Μητροπολίτης (πρ.) Πάφου Τυχικός ν. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου μέσω της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, Αίτηση Αρ.: 7Φ/2026, 15/5/2026
print
Τίτλος:
Μητροπολίτης (πρ.) Πάφου Τυχικός ν. Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου μέσω της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου, Αίτηση Αρ.: 7Φ/2026, 15/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: M. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Αίτηση Αρ.: 7Φ/2026

 

Μεταξύ:

                              Μητροπολίτης (πρ.) Πάφου Τυχικός

                                                                    Αιτητής

 

                  -και-

 

                           Ιερά Αρχιεπισκοπή Κύπρου μέσω της Ιεράς Συνόδου

                           της Εκκλησίας της Κύπρου

            Καθ’ ων η Αίτηση

----------------------------------------------------------------

Μονομερής Αίτηση ημερομηνίας 12/5/2026 για έκδοση προσωρινών διαταγμάτων πριν την καταχώρηση απαίτησης  (Έντυπο αρ.33)

 

Ημερομηνία: 15 Μαΐου 2026

 

ΕΜΦΑΝΙΣΕΙΣ:

Για τον Αιτητή : κ. Σ. Οικονόμου με κα Ε. Μενεγάκη για Μ. Χ. Μυλωνάς & Συνεργάτες ΔΕΠΕ και κ. Α. Γιακουμάκης.

 

ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Με την παρούσα αίτηση του, ο Αιτητής ζητά την έκδοση διαφόρων προσωρινών διαταγμάτων, τα οποία συνοπτικά έχουν ως εξής:

 

Α.  Διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση και/ή εκπροσώπους και/ή αντιπροσώπους και/ή εξουσιοδοτημένα από αυτούς πρόσωπα να προχωρήσουν στην εκλογή νέου Μητροπολίτη Πάφου.

 

Β. Διάταγμα που να απαγορεύει την τροποποίηση του Καταστατικού Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, αναφορικά με τον τρόπο που εκκλέγονται οι Μητροπολίτες.

 

Γ. Διάταγμα που να απαγορεύει στους Καθ’ ων η αίτηση να λάβουν αποφάσεις που επηρεάζουν τη θέση και/ή τα δικαιώματά του Αιτητή.

 

Δ. Διάταγμα που να αναστέλλει τις επερχόμενες συνεδρίες της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου της 18, 19 και 20 Μαίου 2026 και/ή οποοιασδήποτε άλλης ημερομηνίας με θέματα ατζέντας που αφορούν τον τρόπο που εκλέγονται οι Μητροπολίτες.

 

Ε. Διαζευτικά με το αιτητικό Δ ανωτέρω, διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ’ ων η αίτηση και/ή τον Αρχιεπίσκοπο και/ή οποιοδήποτε εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο τους, όπως προσκαλέσει και/ή προσκαλέσουν τον Αιτητή ως εν ενεργεία Αρχιερέα, στις συνεδρίες της Ιεράς Συνόδου της 18, 19 και 20 Μαίου 2026 και ή σε όλες τις μελλοντικές συνεδρίες.

 

ΣΤ. Διάταγμα που να απαγορεύει οποιαδήποτε απόφαση περί αποκλεισμού του Αιτητή από τις συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου και τις συνοδικές  διαδικασίες.

 

Ζ.  Διάταγμα που να απαγορεύει οποιαδήποτε απόφαση των Καθ’ ων η αίτηση περί καθαίρεσης και/ή νέας και/ή περαιτέρω ποινής, χωρίς συμμόρφωση προς τον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας της Κύπρου, το Σύνταγμα και τις αρχές της φυσικής δικαιοσύνης.

 

Η. Διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ’ ων η αίτηση και/ή οποιοδήποτε εκπρόσωπο και/ή αντιπρόσωπο και/ή εξουσιοδοτημένο πρόσωπο τους να παύσουν και/ή ανακαλέσουν οποιεσδήποτε δυσφημιστικές για το πρόσωπο, τη θέση ή το αξίωμα του Αιτητή, αναφορές και/ή δημόσιες δηλώσεις και/ή εκφράσεις που υπερβαίνουν τον αναγκαίο σχολιασμό.

Θ. Διάταγμα που να διατάσσει τους Καθ’ ων η αίτηση όπως:

1. παραχωρήσουν στον Αιτητή την απόφαση της Ιεράς Συνόδου ημερομηνίας 22/5/2025, τα πρακτικά της συνεδρίας της εν λόγω ημερομηνίας και της συνεδρίας ημερομηνίας 8/1/2026 και οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα στα οποία φέρεται να στηρίχθηκαν οι αποφάσεις ημερομηνίας 22/5/2025,

2. παραχωρήσουν και/ή επιτρέψουν την πρόσβαση του Αιτητή στα γραφεία και στα αρχεία της Μητρόπολης Πάφου, όπου διατηρούνται κρίσιμα έγγραφα και/ή στοιχεία που είναι αναγκαία προς το σκοπό προώθησης της παρούσας αγωγής/απαίτησης και/ή προς το σκοπό αντίκρουσης, σε περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, και

3. προβούν σε επανεξέταση/επανάληψη της διαδικασίας τηρώντας τη νόμιμη διαδικασία κρίσης του Αιτητή.

 

Ι. Διάταγμα που να αναστέλλει οποιαδήποτε περαιτέρω διαδικασία για την πλήρωση της θέσης Μητροπολίτη στην Ιερά Μητρόπολη Πάφου.

 

Κ. Διάταγμα που να απαγορεύει και/ή αναστέλλει τη διενέργεια οποιασδήποτε περαιτέρω συνεδρίας της Ιεράς Συνόδου για οποιοδήποτε θέμα αφορά τον Αιτητή και/ή την λήψη οποιωνδήποτε αποφάσεων σε βάρος του Αιτητή και/ή που άμεσα και/ή έμμεσα επηρεάζουν τη θέση του και/ή τα δικαιώματα του.

 

Παρενθετικά, πριν αναφερθεί οτιδήποτε άλλο, σημειώνεται ότι κατά το στάδιο των αγορεύσεων στις 14/5/2026, η πλευρά του Αιτητή ζήτησε και έλαβε άδεια για απόσυρση του αιτητικού Ε, το οποίο απορρίφθηκε.

 

Η αίτηση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023, όπως έχουν τροποποιηθεί, Κανονισμοί 23, 23.2(2) και (4), 25, 25.1, 25.2, 25.3, 25.4, 25.6, 25.7, στον περί Δικαστηρίων Νόμο του 1960 (Ν.14/1960), όπως έχει τροποποιηθεί, άρθρο 32, στον περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμο (Κεφ. 6), άρθρα 3, 4, 5 και 9, στο Σύνταγμα της Κυπριακής Δημοκρατίας, άρθρα 30 - 35, στην ΕΣΔΑ, άρθρο 6, στη σχετική νομολογία και στην διακριτική ευχέρεια και πρακτική του Δικαστηρίου.

Η αίτηση καταχωρίστηκε δια του Εντύπου 33, ήτοι πριν την έγερση της Απαίτησης, και χωρίς να επιδοθεί αντίγραφο της στους Καθ’ ων η αίτηση. Όπως καταγράφεται στην αίτηση, η αίτηση υποβλήθηκε χωρίς ειδοποίηση επειδή υπάρχει κατεπείγον αφου έχει δημοσιοποιηθεί ότι έχουν ήδη οριστεί συνεδριάσεις της Ιεράς Συνόδου στις 18, 19 και 20 Μαίου 2026 για εξέταση και έγκριση νέου Καταστατικού Χάρτη και οι σχεδιαζόμενες αλλαγές συνδέονται άμεσα με την υπόθεση του Αιτητή. Επίσης, σύμφωνα με τα δημοσιεύματα και τις δημόσιες δηλώσεις του Μακαριώτατου, αναμένεται μέχρι το τέλος Μαίου η εκλογή νέου Μητροποπολίτη Πάφου, επί τη βάσει του νέου Καταστατικού Χάρτη που θα ψηφισθεί, ενώ περαιτέρω, ο Μακαριώτατος άφησε ανοικτό το ενδεχόμενο επιβολής περαιτέρω ποινών στον Αιτητή ή και την έσχατη των ποινών, δηλαδή την καθαίρεση του.

 

Περιπλέον, αναφέρεται στην αίτηση ότι υπάρχει κίνδυνος τετελεσμένων, μη αναστρέψιμων. Πιο συγκεκριμένα, αν πληρωθεί ο μητροπολιτικός θρόνος της Πάφου και ή τροποποιηθεί ο Καταστατικός Χάρτης και/ή ληφθούν μη αναστρέψιμες συνοδικές αποφάσεις, τότε θα δημιουργηθούν τετελεσμένα, μη αναστρέψιμα και μη επανορθώσιμα με αποζημιώσεις, που θα καταστήσουν άνευ αντικειμένου την αγωγή/απαίτηση του Αιτητή. Περαιτέρω, η προσωρινή αναστολή διατηρεί το status quo μέχρι να εκδικαστεί η αγωγή ή μέχρι νεότερη διαταγή του Δικαστηρίου και δεν προκαλεί δυσανάλογη ζημιά στην Εκκλησία, νοουμένου ότι μετά την απόφαση της έκπτωσης του Αιτητή ημερ.22/5/2025 ορίστηκε Τοποτηρητής της εν λόγω Μητρόπολης ο Αρχιεπίσκοπος, προς διοίκηση και διαποίμανση της, ενώ η μη έκδοση προσωρινού διατάγματος θα επιφέρει ανεπανόρθωτη βλάβη στον Αιτητή.   

 

Η αίτηση υποστηρίζεται από δήλωση του Αιτητή. Πρόκειται για πολυσέλιδη δήλωση, η οποία αριθμεί 124 παραγράφους και στην οποία επισυνάπτονται 28 τεκμήρια.

 

Η ουσία των θέσεων που προβάλλει είναι ότι τόσο η απόφαση ημερομηνίας 22/5/2025 για την έκπτωση του από τη θέση του Μητροποπολίτη Πάφου, όσο και η απόφαση ημερ.8/1/2026, με την οποία αποφασίστηκε η επ’ αόριστον αργία του, λήφθηκαν κατά παράβαση των προβλεπόμενων διαδικασιών του Καταστατικού Χάρτη, δεν ήταν νόμιμες και είναι άκυρες.

Ειδικά για την απόφαση ημερ. 22/5/2025, αναφέρει ότι ουδέποτε του επιδόθηκε, ενώ παρά τα επανειλημμένα προφορικά και γραπτά αιτήματα του (29/5/2025 και 18/6/2025) προς την Γραμματεία της Ιεράς Συνόδου, δεν του χορηγήθηκε αντίγραφο της απόφασης, αλλά ούτε των πρακτικών, των τεκμηρίων και των καταγγελιών στις οποίες στηρίχθηκε.

 

Εναντίον της εν λόγω απόφασης για την έκπτωση του υπέβαλε Έκκλητο, ήτοι προσφυγή ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, «που αποτελεί το ανώτερο εκκλησιαστικό ένδικο μέσο» και η απόφαση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου επικυρώθηκε στις 17/10/2025, παρά τη διαπίστωση παρατυπιών και παραλείψεων στη διαδικασία της κρίσης του. 

 

Ας σημειωθεί ότι ο Αιτητής εξαπολύει βολές και εναντίον της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, την οποία, για τους λόγους που εξηγεί,  θεωρεί επίσης εσφαλμένη και ληφθείσα κατά παράβαση των αρχών της δίκαιης δίκης.

 

Ως προς την απόφαση ημερ.8/1/2026, προβάλλει τη θέση ότι λήφθηκε μετά την επίδοση στον Αρχιεπίσκοπο στις 5/1/2026, επιστολής του ημερ.8/12/2025, με την οποία ζητούσε επανεξέταση της απόφασης ημερ.22/5/2025 και ανάκληση της, καθώς επίσης τον ενημέρωνε ότι θα προσφύγει στα πολιτικά Δικαστήρια. Το αίτημα του όχι μόνο δεν έγινε αποδεκτό, αλλά η τελευταία αναφορά του αποτέλεσε τον κυριότερο λόγο που συνήλθε έκτακτα η Ιερά Σύνοδος και του επέβαλε την ποινή της επ’ αόριστον αργίας.

 

Ως αναφέρει, εναντίον της εν λόγω απόφασης ημερομηνίας 8/1/2026 άσκησε προσφυγή ενώπιον της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου, όμως αυτή είχε την ίδια κατάληξη με την προηγούμενη, καθότι απορρίφθηκε στις 12/3/2026, ενώ η σχετική απόφαση κοινοποιήθηκε στον ίδιο στις 16/3/2026.

 

Επίσης, ο Αιτητής αναφέρεται σε δημοσίευμα ημερομηνίας 24/1/2026 όπου υπάρχει αναφορά σε δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου, οι οποίες κατά τον ίδιο πλήττουν την ηθική και πνευματική του υπόσταση, και επηρεάζουν την κοινωνική και εκκλησιαστική του φήμη. Κάνει λόγο δε, για κακόβουλες δηλώσεις σε βάρος του. Επισυνάπτει επίσης διάφορα άλλα δημοσιεύματα, στα οποία υπάρχουν αναφορές για καταστατικές αλλαγές και σε διαδικασία εκλογής νέου Μητροπολίτη Πάφου το τριήμερο 18-20 Μαίου 2026.

 

Τέλος, είναι η θέση του ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις για την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων, περιλαμβανομένου και του στοιχείου του κατεπείγοντος, ενόψει των συνεδριάσεων της Συνόδου στις 18-20 Μαίου 2026.

 

Στις 14/5/2026, οπότε ήταν ορισμένη η αίτηση, η πλευρά του Αιτητή παρουσίασε γραπτώς την αγόρευση της, ενώ ο κ. Οικονόμου προέβη και σε σύντομη προφορική αγόρευση ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο της οποίας απάντησε και σε ερωτήσεις του Δικαστηρίου. Βασική θέση του Αιτητή είναι ότι «είναι επείγον να εκδοθεί στη μονομερή βάση, να εκδοθούν στη μονομερή βάση τα αιτούμενα διατάγματα κυρίως και για τον λόγο ότι επίκεινται συνεδρίες την άλλη εβδομάδα». Ως προς τον χρόνο καταχώρησης της αίτησης και το ζήτημα του κατεπείγοντος, ανέφερε ότι «η ανακοίνωση της σύγκλισης των συνεδριάσεων έγινε πολύ πρόσφατα, δηλαδή προηγουμένως δεν υπήρχε ενημέρωση ή οποιαδήποτε ανακοίνωση από τους Καθ' ων η Αίτηση για το πότε θα συνέρχονταν οι συνεδριάσεις οι οποίες έχουν σκοπό να χειριστούν τα επίδικα θέματα για την τροποποίηση του καταστατικού κ.λπ.»

 

Απαντώντας σε σχετική ερώτηση του Δικαστηρίου για την καταχώρηση της αίτησης με το Έντυπο 33, δηλαδή πριν την έγερση απαίτησης και τις προυποθέσεις που τίθενται, ανέφερε μεταξύ άλλων ότι «..ουσιαστικά ο λόγος πάλι περιστρέφεται γύρω από το θέμα του κατεπείγοντος. Επειδή πρόσφατα είχαμε την πληροφόρηση... την ενημέρωση για τη σύγκλιση των συνελεύσεων, θα παρατηρείτο καθυστέρηση στην καταχώριση της αίτησης μέχρι να ετοιμαστεί η αγωγή ή απαίτηση και με δεδομένο ότι οι θεσμοί, οι νέοι κανονισμοί της Πολιτικής Δικονομίας, εάν η αίτηση προχωρήσει σε οποιανδήποτε βάση το Δικαστήριο μπορεί να δώσει άμεσα οδηγίες για σύντομη καταχώριση εντύπου απαίτησης, θεωρούμε ότι ήταν ορθή η επιλογή μας υπό τις περιστάσεις.»

Έχω βεβαίως θέσει ενώπιον μου το σύνολο της γραπτής αγόρευσης των συνηγόρων του Αιτητή, καθώς και τις προφορικές θέσεις που αναπτύχθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου από τον κ. Οικονόμου.

 

Το Μέρος 25.2 επί του οποίου στηρίζεται η αίτηση προβλέπει τα ακόλουθα:

 

« 25.2. Χρόνος έκδοσης διατάγματος για ενδιάμεση θεραπεία

(1) Διάταγμα για ενδιάμεση θεραπεία μπορεί να εκδοθεί σε οποιοδήποτε χρόνο περιλαμβανομένου του χρόνου:

(α) πριν από την καταχώριση απαίτησης· και

(β) μετά την έκδοση απόφασης.

(2) Ωστόσο:

(α) η παράγραφος (1) τελεί υπό την επιφύλαξη οποιασδήποτε άλλης πρόνοιας σε κανονισμό ή νομοθεσία η οποία προνοεί διαφορετικά·

(β) το δικαστήριο δύναται να χορηγήσει ενδιάμεση θεραπεία πριν από την καταχώριση απαίτησης μόνο αν:

(i) το θέμα είναι επείγον· ή

(ii) υφίστανται άλλες ιδιαίτερες περιστάσεις.»

 

Στην απόφαση ημερομηνίας 17/9/2024, που εκδόθηκε στην Αίτηση αρ. 9/24[1], η κα Γ. Π. Κορφιώτη, Π.Ε.Δ., ανέφερε τα εξής ως προς τη συγκεκριμένη πρόνοια, με τα οποία συμφωνώ:

 

« Η συγκεκριμένη πρόνοια αποτελεί μια από τις αλλαγές που επέφεραν οι νέοι Κανονισμοί αφού η έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος πριν από την έγερση της απαίτησης στη βάση των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας δεν ήταν δυνατή. Τούτο, βεβαίως, κατέστη εφικτό σε συνδυασμό με την τροποποίηση του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν. 14/60 με το Ν. 107(Ι)/2024.

 

Ενόψει της πρόσφατης προσθήκης της πιο πάνω πρόνοιας, δεν υπάρχει νομολογία ως προς το τι συνιστά «επείγον θέμα» ή «άλλη ιδιαίτερη περίσταση» ως καθορίζεται στο Μέρος 25.2(2)(β). Καθοδήγηση μπορεί να αντληθεί από τη νομολογία ως εξελίχθηκε μέχρι σήμερα στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων που καθορίζει το άρθρο 9 του περί Πολιτικής Δικονομίας Νόμου κατά την εξέταση αιτήματος για χορήγηση θεραπείας μονομερώς αλλά και από αγγλικά συγγράμματα και νομολογία αφού το Μέρος 25.2(2) αντιστοιχεί στο αγγλικό Part 25.2. όπου αντί της αναφοράς σε ύπαρξη ιδιαίτερων περιστάσεων, προβλέπεται πως τέτοιο διάταγμα μπορεί να εκδοθεί όταν είναι επιθυμητό για το συμφέρον της δικαιοσύνης.

 

Στη σελίδα 889 του White Book 2021 αναφέρονται τα εξής:

 

«Interim Remedy granted before claim made - urgency and the interests of justice (r. 25.2.(2)(b))

 

The general rule is that an order for an interim remedy may be made at any time; but the court may grant an interim remedy before proceedings have been started only if (i) the matter is urgent, or (ii) it is otherwise desirable to do so in the interests of justice (r.25.2(2)(b)). The court should not entertain an application of which no notice has been given unless either giving notice would enable the defendant to take steps to defeat the purpose of the application or there has been literally no time to give notice before the remedy is required (National Commercial Bank Jamaica Ltd v Olint Corp Ltd (Practice Note) [2009] UKPC 16[2009] 1 W.L.R. 1405, PC). Some interim remedies have been designed specifically for use before a claim has been made. »

 

Μελέτη των προνοιών του Μέρους 25.2 σε συνδυασμό με το πιο πάνω απόσπασμα από το White Book, δεικνύει, κατά την κρίση μου, πως η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης αποτελεί την εξαίρεση και όχι τον κανόνα.

 

Στο πλαίσιο εξέτασης των προϋποθέσεων που καθορίζει ο Κανονισμός 25.2(2)(α), παρατηρώ καταρχήν πως δεν έχω διαπιστώσει να υφίσταται άλλη πρόνοια κανονισμός ή νομοθεσία που να προβλέπει διαφορετικά ή να εμποδίζει την έκδοση των αιτούμενων διαταγμάτων. 

 

Παραμένει, λοιπόν, να εξεταστεί κατά πόσον, στη βάση της μαρτυρίας που προσκόμισαν οι Αιτητές, διαπιστώνεται η ύπαρξη επείγοντος θέματος ή άλλων ιδιαίτερων περιστάσεων.

 

Σύμφωνα με τη νομολογία (βλ. ενδεικτικά Βγενόπουλος κ.ά. ν. Cyprus Popular Bank Public Co Ltd, Πολιτική Έφεση αρ. Ε141/2014, απόφαση ημερομηνίας 13.9.2024 και Χατζηβασιλείου ν. White Knight Holdings Ltd  (2004) 1 A.A.Δ.203), κατεπείγον θεωρείται ζήτημα, το οποίο περιέρχεται σε γνώση του προσφεύγοντος σε χρόνο που δεν του παρέχεται η δυνατότητα κίνησης των νενομισμένων διαδικασιών προς γνωστοποίηση του αιτήματος του στον αντίδικό του και εξασφάλιση του δικαιώματος του δευτέρου να ακουστεί. Σε αριθμό αποφάσεων το Ανώτατο Δικαστήριο υπέδειξε πως λόγοι συνυφασμένοι με την πεμπτουσία της απονομής της δικαιοσύνης, επιβάλλουν την παροχή ευκαιρίας ακρόασης στον αντίδικο, πριν το δικαστήριο επιληφθεί θέματος που επηρεάζει τα δικαιώματα ή τα κατά νόμο συμφέροντά του. Η παροχή θεραπείας ερήμην του αντιδίκου αποτελεί εξαιρετικό μέτρο το οποίο μπορεί να αναζητηθεί μόνον, εφόσον εξ αντικειμένου δεν παρέχεται άλλο μέσο προστασίας των δικαιωμάτων του αιτούντος. 

 

Οι πιο πάνω αρχές αποτελούν καθοδήγηση ως προς την ερμηνεία του όρου «επείγον» και «ιδιαίτερες περιστάσεις», ενώ κρίνεται ορθό να λεχθεί πως στην περίπτωση εξέτασης της δυνατότητας χορήγησης ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης, θα πρέπει να λαμβάνεται επιπροσθέτως υπόψη η φύση της διαφοράς αλλά και η φύση της θεραπείας που ζητείται, και τούτο σε συνάρτηση με την ύπαρξη κάποιας αντικειμενικής αδυναμίας  αναφορικά με την μη καταχώρηση εντύπου απαίτησης στις περιπτώσεις όπου δεν επιδιώκεται η έκδοση διατάγματος για επιθεώρηση εγγράφων, περιουσίας, αποκάλυψη εγγράφων ή πληροφοριών ώστε να καταστεί εφικτή η καταχώρηση της απαίτησης.  »

 

Εξετάζοντας τους ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον Αιτητή, παρατηρώ ότι ο Αιτητής γνώριζε για την έκδοση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου ημερομηνίας 22/5/2025 από την ίδια ημέρα της έκδοσης της, οπότε του ανακοινώθηκε ότι κηρύχθηκε έκπτωτος από το θρόνο της Μητρόπολης Πάφου. Ως προς την προσφυγή του στο Οικουμενικό Πατριαρχείο, η απόφαση ημερομηνίας 17/10/2025 για την επικύρωση της εν λόγω απόφασης του αναγνώστηκε την ίδια μέρα από τον Οικουμενικό Πατριάρχη. Επισημαίνεται εδώ, ότι με την επιστολή του ημερομηνίας 8/12/2025 προς τον Αρχιεπίσκοπο, ζητούσε την επανεξέταση της απόφασης ημερομηνίας 22/5/2025 και την ανάκληση της, ενώ περαιτέρω με την ίδια επιστολή τον ενημέρωνε για την πρόθεση του να προσφύγει στα πολιτικά Δικαστήρια.

 

Επίσης, ο Αιτητής ενημερώθηκε αυθημερόν για το αποτέλεσμα της συνεδρίας ημερομηνίας 8/1/2026 που ακολούθησε, στο πλαίσιο της οποίας εκδόθηκε η απόφαση με την οποία τέθηκε σε αργία.

 

Ο Αιτητής μπορεί να ζήτησε την απόφαση ή τις αποφάσεις, τα πρακτικά και τα στοιχεία που υποστήριζαν τις καταγγελίες εναντίον του, τα οποία δεν έλαβε, όπως ισχυρίζεται, όμως οι ισχυριζόμενες παραβάσεις του Καταστατικού Χάρτη εκ μέρους της Ιεράς Συνόδου και όλα τα γεγονότα που παραθέτει εν γένει, επί των οποίων οικοδομεί τα επιχειρήματα του, ήταν γνωστά στον ίδιο από καιρό. Εξάλλου, τούτο προκύπτει και από το γεγονός ότι επί τη βάσει των ίδιων γεγονότων προσέφυγε στο Ανώτατο Δικαστήριο σε διάφορες περιπτώσεις προς εξασφάλιση άδειας να καταχωρήσει διαδικασίες για ακύρωση των ίδιων αποφάσεων για τις οποίες παραπονείται στην παρούσα. Πιο συγκεκριμένα.

 

Στην Αίτηση αρ. 307/2025 (βλ. απόφαση ημερομηνίας 14/1/2026), ο αιτητής ζήτησε «επέκταση της προθεσμίας για την καταχώρηση για άδεια για την καταχώριση αίτησης με κλήση για την έκδοση προνομιακού εντάλματος Certiorari για την ακύρωση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερ.22.5.2025, με την οποία κηρύχθηκε έκπτωτος από τον Μητροπολιτικό Θρόνο και της απόφασης της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου ημερ.17.10.2025, με την οποία επικυρώθηκε η απόφαση ημερ.22.5.2025.» Για τους λόγους που εξηγούνται στην απόφαση, η αίτηση του απορρίφθηκε.

 

Με την αίτηση 8/2026 (βλ. απόφαση ημερομηνίας 3/2/2026-Τεκμήριο 27), ο Αιτητής ζητούσε «επέκταση της προθεσμίας για να καταχωρίσει αίτηση για άδεια για καταχώριση αίτησης για την έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari, Mandamus και Prohibition με τα οποία να ακυρώνονται η απόφαση ημερ. 22.5.2025 της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου και η απόφαση ημερ. 17.10.2025 της Ιεράς Συνόδου του Οικουμενικού Πατριαρχείου.» Από τη μελέτη της απόφασης, προκύπτει ότι ενώπιον του Ανώτατου Δικαστηρίου τέθηκαν μέσω ένορκης δήλωσης όλα τα γεγονότα που προηγήθηκαν της αίτησης. Πρόκειται εν πολλοίς για τα ίδια γεγονότα που τέθηκαν από τον Αιτητή και ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου. Ως προς το αποτέλεσμα της εν λόγω διαδικασίας, σημειώνεται ότι η αίτηση του Αιτητή απορρίφθηκε.  Η εν λόγω απόφαση έχει εφεσιβληθεί (τεκμήριο 28).    

 

Τέλος, σημειώνω ότι στην αίτηση 26/2026 (βλ. απόφαση ημερομηνίας 23/4/2026-Τεκμήριο 26), ζήτησε άδεια για καταχώρηση δια κλήσεως αίτησης προς έκδοση προνομιακών ενταλμάτων Certiorari και Mandamus. Ειδικότερα, εντάλματος Certiorari προς ακύρωση της απόφασης της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Κύπρου ημερομηνίας 8/1/2026 και εντάλματος Mandamus με το οποίο να διατάσσεται η Ιερά Σύνοδος όπως παραχωρήσει στον Αιτητή τα πρακτικά της συνεδρίας ημερομηνίας 8/1/2026 και/ή οποιαδήποτε άλλα σχετικά έγγραφα στα οποία φέρεται να στηρίχθηκε η εν λόγω απόφαση και όπως του επιτρέψει πρόσβαση στα γραφεία και στα αρχεία της Μητρόπολης Πάφου, στα οποία διατηρούνται κρίσιμα έγγραφα και/ή στοιχεία που είναι αναγκαία προς το σκοπό αντίκρουσης, ώστε να δύναται να τα προσκομίσει σε περίπτωση επανάληψης της διαδικασίας ενώπιον της Ιεράς Συνόδου, καθώς και όπως προβεί σε επανεξέταση/επανάληψη της νόμιμης διαδικασίας κρίσης του Αιτητή. Το Δικαστήριο στην εν λόγω διαδικασία, αφού έλαβε υπόψη όσα τέθηκαν ενώπιον του και τόνισε ότι στο στάδιο εκείνο το Δικαστήριο δεν υπεισέρχεται στην ουσία της αίτησης, ούτε εξετάζει σε βάθος το μαρτυρικό υλικό, διαπίστωσε ότι υπάρχει εκ πρώτης όψεως συζητήσιμη υπόθεση και παραχώρησε άδεια στον Αιτητή για να καταχωρήσει αίτηση με κλήση για την έκδοση  προνομιακών ενταλμάτων Certiorari και Mandamus.

 

Περαιτέρω, είναι σαφές από τα δημοσιεύματα που έχει καταθέσει το Αιτητής (τεκμήριο 26), ότι ήταν γνωστή στον Αιτητή η πρόθεση της Ιεράς Συνόδου να προβεί σε αλλαγές στον Καταστατικό Χάρτη της Εκκλησίας ως προς το ζήτημα της εκλογής Μητροπολιτών αλλά και να προβεί σε πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου της Πάφου ήδη από τον Ιανουάριο 2026. Για παράδειγμα, το δημοσίευμα της εφημερίδας Πολίτης ημερομηνίας 16/1/2026 (τρίτο στη σειρά), αναφέρεται ακριβώς στην πρόθεση καταστατικών αλλαγών «ενόψει των επικείμενων εκλογών για τη Μητρόπολη Πάφου». Επίσης, στο δεύτερο σε σειρά δημοσίευμα του alphanews, ημερ.24/1/2026, στο οποίο παραπέμπει και ο Αιτητής στην παράγραφο 100 της δήλωσης του, αναφέρεται, μεταξύ άλλων, ότι «ο προκαθήμενος της εκκλησίας προανήγγειλε και τη διαδικασία εκλογής του νέου μητροπολίτη Πάφου, η οποία αναμένεται τους επόμενους τρείς με τέσσερις μήνες, όταν θα είναι έτοιμο και το νέο καταστατικό.»    

 

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, έχω την άποψη ότι με βάση όσα έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου δεν μπορεί να γίνει δεκτό ότι συντρέχει κατεπείγουσα κατάσταση, ώστε να εξεταστεί η δυνατότητα έκδοσης των αιτούμενων διαταγμάτων στο παρόν στάδιο. Με κάθε σεβασμό, όμως το γεγονός ότι απλά ενημερώθηκε ο Αιτητής, τέλος Απριλίου 2026, μέσω δημοσιευμάτων, ότι θα συνεδριάσει η Ιερά Σύνοδος μεταξύ 18-20 Μαΐου 2026 προκειμένου να γίνουν οι καταστατικές αλλαγές και η πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου, δεν μπορεί κατά την κρίση μου να προσδώσει το χαρακτήρα του κατεπείγοντος που απαιτεί η νομολογία, από τη στιγμή που γνώριζε από μήνες προηγουμένως ότι επίκειντο οι καταστατικές αλλαγές και η πλήρωση του Μητροπολιτικού Θρόνου και δεν προέβη στην καταχώρηση σχετικής αίτησης με επιδίωξη έκδοσης σχετικών διαταγμάτων. Ο ορισμός συνεδρίας ή συνεδριών προς υλοποίηση των πιο πάνω, ήταν αναμενόμενη εξέλιξη ενόψει των αποφάσεων που λήφθηκαν σε σχέση με τον Αιτητή και των προθέσεων της Ιεράς Συνόδου, οι οποίες ήταν γνωστές. Υπό τα δεδομένα αυτά, η καθυστέρηση του ίδιου του Αιτητή να κινηθεί δικαστικά δεν μπορεί να θεμελιώσει εκ των υστέρων τον απαιτούμενο χαρακτήρα κατεπείγοντος.

 

Επίσης, θεωρώ πως δεν έχουν τεθεί ενώπιον του Δικαστηρίου στοιχεία που να καταδεικνύουν αντικειμενική ή πρακτική αδυναμία καταχώρησης εντύπου απαίτησης πριν από την καταχώρηση της παρούσας αίτησης.

 

Η Αγγλική υπόθεση Hayes v Pack and another [2022] EWHC 2508 αφορούσε περίπτωση στην οποία ο αιτητής είχε αιτηθεί την έκδοση ενδιάμεσου διατάγματος πριν την έγερση απαίτησης. Στην απόφαση του, ο Johnson J αναφέρθηκε στην έννοια του κατεπείγοντος για τη χορήγηση ενδιάμεσης θεραπείας χωρίς απαίτηση, στη βάση του Μέρους 25.2(b) των Αγγλικών Civil Procedure Rules. Ανέφερε, μεταξύ άλλων, τα πιο κάτω στην παράγραφο 36 της απόφασης:

 

«The test for urgency in rule 25.2(b)(i) must be assessed in the context of the time available to secure an interim injunction, and the time that is reasonably required to issue a claim form. Where the former exceeds the boundaries of the latter then the matter is urgent: unless an injunction is granted before the issue of proceedings it will be too late. Conversely, where there is ample time to issue proceedings before securing an injunction the matter is not sufficiently urgent to justify the grant of an injunction before starting the claim».

 

Εν προκειμένω όλα τα γεγονότα που στοιχειοθετούν την υπόθεση που προωθεί ο Αιτητής ήταν γνωστά και δεν μπορεί να γίνει δεκτή η δικαιολογία ότι θα παρατηρείτο καθυστέρηση στην καταχώρηση της απαίτησης. Αντίθετα, τα δεδομένα που επικαλείται ο ίδιος ο Αιτητής καταδεικνύουν ότι υπήρχε επαρκής χρόνος για να εγείρει την απαίτηση του, πριν αποταθεί για ενδιάμεση θεραπεία. Επαναλαμβάνω ότι η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας πριν την έγερση απαίτησης αποτελεί την εξαίρεση, ενώ το γεγονός ότι το Δικαστήριο μπορεί να δώσει οδηγίες για σύντομη καταχώριση απαίτησης δεν αποτελεί λόγο για παράκαμψη της κανονικής διαδικασίας.

 

Επομένως, η αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει.

 

Υπό το φως των ανωτέρω, δεν χρειάζεται να εξεταστούν περαιτέρω και οι προϋποθέσεις του άρθρου 32 του Ν.14/60.

 

Υπό τις περιστάσεις που έχουν εξηγηθεί ανωτέρω και δεδομένης της διαπίστωσης ότι δεν συντρέχει επείγουσα περίπτωση ή άλλη ιδιαίτερη περίσταση κατά την έννοια του Μέρους 25.2(2)(β), δεν δικαιολογείται η συνέχιση της διαδικασίας με οδηγίες για επίδοση της αίτησης στους Καθ’ ων η αίτηση.

 

Συνεπώς, η αίτηση απορρίπτεται.

 

 

                                                                  (Υπ.) ………………………………….

                                                                  Μ. Παπαθανασίου, Α.Ε.Δ.

 

Πιστό Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 

 



[1] 1. PALISADES GREEK HOLDINGS X SMSA και άλλοι v. 1. KAPNOS AIRPORT SHUTTLE LIMITED και άλλος.


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο