Φάνη Γουέτλη (Fania Wheatley) ν. Άννα Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1358/2025, 18/5/2026
print
Τίτλος:
Φάνη Γουέτλη (Fania Wheatley) ν. Άννα Αριστοδήμου κ.α., Αρ. Αγωγής: 1358/2025, 18/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 1358/2025 (i-justice)

 

Μεταξύ:

Φάνη Γουέτλη (Fania Wheatley)

                                                                                                            Ενάγουσα

                                                                        και

 

1. Άννα Αριστοδήμου

                                             2. Salman Mansour                                                                                                                                   Εναγομένων

        ----------------------------------------------------------------

Αίτηση ημερομηνίας 24/10/2025

 

Ημερομηνία: 18 Μαΐου 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Εναγόμενο 2 / Αιτητή: κ. Β. Χατζηχάννας.

Για την Ενάγουσα / Καθ’ ης η αίτηση: κ. A. Ξιαρής για Michael Chambers & C0. LLC

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Εισαγωγή

Κατόπιν απόσυρσης της παρούσας αγωγής εναντίον της Εναγόμενης 1, η αγωγή παρέμεινε εκκρεμούσα μόνο εναντίον του Εναγόμενου 2.

 

Σύμφωνα με το Έντυπο Απαίτησης που καταχωρίστηκε, ο Εναγόμενος 2 επεμβαίνει παράνομα στο επίδικο ακίνητο της Ενάγουσας, η οποία αξιώνει εναντίον του τελευταίου διάταγμα άρσης της παράνομης επέμβασης και παράδοσης κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, καθώς και αποζημιώσεις.

 

Μετά την επίδοση της απαίτησης σε αυτόν, ο Εναγόμενος 2 καταχώρισε εμφάνιση στις 20/10/2025 και, αμέσως μετά, στις 24/10/2025, την επίδικη αίτηση, με την οποία αμφισβητεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εκδικάσει την απαίτηση.

 

Η Επίδικη Αίτηση

Με την επίδικη αίτηση, ο Εναγόμενος 2/Αιτητής (στο εξής ο Αιτητής) ζητεί διάταγμα με το οποίο να αναγνωρίζεται ότι «το Παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας ή δεν μπορεί να ασκήσει τη δικαιοδοσία του και παραμερισμού του εντύπου απαίτησης και της επίδοσης του εντύπου απαίτησης».

 

Η αίτηση βασίζεται στο Μέρος 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023 (Κ.12.1-6, 9).

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η αίτηση, προκύπτουν από τις ένορκες δηλώσεις του Αιτητή και του Ιάκωβου Ττοφή.

 

Σύμφωνα με τον Αιτητή, κατοικούσε στην επίδικη κατοικία με τη σύζυγο του και τα παιδιά του από το 2016 μέχρι τις αρχές του 2025 (βλ. πιστοποιητικό γάμου -Παράρτημα 1). Το ενοκιαστήριο έγγραφο ήταν στο όνομα της συζύγου του (Παράρτημα 2). Αρχές του 2025 η σύζυγος του εγκατάλειψε την κατοικία, αιτήθηκε την έκδοση διαζυγίου και στις 2/6/2026 εκδόθηκε συναινετικό διαζύγιο. Ο ίδιος διαμένει στην κατοικία μέχρι σήμερα.

 

Όπως αναφέρει, είναι θέσμιος ενοικιαστής καθότι η οικία είναι πολύ παλαιά, αφού κτίστηκε πολύ πριν το 1999 αλλά γράφτηκε το 2012 (βλ. πιστοποιητικό εγγραφής/κοτσιάνι – Παράρτημα 3) και επιπλέον κατοικεί σε αυτήν περί τα 10 χρόνια.

 

Ο ίδιος πληρώνει το ρεύμα της κατοικίας από τον καιρό της ενοικίασης της (βλ. λογαριασμό ρεύματος Απριλίου – Ιουνίου 2021 – Παράρτημα 4). Όταν η σύζυγος του εγκατέλειψε την κατοικία, επειδή το ενοικιαστήριο ήταν στο όνομα της, ζήτησε και αποκόπηκε η παροχή ηλεκτρικού ρεύματος, ενώ στη συνέχεια με αίτηση του ιδίου και επιστολή του δικηγόρου του προς την ΑΗΚ ημερομηνίας 4/4/2025, μαζί με τα αναγκαία έγγραφα που του ζητήθηκαν, επανένωσαν το ρεύμα της οικίας (βλ. Παράρτημα 5).  Όλη η γειτονιά γνωρίζει ότι κατοικεί στην εν λόγω οικία από το 2016 (βλ. βεβαίωση Κοινοτάρχη – Παράρτημα 6 και δήλωση του Αιτητή ενώπιον πιστοποιούντα υπαλλήλου – Παράρτημα 7).

 

Με τη σειρά του, ο Ττοφή αναφέρει ότι ο Αιτητής, ο οποίος είναι προσωπικά γνωστός του, διαμένει στην επίδικη οικία από το 2016 μέχρι και σήμερα και επισυνάπτει βεβαίωση του Αιτητή ότι διαμένει στη συγκεκριμένη κατοικία (βλ. Παράρτημα 1).

 

Η Ένσταση

Η Ενάγουσα/Καθ’ ης η αίτηση (στο εξής η Καθ’ ης η αίτηση) αντέδρασε στην αίτηση με την καταχώρηση ένστασης, προβάλλοντας εφτά λόγους ένστασης, οι οποίοι είναι οι εξής:

 

« 1. Το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία και είναι το καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας υποθέσεως. Ο Αιτητής δεν τεκμηριώνει και/ή δεν αναφέρει, ποιο Δικαστήριο είναι κατά τη θέση του το δήθεν αρμόδιο για την εκδίκαση της παρούσας Αγωγής, ούτε παραθέτει οποιαδήποτε επαρκή πραγματικά στοιχεία ή νομικές προϋποθέσεις που να αποκλείουν τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου και/ή η ένορκη γραπτή μαρτυρία που συνοδεύει την παρούσα αίτηση δεν παρέχει επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για να δικαιολογήσει και/ή στηρίξει το αίτημα και/ή επαρκές πραγματικό υπόβαθρο για να αποφανθεί το Δικαστήριο επί της ουσίας της αίτησης. Ως εκ τούτου, το αίτημα περί έλλειψης δικαιοδοσίας είναι αόριστο, ατεκμηρίωτο και πρέπει να απορριφθεί ως νόμω και ουσία αβάσιμο.

 

2. Η Αίτηση του Αιτητή είναι αόριστη και νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμη και, σε κάθε περίπτωση, νομικά και ουσιαστικά εσφαλμένη και ελλιπής, αφού δεν παραθέτει σαφή και συγκεκριμένη νομική και/ή ουσιαστική βάση.

 

3. Ο Αιτητής εσφαλμένα, αόριστα και νομικά και/ή ουσιαστικά αβάσιμα ισχυρίζεται ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής και/ή δεν παραθέτει τα οποιαδήποτε πραγματικά περιστατικά που να τεκμηριώνουν σωρευτικά τις εκ του Νόμου και Νομολογίας προϋποθέσεις για να καταστεί ή να θεωρηθεί θέσμια ενοικίαση. Σε κάθε περίπτωση, δεν τίθεται ζήτημα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, καθότι οι προϋποθέσεις υπαγωγής σε αυτό δεν συντρέχουν εν προκειμένω και η παρούσα διαφορά δεν εμπίπτει στη σφαίρα αρμοδιότητας και εξουσιών του του αφού:-

 

(α) Ο Αιτητής είναι αλλοδαπής καταγωγής και μη πολίτης και/ή μη σύζυγος πολίτη της Δημοκρατίας, στοιχεία τα οποία αποκλείουν αυτοτελώς τη θεμελίωση οποιουδήποτε καθεστώτος θεσμικής ενοικίασης εκ μέρους του

(β) Περαιτέρω, το επίδικο ακίνητο δεν είχε ολοκληρωθεί και/ή δεν ήταν υπό ή προς ενοικίαση πριν την 01/01/2000 και/ή μέχρι την 31/12/1999.

 

4.  Η Αίτηση πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτη, καθότι δεν περιλαμβάνει προσχέδιο διατάγματος, όπως ρητώς απαιτείται από τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Περαιτέρω, οι Ένορκες Γραπτές Μαρτυρίες του Αιτητή Salman Mansour άλλως Βαλεντίνος και του κ. Ιάκωβου Ττοφή, που συνοδεύουν την Αίτηση, έχουν καταχωρηθεί παράτυπα και κατά παράβαση των δικονομικών προνοιών. Ειδικότερα, οι εν λόγω Ένορκες Γραπτές Δηλώσεις, δεν έχουν καταχωρηθεί με τον προβλεπόμενο τύπο, κατά τρόπο ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του Μέρους 23 και του Μέρους 32  των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023.  Ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες και να μη ληφθούν υπόψη.

 

5.  Η Αίτηση, όπως διατυπώνεται, επιχειρεί να καθυστερήσει την εκδίκαση της ουσίας της διαφοράς και να δημιουργήσει δικονομικά προσκόμματα χωρίς οποιοδήποτε πραγματικό ή επαρκές νομικό υπόβαθρο.

 

6.  Η παρούσα αίτηση αποτελεί κατάχρηση της διαδικασίας του Δικαστηρίου (abuse of the process of the Court) καθώς και της Συνταγματικής επιταγής για την γρήγορη απονομή της δικαιοσύνης αφού σκοπός της είναι να εμποδίσει και/ή να αποτρέψει την έναρξη και/ή την προώθηση της διαδικασίας.

 

7.  Διαζευκτικά των πιο πάνω, ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και/ή ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ’ ύλην δικαιοδοσία, αυτό δεν οδηγεί και/ή δεν δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας απαίτησης, αλλά δικαιολογεί και/ή απαιτεί την παραπομπή του στο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας που είναι καθ’ ύλη αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).  »

Η ένσταση στηρίζεται στους περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικούς Κανονισμούς του 2023, Μέρος 1, Μέρος 2, Μέρος 3, κανονισμοί 3.1, 3.2, 3.3, 3.4, Μέρος 12, κανονισμός 12.1 (1) – (9), Μέρος 16,  Μέρος 23,  κανονισμοί 23.1 – 23.5, 23.7, 23.8 Μέρος 32 και Μέρος 39, στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 (Ν. 23/83 όπως έχει τροποποιηθεί) άρθρα 2, 4, 11 και 34, στον περί Δικαστηρίων Νόμο τoυ 1960 (14/1960) άρθρα 2, 29, στο Σύνταγμα, στη Νομολογία, στις συμφυείς εξουσίες και πρακτική του Δικαστηρίου.

 

Τα γεγονότα επί των οποίων στηρίζεται η ένσταση, προκύπτουν από την ένορκη δήλωση της Τάνια Ράβατ, η οποία είναι δικηγόρος στο δικηγορικό γραφείο που εκπροσωπεί την Καθ’ ης η αίτηση. Κατ’ αρχάς, αναφέρει ότι η τελευταία είναι μόνιμη κάτοικος εξωτερικού και ήταν αδύνατο να μεταβεί στην Κύπρο για σκοπούς υπογραφής της ένορκης δήλωσης, όμως είναι εξουσιοδοτημένη από αυτήν για να προβεί στην ένορκη δήλωση. Επίσης, αναφέρει ότι γνωρίζει τα γεγονότα τόσο από πληροφόρηση που έλαβε από την Καθ’ ης η αίτηση και τους δικηγόρους του γραφείου τους που χειρίζονται την υπόθεση, όσο και από μελέτη των σχετικών εγγράφων.

 

Περαιτέρω, αναφέρει ότι ο Αιτητής δια της ενόρκου δηλώσεως του αλλά και της ένορκης δήλωσης του Ττοφή, δεν παρουσιάζει σοβαρούς, επαρκείς και οποιουσδήποτε ικανοποιητικούς λόγους που να δικαιολογούν το αιτητικό της υπό κρίση αίτησης, αφού το περιεχόμενο τους είναι γενικό, ασαφή, αόριστο, ελλιπές, ατεκμηρίωτο και ως εκ τούτου, νομικά και ουσιαστικά καθόλα αβάσιμο.

 

Επίσης, η αίτηση και οι ένορκες γραπτές μαρτυρίες του Αιτητή και του Ττοφή, που συνοδεύουν την αίτηση, έχουν καταχωρηθεί παράτυπα και κατά παράβαση των δικονομικών προνοιών. Ειδικότερα, οι εν λόγω ένορκες δηλώσεις, δεν έχουν καταχωριστεί με τον προβλεπόμενο τύπο, κατά τρόπο ώστε να συμμορφώνονται με τις απαιτήσεις του Μέρους 23 και του Μέρους 32 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023. Ως αναφέρει, η αίτηση είναι θνησιγενής λόγω των ουσιωδών διαδικαστικών παρατυπιών που παρατηρούνται και θα πρέπει να απορριφθεί, ενώ οι ένορκες δηλώσεις πρέπει να θεωρηθούν απαράδεκτες.

Ακόμη, αναφέρει ότι η υπό κρίση αίτηση του Αιτητή δεν παραθέτει σαφή, συγκεκριμένη νομική βάση που να θεμελιώνει την επικαλούμενη έλλειψη δικαιοδοσίας του Επαρχιακού Δικαστηρίου. Ειδικότερα, ο Αιτητής δεν προσδιορίζει τη συγκεκριμένη νομοθετική πρόνοια, επί της οποίας στηρίζεται ο ισχυρισμός του περί έλλειψης δικαιοδοσίας, ούτε εξηγεί πώς και γιατί, υπό τα πραγματικά δεδομένα της υπόθεσης, το Επαρχιακό Δικαστήριο στερείται αρμοδιότητας να επιληφθεί της διαφοράς ούτε αναφέρει ποιο είναι κατά την γνώμη του το αρμόδιο Δικαστήριο. Επίσης, δεν παρατίθεται οποιαδήποτε αναφορά στη συγκεκριμένη νομοθεσία επί της οποίας ο Αιτητής ισχυρίζεται ότι θεμελιώνεται η επικαλούμενη από αυτόν θέσμια ενοικίαση, ούτε επεξηγείται στις ένορκες δηλώσεις που συνοδεύουν την Αίτηση με ποιον τρόπο η εν λόγω νομοθεσία βρίσκει εφαρμογή στην παρούσα υπόθεση.

 

Πέραν και ανεξάρτητα των ανωτέρω, προβάλλει τη θέση ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας έχει δικαιοδοσία και είναι το καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμόδιο Δικαστήριο να επιληφθεί της παρούσας υποθέσεως. Σύμφωνα με τη μάρτυρα:

 

- Η Καθ’ ης η Αίτηση είναι η εγγεγραμμένη ιδιοκτήτρια της επίδικης οικίας (βλ. τίτλο ακίνητης ιδιοκτησίας Τεκμήριο 1).

 

- Η Καθ’ ης η Αίτηση, δυνάμει γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/07/2022, μίσθωσε στην Εναγόμενη 1 το Ακίνητο με σκοπό την κατοίκηση του. Η σχετική συμφωνία ενοικίασης αποτελούσε την πιο πρόσφατη συμφωνία που είχε υπογραφεί μεταξύ της Καθ’ ης η Αίτηση και της Εναγόμενης 1 που όντως διέμενε επι του ακινήτου από το έτος 2015. Η περίοδος ενοικίασης συμφωνήθηκε για ένα (1) έτος, ήτοι μέχρι την 30/06/2023, και ρητώς δεν είχε ανανεωθεί περαιτέρω μετά τη λήξη της. Επί του Ακινήτου διέμενε μαζί της ο συριακής καταγωγής Αιτητής και τα τρία τους παιδιά (βλ. τη συμφωνία ενοικίασης ημερομηνίας 03/07/2022 - Τεκμήριο 2, υπογεγραμμένη επιστολή ημερομηνίας 14/2/2023 σχετικά με την μη ανανέωσης της συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/07/2022 μεταξύ της Εναγόμενης 1 και της Καθ’ ης η Αίτηση - Τεκμήριο 3 και το πιστοποιητικό γάμου μεταξύ της Εναγόμενης 1 και του Αιτητή, από το οποίο διαφαίνεται ότι ο Αιτητής είναι συριακής καταγωγής, μη πολίτης της Δημοκρατίας και μουσουλμάνος - Τεκμήριο 4).

 

- Μετά τη λήξη της περιόδου ενοικίασης της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/07/2022 περί τον Ιούλιο του 2023, μέχρι την 30/04/2025, ο Αιτητής κατείχε και χρησιμοποιούσε το ακίνητο ως ενοικιαστής δυνάμει προφορικής συμφωνίας ενοικίασης από μήνα σε μήνα, ως συμβατική περιοδική ενοικίασης από μήνα σε μήνα. Μεταξύ άλλων ρητών και εξυπακουόμενων όρων, ο Αιτητής κατέβαλλε στην Καθ’ ης η αίτηση ενοίκιο ύψους €450 σε μηνιαία βάση εντός της πρώτης εβδομάδας έκαστου μηνός και όφειλε, δυνάμει των όρων της συμφωνίας ενοικίασης, να διατηρεί το ακίνητο σε καλή και εύλογη κατάσταση, ως αυτό παραδόθηκε σε αυτόν κατά την έναρξη της ενοικίασης.

 

- Κατά ή περί την 19/03/2025 η επίδικη ενοικίαση τερματίστηκε δεόντως, ορθά και νομότυπα με την επίδοση προς τον Αιτητή επιστολής τερματισμού ημερομηνίας 19/03/2025 που επιδόθηκε στις 28/03/2025, με την οποία γνωστοποιήθηκε ο τερματισμός της ενοικίασης λόγω ανάγκης ανακαίνισης του ακινήτου και λόγω πρόθεσης ιδιοκατοίκησής του από την Καθ’ ης η Αίτηση και την οικογένειά της. Δια της επιστολής, ζητήθηκε η παράδοση της κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου με τη λήξη της σχετικής μηνιαίας περιόδου ενοικίασης, ήτοι μέχρι την 30/04/2025. Περαιτέρω, με την εν λόγω επιστολή, γνωστοποιήθηκε ότι σε περίπτωση μη συμμόρφωσης, η περαιτέρω παραμονή του Αιτητή στο ακίνητο θα θεωρείτο παράνομη και θα λαμβάνονταν τα δέοντα νόμιμα μέτρα για ανάκτηση της κατοχής (βλ. Τεκμήριο 5). Όπως αναφέρει, η εν λόγω επιστολή παρέμεινε αναπάντητη.

 

- Κατά ή περί την 30/04/2025, μετά τη λήξη της ταχθείσας προθεσμίας για παράδοση της κενής και ελεύθερης κατοχής του ακινήτου, εντολοδόχος της Καθ’ ης η αίτηση μετέβη στο Ακίνητο με σκοπό την παραλαβή αυτού, πλην όμως ο Αιτητής δεν ανταποκρίθηκε.

 

- Κατ’ εντολή της Καθ’ ης η Αίτηση, στις 14/07/2025 επιδόθηκε προς τον Αιτητή επιστολή απαίτησης ημερομηνίας 30/06/2025, σε συμμόρφωση με τους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας του 2023 και με σκοπό την εξάντληση κάθε δυνατότητας εξώδικης διευθέτησης (Τεκμήριο 6). Με την εν λόγω επιστολή γνωστοποιήθηκε ότι η επίδικη ενοικίαση είχε τερματιστεί δεόντως με επιστολή ημερομηνίας 19/03/2025, και ότι η προθεσμία για παράδοση της κενής και ελεύθερης κατοχής μέχρι την 30/04/2025 παρήλθε άπρακτη. Περαιτέρω, δόθηκε εκ νέου προθεσμία στον Αιτητή μέχρι και την 31/07/2025 να παραδώσει την κενή και ελεύθερη κατοχή του ακινήτου, να καταβάλει ποσά που αντιστοιχούν στην αγοραία ενοικιαστική αξία για το χρονικό διάστημα της παράνομης κατοχής και να προσκομίσει βεβαιώσεις εξόφλησης των λογαριασμών χρήσης του ακινήτου. Παρά της λήξη της προθεσμίας στις 31/07/2025 για την παράδοση της κενής και ελεύθερης κατοχής του Ακινήτου, αυτό δεν παραδόθηκε.

 

- Η Εναγόμενη 1 γνωστοποίησε στους πληρεξούσιους δικηγόρους της Καθ’ ης η Αίτηση ότι έχει αποχωρήσει πλήρως και οριστικά από το επίδικο ακίνητο, διαμένοντας πλέον αλλού μαζί με τα τρία ανήλικα τέκνα τους. Παράλληλα, και παρά τις επανειλημμένες προφορικές και γραπτές οχλήσεις και προειδοποιήσεις της προς τον πρώην σύζυγό της όπως αποχωρήσει από το επίδικο ακίνητο, ο τελευταίος αρνήθηκε και εξακολουθεί να αρνείται κατηγορηματικά να το πράξει, παραμένοντας αυθαίρετα και παράνομα εντός του ακινήτου. Ως αποτέλεσμα, παρεμβαίνει σήμερα παράνομα επί του ακινήτου, χωρίς τη συναίνεση ή άδεια όχι μόνο της Καθ’ ης η Αίτηση, αλλά ούτε και της Εναγόμενης 1, η οποία ήταν η συμβαλλόμενη ενοικιάστρια της επίδικης οικίας. Περαιτέρω, διά της πιστοποιημένης δήλωσής της, η Εναγόμενη 1 βεβαιώνει ρητώς ότι ο γάμος της με τον Αιτητή έχει λυθεί οριστικώς και αμετακλήτως με την έκδοση διατάγματος διαζυγίου ημερομηνίας 02/06/2025 από το Οικογενειακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Επιπλέον αναφέρει πως διαμένει με τα παιδιά τους μόνιμα σε νέα διεύθυνση, τα οποία για λόγους που άπτονται της ψυχολογικής και σωματικής τους ευημερίας δεν επιθυμούν να διαμένουν με τον Αιτητή, ενώ βεβαιώνει ρητώς ότι ο πρώην σύζυγός της είναι συριακής καταγωγής, δεν κατέχει κυπριακή ή/και ευρωπαϊκή υπηκοότητα ή ιθαγένεια (βλ. Τεκμήριο 7).

 

- Ο Αιτητής δεν αναφέρει στην ένορκη του δήλωση ποιο Δικαστήριο θεωρεί ως αρμόδιο και προβάλλει άσχετους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν γίνονται αποδεκτοί και σε κάθε περίπτωση δεν θεμελιώνουν θέσμια ενοικίαση.

 

- Η επίδικη ενοικίαση του ακινήτου μέχρι την 30/04/2025 από τον Αιτητή συνιστούσε συμβατική περιοδική ενοικίαση από μήνα σε μήνα. Τούτο διότι, κατά τον κρίσιμο για την παρούσα υπόθεση χρόνο, δεν υφίστατο εν ισχύ γραπτή συμφωνία ενοικίασης για το ακίνητο, ενώ περαιτέρω η ενοικίαση δεν είχε καταστεί ούτε ήταν θέσμια μετά τη λήξη της δυνάμει της γραπτής συμφωνίας ενοικίασης ημερομηνίας 03/07/2022 κατά ή περί τον Ιούλιο του 2023 και εφεξής αφού, δεν πληρούνταν σωρευτικά οι εκ του Νόμου και της Νομολογίας προβλεπόμενες προϋποθέσεις ώστε η εν λόγω ενοικίαση να είναι ή να καταστεί θέσμια. Η μάρτυρας, δε, αφου παραθέτει τις προυποθέσεις που προβλέπονται στον περί Ενοικιοστασίου Νόμο του 1983 (Ν.23/1983), οι οποίες πρέπει να πληρούνται για να θεωρηθεί θέσμια μια ενοικίαση, σημειώνει ότι εν προκειμένω δεν πληρούνται καθότι:

 

Α) Ο Αιτητής δεν εμπίπτει στον ορισμό του «ενοικιαστή» σύμφωνα με τις προϋποθέσεις της εφαρμοστέας νομοθεσίας, καθότι πρόκειται για πρόσωπο μη πολίτη της Δημοκρατίας, ενώ η σχετική νομοθεσία ρητώς εξαιρεί μόνο τον σύζυγο ή τη σύζυγο πολίτη της Δημοκρατίας. Όπως προκύπτει από το πιστοποιητικό γάμου του Αιτητή (Τεκμήριο 4), ο Αιτητής είναι συριακής καταγωγής, χωρίς να υφίσταται οποιοσδήποτε ισχυρισμός ή τεκμηρίωση στην Ένορκη Δήλωσή του ότι είναι πολίτης της Δημοκρατίας, ούτε οποιαδήποτε αναφορά ότι είναι σύζυγος πολίτη της Δημοκρατίας. Αντιθέτως, υφίσταται ρητή αναφορά και παραδοχή στην ένορκη δήλωση του Αιτητή που συνοδεύει την αίτηση ότι δεν είναι έγγαμος, δεδομένου ότι στις 02/06/2025 εκδόθηκε το διάταγμα διαζυγίου (Τεκμήριο 8).

 

Β) Πέραν των ανωτέρω, από το περιεχόμενο των ενόρκων δηλώσεων που συνοδεύουν την αίτηση απουσιάζει οποιαδήποτε συγκεκριμένη αναφορά ή αποδεικτικό στοιχείο αναφορικά με την ολοκλήρωση του ακινήτου εντός των χρονικών ορίων που τάσσει ο Νόμος, καθώς και με την ύπαρξη ή μη ενοικίασης ή διάθεσής του προς ενοικίαση πριν την 31/12/1999, όπως ρητώς απαιτείται από την εφαρμόζουσα νομολογία για να έχουν δικαιοδοσία τα Δικαστήρια Ελέγχου Ενοικιάσεως. Σε κάθε περίπτωση, το επίδικο ακίνητο ήταν ιδιοκτησίας και κυριότητας της μητέρας της Καθ’ ης η Αίτηση μέχρι και το έτος 2012, οπότε και μεταβιβάστηκε στο όνομα της τελευταίας. Περαιτέρω, το ακίνητο κατά την περίοδο 1999–2000, τελούσε υπό την προσωπική και οικογενειακή χρήση της οικογένειας και παρέμεινε έτσι μέχρι και το έτος 2006. Ακολούθως, το ακίνητο ενοικιάστηκε δυνάμει προφορικής συμφωνίας σε τρίτους ενοικιαστές κατά την περίοδο 2006 έως 2010, ενώ από το έτος 2010 και εντεύθεν επανήλθε σε προσωπική οικογενειακή χρήση. Το ακίνητο ενοικιάστηκε εκ νέου από την Καθ’ ης η Αίτηση περί το έτος 2015 στην Εναγόμενη 1. Τα ανωτέρω καθιστούν σαφές ότι το ακίνητο δεν ήταν ενοικιασμένο ούτε προσφερόταν προς ενοικίαση πριν την 31/12/1999, ούτε πληρούνταν οι ουσιώδεις και σωρευτικές προϋποθέσεις για την υπαγωγή του στο καθεστώς της θέσμιας ενοικίασης.

 

- Ενόψει των ανωτέρω, είναι η θέση της ότι η αίτηση είναι εκδικητική και συνιστά κατάχρηση της διαδικασίας, καθότι αποσκοπεί αποκλειστικά στην καθυστέρηση της προώθησης της αγωγής.

 

Τέλος, αναφέρει ότι ακόμα και αν ήθελε κριθεί ότι δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων και ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει καθ’ ύλην δικαιοδοσία, εξ’ όσων η Καθ’ ης η Αίτηση συμβουλεύεται από τους δικηγόρους της, αυτό δεν οδηγεί και δεν δικαιολογεί την απόρριψη της παρούσας απαίτησης, αλλά δικαιολογεί και απαιτεί την παραπομπή του στο δικαστήριο ειδικής δικαιοδοσίας που είναι καθ’ ύλη αρμόδιο δυνάμει του άρθρου 64Α του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960 (Ν.14/1960).

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους του Αιτητή

Η Θεοδώρα Ιντζέ είναι ασκούμενη δικηγόρος στο γραφείο του δικηγόρου που εκπροσωπεί τον Αιτητή και ως αναφέρει είναι εξουσιοδοτημένη να επαναλάβει ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο δεν έχει δικαιοδοσία. Δικαιοδοσία έχει το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων Λευκωσίας, αφού ο Αιτητής είναι θέσμιος ενοικιαστής.  Σύμφωνα με τη μάρτυρα, η κατοικία κτίστηκε πολύ πριν την 31/12/1999 και ενοικιαζόταν σε ενδιαφερόμενους ενοικιαστές, κάτι που επιβεβαιώνεται από τις καταστάσεις του ΕΟΑ (πρώην Συμβούλιο Υδατοπρομήθειας Λευκωσίας), αφου η οικία συνδέθηκε / υδροδοτήθηκε το 1995 (Τεκμήριο 1). Επίσης, η οικία ηλεκτροδοτήθηκε το 1984-1985.  Στη συνέχεια απορρίπτει κάποιους εκ των ισχυρισμών που προβάλλονται από την Ράβατ και ισχυρίζεται ότι η τελευταία δεν αναφέρει από ποιον εξουσιοδοτήθηκε και ότι δεν γνωρίζει τα γεγονότα. Επίσης, είναι η θέση της ότι αυτή παρέθεσε ένα νεότερο ενοικιαστήριο και απέκρυψε τα προηγούμενα ενοικιαστήρια για να παραπλανήσει, ενώ δεν παρουσίασε άδεια οικοδομής της οικίας για να δείξει πότε κτίστηκε η οικία.  Τέλος, ως προς τις αναφορές της Ράβατ σε διάφορα σημεία της ένορκης της δήλωσης για την καταγωγή του Αιτητή και ότι αυτός είναι μουσουλμάνος, θεωρεί πως αποτελούν διάκριση, είναι προσβλητικά και παραβιάζουν τα δικαιώματα του τελευταίου.

 

Ας σημειωθεί ότι προς υποστήριξη των όσων ανέφερε, επισυνάπτει ως Παράρτημα ένορκη δήλωση του Αναστάσιου Στάυρου, ο οποίος αναφέρει ότι διαμένει με τους γονείς του από το 1984 σε οικία που βρίσκεται απέναντι από το επίδικο ακίνητο που κατοικεί ο Αιτητής και το οποίο είναι ιδιοκτησίας της Καθ’ ης η αίτηση. Όπως αναφέρει περαιτέρω, τόσο ο ίδιος όσο και οι γονείς του γνωρίζουν ότι η οικία που βρίσκεται απέναντι από τη δική του υπήρχε από το 1984-1985 και η ιδιοκτήτρια την ενοικίαζε σε διάφορους ενδιαφερόμενους. Μάλιστα, το 1986-1987 τοποθετήθηκε εκρηκτικός μηχανισμός στην εν λόγω οικία, όπου διέμενε ο Εκπρόσωπος της Παλαιστίνης στην Κύπρο. Μετά την έκρηξη, ο τελευταίος εγκατέλειψε την οικία και αφού έγινε επιδιόρθωση της, ενοικιάστηκε σε άλλη οικογένεια. Τέλος, αναφέρει ότι ο Αιτητής κατοικεί στη συγκεκριμένη οικία από το 2015-2016 και ότι από τον καιρό που λειτούργησε η κατοικία, είχε παροχή πόσιμου νερού και ρεύματος.

 

Συμπληρωματική ένορκη δήλωση εκ μέρους της Καθ’ ης η αίτηση

Σε συμπληρωματική ένορκη δήλωση που καταχώρισε, η Ράβατ απορρίπτει τη θέση της Ιντζέ περί μη αναφοράς της περί εξουσιοδότησης της και για μη επαρκή γνώση και ενημέρωση της ως προς τα γεγονότα, επαναλαμβάνοντας ουσιαστικά τα όσα σχετικά ανέφερε στην αρχική της ένορκη δήλωση. Επίσης, προβάλλει τη θέση ότι η συμπληρωματική ένορκη δήλωση της τελευταίας δεν πρέπει να γίνει αποδεκτή, καθότι μέσω αυτής επιχειρείται η προσθήκη ισχυρισμών με σκοπό να αρθούν οι συνέπειες των ελλείψεων, παραλείψεων και κενών της αίτησης και των ενόρκων δηλώσεων που τη συνοδεύουν. Περαιτέρω, εγείρει νέους ισχυρισμούς και θέσεις, ενώ τα γεγονότα που επιχειρεί να εισάξει όφειλαν να είναι γνωστά κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης. Περιπλέον, σημειώνει ότι δεν παρατίθεται εύλογος και καλός λόγος για τον οποίο προβαίνει σε ένορκη δήλωση η Ιντζέ και όχι ο Αιτητής, ο οποίος βρίσκεται στη Δημοκρατία.

  

Ως προς τους ισχυρισμούς του Αιτητή ότι είναι θέσμιος ενοικιαστής και τους ισχυρισμούς του Σταύρου, αυτοί απορρίπτονται από τη μάρτυρα. Ειδικότερα, για τους ισχυρισμούς του τελευταίου αναφέρει πως δεν έχει προσκομίσει κανένα έγγραφο που να αποδεικνύει ότι το ακίνητο υφίστατο από το 1984, αλλά ούτε και κάποιο αποδεικτικό για την ισχυριζόμενη έκρηξη τα έτη 1986-1987, παρά την αναφορά του ότι τα γεγονότα έτυχαν ευρείας δημοσιότητας μέσω εφημερίδων ή άλλων μέσων. Επίσης, δεν τεκμηριώνει τους ισχυρισμούς περί δήθεν επιδιόρθωσης της κατοικίας κατά τα πιο πάνω έτη. Σε κάθε περίπτωση, κάνενα από τα στοιχεία που παραθέτει δεν τεκμηριώνει ότι το ακίνητο ήταν ενοικιασμένο ή προσφερόταν προς ενοικίαση πριν την 31/12/1999 και επαναλαμβάνει τους ισχυρισμούς της προηγούμενης δήλωσης της ως προς τη χρήση του ακινήτου. Το γεγονός, δε, ότι το ακίνητο ήταν υδροδοτημένο, δεν τεκμηριώνει ότι η οικία ήταν μισθωμένη ή διαθέσιμη προς ενοικίαση.

 

Επιχειρηματολογία των δύο πλευρών-Γραπτές αγορεύσεις

Οι θέσεις των δύο πλευρών περιλαμβάνονται στις γραπτές αγορεύσεις των συνηγόρων τους, οι οποίες έχουν τύχει ενδελεχούς μελέτης από το Δικαστήριο. Δεν κρίνεται, ωστόσο, σκόπιμο να παρατεθούν στο παρόν στάδιο όσα αναφέρονται στις αγορεύσεις, ενώ θα γίνει αναφορά σε συγκεκριμένα σημεία αυτών κατωτέρω, εφόσον τούτο κριθεί αναγκαίο. 

 

Εξέταση της Αίτησης

Έχοντας μελετήσει την επίδικη αίτηση, την ένσταση και τις σχετικές ένορκες δηλώσεις, σε συνδυασμό με τις αγορεύσεις των συνηγόρων, και αφού στάθμισε το σύνολο του ενώπιον του υλικού, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η αίτηση δεν μπορεί να εγκριθεί. Εξηγώ.

 

1. Αυτό που προκύπτει από τη νομολογία είναι πως το κυρίαρχο στοιχείο στη διακρίβωση της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων είναι η ιδιότητα του ενοικιαστή ή και η φύση της ενοικίασης. Εφόσον ενοικιαστής έχει καταστεί θέσμιος, τότε οποιαδήποτε αξίωση εγείρεται εναντίον του αφού απέκτησε την ιδιότητα του θέσμιου ενοικιαστή, υπάγεται στη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων. Δεν έχει σημασία στο θέμα της δικαιοδοσίας το πότε προέκυψε το αγώγιμο δικαίωμα. Η κατοχή ή η παράδοση της κατοχής του υποστατικού από τον ενοικιαστή στον ιδιοκτήτη, δεν φαίνεται να επηρεάζει το ζήτημα της δικαιοδοσίας (Cedrus Estates Limited ν Πισσαρίδη (1994) 1 ΑΑΔ 590).

 

2. Σύμφωνα με τις πρόνοιες του Ν.23/1983 (στο εξής ο Νόμος), για να υπάγεται μία διαφορά στο Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων πρέπει να τηρούνται οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

 

α) το ακίνητο να υπάγεται στα πλαίσια εφαρμογής του Νόμου, δηλαδή να ευρίσκεται εντός των ορίων ελεγχόμενης περιοχής και να συμπληρώθηκε μέχρι και την 31.12.1999,

β) να υφίσταται ενοικίαση ή άλλη κατοχή του ακίνητου δυνάμει της οποίας δημιουργείται η σχέση ιδιοκτήτη και ενοικιαστή, και

γ) ο ενοικιαστής να είναι θέσμιος και κατ' επέκταση η ενοικίαση να είναι θέσμια.

 

Περαιτέρω, σύμφωνα με τον νόμο, «θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστής ακίνητου o οποίος κατά τη λήξη ή τον τερματισμό της πρώτης ενοικίασης εξακολουθεί να κατέχει το ακίνητο. Ως «πρώτη ενοικίαση» ορίζεται η πρώτη ενοικίαση του ακίνητου από τον εκάστοτε ενοικιαστή και η διάρκεια της καθορίζεται από το ενοικιαστήριο έγγραφο ή την προφορική συμφωνία ή ελλείψει αυτών από τον τρόπο πληρωμής του ενοικίου. (βλ. Νίκος Εγγλέζου και άλλη v. Χάρης Καφαρίδης Εστεητ Λτδ, Πολ. Έφ.295/2018, ημερ.28/3/2024).

 

3.  Με βάση τις ερμηνευτικές διατάξεις του Νόμου:

 

«  «ακίνητο» σημαίνει κτίριο υπό ή προς ενοικίαση για κατοικία ή κατάστημα που βρίσκεται μέσα στα όρια ελεγχόμενης περιοχής και συμπληρώθηκε μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 1999.

 

«ενοικιαστής» σημαίνει παν φυσικόν ή νομικόν πρόσωπον το οποίον συνήθως διαμένει ή έχει την έδραν αυτού εν Κύπρω και το οποίον είναι ενοικιαστής ακινήτου, εν σχέσει προς το οποίον υφίσταται ενοικίασις και περιλαμβάνει-

 

(α) θέσμιον ενοικιαστήν

(β) οιονδήποτε υπενοικιαστήν ή παν έτερον πρόσωπον αποκτών δικαίωμα κατοχής του ακινήτου από τον αρχικόν ενοικιαστήν ή υπενοικιαστήν

(γ) τον επιζώντα σύζυγον όστις, ή τέκνον ενοικιαστού το οποίον, διέμενε ή είχε την κύρια απασχόλησή του στο ενοικιαζόμενο υποστατικό μετ’ αυτού κατά τον χρόνον του θανάτου του ή εφοίτα τακτικώς εν τη αλλοδαπή ή εργαζόταν προσωρινώς εν τη αλλοδαπή κατά τον χρόνον του θανάτου του ενοικιαστού ή, εν περιπτώσει ενοικιάσεως κατοικίας, οσάκις ο ενοικιαστής δεν εγκαταλείπη σύζυγον ή ο ενοικιαστής είναι γυνή, τοιούτο μέλος της οικογενείας του ενοικιαστού το οποίον διέμενε μετ’ αυτού διά περίοδον ουχί μικροτέραν των εξ μηνών αμέσως προ του θανάτου του ενοικιαστού

(δ) την εν διαστάσει λόγω εγκαταλείψεως της συζυγικής εστίας από τον σύζυγον της ενοικιαστήν σύζυγον αυτού ως και τα τέκνα αυτών

(ε) την Κυβέρνησιν της Κυπριακής Δημοκρατίας και οιονδήποτε νομικόν πρόσωπον δημοσίου δικαίου,

 

αλλά δεν περιλαμβάνει μη πολίτην της Δημοκρατίας, εξαιρουμένου του συζύγου ή της συζύγου πολίτου της Δημοκρατίας, ή νομικόν πρόσωπον ελεγχόμενον υπό αλλοδαπών.

 

«θέσμιος ενοικιαστής» σημαίνει ενοικιαστήν ακινήτου ο οποίος κατά την λήξιν ή τον τερματισμόν της πρώτης ενοικιάσεως, εξακολουθεί να κατέχη το ακίνητον και περιλαμβάνει πάντα θέσμιον ενοικιαστήν προ της ημερομηνίας ενάρξεως της ισχύος του παρόντος Νόμου.»

 

4.  Στο σημείο αυτό αναφέρω ότι ως προς την έννοια του όρου ακίνητο, είναι ορθή βεβαίως η θέση της Καθ’ ης η αίτηση ότι για να έχει δικαιοδοσία το Δικαστήριο Ελέγχου Ενοικιάσεων, πρέπει να προσκομίζεται μαρτυρία όχι μόνο ότι το ακίνητο βρίσκεται σε ελεγχόμενη περιοχή και συμπληρώθηκε μέχρι 31/12/1999, αλλά και ότι προσφερόταν προς ενοικιάση ή ήταν ενοικιασμένο κατά την κρίσιμη περίοδο (βλ. Φυσεντζίδη v. K & S Snooker & Pool Entertainment, Πολ. Έφ.30/2019, ημερ. 1/6/2020).

 

5.  Είναι σαφές από τα όσα αναφέρθηκαν ανωτέρω, ότι στην προκειμένη περίπτωση οι δύο πλευρές δεν έχουν συμφωνήσει κάποιο κοινό παραδεκτό μαρτυρικό υπόβαθρο που να επιτρέπει στο Δικαστήριο πάνω σε ασφαλή βάση δεδομένων να προβεί σε αξιολόγηση και να καταλήξει στο ζητούμενο.  Περαιτέρω, όπως προκύπτει από τη μελέτη των θέσεων που παρέθεσαν υπάρχει διαφωνία για διάφορα ζητήματα. Τέτοιο ζήτημα αφορά ακριβώς το κατά πόσο το επίδικο ακίνητο εμπίπτει στην έννοια του όρου ακίνητο με βάση το Νόμο και συγκεκριμένα αν κατά την 31/12/1999 ήταν ενοικιασμένο ή διατίθετο προς ενοικίαση.

 

Όσον αφορά το ζήτημα αυτό η πλευρά του Αιτητή προβάλλει τη θέση ότι το ακίνητο κτίστηκε και ενοικιαζόταν πριν την 31/12/1999. Προς τούτο η Ιντζέ παραπέμπει σε καταστάσεις που καταδεικνύουν ότι το ακίνητο είχε ηλεκτροδοτηθεί και υδροδοτηθεί πριν το 1999, καθώς επίσης στα όσα αναφέρει ο Σταύρου. Από την άλλη, η Καθ’ ης η αίτηση τόσο στην έκθεση απαίτησης όσο και μέσω της Ράβατ στις σχετικές ένορκες δηλωσεις που καταχώρισε η τελευταία εκ μέρους της, αναφέρει μεταξύ άλλων ότι το ακίνητο δεν ενοικιάζετο ούτε ήταν διαθέσιμο προς ενοικίαση κατά τον πιο πάνω χρόνο. Όπως αναφέρει η Ράβατ, το ακίνητο πριν και κατά την περίοδο 1999-2000 τελούσε υπό χρήση από την Καθ’ ης η αίτηση και την οικογένεια της και τούτο μέχρι το 2006, οπότε και ενοικιάστηκε. Επίσης, είναι σαφές από όσα αναφέρονται από την τελευταία, ότι οι θέσεις του Σταύρου απορρίπτονται στο σύνολο τους.

 

Έχοντας υπόψη τις θέσεις που προβάλλονται εκατέρωθεν και τη διαφωνία που υφίσταται μεταξύ των μερών ως προς το συγκεκριμένο ζήτημα, το οποίο όπως γίνεται αντιληπτό είναι ουσιώδες για να μπορέσει το Δικαστήριο να δώσει απάντηση στο ερώτημα αν το ακίνητο εμπίπτει στην έννοια του Νόμου και κατ’ επέκταση αν υπάρχει δικαιοδοσία του Δικαστηρίου Ελέγχου Ενοικιάσεων, κρίνεται ότι δεν μπορεί να αποφασιστεί στο πλαίσιο της παρούσας και ότι θα πρέπει να ακουστεί μαρτυρία σε σχέση με αυτό προκειμένου το Δικαστήριο να μπορέσει να αξιολογήσει τις εκατέρωθεν εκδοχές και να καταλήξει σε ανάλογα ευρήματα. Το Δικαστήριο δεν θα μπορούσε βεβαίως να αποφασίσει στο πλαίσιο της παρούσας επί αμφισβητούμενων γεγονότων, αλλά ούτε και να επιλέξει κάποια εκ των δύο εκδοχών. Πολύ περισσότερο, δεν θα μπορούσε να προβεί σε εικασίες.

 

Σε κάθε περίπτωση και για όποια σημασία έχει τούτο, σημειώνω εδώ ότι τα όσα παραθέτει ο Σταύρου στην ένορκη του δήλωση, χωρίς παράθεση άλλων λεπτομερειών ή αποδεικτικών στοιχείων, δεν μπορούν να οδηγήσουν άνευ ετέρου στο παρόν στάδιο σε ασφαλές συμπέρασμα ότι το ακίνητο ενοικιαζόταν κατά το χρόνο που ισχυρίζεται, υπό το φως μάλιστα και της έντονης αμφισβήτησης των θέσεων του από την Καθ’ ης η αίτηση, η οποία προβάλλει προς απάντηση πολύ συγκεκριμένους ισχυρισμούς. Είναι για τούτο που η όποια απόφανση του Δικαστηρίου επί του θέματος, θα πρέπει να προέλθει μέσω της αξιολόγησης της μαρτυρίας που θα προσκομιστεί στο πλαίσιο κανονικής δίκης.

 

6.  Ως προς το έτερο ζήτημα που τίθεται από την Καθ’ ης η αίτηση και συγκεκριμένα ότι ο Αιτητής ως αλλοδαπός δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου ενοικιαστής, αναφέρονται τα εξής. Κατ’ αρχάς, με κάθε σεβασμό, δεν μπορώ να μην σχολιάσω την υπερβολή που παρατηρείται στην αναφορά της Ιντζέ περί διάκρισης και προσβλητικών σχολιών για τον Αιτητή από την Ράβατ, ως εκ των αναφορών της τελευταίας για την καταγωγή και τη θρησκεία του Αιτητή. Επί του θέματος δεν χρειάζεται να λεχθούν πολλά. Ο ίδιος ο Νόμος, όπως εμφαίνεται από την παράθεση της έννοιας ενοικιαστής ανωτέρω, εξαιρεί πρόσωπα που δεν είναι πολίτες της Δημοκρατίας. Με αυτό υπόψη, μια εκ των θέσεων της Καθ’ ης η αίτηση στην έκθεση απαίτησης της είναι ότι ο Αιτητής δεν εμπίπτει στην έννοια του όρου ενοικιαστής, αφού ο τελευταίος είναι συριακής καταγωγής και δεν είναι πολίτης της Δημοκρατίας. Επίσης, η Ράβατ, πέραν τούτου, αναφέρει ότι ο γάμος του με την Εναγόμενη 1 έχει λυθεί με απόφαση του Οικογενειακού Δικαστηρίου στις 2/6/2025 (βλ. Τεκμήρια 7 και 8 στην ένσταση).  Συνεπώς, δεν μπορεί να επικρίνεται η ενόρκως δηλούσα στην ένσταση επειδή παραθέτει ισχυρισμούς προς υποστήριξη της εν λόγω θέσης που προωθεί η Καθ’ ης η αίτηση και μάλιστα με την απόδοση σοβαρών κατηγοριών περί φυλετικής διάκρισης, προσβλητικών σχολίων κλπ, τα οποία δυστυχώς επαναλαμβάνονται και στην αγόρευση του συνήγορου του Αιτητή. Οι συγκεκριμένες αναφορές κρίνονται αδικαιολόγητες, δεδομένου ότι τα σχετικά στοιχεία προβάλλονται προς θεμελίωση νομικής θέσης που απορρέει ευθέως από το κείμενο του Νόμου. Επί τούτου, μένω ως εδώ.

 

Ως προς την ουσία της θέσης που προβάλλεται παρατηρείται επίσης διάσταση στις θέσεις των μερών. Ο Αιτητής, με παραπομπή στην έννοια του όρου ενοκιαστής στο Νόμο, προβάλλει τη θέση μέσω των συνηγόρων του ότι καλύπτεται από τις σχετικές πρόνοιες, καθότι μέχρι τις 2/6/2025 ήταν σύζυγος της Εναγόμενης 1, η οποία είναι κύπρια πολίτης. Σημειώνεται συναφώς ότι κατά τον χρόνο τερματισμού της ενοικίασης με την επιστολή ημερομηνίας 19/3/2025, ο Αιτητής εξακολουθούσε να έχει την ιδιότητα του συζύγου κύπριας πολίτη.

 

Ως προς τη θέση της Καθ’ ης η αίτηση, έχει ήδη γίνει αναφορά ανωτέρω. Η σχετική νομολογία και ειδικότερα η υπόθεση Vamasia Estates v. Singer Sewing Machines (1985) 1 C.L.R. 707, η οποία μνηνομονεύεται στην Λάρκος v. Γενικού Εισαγγελέα (1995) 1 ΑΑΔ 510, καθώς και η Διογένης Χριστοφόρου Λτδ ν. Mikaela (2012) 1Β Α.Α.Δ 1196[1], καταδεικνύουν ότι το ζήτημα δεν είναι νομικά αυτονόητο, υπό την έννοια ότι η απώλεια της ιδιότητας του συζύγου κύπριας πολίτη δυνατόν να επηρεάζει τη συνέχιση της κάλυψης του προσώπου από τον Νόμο.

 

Σε κάθε περίπτωση, επειδή από τα πιο πάνω προκύπτει ότι το Δικαστήριο δεν μπορεί στο παρόν στάδιο να καταλήξει με την αναγκαία ασφάλεια ότι ο Αιτητής εμπίπτει στην έννοια του όρου ενοικιαστής με βάση το Νόμο και η υπαγωγή του στον ορισμό του ενοικιαστή παραμένει επίδικη και νομικά αμφισβητήσιμη, θεωρώ πως δεν υπάρχει άλλη επιλογή παρά να αφεθεί το ζήτημα, όπως και το προηγούμενο που απασχόλησε, να αποφασιστεί στο πλαίσιο της κυρίως δίκης, όταν το Δικαστήριο θα έχει σφαιρική εικόνα της μαρτυρίας και θα μπορεί να βασιστεί με τη δέουσα ασφάλεια επί των ευρημάτων που θα προκύψουν κατόπιν της αξιολόγησης της μαρτυρίας.

Υπό το φως των ανωτέρω, είναι σαφές ότι το αποτέλεσμα της παρούσας έχει κριθεί και η αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί.

 

Πριν αφήσω την απόφαση μου, σημειώνω ότι δεν διέλαθαν την προσοχή του Δικαστηρίου οι παρατυπίες στην αίτηση και στις ένορκες δηλώσεις που επισημαίνουν οι συνήγοροι της Καθ’ ης η αίτηση, ούτε οι συναφείς λόγοι ένστασης. Εξ αυτών προκύπτει πράγματι συζητήσιμο ζήτημα. Υπό τις περιστάσεις όμως δεν χρειάζεται να με απασχολήσουν. Διότι εάν στο απόγειο της η αίτηση, με όλους τους ισχυρισμούς που τίθενται μέσω αυτής στη διάθεση του Αιτητή, δεν μπορεί να επιτυχεί για τους λόγους που επεξηγήθηκαν, η συζήτηση για παρατυπίες θα ήταν  ακαδημαική.  

 

Κατάληξη

Ως εκ των ανωτέρω, η αίτηση απορρίπτεται.

 

Τα έξοδα της αίτησης επιδικάζονται προς όφελος της Καθ’ ης η Αίτηση / Ενάγουσας και σε βάρος του Αιτητή / Εναγόμενου 2.

 

Ως προς το ύψος των εξόδων, σημειώνω κατ’ αρχάς ότι η πλευρά της Καθ’ ης η αίτηση καταχώρισε προτεινόμενο κατάλογο εξόδων, ενώ η πλευρά του Αιτητή όχι. Λαμβάνοντας υπόψη τον προτεινόμενο κατάλογο, τους πίνακες δικηγορικής αμοιβής, την κλίμακα της αγωγής καθώς και τη φύση και την πορεία της αίτησης, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €3000.- πλέον ΦΠΑ, πλέον €54 πραγματικά έξοδα.

 

 

                                                                  (Υπ.) ………………………………….

                                                                                   Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Σημειώνω ότι σχετική είναι και η απόφαση στη αγωγή 1215/22, Ε. Δ.Λεμεσού, Νεοφύτου v. Rezaei, ημερομηνίας 13/6/2023.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο