ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. JOHN DAVID WRIGHT κ.α., Αίτηση με αρ.: 280/2024., 26/5/2026
print
Τίτλος:
ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ ν. JOHN DAVID WRIGHT κ.α., Αίτηση με αρ.: 280/2024., 26/5/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.                                

Αίτηση με αρ.: 280/2024.

Μεταξύ:  

ΓΕΝΙΚΟΣ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΑΣ ΤΗΣ ΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑΣ

Αιτητής

-και-

1.    JOHN DAVID WRIGHT

2.    SALLY WRIGHT

3.    P.OLI.V.E PROPERTIES LTD

4.    ΔΙΕΥΘΥΝΤΗ ΤΜΗΜΑΤΟΣ ΚΤΗΜΑΤΟΛΟΓΙΟΥ ΚΑΙ ΧΩΡΟΜΕΤΡΙΑΣ

Καθ’ ων η Αίτηση

-------------------

Ημερομηνία: 26/05/2026.

Εμφανίσεις:

Για τον Αιτητή: κ. Χ. Σταυρινός, Δικηγόρος της Δημοκρατίας.

Για τον Καθ’ ου η Αίτηση 1 και Harley Wright: κ. Ν. Μάντης εκ μέρους της Μάντης & Αθηνοδώρου Δ.Ε.Π.Ε.

Για τους Καθ’ ων η Αίτησης 2─4: καμία εμφάνιση.

-------------------

ΑΠΟΦΑΣΗ

I.

Η υπό κρίση Αίτηση.

Ο Αιτητής, μέσω της παρούσας Αίτησης, επιδιώκει την έκδοση διαταγμάτων με τα οποία να διορίζεται ο Επίσημος Παραλήπτης ως Παραλήπτης δυνάμει του Άρθρου 17 του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(Ι)/2007, με σκοπό τη ρευστοποίηση/πώληση του Διαμερίσματος C02 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία «Olive Tree Court», το οποίο ανεγέρθηκε επί του Τεμαχίου 421, Αριθμός Εγγραφής 0/42021, Φύλλο/Σχέδιο 45/09, στον Δήμο Πέγειας της Επαρχίας Πάφου (εφεξής «το Επίδικο Ακίνητο»), προς εκτέλεση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης του Δικαστηρίου Lewes Crown Court του Ηνωμένου Βασιλείου, ημερομηνίας 09/08/2010, ως αυτή τροποποιήθηκε στις 13/11/2012, δυνάμει της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της ημερομηνίας 24/10/2019, η οποία εκδόθηκε στην Αίτηση αρ. 398/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Περαιτέρω, ζητείται όπως διαταχθεί και/ή επιτραπεί στον Παραλήπτη, προς εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων και διαταγμάτων, να προβεί σε όλες τις αναγκαίες ενέργειες για την ολοκλήρωση της διαδικασίας οριζόντιου διαχωρισμού και την έκδοση ξεχωριστού τίτλου ιδιοκτησίας για το Επίδικο Ακίνητο. Επιπρόσθετα, ο Αιτητής αξιώνει την έκδοση οποιασδήποτε άλλης ή περαιτέρω θεραπείας ή διατάγματος το Δικαστήριο ήθελε κρίνει εύλογο υπό τις περιστάσεις προς εκτέλεση των πιο πάνω αποφάσεων και διαταγμάτων, καθώς και την επιδίκαση των εξόδων και τον καθορισμό της αμοιβής του Παραλήπτη, ως επίσης και των εξόδων της παρούσας Αίτησης.

Η παρούσα Αίτηση βασίζεται στις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμου 188(Ι)/2007, και ειδικότερα στις διατάξεις των Άρθρων 17, 19, 20, 24, 39, 41, 43, 43Α, 43Γ, 43ΣΤ, 43ΙΑ, 43ΙΔ, 43ΙΕ, 43ΙΣΤ, 72 και 72Α αυτού. Περαιτέρω, η Αίτηση εδράζεται στις διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όπως αυτά κυρώθηκαν με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικό) Νόμο του 2000, Νόμο 2(III)/2000, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος, όπως αυτή κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος (Κυρωτικό) Νόμο του 1995, Νόμο 18(III)/1995, καθώς και στην Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης. Επιπρόσθετα, στηρίζεται στο Άρθρο 36 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, στις σχετικές διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, και ειδικότερα στα Μέρη 3, 6, 8, 22, 23, 25, 32 και 60 αυτών, στη σχετική νομολογία, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.

Προς υποστήριξη της Αίτησης, καταχωρήθηκε ένορκη δήλωση της Σύνθιας Παναγιώτου της Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της Μονάδας Καταπολέμησης Αδικημάτων Συγκάλυψης της Νομικής Υπηρεσίας της Δημοκρατίας («ΜΟ.Κ.Α.Σ.»), ημερομηνίας 12/07/2024. Περαιτέρω, σε ό,τι αφορά τα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, από πλευράς Αιτητή ετέθη ενώπιον του Δικαστηρίου, στο πλαίσιο ενδιάμεσης διαδικασίας αίτησης που καταχωρίστηκε από την Harley Wright για τη χορήγηση άδειας παρέμβασης και ακρόασης και προς υποστήριξη ένστασης που καταχωρίστηκε από πλευράς Αιτητή, η ένορκη δήλωση της Χρυσάνθης Λοΐζου, επίσης της ΜΟ.Κ.Α.Σ., ημερομηνίας 24/10/2025. 

II.

Η Ένσταση.

Στην Αίτηση καταχωρίστηκε Ένσταση εκ μέρους του Καθ’ ου η Αίτηση 1, John David Wright. Περαιτέρω, στο πλαίσιο της προαναφερόμενης ενδιάμεσης αίτησης για χορήγηση άδειας παρέμβασης και ακρόασης, συνενώθηκε προς ακρόαση, κατόπιν άδειας του Δικαστηρίου, και η Harley Wright, αμφότεροι εκπροσωπούμενοι από τον ίδιο συνήγορο. Με την Ένστασή τους, οι John David Wright και Harley Wright εγείρουν έναν και μοναδικό λόγο ένστασης, ήτοι ότι το Επίδικο Ακίνητο αποτελεί ιδιοκτησία των Harley Wright και Millie Wright, και αξιώνουν από το Δικαστήριο την έκδοση σχετικής δηλωτικής απόφασης.

Η Ένσταση των John David Wright και Harley Wright έχει ως νομικό της υπόβαθρο, καταρχάς, το Άρθρο 23 του Συντάγματος, καθώς και τις σχετικές πρόνοιες της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου και του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής. Περαιτέρω, στηρίζεται στις διατάξεις του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμου 188(Ι)/2007, και ειδικότερα στα Άρθρα 17, 19, 20, 24, 39, 41, 43, 43Α, 43Γ, 43ΣΤ, 43ΙΑ, 43ΙΔ, 43ΙΕ, 43ΙΣΤ, 72 και 72Α αυτού. Επιπρόσθετα, ερείδεται στις σχετικές διατάξεις της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής, όπως αυτά κυρώθηκαν με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για Αμοιβαία Αρωγή σε Ποινικά Θέματα και του Πρόσθετου Πρωτοκόλλου αυτής (Κυρωτικός) Νόμο του 2000, Νόμο 2(III)/2000, της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος, όπως αυτή κυρώθηκε με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος (Κυρωτικός) Νόμο του 1995, Νόμο 18(III)/1995, καθώς και στην Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης. Τέλος, βασίζεται στις διατάξεις των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών του 2023, και ειδικότερα στα Μέρη 3, 6, 8, 22, 23, 25, 32 και 60 αυτών, στο Άρθρο 36 του περί Ερμηνείας Νόμου, Κεφ. 1, στη σχετική νομολογία, καθώς και στις συμφυείς εξουσίες του Δικαστηρίου.          

Το πραγματικό υπόβαθρο της Ένστασης εδράζεται στην Ένορκη Δήλωση της Πηνελόπης Αθηνοδώρου Μάντη ημερομηνίας 18/11/2025, η οποία καταχωρήθηκε προς υποστήριξή της, καθώς και στην Ένορκη Δήλωση της ιδίας, ημερομηνίας 09/09/2025, η οποία είχε καταχωρηθεί στο πλαίσιο της προηγηθείσας προαναφερόμενης ενδιάμεσης αίτησης για χορήγηση άδειας παρέμβασης και ακρόασης της Harley Wright, προς υποστήριξη της εν λόγω αίτησης.

III.

Η Προσκομισθείσα Μαρτυρία και η Αξιολόγηση της.

Συνοπτικά παρατιθέμενη, η προσκομισθείσα μαρτυρία αφορά τα ακόλουθα γεγονότα:

Κατ’ αρχάς, τίθενται οι ακόλουθοι ισχυρισμοί των Παναγιώτου και Λοΐζου στις προαναφερθείσες ένορκες δηλώσεις τους, οι οποίοι δεν έχουν αμφισβητηθεί από τους John David Wright και Harley Wright και, ως εκ τούτου, θεωρούνται παραδεκτοί, αποτελώντας, παράλληλα, κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων.

Ειδικότερα, δεν αμφισβητείται ότι οι John David Wright και Sally Wright ήταν, κατά πάντα ουσιώδη χρόνο, σύζυγοι και ότι η Millie Rose Wright και η Harley Wright είναι οι θυγατέρες τους.

Περαιτέρω, προκύπτει ότι το 2017, στο πλαίσιο εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου, η ΜΟ.Κ.Α.Σ. καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση με αριθμό 428/2017 για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης Δέσμευσης του Lewes Crown Court, ημερομηνίας 05/02/2007, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 13/04/2012 (εφεξής «η Απόφαση και Διάταγμα Δέσμευσης»).

Η εν λόγω Απόφαση και Διάταγμα Δέσμευσης αφορούσε το Διαμέρισμα C02 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία Olive Tree Court, το οποίο ανεγέρθηκε επί του Τεμαχίου 421, Αριθμός Εγγραφής 0/42021, Φύλλο/Σχέδιο 45/09, στον Δήμο Πέγειας της Επαρχίας Πάφου, και για το οποίο είχε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πωλητήριο έγγραφο με αρ. ΠΩΕ/1949/2005 στο όνομα των John David Wright και Sally Wright, ήτοι το Επίδικο Ακίνητο.

Στις 04/07/2017, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε, στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης, διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης της δικαστικής αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου (εφεξής «η Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης»).

Δεν αμφισβητείται επίσης ότι στις 24/08/2008 ο John David Wright καταδικάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από αρμόδιο Δικαστήριο για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της συνωμοσίας προς δόλια αποφυγή καταβολής δασμού επί εισαγόμενου καπνού. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, εκ των οποίων η μεγαλύτερη, διάρκειας έξι ετών, αφορούσε το αδίκημα της συνωμοσίας προς δόλια αποφυγή καταβολής δασμού.

Ειδικότερα, ο John David Wright καταδικάστηκε διότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 01/01/2006 και 07/02/2007, οργάνωσε σε μεγάλη κλίμακα την εισαγωγή χειροποίητου καπνού και τσιγάρων από ευρωπαϊκές χώρες στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκρύπτοντας τις αποστολές ως φορτία σοκολάτας ή αποστελλόμενα ταχυδρομικώς, ενώ παράλληλα απέστελλε μεγάλα χρηματικά ποσά εκτός Ηνωμένου Βασιλείου.

Προκύπτει περαιτέρω ότι τόσο η Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όσο και η αντίστοιχη Απόφαση και Διάταγμα Δέσμευσης του Ηνωμένου Βασιλείου, μαζί με το σχετικό Πιστοποιητικό, επιδόθηκαν και γνωστοποιήθηκαν στα επηρεαζόμενα πρόσωπα μέσω των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επίδοση πραγματοποιήθηκε στον John David Wright, στη Sally Wright, καθώς και στην εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd.

Περαιτέρω, κατόπιν επίσημων αιτημάτων δικαστικής συνδρομής ημερομηνίας 08/08/2013 και 12/09/2014, η ΜΟ.Κ.Α.Σ. έλαβε από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αίτημα για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης του Lewes Crown Court, ημερομηνίας 09/08/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 13/11/2012 (εφεξής «η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης»).

Στη συνέχεια, στις 16/05/2016, διαβιβάστηκαν στη ΜΟ.Κ.Α.Σ. η αρχική Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης ημερομηνίας 09/08/2010, η τροποποιημένη Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης ημερομηνίας 30/11/2012, καθώς και το σχετικό Πιστοποιητικό Δήμευσης, σύμφωνα με την Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης.

Με την εν λόγω Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης ζητήθηκε η δήμευση του Επίδικου Ακινήτου. Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι ο John David Wright είχε αποκομίσει από τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων ποσό ύψους £14.639.823, ενώ διατάχθηκε να καταβάλει ποσό £636.211,70 εντός έξι μηνών από την έκδοση του διατάγματος, άλλως θα εκτιόταν ποινή φυλάκισης διάρκειας τεσσάρων ετών. Ακολούθως, με τροποποίηση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης στις 30/11/2012 από το Lewes Crown Court, το ποσό δήμευσης μειώθηκε σε £426.288,01 και η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης περιορίστηκε σε τρία έτη. Δεν αμφισβητείται περαιτέρω ότι ο John David Wright δεν κατέβαλε πλήρως το καθορισθέν ποσό και εξέτισε ποινή φυλάκισης, ενώ από τη ρευστοποίηση των διαθέσιμων περιουσιακών του στοιχείων στο Ηνωμένο Βασίλειο καταβλήθηκε ποσό £283.636,39, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους £142.651.

Περαιτέρω, το Lewes Crown Court διαπίστωσε, στο πλαίσιο της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ότι ο John David Wright κατείχε συμφέρον κατά 100% επί του Επίδικου Ακινήτου, εύρημα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο κατά τη διαδικασία τροποποίησης της εν λόγω απόφασης στις 30/11/2012. Προκύπτει επίσης ότι ο John David Wright ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία, είχε πλήρη γνώση των σχετικών διαδικασιών και της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ενώ αντίγραφο αυτής επιδόθηκε και στη Sally Wright.

Ακολούθως, στις 24/10/2019, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ήτοι της Αίτησης αρ. 389/2019, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεψε την εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης (εφεξής «η Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης»).

Η εν λόγω απόφαση, μαζί με την Αίτηση αρ. 389/2019, την υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση, τις μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα από ορκωτό μεταφραστή, καθώς και την Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης και το Πιστοποιητικό Δήμευσης, γνωστοποιήθηκαν προσωπικά στους John David Wright και Sally Wright στις 12/06/2020 μέσω της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου. Αντίγραφα των σχετικών εγγράφων γνωστοποίησης αποτελούν το Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της Παναγιώτου.

Τέλος, στις 12/12/2019, αντίγραφο της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης επιδόθηκε στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενώ ως προς την P.OLI.V.E. Properties Ltd η επίδοση πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία μέσω του διευθυντή και μετόχου της, Στέλιου Λόρδου.

Πέραν των προαναφερόμενων, μη αμφισβητούμενων και, ως εκ τούτου, παραδεκτών γεγονότων, η Παναγιώτου προβάλλει, μέσω της προαναφερθείσας ένορκης δήλωσής της, τους ακόλουθους πρόσθετους ισχυρισμούς:

Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι, σύμφωνα με πληροφορίες που περιήλθαν στις Αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, οι John David Wright και Sally Wright συμφώνησαν, κατά τον Μάιο του 2005, με την εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd για την αγορά του Επίδικου Ακινήτου. Για την εν λόγω αγορά καταβλήθηκε συνολικό ποσό ύψους £88.773,50 (Λ.Κ.), ενώ κατά την 01/02/2008 παρέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους £2.885,75 (Λ.Κ.).

Περαιτέρω, σύμφωνα με μαρτυρία προερχόμενη από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, σε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο έχει κατατεθεί το προαναφερόμενο πωλητήριο έγγραφο με αριθμό 6/ΠΩΕ/1949/2005 υπέρ των John David Wright και Sally Wright, το οποίο αφορά μέρος του τεμαχίου 421, Φ/Σχ. 45/09, στον Δήμο Πέγειας, ήτοι το Επίδικο Ακίνητο. Ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου καταγράφεται η εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd.

Αναφέρεται επίσης ότι έχει κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας αίτηση με αριθμό ΑΧ.875/2012 για τον διαχωρισμό του κτιρίου, ήτοι του συγκροτήματος διαμερισμάτων στο οποίο περιλαμβάνεται και το Επίδικο Ακίνητο. Ωστόσο, η σχετική διαδικασία δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα, καθότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία δεν προσκόμισε τα απαραίτητα έγγραφα που της ζητήθηκαν. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη μέχρι σήμερα δυνατή η έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας.

Τέλος, σύμφωνα με εκτίμηση του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, η σημερινή αγοραία αξία του Επίδικου Ακινήτου ανέρχεται περίπου στο ποσό των €100.000.

Στον αντίποδα, αναφορικά με τους ανωτέρω ισχυρισμούς της Παναγιώτου, η Μάντη, με την προαναφερθείσα ένορκη δήλωσή της, προβάλλει και αντιτάσσει τα ακόλουθα:

Κατ’ αρχάς, δηλώνει ότι έχει μελετήσει την ένορκη δήλωση της Παναγιώτου και ότι οι John David Wright και Harley Wright διαφωνούν με το περιεχόμενό της, καθ’ όση έκταση αυτό δεν γίνεται αποδεκτό από αυτούς.

Κεντρικός ισχυρισμός της είναι ότι, κατά τον χρόνο έκδοσης της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης στις 09/06/2010, το Επίδικο Ακίνητο δεν ανήκε στον John David Wright.

Ειδικότερα, η Μάντη υποστηρίζει ότι ο John David Wright ουδέποτε υπήρξε αποκλειστικός αγοραστής ή ιδιοκτήτης του Επίδικου Ακινήτου. Επικαλούμενη το αρχικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας ημερομηνίας 30/05/2005, αναφέρει ότι σε αυτό εμφανίζονται ως αγοραστές τόσο ο John David Wright όσο και η Sally Wright, γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό της, καταδεικνύει ότι ο John David Wright είχε, κατ’ ανώτατο όριο, συμφέρον κατά 50% επί του Επίδικου Ακινήτου και όχι κατά 100%. Το εν λόγω έγγραφο, μαζί με την απόδειξη κατάθεσής του στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, προσκομίζεται ως μέρος του Τεκμηρίου Α.

Περαιτέρω, προβάλλεται ότι η επίδοση της υπό κρίση Αίτησης στη Sally Wright και η μη εμφάνισή της στη διαδικασία δεν δύνανται να οδηγήσουν στο συμπέρασμα ότι ο John Wright καθίσταται μοναδικός αγοραστής ή ιδιοκτήτης του Επίδικου Ακινήτου. Ως εκ τούτου, υποστηρίζεται ότι τα αιτούμενα διατάγματα δεν θα μπορούσαν να εκδοθούν υπό τη μορφή που ζητούνται, ανεξαρτήτως της προβαλλόμενης μεταγενέστερης αγοράς του ακινήτου από τις Harley Wright και Millie Rose Wright.

Η Μάντη αναφέρει ότι το προαναφερθέν αρχικό συμβόλαιο αγοραπωλησίας ημερομηνίας 30/05/2005 (εφεξής «η Αρχική Σύμβαση») ακυρώθηκε το 2006 με την υπογραφή ακυρωτικού συμβολαίου ημερομηνίας 02/08/2006 (εφεξής «η Ακυρωτική Σύμβαση»), το οποίο προέβλεπε, μεταξύ άλλων, την απόσυρση της Αρχικής Σύμβασης από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Δηλώνει περαιτέρω ότι η ίδια, υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος, χειρίστηκε τόσο την αρχική αγοραπωλησία όσο και την εν λόγω ακύρωση, χωρίς όμως να δύναται να ανακαλέσει τα πραγματικά περιστατικά λόγω της παρόδου σημαντικού χρόνου, πλην όμως κατέχει τα σχετικά έγγραφα, τα δε γεγονότα της δηλώθηκαν από τους John David Wright και Harley Wright. Η Ακυρωτική Σύμβαση προσκομίζεται ως μέρος του Τεκμηρίου Α.

Συναφώς, η Μάντη αναφέρει ότι εντόπισε στο αρχείο της συμφωνία αγοραπωλησίας ημερομηνίας 02/08/2006, η οποία αφορά το Επίδικο Ακίνητο και φέρεται να έχει συναφθεί μεταξύ της P.OLI.V.E. Properties Ltd και των Millie Rose Wright και Harley Wright (εφεξής «η Μεταγενέστερη Σύμβαση»). Δηλώνει ότι δεν ανακαλεί τα πραγματικά περιστατικά λόγω του χρόνου που έχει παρέλθει, πλην όμως έχει εντοπίσει το σχετικό έγγραφο. Ισχυρίζεται ότι, κατά τον χρόνο σύναψής του, οι Millie Rose Wright και Harley Wright ήταν ανήλικες και ότι, σύμφωνα με τον φάκελο της υπόθεσης, δεν της δόθηκαν οδηγίες από τους John David Wright και Sally Wright για απόσυρση της Αρχικής Σύμβασης από το Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και κατάθεση της Μεταγενέστερης. Προστίθεται ότι εκ μέρους των ανηλίκων υπέγραψαν οι γονείς τους, ήτοι ο John David Wright και η Sally Wright, έκαστος για λογαριασμό μίας εκ των θυγατέρων. Η Μεταγενέστερη Σύμβαση προσκομίζεται ως Τεκμήριο Β. Η Μάντη αναφέρει περαιτέρω ότι η Μεταγενέστερη Σύμβαση δεν κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, καθότι δεν της παρασχέθηκαν τα απαραίτητα χρήματα για τη χαρτοσήμανσή της από τους John David Wright και Sally Wright.

Επιπλέον, δηλώνει ότι οι προαναφερθείσες συμβάσεις είναι γνήσιες και ότι αναγνωρίζει τις υπογραφές του Richard Lamb, τότε διευθύνοντος συμβούλου της P.OLI.V.E. Properties Limited. Αναφέρεται επίσης ότι η εταιρεία αντιμετώπισε οικονομικά προβλήματα και ότι ο Richard Lamb, ο οποίος είναι Βρετανός υπήκοος, εγκατέλειψε την Κύπρο περί το 2007–2008, γεγονός που, κατά τον ισχυρισμό της, οδήγησε πολλούς αγοραστές σε αδυναμία εξασφάλισης χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας. Προστίθεται ότι, κατά τον χρόνο υπογραφής της Μεταγενέστερης Σύμβασης, αφενός ο Richard Lamb εξακολουθούσε να διαμένει στην Κύπρο και, αφετέρου, δεν υφίστατο οποιοδήποτε σχετικό με την υπόθεση διάταγμα κατά του John David Wright. Η Μάντη δηλώνει ότι τα ανωτέρω έχουν επιβεβαιωθεί από τον John David Wright και τη Harley Wright, επισημαίνοντας ότι ο πρώτος ήταν ενήλικος κατά τον ουσιώδη χρόνο και είχε προσωπική γνώση των γεγονότων.

Περαιτέρω, αναφέρεται ότι, σύμφωνα με τη νομική συμβουλή που λαμβάνει η Harley Wright, το Επίδικο Ακίνητο, μετά την ακύρωση της Αρχικής Σύμβασης και τη σύναψη της Μεταγενέστερης, ανήκει κατά 50% στην ίδια. Επιπλέον, προβάλλεται, κατ’ επίκληση νομικής συμβουλής, ότι τόσο το Άρθρο 23 του Συντάγματος όσο και η Ευρωπαϊκή Σύμβαση Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Πρόσθετο Πρωτόκολλο) προστατεύουν τα δικαιώματα της Harley Wright επί του Επίδικου Ακινήτου. Υπό το πρίσμα αυτό, υποστηρίζεται ότι: (α) η μη κατάθεση της Μεταγενέστερης Σύμβασης δεν επηρεάζει την εγκυρότητά της, (β) η Αρχική Σύμβαση όφειλε να αποσυρθεί λόγω της ακύρωσής της, (γ) υφίσταται δυνατότητα εκ των υστέρων κατάθεσης της Μεταγενέστερης με δικαστικό διάταγμα, και (δ) οι αγοραστές δύνανται, βάσει της Μεταγενέστερης Σύμβασης και της κείμενης νομοθεσίας, να καταστούν ιδιοκτήτες του Επίδικου Ακινήτου, αποκλείοντας τρίτα πρόσωπα.

Η Μάντη αμφισβητεί επίσης ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας του Επίδικου Ακινήτου έχει κριθεί από το Lewes Crown Court, υποστηρίζοντας ότι πρόκειται για πραγματικό ζήτημα που παραμένει ανοικτό. Κατά την ίδια, η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης δεν κρίνει το ιδιοκτησιακό καθεστώς γενικά και έναντι πάντων, ενώ ο John David Wright, ακόμη και αν είχε παλαιότερα δικαιώματα, δεν διατηρούσε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο κατά τον χρόνο έκδοσής της.

Τέλος, ισχυρίζεται ότι η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης είναι ελαττωματική, ακόμη και ανεξαρτήτως της Μεταγενέστερης Σύμβασης, καθότι εκδόθηκε μόνο κατά του John David Wright και όχι και κατά της Sally Wright, η οποία φέρεται να κατέχει εξ αδιαιρέτου μερίδιο. Υποστηρίζεται, περαιτέρω, ότι η επίδοση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ακόμη και αν έλαβε χώρα στη Sally Wright, δεν αναιρεί τυχόν υφιστάμενα ιδιοκτησιακά της δικαιώματα.

Σε ό,τι αφορά τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Μάντη στην εν λόγω ένορκη δήλωσή της, σημειώνεται ότι αυτοί συνιστούν, κατ’ ουσίαν, επανάληψη των ισχυρισμών που είχαν ήδη προβληθεί στην προαναφερόμενη ένορκη δήλωση της που κατατέθηκε στις 09/09/2025. Επί των τότε ισχυρισμών της Μάντη είχε τοποθετηθεί η αντίδικη πλευρά, η οποία είχε καταχωρίσει ένσταση στην εν λόγω αίτηση της Harley Wright και, προς υποστήριξή της, είχε υποβάλει την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση της Λοΐζου.

Επί των ανωτέρω ισχυρισμών της Μάντη, η Λοΐζου, με την εν λόγω ένορκη δήλωσή της, αντιτάσσει τα ακόλουθα:

Η Λοΐζου δηλώνει ότι, σε σχέση με τους πιο πάνω ισχυρισμούς της Μάντη, αποδέχεται μόνο ότι το Επίδικο Ακίνητο αγοράστηκε από τους John David Wright και Sally Wright από την P.OLI.V.E. Properties Limited δυνάμει του συμβολαίου αγοραπωλησίας ημερομηνίας 30/05/2005, ήτοι της αναφερόμενης από τη Μάντη ως Αρχικής Σύμβασης. Περαιτέρω, αναφέρει ότι το συμβόλαιο αγοραπωλησίας ημερομηνίας 02/08/2006, με αγοραστές τις Harley Wright και Millie Rose Wright και πωλήτρια την P.OLI.V.E. Properties Limited, το οποίο φέρεται να αφορά το Επίδικο Ακίνητο, καθώς και το συμβόλαιο ακύρωσης της ίδιας ημερομηνίας που ακύρωνε την Αρχική Σύμβαση, τα οποία αναφέρονται από τη Μάντη ως Ακυρωτική Σύμβαση και Μεταγενέστερη Σύμβαση, είναι, κατά τον ισχυρισμό της, εικονικά, καθότι αμφότερα καταρτίστηκαν με σκοπό την αποφυγή της δήμευσης του Επίδικου Ακινήτου.

Η Λοΐζου επισημαίνει ότι, όπως εκτίθεται και στην ένορκη δήλωση της Μάντη, η Μεταγενέστερη Σύμβαση ουδέποτε χαρτοσημάνθηκε ούτε κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Αντίθετα, η φερόμενη Αρχική Σύμβαση παρέμεινε κατατεθειμένη στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, με αποτέλεσμα, κατά τον ισχυρισμό της, η ισχυριζόμενη ύπαρξη της Μεταγενέστερης Σύμβασης να ήταν, σε κάθε περίπτωση, άγνωστη στις αρχές τόσο του Ηνωμένου Βασιλείου όσο και στις κυπριακές αρχές, εφόσον δεν είχε αποκαλυφθεί, ενώ η ισχυριζόμενη Αρχική Σύμβαση εμφανιζόταν ως ισχύουσα. Υπό το πρίσμα αυτό, και κατόπιν νομικής συμβουλής που, όπως αναφέρει, της έχει δοθεί, η Λοΐζου ισχυρίζεται ότι η Harley Wright κωλύεται να επικαλεστεί οποιοδήποτε συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου στη βάση της Μεταγενέστερης Σύμβασης.

Η Λοΐζου αναφέρει ότι, ακόμη και 19 και πλέον έτη μετά την υπογραφή της φερόμενης Μεταγενέστερης Σύμβασης, η θέση της Harley Wright, όπως εκτίθεται στην ένορκη δήλωση της Μάντη, είναι ότι η Αρχική Σύμβαση παρέμεινε κατατεθειμένη στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, επειδή δεν δόθηκαν οδηγίες από τους γονείς της για απόσυρσή της και επειδή δεν καταβλήθηκαν τα απαιτούμενα ποσά για τη χαρτοσήμανση της Μεταγενέστερης Σύμβασης, με αποτέλεσμα η τελευταία να μην κατατεθεί ποτέ. Η Λοΐζου επαναλαμβάνει ότι η μη απόσυρση της Αρχικής Σύμβασης και η μη κατάθεση της Μεταγενέστερης Σύμβασης προβάλλονται, κατά τη θέση της, σκοπίμως, με σκοπό την αποφυγή της δήμευσης του Επίδικου Ακινήτου. Ως προς τούτο, επισημαίνει ότι η Harley Wright και η Millie Rose Wright, οι οποίες ήταν ανήλικες κατά τον χρόνο υπογραφής της φερόμενης Μεταγενέστερης Σύμβασης, ηλικίας 10 και 8 ετών αντίστοιχα, δεν έχουν προβεί μέχρι σήμερα, παρά την ενηλικίωσή τους και όντας πλέον ηλικίας 30 και 28 ετών αντίστοιχα, σε οποιαδήποτε ενέργεια για την κατάθεσή της στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.

Η Λοΐζου υποστηρίζει ότι η Harley Wright κωλύεται να επικαλείται έλλειψη γνώσης για την έκδοση της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, όπως ισχυρίζεται στην ένορκη δήλωση της η Μάντη. Η θέση αυτή ερείδεται στο ότι τα παρουσιαζόμενα ως εμπλεκόμενα πρόσωπα, συμπεριλαμβανομένης της Harley Wright, δεν είχαν προβεί σε οποιαδήποτε ενέργεια για χαρτοσήμανση και κατάθεση της φερόμενης Μεταγενέστερης Σύμβασης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ούτε για γνωστοποίηση της ύπαρξής της στις αρμόδιες αρχές. Αντιθέτως, κατά τη θέση της μάρτυρα, υπήρξε τουλάχιστον ενεργός απόκρυψη της ύπαρξής της τόσο από τις κυπριακές αρχές όσο και από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, με αποτέλεσμα η σύμβαση αυτή να παραμένει και να είναι άγνωστη στις αρμόδιες αρχές. Συνεπώς, κατά τον ισχυρισμό της, η Harley Wright κωλύεται να επικαλείται οποιοδήποτε συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου στη βάση της Μεταγενέστερης Σύμβασης.

Η Λοΐζου αναφέρει επιπλέον ότι, σε σχέση με τους ισχυρισμούς της ένορκης δήλωσης της Μάντη, προστίθεται πως, σύμφωνα και με την προαναφερθείσα ένορκη δήλωση της Παναγιώτου και το Τεκμήριο 2 που προσκομίζει, η Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης γνωστοποιήθηκε, μέσω της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου, στους John David Wright και Sally Wright στις 12/06/2020, προσωπικά. Η Λοΐζου αναφέρει ότι οι John David Wright και Sally Wright δεν άσκησαν οποιοδήποτε ένδικο μέσο για ακύρωση ή παραμερισμό της εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας, όπως ορίζεται στον σχετικό Νόμο. Συνεπώς, η μη άσκηση του σχετικού ενδίκου μέσου είχε ως αποτέλεσμα η απόφαση να καταστεί οριστική και τελεσίδικη. Ως εκ τούτου, δεν δύναται πλέον να αμφισβητηθεί από την Harley Wright.

Η Λοΐζου υποστηρίζει ότι ο John David Wright και η Harley Wright κωλύονται να επικαλούνται τον ισχυρισμό ότι η Sally Wright έχει δικαίωμα επί του Επίδικου Ακινήτου βάσει της Αρχικής Σύμβασης, για τον λόγο ότι η Sally Wright δεν προέβη, ως ανωτέρω αναφέρθηκε, σε οποιαδήποτε ενέργεια για ακύρωση ή παραμερισμό της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης μετά τη γνωστοποίησή της. Επιπλέον, σημειώνει ότι, σύμφωνα με την Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης, το Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου είχε διαπιστώσει ότι ο John David Wright κατέχει 100% συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου, εύρημα το οποίο, κατά τον ισχυρισμό της Λοΐζου, λόγω της ως άνω παράλειψης, δεν αμφισβητήθηκε από τη Sally Wright. Ειδικότερα, αναφέρει ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας του Επίδικου Ακινήτου έχει ήδη κριθεί από το Lewes Crown Court με την Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης, όπου, κατά τον ισχυρισμό της, ο John David Wright παραδέχθηκε ότι είναι ο τελικός δικαιούχος του Επίδικου Ακινήτου. Προς υποστήριξη των ανωτέρω, γίνεται αναφορά σε κατάθεση του John Edward Dudley, ημερομηνίας 18/01/2017, η οποία διαβιβάστηκε στη ΜΟ.Κ.Α.Σ. από την αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου και προσκομίζεται ως Τεκμήριο Α. Επιπλέον, σημειώνεται ότι η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης τροποποιήθηκε στις 30/11/2012 κατόπιν αιτήματος του John David Wright, χωρίς ωστόσο να αμφισβητηθεί το εύρημα του Δικαστηρίου ότι ο ίδιος είναι ο αποκλειστικός δικαιούχος του Επίδικου Ακινήτου.

Η Λοΐζου αναφέρει ότι, βάσει των πιο πάνω δεδομένων, το Δικαστήριο εξέδωσε στο πλαίσιο της πιο πάνω αναφερόμενης Αίτησης αρ. 398/2019, την Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης. Αυτή εκδόθηκε κατόπιν διαβίβασης προς την ΜΟ.Κ.Α.Σ. από την αρμόδια αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, του ανωτέρω αναφερόμενου Πιστοποιητικού Δήμευσης, με σκοπό την εγγραφή και εκτέλεση στην Κύπρο της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης του Lewes Crown Court, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 30/11/2012. Αναφέρεται ότι το Πιστοποιητικό Δήμευσης εκδόθηκε στο πλαίσιο της προαναφερόμενης Απόφασης-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ το οποίο και προσκόμισε ως Τεκμήριο Β. Σύμφωνα με το περιεχόμενο του Πιστοποιητικού Δήμευσης, το Δικαστήριο του Ηνωμένου Βασιλείου είχε διαπιστώσει ότι ο John David Wright έχει 100% συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου, εύρημα το οποίο, κατά τον ισχυρισμό, δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο κατά τη διαδικασία τροποποίησης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης στη βάση του αιτήματος στο οποίο ο ίδιος προέβη. Η μάρτυρας ισχυρίζεται επιπλέον ότι, με βάση τα προαναφερθέντα γεγονότα, προκύπτει πως δεν υπήρξε από τον John David Wright επίκληση, ή σε κάθε περίπτωση υπήρξε απόκρυψη, από την δικαστική αρχή του Ηνωμένου Βασιλείου, της ύπαρξης της φερόμενης Ακυρωτικής Σύμβασης, καθώς και κατ’ επέκταση της Μεταγενέστερης Σύμβασης.

Περαιτέρω, η Λοΐζου υποστηρίζει ότι η παράλειψη των εμπλεκομένων προσώπων να χαρτοσημάνουν και να καταθέσουν τη φερόμενη Μεταγενέστερη Σύμβαση στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας συνιστά, κατά την άποψή της, ένδειξη ότι το εν λόγω συμβόλαιο είναι εικονικό και καταρτίστηκε με σκοπό την αποφυγή της δήμευσης του Επίδικου Ακινήτου. Επιπλέον, η μάρτυρας υποστηρίζει ότι, λόγω της αδράνειας των εμπλεκομένων προσώπων, περιλαμβανομένης της Harley Wright, επί 19 και πλέον έτη αναφορικά με τη Μεταγενέστερη Σύμβαση, καθώς και λόγω της, σε κάθε περίπτωση, ενεργού απόκρυψης της ύπαρξής της, τα πρόσωπα αυτά κωλύονται να επικαλεστούν οποιοδήποτε συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου στη βάση του εν λόγω συμβολαίου. Τόνισε δε ότι στην ένορκη δήλωση της Μάντη δεν παρέχεται οποιαδήποτε ουσιαστική εξήγηση αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα παρέλειψαν, επί τόσα έτη, να καταθέσουν τη φερόμενη Μεταγενέστερη Σύμβαση στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας.

Η μάρτυρας Λοΐζου ανέφερε επιπλέον ότι, νομικά, οι ουσιαστικοί λόγοι έκδοσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης δεν μπορούν να προσβληθούν ενώπιον του Δικαστηρίου του κράτους εκτέλεσης. Περαιτέρω, ανέφερε ότι, ως εκ τούτου, τα ευρήματα γεγονότων του Lewes Crown Court, ως δικαστηρίου του κράτους έκδοσης, δεσμεύουν το παρόν Δικαστήριο, θέση η οποία, κατά τα λεγόμενά της, ενισχύεται από πρόνοιες των σχετικών Νόμων. Η μάρτυρας ισχυρίστηκε επίσης ότι, για τον λόγο αυτό, θα πρέπει να απορριφθεί η θέση της Harley Wright περί ύπαρξης συμφέροντος στο Επίδικο Ακίνητο, καθότι οποιοδήποτε αντίθετο εύρημα από το παρόν Δικαστήριο θα ερχόταν σε αντίθεση με τα ευρήματα του Lewes Crown Court, όπως αυτά διατυπώνονται στην Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης του εν λόγω Δικαστηρίου, η οποία εγγράφηκε δυνάμει της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης.

Η μάρτυρας Λοΐζου ανέφερε επιπρόσθετα ότι η φερόμενη Μεταγενέστερη Σύμβαση είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη, μεταξύ άλλων, διότι συνιστά συμφωνία χωρίς αντιπαροχή και δεν εμπίπτει στις σχετικές εξαιρέσεις του Νόμου. Περαιτέρω, η μάρτυρας αναφέρθηκε στη πιο πάνω δήλωση μάρτυρα του οικονομικού ανακριτή του Ηνωμένου Βασιλείου, John Edward Dudley, η οποία επισυνάπτεται στην ένορκη δήλωσή της ως Τεκμήριο Α, σύμφωνα με την οποία, βάσει πληροφοριών που είχε λάβει από τις κυπριακές αρχές, ο John David Wright είχε καταβάλει £10.000 Λ.Κ. σε μετρητά για την αγορά του Επίδικου Ακινήτου, ενώ το υπόλοιπο ποσό είχε κατατεθεί υπό το όνομα των John David Wright και Sally Wright. Η μάρτυρας ανέφερε επίσης ότι, σύμφωνα με δήλωση μάρτυρα του Richard Lamb, διευθύνοντος συμβούλου της P.O.LI.V.E. Properties Limited κατά τον ουσιώδη χρόνο, προς τον οικονομικό ανακριτή John Edward Dudley, επιβεβαιώθηκε ότι αγοραστής του επίδικου ακινήτου ήταν ο John David Wright. Στη βάση των ανωτέρω, η μάρτυρας ισχυρίστηκε ότι δεν υπήρξε οποιαδήποτε αντιπαροχή σε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο δυνάμει της φερόμενης Μεταγενέστερης Σύμβασης, με αποτέλεσμα αυτή να είναι σε κάθε περίπτωση άκυρη. Περαιτέρω, η μάρτυρας ανέφερε ότι κανένα ποσό δεν καταβλήθηκε από την Harley Wright και την αδελφή της έναντι της αγοράς του Επίδικου Ακινήτου, ούτε προβάλλεται σχετικός ισχυρισμός από πλευράς της Harley Wright μέσω της ένορκης δήλωσης της Μάντη. Τέλος, ως προς αυτό, η μάρτυρας σημείωσε ότι, όπως αναφέρεται και στην ένορκη δήλωση της Μάντη, ούτε και τα έξοδα χαρτοσήμανσης της Μεταγενέστερης Σύμβασης καταβλήθηκαν από τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, γεγονός το οποίο, κατά τη θέση της, ενισχύει τον ισχυρισμό ότι αυτή σε κάθε περίπτωση αποτελεί συμφωνία χωρίς αντιπαροχή και, ως εκ τούτου, είναι άκυρη δυνάμει του σχετικού Νόμου.

Η μάρτυρας Λοΐζου αναφέρει ότι η φερόμενη Μεταγενέστερη Σύμβαση αφορά, ουσιαστικά, αγορά ακίνητης περιουσίας από τους γονείς της Harley Wright, John David Wright και Sally Wright, εκ μέρους των ανήλικων τέκνων τους. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, υπό τις περιστάσεις αυτές, η εν λόγω σύμβαση είναι, σε κάθε περίπτωση, άκυρη δυνάμει του σχετικού Νόμου, καθότι δεν είχε προηγουμένως εξασφαλιστεί η απαιτούμενη άδεια του Δικαστηρίου για την αγορά του Επίδικου Ακινήτου από τους γονείς της Harley Wright, ενεργούντες εκ μέρους των ανήλικων παιδιών τους.

Η μάρτυρας Λοΐζου ανέφερε πως τόσο η φερόμενη Ακυρωτική Σύμβαση όσο και η ισχυριζόμενη Μεταγενέστερη Σύμβαση είναι, σε κάθε περίπτωση, στο σύνολό τους άκυρες. Ειδικότερα, η μάρτυρας υποστήριξε ότι, κατά την πεποίθησή της, οι υπογραφές που εμφανίζονται στη 2η σελίδα της Ακυρωτικής Σύμβασης, στο σημείο υπογραφής του John David Wright και της συζύγου του Sally Wright, είναι ίδιες με τις υπογραφές που εμφανίζονται στη 6η σελίδα της Μεταγενέστερης Σύμβασης, στο σημείο υπογραφής της Harley Wright και της αδελφής της Millie Rose Wright, χωρίς να αναφέρεται οπουδήποτε ότι οποιοδήποτε από τα δύο έγγραφα υπογράφηκε από εξουσιοδοτημένο αντιπρόσωπο των συμβαλλομένων μερών. Περαιτέρω, ισχυρίζεται ότι, στη βάση των πιο πάνω, τουλάχιστον ένα εκ των δύο συμβολαίων έχει υπογραφεί από πρόσωπα διαφορετικά από εκείνα που αναγράφονται σε αυτά, γεγονός που, κατά τη θέση της, τα καθιστά σε κάθε περίπτωση άκυρα. Η μάρτυρας σημείωσε επίσης ότι, ως προς τα ανωτέρω, η Μάντη στην ένορκη δήλωσή της περιορίζεται στο ότι αναγνωρίζει τις υπογραφές του Richard Lamb, ο οποίος ήταν διευθύνων σύμβουλος της P.O.LI.V.E. Properties Limited. Τέλος, η μάρτυρας ανέφερε ότι, για τους λόγους αυτούς, απορρίπτεται κατηγορηματικά ο ισχυρισμός της Harley Wright, μέσω της ενόρκως δηλούσας Μάντη, ότι όλες οι συμβάσεις που η Μάντη ισχυρίζεται, είναι γνήσιες.

Προς αξιολόγηση της μαρτυρίας εκάστου μάρτυρα, το Δικαστήριο έθεσε ενώπιόν του το σύνολο της προσαχθείσας μαρτυρίας, καθώς και το σύνολο των κατατεθέντων τεκμηρίων. Η μαρτυρία εκάστου μάρτυρα έχει εκτιμηθεί και αξιολογηθεί ως προς την ακρίβεια, την πληρότητα και την αξιοπιστία της, τόσο αυτοτελώς όσο και στο πλαίσιο του συνόλου του αποδεικτικού υλικού, μέσω σύγκρισης και αντιπαραβολής της με την υπόλοιπη μαρτυρία που τέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου.

Ως κριτήρια αξιολόγησης ελήφθησαν υπόψη, μεταξύ άλλων, η αποκαλυπτόμενη γνώση εκάστου μάρτυρα επί των γεγονότων, η ευκαιρία γνώσης, η σαφήνεια, η ευλογοφάνεια και ο βαθμός τεκμηρίωσης των λεγομένων, σε αντιδιαστολή προς γενικές ή αόριστες τοποθετήσεις, καθώς και η εσωτερική συνοχή της μαρτυρίας, η συνέπεια αυτής και τυχόν ανακολουθίες ή αντιφάσεις που εντοπίζονται στο περιεχόμενό της.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο έλαβε υπόψη τον βαθμό αποκαλυπτόμενης βεβαιότητας εκάστου μάρτυρα ως προς τα κατατεθέντα γεγονότα, υπό το πρίσμα της μνήμης του και του χρόνου που έχει παρέλθει, καθώς και κατά πόσο τα λεγόμενα στηρίζονται σε άμεση ανάμνηση ή σε μεταγενέστερη ανακατασκευή γεγονότων ή άλλες πηγές πληροφόρησης.

Ξεκινώντας από τη μαρτυρία της Μάντη, αυτή δεν μπορεί να γίνει από το Δικαστήριο αποδεκτή ως αξιόπιστη και πειστική μαρτυρία αναφορικά με τα ουσιώδη επίδικα ζητήματα της παρούσας υπόθεσης. Το Δικαστήριο λαμβάνει κατ’ αρχάς υπόψη ότι η πιο πάνω ένορκη δήλωσή της ημερομηνίας 18/11/2025, αφορά γεγονότα που ανάγονται στα έτη 2005 και 2006, ήτοι γεγονότα τα οποία φέρονται να έλαβαν χώρα περίπου είκοσι έτη πριν από τη σύνταξη της μαρτυρίας της. Η ίδια η μάρτυρας επανειλημμένα δηλώνει ότι δεν θυμάται τα πραγματικά περιστατικά λόγω της παρέλευσης του χρόνου. Παρά ταύτα, επιχειρεί συγχρόνως να προσδώσει ιδιαίτερη βαρύτητα στους ισχυρισμούς της, προβάλλοντας ότι είχε προσωπική εμπλοκή στα γεγονότα υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρος, καθότι, κατά τους ισχυρισμούς της, χειρίστηκε τόσο την προαναφερόμενη Αρχική Σύμβαση αγοραπωλησίας του Επίδικου Ακινήτου όσο και την ακύρωσή της με την Ακυρωτική Σύμβαση, καθώς και την κατάρτιση της Μεταγενέστερης Σύμβασης. Η εν λόγω προσέγγιση παρουσιάζει εμφανή εσωτερική αντίφαση. Από τη μία πλευρά, η μάρτυρας επιχειρεί να εμφανιστεί ως πρόσωπο με άμεση γνώση και προσωπική εμπλοκή στα επίδικα γεγονότα, ενώ, από την άλλη, αποστασιοποιείται από την προσωπική γνώση των ουσιωδών περιστατικών, επικαλούμενη αδυναμία μνήμης. Το Δικαστήριο θεωρεί ότι η πιο πάνω προσέγγιση, καθώς και η σχετική διατύπωση στην ένορκη δήλωση της μάρτυρος, είναι εμφανώς προσεκτικές, επιλεκτικές και σαφώς εκούσιες, επιχειρώντας να παρουσιάσουν γεγονότα ως ανταποκρινόμενα στην πραγματικότητα, χωρίς ουσιαστική ανάληψη ευθύνης σε περίπτωση που αυτά κριθούν ανακριβή ή ψευδή. Ως εκ τούτου, η αξιοπιστία της μαρτυρίας της υποβαθμίζεται ουσιωδώς.

Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη σημασία στο γεγονός ότι η Μάντη είναι πλέον αφυπηρετήσασα δικηγόρος, ενώ οι δικηγόροι των John David Wright και Harley Wright είναι τα παιδιά της. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η επίκληση εκ μέρους της φακέλου υπόθεσης, ο οποίος, κατά τους ισχυρισμούς της, διατηρήθηκε επί σχεδόν είκοσι έτη, χωρίς όμως να παρουσιάζεται οποιοδήποτε άλλο περιεχόμενο του φακέλου πέραν των ίδιων των επίμαχων συμβολαίων, ήτοι της Αρχικής Σύμβασης, της Ακυρωτικής Σύμβασης και της Μεταγενέστερης Σύμβασης, δημιουργεί σοβαρό ζήτημα αξιοπιστίας. Εύλογα θα αναμενόταν ότι, στην προκείμενη περίπτωση και με βάση τους ισχυρισμούς της Μάντη, ένας πραγματικός δικηγορικός φάκελος συναλλαγής ακίνητης ιδιοκτησίας θα περιείχε, μεταξύ άλλων, αλληλογραφία με τους εντολείς της, ιδίως από τη στιγμή που πρόκειται για Βρετανούς υπηκόους και δεν υπάρχει οποιοσδήποτε ισχυρισμός ενώπιον του Δικαστηρίου ότι κατά τους ουσιώδεις χρόνους είχαν τη συνήθη διαμονή τους στην Κύπρο. Περαιτέρω, θα αναμενόταν να περιέχει αλληλογραφία και με την P.O.LI.V.E. Properties Limited σε σχέση με τις φερόμενες Ακυρωτική και Μεταγενέστερη Σύμβαση, καθώς και αποδείξεις πληρωμών ή άλλα συναφή έγγραφα, τα οποία θα μπορούσαν να επιβεβαιώσουν αντικειμενικά την πραγματική διεκπεραίωση των συναλλαγών που προβάλλονται. Η απουσία οποιουδήποτε τέτοιου υλικού και η παρουσίαση μόνο των επίμαχων εγγράφων, ήτοι της Αρχικής Σύμβασης, της Ακυρωτικής Σύμβασης και της Μεταγενέστερης Σύμβασης, τα οποία εξυπηρετούν την εκδοχή των John David Wright και Harley Wright, δεν επιτρέπει στο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι παρουσιάστηκε πλήρης και αυθεντικός φάκελος υπόθεσης. Αντιθέτως, ενισχύεται η εντύπωση επιλεκτικής επίκλησης εγγράφων, ενδεχομένως δε και εγγράφων που δεν υφίσταντο κατά τον ουσιώδη χρόνο. Ως προς το ζήτημα αυτό, σημειώνεται και η μαρτυρία της Λοΐζου, σύμφωνα με την οποία, όπως προκύπτει από την κατάθεση του οικονομικού ανακριτή John Edward Dudley ημερομηνίας 18/01/2017, η οποία λήφθηκε στο πλαίσιο της διαδικασίας δήμευσης περιουσιακών στοιχείων εναντίον του John David Wright στο Ηνωμένο Βασίλειο, λήφθηκε επίσης κατάθεση από τον Richard Lamb, τότε διευθύνοντα σύμβουλο της P.O.LI.V.E. Properties Limited. Σύμφωνα με την εν λόγω κατάθεση, ο Richard Lamb όχι μόνο επιβεβαίωσε τη θέση ότι ιδιοκτήτης του Επίδικου Ακινήτου ήταν ο John David Wright, αλλά ανέφερε επιπροσθέτως, παραθέτοντας λεπτομέρεια που καταδεικνύει σαφή ανάμνηση των γεγονότων, ότι ο John David Wright επρόκειτο να καταστεί σημαντικός μέτοχος της P.O.LI.V.E. Properties Limited, η οποία ήταν η αναπτύκτρια εταιρεία της συγκεκριμένης ακίνητης ιδιοκτησίας. Κατά την ίδια μαρτυρία της Λοΐζου, ο εν λόγω οικονομικός ανακριτής, John Edward Dudley, κατέθεσε περαιτέρω ότι ο John David Wright προέβη σε εκθέσεις γεγονότων ενώπιον Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο στο πλαίσιο της πιο πάνω διαδικασίας δήμευσης περιουσιακών στοιχείων, στις 16/07/2009 και 11/09/2009, δια των οποίων δήλωνε ότι το Επίδικο Ακίνητο είχε αγοραστεί από τον ίδιο και τη σύζυγό του, Sally Wright, κατά ποσοστό 50% έκαστος. Ωστόσο, κατά την ακρόαση ενώπιον του Δικαστηρίου, ανακάλεσε την εν λόγω θέση, αποδεχόμενος ότι ο ίδιος ήταν ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) του Επίδικου Ακινήτου.      

Το Δικαστήριο δεν δύναται, επίσης, να αποδώσει ουσιαστική βαρύτητα στην αναφορά της Μάντη ότι τα γεγονότα της «επιβεβαιώθηκαν» από τον John David Wright και την Harley Wright, ούτε, εν πάση περιπτώσει, να δεχθεί ότι, εκ της εν λόγω αναφοράς, η μαρτυρία της χαρακτηρίζεται από ακρίβεια και αξιοπιστία.

Ως προς τον John David Wright, προκύπτει ότι ενώπιον του Lewes Crown Court ουδέποτε προέβαλε ισχυρισμό ότι το Επίδικο Ακίνητο δεν του ανήκε ή ανήκε στις ανήλικες θυγατέρες του, Harley Wright και Millie Rose Wright. Αντιθέτως, σύμφωνα με τα στοιχεία που τέθηκαν ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, το Δικαστήριο στο Ηνωμένο Βασίλειο κατέληξε σε εύρημα ότι ο ίδιος είχε, ως ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner), 100% συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου, εύρημα το οποίο ουδέποτε αμφισβήτησε. Αντιθέτως, αποδέχθηκε ότι ήταν ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) αυτού, χωρίς να προβάλει οποιοδήποτε αντίθετο ισχυρισμό ούτε κατά τη μεταγενέστερη τροποποίηση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης. Υπό τις περιστάσεις αυτές, η μεταγενέστερη θέση που πλέον προβάλλεται, ήτοι ότι ο ίδιος δεν ήταν ο τελικός αποκλειστικός δικαιούχος ή ο ιδιοκτήτης του όλου ή ότι είχε ήδη αποξενωθεί από το ακίνητο από το έτος 2006, εμφανίζεται ως ευκαιριακή και προσαρμοσμένη στις ανάγκες της παρούσας διαδικασίας. Το γεγονός, δε, ότι το ζήτημα της ιδιοκτησίας άπτετο άμεσα της ρευστοποιήσιμης περιουσίας του και των συνεπειών της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης καθιστά ιδιαίτερα σημαντική την μη αποκάλυψη ή παράλειψή του να προβάλει τότε ενώπιον του Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο οποιοδήποτε τέτοιο επιχείρημα. Η Μάντη, υπό την ιδιότητά της ως δικηγόρου επί σειρά ετών μέχρι και τη συνταξιοδότησή της, δεν θα ανέμενε κανείς, εφόσον η ίδια δηλώνει ότι αν και εμπλεκόμενη δεν διατηρεί προσωπική ανάμνηση των γεγονότων, να στηρίζεται στις δηλώσεις του John David Wright, ο οποίος, σε ό,τι αφορά το Επίδικο Ακίνητο, εμφανίζεται να επιδοκιμάζει ή να αποδοκιμάζει το ιδιοκτησιακό του καθεστώς αναλόγως της εκάστοτε διαδικασίας και της σημασίας που αυτό ενδέχεται να έχει, σε σχέση με τις θέσεις που επιδιώκει να προωθήσει.

Αντίστοιχα, το Δικαστήριο δεν θεωρεί ότι η Harley Wright δύναται να αποτελέσει αξιόπιστη πηγή επιβεβαίωσης των προβαλλόμενων γεγονότων. Κατά τον ουσιώδη χρόνο ήταν μόλις 10 ετών, ενώ τα ζητήματα που προβάλλονται αφορούν νομικές και συμβατικές πράξεις σχετικές με τη φερόμενη αγοραπωλησία του Επίδικου Ακινήτου, την ακύρωση της σχετικής σύμβασης μέσω της Ακυρωτικής Σύμβασης, τη φερόμενη σύναψη νέας σύμβασης στο όνομα της ίδιας και της αδελφής της μέσω της Μεταγενέστερης Σύμβασης, καθώς και γενικότερα τη διαχείριση δικαιωμάτων επί ακίνητης ιδιοκτησίας, ζητήματα τα οποία, κατά τα προβαλλόμενα, διεκπεραιώνονταν από τους γονείς της, John David Wright και Sally Wright, και τη νομική τους σύμβουλο. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο δεν θεωρεί εύλογο ότι η Harley Wright θα μπορούσε να διαθέτει ανεξάρτητη και αξιόπιστη προσωπική γνώση ή μνήμη των ουσιωδών περιστατικών, ώστε να λειτουργεί ως πρόσωπο επιβεβαίωσης των προβαλλόμενων ισχυρισμών. Περαιτέρω, το γεγονός ότι η Μάντη, παρουσιαζόμενη ως έμπειρη αφυπηρετήσασα δικηγόρος, προβάλλει την Harley Wright ως πηγή επιβεβαίωσης πληροφοριών αναφορικά με γεγονότα τα οποία η ίδια δηλώνει ότι δεν δύναται, αν και εμπλεκόμενη, να ανακαλέσει στη μνήμη της, θέτει τη μαρτυρία της υπό σαφή αμφισβήτηση ως προς την ποιότητα, την ακρίβεια, την πληρότητα και την αξιοπιστία των ισχυρισμών της.

Το Δικαστήριο διαπιστώνει, επίσης, ουσιώδη αντίφαση στην ίδια τη μαρτυρία της Μάντη αναφορικά με τον λόγο για τον οποίο η Μεταγενέστερη Σύμβαση ουδέποτε κατατέθηκε στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενώ, αντίστοιχα, η Αρχική Σύμβαση ουδέποτε αποσύρθηκε, παρά τη φερόμενη σύναψη της Ακυρωτικής Σύμβασης. Από τη μία πλευρά, η μάρτυρας αναφέρει ότι το νέο συμβόλαιο, ήτοι η Μεταγενέστερη Σύμβαση, δεν κατατέθηκε επειδή ουδέποτε της απεστάλησαν από τους John David Wright και Sally Wright τα αναγκαία χρηματικά ποσά για τη χαρτοσήμανσή του. Από την άλλη πλευρά, αναφέρει ότι οι γονείς των ανήλικων Harley Wright και Millie Rose Wright, ήτοι οι John David Wright και Sally Wright, ουδέποτε της έδωσαν οδηγίες να αποσύρει την Αρχική Σύμβαση και να καταθέσει τη Μεταγενέστερη Σύμβαση. Οι δύο αυτές εξηγήσεις δεν συνάδουν μεταξύ τους και δημιουργούν την εικόνα αποσπασματικής και εκ των υστέρων προσπάθειας αιτιολόγησης της μη κατάθεσης της φερόμενης νέας σύμβασης, ήτοι της Μεταγενέστερης Σύμβασης. Στην προσπάθεια αυτή, η μάρτυρας υπέπεσε σε ανακολουθία βαθμού αντίφασης, καθότι άλλο είναι να είχαν δοθεί οδηγίες προς αυτήν για κατάθεση της Μεταγενέστερης Σύμβασης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, πλην όμως να μην υλοποιήθηκε η πράξη λόγω μη αποστολής των απαιτούμενων χρημάτων για τη χαρτοσήμανσή της, και άλλο να μην είχαν δοθεί ποτέ τέτοιες οδηγίες. Εάν πράγματι υπήρχε πραγματική και γνήσια πρόθεση αντικατάστασης της Αρχικής Σύμβασης μέσω της Ακυρωτικής Σύμβασης και μεταβίβασης των σχετικών δικαιωμάτων στις ανήλικες θυγατέρες μέσω της Μεταγενέστερης Σύμβασης, εύλογα θα αναμενόταν να είχαν δοθεί σαφείς οδηγίες για απόσυρση της Αρχικής Σύμβασης, χαρτοσήμανση και κατάθεση της Μεταγενέστερης Σύμβασης ως του νέου συμβολαίου, καθώς και για λήψη όλων των αναγκαίων μέτρων προς διασφάλιση των υποτιθέμενων συμφερόντων των παιδιών. Διαφορετικά, δεν προκύπτει οποιοσδήποτε αποχρών λόγος για τον οποίο, λίγους μόλις μήνες μετά την Αρχική Σύμβαση και εντός περιόδου περίπου ενός έτους, να καταρτίστηκαν η Ακυρωτική και η Μεταγενέστερη Σύμβαση. Επί του ζητήματος αυτού δεν προβλήθηκε οποιοσδήποτε εύλογος λόγος, ιδίως ως προς το γιατί δεν προχώρησε η διαδικασία χαρτοσήμανσης και κατάθεσης της Μεταγενέστερης Σύμβασης στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας. Τούτο αποκτά ιδιαίτερη σημασία ενόψει του ότι, κατά την ίδια ή παραπλήσια χρονική περίοδο, ήτοι μεταξύ 01/01/2006 και 07/02/2007, σύμφωνα με την καταδικαστική απόφαση του Δικαστηρίου στο Ηνωμένο Βασίλειο, ο John David Wright είχε την προαναφερόμενη εγκληματική δραστηριότητα, ενώ παράλληλα απέστελλε μεγάλα χρηματικά ποσά εκτός Ηνωμένου Βασιλείου. Υπό τα δεδομένα αυτά, και δεδομένου ότι κρίθηκε πως, από αυτήν, αποκόμισε συνολικό ποσό ύψους £14.639.823, δεν μπορεί εύλογα να υποστηριχθεί ότι υπήρχε αντικειμενική αδυναμία καταβολής των αναγκαίων εξόδων για τη χαρτοσήμανση της Μεταγενέστερης Σύμβασης. Όλα τα πιο πάνω δημιουργούν σαφή προβληματισμό ως προς το κατά πόσο οι ισχυρισμοί της Μάντη περί πραγματικής κατάρτισης της Ακυρωτικής Σύμβασης και της Μεταγενέστερης Σύμβασης ανταποκρίνονται στην πραγματικότητα. Ιδιαιτέρως δε και επιπροσθέτως, εάν ληφθεί υπόψη ότι, με την εμπλοκή της ως δικηγόρου των John David Wright και Sally Wright, οι τελευταίοι φέρονται να ενήργησαν στο όνομα των τότε ανήλικων θυγατέρων τους, ήτοι να συμβλήθηκαν, εξ ονόματός τους, με την P.O.LI.V.E. Properties Limited στη Μεταγενέστερη Σύμβαση, πράξη η οποία απαγορεύεται από τα Άρθρα 12 και 26(1)(γ) του περί Σχέσεων Γονέων και Τέκνων Νόμου του 1990, Νόμος 216/1990, καθότι προέβησαν σε αγορά ακίνητης περιουσίας εκ μέρους των ανηλίκων χωρίς την προηγούμενη εξασφάλιση σχετικής άδειας του Δικαστηρίου.      

Περαιτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει σημασία και στο γεγονός ότι, παρά την πάροδο σχεδόν είκοσι ετών και παρά το ότι οι Harley Wright και Millie Rose Wright έχουν ενηλικιωθεί εδώ και πολλά χρόνια, ουδεμία ενέργεια έγινε προς χαρτοσήμανση και κατάθεση της Μεταγενέστερης Σύμβασης ή προς δικαστική διεκδίκηση δικαιωμάτων που φέρονται να απορρέουν από αυτήν, μέχρι την έναρξη της παρούσας διαδικασίας. Η παρατεταμένη αυτή αδράνεια δεν συνάδει με τη συμπεριφορά προσώπων που πράγματι θεωρούν ότι διαθέτουν ουσιαστικό και ενεργό ιδιοκτησιακό συμφέρον επί ακίνητης ιδιοκτησίας και ενισχύει σημαντικά τη θέση ότι τα επίμαχα έγγραφα προβλήθηκαν μόνο κατόπιν της παρούσας διαδικασίας, η οποία αφορά στην εκτέλεση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, και προς αποτροπή των συνεπειών αυτών. Το δε γεγονός ότι η έτερη φερόμενη ως δικαιούχος δικαιωμάτων επί του Επίδικου Ακινήτου βάσει της Μεταγενέστερης Σύμβασης, Millie Rose Wright, ουδέν διάβημα έχει λάβει σε σχέση με τα ζητήματα αυτά, εντείνει περαιτέρω τον πιο πάνω αρνητικό προβληματισμό.

Λαμβάνοντας υπόψη το σύνολο των περιστάσεων, με τις ανωτέρω να είναι κάποιες ενδεικτικές, το Δικαστήριο καταλήγει ότι η μαρτυρία της Μάντη δεν μπορεί να θεωρεί ασφαλής και να γίνει αποδεκτή ως ακριβής και αξιόπιστη προς θεμελίωση των ισχυρισμών που προβάλλονται εκ μέρους των John David Wright και Harley Wright.

Προχωρώντας, το Δικαστήριο αξιολογεί από κοινού τη μαρτυρία των Παναγιώτου και Λοΐζου, λειτουργών της Μονάδας Χρηματοοικονομικών Πληροφοριών της ΜΟ.Κ.Α.Σ., δεδομένου ότι αυτή παρουσιάζει ενιαία χαρακτηριστικά ως προς τη φύση, την πηγή και τον αποδεικτικό της χαρακτήρα. Η εν λόγω μαρτυρία αφορά, αφενός, διαδικασίες ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας οι οποίες είναι αδιαμφισβήτητες και αποτελούν κοινό τόπο μεταξύ των διαδίκων, και αφετέρου διαδικασίες ενώπιον των δικαστικών αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, οι οποίες επίσης δεν αμφισβητούνται ως προς την ύπαρξη και την εξέλιξή τους. Κατά το ουσιώδες μέρος της, η μαρτυρία τους βασίζεται σε έγγραφα και πληροφορίες που λήφθηκαν μέσω επίσημων διαδικασιών δικαστικής συνδρομής από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, στο πλαίσιο του ισχύοντος νομικού πλαισίου διεθνούς συνεργασίας, περιλαμβανομένων δικαστικών και διωκτικών αρχών. Ως εκ τούτου, πρόκειται για μαρτυρικό υλικό προερχόμενο από θεσμικές και επίσημες πηγές, η ακρίβεια και αξιοπιστία των οποίων δεν έχει τεθεί υπό ουσιαστική αμφισβήτηση από την πλευρά της Μάντη, παρά μόνο στο μέτρο που διατυπώθηκαν διαφορετικές νομικές προσεγγίσεις ή ερμηνείες των συνεπειών των σχετικών γεγονότων.

Το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη ότι οι εν λόγω μάρτυρες ενεργούν υπό θεσμική ιδιότητα, στο πλαίσιο εκτέλεσης υπηρεσιακού καθήκοντος, χωρίς να προκύπτει οποιοδήποτε προσωπικό συμφέρον ή κίνητρο που θα μπορούσε να επηρεάσει την αντικειμενικότητα ή την αξιοπιστία της μαρτυρίας τους. Περαιτέρω, η μαρτυρία τους στηρίζεται σε επίσημα έγγραφα και πληροφορίες που προέρχονται από αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου, περιλαμβανομένων δικαστικών αποφάσεων και πιστοποιητικών που εκδόθηκαν στο πλαίσιο διαδικασιών διεθνούς δικαστικής συνεργασίας, οι οποίες αφορούν τελεσίδικες και καταγεγραμμένες δικαστικές κρίσεις. Υπό τις περιστάσεις αυτές, το Δικαστήριο αποδίδει ιδιαίτερη βαρύτητα στο γεγονός ότι οι εν λόγω πληροφορίες προέρχονται από θεσμικά ελεγχόμενες και επίσημες πηγές, των οποίων η αξιοπιστία τεκμαίρεται, ιδίως εφόσον δεν έχει προσκομιστεί οποιοδήποτε στοιχείο που να θέτει υπό αμφισβήτηση την ακρίβεια ή την αυθεντικότητα των σχετικών εγγράφων.

Υπό το φως όλων των ανωτέρω, το Δικαστήριο κρίνει ότι η μαρτυρία των Παναγιώτου και Λοΐζου είναι ακριβής, πλήρης και αξιόπιστη και, ως εκ τούτου, γίνεται αποδεκτή στο σύνολό της προς στήριξη των σχετικών ευρημάτων του Δικαστηρίου.

Σε ό,τι αφορά τον αποδεικτικό χαρακτήρα της μαρτυρίας, το Δικαστήριο αναγνωρίζει ότι μέρος αυτής συνιστά εξ ακοής μαρτυρία υπό την έννοια των Άρθρων 23 και 27 του περί Απόδειξης Νόμου, Κεφ. 9 καθώς οι μάρτυρες αντλούν τις πληροφορίες τους από δηλώσεις, έγγραφα και δεδομένα που προέρχονται από τρίτες αρχές, ήτοι από δηλώσεις άλλων προσώπων. Κατά την αξιολόγηση της βαρύτητας της εν λόγω μαρτυρίας, το Δικαστήριο λαμβάνει υπόψη το σύνολο των σχετικών παραγόντων που προβλέπονται στο πιο πάνω Άρθρο 27 του Κεφ. 9, και ειδικότερα το γεγονός ότι: (α) δεν θα ήταν εύλογο ή αναγκαίο υπό τι περιστάσεις, ουσιαστικά και πρακτικά, εν όψει και των αμφισβητούμενων γεγονότων, να κλητευθούν ως μάρτυρες πρόσωπα από τις αλλοδαπές δικαστικές ή διωκτικές αρχές από τις οποίες προέρχεται το μαρτυρικό αυτό υλικό, δεδομένης ιδίως της θεσμικής και επίσημης φύσης του, (β) το χρονικό διάστημα μεταξύ των αρχικών γεγονότων και της καταγραφής/διαβίβασης των σχετικών πληροφοριών δεν μειώνει την αποδεικτική τους αξία, καθότι προέρχονται από επίσημα τηρούμενα αρχεία και δικαστικές αποφάσεις, (γ) η εξ ακοής διάσταση της μαρτυρίας είναι έμμεση και περιορίζεται στην παρουσίαση ήδη καταγεγραμμένων θεσμικών δεδομένων, ήτοι αποφάσεων Δικαστηρίων και σχετικών με αυτές διαδικασιών των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου, (δ) δεν προκύπτει οποιοδήποτε κίνητρο παραποίησης ή απόκρυψης εκ μέρους των αρχικών πηγών πληροφόρησης, οι οποίες είναι ανεξάρτητες δικαστικές και διοικητικές αρχές, (ε) δεν τίθεται ζήτημα μη ακριβούς μεταφοράς των αρχικών δηλώσεων, καθότι η μαρτυρία βασίζεται σε επίσημα έγγραφα, (στ) το πλαίσιο στο οποίο ελήφθησαν οι πληροφορίες είναι θεσμικό και αφορά επίσημες διαδικασίες δικαστικής συνδρομής, (ζ) δεν προκύπτει οποιαδήποτε ουσιώδης απόκλιση μεταξύ της εξ ακοής μαρτυρίας και των αρχικών επίσημων εγγράφων, και (η) η φύση της διαδικασίας δεν δημιουργεί δυσχέρεια στην ορθή αξιολόγηση της αποδεικτικής βαρύτητας, αλλά αντιθέτως την διευκολύνει, λόγω της θεσμικής και τεκμηριωμένης προέλευσης του υλικού. Περαιτέρω, το Δικαστήριο λαμβάνει ιδιαίτερα υπόψη, σύμφωνα με το Άρθρο 27(3) του Κεφ. 9, ότι το υλικό αυτό συνιστά την καλύτερη δυνατή διαθέσιμη μαρτυρία υπό τις περιστάσεις, καθότι προέρχεται από τις αρμόδιες αρχές του κράτους έκδοσης των σχετικών δικαστικών αποφάσεων και από επίσημα αρχεία που τηρούνται στο πλαίσιο της διεθνούς δικαστικής συνεργασίας και σχετικά πιστοποιητικά που εκδίδονται. Δεν έχει προσκομιστεί οποιαδήποτε εναλλακτική ή πληρέστερη πηγή πληροφόρησης που να αντικρούει ή να υπονομεύει το περιεχόμενο των εν λόγω εγγράφων.

Ως εκ των ανωτέρω, το Δικαστήριο αποδίδει στην πιο πάνω αποδεκτή μαρτυρία των Παναγιώτου και Λοΐζου τη δέουσα βαρύτητα.

IV.

Η νομική πτυχή.

            Στην προκείμενη περίπτωση, σχετικές είναι οι πρόνοιες του Μέρους IV του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες Νόμου του 2007, Νόμος 188(I)/2007.

Το Άρθρο 37 του Νόμου 188(Ι)/2007 ορίζει ότι, για τους σκοπούς του Μέρους IV του Νόμου 188(I)/2007, ως «διάταγμα εξωτερικού» νοείται διάταγμα Δικαστηρίου ξένης χώρας το οποίο εκδίδεται δυνάμει των σχετικών Συμβάσεων ή της νομοθεσίας που θεσπίζεται προς εφαρμογή τους, ανεξαρτήτως εάν αυτό εκδόθηκε πριν ή μετά την έναρξη ισχύος του περί της Παρεμπόδισης και Καταπολέμησης της Νομιμοποίησης Εσόδων από Παράνομες Δραστηριότητες (Τροποποιητικού) Νόμου του 2018, Νόμος 13(Ι)/2018. Ο όρος περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, διατάγματα δήμευσης εσόδων και μέσων, όπως οι έννοιες αυτές ερμηνεύονται στη Σύμβαση, περιλαμβανομένου διατάγματος δήμευσης εσόδων ή προϊόντος αδικήματος που βρίσκεται στην κατοχή είτε του κατηγορουμένου είτε τρίτου προσώπου, ή άλλης περιουσίας αντίστοιχης αξίας προς το προϊόν του αδικήματος.

Το ίδιο Άρθρο 37 του Νόμου 188(Ι)/2007 ορίζει, περαιτέρω, ότι ο όρος «Σύμβαση» αναφέρεται, μεταξύ άλλων, στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος της 08/11/1990, η οποία κυρώθηκε στη Δημοκρατία με τον περί της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος (Κυρωτικό) Νόμο του 1995, Νόμος 18(III)/1995.

Το Άρθρο 38 του Νόμου 188(Ι)/2007 ρυθμίζει τη διαδικασία υποβολής και εγγραφής αλλοδαπού διατάγματος δήμευσης προς εκτέλεση στη Δημοκρατία. Ειδικότερα, προβλέπεται ότι η σχετική αίτηση υποβάλλεται από τη ξένη χώρα μέσω του Υπουργείου Δικαιοσύνης και Δημοσίας Τάξεως και, ακολούθως, διαβιβάζεται στη ΜΟ.Κ.Α.Σ., η οποία δύναται να την καταχωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου, ήτοι ενώπιον Προέδρου ή Ανώτερου Επαρχιακού Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, με μονομερή αίτηση.

Περαιτέρω, στο εδάφιο (3) του ίδιου Άρθρου 38 του Νόμου 188(Ι)/2007  καθορίζονται οι προϋποθέσεις υπό τις οποίες το Δικαστήριο δύναται να προχωρήσει στην εγγραφή αλλοδαπού διατάγματος για σκοπούς εκτέλεσής του στη Δημοκρατία. Επιπλέον, το Άρθρο 38(4) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, μετά την εγγραφή του διατάγματος, παρέχεται ειδοποίηση στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, ενώ ρητώς με το εδάφιο (6), τηρουμένων των διατάξεων του, διαφυλάσσονται και τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων.

Το Άρθρο 39(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι διάταγμα εξωτερικού το οποίο εγγράφεται δυνάμει του Άρθρου 38 του Νόμου 188(Ι)/2007 καθίσταται εκτελεστό στη Δημοκρατία ως εάν επρόκειτο για διάταγμα εκδοθέν από αρμόδιο Δικαστήριο της Δημοκρατίας βάσει του παρόντος Νόμου 188(Ι)/2007, εξομοιώνοντάς το ως προς την ισχύ και εκτέλεσή του με αντίστοιχα ημεδαπά διατάγματα.

Περαιτέρω, το εδάφιο (5) του Άρθρου 39 του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, σε περίπτωση που η απόφαση δήμευσης αφορά χρηματικό ποσό το οποίο δεν έχει καταβληθεί, το διάταγμα δήμευσης μπορεί να εκτελεστεί, σύμφωνα με το εδάφιο (1), επί οποιουδήποτε περιουσιακού στοιχείου είναι διαθέσιμο προς ικανοποίηση της απαίτησης, επιτρέποντας έτσι την εκτέλεση της χρηματικής δήμευσης μέσω προσφυγής σε οποιαδήποτε διαθέσιμη περιουσία του υπόχρεου.

Το Άρθρο 41(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι διάταγμα εξωτερικού δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί αποκλειστικά από το Δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή της ξένης χώρας που το εξέδωσε, αποκλείοντας οποιαδήποτε δυνατότητα ουσιαστικής μεταβολής του από τα Δικαστήρια της Δημοκρατίας. Περαιτέρω, το εδάφιο (2) ορίζει ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών του δυνάμει του Άρθρου 39 του Νόμου 188(Ι)/2007 και κάθε άλλης συναφούς εξουσίας για την εκτέλεση διατάγματος εξωτερικού, δεσμεύεται από τα πραγματικά ευρήματα στα οποία στηρίζεται, δηλαδή από τα ευρήματα γεγονότων που ενσωματώνονται στην καταδίκη ή στη δικαστική απόφαση της ξένης χώρας ή από εκείνα που αποτελούν αναγκαίο και άρρηκτο υπόβαθρο της.       

Το Άρθρο 42(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, όταν σε διάταγμα εξωτερικού καθορίζεται προς είσπραξη χρηματικό ποσό σε νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό μετατρέπεται στο αντίστοιχο ποσό σε νόμισμα της Δημοκρατίας, ήτοι σε Ευρώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για εγγραφή του διατάγματος. Περαιτέρω, το εδάφιο (2) θέτει περιορισμό ως προς την εκτέλεση, προβλέποντας ότι σε καμία περίπτωση η αξία της δημευθείσας περιουσίας δεν μπορεί να υπερβαίνει το χρηματικό ποσό που αναφέρεται στο διάταγμα εξωτερικού προς είσπραξη, διασφαλίζοντας κατ’ αυτόν τον τρόπο την αναλογικότητα της εκτέλεσης σε σχέση με το αλλοδαπό διάταγμα.

Με βάση το Άρθρο 43(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 οι διατάξεις των Άρθρων 14[(2)(β), (7), (8), (10) και (11)], 15[(9), (10), (11), (11Α) και (11Β)], 17, 18, 19, 20, 22 και 23 του Νόμου 188(Ι)/2007, εφαρμόζονται και στις περιπτώσεις διατάγματος εξωτερικού.

Βάσει του Άρθρου 17 του Νόμου 188(Ι)/2007:

«17. (1) Μετά την έκδοση διατάγματος δήμευσης για το οποίο δεν έχει καταχωρισθεί έφεση και το οποίο παραμένει ανεκτέλεστο ή μετά την εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δήμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV ή του Μέρους IVA ή του Μέρους IVB, το δικαστήριο δύναται με αίτηση της κατηγορούσας αρχής να ασκήσει τις ακόλουθες εξουσίες:

(α) Να προβεί στο διορισμό παραλήπτη για τη ρευστοποίηση της περιουσίας ή/και στο διορισμό παραλήπτη, τον οποίο να εξουσιοδοτεί να λάβει στην κατοχή του με τον τρόπο που το Δικαστήριο ορίζει, το προϊόν του αδικήματος και/ή την περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης, προς  εκτέλεση του διατάγματος δήμευσης:

Νοείται ότι για τους σκοπούς του παρόντος άρθρου και χωρίς επηρεασμό της γενικότητάς του, το δικαστήριο δύναται να διορίσει ως παραλήπτη και τον Επίσημο Παραλήπτη, ο οποίος για σκοπούς εφαρμογής του παρόντος άρθρου, δύναται να εφαρμόζει και τις σχετικές πρόνοιες και διαδικασίες που προβλέπονται στον περί Πτώχευσης Νόμο και στους κανονισμούς που εκδίδονται δυνάμει αυτού, καθώς και στον περί Εταιρειών Νόμο  και στους περί Εταιρειών (Εκκαθάριση) Κανονισμούς, όπως αυτοί εκάστοτε τροποποιούνται ή αντικαθίστανται·

(β) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη ή τον παραλήπτη που διορίζεται δυνάμει των προνοιών του εδαφίου (7) του άρθρου 14 ή δυνάμει άλλων προνοιών σχετικά με την έκδοση επιβαρυντικών διαταγμάτων-

(i) Να εκτελέσει οποιαδήποτε επιβάρυνση η οποία έχει επιβληθεί δυνάμει του άρθρου 15 ή των Μερών IV ή IVA ή IVB επί περιουσίας ή επί τόκων ή μερισμάτων πληρωτέων σε σχέση με την περιουσία αυτή˙ και

(ii) να θέσει υπό την κατοχή του οποιαδήποτε άλλη ρευστοποιήσιμη περιουσία και/ή την περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης η οποία δεν υπόκειται σε επιβάρυνση με την επιβολή όρων και εξαιρέσεων, αν το δικαστήριο το κρίνει σκόπιμο˙

(γ) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο στην κατοχή του οποίου βρίσκεται ρευστοποιήσιμη περιουσία και/ή την περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης να την παραδώσει στον εν λόγω παραλήπτη˙

(δ) να εξουσιοδοτήσει τον εν λόγω παραλήπτη να ρευστοποιήσει ρευστοποιήσιμη περιουσία και/ή την περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης με τον τρόπο που το δικαστήριο ορίζει˙

(ε) να διατάξει οποιοδήποτε πρόσωπο το οποίο έχει συμφέρον επί ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή περιουσίας που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης να πληρώσει στον παραλήπτη οποιαδήποτε ποσά σχετικά με οποιοδήποτε συμφέρον το οποίο έχει ο κατηγορούμενος ή ο δωρεοδόχος απαγορευμένης δωρεάς και ακολούθως το δικαστήριο δύναται, αφού γίνει η πληρωμή, να διατάξει να μεταβιβαστεί, παραχωρηθεί ή διαγραφεί οποιοδήποτε συμφέρον στην περιουσία.

(2) Οι παράγραφοι (γ), (δ) και (ε) του εδαφίου (1) δεν εφαρμόζονται σχετικά με περιουσία η οποία επηρεάζεται από επιβάρυνση η οποία έχει δημιουργηθεί με βάση τις πρόνοιες του άρθρου 15.

(3) Το δικαστήριο ασκεί τις εξουσίες που του παρέχουν η παράγραφος (α), η υποπαράγραφος (i) της παραγράφου (β) και οι παράγραφοι (δ) και (ε) του εδαφίου (1), μόνο αν πεισθεί ότι δόθηκε η εύλογη ευκαιρία σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται να υποβάλουν τις απόψεις τους στο δικαστήριο:

Νοείται ότι, για τους σκοπούς του παρόντος εδαφίου, η αναφορά σε όλα τα πρόσωπα τα οποία έχουν συμφέρον στην περιουσία που επηρεάζεται δεν περιλαμβάνει τον κατηγορούμενο στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα δήμευσης εκδόθηκε μετά από καταδίκη του κατηγορουμένου και αφορά τη δήμευση συγκεκριμένης περιουσίας που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης, στην οποία ο κατηγορούμενος έχει συμφέρον και είχε δοθεί στον κατηγορούμενο η ευκαιρία να υποβάλει ενώπιον του δικαστηρίου το οποίο εξέδωσε το διάταγμα δήμευσης τις θέσεις του σε σχέση με τη δήμευση της συγκεκριμένης περιουσίας:

Νοείται περαιτέρω ότι,  σε σχέση με αποφάσεις ή διατάγματα δήμευσης που εγγράφονται με βάση τα Μέρη IV, IVA ή IVB και αφορούν συγκεκριμένη περιουσία η οποία αναφέρεται στην εν λόγω απόφαση ή στο διάταγμα, οι διατάξεις του παρόντος εδαφίου δεν εφαρμόζονται στις περιπτώσεις κατά τις οποίες λήφθηκαν μέτρα ειδοποίησης ή γνωστοποίησης της εγγραφής της απόφασης ή διατάγματος δήμευσης στα επηρεαζόμενα πρόσωπα, όπως προβλέπεται στις σχετικές διατάξεις του Μέρους IV, IVA ή IVB.

(4) Παραλήπτης διοριζόμενος δυνάμει του παρόντος άρθρου έχει τις ίδιες εξουσίες, στην έκταση που αυτές δε συγκρούονται με πρόνοιες του παρόντος Νόμου, που θα είχε αν διοριζόταν για σκοπούς πώλησης, διάθεσης ή ρευστοποίησης περιουσιακών στοιχείων βαρυνόμενων με επιβαρυντικό διάταγμα για την ικανοποίηση χρέους σε πολιτική υπόθεση, σύμφωνα με τον περί Επιβαρυντικών Διαταγμάτων Νόμο.».

Συνεπώς, το Άρθρο 17 του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει τις εξουσίες του Δικαστηρίου μετά την εγγραφή διατάγματος ή απόφασης δήμευσης που εκδίδεται δυνάμει των διατάξεων του Μέρους IV.

Ειδικότερα, κατόπιν αίτησης, το Δικαστήριο δύναται με βάση την παράγραφο (α) του εδαφίου (1) του Άρθρου 17 του Νόμου 188(Ι)/2007 να διατάξει τον διορισμό Παραλήπτη για τη ρευστοποίηση της περιουσίας ή/και για την παραλαβή του προϊόντος του αδικήματος ή της περιουσίας που καλύπτεται από το διάταγμα προς εκτέλεση του διατάγματος δήμευσης, περιλαμβανομένου και του Επίσημου Παραλήπτη, ο οποίος δύναται να ενεργεί σύμφωνα με τις πρόνοιες της πτωχευτικής και εταιρικής νομοθεσίας.

Η παράγραφος (δ) του Άρθρου 17(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δύναται να εξουσιοδοτήσει τον διοριζόμενο Παραλήπτη να προβεί στη ρευστοποίηση της ρευστοποιήσιμης περιουσίας ή/και της περιουσίας που καθορίζεται στο διάταγμα δήμευσης, σύμφωνα με τον τρόπο και τις οδηγίες που το ίδιο το Δικαστήριο καθορίζει, στο πλαίσιο της εκτέλεσης του διατάγματος.

Επιπλέον, το εδάφιο (3) του Άρθρου 17 του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τις εξουσίες που του παρέχονται, μεταξύ άλλων, από την παράγραφο (α) και την παράγραφο (δ) του εδαφίου (1) ανωτέρω, μόνο εφόσον ικανοποιηθεί ότι έχει δοθεί σε όλα τα πρόσωπα που έχουν έννομο συμφέρον επί της επηρεαζόμενης περιουσίας εύλογη ευκαιρία να εκθέσουν τις απόψεις τους ενώπιον του. Εξαίρεση από την έννοια των «προσώπων με συμφέρον» αποτελεί ο κατηγορούμενος, στις περιπτώσεις όπου το διάταγμα δήμευσης εκδόθηκε μετά από καταδίκη και αφορά συγκεκριμένη περιουσία που αναφέρεται στο διάταγμα δήμευσης στην οποία ο ίδιος έχει συμφέρον, νοουμένου ότι είχε ήδη παρασχεθεί σε αυτόν η δυνατότητα να ακουστεί κατά τη διαδικασία έκδοσης του διατάγματος σχετικά με την δήμευση της. Περαιτέρω, η δεύτερη επιφύλαξη του Άρθρου 17(3) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, σε σχέση με αποφάσεις ή διατάγματα δήμευσης που εγγράφονται δυνάμει του Μέρους IV και αφορούν συγκεκριμένη περιουσία η οποία αναφέρεται σε αυτά, οι πρόνοιες του περί υποχρέωσης παροχής εύλογης ευκαιρίας ακρόασης δεν εφαρμόζονται, εφόσον έχουν ήδη ληφθεί τα προβλεπόμενα από το Μέρος IV μέτρα ειδοποίησης ή γνωστοποίησης της εγγραφής της απόφασης ή του διατάγματος προς τα επηρεαζόμενα πρόσωπα.

Σχετικές εν προκειμένω είναι και οι πρόνοιες της Συμφωνίας Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και της Ευρωπαϊκής Κοινότητας Ατομικής Ενέργειας, αφενός, και του Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγάλης Βρετανίας και της Βόρειας Ιρλανδίας αφετέρου, της 31/12/2020, ΕΕΕ L149/2011, 30/04/2021, η οποία τέθηκε σε ισχύ την 01/05/2021 (εφεξής «η Συμφωνία»).

Ο Τίτλος XI της Συμφωνίας αφορά τη συνεργασία για τους σκοπούς ερευνών και διαδικασιών που αποσκοπούν στη δέσμευση περιουσίας με σκοπό τη μετέπειτα δήμευσή της, καθώς και ερευνών και διαδικασιών που αποσκοπούν στη δήμευση περιουσίας στο πλαίσιο ποινικών διαδικασιών.

Το Άρθρο 658 της Συμφωνίας θεσπίζει την υποχρέωση των κρατών να παρέχουν μεταξύ τους, κατόπιν αιτήματος, το ευρύτερο δυνατό μέτρο συνδρομής, ενώ το Άρθρο 665 της Συμφωνίας καθιερώνει την υποχρέωση δήμευσης. Ειδικότερα, προβλέπει ότι το κράτος προς το οποίο απευθύνεται αίτηση δήμευσης για περιουσιακό στοιχείο που βρίσκεται στο έδαφός του, είτε εκτελεί απευθείας την αλλοδαπή απόφαση δήμευσης που έχει εκδοθεί από το αιτούν κράτος, είτε παραπέμπει την αίτηση στις αρμόδιες εθνικές αρχές του για σκοπούς έκδοσης και, εν συνεχεία, εκτέλεσης σχετικής απόφασης δήμευσης. Παρέχεται επίσης η δυνατότητα στα κράτη να κινούν διαδικασίες δήμευσης βάσει του εσωτερικού τους δικαίου, όταν αυτό είναι αναγκαίο, ενώ η συνεργασία επεκτείνεται και σε περιπτώσεις χρηματικής δήμευσης, οπότε, σε περίπτωση μη καταβολής του οφειλόμενου ποσού, επιτρέπεται η ρευστοποίηση οποιασδήποτε διαθέσιμης περιουσίας.

Σχετικό είναι και το Άρθρο 666 της Συμφωνίας το οποίο προνοεί ότι οι διαδικασίες έκδοσης και εκτέλεσης της απόφασης δήμευσης διέπονται από το εσωτερικό δίκαιο του κράτους προς το οποίο απευθύνεται η αίτηση. Το οποίο, κράτος εκτέλεσης, δεσμεύεται από τα πορίσματα ως προς τα πραγματικά περιστατικά της αλλοδαπής καταδικαστικής ή δικαστικής απόφασης, στο μέτρο που αυτά περιλαμβάνονται ρητά στην απόφαση ή στα οποία αυτή στηρίζεται έμμεσα. Τέλος, σε περίπτωση που η δήμευση αφορά χρηματικό ποσό, η αρμόδια αρχή του κράτους εκτέλεσης προβαίνει στη μετατροπή του ποσού στο εγχώριο νόμισμα με βάση την ισοτιμία που ισχύει κατά τον χρόνο έκδοσης της απόφασης εκτέλεσης της δήμευσης.

Σημειώνεται ότι, σύμφωνα με την παράγραφο (6) του Άρθρου 656 της Συμφωνίας, με την οποία τίθενται οι ανωτέρω στόχοι και αρχές της συνεργασίας στο πλαίσιο του Τίτλου XI της Συμφωνίας, προβλέπεται ότι οι διατάξεις του Τίτλου XI εφαρμόζονται αντί του κεφαλαίου «Διεθνής Συνεργασία» της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος της 08/11/1990, χωρίς να θίγονται οι υποχρεώσεις των κρατών που απορρέουν από τις λοιπές διατάξεις της εν λόγω Σύμβασης.

Επισημαίνεται ότι τα της διεθνούς συνεργασίας στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος της 08/11/1990, η οποία, επαναλαμβάνεται, κυρώθηκε στη Δημοκρατία με τον πιο πάνω Νόμο 18(III)/1995, περιλαμβάνονται στο Κεφάλαιο ΙΙΙ, το οποίο στα Άρθρα 7, 8, 9, 13, 14 και 15 περιλαμβάνονται διατάξεις με ταυτόσημες σχεδόν θα μπορούσε να λεχθεί πρόνοιες.

Σχετικές στην προκείμενη περίπτωση, είναι και οι πρόνοιες του Μέρους IVA του Νόμου 188(Ι)/2007 το οποίο αφορά, μεταξύ άλλων, αποφάσεις δήμευσης Δικαστηρίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Το Άρθρο 43Γ του Νόμου 188(Ι)/2007 ρυθμίζει τη διαδικασία υποβολής και προώθησης αιτήσεων για εγγραφή για σκοπούς εκτέλεσης αποφάσεων δήμευσης τέτοιας αλλοδαπής προέλευσης. Συγκεκριμένα, η αίτηση εκτέλεσης υποβάλλεται απευθείας στη ΜΟ.Κ.Α.Σ., η οποία, εφόσον διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του Μέρους IVA του Νόμου 188(Ι)/2007, την προωθεί το συντομότερο δυνατό στο αρμόδιο δικαστήριο, ήτοι Πρόεδρο ή Ανώτερο Επαρχιακό Δικαστή του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, για σκοπούς εγγραφής και εκτέλεσης. Η ΜΟ.Κ.Α.Σ. δεν προωθεί απόφαση δήμευσης στο δικαστήριο εκτός εάν, κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης, η απόφαση βρίσκεται σε ισχύ, είναι εκτελεστή και δεν εκκρεμεί έφεση ή άλλη διαδικασία που να αναστέλλει ή να αμφισβητεί την εκτέλεσή της, με την έννοια της έφεσης να περιλαμβάνει κάθε διαδικασία ακύρωσης, επανεκδίκασης ή αναστολής. Τέλος, η αίτηση εκτέλεσης συνοδεύεται από Πιστοποιητικό που καθορίζεται στην Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της 6ης Οκτωβρίου 2006 σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης, ως προαπαιτούμενο για την προώθησή της στη διαδικασία εκτέλεσης.

Το Άρθρο 43Γ(4) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, τηρουμένων των διατάξεων του Μέρους IVA του Νόμου 188(Ι)/2007, το Δικαστήριο, μετά την υποβολή αίτησης εκτέλεσης από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ., προχωρεί στην εγγραφή της απόφασης δήμευσης για σκοπούς εκτέλεσής της. Περαιτέρω, το εδάφιο (5) ορίζει ότι, μετά την εγγραφή, το Δικαστήριο εκδίδει οδηγίες για την κοινοποίηση ειδοποίησης προς όλα τα επηρεαζόμενα από την απόφαση πρόσωπα, διασφαλίζοντας τη γνώση και δυνατότητα συμμετοχής τους στη διαδικασία. Τέλος, το εδάφιο (6) του Άρθρου 43Γ του Νόμου 188(Ι)/2007 κατοχυρώνει ότι, υπό την επιφύλαξη των διατάξεων του, τα δικαιώματα καλόπιστων τρίτων διαφυλάσσονται και δεν επηρεάζονται από τη διαδικασία εγγραφής και εκτέλεσης.

Το Άρθρο 43ΙΑ(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπει ότι απόφαση δήμευσης η οποία εγγράφεται δυνάμει του Άρθρου 43Γ του Νόμου 188(Ι)/2007 καθίσταται εκτελεστή στη Δημοκρατία ως εάν επρόκειτο για διάταγμα εκδοθέν από αρμόδιο δικαστήριο της Δημοκρατίας, σύμφωνα με τις διατάξεις του Νόμου 188(Ι)/2007. Με τον τρόπο αυτό, η αλλοδαπή απόφαση εξομοιώνεται πλήρως ως προς την εκτελεστότητα με αντίστοιχο εθνικό δικαστικό διάταγμα.

Σύμφωνα με το Άρθρο 43ΙΑ(8) του Νόμου188(Ι)/2007 σε περίπτωση εγγραφής απόφασης δήμευσης δυνάμει του του Μέρους IVA του Νόμου 188(Ι)/2007, η εκτέλεσή της από τη ΜΟ.Κ.Α.Σ. δύναται να προχωρήσει μόνο εφόσον παρέλθει χρονικό διάστημα έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης ειδοποίησης προς τα επηρεαζόμενα πρόσωπα, χωρίς τα πρόσωπα αυτά να έχουν λάβει οποιοδήποτε μέτρο για ακύρωση ή παραμερισμό του διατάγματος εγγραφής.

Περαιτέρω, το Άρθρο 43ΙΓ(1) του Νόμου188(Ι)/2007 προβλέπει ότι το Δικαστήριο προβαίνει σε ακύρωση της εγγραφής απόφασης δήμευσης όταν αποδειχθεί ότι έχει επέλθει συμμόρφωση προς την εν λόγω απόφαση. Η συμμόρφωση αυτή μπορεί να συνίσταται είτε στην πλήρη καταβολή του οφειλόμενου ποσού που προκύπτει από την απόφαση δήμευσης, είτε σε οποιονδήποτε άλλο τρόπο εκπλήρωσης που προβλέπεται από τη νομοθεσία του κράτους έκδοσης.

Το Άρθρο 43ΙΔ(1) του Νόμου188(Ι)/2007 προβλέπει ότι απόφαση δήμευσης δύναται να τροποποιηθεί ή να αναθεωρηθεί αποκλειστικά από το Δικαστήριο ή άλλη αρμόδια αρχή του κράτους έκδοσης, αποκλείοντας οποιαδήποτε δυνατότητα ουσιαστικής μεταβολής της από το Δικαστήριο. Περαιτέρω, το εδάφιο (2) ορίζει ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών του δυνάμει του πιο πάνω Άρθρου 43ΙΑ του Νόμου188(Ι)/2007 και κάθε άλλης συναφούς εξουσίας εκτέλεσης, δεσμεύεται από τα πραγματικά ευρήματα της απόφασης δήμευσης ή και καταδίκης του κράτους έκδοσης, στο μέτρο που αυτά αναφέρονται ρητά στην απόφαση ή συνάγονται ως αναγκαίο συμπέρασμα από αυτήν, χωρίς να προβαίνει σε εκ νέου εξέταση των γεγονότων.

Περαιτέρω, το Άρθρο 43ΙΕ του Νόμου188(Ι)/2007 προβλέπει ότι, όταν σε απόφαση δήμευσης αναφέρεται συγκεκριμένο χρηματικό ποσό προς είσπραξη σε νόμισμα άλλης χώρας, το ποσό αυτό μετατρέπεται στο αντίστοιχο ποσό σε νόμισμα της Δημοκρατίας, ήτοι σε Ευρώ, με βάση την ισοτιμία που ίσχυε κατά τον χρόνο υποβολής της αίτησης για εκτέλεση.

Τέλος, με βάση το Άρθρο 43ΙΣΤ του Νόμου188(Ι)/2007, οι διατάξεις των Άρθρων 14[(2)(β), (7), (8), (10) και (11)], 15[(9), (10), (11), (11Α) και (11Β)], 17, 18, 19, 20, 22 και 23 του Νόμου 188(Ι)/2007, εφαρμόζονται και στην περίπτωση απόφασης δήμευσης που εκτελείται σύμφωνα με το Μέρος IVA.

V.

Ευρήματα και νομική αξιολόγησή τους.

Στην υπό εξέταση υπόθεση, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας των Παναγιώτου και Λοΐζου, το Δικαστήριο προβαίνει στα ακόλουθα ευρήματα, τα οποία αποτελούν τη βάση για την απόφασή του επί των επίδικων ζητημάτων:  

Το 2017, στο πλαίσιο εκτέλεσης αιτήματος δικαστικής συνδρομής της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου, η ΜΟ.Κ.Α.Σ. καταχώρισε στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας αίτηση με αριθμό 428/2017 για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης Δέσμευσης του Lewes Crown Court, ημερομηνίας 05/02/2007, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 13/04/2012, ήτοι της πιο πάνω αναφερόμενης Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης.

Η εν λόγω Απόφαση και Διάταγμα Δέσμευσης αφορούσε το Διαμέρισμα C02 στο συγκρότημα διαμερισμάτων με την επωνυμία Olive Tree Court, το οποίο ανεγέρθηκε επί του Τεμαχίου 421, Αριθμός Εγγραφής 0/42021, Φύλλο/Σχέδιο 45/09, στον Δήμο Πέγειας της Επαρχίας Πάφου, και για το οποίο είχε κατατεθεί στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας πωλητήριο έγγραφο με αρ. ΠΩΕ/1949/2005 στο όνομα των John David Wright και Sally Wright, ήτοι το Επίδικο Ακίνητο.

Οι John David Wright και Sally Wright συμφώνησαν, κατά τον Μάιο του 2005, με την εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd για την αγορά του Επίδικου Ακινήτου. Για την εν λόγω αγορά καταβλήθηκε συνολικό ποσό ύψους £88.773,50 (Λ.Κ.), ενώ κατά την 01/02/2008 παρέμενε ανεξόφλητο υπόλοιπο ύψους £2.885,75 (Λ.Κ.).

Σε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο έχει κατατεθεί το πωλητήριο έγγραφο με αριθμό 6/ΠΩΕ/1949/2005 υπέρ των John David Wright και Sally Wright, το οποίο αφορά μέρος του τεμαχίου 421, Φ/Σχ. 45/09, στον Δήμο Πέγειας, και ειδικότερα το Επίδικο Ακίνητο. Ως ιδιοκτήτρια του τεμαχίου καταγράφεται η εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd.

Στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας έχει κατατεθεί αίτηση με αριθμό ΑΧ.875/2012 για τον διαχωρισμό του κτιρίου, ήτοι του συγκροτήματος διαμερισμάτων στο οποίο περιλαμβάνεται και το Επίδικο Ακίνητο. Ωστόσο, η σχετική διαδικασία δεν έχει προχωρήσει μέχρι σήμερα, καθότι η ιδιοκτήτρια εταιρεία δεν προσκόμισε τα απαραίτητα έγγραφα που της ζητήθηκαν. Ως εκ τούτου, δεν κατέστη μέχρι σήμερα δυνατή η έκδοση χωριστών τίτλων ιδιοκτησίας.

Η αγοραία σήμερα αξία του Επίδικου Ακινήτου ανέρχεται περίπου στις €100.000.  

Στις 04/07/2017, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας εξέδωσε, στο πλαίσιο της πιο πάνω αίτησης, διάταγμα εγγραφής και εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης της δικαστικής αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου, ήτοι την πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης.

Στις 24/08/2008 ο John David Wright καταδικάστηκε στο Ηνωμένο Βασίλειο από αρμόδιο Δικαστήριο για τα αδικήματα της συνωμοσίας προς νομιμοποίηση εσόδων από παράνομες δραστηριότητες και της συνωμοσίας προς δόλια αποφυγή καταβολής δασμού επί εισαγόμενου καπνού. Του επιβλήθηκαν συντρέχουσες ποινές φυλάκισης, εκ των οποίων η μεγαλύτερη, διάρκειας έξι ετών, αφορούσε το αδίκημα της συνωμοσίας προς δόλια αποφυγή καταβολής δασμού.

Ειδικότερα, ο John David Wright καταδικάστηκε διότι, κατά το χρονικό διάστημα μεταξύ 01/01/2006 και 07/02/2007, οργάνωσε σε μεγάλη κλίμακα την εισαγωγή χειροποίητου καπνού και τσιγάρων από ευρωπαϊκές χώρες στο Ηνωμένο Βασίλειο, αποκρύπτοντας τις αποστολές ως φορτία σοκολάτας ή αποστελλόμενα ταχυδρομικώς, ενώ παράλληλα απέστελλε μεγάλα χρηματικά ποσά εκτός Ηνωμένου Βασιλείου.

Τόσο η Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δέσμευσης του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας όσο και η αντίστοιχη Απόφαση και Διάταγμα Δέσμευσης του Ηνωμένου Βασιλείου, επιδόθηκαν και γνωστοποιήθηκαν στα επηρεαζόμενα πρόσωπα μέσω των αρμόδιων αρχών του Ηνωμένου Βασιλείου. Η επίδοση πραγματοποιήθηκε στον John David Wright, στη Sally Wright, καθώς και στην εταιρεία P.OLI.V.E. Properties Ltd.

Κατόπιν επίσημων αιτημάτων δικαστικής συνδρομής ημερομηνίας 08/08/2013 και 12/09/2014, η ΜΟ.Κ.Α.Σ. έλαβε από τις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου αίτημα για εγγραφή και εκτέλεση Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης του Lewes Crown Court, ημερομηνίας 09/08/2010, όπως αυτή τροποποιήθηκε στις 13/11/2012. Ήτοι, την πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης.

Στη συνέχεια, στις 16/05/2016, διαβιβάστηκαν στη ΜΟ.Κ.Α.Σ. η αρχική Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης ημερομηνίας 09/08/2010, η τροποποιημένη Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης ημερομηνίας 30/11/2012, καθώς και το σχετικό Πιστοποιητικό Δήμευσης, σύμφωνα με την Απόφαση-Πλαίσιο 2006/783/ΔΕΥ του Συμβουλίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης της 6ης Οκτωβρίου 2006, σχετικά με την εφαρμογή της αρχής της αμοιβαίας αναγνώρισης στις αποφάσεις δήμευσης.

Με την εν λόγω Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης, ζητήθηκε η δήμευση του Επίδικου Ακινήτου.

Στο πλαίσιο αυτό, διαπιστώθηκε ότι ο John David Wright είχε αποκομίσει από τη διάπραξη των πιο πάνω αδικημάτων ποσό ύψους £14.639.823, ενώ διατάχθηκε να καταβάλει ποσό £636.211,70 εντός έξι μηνών από την έκδοση του διατάγματος, άλλως θα εκτιόταν ποινή φυλάκισης διάρκειας τεσσάρων ετών. Ακολούθως, με τροποποίηση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης στις 30/11/2012 από το Lewes Crown Court, το ποσό δήμευσης μειώθηκε σε £426.288,01 και η προβλεπόμενη ποινή φυλάκισης σε περίπτωση μη συμμόρφωσης περιορίστηκε σε τρία έτη. Ο John David Wright δεν κατέβαλε πλήρως το καθορισθέν ποσό και εξέτισε ποινή φυλάκισης, ενώ από τη ρευστοποίηση των διαθέσιμων περιουσιακών του στοιχείων στο Ηνωμένο Βασίλειο καταβλήθηκε ποσό £283.636,39, με αποτέλεσμα να παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους £142.651.

Περαιτέρω, το Lewes Crown Court διαπίστωσε, στο πλαίσιο της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ότι ο John David Wright κατείχε συμφέρον κατά 100% επί του Επίδικου Ακινήτου, εύρημα το οποίο δεν αμφισβητήθηκε από τον ίδιο κατά τη διαδικασία τροποποίησης της εν λόγω απόφασης στις 30/11/2012. Ο John David Wright ήταν παρών κατά την ακροαματική διαδικασία, είχε πλήρη γνώση των σχετικών διαδικασιών και της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ενώ αντίγραφο αυτής επιδόθηκε και στη Sally Wright.

Ακολούθως, στις 24/10/2019, το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας, κατόπιν αίτησης του Γενικού Εισαγγελέα της Δημοκρατίας, ήτοι της Αίτησης αρ. 389/2019, εξέδωσε διάταγμα με το οποίο επέτρεψε την εγγραφή και εκτέλεση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ήτοι την πιο πάνω αναφερόμενη Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης.

Η εν λόγω απόφαση, μαζί με την Αίτηση αρ. 389/2019, την υποστηρικτική αυτής ένορκη δήλωση, τις μεταφράσεις τους στην αγγλική γλώσσα από ορκωτό μεταφραστή, καθώς και την Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης και το Πιστοποιητικό Δήμευσης, γνωστοποιήθηκαν προσωπικά στους John David Wright και Sally Wright στις 12/06/2020 μέσω της αρμόδιας αρχής του Ηνωμένου Βασιλείου. Αντίγραφα των σχετικών εγγράφων γνωστοποίησης αποτελούν το Τεκμήριο 2 της ένορκης δήλωσης της Παναγιώτου.

Στις 12/12/2019, αντίγραφο της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης επιδόθηκε στον Διευθυντή του Τμήματος Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, ενώ ως προς την P.OLI.V.E. Properties Ltd η επίδοση πραγματοποιήθηκε κατά την ίδια ημερομηνία μέσω του διευθυντή και μετόχου της, Στέλιου Λόρδου.

Η υπό κρίση Αίτηση καταχωρίστηκε στις 12/07/2024 και, ως εκ τούτου, σύμφωνα με τη σχετική αρχή δικαίου, όπως αυτή έχει καθιερωθεί νομολογιακά, το εφαρμοστέο δίκαιο προσδιορίζεται κατά τον χρόνο προώθησης του οικείου δικονομικού διαβήματος, ήτοι όπως αυτό ίσχυε κατά την 12/07/2024 (βλ. Δημητρίου ν. Δημητρίου, (2012) 1 Α.Α.Δ. 834).

Περαιτέρω, σημειώνεται ότι το Ηνωμένο Βασίλειο αποχώρησε επισήμως από την Ευρωπαϊκή Ένωση στις 31/01/2020. Έκτοτε και μέχρι την 31/12/2020 ίσχυσε μεταβατική περίοδος, κατά την οποία το δίκαιο της Ευρωπαϊκής Ένωσης συνέχιζε κατ’ ουσίαν να εφαρμόζεται στο Ηνωμένο Βασίλειο. Ακολούθως, η πιο πάνω Συμφωνία εμπορίου και συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου υπογράφηκε στις 30/12/2020, εφαρμόστηκε προσωρινά από 01/01/2021 και τέθηκε οριστικά σε ισχύ την 01/05/2021, μετά την ολοκλήρωση των απαιτούμενων διαδικασιών κύρωσης εκ μέρους της Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Συνεπώς, στην προκείμενη περίπτωση, όλα τα ανωτέρω αναφερόμενα διαβήματα που ελήφθησαν, καθώς και οι σχετικές αποφάσεις του Δικαστηρίου, και ιδίως η προαναφερθείσα Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης ημερομηνίας 24/10/2019, εδράζονται, ως εκ των πραγμάτων προκύπτει αλλά και νομικά τεκμηριώνεται, στις πρόνοιες του Μέρους IVA του Νόμου 188(Ι)/2007.  

Με αυτά ως δεδομένα, το Δικαστήριο κρίνει ότι η πιο πάνω Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης, σε κάθε περίπτωση, εμπίπτουν στην έννοια του «διατάγματος εξωτερικού», κατά το Άρθρο 37 του Νόμου 188(Ι)/2007, και ότι οι πρόνοιες του Μέρους IV του εν λόγω Νόμου 188(Ι)/2007 τυγχάνουν εφαρμογής, κατά το μέτρο που τούτο επιβάλλεται υπό τις περιστάσεις.

Και τούτο, παρά το γεγονός ότι ο Νόμος 188(Ι)/2007 παραπέμπει στην Ευρωπαϊκή Σύμβαση για τη Συγκάλυψη, Έρευνα, Κατάσχεση και Δήμευση των Προϊόντων του Εγκλήματος της 08/11/1990 και δεν περιέχει ειδική αναφορά στη Συμφωνία Εμπορίου και Συνεργασίας μεταξύ της Ευρωπαϊκής Ένωσης και του Ηνωμένου Βασιλείου της 31/12/2020, καθότι, δυνάμει του Άρθρου 656(6) της τελευταίας, οι σχετικές διατάξεις του Τίτλου XI αυτής κατισχύουν και εφαρμόζονται στις σχέσεις μεταξύ των συμβαλλομένων μερών ως προς ζητήματα διεθνούς συνεργασίας σε θέματα δήμευσης εσόδων από παράνομες δραστηριότητες.

Με την Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και του Διατάγματος Δήμευσης ημερομηνίας 24/10/2019, το Δικαστήριο, σύμφωνα με το Άρθρο 43Γ(5) του Νόμου 188(Ι)/2007, έδωσε οδηγίες όπως επιδοθεί ειδοποίηση στα μόνα, υπό τις περιστάσεις και βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, επηρεαζόμενα και ενδιαφερόμενα πρόσωπα, ήτοι στον John David Wright και στη Sally Wright. Και τούτο, λόγω του ότι το πιο πάνω πωλητήριο έγγραφο αναφορικά με το Επίδικο Ακίνητο, το οποίο εξακολουθεί να είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας, παρουσίαζε αμφότερους τους προαναφερόμενους ως αγοραστές αυτού, με δικαίωμα ειδικής εκτέλεσης δυνάμει του σχετικού Νόμου.

Με την ανωτέρω Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και του Διατάγματος Δήμευσης, η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης κατέστη, δυνάμει του Άρθρο 43ΙΑ(1) του Νόμου 188(Ι)/2007, εκτελεστή ως εάν επρόκειτο περί ημεδαπής αποφάσεως. Οι John David Wright και Sally Wright, παρά την προσωπική επίδοση σε αυτούς, στις 12/06/2020, της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, καθώς και του Πιστοποιητικού Δήμευσης, ουδέποτε αποτάθηκαν στο Δικαστήριο, δυνάμει του Άρθρο 43ΙΓ(1) του Νόμου188(Ι)/2007 ή σε κάθε περίπτωση, μετά την 31/12/2020, δυνάμει του Άρθρου 40 του Νόμου 188(Ι)/2007, για την ακύρωσή τους.

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι η ανωτέρω Απόφαση Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και του Διατάγματος Δήμευσης είναι τελεσίδικη. Περαιτέρω, το Άρθρο 43Γ(7) του Νόμου 188(Ι)/2007, του οποίου έγινε επίκληση από τον συνήγορο των John David Wright και Harley Wright, πέραν του ότι δεν δύναται πλέον να τύχει επίκλησης, αφορά την περίοδο ισχύος διατάγματος εγγραφής και εκτέλεσης απόφασης δέσμευσης και δεν σχετίζεται με την παρούσα διαδικασία, η οποία αφορά διάταγμα δήμευσης. Το ουσιώδες είναι ότι η ΜΟ.Κ.Α.Σ., μετά την εξασφάλιση της Απόφασης Εγγραφής και Εκτέλεσης της Απόφασης και του Διατάγματος Δήμευσης στις 24/10/2019, δυνάμει του Μέρους ΙVA του Νόμου 188(Ι)/2007, προχώρησε στην καταχώρηση της παρούσας Αίτησης στις 12/07/2024, ήτοι μετά την πάροδο χρονικού διαστήματος έξι εβδομάδων από την ημερομηνία κοινοποίησης ειδοποίησης σε αυτούς, στις 12/06/2020, σύμφωνα με το Άρθρο 43ΙΑ(8) του Νόμου 188(Ι)/2007, χωρίς οι John David Wright και Sally Wright να έχουν λάβει οποιοδήποτε μέτρο για ακύρωση ή παραμερισμό της.

Ως έχει προαναφερθεί, το Άρθρο 43ΙΔ(1) του Νόμου 188(Ι)/2007 και το Άρθρο 41(2) του Νόμου 188(Ι)/2007 προβλέπουν ότι το Δικαστήριο, κατά την άσκηση των εξουσιών του δυνάμει, αντιστοίχως, του Άρθρου 43ΙΑ του Νόμου 188(Ι)/2007 και του Άρθρου 39 του Νόμου 188(Ι)/2007, καθώς και κάθε άλλης συναφούς εξουσίας για την εκτέλεση, αντιστοίχως, διατάγματος δικαστηρίου κράτους μέλους της Ευρωπαϊκής Ένωσης και διατάγματος εξωτερικού, δεσμεύεται από τα πραγματικά ευρήματα επί των οποίων στηρίζεται, δηλαδή από τα ευρήματα γεγονότων που ενσωματώνονται στην καταδίκη ή στη δικαστική απόφαση της αλλοδαπής αρχής ή από εκείνα που αποτελούν το αναγκαίο και άρρηκτο υπόβαθρό της.

Στην προκείμενη περίπτωση, σύμφωνα με την Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης του Lewes Crown Court, παρά την ύπαρξη του προαναφερθέντος πωλητηρίου εγγράφου αναφορικά με το Επίδικο Ακίνητο, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και εμφανίζει αμφότερους τον John David Wright και τη Sally Wright ως αγοραστές αυτού, το Δικαστήριο εκεί διαπίστωσε ότι ο John David Wright είναι ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) του Επίδικου Ακινήτου. Η εν λόγω διαπίστωση συνιστά εύρημα πραγματικών γεγονότων της υπόθεσης ενώπιον του Lewes Crown Court, το οποίο δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο και το οποίο, σε κάθε περίπτωση, συνάδει με την αποδεκτή μαρτυρία.

Εν προκειμένω, σημειώνεται ότι, σύμφωνα με τις πρόνοιες του Άρθρου 17(3) του Νόμου 188(Ι)/2007, το Δικαστήριο έδωσε το δικαίωμα ακρόασης στον John David Wright, ο οποίος, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, καθώς και η Sally Wright, είναι τα μόνα πρόσωπα που εμφανίζουν, λόγω του πωλητηρίου εγγράφου σε σχέση με το Επίδικο Ακίνητο, το οποίο είναι κατατεθειμένο στο Τμήμα Κτηματολογίου και Χωρομετρίας και τους παρουσιάζει ως αγοραστές, έννομο συμφέρον, προκειμένου να ακουστούν και να εκθέσουν τις απόψεις τους, ιδίως επί της ένστασης. Πλην όμως, λόγω του ότι κατά τη διαδικασία ενώπιον του Lewes Crown Court, η οποία οδήγησε στην έκδοση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης, ο κατηγορούμενος John David Wright είχε παραστεί και είχε ασκήσει το δικαίωμα ακρόασης, δυνάμει του Άρθρου 17(3) του Νόμου 188(Ι)/2007 και της σχετικής πρώτης επιφύλαξης αυτού, δύναται να λεχθεί ότι έχει απωλέσει το εν λόγω δικαίωμα. Σε κάθε περίπτωση, η υπόθεση του, ως προωθήθηκε μέσω της μαρτυρίας της Μάντη, αξιολογήθηκε από το Δικαστήριο ως αναξιόπιστη και έχει απορριφθεί.

Όσον αφορά τη Sally Wright, εφόσον, σύμφωνα με τη δεύτερη επιφύλαξη του Άρθρου 17(3) του Νόμου 188(Ι)/2007, της επιδόθηκε η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης αλλά δεν έχει εμφανιστεί για να υποβάλει ένσταση ή σε κάθε περίπτωση την όποια σχετική με την εξεταζόμενη Αίτηση παράσταση, δεν τίθεται ζήτημα παραβίασης δικαιωμάτων της, ιδίως ενόψει του δεσμευτικού ευρήματος του Lewes Crown Court, κατά το οποίο ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) του Επίδικου Ακινήτου είναι ο John David Wright.

Τέλος, σε ό,τι αφορά την Harley Wright, στην οποία το Δικαστήριο έδωσε δικαίωμα παρέμβασης και ακρόασης, βάσει της αποδεκτής μαρτυρίας, δεν προκύπτει ότι αυτή έχει οποιοδήποτε έννομο συμφέρον επί του Επίδικου Ακινήτου.

Το βάρος απόδειξης νομικού δικαιώματος ή, εν πάση περιπτώσει, πραγματικού δικαιώματος (beneficial ownership) επί του Επίδικου Ακινήτου, έφερε η Harley Wright, προς ανατροπή του προαναφερθέντος ευρήματος του Lewes Crown Court, σύμφωνα με το οποίο ο πραγματικός δικαιούχος (beneficial owner) του Επίδικου Ακινήτου είναι ο John David Wright. Το βάρος αυτό, ενόψει της απόρριψης της μαρτυρίας της Μάντη, η Harley Wright απέτυχε να αποσείσει (βλ. Stack v. Dowden, [2007] 2 AC 432 και Serious Fraud Office v. Lexi Holdings PLC (In Administration), [2008]. EWCA Crim 1443).   

Ως προς τα προαναφερόμενα, σημειώνεται συναφώς ότι, σε κάθε περίπτωση, οι John David Wright και Harley Wright δεν θα μπορούσαν να εγείρουν λόγους ένστασης αναφορικά με ζητήματα που άπτονται του εννόμου συμφέροντος της Sally Wright, τα οποία δεν αφορούν τη δική τους νομική θέση υπό τις περιστάσεις ούτε και τυχόν αδικαιολόγητο επηρεασμό τους.

Η Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης αφορούν συνολικό ποσό ύψους £426.288,01, εκ του οποίου παραμένει οφειλόμενο υπόλοιπο ύψους £142.651, το οποίο, δυνάμει του Άρθρου 42(1) του Νόμου 188(Ι)/2007, αντιστοιχεί σε περίπου €165.300. Ως εκ τούτου, σύμφωνα με το Άρθρο 39(5) του Νόμου 188(Ι)/2007, η εν λόγω Απόφαση και Διάταγμα Δήμευσης δύναται να εκτελεστεί επί του Επίδικου Ακινήτου, η αγοραία αξία του οποίου ανέρχεται σε περίπου €100.000 και, συνεπώς, δεν υπερβαίνει το απαιτούμενο ποσό, κατά τα προβλεπόμενα στο Άρθρο 42(2) του Νόμου 188(Ι)/2007. Το Επίδικο Ακίνητο αποτελεί περιουσιακό στοιχείο του John David Wright στη Δημοκρατία, διαθέσιμο προς ικανοποίηση της σχετικής απαίτησης.

Το Δικαστήριο, υπό τις περιστάσεις, κρίνει ότι είναι ορθό να ασκήσει την εξουσία που του παρέχει το Άρθρο 17(1)(α) του Νόμου 188(Ι)/2007 και να διατάξει τον διορισμό του Επίσημου Παραλήπτη ως Παραλήπτη του Επίδικου Ακινήτου, προς εκτέλεση της Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης. Περαιτέρω, δυνάμει του Άρθρου 17(1)(δ) του του Νόμου 188(Ι)/2007, δίδονται οδηγίες όπως ο Επίσημος Παραλήπτης προβεί σε όλα τα αναγκαία διαβήματα, ώστε να καταστεί δυνατή η ρευστοποίηση του Επίδικου Ακινήτου στο πλαίσιο εκτέλεσης της εν λόγω Απόφασης και Διατάγματος Δήμευσης.

VI.

Κατάληξη.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω και ειδικότερα, η υπό κρίση Αίτηση επιτυγχάνει και, ως εκ τούτου, εκδίδονται από το Δικαστήριο διατάγματα ως τα αιτητικά υπό τα στοιχεία (Α), (Β) και (Δ) της Αίτησης.

Σε ό,τι αφορά τα έξοδα της διαδικασίας που ζητούνται, το Δικαστήριο αποφασίζει επί του ζητήματος βάσει της σχετικής εξουσίας και της ευρείας διακριτικής ευχέρειας που του παρέχει το Άρθρο 43 του περί Δικαστηρίων Νόμου του 1960, Νόμος 14/1960, καθώς και της παγίως διαμορφωμένης νομολογίας, σύμφωνα με την οποία η διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου κατά την επιδίκαση των εξόδων πρέπει να ασκείται δικαστικά και όχι αυθαίρετα, με γενικό κανόνα ότι τα έξοδα ακολουθούν το αποτέλεσμα, εκτός εάν συντρέχει εύλογος λόγος για διαφορετική διαταγή.

Στην προκείμενη περίπτωση, το Δικαστήριο κρίνει ότι δεν συντρέχει λόγος απόκλισης από τον πιο πάνω γενικό κανόνα. Ως εκ τούτου, τα έξοδα της διαδικασίας επιδικάζονται υπέρ του Αιτητή και εναντίον των John David Wright και Harley Wright, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, όπως αυτά θα υπολογιστούν από τον Πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο.

Υπογραφή: ____________________

Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.  

 

Πιστό αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο