωσική Ομοσπονδία έχει πλέον θεσπίσει προσωρινή ειδική διαδικασία για την εκπλήρωση από τη ίδια, υπομονάδες της, τους δήμους και κατοίκους της αναφορικά με τις υποχρεώσεις που απορρέουν από πιστώσεις και δάνεια, χρηματοπιστωτικά μέσα σε αλλοδαπούς πιστωτές που είναι αλλοδαπά πρόσωπα συνδεδεμένα με ξένα κράτη, και τα οποία διαπράττουν εχθρικές ενέργειες κατά της Ρωσικής Ομοσπονδίας, ρωσικά νομικά πρόσωπα και φυσικά πρόσωπα κ.τ.λ.
δ)Με τον Κανονισμό της Ρωσικής Ομοσπονδίας αρ. 430-ρ, (Τεκμήριο 5) ημερομηνίας 05.03.2022, εγκρίθηκε επίσημος κατάλογος των μη φιλικών κρατών/δικαιοδοσιών στον οποίο συμπεριλαμβάνονται όλες τις χώρες – μέλη της ΕΕ (δηλαδή και η Κυπριακή Δημοκρατία).
ε)Με το Προεδρικό Διάταγμα 252, Τεκμήριο 6, ημερομηνίας 03/05/2022 «Σχετικά με την εφαρμογή ειδικών οικονομικών μέτρων αντιποίνων σε σχέση με μη φιλικές ενέργειες ορισμένων ξένων κρατών και διεθνών οργανισμών».
στ)Πιο πρόσφατα και σε περαιτέρω επιδείνωση των σχέσεων των δύο κρατών, με τον Κανονισμό 2560-ρ ημερομηνίας 17/09/2024, Τεκμήριο 7, η Ρωσική Ομοσπονδία ενέκρινε επιπρόσθετη λίστα μη φιλικών κρατών/δικαιοδοσιών οι οποίες επιβάλλουν καταστροφικές νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες που έρχονται σε αντίθεση με τις ρωσικές πνευματικές και ηθικές αξίες, στην οποία συμπεριέλαβε ρητώς την Κυπριακή Δημοκρατία.
Ως εκ των ανωτέρω, ως αναφέρει η ομνύουσα η Ρωσική Ομοσπονδία έχει θεσπίσει διαδικασίες και κυρώσεις οι οποίες όχι μόνο αντίκεινται στις διαδικασίες της Συνθήκης, αλλά καταδεικνύουν ότι τα δύο κράτη, δεν επιθυμούν να ενδυναμώσουν τις σχέσεις φιλίας και συνεργασίας μεταξύ τους, καταστρατηγώντας έτσι το ίδιο το σκοπούμενο της. Εφόσον δε, η Ρωσική Ομοσπονδία μάλιστα έχει ρητώς προκηρύξει την Κυπριακή Δημοκρατία ως κράτος «μη φιλικό» με «ανήθικες αξίες» και «καταστροφικές νεοφιλελεύθερες ιδεολογίες», η ομνύουσα εισηγείται ότι έχει παύσει να ενεργεί στη βάση της αμοιβαιότητας για ενδυνάμωση των σχέσεων φιλίας και συνεργασίας.
Στη βάση νομικής συμβουλής από τους Ρώσσους Δικηγόρους τους η πιο πάνω κατάληξη έχει ληφθεί και εξακολουθεί να λαμβάνεται από τα Ρωσικά Δικαστήρια για να δικαιολογήσει την άρνηση εκτέλεσης ξένων δικαστικών αποφάσεων και διεθνών διαιτητικών αποφάσεων που εκδίδονται σε μη φιλικές χώρες, όπως η Κύπρος. Για παράδειγμα, η έκταση των ανωτέρω διαταγμάτων και κανονισμών, εμφαίνεται στην Υπόθεση αρ. A32-47144/2022, Τεκμήριο 8, όπου τα Ρωσικά Δικαστήρια επιλήφθηκαν της αξίωσης Ελβετικής εταιρείας κατά Ρωσικής εταιρείας για αναγνώριση και εκτέλεση διαιτητικής απόφασης ημερομηνίας 08/02/2022 του Δικαστηρίου Διεθνούς Διαιτησίας του Λονδίνου (LCIA). Στις 16/10/2023 το αρμόδιο Διαιτητικό Δικαστήριο της Ρωσικής Ομοσπονδίας αποφάσισε ότι η εκτέλεση της απόφασης στη Ρωσία θα ήταν αντίθετη προς τη δημόσια τάξη (public policy) της Ρωσικής Ομοσπονδίας, η οποία καθιερώνεται με τα προεδρικά Διατάγματα 81,95, 252, 254 και τον Κανονισμό 430-ρ, πιο πάνω.
Παράλληλα, στην Υπόθεση αρ. A53-33710/2023, απόφαση ημερομηνίας 16/01/2024, Τεκμήριο 9, τα Ρωσικά Δικαστήρια αναγνώρισαν ρητά τα «αντικυρωτικά μέτρα» (counter-sanctions measures) περιλαμβανομένου του Κανονισμού 430-ρ, καταλήγοντας ότι έχει πλέον δημιουργηθεί μια νέα δημόσια έννομη τάξη για τη Ρωσική Ομοσπονδία σχετικά με την εκπλήρωση υποχρεώσεων έναντι ξένων αντισυμβαλλομένων υπό τη δικαιοδοσία χωρών μη φιλικών προς τη Ρωσική Ομοσπονδία.
Συνεπώς, αναγνωρίζεται πλέον η πρόθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ρωσικών Δικαστηρίων να ενεργήσουν αντίθετα με τις προηγούμενες διακρατικές τους συμφωνίες και ειδικότερα, τη Συνθήκη. Αφού δε η Κύπρος έχει προσχωρήσει στη Συνθήκη στη βάση της «αμοιβαιότητας» η οποία απουσιάζει τη δεδομένη περίοδο από το άλλο Συμβαλλόμενο Κράτος, τότε, τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται την απαραίτητη δικαιοδοσία για να εφαρμόσουν τις πρόνοιες της.
Η Καθ’ ης η αίτηση καταχώρησε ένσταση στην αίτηση. Οι λόγοι ένστασης είναι, αυτούσιοι, οι ακόλουθοι:
1.Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.
2.Δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του Νόμου για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων και ειδικότερα η έλλειψη δικαιοδοσίας καθώς βάσει της Νομολογίας και των προνοιών του Νόμου, τα Κυπριακά Δικαστήρια καθίστανται κατά τόπον αρμόδια εφόσον έστω η διαμονή της Καθ΄ ης η Αίτηση βρίσκεται εντός της Κύπρου. Έχοντας ειπωθεί αυτό να αναφερθεί ότι η Καθ’ ης η Αίτηση, ούσα Κυπριακή Εταιρεία εγγεγραμμένη στο μητρώο Ημεδαπών Εταιρειών του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη με εγγεγραμμένο γραφείο επί της οδού Ρόδου 6, Άγιοι Ομολογητές, 1086 στην Επαρχία Λευκωσίας.
3. Επιπλέον, από όσα παραθέτει η ομνυούσα στη ένορκη δήλωση της ημερ. 27/11/2024 σχετικά με την κήρυξη της Κύπρου ως μη φιλικό Κράτος και για λόγους απουσίας αμοιβαιότητας μεταξύ των δυο συμβαλλόμενων Κρατών, δεν καθίσταται επαρκής και/ή καλός λόγος για να απορριφθεί ή/και ανασταλεί η Αίτηση εγγραφής/αναγνώρισης και εκτέλεσης Αλλοδαπής απόφασης καθώς Κανένας από τους ρωσικούς κανονισμούς που επικαλείται ο εναγόμενος δεν παραβίασε τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της Συνθήκης, ειδικότερα.
Η ένσταση στηρίζεται στα άρθρα 2-6 του περί Αποφάσεων Αλλοδαπών Δικαστηρίων (Αναγνώριση, Εγγραφή και Εκτέλεση δυνάμει Συμβάσεως) Νόμο του 2000 (Ν. 121(Ι)/2000),στα άρθρα 2,21,31 και 41 του περί Δικαστηρίων Νόμου (Νόμος 14 του 1960 όπως τροποποιήθηκε), στον Κυρωτικό της Συνθήκης μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για Παροχή Νομικής Συνδρομής σε Θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου Νόμο του 1986 (Ν. 172/1986), στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Θεσμούς Δ.1, θ.2, Δ.48 θ.θ. 1,2,3,4 και 9, Δ.49, Δ.55 θ.θ. 1 έως 4 και Δ.64, στους Νέους περί Πολιτικής Δικονομίας Κανονισμούς του 2023 και ειδικότερα στο Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3 και 8 (κκ. 8.1-8.9), Μέρος 16 (κκ. 16.1-16.7,16.12-16.17), Μέρος 17, Μέρος 23 (κκ. 23.1-23.6, 23.13,23.16) στον περί της Συμβάσεως περί της Αναγνωρίσεως και Εκτελέσεως Αλλοδαπών Δικαστικών Αποφάσεων (Κυρωτικό) Νόμο του 1976 (Ν. 11/76), στον περί της Συμβάσεως περί Καταργήσεως της Υποχρεώσεως προς Νομιμοποίησιν Αλλοδαπών Δημοσίων Εγγράφων (Κυρωτικός) Νόμο του 1972 (Ν. 50/1972), στον Νόμο του 2001 (Ν. 34 (ΙΙΙ)/2001) στο Άρθρο 5(1) περί Επισήμων Γλωσσών της Δημοκρατίας Νόμο του 1988 (αρ. 67/88), στο άρθρο 15 του περί Εγγραφής και Ρύθμισης των Υπηρεσιών Ορκωτού Μεταφραστή Νόμος του 2019 (45(I)/2019), στον περί Αποδείξεως Διεθνών Συμβάσεων Νόμος του 2002, (103(Ι)2002), στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου και τη Νομολογία.
Η ένσταση στηρίζεται στην ένορκη δήλωση της Όλγας Παπαδημήτρη, δικηγόρου στη δικηγορική εταιρεία O. PAPADIMITRI LLC, δικηγόρων του Αιτητή. Ως αναφέρει, ορκίζεται εκ μέρους του Αιτητή καθώς τα θέματα τα οποία αφορά η Αίτηση Εγγραφής είναι σε μεγάλο βαθμό νομικής φύσης, αλλά και, καθότι οι διευθυντές και οι άλλοι αντιπροσώποι του Αιτητή βρίσκονται στο εξωτερικό και δεν είναι εφικτό να έρθουν στην Κύπρο εγκαίρως για να ορκιστούν ενόρκως. Δηλώνει δεόντως εξουσιοδοτημένη από τον Αιτητή να προβεί στην ένορκη δήλωση. Γνωρίζει πλήρως τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης τόσο από τη μελέτη των εγγράφων τα οποία βρίσκονται στην κατοχή του Ενάγοντα και των δικηγόρων του όσο και όσο και από σχετική πληροφόρηση που έλαβε από αυτούς.
Όσον αφορά, τον ισχυρισμό της Εναγόμενης/Αιτήτριας σχετικά με την μη εφαρμογή της διαδικασίας του άρθρου 27 της Συνθήκης, είναι η θέση τους ότι βάσει Νομολογίας αλλά και των προνοιών του Νόμου 121 (Ι)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε, σε περίπτωση απουσίας διαμονής του Αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία, τουλάχιστον πρέπει να έχει ο Καθ’ ου έστω τη συνήθη διαμονή του στην Δημοκρατία. Εν προκειμένω, η Καθ’ ης η Αίτηση είναι Κυπριακή εταιρεία, εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Δημοκρατίας και διατηρεί την διαμονή της, ήτοι το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Επαρχία Λευκωσίας, εντός την αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Ο Νόμος 121(Ι)/2000 με την πρόσφατη τροποποίηση του στις 17.11.2023, επέκτεινε την ερμηνεία της διαμονής ως προς και το πρόσωπο του Καθ’ ου η Αίτηση και έτσι σε περίπτωση που ο Αιτητής δεν έχει κανονική ή συνήθη διαμονή του στην Κύπρο, θα πρέπει να την έχει ο Καθ’ ου. Επιπρόσθετα, είναι η θέση τους ότι το άρθρο 27 είναι διαδικαστικής και όχι δικαιοδοτικής φύσεως δεδομένου ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο που θα μπορούσε να επιληφθεί αξίωσης για εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός του οποίου έχει την έδρα της η Καθ’ ης η Αίτηση. Δεν τίθεται συνεπώς ζήτημα αρμοδιότητας ή δικαιοδοσίας, διαφορετικά ο αιτούμενος την εγγραφή αλλοδαπής ρωσικής απόφασης θα αποστερείτο παντελώς του οποιουδήποτε δικαιώματος.
Σχετικά με τον ισχυρισμό της προκήρυξης της Κύπρου ως μη φιλικό Κράτος στην Ρωσική Ομοσπονδία και πλέον της απουσίας της «αμοιβαιότητας», επισυνάπτει ως Τεκμήριο Α’ νομική γνωμοδότηση στην οποία προέβη, μια εκ των δικηγόρων του Αιτητή στην Ρωσική Ομοσπονδία, Elizaveta Kiseleva, στην οποία επεξηγεί εκτενώς την εφαρμογή της διμερούς Συνθήκης μεταξύ Ρωσικής Ομοσπονδίας και Κυπριακής Δημοκρατίας όπως επίσης και την εφαρμογή των Προεδρικών Διαταγμάτων στην Ρωσική Ομοσπονδία.
Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, κανένας από τους ρωσικούς κανονισμούς που επικαλείται η Εναγόμενη/Αιτήτρια δεν επηρεάζει τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις των διαδίκων στην παρούσα υπόθεση. Συγκεκριμένα, το διάταγμα αριθ. 81 της 01.03.2022 αφορά τη λήψη προσωρινών οικονομικών μέτρων, τα οποία εκφράζονται μόνο με την εισαγωγή μιας επιτρεπτικής διαδικασίας για τη σύναψη συναλλαγών με αλλοδαπά πρόσωπα για την παροχή πιστώσεων και δανείων, συναλλαγών με τίτλους και ακίνητα. Το διάταγμα αριθ. 254 της 04.03.2022 αφορά την έγκριση προσωρινών οικονομικών μέτρων που εκφράζονται μόνο στην εισαγωγή μιας επιτρεπτικής διαδικασίας για την εκπλήρωση των υποχρεώσεων καταβολής κερδών ρωσικών εταιρειών στους ξένους συμμετέχοντες τους, καθώς και στον καθορισμό σημαντικού αριθμού προϋποθέσεων υπό τις οποίες το διάταγμα αριθ. 81 δεν εφαρμόζεται σε συναλλαγές με αλλοδαπά πρόσωπα. Το διάταγμα αριθ. 95 της 05.03.2022 αφορά τη λήψη προσωρινών μέτρων οικονομικού χαρακτήρα, που εκφράζονται μόνο με την εισαγωγή διαδικασίας αδειοδότησης για την εκπλήρωση υποχρεώσεων σχετικά με πιστώσεις και δάνεια, χρηματοπιστωτικά μέσα σε αλλοδαπούς ύψους άνω των 10 εκατομμυρίων ρουβλίων μηνιαίως και την εφαρμογή τους μέσω πίστωσης κεφαλαίων στους τραπεζικούς λογαριασμούς αλλοδαπών προσώπων τύπου "C". Το διάταγμα αριθ. 430-ρ της 05.03.2022 κατονομάζει μόνο τον κατάλογο των ξένων κρατών των οποίων οι κάτοικοι υπόκεινται στο διάταγμα αριθ. 95. Αυτά τα διατάγματα αποσκοπούν γενικά στην προσπάθεια περιορισμού της εκροής κεφαλαίων από τη Ρωσία στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών συγκρούσεων. Το διάταγμα αριθ. 252 της 03.05.2022 αφορά τη θέσπιση ειδικών οικονομικών μέτρων αποκλειστικά σε σχέση με συγκεκριμένα πρόσωπα στα οποία έχουν επιβληθεί κυρώσεις και ανήκουν σε εταιρείες που σχετίζονται με τον ενεργειακό τομέα της ρωσικής οικονομίας (ο κατάλογος των προσώπων που υπόκεινται σε κυρώσεις εγκρίνεται από την κυβέρνηση). Το διάταγμα αριθ. 252 της 03.05.2022 αποσκοπεί σε μια προσπάθεια αντιμετώπισης της αποσταθεροποίησης της ρωσικής οικονομίας στο πλαίσιο των υφιστάμενων πολιτικών συγκρούσεων. Τέλος, το διάταγμα αριθ. 2560-r της 17.09.2024 εκδόθηκε σύμφωνα με το διάταγμα αριθ. 702 της 19.08.2024, το οποίο αποσκοπεί αποκλειστικά στη χορήγηση του δικαιώματος υποβολής αίτησης για θεωρήσεις, άδειες διαμονής, προσωρινή διαμονή σε άτομα που επιθυμούν να μετακινηθούν στη χώρα, δηλαδή στην παροχή ορισμένων προτιμήσεων σε άτομα, αλλά όχι στην παραβίαση των συμφερόντων των χωρών που αναφέρονται στο διάταγμα.
Κανένας από τους ρωσικούς κανονισμούς των οποίων γίνεται επίκληση δεν παραβίασε τις αρχές του διεθνούς δικαίου και της Συνθήκης, ειδικότερα. Όλοι οι πιο πάνω κανονισμοί σχετίζονται με αντίποινα αντι-κυρώσεων που εφαρμόζονται από τις αντίπαλες χώρες κατά της Ρωσίας.
Ταυτόχρονα, εισηγείται ότι η Εναγόμενη/Αιτήτρια, παρουσιάζοντας τους πιο πάνω κανονισμούς ότι ανακηρύσσουν την Κυπριακή Δημοκρατία ως «μη φιλική» και «ανήθικη», σκόπιμα παρουσιάζει αποσπασματικά τμήματα από τα Προεδρικά Διατάγματα και τις αποφάσεις Δικαστηρίων σε μια προσπάθεια να τα παρουσιάσει με δυσμενή τρόπο, κάτι που προκύπτει κυρίως από την ερμηνεία του Διατάγματος 2560-r ημερομηνίας 17.09.2024.
Τα παραδείγματα ρωσικής δικαστικής πρακτικής που επικαλείται η Εναγόμενη/Αιτήτρια είναι ιδιωτικού χαρακτήρα και δεν αποδεικνύουν την άρνηση της Ρωσίας να συμμορφωθεί με τις διεθνείς συνθήκες.
Ειδικότερα, στην περίπτωση αριθ. A32-47144/2022, η άρνηση εκτέλεσης της διαιτητικής απόφασης του Ηνωμένου Βασιλείου εξηγείται από την αδυναμία εκτέλεσης της στη Ρωσία χωρίς άνοιγμα τραπεζικού λογαριασμού σε ρωσικό πιστωτικό ίδρυμα ή λογαριασμό ταμείου, ο υποχρεωτικός χαρακτήρας του οποίου για διακανονισμούς με αλλοδαπούς εισήχθη με το διάταγμα αριθ. 95 της 05.03.2022.
Στην υπόθεση A53-33710/2023, ο λόγος για την άρνηση εκτέλεσης της απόφασης της Ένωσης Ναυτικών Διαιτητών του Λονδίνου για μικροδιαφορές ήταν, πρώτον, η διαπίστωση της έλλειψης δικαιοδοσίας αυτού του Δικαστηρίου για την επίλυση συγκεκριμένης διαφοράς (σύμφωνα με τους όρους της ρήτρας διαιτησίας των μερών της σύμβασης, δεν παραπέμφθηκαν όλες οι διαφορές από αυτήν σε διαιτησία) και δεύτερον, η ακατάλληλη ειδοποίηση του Ρώσου εναγόμενου σχετικά με τη διαφορά στη διαιτησία.
Αντίθετα, η συμμόρφωση των Ρωσικών Δικαστηρίων με τους κανόνες και τις αρχές του διεθνούς δικαίου αποδεικνύεται στην υπόθεση A41-70235/2021, όπου το Ρωσικό Δικαστήριο δεν έκανε δεκτή την αξίωση του Ρώσου ενάγοντος εναντίον της κυπριακής εταιρείας λόγω της δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Η δικαστική πράξη στην προκειμένη περίπτωση επικυρώθηκε με την από 30.11.2022 απόφαση του Αρείου Πάγου (Παραρτήματα 1 και 2).
Ως αποτέλεσμα των ανωτέρω, όπως την ενημερώνουν οι Ρώσοι δικηγόροι του Καθ’ ου η Αίτηση στην υπό κρίση αίτηση, τα ως αναφερθέντα Προεδρικά Διατάγματα και οι Αποφάσεις, δεν θεμελιώνουν ούτε αποδεικνύουν την πρόθεση της Ρωσικής Ομοσπονδίας και των Ρωσικών Δικαστηρίων να ενεργήσουν αντίθετα με τις προηγούμενες διακριτικές συμφωνίες και ειδικότερα την Διμερή Συνθήκη.
Και οι δύο πλευρές καταχώρησαν συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις (ΣΕΔ). Στην ΣΕΔ της η ενόρκως δηλούσα στην αίτηση υποστηρίζει, κατόπιν νομικής συμβουλής, ότι ο εγχώριος νόμος Ν.121(Ι)/2000 είναι διαδικαστικής και όχι δικαιοδοτικής φύσεως, συνεπώς δεν μπορεί να διευρύνει μονομερώς το δικαιοδοτικό πλαίσιο της διεθνούς σύμβασης μεταξύ Κύπρου και Ρωσίας. Προβάλλει επίσης τον ισχυρισμό ότι τα Κυπριακά Δικαστήρια στερούνται δικαιοδοσίας, καθώς οι προϋποθέσεις της Συνθήκης έχουν παραβιαστεί ή δεν ικανοποιούνται. Η ομνύουσα απορρίπτει τους ισχυρισμούς της πλευράς των Καθ’ ων η αίτηση ότι τα παραδείγματα της Ρωσικής δικαστικής πρακτικής που επισυναπτούν οι αιτητές δεν καταδεικνύουν άρνηση συμμόρφωσης της Ρωσίας με τις διεθνείς συνθήκες. Σύμφωνα με τη θέση της τα πιο πάνω στοιχειοθετούν τη θέση ότι τα Ρωσικά Δικαστήρια αρνούνται την αναγνώριση και εκτέλεση αποφάσεων που προέρχονται από δικαιοδοσίες που έχουν κηρυχθεί ως «μη φιλικές» (περιλαμβανομένης της Κύπρου, του Ηνωμένου Βασιλείου, των ΗΠΑ και της Εσθονίας). Παραθέτουν δε σειρά αποφάσεων Ρωσικών Δικαστηρίων (Τεκμήρια 1-4) που καταδεικνύουν μια νέα έννομη τάξη. Η άρνηση αναγνώρισης αλλοδαπών αποφάσεων εδράζεται πλέον σε ζητήματα «ρωσικής δημόσιας τάξης» και στην έκδοση προεδρικών διαταγμάτων που επιβάλλουν «αντίμετρα». Η πλευρά τους εισηγείται ότι η απαραίτητη αρχή της αμοιβαιότητας, επί της οποίας εδράζεται η Συνθήκη, έχει παύσει να υφίσταται στην πράξη από την πλευρά της Ρωσικής Ομοσπονδίας. Η ομνύουσα αναφέρει επίσης ότι η υπόθεση που επικαλέστηκε η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση (A41-70235/2021) είναι άσχετη με την παρούσα διαφορά, καθώς αφορούσε έλλειψη δικαιοδοσίας Ρωσικού Δικαστηρίου λόγω συμφωνίας παρέκτασης και όχι την εφαρμογή της Συνθήκης ή την αρχή της αμοιβαιότητας.
Στη ΣΕΔ της η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση υποστηρίζει ότι οι δικαστικές πράξεις που επικαλείται η Αιτήτρια δεν σχετίζονται με τις νομικές σχέσεις της Ρωσικής Ομοσπονδίας και της Κυπριακής Δημοκρατίας και ότι εκδόθηκαν κατόπιν εξέτασης συγκεκριμένων πραγματικών περιστατικών και δεν έχουν γενική ισχύ που να δεσμεύει άλλα Ρωσικά Δικαστήρια. Με αναφορά στην υπόθεση A40-133267/2021, η ενόρκως δηλούσα τόνισε ότι το ένατο Διαιτητικό Ρωσικό Εφετείο έκρινε ρητά πως τα Προεδρικά Διατάγματα αρ. 79 και 81 δεν περιέχουν περιορισμούς στη δικαστική προστασία μη κατοίκων στη Ρωσική Ομοσπονδία. Αναφέρει ότι σε περιπτώσεις άρνησης εκτέλεσης αποφάσεων από άλλες χώρες (π.χ. ΗΠΑ στην υπόθεση A40-242631/2022), το σκεπτικό βασίστηκε στην απουσία διμερών διεθνών συνθηκών, στοιχείο που διαφοροποιεί τη σχέση Ρωσίας-Κύπρου. Προβλήθηκε επίσης η θέση ότι άλλες αποφάσεις (υποθέσεις A41-2687/2023 και A60-24839/2024) αφορούσαν ειδικές περιστάσεις απειλής της εθνικής ασφάλειας ή ανισότητας λόγω κυρώσεων της ΕΕ, και δεν καταδεικνύουν γενική άρνηση εφαρμογής του διεθνούς δικαίου από τη Ρωσία. Καταλήγει δε ότι η προσέγγιση της Αιτήτριας απομονώνει αποσπάσματα των αποφάσεων χωρίς να λαμβάνει υπόψη το γενικό πλαίσιο της κάθε διαφοράς.
Η ακρόαση της υπόθεσης διεξήχθη στη βάση των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν, αντίστοιχα, την αίτηση και την ένσταση και των ΣΕΔ, ως οι σχετικές οδηγίες που δόθηκαν κατά την ΑΔΟ. Και οι δυο πλευρές υποστήριξαν τις εκατέρωθεν θέσεις τους με την υποβολή εμπεριστατωμένων γραπτών αγορεύσεων, το περιεχόμενο των οποίων λαμβάνω υπόψη μου και θα αναφερθώ σε αυτό όπου το κρίνω απαραίτητο.
ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ
Η υπό κρίση αίτηση στηρίζεται βασικά στη Συνθήκη μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας και της Ένωσης Σοβιετικών Σοσιαλιστικών Δημοκρατιών για παροχή νομικής συνδρομής σε θέματα Αστικού και Ποινικού Δικαίου (Κυρωτικό) Νόμο 172(Ι)/1986.
Τα άρθρα 23, 26 και 27 του Κυρωτικού Νόμου 172(Ι)/1986 προνοούν τα ακόλουθα:
«Άρθρο 23
Ποιες Δικαστικές Αποφάσεις θα Αναγνωρίζονται και Εκτελούνται
1. Δικαστικές αποφάσεις των αρχών εκάτερου Συμβαλλόμενου Μέρους που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του Άρθρου 1 θα αναγνωρίζονται και εκτελούνται στο έδαφος του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους κάτω από τις προϋποθέσεις που προβλέπονται στη Συνθήκη αυτή.
2. Όπως χρησιμοποιείται στην παράγραφο 1, ο όρος «δικαστικές αποφάσεις» σημαίνει: (1) δικαστικές αποφάσεις που εκδόθηκαν σε αστικές υποθέσεις και φιλικούς συμβιβασμούς που επικυρώθηκαν από δικαστήριο* (2) δικαστικές αποφάσεις για την πληρωμή δικαστικών εξόδων (3) δικαστικές αποφάσεις σε ποινικές υποθέσεις που αφορούν στην πληρωμή αποζημιώσεων και σε άλλες απαιτήσεις αστικού δικαίου.
Άρθρο 26
Διαδικασία Αναγνώρισης και Εκτέλεσης Δικαστικών Αποφάσεων
1. Για το σκοπό εκτέλεσης των δικαστικών αποφάσεων που αναφέρονται στο 'Αρθρο 23, τα δικαστήρια του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση θα εκδίδουν απόφαση που να επιτρέπει τέτοια εκτέλεση. Η παραγγέλλουσα αρχή πρέπει να ενημερώνεται για την έκδοση τέτοιας απόφασης.
2. Κατά τη χορήγηση της άδειας εκτέλεσης το δικαστήριο θα περιορίζεται στο να διαπιστώσει κατά πόσο ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις των 'Αρθρων 24 και 25 καθώς και οι απαιτήσεις του Άρθρου 28.
3. Η διαδικασία εξασφάλισης της άδειας για εκτέλεση, καθώς και η διαδικασία της εκτέλεσης θα διέπεται από το δίκαιο του Συμβαλλόμενου Μέρους στο έδαφος του οποίου επιδιώκεται η εκτέλεση της δικαστικής απόφασης.
Άρθρο 27
1. Η αίτηση για την εκτέλεση δικαστικής απόφασης θα υποβάλλεται σε δικαστική αρχή του τόπου της έκδοσης της. Η αρχή αυτή θα διαβιβάζει την αίτηση στο αρμόδιο δικαστήριο του άλλου Συμβαλλόμενου Μέρους.
2. Αν το πρόσωπο που υποβάλλει την αίτηση για εκτέλεση διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος του Συμβαλλόμενου Μέρους όπου επιδιώκεται να εκτελεσθεί η δικαστική απόφαση, η αίτηση μπορεί επίσης να υποβάλλεται απ' ευθείας στο αρμόδιο δικαστήριο του Συμβαλλόμενου τούτου Μέρους.»
Βασική θέση της αιτήτριας ήταν ότι δεν ικανοποιούνται οι προϋποθέσεις για απευθείας καταχώρηση διαδικασίας στα Κυπριακά Δικαστήρια στη βάση του πιο πάνω άρθρου 27 αφού η Καθ’ ης η Αίτηση όφειλε να καταχωρήσει αίτηση στα Ρωσικά Δικαστήρια προς διαβίβαση της μέσω διπλωματικών οδών στα Κυπριακά Δικαστήρια. Στην υπό κρίση περίπτωση δεν έχει προσκομιστεί μαρτυρία από τον Αιτητή στην εναρκτήρια αίτηση και Καθ’ ου η αίτηση στην υπό κρίση αίτηση ότι αποτελεί πρόσωπο το οποίο διατηρεί μόνιμη ή προσωρινή διαμονή στο έδαφος της Δημοκρατίας.
Όπως προκύπτει από τα ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία, συγκεκριμένα την ένορκη δήλωση που στηρίζει την υπό κρίση αίτηση) ο εκκαθαριστής της Armavir Heavy Engineering Plant OJSC, κατέχει Ρωσικό διαβατήριο, είναι μόνιμος κάτοικος Ρωσίας και βρίσκεται στο εξωτερικό. Η δε πιο πάνω Εταιρεία αποτελούσε εταιρεία εγγεγραμμένη στην Ρωσική Ομοσπονδία και συγκεκριμένα στην πόλη του Κρασνοντάρ και αργότερα στην Αγία Πετρούπολη. Τα πιο πάνω δηλωθέντα δεν έχουν αντικρουστεί ή άλλως πως αμφισβητηθεί στην ένορκη δήλωση στην ένσταση, ενώ από την αγόρευση του Καθ’ ου η αίτηση διαφαίνεται η αποδοχή των πιο πάνω δεδομένων. Κρίνω σκόπιμο στο σημείο αυτό να σημειώσω ότι είναι η πλευρά του Καθ’ ου η αίτηση που όφειλε να είχε θέσει τα δεδομένα ως προς τη διαμονή του, τα οποία θα προσέδιδαν δικαιοδοσία στο Δικαστήριο. Αντίθετα, εκείνο που προκύπτει είναι ότι ο Καθ’ ου η αίτηση δεν έχει διαμονή στην Κύπρο.
Η ευπαίδευτη συνήγορος του Καθ’ ου η Αίτηση στην αγόρευση της επιχειρηματολόγησε ότι τόσο βάσει νομολογίας αλλά όσο και των προνοιών του Νόμου 121 (Ι)/2000 ως αυτός τροποποιήθηκε, σε περίπτωση απουσίας διαμονής του εκάστοτε Αιτητή στην Κυπριακή Δημοκρατία, τουλάχιστον πρέπει να έχει ο εκάστοτε Καθ’ ου έστω τη συνήθη διαμονή του στην Δημοκρατία. Εισηγήθηκε ότι στην προκείμενη περίπτωση, η Αιτήτρια είναι Κυπριακή εταιρεία, εγγεγραμμένη στο Μητρώο του Εφόρου Εταιρειών και Επίσημου Παραλήπτη της Δημοκρατίας και διατηρεί την διαμονή της, ήτοι το εγγεγραμμένο γραφείο της στην Επαρχία Λευκωσίας, εντός την αρμοδιότητας του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Σύμφωνα με την εισήγηση της ο Νόμος 121(Ι)/2000 με την τροποποίηση του στις 17.11.2023, επέκτεινε την ερμηνεία της διαμονής ως προς και το πρόσωπο του Καθ’ ου η Αίτηση. Το άρθρο 27 της Συνθήκης, σύμφωνα με τη θέση της είναι διαδικαστικής και όχι δικαιοδοτικής φύσεως δεδομένου ότι το μόνο αρμόδιο Δικαστήριο που θα μπορούσε να επιληφθεί αξίωσης για εγγραφή και εκτέλεση αλλοδαπής απόφασης είναι το Επαρχιακό Δικαστήριο εντός του οποίου έχουν την έδρα τους οι Αιτητές και/ή οι Καθ’ ων η Αίτηση. Με κάθε σεβασμό στην ευπαίδευτη συνήγορο του Καθ’ ου η αίτηση η παραπομπή εκ μέρους της στην υπόθεση VTB BANK (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) v. 1. ALEKSEYEVICH, 2. ARROWCREST LTD, Πολιτική Έφεση Αρ. 206/2014, ημερ. 12/6/2020, ECLI:CY:AD:2020:A188, δεν ενισχύει την επιχειρηματολογία της. Κατ’ ακρίβεια, η απόφαση στην VTB BANK (OPEN JOINT-STOCK COMPANY) (πιο πάνω) υποστηρίζει την προσέγγιση της Αιτήτριας εφόσον όπως αυτή τονίζει, ο Νόμος Ν.121(Ι)/2000 δεν μπορεί να διαφοροποιεί ή επεκτείνει τις πρόνοιες της Συνθήκης. Λέχθηκαν σχετικά τα ακόλουθα:
«Το εγχείρημα της εφεσείουσας ουδόλως διασώζεται από τις πρόνοιες του Νόμου αρ. 121(Ι)/2000. Κατ΄ αρχάς δεν είναι ορθή η προωθηθείσα θέση ότι ο Νόμος διαφοροποιεί ή επεκτείνει τις πρόνοιες της Συνθήκης. Η Συνθήκη είναι διακρατική και στοχευμένη ως προς την παροχή νομικής συνδρομής μεταξύ των συγκεκριμένων δύο κρατών που τη συνομολόγησαν. Ενδεχομένως οι πρόνοιες της να χρήζουν αναθεώρησης, όπως αναγνωρίζει και ο εφεσίβλητος, αλλά αυτό δεν μπορεί να γίνει με τη γενικότητα που έχει θέσει ο Νόμος αρ. 121(Ι)/2000, στον οποίο δεν μνημονεύεται καν η Συνθήκη. Η πρόνοια του άρθρου 3(1) ότι απόφαση αλλοδαπού Δικαστηρίου σημαίνει απόφαση Δικαστηρίου ξένης χώρας με την οποία η Δημοκρατία έχει συνομολογήσει συνθήκη για αμοιβαία αναγνώριση δεν εξουδετερώνει τις πρόνοιες της Συνθήκης επί των οποίων η ίδια η εφεσείουσα στηρίχθηκε και επιχειρηματολόγησε εκτενώς. Αν ο Νόμος μπορούσε να χρησιμοποιηθεί αυτοτελώς για την εγγραφή της Ρωσικής απόφασης, τότε δεν θα χρειαζόταν η καταφυγή στη Συνθήκη. Ο λόγος που η εφεσείουσα στηρίχθηκε τόσο στη Συνθήκη, όσο και στο Νόμο είναι διότι αναγνωρίζει στην ουσία την αδυναμία να εντάξει την υπόθεση της αποκλειστικά στις πρόνοιες της Συνθήκης.»
Για όλους τους λόγους που εξήγησα πιο πάνω καταλήγω ότι στερούμαι δικαιοδοσίας να επιληφθώ του Εντύπου Απαίτησης αρ.7, ημερ. 16/7/24.
Για σκοπούς πληρότητας, οφείλω όμως να σημειώσω ότι η Αιτήτρια ήγειρε ως πρόσθετο λόγο ένστασης το σοβαρό ζήτημα της έλλειψης αμοιβαιότητας εκ μέρους της Ρωσικής Ομοσπονδίας, παραπέμποντας σε σχετικά Προεδρικά Διατάγματα και αποφάσεις Ρωσικών Δικαστηρίων δυνάμει των οποίων η Κυπριακή Δημοκρατία φέρεται να συγκαταλέγεται στα "μη φιλικά κράτη". Τα στοιχεία αυτά αναμφίβολα εισάγουν έναν έντονο νομικό και πραγματικό προβληματισμό ως προς το κατά πόσο ο σκοπός της Συνθήκης, ήτοι η ανάπτυξη δεσμών φιλίας και συνεργασίας μεταξύ δύο κρατών, όπως αναφέρεται στο Προοίμιο, και η παροχή νομικής συνδρομής με βάση την αρχή της αμοιβαιότητας, δύναται να επιτευχθεί ή κατά πόσο ικανοποιείται πλέον η ρητή συνταγματική επιταγή του Άρθρου 169(3) του Συντάγματος περί αντίστοιχης εφαρμογής μιας διεθνούς συνθήκης και από το αντισυμβαλλόμενο μέρος. Μια τέτοια διαπίστωση όμως, περί ουσιαστικής αναστολής της ισχύος μιας διμερούς κρατικής σύμβασης, άπτεται θεμάτων γενικότερης δημόσιας πολιτικής και εμπεριέχει στοιχεία πολιτειακής φύσεως, η οποία ελλείψει σχετικής καθοδήγησης από σχετική νομολογία των Ανωτάτων Δικαστηρίων της Δημοκρατίας, επιτάσσει τη μέγιστη δυνατή δικαστική περίσκεψη. Εντούτοις, ενόψει της ξεκάθαρης κατάληξης ότι το παρών Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας δυνάμει του Άρθρου 27 της Συνθήκης, παρέλκει, κατά την κρίση μου η εξέταση του κατά πόσον έχει τρωθεί ανεπανόρθωτα η αρχή της αμοιβαιότητας.
Η Αίτηση εγκρίνεται με έξοδα υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον του Καθ΄ ου η αίτηση ως θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και εγκριθούν από το Δικαστήριο.
(Υπ.) Μ. Παπαϊωάννου, Π. Ε. Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο