Μύρων Μιχαήλ Νικολάτος κ.α. ν. Ali Murat Ersoy κ.α., Αγωγή αρ.: 1/2025, 30/4/2026
print
Τίτλος:
Μύρων Μιχαήλ Νικολάτος κ.α. ν. Ali Murat Ersoy κ.α., Αγωγή αρ.: 1/2025, 30/4/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ

Ενώπιον: Ν. Ταλαρίδου-Koντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

Αγωγή αρ.: 1/2025 (i-justice)

Μεταξύ:

 

1.    Μύρων Μιχαήλ Νικολάτος εκ Λεμεσού

2.    Μιράντα Τάνου εκ Λευκωσίας

3.    Άλκης Οικονομίδης εκ Λευκωσίας

4.    Αντωνάκης Οικονομίδης εκ Λευκωσίας

                                                                                                                                Εναγόντων

αι-

 

1.    Ali Murat Ersoy εκ Κερύνειας

2.    Mahmut Bozkurt εκ Κερύνειας

3.    Zeynel Bozkurt εκ Κερύνειας

Εναγομένων

----------------

Ημερομηνία: 30 Απριλίου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για εναγόμενο 3/αιτητή: κ. Tariκ Kadri και κ. Ν. Α. Θεοδώρου για Nicholas A. Theodorou & Co LLC

Για ενάγοντες/καθ’ ων η αίτηση: κ. Α. Δημητριάδης με κα Π. Ευαγόρου και κα Μ. Τσαγγαρίδου για Λέλλος Π. Δημητριάδης Δ.Ε.Π.Ε.

-------------------

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ  ΑΠΟΦΑΣΗ

(Αίτηση ημερομηνίας 19.9.2025)

 

Σύμφωνα με την απαίτηση των εναγόντων είναι ιδιοκτήτες με μερίδιο ¼ ο καθένας σε τέσσερα ακίνητα που βρίσκονται στον Άγιο Επίκτητο της Κερύνειας. Ισχυρίζονται ότι εξαιτίας της Τουρκικής εισβολής το 1974 έκτοτε στερούνται την κατοχή, χρήση, και απόλαυση των ακινήτων τους.  Ως είναι οι δικογραφημένοι ισχυρισμοί τα ακίνητα τελούν υπό την παράνομη κατοχή εταιρείας καλούμενης  Mersoy Otelicilik Isletmeten και μέτοχοι της εν λόγω εταιρείας είναι οι τρεις εναγόμενοι. Η εταιρεία λειτουργεί τουριστικό κατάλυμα με την ονομασία  “Elexus Hotel Resort SPA”.  Αξιώνουν το ποσό των €1.759.831 πλέον τόκο για παράνομη επέμβαση, σφετερισμό και απώλεια χρήσης του ακινήτου τους  για την περίοδο μεταξύ 1.1.2014 μέχρι 31.12.2024 αναφορικά με το ακίνητο αριθμό εγγραφής 0/χχ66. Για την ίδια περίοδο και για τους ίδιους λόγους αξιώνουν αποζημιώσεις για το ποσό των €1.759.831 πλέον τόκο για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/χχ67. Για την ίδια περίοδο και για τους ίδιους λόγους αξιώνουν αποζημιώσεις για το ποσό των €931.921 πλέον τόκο για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/χχ68. Για την ίδια περίοδο και για τους ίδιους λόγους αξιώνουν αποζημιώσεις για το ποσό των €1.171.784 πλέον τόκο για το ακίνητο με αριθμό εγγραφής 0/χχ83.  Επιπρόσθετα, ζητούν την έκδοση διατάγματος για την ελεύθερη κατοχή των εν λόγω ακινήτων.

 

Ο εναγόμενος 3 έχει καταχωρήσει αίτηση στα πλαίσια της αγωγής και ζητεί τις ακόλουθες θεραπείες:

 

“Α.    Απόφαση και/ή Διάταγμα ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας που συνεδριάζει στην Λευκωσία δεν έχει δικαιοδοσία να εκδικάσει την απαίτηση των εναγόντων, και/ή

Β.     Συνοπτική απόφαση εναντίον των εναγόντων, επί του συνόλου της απαίτησης τους και/ή απόρριψη της αγωγής, σύμφωνα με το Μέρος 24 των Κανονισμών Πολιτικής Δικονομίας του 2023, και/ή

Γ.      Διάταγμα ακύρωσης του διατάγματος επίδοσης ημερομηνίας 12.06.2025 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Κερύνειας που συνεδριάζει στη Λευκωσία, και/ή

Δ.     Διάταγμα ακύρωσης της επίδοσης στους Εναγομένους του Εντύπου Απαίτησης και της Έκθεσης Απαίτησης, ημερομηνίας 08.07.2025, και/ή.”

 

Η αίτηση στηρίζεται στους κανονισμούς της Πολιτικής Δικονομίας μέρη 12, 30, 22, 23.1, 24, 25 και 323 καθώς και τα άρθρα 21 και 22 του Νόμου 14/60.

 

Οι θέσεις των μερών

 

Η αίτηση στηρίζεται σε ένορκη δήλωση που έχει συντάξει ο δικηγόρος των εναγόμενων. Γνωρίζει τα γεγονότα  υπό την ιδιότητα του ως ένας εκ των δικηγόρων των εναγόμενων. Ο εναγόμενος 2 έχει αποβιώσει το 2021. Ο εναγόμενος 3 είναι μέτοχος της, πιο πάνω, εταιρείας που είναι εγγεγραμμένη στον έφορο εταιρειών που λειτουργεί στις περιοχές της Κύπρου που τελούν εκτός του ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Η αξίωση των εναγόντων είναι για παράνομη επέμβαση και/ή απώλεια χρήσης για ακίνητη ιδιοκτησία που τελεί εκτός του ελέγχου της Κυπριακής Δημοκρατίας. Το παρόν Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εκδικάσει την εν λόγω αγωγή. Η αρμοδιότητα εξέτασης τέτοιων αιτημάτων την έχει η ‘Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας’.

 

Όπως είναι γνωστό, εξαιτίας των γεγονότων του 1974, στην Κύπρο δημιουργήθηκε και εξακολουθεί να υφίσταται «έκρυθμη κατάσταση»[1], με την «πράσινη γραμμή» να διαχωρίζει το νησί στα δύο. Οι Ελληνοκύπριοι που διέμεναν στο βόρειο τμήμα της Κύπρου εξαναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν τις περιουσίες τους και να εγκατασταθούν στο νότιο τμήμα, ενώ αντίστοιχα, οι Τουρκοκύπριοι που διέμεναν σε περιοχές υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας υποχρεώθηκαν να μετεγκατασταθούν στο βόρειο τμήμα.

 

Έκτοτε, η Κυπριακή Δημοκρατία δεν ασκεί αποτελεσματικό (de facto) έλεγχο επί του βόρειου τμήματος του νησιού. Στην περιοχή αυτή λειτουργεί τουρκοκυπριακή διοίκηση, η οποία ασκεί πραγματική, de facto, εξουσία σε αυτό το τμήμα του νησιού.

 

Η Κυπριακή Δημοκρατία, στις περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της, προέβη, βάσει του δικαίου της ανάγκης, σε προσωρινές νομικές ρυθμίσεις με σκοπό τη διατήρηση της δημόσιας τάξης και την κάλυψη των αναγκών που προέκυψαν από την αδυναμία πρόσβασης στις βόρειες περιοχές. Αντιστοίχως, η διοίκηση που λειτουργεί στο βόρειο τμήμα του νησιού έλαβε αντίστοιχα μέτρα, με στόχο τη διασφάλιση της δημόσιας τάξης στις περιοχές αυτές.

 

Ειδικότερα, προκειμένου να καλυφθούν οι άμεσες στεγαστικές και κοινωνικές ανάγκες των Ελληνοκυπρίων που εκτοπίστηκαν στις νότιες περιοχές, η Κυπριακή Δημοκρατία παραχώρησε σε αυτούς την κατοχή ακινήτων που ανήκουν σε Τουρκοκυπρίους οι οποίοι είχαν μετακινηθεί στις βόρειες περιοχές. Αντιστοίχως, η διοίκηση που λειτουργεί στο βόρειο τμήμα του νησιού παραχώρησε σε Τουρκοκύπριους την κατοχή ακινήτων των Ελληνοκυπρίων που εγκατέλειψαν τις βόρειες περιοχές, προκειμένου να καλυφθούν οι ανάγκες τους. Τόσο η Κυπριακή Δημοκρατία όσο και η de facto διοίκηση στο βόρειο τμήμα ενήργησαν κατ’ ανάγκην, μέσω προσωρινών μέτρων, στο πλαίσιο του δικαίου της ανάγκης και της διατήρησης της δημόσιας τάξης, με σκοπό την αντιμετώπιση των εξαιρετικών κοινωνικών και ανθρωπιστικών συνθηκών που είχαν δημιουργηθεί.

 

Ως αποτέλεσμα της συνεχιζόμενης «έκρυθμης κατάστασης», καθώς και των ρυθμίσεων που υιοθετήθηκαν τόσο από την Κυπριακή Δημοκρατία όσο και από τη de facto διοίκηση στο βόρειο τμήμα της Κύπρου, τα δικαιώματα των πολιτών αναφορικά με την κατοχή, την πρόσβαση και τη δυνατότητα διεκδίκησης αποζημίωσης λόγω απώλειας χρήσης των ακινήτων τους έχουν περιοριστεί και ρυθμίζονται μέσω ειδικών νομοθετικών μέτρων που θεσπίστηκαν από την Κυπριακή Δημοκρατία και από την διοίκηση που ασκεί έλεγχο στο βόρειο τμήμα της Κύπρου. 

 

Θεσπίστηκαν ειδικές νομοθετικές ρυθμίσεις με σκοπό, αφενός τη διαχείριση των εν λόγω περιουσιών και, αφετέρου, την παροχή ένδικων θεραπειών στους ιδιοκτήτες, προς διασφάλιση της συμμόρφωσης με τις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών καθώς και τα Πρωτόκολλά της.

 

Στις περιοχές που βρίσκονται υπό τον έλεγχο της Κυπριακής Δημοκρατίας, η εφαρμογή του περί Τουρκοκυπριακών Περιουσιών (Διαχείριση και Άλλα Θέματα) (Προσωρινές Διατάξεις) Νόμου του 1991 (Ν. 139/1991) έχει ως πρακτικό αποτέλεσμα τον ουσιαστικό περιορισμό των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας των Τουρκοκυπρίων, αναφορικά με την κατοχή, χρήση, εκμετάλλευση και πώληση των ακινήτων τους. Τουρκοκύπριος που μετεγκαταστάθηκε εξαιτίας των γεγονότων του 1974 δεν απολαμβάνει πλέον τα δικαιώματα που απορρέουν από την ιδιότητά του ως ιδιοκτήτη ακινήτου. Έχει, εντούτοις, τη δυνατότητα να υποβάλει αίτημα προς τον Υπουργό Εσωτερικών, επικαλούμενος παραβίαση δικαιωμάτων του τα οποία κατοχυρώνονται από την Ευρωπαϊκή Σύμβαση για την Προάσπιση των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και των Θεμελιωδών Ελευθεριών και τα Πρωτόκολλα της, που έχουν κυρωθεί από τη Δημοκρατία. Σε περίπτωση απόρριψης του αιτήματός του, δύναται να προσφύγει ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου με αγωγή κατά της Δημοκρατίας και του Κηδεμόνα Τουρκοκυπριακών Περιουσιών, προβάλλοντας την εν λόγω παραβίαση και αξιώνοντας τις θεραπείες που προβλέπει ο Νόμος.

 

Παρομοίως, στις περιοχές που τελούν υπό την Τουρκοκυπριακή διοίκηση, με  βάση τον «Νόμο 67/2005»[2], συστάθηκε και λειτουργεί η «Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας» (Immovable Property Commission). Η θέσπιση της εν λόγω Επιτροπής αποτέλεσε απάντηση στην απόφαση του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων («ΕΔΑΔ») στην υπόθεση Xenides-Arestis v. Turkey (Application no. 46347/99, 22 Δεκεμβρίου 2005), με την οποία επιβλήθηκε στην Τουρκία η υποχρέωση να καθιερώσει αποτελεσματικό ένδικο μέσο που να παρέχει πραγματική και ουσιαστική επανόρθωση για τις παραβιάσεις των δικαιωμάτων ιδιοκτησίας στο βόρειο τμήμα της Κύπρου.

 

Σύμφωνα με τον Νόμο 67/2005, η αρμοδιότητα εξέτασης αιτημάτων που αφορούν ακίνητες περιουσίες στο βόρειο τμήμα της Κύπρου ανατέθηκε στην «Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας». Σε περίπτωση που ο ιδιοκτήτης δικαιούται επιστροφή ή αποζημίωση, οι σχετικές αποφάσεις εκτελούνται από τη διοίκηση στη βόρεια περιοχή της  Κύπρο.

 

Το ΕΔΑΔ έχει αναγνωρίσει ότι, όσο επικρατεί η «έκρυθμη κατάσταση», η εξουσία της «Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας» να εξετάζει αιτήσεις για ακίνητη περιουσία συνιστά αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Η Επιτροπή διαθέτει ευρείες εξουσίες για την επίλυση αξιώσεων ιδιοκτησίας, περιλαμβανομένης της επαναφοράς κυριότητας, της ανταλλαγής με άλλη περιουσία ή της καταβολής οικονομικής αποζημίωσης, τόσο για απώλεια χρήσης όσο και για ηθική βλάβη.

 

Επίσης, όπως επιβεβαιώθηκε στην απόφαση του ΕΔΑΔ στην Demopoulos and Others v. Turkey (Application no. 46113/99, 3843/02, 13751/02, 13466/03, 10200/04, 14163/04, 19993/04 & 21819/04, 01 Μαρτίου 2010), η Επιτροπή λειτουργεί εντός των θεσμικών πλαισίων της de facto τουρκοκυπριακής διοίκησης και παρέχει πραγματική και ουσιαστική θεραπεία.

 

Το ΕΔΑΔ έχει αναγνωρίσει ότι όσο επικρατεί η έκρυθμη κατάσταση η εξουσία της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας να εξετάζει αιτήσεις για ακίνητη  περιουσία συνιστά αποτελεσματικό ένδικο μέσο. Διαθέτει ευρείες εξουσίες για την επίλυση αξιώσεων ιδιοκτησίας  περιλαμβανομένης της επαναφοράς κυριότητας της ανταλλαγής και λειτουργεί εντός θεσμικών πλαισίων de facto Τουρκοκυπριακής διοίκησης. Στις αποφάσεις του ΕΔΑΔ καταγράφεται ότι το διεθνές δίκαιο αναγνωρίζει τη νομιμότητα ορισμένων ρυθμίσεων και συναλλαγών που είναι αναγκαίες για την καθημερινή ζωή και προστασία των δικαιωμάτων  των πολιτών  υπό τέτοιες συνθήκες. Στην υπόθεση Demopoulos v. Turkey το ΕΔΑΔ είχε αποφανθεί ότιThe Courts ultimate supervisory jurisdiction remains in respect of any complaints lodged by applicants who in conformity with the principle of subsidiarity have exhausted available avenues of redress’Είναι θέση τους ότι η επίτευξη ένδικων θεραπειών ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου της Δημοκρατίας για ακίνητη ιδιοκτησία που εμπίπτει στο βόρειο μέρος της Κύπρου πριν από την ολοκλήρωση της διαδικασίας της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας είναι αντίθετη με την νομολογία του ΕΔΑΔ.

 

Τίθεται ζήτημα κατάχρησης διαδικασίας επειδή οι ενάγοντες έχουν καταχωρήσει την αίτηση αριθμό 419/2012 ενώπιον της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας που ακόμη εκκρεμεί. Οι ενάγοντες με την καταχώρηση της εν λόγω αίτησης δήλωσαν ότι θα αποποιηθούν από τα ιδιοκτησιακά τους δικαιώματα  επί των επίδικων ακινήτων. Εχουν αποποιηθεί της δυνατότητας να εγείρουν αγωγή για παραβίαση ιδοκτησιακών δικαιωμάτων. Η προσφυγή σε εναλλακτικούς τρόπους επίλυσης διαφορών εξυπηρετεί τον κύριο σκοπό της απονομής δικαιοσύνης.

 

Η επικρατούσα “έκρυθμη κατάσταση” είναι αποτέλεσμα ενός διεθνούς προβλήματος, στο οποίο εμπλέκονται η Κυπριακή Δημοκρατία και η Τουρκία. Δεν πρόκειται για ζήτημα που προκύπτει από τη δράση πολιτών οι οποίοι ενεργούν νομότυπα σύμφωνα με τους νόμους και κανονισμούς της διοίκησης στην περιοχή που διαμένουν.  Η υιοθέτηση αντίθετης θέσης θα ισοδυναμούσε με την επιβολή ευθύνης σε Τουρκοκύπριους που κατέχουν περιουσία Ελληνοκυπρίων στις βόρειες περιοχές, ενώ το αντίστοιχο δεν θα ισχύει για Ελληνοκύπριους που κατέχουν περιουσίες Τουρκοκυπρίων στις περιοχές που ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία. Αυτό θα δημιουργούσε άνιση μεταχείριση μεταξύ των κοινοτήτων.

 

Τυχόν αξιώσεις για αποζημίωση λόγω παραβίασης δικαιωμάτων ιδιοκτησίας θα πρέπει να απευθύνονται στα κράτη ή στις διοικήσεις που είναι υπεύθυνες για την εμφάνιση ή τη συνέχιση της “έκρυθμης κατάστασης” και όχι κατά προσώπων που κατέχουν, χρησιμοποιούν ή εκμεταλλεύονται την περιουσία σύμφωνα με νόμο, κανονισμό ή άλλη πράξη της αρμόδιας διοίκησης στην περιοχή όπου διαμένουν.

 

Η Τουρκία ασκεί πραγματικό de facto έλεγχο στο βόρειο τμήμα της Κύπρου και αυτή φέρει την αποκλειστική ευθύνη για τις παραβιάσεις των ανθρωπίνων δικαιωμάτων στις βόρειες περιοχές, καθώς και για τις αξιώσεις των εναγόντων που πηγάζουν από αυτές. Το γεγονός ότι η Τουρκία, ως κράτος, ασκεί τέτοιον έλεγχο αναδείχθηκε στην υπόθεση Loizidou v. Turkey (Application no. 15318/89, 18 Δεκεμβρίου 1996) και επιβεβαιώθηκε περαιτέρω στην υπόθεση Demopoulos and Others v. Turkey.

 

Δεν είναι οι πράξεις των σημερινών κατόχων ακίνητης ιδιοκτησίας στις βόρειες περιοχές της Κύπρου που στερούν τους Ελληνοκύπριους ιδιοκτήτες από την κατοχή των περιουσιών τους. Ακόμη και αν οι περιουσίες αυτές δεν κατέχονταν από αυτά τα πρόσωπα, οι ιδιοκτήτες δεν θα είχαν κατοχή ούτε ελεύθερη πρόσβαση στις περιούσιας αυτές, λόγω της υφιστάμενης “έκρυθμης κατάστασης”.

 

Σύμφωνα με την αρχή της κρατικής ασυλίας ένα κράτος προστατεύεται από το να ενάγεται σε δικαστικές διαδικασίες άλλου κράτους σε αστικές ή ποινικές διαδικασίες χωρίς ρητή συγκατάθεση του κράτους.  Περαιτέρω σύμφωνα με την αρχή audi alteram partem δεν μπορεί να διεξαχθεί δίκη σε υπόθεση χωρίς διάδικο και οι ενάγοντες στην αίτηση τους αναφέρουν ότι απώλεσαν την περιουσία της από το 1974 συνέπεια της Τουρκικής εισβολής.  Αναπόφευκτα το Δικαστήριο καλείται να αξιολογήσει την νομιμότητα της Δημοκρατίας της Τουρκίας.  Ξένα κράτη δεν δύναται να δικαστούν ενώπιον τοπικών Δικαστηρίων.

 

Η Κυπριακή Δημοκρατία είναι συμβαλλόμενο μέρος της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την Ασυλία των Κρατών (ETS 74, 1972). Η εν λόγω Σύμβαση, καθώς και η Σύμβαση των Ηνωμένων Εθνών για τις Δικαιοδοτικές Ασυλίες των Κρατών και της Περιουσίας τους (2004), καθιερώνουν ρητά ότι οι πράξεις ξένων κρατών δεν μπορούν να υπάγονται σε δίκη ενώπιον τοπικών δικαστηρίων, και ότι τα συμβαλλόμενα κράτη έχουν αποδεχθεί αυτήν την αρχή. Ως εκ τούτου, οι ισχυρισμοί των εναγόντων προσκρούουν στην αρχή της κρατικής ασυλίας.

 

Επιπρόσθετα, η απαίτηση θα πρέπει να απορριφθεί από αυτό το στάδιο επειδή τα επίδικα ακίνητα κατέχονται από εταιρεία. Σύμφωνα με βασικές αρχές εταιρικού δικαίου οι προσωπικότητες των νομικών προσώπων και των μετόχων τους είναι ξεχωριστές και ανεξάρτητες μεταξύ τους. Το γεγονός ότι ο εναγόμενος 3 κατέχει μόνο μετοχές δεν έχει ως αποτέλεσμα ο εναγόμενος να κατέχει τα εν λόγω ακίνητα. Οι ενάγοντες δεν έρχονται στο Δικαστήριο με καθαρά χέρια διότι δεν γνωστοποίησαν στο Δικαστήριο ότι καταχώρησαν και αίτηση ενώπιον της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας.

 

Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απώλεσαν την κατοχή των επίδικων ακίνητων μετά τα γεγονότα του 1974, αλλά δεν προέβησαν σε καμία νομική ενέργεια για περίπου 50 χρόνια, αμελώντας να λάβουν οποιαδήποτε μέτρα. Προκύπτει ότι οι ενάγοντες επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην άσκηση των δικαιωμάτων τους. Σύμφωνα με την αρχή «Laches», ένα άτομο που καθυστέρησε αδικαιολόγητα να διεκδικήσει το δικαίωμά του δεν μπορεί πλέον να το διεκδικήσει. Όπως ορίζει το maxim «Equity aids the vigilant, not those who sleep on their rights», θεραπεία δεν παρέχεται σε πρόσωπο πως καθυστέρησε αδικαιολόγητα στην άσκηση δικαιώματος.

 

Δεν δύνανται οι ενάγοντες να διεκδικήσουν αυτά τα δικαιώματα μέσω δικαστικής διαδικασίας μετά από περίπου 50 χρόνια, κατά τα οποία δεν τα άσκησαν. Επιπλέον, λαμβάνοντας υπόψη ότι οι ενάγοντες έχουν υποβάλει αίτηση στην Επιτροπή Ακίνητης Περιουσίας και ότι επέδειξαν αδικαιολόγητη καθυστέρηση στην καταχώρηση της παρούσας αγωγής, οι ενέργειες τους αυτές αντίκεινται στις βασικές αρχές της επιείκειας (equity) και της δικαιοσύνης.

 

Η πρόσφατη αύξηση των ποινών που προβλέπονται στον Ποινικό Κώδικα Κεφ. 154 για τις ισχυριζόμενες πράξεις στην αγωγή δημιουργεί φόβο στους εναγόμενους.

 

Οι ενάγοντες-καθ’ ων η αίτηση έχουν καταχωρήσει ένσταση στην αίτηση με τους ακόλουθους λόγους ένστασης:

 

“(Α)  Η Αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη.

 

(Β)  Δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους 24 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 και/ή οι αρχές της νομολογίας για έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των Εναγόντων.

 

(Γ)  Η Αιτήτρια - Εναγόμενη 3 δεν απέσεισε το βάρος απόδειξης που είχε για να αποδείξει ότι οι Καθ’ων η Αίτηση - Ενάγοντες δεν έχουν προοπτική επιτυχίας της Απαίτησης και ότι δεν υπάρχει επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση πρέπει να αποφασιστεί σε δίκη.

 

(Δ)  Οι Καθ’ ων η Αίτηση - Ενάγοντες έχουν καλή και γνήσια απαίτηση εναντίον της Αιτήτριας - Εναγόμενης 3, και εγείρουν σοβαρά ζητήματα που χρήζουν εκδίκασης στο πλαίσιο ακροαματικής διαδικασίας.

 

(Ε) Τυχόν έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων θα αποστερήσει από τους Ενάγοντες - Καθ’ ων η Αίτηση το συνταγματικά κατοχυρωμένο δικαίωμα ακρόασης, δίκαιης δίκης και αποτελεσματικής θεραπείας.

 

(ΣΤ)  Το Δικαστήριο έχει καθ’ ύλην και κατά τόπον αρμοδιότητα να εκδικάσει την υπόθεση.”

 

Το πραγματικό πλαίσιο της ένστασης αφορά ένορκη δήλωση που έχει ετοιμάσει ο ενάγοντας 4. Αναφέρει ότι η καλούμενη εταιρεία Mersoy Turizim Otelcilik Isletmemeleri SIrketi Ltd. δεν είναι νόμιμα εγγεγραμμένη οντότητα. Συνεπώς τα πρόσωπα που εμφανίζονται ως μέτοχοι και που προσπορίζονται όφελος προσωπικά από τις παράνομες δραστηριότητες στα ακίνητα μπορεί να  μηνυθούν στην Κυπριακή Δημοκρατία. Η παρούσα υπόθεση στρέφεται εναντίον φυσικών προσώπων ως συνέπεια παράνομης επέμβασης και αφαιρετισμού. Οι αποφάσεις του ΕΔΑΔ  Loizidou v. Turkey, Xenides Arestis v. Turkey και Demopoulos v Turkey δεν πραγματεύονται το ζήτημα της δικαιοδοσίας των Κυπριακών Δικαστηρίων που διατηρούν την εξουσία να εκδικάζουν υποθέσεις που αφορούν ακίνητη περιουσία στην επικράτεια της Δημοκρατίας. Απότοκο της απόφασης    Xenides Arestis v. Turkey συνιστά εγκαθίδρυση της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας μέσω του Νόμου 67/2005 της υποτελούς στην Τουρκία τοπικής διοίκησης ως Τουρκικό εσωτερικό ένδικο μέσο. Οι ενάγοντες προσφύγαν στην Επιτροπή Αποζημιώσεως Περιουσιών με την αίτηση 419/2012 εξ αιτούμενοι αποζημιώσεων από το κράτος της Τουρκίας  αναφορικά με τις παραβιάσεις των περιουσιακών τους δικαιωμάτων. Το πραγματικό υπόβαθρο της αίτησης μεταξύ των δύο διαδικασιών διαφέρει. Αναλαμβάνουν να ενημερώσουν το Δικαστήριο για τυχόν έκβαση της υπόθεσης της ΕΑΙ ώστε να αποφευχθεί διπλή αποζημίωση.

 

Η αίτηση είναι νόμω και ουσία αβάσιμη, καθώς δεν πληρούνται οι τυπικές και ουσιαστικές προϋποθέσεις που θέτει το Μέρος 24 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023 και/ή της νομολογίας δια την έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόντων – καθ’ ων η αίτηση και/ή για την απόρριψη της παρούσας απαίτησης.

 

Οι ενάγοντες–καθ’ ων η αίτηση έχουν καταδείξει βάσιμες πιθανότητες επιτυχίας της αγωγής τους. Ειδικότερα, οι ενάγοντες–καθ’ ων η αίτηση προωθούν την απαίτησή τους, ως οι μόνοι νόμιμοι ιδιοκτήτες των επίδικων ακινήτων, ως προκύπτει από τα Έγγραφα Α – Δ της Έκθεσης Απαίτησης, τα οποία από κατά ή περί το 2014 αποτελούν αντικείμενο παράνομης κατοχής, χρήσης και εκμετάλλευσης από τους εναγόμενους, περιλαμβανομένης της αιτήτριας.

 

Το γεγονός και μόνον ότι η “Εταιρεία” και/ή οι εναγόμενοι δεν μπορούν να εναχθούν υπό την αντιπροσωπευτική τους ιδιότητα ως μέτοχοι της “Εταιρείας”, εφόσον δεν υπάρχει νομίμως συσταθέν νομικό πρόσωπο προς αντιπροσώπευση, δεν είναι ικανό να αποστερήσει από τους ενάγοντες τις αιτούμενες μέσω της απαίτησης θεραπείες ή το δικαίωμά τους να ακουστεί η υπόθεσή τους στο πλαίσιο δίκης και/ή ακροαματικής διαδικασίας. Αυτό, αφού οι εναγόμενοι συνιστούν κατ’ ουσία τους ιδιοκτήτες και/ή δικαιούχους της Εταιρείας, μέσω των παράνομων δραστηριοτήτων και/ή πράξεων της οποίας, οι ίδιοι προσπορίζονται προσωπικά παράνομο όφελος και/ή αθέμιτο πλουτισμό. Ακόμη, αφού οι εναγόμενοι και η Εταιρεία συνιστούν ενιαία οντότητα δεδομένης της απουσίας χωριστής νομικής προσωπικότητας της παρανόμως συσταθείσας Εταιρείας. Τυχόν έκδοση συνοπτικής απόφασης εναντίον των εναγόντων θα στερήσει τους ενάγοντες από το δικαίωμά τους σε πρόσβαση στη δικαιοσύνη και αποτελεσματική θεραπεία.  

 

Υπάρχουν επιτακτικοί λόγοι ώστε τα ζητήματα να κριθούν σε δίκη και η εξουσία του Δικαστηρίου σε σχέση με την έκδοση συνοπτικής απόφασης θα πρέπει να ασκηθεί με φειδώ.

 

Στα πλαίσια της διαδικασίας έγιναν τα ακόλουθα παραδεκτά γεγονότα:

 

1. Έκαστος ενάγοντας κατέχει «Βεβαίωση Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου».

 

2. O εναγόμενος αρ. 3, κατά την 29.07.2024, ήταν ένας εκ των μετόχων της ούτω καλουμένης εταιρείας «Mersoy Tourism Hotel Management Company Limited».

 

3. Οι ενάγοντας, κατά το 2012, καταχώρησαν αίτηση υπ’ αριθμόν 419/2012 ενώπιον της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας, αιτούμενοι αποζημίωση για απώλεια χρήσης, μεταξύ άλλων, των ακινήτων που καταγράφονται στην παράγραφο 1 της Έκθεσης Απαίτησης.

 

4.  Η αίτηση των εναγόντων υπ' αριθμό 419/2012 ενώπιον της Επιτροπής Ακίνητης Περιουσίας εξακολουθεί να εκκρεμεί.

 

 

 

Το Δικονομικό Πλαίσιο της Αίτησης

 

Σύμφωνα με τον κανονισμό 24.1 των θεσμών της Πολιτικής Δικονομίας το πεδίο εφαρμογής της υπό εκδίκασης αιτήσεως είναι να δοθεί η δυνατότητα του Δικαστηρίου να αποφασίσει επί της απαίτησης χωρίς δίκη και να εκδώσει είτε εναντίον του ενάγοντα ή του εναγόμενου συνοπτική απόφαση.  Ο Κανονισμός 24.2 προνοεί ότι το Δικαστήριο δύναται να εκδώσει συνοπτική απόφαση κατά των εναγόντων επί του συνόλου της απαίτησης ή επί συγκεκριμένου ζητήματος μόνο εάν κρίνει ότι οι ενάγοντες δεν έχουν πραγματική προοπτική επιτυχίας και δεν υπάρχει κανένας άλλο επιτακτικός λόγος για τον οποίο η υπόθεση θα πρέπει να αποφασισθεί στα πλαίσια δίκης. Στην παρούσα περίπτωση ο                             αιτητής-εναγόμενος 3 ζητεί την  διαγραφή ή την απόρριψη της απαίτησης διότι αναφέρει ότι με βάση την μαρτυρία που έχει τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στα πλαίσια της αίτησης η απαίτηση δεν έχει πραγματική προοπτική επιτυχίας καθώς επίσης εγείρει ζήτημα ότι το Επαρχιακό Δικαστήριο Κερύνειας δεν έχει δικαιοδοσία να επιληφθεί τέτοιας απαίτησης.

 

Έχω αντλήσει καθοδήγηση για την ερμηνεία των λέξεων που διατυπώνονται στην Διαταγή 24 με αναφορά την διαταγή CPR 24 των Αγγλικών Θεσμών η οποία διατυπώνεται με σχεδόν πανομοιότυπο τρόπο. Οι λέξεις, χωρίς καμία πραγματική προοπτική επιτυχίας no real prospect of succeeding δεν σημαίνουν μόνο ότι δεν υπάρχει καλή πιθανότητα επιτυχίας. Η ακρόαση συνοπτικής αίτησης δεν περιλαμβάνει και δεν επιτρέπει την συνοπτική δίκη της αίτησης ώστε το Δικαστήριο να αξιολογήσει την μαρτυρία ενώπιον του ώστε να εξαχθούν πραγματικά ευρήματα της υπόθεσης. Το δικαιοδοτικό πλαίσιο της αίτησης περιορίζεται σε έκταση στην ανάγκη του Δικαστηρίου να αποφανθεί μόνο κατά πόσο δικαιολογείται η παραπομπή της απαίτησης σε δίκη. Το κριτήριο που θα πρέπει να εφαρμόσει ο Δικαστής με βάση το CPR 24 Civil Procedure Volume 1 The White Book Service 2017 αντίστοιχο της Διαταγής 24 δεν είναι αυτό της πιθανότητας επιτυχίας της απαίτησης αλλά: «The criterion which the judge has to apply under CPR24 is not one of probability it is absence of reality» (βλ. Three Rivers DC v. Bank of England [2001] EWCA Civ 550).  Με την ίδια λογική η αίτηση για την έκδοση συνοπτικής απόφασης δεν προσφέρεται για την επίλυση πρωτόγνωρου ή περίπλοκου νομικού σημείου και η Αγγλική υπόθεση  Apvodedo NW v. Collins [2008] EWHC είναι σχετική ως ακολούθως: The court should not hesitate to give summary judgment in a plain case, and if the case turns on a pure point of law, it may determine that point. However, the court has often been enjoined not to conduct a mini-trial on the documents, without discovery and oral evidence.

 

Περαιτέρω, ο Κανονισμός 24 δεν έχει θεσπισθεί για να καταργήσει το δικαίωμα της δίκης και το δικαίωμα του διάδικου να ακουσθεί σε σχέση με τα γεγονότα της υπόθεσης. Στην Αγγλική υπόθεση Safeway Stores Plc v. Tate [2001] QB 1120 το Δικαστήριο αποφάνθηκε ότι λανθασμένα ο Δικαστής είχε αποφασίσει στα πλαίσια αίτησης για συνοπτική απόφαση ότι συγκεκριμένες λέξεις που είχαν ειπωθεί είχαν δυσφημιστική ερμηνεία. Η ερμηνεία των λέξεων σε υπόθεση δυσφήμισης ήταν θέμα που θα έπρεπε να αποφασισθεί από τους ενόρκους.  Υπήρχε το δικαίωμα του διάδικου να ακουσθεί σε σχέση με ζήτημα που ήταν εξ’ ορισμού πραγματικό.

 

CPR 24.2 is in general terms only: '(a) it considers that … (ii) that defendant has no prospect of successfully defending the claim or issue'.  I am satisfied that an application under CPR 24.2(a) can properly be made in order to determine certain questions which fall within the jurisdiction of the judge in a libel action. These include, for example, whether the words complained of were published on an occasion of absolute privilege. On the other hand, the rule does not permit a judge alone to determine questions of fact which Parliament has determined should be decided by a jury, and in particular, whether the words complained of are defamatory of the claimant.

 

In my judgment, the right to trial by jury, and in particular to have the jury determine the question 'libel or no libel' is not a matter of mere procedure, but an important and substantive legal right. As such it is beyond the power of the Civil Procedure Rules Committee to abolish or limit by its general powers to reform the rules of practice and procedure. Thus although the right may be amended by statute this cannot be achieved by subordinate legislation founded on an Act conferring a broad general power.

 

Since neither the 1997 Act nor CPR 24.2 makes express reference to defamation actions, I am satisfied that the general provision in the CPR does not override the specific provisions of s 69(1) of the 1981 Act. This is so notwithstanding the terms of s 1(3) of the 1997 Act which creates the power to make procedural rules with a view to securing that the civil justice system is accessible, fair and efficient. Section 4 enables the Lord Chancellor to amend, repeal or revoke any enactment to the extent he considers necessary or desirable. This is a very wide power and is not confined to amendments etc which are merely consequential. In my judgment it does not enable delegated legislation to repeal or amend primary legislation which embodies a fundamental (as opposed to a procedural) right such as trial by jury. Even if this power were wide enough it is intrinsically unlikely that delegated legislation which purports to abolish such a fundamental right would do so without express reference to the statutory right. To do so would be to remove the right by a casual change or a mere sidewind. This is particularly so where the right is intertwined with a defendant's freedom of speech.

 

Η διαδικασία της αίτησης για συνοπτική απόφαση δεν προσφέρεται για επίλυση πραγματικών ζητημάτων οποιασδήποτε χροιάς ή  έκτασης  αλλά και ούτε για την επίλυση πολυσύνθετου ή περίπλοκου νομικού ζητήματος. Εν κατακλείδι ο εκσυγχρονισμός των θεσμών της πολιτικής δικονομίας δεν θα μπορούσε να οδηγήσει στην κατάργηση του ουσιαστικού δικαιώματος της δίκης που κατοχυρώνεται νομικά και συνταγματικά.

 

Στην απόφαση Δημητρίου ν. Τράπεζα Κύπρου (1997) 1 ΑΑΔ 61, 66, λέχθηκε ότι η Δ.18 (αντίστοιχη της νυν διαταγής (24) πρέπει να εφαρμόζεται μόνο σε ξεκάθαρες και αδιαμφισβήτητες υποθέσεις. Αυτό σημαίνει ότι ο Ενάγοντας πρέπει ξεκάθαρα να αποδείξει την απαίτησή του. Αυτό δεν σημαίνει βέβαια ότι θα πρέπει να προβεί σε αχρείαστη παράθεση όλων των γεγονότων της έκθεσης απαιτήσεως στην Αίτηση για συνοπτική απόφαση. Τα ουσιώδη γεγονότα που συνθέτουν την απαίτηση, πρέπει με την Αίτηση να επαληθεύονται.  Όμως εάν με βάση το κλητήριο ένταλμα ή την έκθεση απαίτησης δεν εκτίθενται τέτοια γεγονότα ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα ότι ο Ενάγοντας δικαιούται στην απαίτηση, τότε δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις της Δ.18 Θ.1.

 

Ο σκοπός της ένορκης δήλωσης που συνοδεύει την αίτηση για συνοπτική απόφαση, είναι για να δείξει ότι ο εναγόμενος 3 έχει στην κατοχή του αποδεκτή μαρτυρία βάσει της οποίας δικαιούται αυτόματα απόρριψη της αγωγής. Είναι βάσει αυτής της μαρτυρίας, που εάν αποδειχθεί ότι είναι η αλήθεια κατά την ακροαματική διαδικασία, οι εναγόμενοι θα καταδείξουν ότι δικαιούνται απόρριψη της αγωγής. Η επαλήθευση των γεγονότων που ουσιαστικά δεν είναι αμφισβητούμενα θα πρέπει να οδηγούν στο συμπέρασμα ότι δεν υπάρχουν επίδικα θέματα στην αγωγή. Στην προκειμένη, σκοπός της παρούσας διαδικασίας, είναι ο αιτητής να καταδείξει ότι το Δικαστήριο δύναται μόνο και αναπόφευκτα να καταλήξει σε συγκεκριμένο συμπέρασμα στη βάση των δεδομένων ενώπιον του. Είναι θέση των αιτητών ότι αυτόματα το Δικαστήριο θα πρέπει να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι οι εναγόμενοι δεν κατέχουν και δεν κάνουν χρήση παράνομα της περιουσίας των εναγόντων ως εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες της εν λόγω περιουσίας και δεύτερο ότι το παρόν Δικαστήριο δεν έχει αρμοδιότητα να εξετάσει κατά πόσο υφίσταται ζήτημα παράνομης επέμβασης της ακίνητης ιδιοκτησίας που βρίσκεται στον Άγιο Επίκτητο σε περιοχή που δεν ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία εξαιτίας της κατοχής εκείνης της περιοχής δια της στρατιωτικής εισβολής της περιοχής από τις Τουρκικές ένοπλες δυνάμεις.

 

Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι ο αιτητής έχει εκθέσει τέτοια γεγονότα στην αίτηση του  ώστε να προκύπτει ξεκάθαρα  ότι  δεν δικαιολογείται η  εξέταση των ουσιαστικών  γεγονότων  που συνθέτουν την απαίτηση για θεραπεία.  Η εν λόγω διαφορά  ως έχει διατυπωθεί δεν εμπίπτει στις ξεκάθαρες περιπτώσεις που το Δικαστήριο έχει το δικαίωμα να εξετάσει θέμα έκδοσης συνοπτικής απόφασης χωρίς δίκη.  Δεν εγείρεται θέμα ευφάνταστο τέτοιας υφής και έκτασης που δεν δικαιολογείται παραπομπή του ζητήματος σε ακρόαση. Θα προχωρήσω να εξετάσω κατά πόσο υπάρχει ζήτημα προς εκδίκαση με βάση τις πραγματικές παραστάσεις των μερών.

 

H καταχώρηση της αίτησης 419/2012 ενώπιον της Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας

 

Η απαίτηση των εναγόντων συνθέτεται στις παραγράφους 4 μέχρι 9 της απαίτησης ως ακολούθως:

 

4. Κατά ή περί την 10/10/1988, οι Ενάγοντες 3 και 4 εξασφάλισαν για κάθε Ακίνητο Βεβαίωση Ιδιοκτησίας Τουρκοκρατούμενου Ακινήτου, αντίγραφα των οποίων επισυνάπτονται ως Έγγραφο Γ και Έγγραφο Δ αντίστοιχα.

 

5. Κατά πάντα ουσιώδη χρόνο και/ή από το 2014 μέχρι και σήμερα, τα Ακίνητο τελούσε υπό την παράνομη κατοχή και/ή έλεγχο και/ή χρήση της ούτω καλούμενης ‘Mersoy Turizm Otelcilik Isletmeleri Sirketi Limited’ (εφεξής «Εταιρεία» μέτοχοι της οποίας παρουσιάζονται οι Εναγόμενοι. Αντίγραφο του Πιστοποιητικού Ίδρυσης Εταιρείας και των Μετόχων επισυνάπτεται ως Έγγραφο Ε.

 

6. Εντός των επίδικων Ακινήτων, η Εταιρεία λειτουργεί τουριστικό κατάλυμα και/ή ξενοδοχείο με όνομα «Elexus Hotel - Resort - Spa Cyprus» διατηρώντας προς το σκοπό αυτό κτηριακές εγκαταστάσεις και παρέχοντας υπηρεσίες διαμονής, εστίασης και ψυχαγωγίας (σπα, καζίνο, υδροπάρκο). Επισυνάπτεται δορυφορική κάτοψη των Ακινήτων ως Έγγραφο ΣΤ και φωτογραφίες από την ιστοσελίδα του ξενοδοχείου ως Έγγραφο Ζ.

 

7. Οι Ενάγοντες ουδέποτε έδωσαν συγκατάθεση για την χρήση των Ακινήτων τους από τους Εναγόμενους και ουδέποτε έλαβαν οποιανδήποτε αποζημίωση από τους Εναγομένους και/ή την Εταιρεία για την χωρίς άδεια κατοχή, χρήση και εκμετάλλευση των Ακινήτων τους.

 

8. Συνεπεία της παράνομης επέμβασης και/ή σφετερισμού και/ή οικειοποίησης και/ή χρήσης των Ακινήτων, οι Εναγόμενοι προσπορίζονται παράνομα όφελος και/ή αθέμιτο πλουτισμό εις βάρος των Εναγόντων.

 

9. Κατά συνέπεια των πιο πάνω, οι Ενάγοντες υπέστησαν απώλειες και/ή ζημιές υπό την μορφή απώλειας χρήσης και/ή ενοικίων και/ή διαφυγόντων κερδών (mense profits) για την περίοδο 01/01/2014-31/12/2024, ύψους €5,623,369.92 ως αναλύεται.

 

Η απαίτηση πραγματεύεται το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης. Το άρθρο 21 του περί Δικαστηρίων Νόμου 14/60 πλαισιώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου:

 

21.-(1) Τo Επαρχιακόv Δικαστήριov, τηρoυμέvωv τωv διατάξεωv τoυ άρθρoυ 19, θα έχη αρμοδιότητα ίvα ακoύη και απoφασίζη oιαvδήπoτε αγωγήv συμφώvως πρoς τας διατάξεις τoυ άρθρoυ 22 oσάκις-

 

(α) η βάσις της αγωγής έχη πρoκύψει είτε καθ' oλoκληρίαv είτε εv μέρει εvτός τωv oρίωv της επαρχίας δι'ηv τo δικαστήριov καθιδρύθη.

 

Όπως υπέδειξε το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Orams v. Μελέτη Αποστολίδη 1 Α.Α.Δ. 1402 (2006) οι Ελληνοκύπριοι διατηρούν τα περιουσιακά τους δικαιώματα στις κατεχόμενες περιοχές αν και παράνομα εμποδίζονται από του  να τα ασκήσουν. Σε εκείνη την υπόθεση η απαίτηση εστιαζόταν στο αγώγιμο δικαίωμα των Ελληνοκύπριων ιδιοκτητών της ακίνητης ιδιοκτησίας στα κατεχόμενα να πληρωθούν από τους χρήστες της γης αποζημιώσεις για παράνομη επέμβαση. Επεξηγήθηκε η αρχή ότι το αδίκημα της παράνομης επέμβασης ισούται με μόνιμη παράνομη κατοχή της εν λόγω περιουσίας.  Εφόσον το παρόν Δικαστήριο έχει τοπική αρμοδιότητα να επιλύσει την διαφορά και υπάρχει ισχυρισμός ότι το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης συντελείται στην Επαρχία Κερύνειας από τους εναγόμενους όπου βρίσκεται το εν λόγω ακίνητο δεν δικαιολογείται υπό τις περιστάσεις η περικοπή της δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου να επιλύσει την συγκεκριμένη διαφορά.

 

Η παρούσα αγωγή δεν στρέφεται κατά κυρίαρχο κράτος.  Το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης αποδίδεται σε πρόσωπα (των εναγόμενων) που δραστηριοποιούνται εντός της περιοχής της Κύπρου που δεν ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία και τους καταλογίζεται ότι έχουν συμφέρον και γνωρίζουν τις δραστηριότητες τουριστικού καταλύματος που λειτουργεί στην ακίνητη περιουσία των εναγόντων και επωφελούνται χρηματικά από την εν λόγω τουριστική δραστηριότητα.

 

Η θέση του αιτητή-εναγόμενου είναι ότι η απαίτηση  των εναγόντων δεν έχει καμία πιθανότητα επιτυχίας επειδή το 2012 καταχώρησαν την αίτηση 410/2012 ενώπιον της ‘Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας’. Με την ένσταση τους οι καθ’ ων η αίτηση έχουν αντιτάξει ότι η καταχώρηση της συγκεκριμένης αίτησης δεν επηρεάζει την παρούσα διαδικασία διότι οι δύο διαδικασίες έχουν διαφορετικό σκοπό και σε κάθε περίπτωση αναφέρουν ότι στην περίπτωση που τους πληρωθεί κάποια αποζημίωση εξαιτίας της εν λόγω αίτησης θα καλέσουν το παρόν Δικαστήριο να το λάβει υπόψη του για να διασφαλισθεί ότι δεν θα τίθεται θέμα διπλής αποζημίωσης που να υπερβαίνει το πραγματικό κόστος της αποκατάστασης.

 

Τα αναντίλεκτα γεγονότα που τίθενται ενώπιον  μου είναι ότι τα επίδικα ακίνητα βρίσκονται στον Άγιο Επίκτητο και ότι οι καθ’ ων η αίτηση-ενάγοντες εγγεγραμμένοι ιδιοκτήτες των ακινήτων στερούνται παντελώς την κατοχή και την πρόσβαση των ακινήτων τους συνέπεια των γεγονότων της εισβολής της Τουρκίας το 1974  για την περίοδο από 2014. Το αγώγιμο δικαίωμα των εναγόντων που στρέφεται εναντίον των εναγόμενων  ως η απαίτηση αφορά την περίοδο από 2014 μέχρι σήμερα χρόνος που ισχυρίζονται ότι λειτουργεί στην περιουσία τους το συγκεκριμένο τουριστικό κατάλυμα. Εγείρουν ζήτημα ότι η παρούσα αγωγή και η διαδικασία ενώπιον της ‘Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας’ δεν ταυτίζονται και δεν αφορούν τους ίδιους διαδίκους. Μόνο όταν συνυπάρχει η ταύτιση διαδίκων και η παράλληλη προώθηση  δύο διαδικασιών που στην ουσία επιζητούν την ίδια θεραπεία, θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι συνιστά κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Κοζάκη ν. Κοζάκη 1 Α.Α.Δ. 1710 (2002) πιο κάτω).

 

Από πολύ παλιά έχει καθιερωθεί νομολογιακά ότι η προώθηση πέραν από τη μια διαδικασία για την επίτευξη στόχων που θα μπορούσαν να επιδιωχθούν σε μια διαδικασία αποτελεί κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. (Βλ. Williams v. Hunt [1905] 1 KB 512). Στην υπόθεση Beogradska D.D. (1996) 1 A.A.Δ. 911, όπου υπάρχει μια εκτενής ανάλυση του θέματος με ιδιαίτερη αναφορά στις αποφάσεις Δημοκρατία ν. Υψαρίδη (1993) 3 Α.Α.Δ. 280 και Τζεννάρο Περρέλλα ν. Διευθυντή των Φυλακών (1995) 1 Α.Α.Δ. 217, το Δικαστήριο σημείωσε ότι η Αγγλική νομολογία υποδεικνύει χωρίς τη διατύπωση οποιουδήποτε αυστηρού κανόνα το μέτρο της αναστολής της μιας από τις δύο διαδικασίες, κατά κανόνα της μεταγενέστερης. Αναφορικά με τις νομικές αρχές όπως αυτές εφαρμόζονται στην Κύπρο, ο Δικαστής Καλλής που εξέδωσε την ομόφωνη απόφαση του Δικαστηρίου τόνισε ότι,

 

"Η δική μας νομολογία έχει υιοθετήσει τόσο το μέτρο της απόρριψης (βλ. Περέλλα, πιο πάνω) όσο και το μέτρο της αναστολής (βλ. Κωνσταντινίδης και Υψαρίδης, πιο πάνω). Χωρίς να επιχειρούμε τη διατύπωση ενός άκαμπτου κανόνα θεωρούμε ότι εκεί που η μεταγενέστερη διαδικασία καλύπτει ουσιωδώς τα ίδια ζητήματα αυτή πρέπει να απορρίπτεται. Εκεί που καλύπτει ζητήματα τα οποία δεν εγείρονται καθόλου στην προγενέστερη διαδικασία τότε πρέπει να αναστέλλεται μέχρι την εκδίκαση της προγενέστερης διαδικασίας."

 

Ως υπέδειξα, πιο πάνω, η ταύτιση των δύο διαδικασιών δεν γίνεται αφηρημένα. Ένας διάδικος στερείται το δικαίωμα του να προσφύγει στο Δικαστήριο μόνο εάν αποδειχθεί ότι οι δύο διαδικασίες απολήγουν στον ίδιο στόχο. Ο αιτητής δεν έχει καταδείξει ότι δημιουργείται δεδικασμένο ενόψει έγερσης αίτησης ενώπιον της συγκεκριμένης επιτροπής.  Η διαδικασία της εν λόγω επιτροπής δεν στρέφεται εναντίον των εναγόμενων. Η θεραπεία που επιζητείται από τους ενάγοντες εναντίον των εναγόμενων στην αγωγή ήτοι, διάταγμα έξωσης/εκκένωσης και ειδικές αποζημιώσεις δυνατόν να μην αφορούν στην ίδια έκταση τις διαθέσιμες παρεχόμενες θεραπείες της εν λόγω “επιτροπής”. Στην Αγγλική υπόθεση Christou v. Haringey London Borough Council [2014] 1 All ER το Εφετείο θεώρησε ότι πειθαρχική διαδικασία που είχε διεξαχθεί από τον εργοδότη εις βάρος του εργοδοτούμενου του δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ότι ήταν προγενέστερη νομική διαδικασία ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της μεταγενέστερης πειθαρχικής διαδικασίας στην βάση ότι αυτό προκαλούσε την κατάχρηση της δικαστικής διαδικασίας. Η μία διαδικασία διέφερε από την άλλη σε ουσιαστικά ζητήματα διότι η εμβέλεια της πρώτης διαδικασίας είχε ως στόχο την πειθαρχία του εργοδοτούμενου από των ανώτερα ιεραρχικά προϊστάμενο του. Περαιτέρω, απουσίαζαν από την πρώτη πειθαρχική διαδικασία τα ελάχιστα εχέγγυα της δίκαιας δίκης ώστε να διασφαλιστούν τα δικαιώματα του επηρεαζόμενου εργοδοτούμενου.

 

The doctrine of res judicata did not apply to the exercise of disciplinary power by an employer, which was far removed from the process of litigation or adjudication to which the doctrine applied. The critical question was not the formality of the procedures, but rather whether they operated independently of the parties such that it was appropriate to describe their function as an adjudication between the parties. In that regard, it was wrong to describe the exercise of disciplinary power by the employer as a form of adjudication. The purpose of the procedure was not a determination of any issue which established the existence of a legal right, nor was it properly regarded as determining a dispute. In the employment context, the disciplinary power was conferred on the employer by reason of the hierarchical nature of the relationship. The purpose of the procedures was not to allow a body independent of the parties to determine a dispute between them, but typically to enable the employer to inform himself whether the employee had acted in breach of contract or in some other inappropriate way and, if so, to determine how that should affect future relations between them. It was true that sometimes the procedures would have been contractually agreed, but that did not alter their basic function or purpose. Even where the disciplinary procedures provided for a panoply of safeguards of a kind typically found in adjudicative bodies, that did not alter their basic function (see [47]–[52], below); Mattu v University Hospitals of Coventry and Warwickshire NHS Trust [2012] 4 All ER 359.

 

Δεν έχει υποδειχθεί από τον αιτητή ότι οι καθ’ ων η αίτηση θα έχουν  την ευκαιρία να αναπτύξουν προς επίλυση τα ίδια θέματα που τους απασχολούν  στα πλαίσια της ‘Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας’. Ούτε και υπάρχει αποτέλεσμα σε μία από τις δύο διαδικασίες ώστε να ειπωθεί ότι υπάρχει έστω και μερική συσχέτιση των θεμάτων μεταξύ των δύο διαδικασιών.

 

Δεν υπάρχει αποτέλεσμα ώστε να θεωρηθεί ότι με οποιοδήποτε τρόπο  έχει δημιουργηθεί το δεδικασμένο για οποιοδήποτε θέμα που να αφορά την παρούσα διαδικασία. Νοείται ότι  αρχή της διαφύλαξης της δικαστικής διαδικασίας από καταχρήσεις διαφέρει από την αρχή του δεδικασμένου. Σε αντίθεση με την αρχή του δεδικασμένου η οποία συνιστά ασπίδα εναντίον της έναρξης νέων δικαστικών διαδικασιών για το ίδιο θέμα η αρχή της κατάχρησης της δικαστικής διαδικασίας εφαρμόζεται συνήθως στην καταστολή καταχρηστικών περιττών δικαστικών διαβημάτων που αναγκαστικά εμπερικλείουν την επίλυση του  ιδίου θέματος με την προγενέστερη διαδικασία ή που να αφορούν την επίλυση θέματος συναφή με το προηγούμενο που να αποτελεί μέρος της διαφοράς ή προπαρασκευαστικό θέμα που πρέπει να επιλυθεί ως συνέπεια των θεραπειών που ζητούνται με την πρώτη νομική διαδικασία σε εξέλιξη (issue estoppel). Δεν είναι ανάγκη να έχει επέλθει οριστική ή τελική κατάληξη επί του θέματος στην προγενέστερη διαδικασία.  Το Δικαστήριο δύναται να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του  για να εμποδίζει διάδικο από του να καταχράται την δικαστική διαδικασία σε σχέση με θέμα που εκδικάσθηκε ή θα μπορούσε να επιλυθεί στα πλαίσια μίας προγενέστερης διαδικασίας. Η εξουσία του Δικαστηρίου να περιφρουρεί την δικαιοδοσία του από καταχρήσεις θεωρείται επέκταση της  εξουσίας του Δικαστηρίου να προβεί σε καταστολή διαδικασίας που αφορά την επίλυση  διαφοράς που να έχει ήδη αποφασισθεί βάση της αρχής του δεδικασμένου. (Βλ. Henderson v. Henderson (1843) 3 Hare 100).

 

Όταν το Δικαστήριο αποφασίσει να απορρίψει δικαστικό διάβημα επειδή αυτό καταχράται την εξουσία του Δικαστηρίου προβαίνει στην εξισορρόπηση δύο παραγόντων. Ελέγχει για να επιβεβαιωθεί ότι οι αιτητές είχαν την ευκαιρία να θίξουν το θέμα και να ακουσθούν  επί του θέματος  που τους απασχολεί αφενός και αφετέρου ελέγχει  και αξιολογεί τους σκοπούς που προωθούνται με τις δύο διαδικασίες και εάν κρίνει ότι οι δύο διαδικασίες έχουν τον ίδιο σκοπό προστατεύει τον άλλο διάδικο από το ενδεχόμενο καταπίεσης που είναι αναπόφευκτη συνέπεια της δεύτερης πολλαπλής διαδικασίας εάν έχει να αντιμετωπίσει πανομοιότυπες διαδοχικές δικαστικές διαδικασίες.

 

Εκείνο που υποδείχθηκε στην απόφαση Christou, πιο πάνω, είναι ότι δεν αναστέλλεται η διαδικασία εάν υπάρχει ο κίνδυνος διάδικος να στερηθεί  του δικαιώματος πρόσβασης στο Δικαστήριο για ζήτημα που δεν έχει εκδικασθεί προηγουμένως.

 

'Sir James Wigram V C did not consider that he was laying down a new principle, but rather that he was explaining the true extent of the existing plea of res judicata … Later decisions have doubted the correctness of treating the principle as an application of the doctrine of res judicata, while describing it as an extension of the doctrine or analogous to it. In Barrow ν. Bankside Members Agency Ltd [1996] 1 All ER 981, [1996] 1 WLR 257, Sir Thomas Bingham MR explained that it is not based on the doctrine in a narrow sense, nor on the strict doctrines of issue or cause of action estoppel. As May LJ observed in Manson v. Vooght [1999] BPIR 376 at 387, it is not concerned with cases where a court has decided the matter, but rather cases where the court has not decided the matter. But these various defences are all designed to serve the same purpose: to bring finality to litigation and avoid the oppression of subjecting a defendant unnecessarily to successive actions…the difference to which I have drawn attention is of critical importance. It is one thing to refuse to allow a party to relitigate a question which has already been decided; it is quite another to deny him the opportunity of litigating for the first time a question which has not previously been adjudicated upon. This latter (though not the former) is prima facie a denial of the citizen's right of access to the court conferred by the common law and guaranteed by art 6 of the European Convention for the Protection of Human Rights and Fundamental Freedoms (Rome, 4 November 1950; TS 71 (1953); Cmd 8969). While, therefore, the doctrine of res judicata in all its branches may properly be regarded as a rule of substantive law, applicable in all save exceptional circumstances, the doctrine now under consideration can be no more than a procedural rule based on the need to protect the process of the court from abuse and the defendant from oppression. In Brisbane City Council v. A G for Queensland [1978] 3 All ER 30 at 36, [1979] AC 411 at 425 Lord Wilberforce, giving the advice of the Judicial Committee of the Privy Council, explained that the true basis of the rule in Henderson v Henderson is abuse of process and observed that it-

“ought only to be applied when the facts are such as to amount to an abuse, otherwise there is a danger of a party being shut out from bringing forward a genuine subject of litigation.”

 

Στην Αγγλική υπόθεση Ashmore v. British Cool Corp. (1990) 2 Q.B. 338 το Εφετείο επεξήγησε ότι στις περιπτώσεις που η δεύτερη διαδικασία έχει το πραγματικό αποτέλεσμα έμμεσης επίθεσης (collateral attack) επί του αποτελέσματος στην πρώτη διαδικασία αυτό συνιστά κατάχρηση διαδικασίας που απολήγει σε κατάπτωση της δικαστικής διαδικασίας και το Δικαστήριο έχει σε τέτοια περίπτωση την σύμφυτη εξουσία να προστατεύσει θεσμικά την ακεραιότητα της διαδικασίας από καταχρηστικές επιθέσεις στην πρώτη διαδικασία.

 

"I do not accept the proposition advanced by counsel for the appellant Heath that when an issue has already been decided in proceedings between A. and B. it is prima facie an abuse of the process of the court for B. to seek to have the issue decided afresh in proceedings between himself and C. and that in such circumstances there is an onus on B. to show some special reason why he should be allowed to raise the issue against C. On the contrary, I consider that it is for him who contends that the retrial of the issue is an abuse of process to show some special reason why it is so. Since the cases in which the retrial of an issue (in the absence of an estoppel) has been disallowed as an abuse of process are so few in number, it would be dangerous to attempt to define fully what are the circumstances which should lead to a finding of abuse of process. Features tending that way clearly include the fact that the first trial was before the most appropriate tribunal or between the most appropriate parties for the determination of the issue, or that the purpose of the attempt to have it retried is not the genuine purpose of obtaining the relief sought in the second action, but some collateral purpose. It would in my judgment be a most exceptional course to strike out the whole or part of a defence in a commercial action, or to refuse leave to amend a defence in such an action, simply because the issue raised or sought to be raised had been decided in another commercial action brought against the same defendant by a different plaintiff. The facts that the first action had been fairly conducted and that the issue had been the subject of lengthy evidence and argument could not, in my view, be sufficient in themselves to deprive the defendant of his normal right to raise any issue which he is not estopped from raising."

 

He then considered that procedural advantages to the defendants in the second trial was a reason why the amendment should not be struck out.

Stephenson L.J. said, at p. 139:

 

"Yet it is the duty of the judge and the Court of Appeal to shut out the defence if it is an abuse of the court's procedure to repeat it, in accordance with decisions of this court in Remmington v. Scoles [1897] 2 Ch. 1, and of the House of Lords in Reichel v. Magrath (1889) 14 App. Cas. 665, and Hunter v. Chief Constable of the West Midlands Police [1982] A.C. 529. Every repetition of a defence (or claim) may be said to mount a collateral attack on a previous judicial decision, and to invite those derogatory references to 'a side wind' or 'a back door' which are in favour with advocates whose clients are not open to a frontal attack. But in my judgment it is only those defences (or claims) that are sham and not honest and not bona fide which abuse the process of the court and call for the exercise of its inherent jurisdiction to prevent such abuse."

 

Ο αιτητής επί της προκειμένης διαδικασίας που εκκρεμεί από το 2012 ενώπιον της “επιτροπής” δεν έχει αναφέρει οτιδήποτε σε σχέση με την διαδικασία, τον σκοπό της διαδικασίας, τους διάδικους  που εμπλέκονται στην διαδικασία και τα γεγονότα που απαρτίζουν την απαίτηση των καθ’ ων η αίτηση ώστε να έχει νόημα  μια άσκηση σύγκρισης μεταξύ των δύο διαδικασιών. Με τέτοια ισχνή μαρτυρία δεν αποδεικνύεται ότι οι καθ’ων η αίτηση καταχράζονται την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου ώστε να δικαιολογείται να τους στερηθεί η πρόσβαση στο Δικαστήριο να ασκήσουν  νομικό τους δικαίωμα με την καταχώρησης της αγωγής. Περαιτέρω, παρόλο ότι  πιθανόν να υπάρχει εν μέρει κοινό πλέγμα γεγονότων που να αφορά τις δύο διαδικασίες αυτό δεν είναι κώλυμα για την προώθηση της παρούσας διαδικασίας.

 

Κυρίαρχο κράτος που εισβάλει σε άλλο κράτος (belligerent state) δεν νομιμοποιείται με βάση το διεθνές δίκαιο να κατάσχει ή να στερήσει την ακίνητη ιδιοκτησία ιδιωτών κατοίκων της χώρας στην οποία έχουν εισβάλει. H κατάσχεση ιδιωτικής ακίνητης περιουσίας σε αντίθεση με την προσωρινή της χρήση κατά την διάρκεια ενός πολέμου ρητώς απαγορεύεται από το άρθρο 46 της Σύμβασης της Ηαγκής (Hague Regulations (1907). Οι κανόνες που αφορούν την παράνομη στέρηση ιδιωτικής γης από κράτος εισβολέα σε άλλη χώρα εξαιτίας πολέμου ενσωματώνονται στους γενικούς κανόνες του διεθνούς δικαίου και δεσμεύουν ακόμη τα κράτη που δεν έχουν προσυπογράψει τους συγκεκριμένους κανονισμούς πιο κάτω:

 

 

Regulations: Art. 46

 

Family honour and rights, the lives of persons, and private property, as well as religious convictions and practice, must be respected.

Private property cannot be confiscated.

 

Το Δικαίωμα στην Περιουσία αναγνωρίζεται σε όλες τις γνωστές διεθνείς συμβάσεις Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων.

 

Ø   Universal Declaration of Human Rights 10 Δεκεμβρίου 1948 UN 2 (1949) (No one shall arbitrarily be deprived of property

Ø  H Συνθήκη της Γενεύης για το καθεστώς των Προσφύγων 12 Αυγούστου 1949 άρθρο 147 ‘Grave breaches…shall [include] appropriation of property.

Ø  Statue of the International Criminal Court Ρώμη Ιούλιο 1998 UN άρθρο 8.2 ‘..war crimes includes extensive destruction an appropriation of property not justified by military necessity and carried out unlawfully and wantonly

Ø  Ευρωπαϊκή Σύμβαση Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων 1950 Ρώμη

Ø  Charter of Fundamental Rights of the European Union 2016 άρθρο 17.

 

Το Γενικό Διεθνές Δίκαιο προβλέπει ότι στην περίπτωση της παράνομης κατάσχεσης περιουσίας η αποζημίωση θα πρέπει να αποδοθεί έγκαιρα, να είναι ικανοποιητική καθώς και  αποτελεσματική. (Βλ. James v. United Kingdom (1986) 8 EHRR123 at [56].

 

Για το παράνομο της κατάσχεσης των ιδιωτικών περιουσιών Ελληνοκυπρίων στις περιοχές που δεν ελέγχονται από την Κυπριακή Δημοκρατία κατά παράβαση του άρθρου 1 της Ευρωπαϊκής Συνθήκης Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων σχετικές είναι οι υποθέσεις Loizidou v. Turkey και Cyprus v. Turkey 25781/94 σκέψεις 63-64 και 187, 189 αντίστοιχα πιο κάτω:

 

“63. ...as a consequence of the fact that the applicant has been refused access to the land since 1974, she has effectively lost all control over, as well as all possibilities to use and enjoy, her property. The continuous denial of access must therefore be regarded as an interference with her rights under Article 1 of Protocol No. 1. Such an interference cannot, in the exceptional circumstances of the present case to which the applicant and the Cypriot Government have referred, be regarded as either a deprivation of property or a control of use within the meaning of the first and second paragraphs of Article 1 of Protocol No. 1. However, it clearly falls within the meaning of the first sentence of that provision as an interference with the peaceful enjoyment of possessions. In this respect the Court observes that hindrance can amount to a violation of the Convention just like a legal impediment.

 

64. Apart from a passing reference to the doctrine of necessity as a justification for the acts of the "TRNC" and to the fact that property rights were the subject of intercommunal talks, the Turkish Government have not sought to make submissions justifying the above interference with the applicant's property rights which is imputable to Turkey.

 

It has not, however, been explained how the need to rehouse displaced Turkish Cypriot refugees in the years following the Turkish intervention in the island in 1974 could justify the complete negation of the applicant's property rights in the form of a total and continuous denial of access and a purported expropriation without compensation.

 

Nor can the fact that property rights were the subject of intercommunal talks involving both communities in Cyprus provide a justification for this situation under the Convention. In such circumstances, the Court concludes that there has been and continues to be a breach of Article 1 of Protocol No. 1.”

 

Και,

 

“187. The Court is persuaded that both its reasoning and its conclusion in the Loizidou judgment (merits) apply with equal force to displaced Greek Cypriots who, like Mrs Loizidou, are unable to have access to their property in northern Cyprus by reason of the restrictions placed by the “TRNC” authorities on their physical access to that property. The continuing and total denial of access to their property is a clear interference with the right of the displaced Greek Cypriots to the peaceful enjoyment of possessions within the meaning of the first sentence of Article 1 of Protocol No. 1.

...

189. ...there has been a continuing violation of Article 1 of Protocol No. 1 by virtue of the fact that Greek-Cypriot owners of property in northern Cyprus are being denied access to and control, use and enjoyment of their property as well as any compensation for the interference with their property rights.”

 

Σχετική με την αρχή ότι η απώλεια της χρήσης  θα πρέπει να αποζημιωθεί είναι η υπόθεση Cyprus v. Turkey (2014) 37 BHRC 543 στην οποία το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων ανέφερε ότι το δικαίωμα σε αποζημίωση δεν ατονεί με το πέρασμα του χρόνου σε σχέση με παραβιάσεις ανθρωπίνων δικαιωμάτων που προκλήθηκαν και είχαν ως έναυσμα την εισβολή ξένου στρατού στην χώρα που επιφέρει συνεχιζόμενη παράβαση αυτών των δικαιωμάτων υπερθεματίζοντας ότι η υποχρέωση της αποκατάστασης είναι καλά αναγνωρισμένη στη βάση του διεθνούς δικαίου. Οι σκέψεις 41 και 42-43 πιο κάτω είναι σχετικές πιο κάτω:

 

“41. The most important principle of international law relating to the violation, by a state, of a treaty obligation is 'that the breach of an engagement involves an obligation to make reparation in an adequate form' (see the judgment of the Permanent Court of International Justice in Case concerning the Factory at Chorzow (Claim for indemnity) (jurisdiction) (26 July 1927) PCIJ Ser A no 9). Despite the specific character of the convention, the overall logic of art 41 is not substantially different from the logic of reparations in public international law, according to which-

 

'it is a well-established rule of international law that an injured State is entitled to obtain compensation from the State which has committed an internationally wrongful act for the damage caused by it.' (See the judgment of the International Court of Justice in Gabcikovo-Nagymaros Project (Hungary/Slovakia) (25 September 1997) [1997] ICJ Rep 7 at para 152).

 

It is equally well-established that an international court or tribunal which has jurisdiction with respect to a claim of state responsibility has, as an aspect of that jurisdiction, the power to award compensation for damage suffered (see the judgment of the International Court of Justice in Fisheries Jurisdiction (Federal Republic of Germany v Iceland) (Merits) (25 July 1974) [1974] ICJ Rep 175 at paras 71–76).

 

42. In these circumstances, bearing in mind the specific nature of art 41 as lex specialis in relation to the general rules and principles of international law, the court cannot interpret this provision in such a narrow and restrictive way so as to exclude inter-state applications from its scope. On the contrary, such interpretation is confirmed by the wording of art 41 which provides for 'afford[ing] just satisfaction to the injured party' (in French -'a la partie lesee'); a 'party' (with a lower-case 'p') has to be understood as one of the actual parties to the proceedings before the court. The respondent government's reference to the current wording of r 60(1) of the Rules of Court (paras 12 and 38, above) cannot be deemed convincing in this respect. In fact, this norm, of a lower hierarchical value compared to the convention itself, only reflects the obvious reality that in practice all the awards made by the court under this provision until now have been directly granted to individual applicants.

 

43. The court therefore considers that art 41 of the convention does, as such, apply to inter-state cases. However, the question whether granting just satisfaction to an applicant state is justified has to be assessed and decided by the court on a case-by-case basis, taking into account, inter alia, the type of complaint made by the applicant government, whether the victims of violations can be identified, as well as the main purpose of bringing the proceedings in so far as this can be discerned from the initial application to the court. The court acknowledges that an application brought before it under art 33 of the convention may contain different types of complaints pursuing different goals. In such cases each complaint has to be addressed separately in order to determine whether awarding just satisfaction in respect of it would be justified.”

 

Το ότι υπάρχει ζήτημα παραβίασης περιουσιακών δικαιωμάτων των εναγόντων  και της ανάγκης αποκατάστασης της ζημιάς  είναι δεδομένο και κάτι τέτοιο  το παραδέχεται  εμμέσως ο αιτητής – εναγόμενος  εφόσον παραπέμπει τους καθ’ ων η αίτηση στην ‘Επιτροπή Ακίνητης Ιδιοκτησίας’ ως το αρμόδιο όργανο αποκατάστασης της αναγνωρισμένης ζημιάς. Όμως το σφάλμα του επιχειρήματος του αιτητή είναι η λανθασμένη του θεώρηση ότι ο χρόνος σταμάτησε το 1974. Με την παρούσα αγωγή δεν προωθείται αγώγιμο δικαίωμα εναντίον της Τουρκίας ως αδικοπραγούντας ώστε η ιδιότητα της ως κυρίαρχο  κράτος να λειτουργεί ως ασπίδα από την προώθηση ένδικων μέσων εναντίον άλλων προσώπων που δυνατόν να θεωρηθούν ότι είναι συναδικοπραγούντες. Απαιτείται ενόψει ζητημάτων κρατικής ασυλίας και της ύπαρξης τέτοιας επιτροπής που λειτουργεί και δέχεται αιτήσεις στο μέρος της Κύπρου που δεν ελέγχεται από την Κυπριακή Δημοκρατία πολυεπίπεδη εξέταση των ζητημάτων που εγείρονται ώστε να διαπιστώσει το Δικαστήριο κατά πόσο αναδύεται θέμα προς εξέταση στα πλαίσια δίκης μεταξύ των διαδίκων με το συγκεκριμένο πραγματικό υπόβαθρο ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

Δύο είναι τα ζητήματα που εγείρονται τα οποία δεν μπορεί το Δικαστήριο να τα επιλύσει έξω από το πλαίσιο της δίκης. Αυτά είναι πρώτο, κατά πόσο η απλή ύπαρξη τέτοιας “Επιτροπής Αποζημίωσης,” που έχει συσταθεί να  λειτουργεί ως μηχανισμός αποκατάστασης  και στην οποία έχουν αποταθεί οι καθ’ων η αίτηση τους αποκλείει από την έγερση έτερου ένδικου μέσου κατά συναδικοπραγούντων. Το δεύτερο ζήτημα προς εκδίκαση είναι κατά πόσον οι ενέργειες των εναγόμενων αλληλοεπιδρούν με την de facto κατάσχεση της περιουσίας των εναγόντων με τρόπο που διαπιστώνεται η δική τους ευθύνη στην  συνεχιζόμενη παράβαση εναντίον των περιουσιακών δικαιωμάτων των καθ’ ων η αίτηση-εναγόντων. Τα δύο ζητήματα είναι περίπλοκα και δεν μπορεί να επιλυθούν συνοπτικά. Εύκολα εντοπίζονται πραγματικά ζητήματα με τα οποία το Δικαστήριο θα πρέπει να ασχοληθεί στην δίκη και που απαιτούν προσεκτική εξέταση των δεδομένων σε σχέση με το πραγματικό πλαίσιο της συγκεκριμένης περίπτωσης ώστε να επιχειρήσει να επιλύσει τα πιο πάνω ζητήματα.

 

Τόσο στην υπόθεση  Xenides Arestis v. Turkey 46347/99 ημερομηνίας 7.12.2006 όσο και την υπόθεση Demades v. Turkey 16219/90 ημερομηνίας 31.7.2003 το Δικαστήριο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων επανέλαβε την θέση ότι η De facto κατάσταση δεν έχει αλλοιώσει τα ιδιοκτησιακά δικαιώματα των Ελληνοκυπρίων ιδιοκτητών ακίνητης ιδιοκτησίας. Τέθηκε υπόψη του ΕΔΑΔ η νέα σύσταση της ‘Επιτροπής Ακίνητης Ιδιοκτησίας’ και την αναγνώρισε ως  θετικό βήμα  διάθεσης πρακτικού  μηχανισμού  αποκατάστασης της  ζημιάς ενόψει της πολύχρονης αδικίας εις βάρος των περιουσιακών δικαιωμάτων ελληνοκυπρίων ιδιοκτητών.  Όμως επεξήγησε ότι η σύσταση της επιτροπής δεν συνιστά εμπόδιο για την έγερση άλλων ένδικων μέσων και ούτε ακυρώνει την δικαιοδοσία του Δικαστηρίου να εξετάσει παραβιάσεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης.  Εγέρθηκαν ζητήματα σε σχέση με το ικανοποιητικό της παρεχόμενης αποζημίωσης και της αποτελεσματικότητας της αποζημίωσης και εν τέλει παρόλο ότι το Δικαστήριο χαιρέτησε την σύσταση της επιτροπής ως βήμα στην σωστή κατεύθυνση ως θέμα αρχής δεν σημείωσε να υπάρχει εμπόδιο που να  απέκλειε το Δικαστήριο να εξετάσει σε κάθε περίπτωση την αποτελεσματικότητα τέτοια θεραπείας. Οι σκέψεις 37 και 38 είναι σχετικές:

 

“37. The Court welcomes the steps taken by the Government in an effort to provide redress for the violations of the applicant's Convention rights as well in respect of all similar applications pending before it. The Court notes that the new compensation and restitution mechanism, in principle, has taken care of the requirements of the decision of the Court on admissibility of 14 March 2005 and the judgment on the merits of 22 December 2005. The Court points out that the parties failed to reach an agreement on the issue of just satisfaction where, like in the case of Broniowski v. Poland (friendly settlement and just satisfaction) ([GC], no. 31443/96, ECHR2005), it would have been possible for the Court to address all the relevant issues of the effectiveness of this remedy in detail. The Court cannot accept the Government's argument that the applicant should now be required at this stage of the proceedings where the Court has already decided on the merits to apply to the new Commission in order to seek reparation for her damages (Doğan and Others v. Turkey (just satisfaction), nos. 8803-8811/02,8813/02 and 8815‑8819/02, §50, 13 July 2006).

 

38. The Court will therefore proceed to determine the compensation the applicant is entitled to in respect of losses emanating from the denial of access and loss of control, use, and enjoyment of her property between 22 January 1990, the date of Turkey's acceptance of the compulsory jurisdiction of the Court, and the present time (Loizidou (Article 50), judgment of 29 July 1998, cited above, p.1817, §31).

 

Το προκάτοχο Δικαστήριο του ICJ Κοινωνία των Εθνών (League of Nations)  στην υπόθεση Factory at Chozrow [1928] PCIL Ser. A No 17 αποφάνθηκε ότι στις περιπτώσεις όπου η στέρηση της περιουσίας πρόκειται ως αποτέλεσμα παράνομης κατάσχεσης ιδιωτικής περιουσίας του εισβολέα (the belligerent) το σωστό μέτρο αποζημιώσεων θα πρέπει να βασίζεται στην σημερινή αξία της εν λόγω περιουσίας συμπεριλαμβανομένου και της απώλειας εσόδων και κερδών του νόμιμου ιδιοκτήτη από την απώλεια χρήσης. Δεν έχει τεθεί υπόβαθρο γεγονότων σε σχέση με την λειτουργία και δράση της εν λόγω  “επιτροπής” για να αξιολογηθεί το έγκυρο αποτελεσματικό και ικανοποιητικό της παρεχόμενης αποκατάστασης. Στη βάση των γεγονότων που έχουν τεθεί ενώπιον μου προκύπτει ότι η αίτηση ενώπιον της ‘Επιτροπής ακίνητης περιουσίας’ καταχωρήθηκε το 2012 και ακόμη εκκρεμεί. Κατά συνέπεια το γεγονός ότι εκκρεμεί η αίτηση ενώπιον της εν λόγω “επιτροπής”  για 14 χρόνια χωρίς επίλυση του ζητήματος είναι γεγονός από μόνο του  που δικαιολογεί την εξέταση του ζητήματος της ύπαρξης εναλλακτικής θεραπείας. Δεν χωράει η έκδοση  συνοπτικής απόφασης ενόψει των ζητημάτων που εγείρονται.  Θα πρέπει να προσκομιστεί μαρτυρία για το ταυτόσημο των θεραπειών που ζητούνται.  Η πολλαπλότητα  των διαδικασιών και η κατάχρηση της διαδικασίας ενόψει της συνέχισης της αγωγής  στην προκειμένη περίπτωση δεν είναι αυταπόδεικτη ώστε να δικαιολογείται η καταστολή της αγωγής. Τίποτε δεν έχει τεθεί ενώπιον μου αναφορικά με τα γεγονότα της υπόθεσης που να με πείθει στο παρόν στάδιο ότι η αποκατάσταση των εναγόντων  στα πλαίσια εναλλακτικής διαδικασίας θα λειτουργεί ως restitutio in integrum, ώστε να θεωρήσω εκ προοιμίου ότι θα πρέπει να καταστείλω την δικαιοδοσία μου ως καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο προς επίλυση διαφοράς που αποσκοπεί στην χορήγηση θεραπείας αποκατάστασης.

 

Στην υπόθεση Joannou v. Turkey 53240/14 ημερομηνίας 12.12.2017 όπου η αιτήτρια παραπονέθηκε για την επάρκεια και την αποτελεσματικότητα της θεραπείας που θα μπορούσε να της παρέχει η εν λόγω “επιτροπή” το Δικαστήριο Ανθρώπινων Δικαιωμάτων αναγνώρισε ότι υφίσταται εναπομείναντα δικαίωμα του παθόντα της ζημιάς να αποταθεί για αποκατάσταση με άλλο ένδικο μέσο.

 

The Court’s assessment

 

113. The Court would stress at the outset that a judgment in which it finds a breach imposes on the respondent State a legal obligation to put an end to the breach and make reparation for its consequences in such a way as to restore as far as possible the situation existing before the breach (see, amongst many others, Vistiņš and Perepjolkins v. Latvia (just satisfaction) [GC], no. 71243/01, §33, ECHR 2014).

 

114. Contracting States that are parties to a case are in principle free to choose the means whereby they will comply with a judgment in which the Court has found a breach. This discretion as to the manner of execution of a judgment reflects the freedom of choice attaching to the primary obligation of the Contracting States under the Convention to secure the rights and freedoms guaranteed (Article 1). If the nature of the breach allows restitutio in integrum, it is for the respondent State to effect it, the Court having neither the power nor the practical ability to do so itself. If, on the other hand, national law does not allow – or allows only partial – reparation to be made, Article 41 empowers the Court to afford the injured party such satisfaction as appears to it to be appropriate (see Iatridis v. Greece (just satisfaction) [GC], no. 31107/96, §33, ECHR 2000‑XI, and Kurić and Others v. Slovenia (just satisfaction) [GC], no.26828/06, § 80, ECHR 2014).

 

115. As a rule, the fact that an applicant may still receive an award in respect of pecuniary damage under the domestic legal proceedings does not deprive the applicant of his or her right to claim compensation under Article 41 of the Convention (see, for instance, Mikheyev v. Russia, no.77617/01, §155, 26 January 2006, and S.L. and J.L. v. Croatia (just satisfaction), no.13712/11, § 15, 6 October 2016, with further references). However, exceptionally, if the circumstances of the case so warrant, the Court may decide not to grant compensation as the applicant can obtain compensation at domestic level (see, for instance, Mascolo v. Italy, no. 68792/01, §55, 16 December 2004, and Bistrović v. Croatia, no. 25774/05, §58, 31 May 2007).

 

Κατά δεύτερο λόγο η απαίτηση στρέφεται εναντίον προσώπων που τους καταλογίζεται ότι μέσω κάποιας οντότητας, η ιδιότητα της οποίας δεν είναι γνωστή στο Δικαστήριο, έχουν όφελος από την λειτουργία του τουριστικού καταλύματος.  Στην υπόθεση Aretesa Trading Co. v Credit bank Of Moscow το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε γιατί εταιρεία που δεν έχει συσταθεί νομότυπα καταλήγει σε μη οντότητα ως ακολούθως:

 

‘Η υπό κρίση περίπτωση αφορούσε εκχώρηση δικαιωμάτων από μη συσταθείσα οντότητα, αλλά και από τους ιδιοκτήτες ή μέλη της στην υπαρκτή και νομίμως εγγεγραμμένη εφεσείουσα 1. Παρά ταύτα κρίθηκε ότι εφόσον από όσα είχαν τεθεί από τους ίδιους τους εφεσείοντες μοναδικός στόχος της δημιουργίας της εφεσείουσας 1 ήταν να αναλάβει την εκτός νόμου οντότητα ή επιχείρηση ώστε να χρησιμοποιηθεί ως «όχημα» για νομιμοποίηση της έκνομης εταιρείας, η όλη διαδικασία και η αγωγή, αποτελούσαν «καινοφανούς μορφής κατάχρηση», κατάχρηση που νομολογιακά, αλλά και από τη σύμφυτη εξουσία του Δικαστηρίου, όφειλε να αναχαιτιστεί.  Η εφεσείουσα 1 δεν μπορούσε να αντλήσει δικαιώματα από παράνομες δραστηριότητες ή από πρόσωπα που ασκούσαν επιχείρηση στην κατεχόμενη περιοχή της Δημοκρατίας, ούτε και επιλεκτικά μπορούσε η μη νόμιμη οντότητα να έχει δύο μορφές, δηλαδή, ως εταιρεία στην κατεχόμενη περιοχή, οι μέτοχοι της οποίας, ως φυσικά πρόσωπα, να νομιμοποιούνταν ταυτόχρονα με την εκχώρηση δικαιωμάτων σε εταιρεία εγγεγραμμένη στη Δημοκρατία.’

 

Αντλώντας καθοδήγηση στην βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στην, πιο πάνω, απόφαση δημιουργείται ζήτημα σε σχέση με την ιδιότητα των εναγόμενων οι οποίοι συνδέονται με τις επιχειρηματικές δραστηριότητες στο τουριστικό κατάλυμα που καταλαμβάνει την περιουσία των εναγόντων. Δεν είναι αυταπόδεικτο ότι καλύπτονται από το εταιρικό πέπλο ως μέτοχοι οντότητας που  πιθανόν να είναι ανύπαρκτη και/ή μη γνωστή στο Δικαστήριο. Κατά δεύτερο λόγο γεγονότα όπως το πως έτυχε να επωφελούνται από την εν λόγω επιχείρηση δεν είναι άσχετα με το κατά πόσο το Δικαστήριο θα αποφανθεί κατά πόσο  έχουν ευθύνη ως συναδικοπραγούντες για τα τεκταινόμενα της παράνομης επέμβασης που είναι δεδομένη επί της γης.

 

 

Το Αστικό Αδίκημα της παράνομης επέμβασης

 

Το αντικείμενο της διαφοράς αφορά το αστικό αδίκημα της παράνομης επέμβασης.

 

Στο Αγγλικό σύγγραμμα Clerk & Lindsell on Torts, Sweet & Maxwell , 1954 Chapter 16 par. 899 επεξηγείται ότι οποιαδήποτε αδικαιολόγητη ενόχληση που επηρεάζει το δικαίωμα κατοχής άλλου προσώπου σε ακίνητη ιδιοκτησία μπορεί να αποτελέσει παράνομη επέμβαση. Είναι αρκετό κάποιος να εισέλθει στο ακίνητο απρόσκλητος για να θεμελιωθεί αγώγιμο δικαίωμα για παράνομη επέμβαση.

 

Οποιοδήποτε πρόσωπο που είναι κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας δικαιούται να εγείρει αξίωση εναντίον άλλου προσώπου για παράνομη επέμβαση. Για να θεωρείται κάποιος ότι είναι κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας πρέπει να αποδείξει ότι έχει τον φυσικό έλεγχο της ακίνητης ιδιοκτησίας. Συνεπώς, το θέμα της κατοχής είναι πραγματικό ζήτημα που εξαρτάται από τις πραγματικές παραστάσεις της κάθε πλευράς (Clerk & Lindsell on Torts, Chapter 16 par. 906).

 

Στην περίπτωση κτιριακών εγκαταστάσεων η κατοχή αποδεικνύεται με πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου ή εάν δεν έχει την πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου δηλαδή να είναι μέσα στο κτίριο ο ίδιος αποδεικνύεται με το να αποδείξει ότι έχει στην κατοχή του το κλειδί του κτιρίου με το οποίο έχει ελεύθερη πρόσβαση στις κτιριακές εγκαταστάσεις (Clerk & Lindsell on Torts, Chapter 16 par 906).

 

Ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου τεκμαίρεται ότι είναι και κάτοχος του ακινήτου εκτός εάν υπάρχουν αποδείξεις ότι κάποιο άλλο πρόσωπο έχει την πραγματική φυσική κατοχή του ακινήτου. Όμως εάν μεταξύ δύο προσώπων υπάρχει διαφορά σε σχέση με το ποιος είναι ο πραγματικός κάτοχος της ακίνητης ιδιοκτησίας υπάρχει μαχητό τεκμήριο ότι κάτοχος είναι το πρόσωπο που είναι ο εγγεγραμμένος ιδιοκτήτης του ακινήτου (Clerk & Lindsell on Torts, Chapter 16 par. 906).

 

Δεν μπορεί μη φυσικό πρόσωπο να κατέχει περιουσία και να την ελέγχει. Αποδίδεται στους εναγόμενους ότι αυτοί είναι υπεύθυνοι για την ύπαρξη του τουριστικού καταλύματος και προσπορίζονται όφελος. Θα πρέπει να ακουσθεί μαρτυρία για να κριθεί κατά πόσο υπάρχει καθήκον των αιτητών-εναγόμενων έναντι των καθ’ων η αίτηση εναγόντων σε σχέση με την λειτουργία του τουριστικού καταλύματος. Η ύπαρξη εννοιολογικού καθήκοντος επιμέλειας εξαρτάται από την γνώση των εναγόμενων  και την σχέση τους με την εν λόγω επιχείρηση. Είναι πρόωρο να αποκλειστεί κατά πόσο η σχέση των εναγόμενων εμπερικλείει εννοιολογικού καθήκοντος επιμέλειας (Νοtional Duty Clerk & Lindsell on Torts πιο πάνω, παράγραφος 8-06) υπό τις περιστάσεις και κατά πόσο οι σχέσεις τους με την επιχείρηση και το τουριστικό κατάλυμα ανήκει  στην εμβέλεια του εννοιολογικού καθήκοντος επιμέλειας που επεξήγησε Αγγλικό Εφετείο στην υπόθεση Donaghue v. Stevenson [1932] AC 562:

 

“The rule that you are to love your neighbor becomes in law you must not injure your neighbor. And the lawyer's question who is my neighbor? Receives a restricted reply You must take reasonable care to avoid acts or omissions which you can reasonably foresee would be likely to injure your neighbor. Who, then, in law is my neighbor? The answer seems to be- persons who are so closely and directly affected by my act that it ought reasonably to have been in contemplation as being so affected when I am directing my mind to the acts or omissions which are called in question.”

 

Κατάληξη

 

Αναδύονται επίδικα ζητήματα στην αγωγή. Η κρίση του Δικαστηρίου σε σχέση με τα πιο πάνω ερωτήματα  χρήζει σφαιρικής αντίληψης των συνθηκών και των γεγονότων που προβάλλουν την απαίτηση και θα πρέπει να παρέχεται σε κάθε διάδικο η ευκαιρία να προβάλλει τις δικές του θέσεις και τη μαρτυρία του, καθώς επίσης να παρέχεται στον κάθε διάδικο η ευκαιρία να αμφισβητήσει τις θέσεις της άλλης πλευράς μέσω της αντεξέτασης. Η επίλυση προς όφελος του αιτητή- εναγόμενου τέτοιων πολυσύνθετων ζητημάτων εκ προοιμίου στο στάδιο αυτό με δεδομένου του επιφανειακού τρόπου που έχουν εγερθεί, δεν είναι δίκαιο στο παρόν στάδιο, εφόσον το Δικαστήριο σ’ αυτές τις Αιτήσεις θα πρέπει να εντοπίζει επίδικα θέματα προς εκδίκαση και όχι να τα επιλύει. Ένα είναι το σίγουρο, ότι υπάρχουν πραγματικά ζητήματα που πρέπει να επιλυθούν ενόψει των αμφισβητήσεων που υπάρχουν. Οι ενάγοντες θα πρέπει να αφεθούν να αποδείξουν την απαίτηση τους με τον παραδοσιακό τρόπο, ως ορίζει το άρθρο 30 του Συντάγματος. Τα όσα έχουν προβληθεί από τους διαδίκους στα πλαίσια της αίτησης χρήζουν αξιολόγησης.

 

Ενόψει των όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, διαπιστώνω ότι υπάρχει τουλάχιστον ένα ζήτημα προς εκδίκαση. Η έκδοση απόφασης σ’ αυτό το στάδιο και υπό αυτές τις περιστάσεις με αποτέλεσμα την συνοπτική απόρριψη της απαίτησης, θα αποτελούσε άδικη και αυθαίρετη άρνηση της δικαιοσύνης.

 

Κατά συνέπεια, η αίτηση απορρίπτεται και τα έξοδα της αίτησης ήτοι το ποσό των €8.000 ως έχει συμφωνηθεί επιδικάζεται υπέρ των καθ’ ων η αίτηση και εναντίον του αιτητή.

 

 

                                                                  (Υπ.) ………..………………………….……..

                                                                           Ν. Ταλαρίδου-Κοντοπούλου, Π.Ε.Δ.

 

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 

/ΕΠ

 



[1] Άρθρο 2 του Ν.139/1991

[2] Σχετικές είναι οι αναφορές στην Demopoulos and Others v. Turkey.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο