ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Μιχάλη Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Αίτηση με αρ.: 2615/2016.
Μεταξύ:
ΜΕΝΕΛΑΟΣ ΔΗΜΟΣΘΕΝΟΥΣ
Εναγόντων
-και-
1. ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΑΡΑΣΚΕΥΑ
2. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΛΟΥΚΑ
3. ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΥ ΛΟΥΚΑ
4. ΓΕΩΡΓΙΟΥ ΠΑΠΑΘΕΟΔΩΡΟΥ
Εναγομένων
-------------------
Ημερομηνία: 07/05/2026.
Εμφανίσεις:
Για τον Ενάγοντα: κ. Μ. Α. Μιχαήλ εκ μέρους της Ε. Φλουρέντζου & Σια Δ.Ε.Π.Ε.
Για τους Εναγόμενους 1 και 2: κα Π. Αργυρού εκ μέρους του κ. Σ. Παπαθεοδώρου.
Για τον Εναγόμενο 3: καμία εμφάνιση δικηγόρου - αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
Για τον Εναγόμενο 4: καμία εμφάνιση δικηγόρου - αυτοπρόσωπη εμφάνιση.
[Αίτημα κατάθεσης γραπτής δήλωσης της ΜΕ1, Ευδοξίας Φασούλα, ημερομηνίας 06/05/2026]
-------------------
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Η ακροαματική διαδικασία ξεκίνησε με την μαρτυρία της Ευδοξίας Φασούλα (εφεξής «ΜΕ1»), η οποία υπέβαλε προς κατάθεση την προτιθέμενη γραπτή δήλωσή της ημερομηνίας 06/05/2026, στην οποία περιλαμβάνονται οι ισχυρισμοί της και συνοδευτικά έγγραφα που αποσκοπούν στην τεκμηρίωση αυτών, προκειμένου να αποτελέσουν μέρος της κύριας εξέτασής της από τον συνήγορο του Ενάγοντος. Όπως ανέφερε η ΜΕ1, κατόπιν σχετικής ερώτησης, το έγγραφο που προσκόμισε και της ζητήθηκε να καταθέσει αποτελεί ουσιαστικά έκθεση γραφολογικής γνωμοδότησης που ετοίμασε για τους σκοπούς της παρούσας υπόθεσης.
Παρεμβάλλεται ότι, προ της κλήσης της εν λόγω ΜΕ1 στο ειδώλιο του μάρτυρος, ο συνήγορος του Ενάγοντος ανέφερε ότι ο βασικός ισχυρισμός που θα προωθηθεί κατά την ακρόαση της υπόθεσης του Ενάγοντος είναι ότι η φερόμενη ως διαθήκη της αποβιωσάσης Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους δεν συντάχθηκε, δεν εκτελέστηκε και δεν πληροί τις προϋποθέσεις του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, και ότι πάσχει από ουσιώδεις παρατυπίες που την καθιστούν εξ υπαρχής άκυρη και στερούμενη νομικής ισχύος. Σχετικώς παρέπεμψε ειδικότερα στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, καθώς και στην παράγραφο 24 και σε συναφείς άλλες αναφορές στο εν λόγω δικόγραφο, όπου, όπως υποστήριξε, γίνεται αναφορά σε παράνομη συμπεριφορά των Εναγομένων με σκοπό τη ζημία του Ενάγοντος. Κατέληξε ότι τα ανωτέρω συνιστούν επαρκή εισαγωγική τοποθέτηση ως προς τη θέση της πλευράς του Ενάγοντος στην υπόθεση που θα προωθηθεί κατά την ακρόαση.
Στο αίτημα για κατάθεση της προειρημένης προτιθέμενης γραπτής δήλωσης της ΜΕ1 υπήρξαν ενστάσεις τόσο από τη συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 όσο και από τον Εναγόμενο 4, οι οποίες αναπτύχθηκαν και, ακολούθως, απαντήθηκαν από τον συνήγορο του Ενάγοντα. Σε ό,τι αφορά την ένσταση των Εναγόμενων 1 και 2, σημειώνεται ότι υπήρξε, ως προς τούτο, υιοθέτηση από τη συνήγορο των Εναγόμενων 1 και 2 των θέσεων και εισηγήσεων επί του προκειμένου του Εναγόμενου 4.
Ο Εναγόμενος 4 ήγειρε ένσταση στην κατάθεση της μαρτυρίας της ΜΕ1, υποστηρίζοντας ότι αυτή αποσκοπεί αποκλειστικά στην απόδειξη ισχυρισμού πλαστογραφίας της υπογραφής της αποβιωσάσης στην επίδικη διαθήκη ή μη υπογραφής της από αυτήν, ο οποίος, όμως, δεν έχει δικογραφηθεί. Ειδικότερα, εισηγήθηκε ότι, παρά τις γενικές αναφορές στις παραγράφους 9 και 24 της Έκθεσης Απαίτησης περί ακυρότητας της διαθήκης στις οποίες ο αντίδικος αναφέρθηκε, στο υπόλοιπο δικόγραφο (ιδίως στις παραγράφους 10, 11, 15, 16, 17, 18, 19, 20, 21, 22 και 23) περιλαμβάνονται επανειλημμένοι ισχυρισμοί που προϋποθέτουν και συνιστούν παραδοχή ότι η αποβιωσάσα υπέγραψε τη διαθήκη, έστω και υπό συνθήκες ανικανότητας, έλλειψης ελεύθερης συναίνεσης, πίεσης, πλάνης ή επιρροής, γεγονός ασύμβατο με ισχυρισμό περί πλαστογραφίας ή μη υπογραφής της από αυτήν. Υποστήριξε, περαιτέρω, ότι οι εν λόγω ισχυρισμοί, ως αυτοτελείς και σοβαροί ισχυρισμοί επί των οποίων προωθείται ότι στηρίζεται η βάση των αξιώσεων του Ενάγοντος, όφειλαν να έχουν προβληθεί ρητά και με επαρκή λεπτομέρεια στην Έκθεση Απαίτησης, ώστε να δοθεί η δυνατότητα στους Εναγόμενους να προετοιμάσουν την υπεράσπισή τους και να εξασφαλίσουν, ενδεχομένως, και να προσκομίσουν σχετική μαρτυρία, περιλαμβανομένης εμπειρογνωμοσύνης. Προς υποστήριξη των θέσεων και εισηγήσεών του, επικαλέστηκε και παρέπεμψε το Δικαστήριο σε σχετική, κατά την εισήγησή του, νομολογία. Κατά συνέπεια, εισηγήθηκε ότι η επιχειρούμενη εισαγωγή τέτοιας μαρτυρίας μέσω της ΜΕ1 είναι εκτός των δικογραφημένων θέσεων και δεν πρέπει να επιτραπεί.
Ο συνήγορος του Ενάγοντος αντιτάχθηκε στην ένσταση, υποστηρίζοντας ότι, σύμφωνα με τη σχετική νομολογία στην οποία αναφέρθηκε και ισχυρίστηκε ότι υποστηρίζει την θέση του, επιτρέπεται η παράθεση ακόμη και αντιφατικών ή διαζευκτικών ισχυρισμών στα δικόγραφα, με την επιλογή της θέσης που θα προωθηθεί να λαμβάνει χώρα κατά την ακρόαση, όπως, κατά τον ίδιο, έπραξε με την πιο πάνω εισαγωγική του τοποθέτηση. Εισηγήθηκε ότι η επίδικη θέση του Ενάγοντος, ήτοι ότι το φερόμενο έγγραφο διαθήκης δεν συντάχθηκε και δεν πληροί τις προϋποθέσεις της σχετικής νομοθεσίας, δηλαδή του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, είναι επαρκώς δικογραφημένη, χωρίς να απαιτείται ειδική παράθεση των επιμέρους νομοθετικών προνοιών, οι οποίες, ως θέματα δικονομικού δικαίου, δεν χρήζουν δικογράφησης. Περαιτέρω, υποστήριξε ότι οι αναφορές των αντιδίκων σε άλλες παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης είναι άνευ σημασίας, καθόσον ο Ενάγων έχει ήδη διευκρινίσει ποια θέση επιλέγει να προωθήσει. Επισήμανε επίσης ότι η προτιθέμενη μαρτυρία της ΜΕ1 έχει δεόντως προαναγγελθεί, τόσο στο στάδιο της αποκάλυψης εγγράφων όσο και στον κατάλογο μαρτύρων, με αποτέλεσμα να μην μπορεί να γίνεται λόγος περί αιφνιδιασμού της άλλης πλευράς. Σε κάθε περίπτωση, πρόσθεσε ότι οι Εναγόμενοι 1, 2 και 4 διατηρούν τη δυνατότητα να προσκομίσουν ανταπαντητική μαρτυρία. Κατέληξε ότι, υπό τα δεδομένα αυτά, δεν συντρέχει λόγος αποκλεισμού της μαρτυρίας της ΜΕ1 και ότι, προς εξυπηρέτηση της ουσιαστικής απονομής της δικαιοσύνης, θα πρέπει να επιτραπεί η παρουσίασή της.
Το Δικαστήριο κρίνει ότι, για σκοπούς εξέτασης των πιο πάνω ενστάσεων που υπεβλήθησαν από την συνήγορο των Εναγομένων 1 και 2 και Εναγόμενο 4, δεν απαιτείται εξαντλητική γραπτή παράθεση των δικογραφημένων θέσεων ούτε λεπτομερής αποτύπωση όλων των ισχυρισμών των διαδίκων. Παρά ταύτα, τα έλαβε υπόψη και τα εξέτασε προσεκτικά, ώστε να τεκμηριωθεί πλήρως η κρίση του. Επιπλέον, έλαβε υπόψη τις συνοπτικά παρατεθείσες ανωτέρω θέσεις και εισηγήσεις των συνηγόρων και Εναγομένου 4. Μετά την αξιολόγηση των στοιχείων και των ισχυρισμών, κατέληξε στην παρούσα ακόλουθη απόφαση του, η οποία, λόγω της ενδιάμεσης φύσης της διαδικασίας, περιορίζεται σε συνοπτική μορφή.
Δεδομένου ότι οι ενστάσεις της συνηγόρου των Εναγομένων 1 και 2 και Εναγομένου 4 στοχεύουν στον αποκλεισμό μαρτυρίας την οποία η πλευρά του Ενάγοντος, μέσω της ΜΕ1, επιδιώκει να παρουσιάσει με το αίτημα κατάθεσης της γραπτής της δήλωσης και των προταθέντων εγγράφων για τεκμηρίωση, κρίνεται σκόπιμο να τεθούν οι βασικές αρχές που διέπουν νομικά το ζήτημα αυτό.
Κάθε αποδεικτικό στοιχείο που επιδιώκεται να γίνει δεκτό πρέπει πάντοτε να είναι σχετικό με κάποιο επίδικο ζήτημα της υπόθεσης. Ένα αποδεικτικό στοιχείο θεωρείται σχετικό εφόσον είναι λογικά αποδεικτικό ή αντικρουστικό/αποδυναμωτικό ως προς κάποιο γεγονός που απαιτεί απόδειξη.
Αποδεικτικό στοιχείο που στερείται λογικής συνάφειας, προδήλως δεν πληροί το κριτήριο αυτό. Πλην όμως, αποδεικτικό στοιχείο δύναται να αποκλειστεί και στην περίπτωση που η συνάφειά του είναι τόσο ασθενής ώστε να καθίσταται οριακή, ιδίως όταν η αποδοχή του θα οδηγούσε στη δημιουργία πληθώρας παρεμπιπτόντων ζητημάτων, με αποτέλεσμα την παράταση της διαδικασίας και την απόσπαση της δίκης από το κύριο ζήτημα.
Δεν συνεπάγεται ότι αποδεικτικό στοιχείο που είναι σχετικό είναι κατ’ ανάγκην και παραδεκτό, καθότι, ενώ η σχετικότητα αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση της αποδεκτότητας, υφίστανται περαιτέρω κανόνες αποκλεισμού οι οποίοι δύνανται να οδηγήσουν στον αποκλεισμό αποδεικτικών στοιχείων που, κατά γενικό κανόνα, θα θεωρούνταν σχετικά.
Ως εκ τούτου, κάθε αποδεικτικό στοιχείο πρέπει αφενός να είναι σχετικό με τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα και αφετέρου να είναι αποδεκτό σύμφωνα με τους κανόνες αποκλεισμού του δικαίου της απόδειξης.
Συναφώς, τα επίδικα γεγονότα και ζητήματα καθορίζονται από τα δικόγραφα. Τα δικόγραφα, όπως έχει καθιερωθεί στη νομολογία, αποτελούν το θεμέλιο της δίκης, η οποία διεξάγεται αποκλειστικά εντός των πλαισίων που αυτά προσδιορίζουν. Το Δικαστήριο οφείλει να περιορισθεί στα επίδικα θέματα όπως προκύπτουν από τα δικόγραφα για να αποφασίσει την υπόθεση και δεν επιτρέπεται να επεκταθεί σε άλλα θέματα ή ζητήματα γενικά ή και που ενδεχομένως αναφύονται από τη μαρτυρία. Είναι παγίως αναγνωρισμένη η αρχή ότι, εν πάση περιπτώσει, ισχυρισμοί που δεν περιλαμβάνονται στα δικόγραφα δεν λαμβάνονται υπόψη και αγνοούνται. Περαιτέρω, το Δικαστήριο έχει καθήκον, ακόμη και ελλείψει ένστασης από πλευράς διαδίκου, να αποκλείει ─ή, αν παρεισφρήσει να μην λαμβάνει υπόψη─ μαρτυρία η οποία δεν καλύπτεται από τα δικόγραφα (βλ. Πούρικος v. Σάββα κ.α., (1991) 1Α.Α.Δ. 507 και Κούρτης κ.α. v. Ιασωνίδη, (1970) 1Α.Α.Δ. 180).
Στρέφοντας το Δικαστήριο στα δεδομένα της παρούσας υπόθεσης, είναι σημαντικό να τονιστεί ότι, σύμφωνα με τη θέση που εισαγωγικά αναπτύχθηκε από τον συνήγορο του Ενάγοντος κατά την έναρξη της ακροαματικής διαδικασίας, και αφορά την υπόθεση που ο Ενάγων προωθεί προς υποστήριξη των αξιώσεών του κατά των Εναγομένων με την παρούσα Αγωγή, όπως αυτή εξειδικεύθηκε περαιτέρω κατά την εξέλιξη της ενώπιον του Δικαστηρίου διαδικασίας στο πλαίσιο της τοποθέτησης επί των ενστάσεων της συνηγόρου των Εναγόμενων 1 και 2 και του Εναγόμενου 4, η υπόθεση που ο Ενάγων προωθεί, πέραν των μη αμφισβητούμενων εκ της δικογραφίας γεγονότων, βασίζεται πλέον, όπως έχει περιοριστεί ρητά και με σαφήνεια από τον συνήγορο, στις παραγράφους 9, 12, 13 (μερικώς) και 24 (μερικώς) της Έκθεσης Απαίτησης.
Εξέταση των ανωτέρω δικογραφημένων ισχυρισμών του Ενάγοντος αποκαλύπτει ότι, κατά βάση, ο Ενάγων στηρίζει την υπόθεσή του κατά των Εναγομένων, ως αναφέρεται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, η οποία διαλαμβάνει τα εξής:
«Ο Ενάγων ισχυρίζεται ότι το εν λόγω έγγραφο που φέρει χειρόγραφη ημερομηνία 09/09/2015, το οποίο οι Εναγόμενοι μαζί και/ή ο κάθένας από αυτούς ξεχωριστά, ισχυρίζονται ότι είναι η τελευταία και αληθινή διαθήκη της αποβιωσάσης, δεν έγινε και/ή δεν συντάχθηκε και/ή δεν εκτελέστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του Περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195 και τις τροποποιήσεις αυτού. Δεν συντάχθηκε επίσης σύμφωνα με τους δυνάμει του ρηθέντος Νόμου Κανονισμούς ως και τους περί Διαχειρίσεως Κληρονομιών Κανονισμούς και/ή πάσχει από ουσιώδη και/ή ουσιώδεις παρατυπίες και/ή είναι άκυρο εξ υπαρχής και/ή χωρίς οποιαδήποτε νομική ισχύ.».
Είναι γεγονός ότι τόσο η προαναφερόμενη παράγραφος 9 της Έκθεσης Απαίτησης, όσο και οι υπόλοιπες πιο πάνω επικληθείσες, δεν διατυπώνουν ισχυρισμό περί πλαστογραφίας σε σχέση με την επίδικη διαθήκη. Ως προς τούτο, ήταν η θέση του κ. Μιχαήλ ότι, εφόσον στην ως άνω παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης γίνεται αναφορά ότι η επίδικη διαθήκη «δεν έγινε και/ή δεν συντάχθηκε και/ή δεν εκτελέστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195», το ζήτημα παραπέμπει στις πρόνοιες του Άρθρου 23 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, σύμφωνα με το οποίο καμία διαθήκη δεν είναι έγκυρη εκτός αν είναι γραπτή και υπογράφεται στο τέλος από τον διαθέτη (ή κατ’ εντολήν του) ενώπιόν του, με την υπογραφή να τίθεται ή να αναγνωρίζεται ενώπιον δύο τουλάχιστον ταυτόχρονα παριστάμενων μαρτύρων, οι οποίοι την προσυπογράφουν ενώπιον του διαθέτη και αλλήλων, και, σε περίπτωση διαθήκης αποτελούμενης από περισσότερα φύλλα, κάθε φύλλο υπογράφεται ή μονογράφεται από ή για λογαριασμό του διαθέτη και των μαρτύρων.
Κατ’ επέκταση, ο συνήγορος εισηγήθηκε ότι, δεδομένων των προνοιών του ως άνω Άρθρου 23 του Κεφ. 195, οι οποίες, ως διατάξεις νόμου, δεν απαιτείτο να δικογραφηθούν από τον Ενάγοντα, σύμφωνα με τις σχετικές αρχές περί δικογράφισης, συνάγεται ότι η θέση που προωθείται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι η επίδικη διαθήκη «πάσχει από ουσιώδεις παρατυπίες και/ή είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή στερείται οποιασδήποτε νομικής ισχύος», αφορά στο ζήτημα της υπογραφής της φερόμενης διαθέτιδας Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους και, ως εκ τούτου, εμπεριέχει ή, σε κάθε περίπτωση, υποκρύπτει ισχυρισμό πλαστογραφίας, τέτοιον ώστε να δικαιολογείται, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, όπως εν προκειμένω επιχειρείται με την επιδιωκόμενη προς παρουσίαση μαρτυρία της ΜΕ1, η προβολή και πραγματική θεμελίωση σχετικού ισχυρισμού.
Παρεμβάλλεται, εδώ, προς σημείωση ότι, χωρίς τούτο να αποτελεί το ουσιώδες, αλλά απλώς ως παρατήρηση εν σχέσει με τις τοποθετήσεις των συνηγόρων και Εναγομένου 4, ότι, παρά τη θέση που ο Εναγόμενος 4 προώθησε εναλλακτικά με την ένστασή του, ήτοι ότι δεν περιλαμβάνεται στην Έκθεση Απαίτησης του Ενάγοντος ισχυρισμός περί πλαστογράφησης της υπογραφής της φερόμενης διαθέτιδας Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους «ή μη υπογραφής της από την ίδια», όπως προκύπτει από την ανωτέρω τοποθέτηση του συνηγόρου του Ενάγοντος και όπως φαίνεται και από την προσκομισθείσα προς κατάθεση γραπτή δήλωση της ΜΕ1, η μαρτυρία της τελευταίας, η οποία παρουσιάζεται ως πραγματογνώμονας γραφολόγος, αφορά στη γνησιότητα ή μη της υπογραφής της ως άνω φερόμενης διαθέτιδας Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους και όχι στη μη υπογραφή της επί της επίδικης διαθήκης επί άλλης βάσης.
Στο σύγγραμμα Tristram and Coote's Probate Practice (Lexis+ UK, ημερομηνία πρόσβασης 06/05/2026), στην παράγραφο 34.13 με τίτλο «Want of due execution, Forgery», αναφέρεται ότι ο ισχυρισμός περί μη τήρησης των νόμιμων τυπικών προϋποθέσεων κατάρτισης διαθήκης, περιλαμβάνει και τον ισχυρισμό ότι η υπογραφή ή το σημείο του διαθέτη είναι πλαστό. Επισημαίνεται, όμως, περαιτέρω, ότι η πλαστογραφία, ως μορφή απάτης, πρέπει να δικογραφείται ειδικώς. Τούτο διότι είναι θεμιτό και σύμφωνο με τη συνήθη πρακτική, καθώς και εύλογο σημείο εκκίνησης, ότι η απάτη και η ανεντιμότητα είναι εγγενώς απίθανες και, ως εκ τούτου, πρέπει να προβάλλονται με ειδικότητα και επαρκή λεπτομέρεια.
Όπως διευκρινίζεται, σε περίπτωση προβολής ισχυρισμού πλαστογραφίας, το τελικό βάρος απόδειξης ή άλλως, νομικό βάρος απόδειξης ότι η διαθήκη δεν είναι πλαστή, φέρει το μέρος που την επικαλείται ή στηρίζει. Το μέρος αυτό, στο πλαίσιο απόδειξης της δέουσας κατάρτισης της διαθήκης, οφείλει να αποδείξει ότι η υπογραφή ή το σημείο του διαθέτη είναι γνήσιο και ότι η διαθήκη υπογράφηκε και βεβαιώθηκε δεόντως από τους μάρτυρες. Το βάρος αυτό, ωστόσο, ανακύπτει, όπως επιπλέον σημειώνεται, εφόσον ο ισχυρισμός περί πλαστογραφίας έχει προβληθεί στο δικόγραφο με επαρκή ειδικότητα, ώστε να καθίσταται σαφής η φύση της υπόθεσης (βλ. επίσης Christodoulides v. Marcou, [2017] EWHC 2632 (Ch)).
Συναφώς με τα ανωτέρω, και σε σχέση με το βάρος απόδειξης, αναφέρεται, με παραπομπή και στην απόφαση του High Court στην υπόθεση Face v. Cunningham and another, [2020] EWHC 3119 (Ch), ότι:
«The charge that the signature or mark of the testator is a forgery is also raised by this plea, but forgery itself as a form of fraud must also be specifically pleaded.
Where forgery is alleged, the ultimate burden of proving that the will is not a forgery must rest on the party propounding the will, as part of the formal requirements of proving that the will was duly executed by the testator and was duly witnessed. This burden will arise where an allegation of forgery has been pleaded in a statement of case with sufficient particularity to enable the nature of the case to be properly understood and is supported by credible evidence. (…).
The normal civil standard of proof on the balance of probabilities applies to forgery allegations in probate claims but with the inherent probability or improbability of the allegation falling to be taken into account. An allegation of forgery is in essence an allegation of dishonesty. It is legitimate and conventional, and a fair starting point, that fraud and dishonesty are inherently improbable. The issue for the court remains whether the allegation of forgery has been proved on the balance of probabilities.».
Συνεπώς, όταν ισχυρισμός πλαστογραφίας προβάλλεται στο δικόγραφο με ειδικότητα και επαρκή λεπτομέρεια, υφίσταται αποδεικτικό βάρος για το μέρος που τον προβάλλει να αποδείξει τον ισχυρισμό αυτό. Το τελικό νομικό βάρος απόδειξης ότι η διαθήκη δεν είναι πλαστή φέρει το μέρος που την επικαλείται ή στηρίζει, στο πλαίσιο των τυπικών προϋποθέσεων ότι η διαθήκη καταρτίστηκε δεόντως από τον διαθέτη και βεβαιώθηκε δεόντως από τους μάρτυρες.
Σύμφωνα με τα ανωτέρω και με δεδομένη την αναγνώριση ότι η πλαστογραφία είναι μορφή απάτης, σχετική είναι και η Δ.19 κ. 5 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών, σύμφωνα με την οποία:
«In all cases in which the party pleading relies on any misrepresentation, fraud, breach of trust, wilful default, or undue influence, full particulars thereof shall be stated in the pleading. In the case of fraud the alleged fraudulent acts must be specially set out and it must be averred that such acts were done fraudulently.»
Όπως συναφώς αναφέρεται στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, αναφορικά με την αντίστοιχη O. 19 r. 6 των Rules of the Supreme Court, στη σελίδα 450, υπό τον τίτλο «Particoulars»:
«In every pleading a certain amount of detail is necessary to ensure clearness, and to prevent "surprise" at the trial. Each party must state his case with precision; otherwise his opponent will not know for certain what is the real point in dispute, and therefore will not be able to properly prepare his evidence for the trial. (…). What particulars are to be stated must depend on the facts of each case. (…) [I]t is absolutely essential that the pleading, not to be embarrassing to the defendants, should state those facts which will put the defendants on their guard, and tell them what they will have to meet when the case comes on for trial. (…). They should sufficiently indicate to the opponent the nature of the evidence required by him. And whenever either party is imputing fraud, negligence, or misconduct to his opponent, the facts must be stated with especial particularity and care. (…).».
Συνεπώς, οι ισχυρισμοί δόλου δεν μπορούν να προβάλλονται γενικά ή αόριστα· απαιτούν αυξημένο επίπεδο δικονομικής εξειδίκευσης, ώστε ο αντίδικος να γνωρίζει ακριβώς τι καλείται να αντικρούσει. Όπως στη Δ.19 κ. 5 αναφέρεται, πλήρεις λεπτομέρειες πρέπει να δικογραφούνται. Στην περίπτωση απάτης, οι προβαλλόμενες δόλιες πράξεις πρέπει να εκτίθενται ειδικώς και να διατυπώνεται ρητά ότι οι πράξεις αυτές τελέστηκαν με δόλο.
Επ’ αυτού, στο Annual Practice 1958, Τόμος 1, στη σελίδα 452, υπό τον τίτλο «Fraud», διατυπώνεται ότι:
«Fraudulent conduct must be distinctly alleged and as distinctly proved, and it is not allowable to leave fraud to be inferred from the facts. (…). General allegations, however strong may be the words in which they are stated, are insufficient to amount to an averment of fraud of which any Court ought to take notice. (…) The acts alleged to be fraudulent must be set out, and then it must be stated that these acts were done fraudulently (…).»
Δηλαδή, η ισχυριζόμενη απάτη πρέπει να προβάλλεται στο δικόγραφο ειδικά και να αποδεικνύεται με σαφήνεια και ειδικότητα, όχι να συνάγεται έμμεσα από τα πραγματικά περιστατικά ούτε να προβάλλεται με γενικούς και αόριστους ισχυρισμούς. Όπως τονίζεται, γενικές διατυπώσεις και ισχυρισμοί, όσο ισχυροί κι αν είναι οι όροι με τους οποίους διατυπώνονται, δεν επαρκούν για να συνιστούν ισχυρισμό περί απάτης τον οποίο το Δικαστήριο οφείλει να λάβει υπόψη.
Τα ανωτέρω έχουν, βεβαίως, υιοθετηθεί στη νομολογία του Ανωτάτου Δικαστηρίου. Στην υπόθεση Federal Bank of Lebanon (SAL) ν. Σιακόλα, (2011) 1 Α.Α.Δ. 1422, αναφέρθηκε ειδικά επί του ζητήματος της ανάγκης ειδικής και επαρκούς δικογράφισης ισχυρισμού πλαστογραφίας εγγράφου τα εξής:
«Σύμφωνα με τη Δ.19, κ. 4 κάθε διάδικος έχει υποχρέωση να εκθέτει στο δικόγραφο του σε συνοπτική μορφή τα ουσιώδη γεγονότα στα οποία στηρίζεται η υπόθεσή του, όχι όμως και τη μαρτυρία. Σε περίπτωση που ο διάδικος στηρίζεται, μεταξύ άλλων, σε απάτη, θα πρέπει να δίδονται πλήρεις λεπτομέρειες στο δικόγραφο και να δηλώνεται ότι οι πράξεις αυτές έγιναν με δόλο. (…) Με βάση τις πιο πάνω δικονομικές υποχρεώσεις, δεν μπορεί να δικαιολογηθεί η σοβαρή παράλειψη του Εφεσίβλητου να δικογραφήσει τους κυριότερους ισχυρισμούς του, αναφορικά με τα Τεκμήρια 72 και 74. Το ότι τα δύο έγγραφα ήταν πλαστογραφημένα, το συνειδητοποίησε από την πρώτη στιγμή. Έκτοτε τροποποίησε την Έκθεση Υπεράσπισής του δύο φορές, χωρίς όμως να συμπεριλάβει αυτό τον πολύ σημαντικό ισχυρισμό του.».
Σχετική είναι επίσης και η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου στην υπόθεση Ευσταθίου ν. Alpha Bank Ltd, Πολιτική Έφεση Αρ. 241/2008, 19/07/2013, από την οποία αναδεικνύεται ότι το ζήτημα της πλαστογραφίας δεν είναι μονοδιάστατο, καθότι, τόσο εννοιολογικά όσο και νομικά, παρουσιάζει διαφορετικές μορφές και προσεγγίσεις. Ενδεικτικά, κατά τα οριζόμενα στον περί Ποινικού Κώδικα Νόμο, Κεφ. 154, Άρθρο 331, ως πλαστογραφία νοείται ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου με σκοπό καταδολίευσης, ενώ κατά το Άρθρο 333 ο καταρτισμός πλαστού εγγράφου περιλαμβάνει, μεταξύ άλλων, την κατάρτιση εγγράφου που εμφανίζεται ως μη ανταποκρινόμενο στην πραγματικότητα ή την υπογραφή εγγράφου με το όνομα άλλου προσώπου.
Βλ. επίσης, Σωκράτους κ.α. ν. Σιακατίδη, (2004) 1 Α.Α.Δ. 1390.
Συνεπώς, υπό το πρίσμα των ανωτέρω, είναι η κρίση του Δικαστηρίου ότι οι πιο πάνω διατυπώσεις και ισχυρισμοί στις παραγράφους 9, 12, 13 (μερικώς) και 24 (μερικώς) της Έκθεσης Απαίτησης και, ειδικότερα, της παραγράφου 9, στους οποίους ο συνήγορος του Ενάγοντος παρέπεμψε, όσο ισχυροί κι αν είναι οι όροι με τους οποίους διατυπώνονται, ήτοι ότι η επίδικη διαθήκη «δεν έγινε και/ή δεν συντάχθηκε και/ή δεν εκτελέστηκε σύμφωνα με τις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195» και ότι «πάσχει από ουσιώδεις παρατυπίες και/ή είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή στερείται οποιασδήποτε νομικής ισχύος», τίθενται σε γενικό επίπεδο και δεν επαρκούν για να συνιστούν ισχυρισμό πλαστογραφίας, ως μορφή απάτης, ο οποίος θα έπρεπε να έχει δικογραφηθεί με την απαιτούμενη ειδικότητα, σαφήνεια και λεπτομέρεια, ώστε το Δικαστήριο να δύναται να τον εξετάσει και να δεχθεί σχετική μαρτυρία προς αξιολόγηση.
Είναι προς τούτο ενδεικτικό ότι ο Ενάγων, με τις πιο πάνω παραγράφους της Έκθεσης Απαίτησης, στις οποίες πλέον στηρίζει δικογραφικά την υπόθεσή του, δεν προβάλλει κανέναν θετικό και ορισμένο ισχυρισμό ούτε παραθέτει οποιεσδήποτε λεπτομέρειες ως προς τη φερόμενη δράση των Εναγομένων 1, 2, 3 ή και 4, είτε κεχωρισμένα είτε αλληλέγγυα, σε σχέση με χρόνο και τόπο ή άλλως, αναφορικά με την ισχυριζόμενη πλαστογραφία, ούτε προσδιορίζει ποιες σχετικές πράξεις τους φέρεται να τελέστηκαν με δόλο σε σχέση με τη μορφή της πλαστογραφίας για την οποία δεν υφίσταται οποιαδήποτε ρητή επίκληση.
Συνεπώς, η θέση του συνηγόρου ότι η γενική επίκληση ζητήματος εγκυρότητας της επίδικης φερόμενης διαθήκης, με αναφορά στις πρόνοιες του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, και κατ’ επέκταση στο Άρθρο 23 αυτού, δύναται να συνιστά επαρκή δικαιολόγηση, υπό το πρίσμα των προαναφερθεισών δικονομικών αρχών και της σχετικής νομολογίας, για δικογράφηση πλαστογραφίας ως μορφής απάτης, ώστε να μπορεί να γίνει δεκτή και να υιοθετηθεί από το Δικαστήριο υπό τις περιστάσεις, δεν μπορεί να ευσταθήσει.
Στο ίδιο πλαίσιο, η θέση που προωθείται στην παράγραφο 9 της Έκθεσης Απαίτησης, ότι η επίδικη διαθήκη «πάσχει από ουσιώδεις παρατυπίες και/ή είναι άκυρη εξ υπαρχής και/ή στερείται οποιασδήποτε νομικής ισχύος», αφορά το ζήτημα της υπογραφής της φερόμενης διαθέτιδας, Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους, και, ως εκ τούτου, εμπεριέχει ή υποκρύπτει ισχυρισμό πλαστογραφίας, ώστε να δικαιολογείται, κατά την ακρόαση της υπόθεσης, η προβολή και θεμελίωση σχετικού ισχυρισμού μέσω της μαρτυρίας της ΜΕ1, δεν μπορεί επίσης να γίνει αποδεκτή ως συνάδουσα με τις ανωτέρω δικονομικές αρχές και τη σχετική νομολογία. Ως προς τούτο, αξίζει να σημειωθεί ότι ακόμη και το ίδιο το Άρθρο 23 του περί Διαθηκών και Διαδοχής Νόμου, Κεφ. 195, αναφορικά με τις διατυπώσεις εγκυρότητας διαθήκης, δεν περιορίζεται αποκλειστικά στο ζήτημα της υπογραφής της από τον διαθέτη.
Κατ’ ακολουθία, η ένσταση των Εναγομένων 1, 2 και 4 κρίνεται βάσιμη και η προτιθέμενη προς κατάθεση γραπτή δήλωση της ΜΕ1, ημερομηνίας 06/05/2026, η οποία αποσκοπούσε, κατά τα δηλωθέντα, στην πραγματεία ισχυρισμού που κρίνεται ότι βρίσκεται εκτός δικογράφων και, ως εκ τούτου, μη επίδικος, ήτοι αναφορικά με τη μη γνησιότητα και/ή πλαστογραφία της υπογραφής της φερόμενης διαθέτιδας Παναγιώτας Λουκά Δημοσθένους επί της επίδικης φερόμενης διαθήκης, αποκλείεται.
Υπογραφή: ____________________
Μιχάλης Γ. Λοΐζου, Α. Ε. Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο