Gordian Holdings Ltd ν. Επίσημο Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της εταιρείας S.K. Master Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7475/2014, 3/6/2026
print
Τίτλος:
Gordian Holdings Ltd ν. Επίσημο Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της εταιρείας S.K. Master Developments Ltd κ.α., Αρ. Αγωγής: 7475/2014, 3/6/2026

ΣΤΟ ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

Αρ. Αγωγής: 7475/2014

Μεταξύ:

Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ

Ενάγουσας

-και-

1. S.K. Master Developments Ltd

2. Αθηνούλλας Σταύρου

3. Αχιλλέα Σταύρου

Εναγομένων

 

Και βάσει Ειδοποιήσεως (άρθρο 18(4) του Ν.169(Ι)/15)

Μεταξύ:

Gordian Holdings Ltd

Ενάγουσας

-και-

1. S.K. Master Developments Ltd

2. Αθηνούλλας Σταύρου

3. Αχιλλέα Σταύρου

Εναγομένων

 

Και τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 23/11/2023

Μεταξύ:

Gordian Holdings Ltd

Ενάγουσας

-και-

1. S.K. Master Developments Ltd

2. Αχιλλέα Σταύρου, ως Διαχειριστής της περιουσίας

   της αποβιώσασας Αθηνούλλας Σταύρου

3. Αχιλλέα Σταύρου

Εναγομένων

 

Και τροποποιήθηκε δυνάμει διατάγματος ημερομηνίας 27/6/2024

Μεταξύ:

Gordian Holdings Ltd

Ενάγουσας

-και-

1. Επίσημο Παραλήπτη, ως εκκαθαριστή της εταιρείας

   S.K. Master Developments Ltd

2. Αχιλλέα Σταύρου, ως Διαχειριστής της περιουσίας

   της αποβιώσασας Αθηνούλλας Σταύρου

3. Αχιλλέα Σταύρου

Εναγομένων

 

Ημερομηνία: 03 Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα: κ. Παπαχαραλάμπους με κα Σιακαλλή

Για Εναγόμενους: κα Νικολαΐδου

 

 

                                                                Α Π Ο Φ Α Σ Η

Η Απαίτηση

 

               Με την υπό τον ως άνω τίτλο και αριθμό αγωγή, η οποία καταχωρήθηκε το 2014, η Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ (στο εξής «η Τράπεζα Κύπρου»), επιζητούσε την επιδίκαση, υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, δύο διαφορετικών ποσών, πλέον τόκους, αφενός στη βάση συμφωνίας δανείου, και αφετέρου στη βάση συμφωνίας ανοίγματος τρεχούμενου λογαριασμού (βλ. υπό στοιχεία A και Β επιζητούμενες θεραπείες, αντίστοιχα). Επιζητούσε επίσης, την έκδοση δύο διαταγμάτων πώλησης ενυπόθηκων ακινήτων του Εναγομένων 3 και της Εναγόμενης 1, τα οποία υποθηκεύτηκαν προς εξασφάλιση των πιο πάνω τραπεζικών διευκολύνσεων (βλ. υπό στοιχεία Γ και Δ επιζητούμενες θεραπείες, αντίστοιχα). Τέλος, επιζητούσε και την επιδίκαση των δικηγορικών εξόδων της παρούσας αγωγής.

 

               Δεν κρίνεται αναγκαίο, στο σημείο αυτό, να γίνει λεπτομερής αναφορά στα όσα η Τράπεζα Κύπρου δικογράφησε προς υποστήριξη της παρούσας αγωγής, ούτε και στα όσα οι Εναγόμενοι προέβαλαν, δικογραφικώς, προς Υπεράσπιση τους. Οι λόγοι θα διαφανούν ευθύς αμέσως.

 

               Ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, η Εναγόμενη 2 απεβίωσε, και ο Εναγόμενος 3 διορίστηκε διαχειριστής της περιουσίας της. Ακολούθως, εναντίον της Εναγόμενης 1 εταιρείας, εκδόθηκε διάταγμα εκκαθάρισης, και ο Επίσημος Παραλήπτης διορίστηκε εκκαθαριστής της. Οι πιο πάνω εξελίξεις, οδήγησαν στις κατά καιρούς τροποποιήσεις του τίτλου της παρούσας αγωγής, με τελευταία, τέτοιαν, τροποποίηση, να λαμβάνει χώρα στις 27.06.2024. Επίσης, στις 23.05.2019, στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 372/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, η οποία εδράστηκε επί των άρθρων 198‑200 του περί Εταιρειών Νόμου, Κεφ. 113, εκδόθηκε διάταγμα επικύρωσης σχεδίου αναδιοργάνωσης, στη βάση του οποίου οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις και η παρούσα αγωγή εξαγοράστηκαν από την Gordian Holdings Ltd (στο εξής «η Gordian») και, κατά συνέπεια μεταφέρθηκαν σε αυτή από την Τράπεζα Κύπρου, η οποία Gordian, στις 24.06.2019, μέσω των συνηγόρων της, καταχώρησε στον φάκελο της παρούσας αγωγής, την προνοούμενη, στο το άρθρο 18(4) του περί Αγοραπωλησίας Πιστωτικών Διευκολύνσεων και Συναφή Θέματα Νόμου, Ν.169(Ι)/2015 (στο εξής «ο Νόμος»), ειδοποίηση. Στη βάση της εξέλιξης αυτής, έκτοτε, Ενάγουσα επί των δικογράφων της παρούσας αγωγής, αναφέρεται η Gordian.

 

               Κατά την ακροαματική διαδικασία, οι συνήγοροι των μερών, προέβησαν σε σωρεία παραδεκτών γεγονότων (βλ. Τεκμήριο A), καθώς επίσης και κατέθεσαν και σωρεία παραδεκτών εγγράφων (βλ. Τεκμήριο Β και Τεκμήρια Β.1‑Β.14). Έγιναν δε, περαιτέρω δηλώσεις παραδεκτών γεγονότων. Στη βάση των ανωτέρω, αλλά και των δικογράφων των μερών, είναι παραδεκτό ότι η Τράπεζα Κύπρου παραχώρησε στην Εναγόμενη 1 τις δύο επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, καθώς επίσης και ότι οι Εναγόμενοι 2 και 3 εγγυήθηκαν τις σχετικές υποχρεώσεις της πρώτης, έναντι της Τράπεζας Κύπρου. Επίσης ότι, η Εναγόμενη 1 ενήργησε κατά παράβαση των συμφωνιών των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων, με αποτέλεσμα τούτες, να παρουσιάζουν συγκεκριμένα χρεωστικά υπόλοιπα, τα οποία είναι υπόχρεα να καταβάλει, υποχρέωση η οποία ενυπάρχει και από πλευράς των Εναγομένων 2 και 3 υπό την πιο πάνω ιδιότητα τους. Οι Εναγόμενοι 1 και 3, πάντα στη βάση των παραδεκτών και ή αδιαμφισβήτητων γεγονότων, προς περαιτέρω εξασφάλιση των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, υποθήκευσαν συγκεκριμένα ακίνητα τους, στη βάση των συμβάσεων και εγγράφων υποθήκης Υ3780/2004 (με ενυπόθηκο οφειλέτη τον Εναγόμενο 3) και Υ2604/2004 (με ενυπόθηκο οφειλέτη την Εναγόμενη 1). Περί τον Σεπτέμβριο του 2018, και ενώ εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή, το ακίνητο του Εναγόμενου 3, το οποίο υποθηκεύτηκε στο πλαίσιο της υποθήκης Υ3780/2004, απαλλοτριώθηκε από τη Δημοκρατία, και το ποσό που κατέβαλε η τελευταία, στις 31.10.2018, ως αποζημίωση συνεπεία της απαλλοτρίωσης, δόθηκε στην Τράπεζα Κύπρου, η οποία και το χρησιμοποίησε για εξόφληση μέρους των οφειλόμενων των Εναγομένων σε σχέση με τις επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, με αποτέλεσμα η οφειλή των τελευταίων σε σχέση με τον τρεχούμενο λογαριασμό να εξοφληθεί, εξ ου και εγκαταλείφθηκε και δεν επιδιώκεται, πλέον, η έκδοση των υπό στοιχεία Β και Γ επιζητούμενων θεραπειών (δηλαδή η επιδίκαση οποιουδήποτε ποσού, ως οφειλόμενο για την εν λόγω τραπεζική διευκόλυνση και η έκδοση διατάγματος πώλησης του ενυπόθηκου ακινήτου του Εναγόμενου 3). Κατά τους Εναγόμενους 1, 2 και 3, κάτι με το οποίο συμφωνεί και η Ενάγουσα[1], στη βάση όλων των πιο πάνω δεδομένων και/ή εξελίξεων, εάν η παρούσα αγωγή προωθείτο από την Τράπεζα Κύπρου (και όχι την Gordian), τούτη (η Τράπεζα Κύπρου) θα δικαιούτο, (α) σε απόφαση για το ποσό των €3.253.580,87, πλέον τόκο 6,392% από 31.12.2024 επί του ποσού αυτού, μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο, στις 30.06 και 31.12, εκάστου έτους (ως οφειλόμενο, δυνάμει του δανείου, ποσό) και (β) σε διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1, στο πλαίσιο της υποθήκης Υ2604/2004. Στην ουσία, με τα ενώπιον του Δικαστηρίου παραδεκτά γεγονότα, τα δικογραφικώς υπό αμφισβήτηση επίδικα γεγονότα, έχουν εκλείψει και τα μόνα, προς απόφανση, ζητήματα, είναι (α) το κατά πόσο η Gordian νομίμως προωθεί, από το 2019, την παρούσα αγωγή, για του λόγους που θα αναφερθούν κατωτέρω, και (β) στην περίπτωση που νομίμως πράττει τούτο, αν δικαιούται στην έκδοση του υπό στοιχείο Δ επιζητούμενου διατάγματος πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 (μέσω της υποθήκης Υ2604/2004), δεδομένης της ύπαρξης, ισχύοντος, σήμερα, ενδιάμεσου διατάγματος που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής 2116/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού (στο εξής «η αγωγή της Λεμεσού»), στο οποίο, επίσης, θα γίνει αναφορά κατωτέρω.

 

               Εν προκειμένω, κατά τους Εναγόμενους, ανεξαρτήτως του γεγονότος, ότι η μεταφορά των επίδικων διευκολύνσεων από την Τράπεζα Κύπρου στη Gordian, έγινε στη βάση δικαστικού διατάγματος στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 372/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας (το οποίο ουδέποτε ακυρώθηκε και/ή ανατράπηκε), η εν προκειμένω μεταφορά περιβάλλεται από έκδηλη παρανομία, με αποτέλεσμα, το παρόν Δικαστήριο, να νομιμοποιείται να εξετάσει το ζήτημα αυτό, και, αν δεχτεί τη σχετική εισήγηση, να κρίνει ότι η Gordian δεν νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή. Ως προς δε, ειδικώς, το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο διάταγμα πώλησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1, οι Εναγόμενοι προβάλλουν τη θέση, ότι τούτο δεν είναι δυνατό να εκδοθεί, καθότι, στο πλαίσιο της αγωγής της Λεμεσού, στην οποίαν Ενάγουσα είναι η εδώ Εναγόμενη 1, και Εναγόμενη είναι η Gordian, εκδόθηκε ενδιάμεσο διάταγμα, το οποίο βρίσκεται, ακόμα σε ισχύ, στη βάση του οποίου απαγορεύεται στη Gordian να προωθεί διαδικασία αναγκαστικής πώλησης (εκποίησης) των ακινήτων που υποθηκεύτηκαν στο πλαίσιο της υποθήκης Υ2604/2004 και δη  την υποθήκη που αφορά στο υπό στοιχείο Δ, της παρούσας αγωγής, επιζητούμενο διάταγμα.

 

               Στην ουσία, και οι δύο πλευρές συμφωνούν ότι, το παρόν Δικαστήριο, προς απόφανση, έχει να ασχοληθεί μόνο με την επίλυση των δύο πιο πάνω, αμιγώς νομικών ζητημάτων, και στην περίπτωση που και τα δύο αυτά ζητήματα αποφασιστούν υπέρ της Gordian, τούτη δικαιούται σε απόφαση για το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, πλέον τόκους και στην έκδοση του υπό στοιχείο Δ επιζητούμενου διατάγματος. Εάν από την άλλην, δεν γίνει δεκτή η εισήγηση των Εναγομένων περί μη νομιμοποίησης της Gordian να προωθεί την παρούσα αγωγή και να προωθεί διαδικασίες εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1, αλλά γίνει δεκτή η δεύτερη εισήγηση τους, περί αδυναμίας, δηλαδή, του παρόντος Δικαστηρίου να εκδώσει το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο διάταγμα (λόγω της ισχύος, ακόμα, του ενδιάμεσου διατάγματος στην αγωγή της Λεμεσού), τότε, η Gordian δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλεγγύως και/ή κεχωρισμένως, μόνο για το ανωτέρω αναφερόμενο ποσό, πλέον τόκους. Τέλος, αν το πρώτο πιο πάνω αμιγώς νομικό ζήτημα, αποφασιστεί υπέρ των Εναγομένων, τότε η παρούσα αγωγή θα πρέπει να απορριφθεί, δεδομένου ότι τούτη, από το 2019 – όταν και καταχωρήθηκε η προνοούμενη στο άρθρο 18(4) του Νόμου ειδοποίηση – προωθείται από την Gordian.

 

Εκδοχές των μερών επί των αμιγώς νομικών ζητημάτων  

 

Εκδοχή της Gordian

 

               Κατά τη Gordian, η νομιμοποίηση της να προωθεί την παρούσα αγωγή, προκύπτει στη βάση δύο δεδομένων. Πρώτον γιατί, η μεταφορά των επίδικων διευκολύνσεων, αλλά και της παρούσας αγωγής, από την Τράπεζα Κύπρου σε αυτήν, επικυρώθηκε μέσω δικαστικής απόφασης (Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στο πλαίσιο της Γενικής Αίτησης 372/2019), η οποία ουδέποτε ανατράπηκε, με αποτέλεσμα το παρόν Δικαστήριο, να μην δύναται να αποφασίσει ως οι Εναγόμενοι επιζητούν, καθότι κάτι τέτοιο, θα ισοδυναμούσε με ανατροπή απόφασης ομόβαθμου Δικαστηρίου, κάτι, δηλαδή, ανεπίτρεπτο. Και δεύτερο γιατί, εν πάση περιπτώσει, η επικαλούμενη από πλευράς των Εναγομένων παρανομία που περιβάλλει την εν προκειμένω μεταφορά, δεν υφίσταται, καθότι η ερμηνεία που οι τελευταίοι αποδίδουν στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, είναι εντελώς λανθασμένη. Εισηγείται δε, συγκεκριμένη ερμηνεία των εν λόγω προνοιών, στη βάση των οποίων η εν προκειμένω εξαγορά και μεταφορά, δεν περιβάλλεται από καμία παρανομία. Είναι, εν ολίγοις, η σχετική θέση της Gordian ότι, οι πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, δεν αποκλείουν, ούτε και απαγορεύουν τη δυνατότητα μεταφοράς τραπεζικής διευκόλυνσης ή δικαιώματος προώθησης υφιστάμενης αγωγής ή δυνατότητα εκποίησης ενυπόθηκων ακινήτων, για οφειλόμενα ποσά που υπερβαίνουν το €1.000.000, ως οι Εναγόμενοι αιτιούνται, παρά μόνο θέτουν επιπρόσθετες προϋποθέσεις στην περίπτωση που ο δανειολήπτης είναι φυσικό πρόσωπο ή πολύ μικρή, μικρή ή μεσαία επιχείρηση, και το οφειλόμενο ποσό, κατά τον χρόνο εξαγοράς των εν λόγω τραπεζικών διευκολύνσεων, δεν υπερβαίνει τα €1.000.000. Κατά συνέπεια, η Gordian ισχυρίζεται ότι, δεδομένων των γεγονότων ότι, (α) οι επίδικες τραπεζικές διευκολύνσεις, κατά τον χρόνο εξαγοράς τους από την ίδια, αφορούσαν οφειλόμενο ποσό, πέραν των €1.000.000, και (β) η Εναγόμενη 1, πρωτοφειλέτης, ενέπιπτε στην έννοια της πολύ μικρής ή μικρής επιχείρησης, η νομιμότητα της εξαγοράς τους, δεν διεπόταν και από τις επιπρόσθετες προϋποθέσεις που επιβάλλονται από το Νόμο, παρά μόνο, αποκλειστικώς, από τις πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 του Νόμου, τις προϋποθέσεις των οποίων η Gordian εκπλήρωσε στο ακέραιο, με αποτέλεσμα να νομιμοποιείται να προωθεί, έκτοτε, την παρούσα αγωγή, αλλά και την όποια διαδικασία εκποίησης των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1.

 

               Όσο δε τώρα αφορά στο ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στο πλαίσιο της αγωγής της Λεμεσού, η Gordian προβάλλει τη θέση, ότι τούτο δεν αποτελεί εμπόδιο για να εκδοθεί το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο, στην παρούσα αγωγή, διάταγμα, καθότι το παρόν Δικαστήριο εξετάζει, υποκειμενικώς, την ουσία της αγωγής, στο τελικό, αυτό, στάδιο, και όχι τα αντικειμενικά κριτήρια που τυγχάνουν εφαρμογής κατά την έκδοση ενδιάμεσης απόφασης στο πλαίσιο αίτησης για έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος (χωρίς δηλαδή να εξετάζεται η ουσία της αγωγής), ως ενήργησε, δηλαδή, το Δικαστήριο στην αγωγή της Λεμεσού. Εν ολίγοις, η Gordian ισχυρίζεται ότι η ενδιάμεση κρίση στην αγωγή της Λεμεσού, δεν δεσμεύει το παρόν Δικαστήριο για σκοπούς απόφανσης επί της ουσίας της παρούσας αγωγής.

 

Η εκδοχή των Εναγομένων

 

               Κατά τους Εναγόμενους, στη βάση της γραμματικής ερμηνείας των προνοιών του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, ως ίσχυε κατά τον χρόνο της μεταφοράς των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και της παρούσας αγωγής, δεδομένου του γεγονότος ότι η Εναγόμενη 1, πρωτοφειλέτης, ήταν πολύ μικρή επιχείρηση (τούτο δεν αμφισβητείται από τη Gordian), και το οφειλόμενο ποσό υπερέβαινε το €1.000.000,00 (ούτε αυτό αμφισβητείται), δεν ήταν δυνατή η μεταφορά τους από την Τράπεζα Κύπρου στη Gordian. Προβάλλουν, συναφώς, ότι, παρανόμως, στο πλαίσιο του διατάγματος του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση 372/2019, στις μεταφερόμενες, από την Τράπεζα Κύπρου στη Gordian, τραπεζικές διευκολύνσεις, συμπεριλήφθηκαν και οι επίδικες.

 

               Όσο δε αφορά στο ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε στην αγωγή της Λεμεσού, το οποίο παραμένει, ακόμα, σε ισχύ, οι Εναγόμενοι υποδεικνύουν ότι, (α) η εν λόγω αγωγή αφορούσε ειδικώς το εδώ υπό εξέταση ζήτημα της παρανομίας της εξαγοράς και μεταφοράς των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, περιλαμβανομένης και της συμφωνίας υποθήκης Υ2604/2004, και (β) το Δικαστήριο της Λεμεσού, αποδεχόμενο, στην ουσία, την εισήγηση της Εναγόμενης 1 (εκεί Ενάγουσας) περί έκδηλης παρανομίας, εξέδωσε το εν λόγω διάταγμα με σκοπό να απαγορευτεί στη Gordian, μέχρι την εκδίκαση της εν λόγω αγωγής, να προωθήσει την πώληση (εκποίηση) των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 στη βάση της πιο πάνω, επίδικης και στην παρούσα αγωγή, υποθήκης. Προτάσσουν, συναφώς πάντα, ότι, εάν εκδοθεί, από το παρόν Δικαστήριο, το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο διάταγμα, στην ουσία τούτο θα έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με το διατακτικό του ενδιάμεσου διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού.

 

Ακροαματική διαδικασία

 

               Για σκοπούς απόδειξης της υπόθεσης της, η Gordian παρουσίασε έναν μάρτυρα, και δη τον Μάκη Αδάμου (Μ.Ε.1). Από πλευράς των Εναγομένων, δεν προσκομίστηκε οποιαδήποτε μαρτυρία. Αμφότεροι οι συνήγοροι των μερών, ετοίμασαν και παρέδωσαν στο Δικαστήριο, γραπτές αγορεύσεις, υιοθετώντας, έκαστος, το περιεχόμενο της αγόρευσης του, καθώς επίσης και προσέθεσαν επιπρόσθετα επιχειρήματα προφορικώς.

 

Συνοπτική παράθεση της μαρτυρίας και αξιολόγησή της  

 

Μ.Ε.1

 

               Ο Μ.Ε.1, υιοθέτησε το περιεχόμενο γραπτής δήλωσης, την οποίαν ετοίμασε (Έγγραφο Α) και στο πλαίσιο της κυρίως εξέτασής του, στη βάση των σχετικών αναφορών του στο Έγγραφο Α, κατατέθηκαν τα Τεκμήρια 1 ‑ 12. Κατά το στάδιο της αντεξέτασης του, μέσω του, κατατέθηκαν και τα Τεκμήρια 13, 14 και 15. Κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί ότι, τα όσα ο Μ.Ε.1 ισχυρίστηκε μέσω του Εγγράφου A, αλλά και μέσω των προφορικών αναφορών του κατά την κυρίως εξέτασή του, δεν αμφισβητήθηκαν κατά την αντεξέταση του, από τη συνήγορο των Εναγομένων, με αποτέλεσμα, τούτα, ως αναντίλεκτη μαρτυρία, να γίνονται δεκτά από το Δικαστήριο, δεδομένου και του γεγονότος ότι, σε κάθε περίπτωση, υποστηρίζονται και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου κατατεθειμένα Τεκμήρια.

 

               Η αντεξέταση του, από τη συνήγορο των Εναγομένων, επικεντρώθηκε στην ανάδειξη των ανωτέρω, αμιγώς νομικών, ζητημάτων, Στην ουσία, μέσω της αντεξέτασης του Μ.Ε.1, αναδείχτηκε η εκκρεμοδικία στην αγωγή της Λεμεσού, καθώς επίσης και ότι στο πλαίσιο της εκδόθηκε το πιο πάνω αναφερόμενο ενδιάμεσο διάταγμα. Αντίγραφο του γενικώς οπισθογραφημένου κλητηρίου εντάλματος της αγωγής της Λεμεσού, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 13, αντίγραφο της ενδιάμεσης αίτησης της εκεί Ενάγουσας (Εναγόμενη 1 στην παρούσα), κατατέθηκε ως Τεκμήριο 14, και η ενδιάμεση απόφαση που εκδόθηκε επί της πιο πάνω αιτήσεως από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού, ημερομηνίας 25.10.2019, κατατέθηκε ως Τεκμήριο 15. Υποβλήθηκε δε στον Μ.Ε.1, ότι η μεταφορά των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και της παρούσας αγωγής από την Τράπεζα Κύπρου στη Gordian, είναι παράνομη, καθότι αντίκειται στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, και ότι η εν προκειμένω επικαλούμενη παρανομία, αποτελεί και το αντικείμενο της αγωγής της Λεμεσού, θέσεις με τις οποίες ο Μ.Ε.1 διαφώνησε. Δεν δέχτηκε επίσης και την υποβολή που του τέθηκε ότι η Gordian καταχρηστικά και αυθαίρετα προωθεί την παρούσα αγωγή με σκοπό να εκδοθεί το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο διάταγμα ενώ γνωρίζει (η Gordian) ότι μια τέτοια εξέλιξη θα ερχόταν σε σύγκρουση με το διάταγμα της αγωγής της Λεμεσού. Τέλος, δεν δέχτηκε τη θέση της συνηγόρου Υπεράσπισης ότι ο ίδιος όφειλε να ενημερώσει το παρόν Δικαστήριο για την εκκρεμότητα της αγωγής της Λεμεσού, καθότι, ως ισχυρίστηκε, δεν γνώριζε για αυτήν, αφού, σχετικώς, ενημερώθηκε, στο πλαίσιο της αντεξέτασης του. 

 

               Εκείνο που κρίνεται σημαντικό να σημειωθεί, για σκοπούς πληρότητας, είναι ότι, στο πλαίσιο των αναντίλεκτων αναφορών του Μ.Ε.1, τόσο πριν την έκδοση του διατάγματος στη Γενική Αίτηση 372/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας, όσο και μετά την έκδοση του, απεστάλησαν σε όλους τους Εναγόμενους οι προνοούμενες στο άρθρο 18 του Νόμου ειδοποιήσεις, μέσω των οποίων ενημερώνονταν τούτοι, αφενός για την επικείμενη εξαγορά των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και, αφετέρου, ακολούθως, για την ολοκλήρωση της.

 

               Ως αβίαστα προκύπτει από την ανωτέρω περιγραφή της μαρτυρίας του Μ.Ε.1, και των συνθηκών και τρόπου αντεξέτασης του, αβίαστα προκύπτει ότι ούτε και οι Εναγόμενοι θεωρούν τούτον αναξιόπιστο, ούτε και αμφισβητούν τους ισχυρισμούς του. Εν πάση περιπτώσει, ως ήδη σημειώθηκε, ανωτέρω, το μεγαλύτερο, ουσιαστικό, μέρος της μαρτυρίας του, υποστηρίζεται και από τα ενώπιον του Δικαστηρίου Τεκμήρια. Κατά συνέπεια, τη μαρτυρία του, στο βαθμό που αφορά σε γεγονότα (όχι γνώμες επί νομικών ζητημάτων), την αποδέχομαι στο σύνολό της.

 

Τελικά, επί γεγονότων, ευρήματα

 

               Δεν χρειάζεται στο σημείο αυτό, να καταγράψω λεπτομερώς τα τελικά, επί γεγονότων, ευρήματα μου, καθότι τούτο θα αποτελούσε επανάληψη αναφορών που έγιναν ήδη ανωτέρω. Στην ουσία, στη βάση των ενώπιόν μου τελικών ευρημάτων, αν κριθεί ότι η Gordian νομίμως, (α) προωθεί την παρούσα αγωγή και (β) ενεργεί ως ενυπόθηκος δανειστής της Εναγόμενης 1 (στη βάση της υποθήκης Υ2604/2004), δικαιούται σε απόφαση εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €3.253.580,87, πλέον τόκο 6,392% από 31.12.2024 επί του ποσού αυτού, μέχρι εξοφλήσεως, με δικαίωμα κεφαλαιοποίησης των τόκων 2 φορές το χρόνο, και δη κάθε 30.06 και 31.12 εκάστου έτους, με την όποια τυχόν, επιπρόσθετη, έκδοση του υπό στοιχείο Δ επιζητούμενου διατάγματος να εξαρτάται από την κρίση του παρόντος Δικαστηρίου αναφορικά με τις σχετικές επιπτώσεις του εν ισχύ ενδιάμεσου διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού.    

 

Νομική Πτυχή 

 

               Δεδομένων των εκατέρωθεν επιχειρημάτων, κρίνεται αναγκαίο στο σημείο αυτό, να τεθούν, αυτούσιες, οι πρόνοιες του άρθρου 3 του Νόμου, ως αυτές ίσχυαν κατά το χρόνο της εξαγοράς των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων από την Gordian. Έχουν ως εξής: 

 

Άρθρο 3

«3.-(1)  Ο παρών Νόμος εφαρμόζεται -    

(α) Σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε φυσικά πρόσωπα όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς των διευκολύνσεων αυτών, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων στο φυσικό πρόσωπο ανά ΑΠΙ, δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000) και

(β) σε πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες παραχωρούνται σε μικρές και πολύ μικρές επιχειρήσεις, όπως αυτές ορίζονται στη Σύσταση της Επιτροπής, της 6ης Μαΐου 2003, σχετικά με τον ορισμό των πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων επιχειρήσεων (2003/361/ΕΕ), όταν κατά το χρόνο της εξαγοράς αυτών των διευκολύνσεων, το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων προς την επιχείρηση αυτή ή τον όμιλο συνδεδεμένων επιχειρήσεων ανά ΑΠΙ δεν υπερβαίνει το ένα εκατομμύριο ευρώ (€1.000.000).   

 

(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19.

 

(3) Από τις διατάξεις των εδαφίων (1) και (2) του παρόντος άρθρου, εξαιρούνται πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες-      

(α) Παραχωρούνται από ΑΠΙ, περιλαμβανομένων των υποκαταστημάτων τους, σε φυσικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι μόνιμος κάτοικος της Δημοκρατίας ή σε νομικό πρόσωπο το οποίο δεν είναι εγγεγραμμένο στη Δημοκρατία, ή   

(β) αφορούν εργασίες ή/και επενδύσεις εκτός της Δημοκρατίας, ή   

(γ) στη βασική εμπράγματη εξασφάλισή τους, περιλαμβάνουν υποθήκη επί ακίνητης ιδιοκτησίας ή/και επιβάρυνση περιουσίας η οποία βρίσκεται εκτός Δημοκρατίας, ή   

(δ) διέπονται από το δίκαιο άλλης χώρας».  

 

               Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να καταγραφεί ότι, ως ίσχυαν κατά τον χρόνο θέσπισης του Νόμου (2015), πριν τον τροποποιητικό νόμο Ν.86(Ι)/2018 (ο τροποποιητικός αυτός νόμος τέθηκε σε ισχύ πριν την επίδικη εξαγορά), οι πρόνοιες του εδαφίου (2) του άρθρου 3 του Νόμου, είχαν ως εξής:

 

«Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο (1) διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19».

 

               Η μόνη εφετειακή κρίση[2], στην οποίαν γίνεται, ειδική, αναφορά στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, είναι η απόφαση, ημερομηνίας 23.02.2024, στην Πολ. Έφ. Ε86/2022, μεταξύ Ανδρέα Αντωνιάδη κ.α. ν. Τράπεζα Κύπρου Δημόσια Εταιρεία Λτδ κ.α.. Κρίνεται σημαντικό, στο σημείο αυτό, να υποδειχθεί ότι, η εν προκειμένω εφετειακή απόφαση, αφορούσε κρίση επί της ορθότητας ενδιάμεσης απόφασης του πρωτόδικου Δικαστηρίου, με την οποίαν απορρίφθηκε η αγωγή (διαγράφηκε η έκθεση απαίτησης) στη βάση του ότι, μέσω του κλητηρίου εντάλματος της, δεν αποκαλυπτόταν αγώγιμο δικαίωμα. Η εν λόγω αγωγή, είχε καταχωρηθεί από δανειολήπτες, εναντίον της Τράπεζας Κύπρου και της Gordian, με βασικό ισχυρισμό των εκεί Εναγόντων, την έκδηλη, κατ’ αυτούς, παρανομία που περιέβαλλε την εξαγορά των εκεί επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων από τη Gordian, στη βάση των ίδιων επιχειρημάτων που προβάλλουν και οι εδώ Εναγόμενοι προς Υπεράσπιση τους. Η εν προκειμένω κρίση του Εφετείου, ήταν η εξής:

 

«Εξετάζοντας με κάθε δυνατή προσοχή το σκεπτικό του πρωτόδικου Δικαστηρίου, και αφού έχουμε ακούσει τις θέσεις και τα επιχειρήματα που ανέπτυξαν ενώπιον μας οι ευπαίδευτοι συνήγοροι των διαδίκων, και με σημείο αναφοράς τις κατευθυντήριες γραμμές της νομολογίας καταλήγουμε ως ακολούθως:

 

1. Όσον αφορά στο συμπέρασμα του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι αυτό δεν νομιμοποιούνταν να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος ημερομηνίας 23.05.2019, και συνεπώς δεν είχε εξουσία να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες, κρίνουμε πως το σκεπτικό του δεν ήταν εύλογο υπό τις περιστάσεις της υπόθεσης.  Κατ' αρχήν ξεκαθαρίζουμε ότι η νομολογία, στην οποία αναφέρθηκε το πρωτόδικο Δικαστήριο είναι μεν σαφής, ωστόσο διατηρούμε επιφυλάξεις αν έχει εφαρμογή στα γεγονότα της παρούσας υπόθεσης, και δη στο στάδιο όπου το Δικαστήριο έκανε αποδεκτή την αίτηση των εφεσίβλητων[3]. Το εν λόγω διάταγμα (έγκρισης του Σχεδίου Διακανονισμού μεταξύ των εφεσίβλητων 1 και 2) δεν εκδόθηκε είτε με τη συγκατάθεση των εφεσειόντων είτε κατόπιν ακροαματικής διαδικασίας στην οποία αυτοί να έλαβαν μέρος, ούτως ώστε να κωλύονται εκ της συμπεριφοράς τους να εγείρουν τέτοιο ζήτημα προς εκδίκαση. Όσον αφορά στο Σχέδιο Διακανονισμού που εγκρίθηκε, η θέση των εφεσειόντων, ότι παραβιάζεται το Άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/2015, αφ' ενός δεν ηγέρθηκε πριν την έκδοση του διατάγματος, και δεν κρίθηκε κατά την έκδοση του διατάγματος, αφετέρου, πρόκειται για θέση προφανώς συνυφασμένη με πρόνοια απαγορευτική, η οποία, κατά την επίμαχη χρονική περίοδο και δη πριν τον τροποποιητικό Ν.129(Ι)/2022, όντως απαγόρευε την πώληση πιστωτικών διευκολύνσεων πέραν του €1.000.000,00 που ήταν, και το ύψος των επίδικων πιστωτικών διευκολύνσεων, κατ' ισχυρισμό, διατυπωμένου στην Έκθεση Απαίτησης τους.  Αυτά τα δεδομένα ήταν αρκούντως ικανοποιητικά για το πρωτόδικο Δικαστήριο να θεωρήσει ότι με την αγωγή τους οι εφεσείοντες ήγειραν σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση.  Δηλαδή ότι εκ πρώτης όψεως ήταν ενδεχόμενο το διάταγμα να συμπεριέλαβε λανθασμένα τις επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις, και πως οι εφεσείοντες είχαν δικαίωμα να εγείρουν τη σχετική θέση τους, με την αγωγή τους, αφού δεν ήταν μέρος της διαδικασίας έκδοσης του διατάγματος.  Δεν φαίνεται όμως να απασχόλησαν το πρωτόδικο Δικαστήριο οι προαναφερόμενοι παράμετροι.  Προφανώς επικέντρωσε το σκεπτικό του στην ύπαρξη και μόνο του διατάγματος ημερομηνίας 23.05.2019. Κατέληξε ως εκ τούτου πως δεν είχε δικαιοδοσία να εξετάσει τη νομιμότητα του διατάγματος, οπότε οδηγήθηκε στην απόρριψη της αγωγής.  Δεν επρόκειτο όμως για θέμα δικαιοδοσίας του Δικαστηρίου, αλλά για πιθανότητες επιτυχίας στην αγωγή, έστω εν όψει του διατάγματος, κάτι όμως που ήταν πρόωρο να αποφασισθεί.  Συνεπώς η αγωγή, κλητήριο ένταλμα και Έκθεση Απαίτησης, στην οποία δίδονταν λεπτομέρειες ότι, κατ' ισχυρισμό των εφεσειόντων, έχει παραβιαστεί το Άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/2015 σ' ότι τους αφορά, αλλά και πως οι επίδικες πιστωτικές διευκολύνσεις δεν εμπίπτουν στον ορισμό και/ή την έννοια του Άρθρου 2 του Ν.169(Ι)/2015 ήγειραν ασφαλώς καλή αιτία αγωγής.  Προφανώς η πρόταξη του διατάγματος, ημερομηνίας 23.05.2019, αναμενόμενο ήταν να αποτελεί μία εκ των πιθανών υπερασπιστικών γραμμών των εφεσίβλητων, στην αγωγή που απορρίφθηκε, όμως, η απόρριψη της αγωγής, πριν την καταχώριση  υπεράσπισης, για την οποία ενδεχομένως να δικαιολογείτο η εκδίκαση νομικού σημείου, δυνάμει της Δ.27 Κ.1 και 2 των Θεσμών Πολιτικής Δικονομίας, δεν ήταν ορθή.  Το θεμελιώδες δικαίωμα των εφεσειόντων να ακουσθούν επί της ουσίας της αγωγής τους παραβιάστηκε.  Υπενθυμίζεται πως, σύμφωνα με τα νομολογηθέντα, μια αγωγή δεν απορρίπτεται ακόμη και αν προβάλλουν λίγες οι πιθανότητες επιτυχίας.

 

Το γεγονός και μόνο ότι υπήρχε ισχυρισμός των εφεσειόντων, στην Έκθεση Απαίτησης, πως οι εφεσίβλητοι εξασφάλισαν το διάταγμα, ημερομηνίας 23.05.2019, παράνομα, αποτελούσε σοβαρό θέμα προς εξέταση και εκδίκασης του, επί της ουσίας, και όχι απόρριψης της αγωγής, πριν καν εγερθεί τέτοιο ζήτημα στην υπεράσπιση που δεν είχε καταχωριστεί.

 

2. Όσον αφορά στη διαπίστωση, του πρωτόδικου Δικαστηρίου, ότι η μόνη βάση για την αγωγή των εφεσειόντων ήταν η νομιμότητα του διατάγματος, ημερομηνίας 23.05.2019, κρίνουμε, επίσης, με το δέοντα σεβασμό στον ευπαίδευτο πρωτόδικο Δικαστή, πως η Έκθεση Απαίτησης αποκάλυπτε, σε συνδυασμό με σχετική θεραπεία σ' αυτήν αλλά και στο κλητήριο ένταλμα, και έτερη βάση αγωγής.  Πρόκειται για τον ισχυρισμό ότι οι εφεσείοντες είχαν αποδεχθεί την έκδοση απόφασης, στις 17.12.2008, σε άλλη αγωγή, την 2370/03, με την παράλληλη συμφωνία ότι η Λαϊκή Τράπεζα, που ήταν η ενάγουσα, και την οποία διαδέχθηκε στη συνέχεια η Τράπεζα Κύπρου, ανέλαβε όπως μη προωθήσει μέτρα εκτέλεσης της εκ συμφώνου απόφασης, ημερομηνίας 17.12.2008, εναντίον των εφεσειόντων, προτού ασκηθούν και εξαντληθούν όλα τα μέσα και/ή μέτρα εκτέλεσης εναντίον τρίτου, κατονομαζόμενου, προσώπου που ήταν εγγυητής σε άλλη απόφαση ημερομηνίας 05.10.2005.  Μέχρι και τον Μάρτιο του 2013 η Λαϊκή Τράπεζα δεν είχε πάρει μέτρα εκτέλεσης.  Το 2018, και δεδομένου ότι η Τράπεζα Κύπρου είχε αναλάβει το ενεργητικό της Λαϊκής Τράπεζας, από τον Μάρτιο του 2013, κατά παράβαση της παράλληλης συμφωνίας, ως ισχυρίζονται οι εφεσείοντες, η Τράπεζα Κύπρου απάλλαξε πλήρως το τρίτο πρόσωπο από το εξ αποφάσεως χρέος (απόφασης ημερομηνίας 05.10.2005) ενώ έλαβε μέτρα εκτέλεσης για την πληρωμή της εκ συμφώνου απόφασης ημερομηνίας 17.12.2008.  Λόγω των προαναφερόμενων εξελίξεων, και λόγω της επιχειρούμενης εκποίησης υποθηκών, οι εφεσείοντες καταχώρησαν την αγωγή 63/19 εναντίον της εφεσίβλητης 1, (η οποία στη συνέχεια αντικαταστάθηκε από την εφεσίβλητη 2), η οποία μέχρι την καταχώρηση της Έκθεσης Απαίτησης εκκρεμούσε.  Δεν παραγνωρίζουμε πως η έγερση της τελευταίας αγωγής ενδεχομένως να εγείρει θέμα κατάχρησης διαδικασίας, εφ' όσον ήθελε εξετασθεί και κριθεί ότι πρόκειται για τα ίδια γεγονότα και ίδιες θεραπείες μεταξύ των ίδιων διαδίκων.  Δεν εξετάστηκε όμως πρωτόδικα τέτοιο ζήτημα επειδή δεν ήταν αυτή η βάση και το υπόβαθρο της σχετικής αίτησης. Θα μπορούσε άλλωστε, αν το ζήτημα εγειρόταν να αποσυρόταν η αγωγή 63/19, οπότε το θέμα της κατάχρησης θα έπαυε να είχε αντικείμενο προς εξέταση. Η καίρια θέση των εφεσίβλητων ήταν ότι λόγω του διατάγματος, ημερομηνίας 23.05.2019, το πρωτόδικο Δικαστήριο δεν είχε δικαιοδοσία να αποδώσει τις αιτούμενες θεραπείες.  Αναμφίβολα όμως από τα πιο πάνω προκύπτει ότι συνυπήρχε ακόμη μία βάση  αγωγής, που αν αποδεικνυόταν θα αποτελούσε ικανοποιητικό υπόβαθρο για παροχή σχετικής αιτούμενης θεραπείας.  Ως έχει προαναφερθεί, μέσα από τα νομολογηθέντα, το ποσοστό πιθανότητας επιτυχίας της αγωγής σε τέτοιο στάδιο δεν συνυπολογίζεται στην κρίση και τη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου».

 

Όποια άλλη απόφαση, στην οποίαν με παρέπεμψαν οι συνήγοροι των μερών, και/ή ανηύρα από σχετική έρευνα, αφορά σε πρωτόδικες κρίσεις, επί όμοιων επιχειρημάτων, με αποκτώσα, τα εν προκειμένω δικαιώματα, συνεπεία εξαγοράς, οντότητα, τη Gordian. Μεταξύ αυτών, είναι και η ενδιάμεση απόφαση στην αγωγή της Λεμεσού, η οποία και κατατέθηκε ενώπιον του Δικαστηρίου ως Τεκμήριο 15. Υπενθυμίζω, στο σημείο αυτό, ότι, ζητούμενο στην αγωγή της Λεμεσού, ήταν η οριστικοποίηση ή μη, προσωρινού διατάγματος με το οποίο απαγορευόταν στη Gordian, σε σχέση με την επίδικη υποθήκη Υ2604/2004, να προωθήσει πώληση (εκποίηση) των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 (εκεί Ενάγουσας). Η σχετική, με το ζητούμενο, περικοπή από την εν λόγω απόφαση, είναι η ακόλουθη:

«Ό,τι   αναμενόταν, ως αντίλογος, και με τη δέουσα αποδεικτική βαρύτητα εκ μέρους των Καθ' ων η Αίτηση, ήταν είτε να προσφέρουν συγκεκριμένη πειστική μαρτυρία η οποία να αποδεικνύει, έστω εκ πρώτης όψεως[4], ότι η περίπτωση των Αιτητών δεν εμπίπτει στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β), περιλαμβανομένων στοιχείων ότι οι Αιτητές δεν εμπίπτουν στον ορισμό των «πολύ μικρών, μικρών και μεσαίων» επιχειρήσεων όπως αυτός καθορίστηκε με τη Σύσταση της Επιτροπής της 6ης Μαϊου 2003 (2003/361/ΕΕ) είτε να προτάξουν ερμηνεία τέτοια που να μην δικαιολογεί εκ πρώτης όψεως συμπέρασμα ότι τυγχάνει εφαρμογής το εν λόγω άρθρο στην παρούσα περίπτωση.  Το άρθρο 3 με τον πλαγιότιτλο «Πεδίο εφαρμογής» διαφαίνεται πως έχει καθορίσει την εφαρμογή του σχετικού νόμου για την αγοραπωλησία πιστωτικών διευκολύνσεων θέτοντας σαφείς προϋποθέσεις, μία εξ αυτών είναι το συνολικό υπόλοιπο των πιστωτικών διευκολύνσεων ανά (ΑΠΙ) Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα να μην υπερβαίνει κατά το χρόνο της εξαγοράς το ένα εκατομμύριο ευρώ.  Διαφαίνεται επίσης ότι στην παράγραφο (3) του ιδίου άρθρου ο νομοθέτης καθόρισε τις εξαιρέσεις από την εφαρμογή του Νόμου, τόσο ως προς το πεδίο εφαρμογής του όσο και ως προς τα διαδικαστικά ζητήματα για τα οποία γίνεται πρόβλεψη στα άρθρα 18 και 19 του Νόμου, και πουθενά αλλού στις διατάξεις του εν λόγω Νόμου προνοούνται άλλες εξαιρέσεις.  Με κάθε σεβασμό στην εισήγηση των ευπαίδευτων συνηγόρων των Καθ' ων η Αίτηση ότι τα άρθρα 18 και 19 έχουν την έννοια ότι όταν Αδειοδοτημένο Πιστωτικό Ίδρυμα πωλεί και μεταβιβάζει πιστωτικές διευκολύνσεις δεν εφαρμόζεται το όριο του €1.000.000,00 δεν γίνεται αποδεκτή, καθ' ότι εκ πρώτης όψεως τέτοια ερμηνεία δεν δικαιολογείται ούτε εξάγεται από το συνδυασμό των προνοιών των άρθρων 3, 18 και 19 του Ν.169(Ι)/2015.  Από τη μελέτη των άρθρων 18 και 19 ό,τι προκύπτει εύλογα και αντικειμενικά είναι πως ρυθμίζονται ζητήματα διαδικαστικού χαρακτήρα αναφορικά με την αγοραπωλησία πιστωτικών διευκολύνσεων και όχι ένα άλλο διαφορετικό πεδίο εφαρμογής του Ν.169(Ι)/2015 από αυτό που ο νομοθέτης προσδιόρισε με το άρθρο 3.

Το Δικαστήριο επιθυμεί να παρατηρήσει, παρ' ότι είναι ξεκάθαρο, πως αφ' ενός δεν παραγνωρίζει την έκδοση διατάγματος του Ε.Δ. Λευκωσίας, στην Αίτηση 372/19, στις 23.05.2019, αφ' ετέρου η εγκυρότητα του δεν τίθεται υπό αμφισβήτηση από το Δικαστήριο, πλην όμως το εν λόγω διάταγμα αφορά στη ρύθμιση της σχέσης των συμβαλλόμενων μερών στο διακανονισμό που επήλθε καθώς και σε οποιαδήποτε άλλα μέρη επηρεάζονται, και δεν επιδρά επί των προνοιών του άρθρου 3 του Ν.169(Ι)/2015, του κατ' εξοχήν ειδικού νόμου για το ζήτημα που το Δικαστήριο καλείται να αποφανθεί, ήτοι για το πεδίο εφαρμογής του εν λόγω νόμου.  Σε καμία περίπτωση το διάταγμα ημερομηνίας 23.05.2019 καθόρισε το πεδίο εφαρμογής του προαναφερόμενου νόμου. Συνεπώς πρόκειται για δύο ξεχωριστά ζητήματα.  Σε κάθε περίπτωση κρίνεται πως η ύπαρξη του προειρημένου διατάγματος δεν  αποτελεί ανυπέρβλητο εμπόδιο για το Δικαστήριο να αποφανθεί επί του αιτούμενου προσωρινού διατάγματος

Τέλος αξιολογώντας τη θέση των Καθ' ων η Αίτηση ότι, επειδή οι Αιτητές αποδέχονται τη σύσταση της υποθήκης Υxxxx/2004 και πως μετά την αγωγή xxxx/14 που καταχωρήθηκε εναντίον τους δεν κατέβαλαν οποιοδήποτε ποσό, ομοίως δεν γίνεται αποδεκτή και απορρίπτεται, καθ' ότι τα εν λόγω στοιχεία, δεδομένης της βάσης αγωγής και απαίτησης των Αιτητών προβάλλουν να έχουν ουδέτερη σημασία στην παρούσα διαδικασία. 

Υπό τις πιο πάνω σκέψεις και παρατηρήσεις, κρίνεται ότι η πιθανότητα και η προοπτική επιτυχίας στην αγωγή των Αιτητών προβάλλει ορατή και πέραν από απλή.

Το Δικαστήριο αν και δεν έχει προβεί σε υποκειμενική αξιολόγηση της προαναφερόμενης μαρτυρίας, κρίνει ότι η εξ αντικειμένου θεώρηση της στα πλαίσια της παρούσας ακρόασης ήταν αναγκαία, (βλέπε υπόθεση Σεβαστού ν. Σεβαστού (2002) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1980). Είναι δε τέτοια που δεν μπορεί να παραγνωριστεί. Οι τελευταίες σκέψεις και προβληματισμοί του Δικαστηρίου, ουδόλως αποσκοπούν σε εξαγωγή ευρημάτων επί των γεγονότων ως προς την ουσία της αγωγής αλλά, μόνο στη διαπίστωση ότι τα στοιχεία που τέθηκαν από πλευράς των Αιτητών ήταν ικανά για να στοιχειοθετήσουν, στον απαιτούμενο για την παρούσα διαδικασία βαθμό, ορατή πιθανότητα επιτυχίας στην Αγωγή τους. Άλλωστε ως διαφάνηκε η κύρια διαφωνία των Καθ' ων η Αίτηση με την εκδοχή των Αιτητών δεν έγκειται τόσο ως προς στα γεγονότα αλλά στην ερμηνεία που οι πρώτοι αποδίδουν στο άρθρο 3 του Ν.169(Ι)/2015, η οποία δεν φαίνεται να απαντά ή να είναι ικανή να αναχαιτήσει τη γραμματική αλλά και τελολογική ερμηνεία που εκ πρώτης όψεως αναδύεται από τις διατάξεις του άρθρου 3 του Ν.169(Ι)/2015».

 

               Από πλευράς της Gordian, έγινε παραπομπή σε 5 άλλες πρωτόδικες κρίσεις, και συγκεκριμένα, στη Γενική Αίτηση/Έφεση 286/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην Αγωγή 2620/2020 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού, στην Αγωγή 1324/2013 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Πάφου, στην Αγωγή 427/2019 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Αμμοχώστου, και στην Αγωγή 159/2018 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Δεν κρίνω αναγκαίο να παραθέσω, ειδικώς και με λεπτομέρεια, τις σχετικές με το ζητούμενο περικοπές των εν λόγω αποφάσεων, καθότι, επί ενός σημείου, στις πλείστες εξ αυτών, εκφράστηκε κοινή θέση, ενώ σε άλλες, εκφράστηκαν επιπρόσθετες θέσεις, στις οποίες θα αναφερθώ ευθύς αμέσως.

 

               Είναι, εν προκειμένω, η κρίση που εκφράστηκε στις πλείστες αυτές αποφάσεις ότι, δεδομένης της έκδοσης του διατάγματος του Προέδρου του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στη Γενική Αίτηση 372/2019, στη βάση του οποίου επικυρώθηκε το σχέδιο αναδιοργάνωσης/διακανονισμού μεταξύ Τράπεζας Κύπρου και Gordian, με αποτέλεσμα αριθμός τραπεζικών διευκολύνσεων και εκκρεμουσών αγωγών (μεταξύ των οποίων και οι επίδικες, στις εν λόγω δικαστικές διαδικασίες, τραπεζικές διευκολύνσεις, ως και οι εδώ επίδικες) να μεταφερθούν, κατόπιν εξαγοράς, από την Τράπεζα Κύπρου στη Gordian, αλλά και της μη ανατροπής ή διαφοροποίησης του εν λόγω διατάγματος, θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη ενέργεια για άλλο Επαρχιακό Δικαστήριο, να εκδώσει την επιζητούμενη, σε κάθε τέτοια υπόθεση, από τους δανειολήπτες θεραπεία ή να κρίνει τη σχετική υπερασπιστική τους γραμμή ως βάσιμη, καθότι μία τέτοια κρίση, θα αποτελούσε, στην ουσία, ανατροπή απόφασης ομόβαθμου Δικαστού. Έγινε δε, παραπομπή στα όσα, σχετικά, αναφέρθηκαν στις υποθέσεις Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή ν. Περατικού, Πολ. Αίτηση 32/2019, απόφαση ημερομηνίας 17.04.2019, ECLI:CY:AD:2019:D149 και Mikis + Markos Sideris Holdings Ltd v. Χρίστου Τριανταφυλλίδη, διαχειριστή της περιουσίας της αποβιωσάσης Φάνης Σιδέρη κ.α., Πολ. Έφ. 21/2013, απόφαση ημερομηνίας 23.01.2019, ECLI:CY:AD:2019:A14. Επιπροσθέτως, σε κάποιες εκ των πρωτόδικων αυτών αποφάσεων, σημειώθηκε, επίσης, ότι, η αποσπασματική ανάγνωση των προνοιών του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, χωρίς δηλαδή να συνυπολογιστούν και οι πρόνοιες του άρθρου 3(2) τούτου, αποτελεί λανθασμένη διεργασία, καθότι οι πρώτες δεν είναι προσδιοριστικές των σκοπών του νομοθέτη. Κατά τις πρωτόδικες αυτές κρίσεις, από τις πρόνοιες του άρθρου 3(2) του Νόμου, και την απουσία σχετικής απαγορευτικής πρόνοιας στο άρθρο 3(1)(β) τούτου, ο Νόμος δεν απαγορεύει την εξαγορά και μεταφορά τραπεζικών διευκολύνσεων με οφειλόμενο, κατά την ημέρα της εξαγοράς, ποσό πέραν των €1.000.000, έστω και αν αυτές αφορούν σε δανειολήπτη μικρή, πολύ μικρή ή μεσαία επιχείρηση ή φυσικό πρόσωπο, παρά μόνο επιτρέπουν, στην περίπτωση που οι εν λόγω τραπεζικές διευκολύνσεις εμπίπτουν εντός των ορίων που προβλέπονται στις πρόνοιες του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου (οφειλές, δηλαδή, πολύ μικρών ή μικρών επιχειρήσεων, κάτω των €1.000.000,00), αυτές να εξαγοράζονται μόνο από εταιρείες οι οποίες πληρούν συγκεκριμένα κριτήρια. Συνεπεία των κρίσεων αυτών, σε κάθε τέτοια πρωτόδικη απόφαση, το εγχείρημα των εκεί δανειοληπτών, στη βάση των επιχειρημάτων που προωθούν και οι ενώπιόν μου Εναγόμενοι, δεν στέφθηκε με επιτυχία.

 

               Ως είναι επαρκώς νομολογημένο, η ερμηνεία νομοθετημάτων, γίνεται στη βάση της γραμματικής ερμηνείας των προνοιών του, με γνώμονα, πάντα, το σκοπό του νομοθέτη και τη αποφυγή παράλογων και άτοπων αποτελεσμάτων.

 

               Πιο συγκεκριμένα, στην Ποιν. Έφ. 165/2018 Farooq v. Δημοκρατίας, απόφαση ημερομηνίας 07.09.2020, αναφέρθηκαν τα εξής σχετικά με την ερμηνεία νομοθετημάτων:

 

«Σε σχέση με τη δεύτερη της εισήγηση η εκπρόσωπος του Γενικού Εισαγγελέα μας παρέπεμψε στη Theodorides v. The Bank of Cyprus (1985) 3(B) C.L.R. 721, 729-30, όπου συνοψίζονται οι αρχές που διέπουν την ερμηνεία νομοθετημάτων[1] (αναφέρθηκε με επιδοκιμασία στη Πρόεδρος της Δημοκρατίας ν. Βουλή των Αντιπροσώπων, Αίτηση 4/2010, ημερ.24.10.2011). Μας παρέπεμψε ακόμα στη Ξενοδοχειακές Επιχειρήσεις Πλάζα Λτδ και άλλοι ν. Συμβουλίου Βελτιώσεως Γερμασόγειας (1998) 3 Α.Α.Δ. 348, 352-355, όπου, ακολουθώντας την εξέλιξη του δικαίου στην Αγγλία (Carter vBradbeer [1975] 3 All E.R. 158 και Pepper v. Hart [1993] 1 All E.R. 42 (H.L.)) υιοθετείται η θέση ότι η ερμηνεία με αναφορά στο σκοπό του νομοθετήματος έχει πλέον εδραιωθεί και πως η αυστηρή γραμματική ερμηνεία ανήκει στο παρελθόν.

Σημειώνουμε πως στη Theodorides αναφέρθηκε ότι οι αρχές επιβεβαίωναν τη γραμματική ερμηνεία, επιτρέποντας παρέκκλιση από αυτή μόνο κάτω από συγκεκριμένες περιστάσεις. Στη δε Πλάζα αναφέροντας ότι η αγγλική προσέγγιση είχε επικρατήσει και στη Κύπρο μνημονεύτηκε η Southfields Industries Ltd v. Δήμου Λευκωσίας [1995] 3 Α.Α.Δ. 59, όπου αναφέρθηκε ότι «Σκοπός της ερµηνείας του νόμου είναι η ανεύρεση της πρόθεσης του νοµοθέτη. Όπου το λεκτικό της διάταξης είναι σαφές, το Δικαστήριο την ερµηνεύει με βάση τη φυσική και συνήθη έννοια των λέξεων. Οι λέξεις σ΄ ένα νοµοθέτηµα γενικά ερµηνεύονται με τη συνήθη τους σηµασία, αλλά και με βάση τα συµφραζόµενα, έχοντας δε υπόψη το αντικείµενο και το σκοπό του νόμου.» Η Southfields αφορούσε φορολογικούς νόµους και αναφέρθηκε πως «πρέπει να ερµηνεύονται αυστηρά και δεν επιβάλλεται στον πολίτη φορολογία, εκτός εάν το λεκτικό του νόμου καθαρά επιβάλλει φορολογική υποχρέωση.»

Η γραμματική ερμηνεία δεν συνιστά οτιδήποτε άλλο παρά μέθοδο με την οποία διαπιστώνεται η βούληση του νομοθέτη, που επέλεξε τις συγκεκριμένες λέξεις για να την εκφράσει, με την απόδοση της απλής γραμματικής και κατά κυριολεξία σημασίας στις λέξεις που χρησιμοποιούνται (Τ. Γεωργιάδης & Υιός Λτδ v. Δημοκρατίας (1991) 4(Β) Α.Α.Δ. 1142, 1149-1150). Όταν λοιπόν η φρασεολογία του νόμου είναι σαφής, αποδίδεται στις λέξεις η φυσική και συνήθης έννοιά τους (Δ. Γαλατάκης Λτδ ν. Δηµοκρατίας (2008) 3 Α.Α.Δ. 78, 80-81 και πιο πρόσφατα ΧΧΧ Σέπου ν. Πανεπιστημίου Κύπρου, Αναθεωρητική Έφεση 94/2013, ημερ. 26.6.2019, ECLI:CY:AD:2019:C262 και Φυσεντζίδη νK & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση Αρ.30/2019, ημερ.1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171). Στην xxx Χρίστου κ.ά. ν. xxx xxx Πιερίδου Διαχειρίστριας της Περιουσίας του Αποβιώσαντα Κώστα Μαραγκού, Πολιτική Έφεση Αρ.311/2011, αναφέρθηκε ότι: «η τελεολογική μέθοδος ερμηνείας των νόμων δεν καθιστά εφικτή, ούτε επιτρέπει απόκλιση από ρητές νομοθετικές διατάξεις. Όπου οι πρόνοιες του νόμου είναι σαφείς, το κείμενό του αποτελεί το μόνο αυθεντικό οδηγό για τους συγκεκριμένους σκοπούς του νόμου (ΚΟΤ ν. Παπαδόπουλου (1990) 2 ΑΑΔ 86Τροκκούδη ν. Πέτρου κ.α. (1998) 1 ΑΑΔ 683).»

Η εισήγηση της εκπροσώπου του Γενικού Εισαγγελέα να ερμηνεύσουμε το νόμο με τις απαραίτητες προσαρμογές, ώστε να αποφευχθούν παράλογα και ασυνεπή αποτελέσματα, απολήγει στο να μας ζητά να αγνοήσουμε λέξη από τον ορισμό που ο νομοθέτης εισήγαγε και να μην αποδώσουμε την όποια σημασία σε αυτή. Στη xxx Φυσεντζίδη ν. K & C Snooker & Pool Entertainment, Πολιτική Έφεση Αρ. 30/2019, ημερ. 1.6.2020, ECLI:CY:AD:2020:A171 γίνεται αναφορά στους Halsburys Laws of England, 3η έκδ., Τόμος 36, παρ.583, υπό τον τίτλο «Presumption that words are not used unnecessarily», όπου αναφέρεται ότι τεκμαίρεται ότι λέξεις δεν χρησιμοποιούνται στους νόμους χωρίς κάποιο νόημα και δεν είναι ταυτολογικές ή περιττές. Πρέπει, εάν είναι δυνατό, να αποδίδεται σημασία σε όλες τις λέξεις που χρησιμοποιούνται γιατί θεωρείται ότι ο νομοθέτης δεν σπαταλά τις λέξεις του, ούτε αναφέρει κάτι μάταια».

            Στην δε υπόθεση Exxon Mobil Cyprus Ltd και Άλλων ν. Επιτροπής Προστασίας του Ανταγωνισμού (2011) 3(Α) Α.Α.Δ. 449, 459-460), πάντα σχετικώς με την ερμηνεία νομοθετημάτων, υπεδείχθη ότι:

 

Κρίνουμε ότι ούτε αυτή η εισήγηση ευσταθεί. Όπως τονίστηκε στην Δημητριάδης κ.ά. ν. Πολυνείκη κ.ά. (2008) 3 Α.Α.Δ. 1, αναφορικά με τους κανόνες ερμηνείας των Νόμων, «πρέπει να δίνεται η ερμηνεία η οποία συνάδει με τη λογική ούτως ώστε να αποφεύγονται παράλογα ή άτοπα αποτελέσματα. (Βλ. μεταξύ άλλων Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου (2001) 3(Α) Α.Α.Δ. 164, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 285, σελ. 295 και Craies on Statute Law, 17η έκδοση, σελ. 86 και 89).»

Έτσι, στη Δημητριάδης, με βάση αυτές τις αρχές, κρίθηκε σε παρόμοια περίπτωση με παρόμοιες πρόνοιες, ότι ο Νομοθέτης δεν είχε σκοπό να καταστήσει άνευ σημασίας «ή να άρει ουσιαστικά τις απαιτήσεις των προαναφερθέντων άρθρων . . . του Νόμου που αφορούν τα προσόντα για διορισμό του Προέδρου ή μελών του Διοικητικού Συμβουλίου, καθότι σε τέτοια περίπτωση θα ήταν ανακόλουθος. Θα ήταν άτοπο να θεωρηθεί ότι ο Νόμος εισάγει ορισμένη απαγόρευση για να την άρει αμέσως μετά».

(Βλ., επίσης, Δημητριάδης κ.α. ν. Πολυνείκη κ.α. (2008) 3 Α.Α.Δ. 1 Αντωνίου ν. Συμβουλίου Κεντρικού Σφαγείου Κοφίνου (2001) 3(Α) Α.Α.Δ. 164, Γενικός Εισαγγελέας ν. Ευαγόρου (Αρ. 2) (2001) 2 Α.Α.Δ. 285, σελ. 295, Α.Ε. 1/2013, μεταξύ Μιχαηλ ν. Κυπριακή Δημοκρατία, απόφαση ημερομηνίας 18.09.2019 και Craies on Statute Law, 17η έκδοση, σελ. 86 και 89).

 

Υπαγωγή γεγονότων που περιβάλλουν την παρούσα αγωγή στο ανωτέρω νομικό πλαίσιο που την διέπει           

 

               Με γνώμονα τα ανωτέρω, κρίνω ότι η ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, στην οποίαν προβαίνουν οι Εναγόμενοι, δεν είναι ορθή. Ως έχει η σχετική εισήγησή τους, οι εν λόγω πρόνοιες θα πρέπει να ερμηνευτούν, ως αν και, στη βάση του Νόμου, όταν ο δανειολήπτης είναι φυσικό πρόσωπο ή αποτελεί πολύ μικρή, μικρή ή μεσαία επιχείρηση, και το χρέος του, κατά την χρόνο της εξαγοράς, υπερβαίνει των €1.000.000, δεν είναι δυνατή η εξαγορά της σχετικής τραπεζικής διευκόλυνσης του από άλλην οντότητα. Η ερμηνεία αυτή, έρχεται σε πλήρη σύγκρουση με τις πρόνοιες του άρθρου 3(2) του Νόμου, στη βάση των οποίων, ειδικώς προβλέπεται ότι, «Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις όπου ο πιστωτής ή ο εξ αποφάσεως πιστωτής είναι πιστωτικό ίδρυμα ή χρηματοδοτικό ίδρυμα ή εταιρεία εξαγοράς πιστώσεων διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19»

 

            Επί του προκειμένου, συμφωνώ απόλυτα με τα όσα σχετικά αναπτύχθηκαν από του Π.Ε.Δ. Χ. Χαραλάμπους (ως ήταν τότε) στην απόφασή του στην αγωγή 1324/2013, ημερομηνίας 21.05.2021, τα οποία έχουν ως εξής:     

«Οι Εναγόμενοι εισηγούνται ότι με το εδ. (2) ουσιαστικά εισάγεται διαφοροποίηση αφενός μεταξύ των διευκολύνσεων στις οποίες ο πιστωτής είναι Α.Π.Ι, οπότε εφαρμόζονται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 και αφετέρου των διευκολύνσεων στις οποίες ο πιστωτής δεν είναι Α.Π.Ι, οπότε δεν εφαρμόζονται τα άρθρα αυτά, αλλά απαραίτητη προϋπόθεση για την εφαρμογή του Νόμου είναι οι διευκολύνσεις να μην υπερβαίνουν το ποσό του €1.000.000 και ο πιστωτής είναι μικρή επιχείρηση.


Αυτό το οποίο προκύπτει, είναι ότι με το εδ. (1) είχαν όντως τεθεί κάποια "όρια". Το ότι πρόκειται για "όρια" προκύπτει με βεβαιότητα λόγω του χαρακτηρισμού τους ως τέτοιων από το αρχικό κείμενο του Νόμου, δηλαδή πριν την τροποποίηση από τον Ν.86(1)/18 όπου το παλαιό εδ. (2) προέβλεπε:

"(2) Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδαφίου (1), πιστωτικές διευκολύνσεις οι οποίες υπερβαίνουν τα όρια που προβλέπονται στο εδάφιο (1), διέπονται από τις διατάξεις των άρθρων 18 και 19".


Παρατηρείται λοιπόν, ότι με τον αρχικό Νόμο δεν απαγορεύετο η πώληση πιστώσεων οι οποίες υπερέβαιναν τα όρια του εδ.(1), αλλά έπρεπε να ακολουθούνται οι πρόνοιες των άρθρων 18 και 19. Το ερώτημα είναι αν απαγορεύτηκαν τέτοιες πωλήσεις μετά την τροποποίηση του 2018; Δεν εξάγεται τέτοια απαγόρευση όμως από το κείμενο του εδ.(2) όπως έχει διαμορφωθεί, αλλά το αντίθετο. Το εδ. (1) τόσον στην παρ. (α) όσο και στην παρ. (β), αναφέρεται ήδη σε Α.Π.Ι και αν πρόθεση του νομοθέτη ήταν να παραπέμψει μόνο αυτές τις περιπτώσεις στα άρθρα 18 και 19, τότε πολύ απλά θα αναφερόταν σε αυτές, δηλαδή στις περιπτώσεις του εδ. (1), με τα όρια. Όμως όχι μόνο δεν το έπραξε αλλά διατήρησε τη φράση "Ανεξαρτήτως των διατάξεων του εδ. (1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις...". Η φράση αυτή σημαίνει ότι άσχετα και ανεξάρτητα από όσα προνοούνται στο εδ. (1), όλες οι πιστωτικές διευκολύνσεις με εμπλεκόμενο Α.Π.Ι διέπονται από τα άρθρα 18 και 19 του Νόμου. Επιβεβαίωση αποτελούν οι πρόνοιες του εδ. (3) το οποίο περιέχει τις μόνες εξαιρέσεις (για κατοίκους, εργασίες, επενδύσεις, ιδιοκτησίες ή δίκαιο ξένης χώρας). Τα πιο πάνω συνάδουν απολύτως και με τις πρόνοιες του άρθρου 18, το οποίο σαφώς αναφέρεται σε "πώληση του όλου ή μέρους των πιστωτικών διευκολύνσεων" κάποιου Α.Π.Ι.
»

 

               Εν πάση περιπτώσει, σε συμφωνία και πάλι με τις σχετικές κρίσεις των αδελφών Δικαστών στις πρωτόδικες αποφάσεις τους, στις οποίες με παρέπεμψε η Gordian, εξέταση και αποδοχή, από το παρόν Δικαστήριο, στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής, των εν προκειμένω επιχειρημάτων των Εναγομένων, θα αποτελούσε ανεπίτρεπτη ενέργεια, καθότι θα ισοδυναμούσε με ανατροπή κρίσης ομόβαθμου Δικαστή (του Π.Ε.Δ. Γ. Ιωαννίδη (ως ήταν τότε) στη Γεν. Αίτ. 372/2019), με την οποία η επικυρώθηκε (κατοχυρώθηκε, δηλαδή, νομικώς) η εξαγορά από την Gordian και η ακόλουθη μεταφορά σε αυτή των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων, αλλά και του δικαιώματος προώθησης της παρούσας αγωγής (βλ. Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή (ανωτέρω) και Mikis + Markos Sideris Holdings Ltd (ανωτέρω)).        

 

               Οι σχετικές κρίσεις στην Έφεση 86/2022[5], στις οποίες παρέπεμψαν οι συνήγοροι των Εναγομένων, αλλά και η κρίση του Α.Ε.Δ. Δ. Κίτσιου (ως ήταν τότε), στην αγωγή της Λεμεσού[6], δεν κρίνονται βοηθητικές για τους Εναγόμενους, για διάφορους λόγους. Πιο συγκεκριμένα, η πρώτη αφορά σε εφετειακή κρίση επί ενδιάμεσης απόφασης του Πρωτόδικου Δικαστηρίου, η δε δεύτερη, σε ενδιάμεση απόφαση Επαρχιακού Δικαστηρίου, επίσης επί ενδιάμεσης αίτησης της εκεί Ενάγουσας (Εναγόμενης 1 στην παρούσα). Αμφότερες δε οι κρίσεις αυτές, δεν αποτελούν τελικές, επί του ζητούμενου, κρίσεις, παρά μόνο εκ πρώτης όψεως θεωρήσεις, με γνώμονα τα κριτήρια που διέπουν τις ενδιάμεσες διαδικασίες στις οποίες αφορούσαν. Εμφανώς και ευδιακρίτως προκύπτει από το λεκτικό των πιο πάνω αποφάσεων (βλ., πιο πάνω, υπογραμμισμένες περικοπές), ότι οι όποιες αναφορές των Δικαστηρίων στην ερμηνεία των προνοιών του άρθρου 3(1)(β) του Νόμου, αποτελούσαν εκ πρώτης όψεως θεωρήσεις και γίνονταν με μόνο σκοπό να διαφανεί, στη μία περίπτωση, κατά πόσο, οι αιτιάσεις των εναγόντων δανειοληπτών αποκάλυπταν εκ πρώτης όψεως αγώγιμο δικαίωμα (Πολιτική Έφεση Ε86/2022), ή, στη δεύτερη περίπτωση, επαρκής βάση για σκοπούς ικανοποίησης της δεύτερης προϋπόθεσης του άρθρου 32 του περί Δικαστηρίων Νόμου Ν.14/1960 (αγωγή της Λεμεσού). Εξόφθαλμα προκύπτει από τις εν προκειμένω κρίσεις, ότι το βασικό ζητούμενο, και δη η τελική ερμηνεία των εν λόγω προνοιών, αφέθηκε να εξεταστεί στο πλαίσιο της ουσίας της διαφοράς, αφενός στην αναγεννηθείσα, μέσω της εφετειακής απόφασης στην Ε86/2022, αγωγή, και αφετέρου, στην εκκρεμούσα αγωγή της Λεμεσού.

 

               Από την ανωτέρω ανάλυση της νομικής πτυχής που διέπει το πρώτο, αμιγώς, νομικό, επίδικο ζήτημα, επί του οποίου εξέφρασα, ήδη, και τη δική μου, σχετική κρίση, αβίαστα προκύπτει ότι, δεδομένου ότι στη βάση της ενώπιον μου, αποδεκτής μαρτυρίας, η Τράπεζα Κύπρου και η Gordian εκπλήρωσαν όλες τις απαιτήσεις του Νόμου, ως αυτές προκύπτουν από τις πρόνοιες των άρθρων 18 και 19 τούτου, η μεταφορά των επίδικων τραπεζικών διευκολύνσεων και της παρούσας αγωγής, σε αυτήν, δεν περιβάλλεται από την επικαλούμενη από τους Εναγόμενους παρανομία, με αποτέλεσμα τούτη να νομιμοποιείται, από την καταχώρηση στον φάκελο της παρούσας υπόθεσης της σχετικής ειδοποίησης που προνοείται στο άρθρο 18 (4) του Νόμου, να προωθεί την παρούσα αγωγή και να επιδιώκει να εξασφαλίσει τις θεραπείες στις οποίες θα δικαιούτο η Τράπεζα Κύπρου, ως ο πρώην πιστωτής και ενυπόθηκος δανειστής των Εναγομένων.

 

               Όσο τώρα αφορά στο κατά πόσο, ανεξαρτήτως της πιο πάνω κρίσης, δεδομένης της ισχύος, ακόμα, του ενδιάμεσου διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού, δύναται το παρόν Δικαστήριο να εκδώσει το υπό στοιχείο Δ επιζητούμενο διάταγμα, κρίνω σημαντικό να σημειώσω τα εξής.

 

               Τόσο η Gordian, όσο και η Εναγόμενη 1, εν γνώσει τους ότι εκκρεμούσε η παρούσα αγωγή από το 2014, αποδέχτηκαν όπως το Δικαστήριο της Λεμεσού, αποφανθεί επί της ενδιάμεσης αίτησης της εκεί Ενάγουσας (εδώ Εναγόμενης 1). Εν ολίγοις, έθεσαν το εδώ βασικό ζητούμενο προς απόφανση – έστω εκ πρώτης όψεως – και ενώπιον του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού. Σημειώνω, στο σημείο αυτό, ότι, αυτό θα μπορούσε να αποφευχθεί, είτε με τροποποίηση του δικογράφου της Υπεράσπισης και Ανταπαίτησης της παρούσας αγωγής (δια της προσθήκης σχετικής με το ζητούμενο ανταπαίτησης), και, ακολούθως, καταχώρησης ενδιάμεσης αίτησης από πλευράς της Εναγόμενης 1 (στο πλαίσιο της παρούσας αγωγής) για εξασφάλιση του εν προκειμένω ενδιάμεσου διατάγματος, είτε με τη λήψη δικονομικών μέτρων, ώστε οι δύο διαδικασίες να συνενωθούν – έστω αναφορικά μόνο για την απόφανση επί της επικαλούμενης, από την Εναγόμενη 1, παρανομίας που περιβάλλει την εξαγορά - και να εκδικαστεί το ζητούμενο από ένα και μόνο Δικαστήριο. Κανένα από αυτά δεν έλαβε χώρα, με αποτέλεσμα, σήμερα, να υφίσταται ενδιάμεσο διάταγμα που εκδόθηκε από άλλο Δικαστήριο, το οποίο αφορά και άπτεται της εδώ επίδικη σύμβασης Υποθήκης.

 

               Όπως, όμως, και να έχει το πράγμα, το ενδιάμεσο διάταγμα της αγωγής της Λεμεσού, απευθύνεται στη Gordian και όχι στο παρόν Δικαστήριο ή όποιο άλλο Δικαστήριο, και εκείνο που απαγορεύει, δεν είναι την επιδίωξη, από αυτήν (τη Gordian), της εξασφάλισης του υπό στοιχείο Δ, εδώ, επιζητούμενου διατάγματος, αλλά την προώθηση της όποιας καταναγκαστικής πώλησης (εκποίησης) των ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1 στο πλαίσιο της Υποθήκης 2604/2004. Κατά συνέπεια, η ισχύς του ενδιάμεσου διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού, δεν αποτελεί εμπόδιο στην έκδοση, από το παρόν Δικαστήριο, του εδώ επιζητούμενου διατάγματος, παρά μόνο, ενδεχομένως, να επηρεάζει τη δυνατότητα εκτέλεσής του από την Gordian, δεδομένου ότι, τέτοια εκτέλεση, προϋποθέτει λήψη σχετικών μέτρων από την τελευταία, τα οποία, προφανώς, θα ισοδυναμούν με ενέργειες προώθησης της πώλησης (εκποίησης) των επίδικων ενυπόθηκων ακινήτων της Εναγόμενης 1, κάτι, δηλαδή, που απαγορεύεται στη βάση του λεκτικού του εν ισχύ διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού.

 

               Έχοντας υπόψη τις σχετικές θέσεις των συνηγόρων των διαδίκων, στη βάση των οποίων η Gordian, αν ήθελε θεωρηθεί ότι νομιμοποιείται να προωθεί την παρούσα αγωγή και να ενεργεί ως ενυπόθηκος δανειστής της Εναγόμενης 1, δικαιούται σε απόφαση υπέρ της και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, τουλάχιστον σε ό,τι αφορά στο οφειλόμενο, συμφωνημένο μεταξύ των μερών, ποσό, ως δηλαδή θα δικαιούτο και η Τράπεζα Κύπρου, και με γνώμονα την ανωτέρω, επιπρόσθετη, κρίση μου, περί του ότι το ενδιάμεσο διάταγμα της αγωγής της Λεμεσού δεν αποτελεί εμπόδιο για την απόδοση και του υπό στοιχείο Δ επιζητούμενου διατάγματος, στο οποίο, σε κάθε περίπτωση, ως οι διάδικοι αποδέχονται, θα δικαιούτο η Τράπεζα Κύπρου, κρίνω ότι η Ενάγουσα (Gordian), κατάφερε να αποδείξει την υπόθεση της και, επομένως, δικαιούται και στις δύο επιζητούμενες θεραπείες.

 

               Κατά συνέπεια, εκδίδεται απόφαση υπέρ της Gordian και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και ή κεχωρισμένα, για το ποσό των €3.253.580,87, πλέον τόκους προς 6.392%, επί του εν λόγω ποσού, από 01.01.2025, με κεφαλαιοποίηση δύο φορές τον χρόνο, και δη στις 30 Ιουνίου και 31 Δεκεμβρίου εκάστου έτους, μέχρι εξοφλήσεως. Εκδίδεται επίσης το υπό στοιχείο Δ, επιζητούμενο στο Κλητήριο Ένταλμα, διάταγμα, υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον της Εναγόμενης 1.

 

               Δεδομένης δε της ισχύος, σήμερα, του διατάγματος της αγωγής της Λεμεσού, ασκώντας τη διακριτική μου εξουσία, κρίνω ορθό, να διατάξω όπως η εκτέλεση του εκδοθέντος, πιο πάνω, από το παρόν Δικαστήριο, διατάγματος, ανασταλεί, και αναστέλλεται για όσο χρόνο το εν προκειμένω ενδιάμεσο διάταγμα της αγωγής της Λεμεσού βρίσκεται σε ισχύ.  

 

               Ως προς τα έξοδα, δεν έχω κανένα λόγο για να αποκλίνω από τον κανόνα που τα θέλει να ακολουθούν το αποτέλεσμα και, κατά συνέπεια, τούτα, ως θα υπολογιστούν από τον πρωτοκολλητή και θα εγκριθούν από το Δικαστήριο, επιδικάζονται υπέρ της Ενάγουσας και εναντίον των Εναγομένων 1, 2 και 3, αλληλέγγυα και/ή κεχωρισμένα.

 

 

(Υπ.)…………………………

Δ. Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

 

ΠΙΣΤΟ ΑΝΤΙΓΡΑΦΟ

 

 

ΠΡΩΤΟΚΟΛΛΗΤΗΣ

 



[1] Βλ. σχετικές δηλώσεις των συνηγόρων των μερών στα αρχικά στάδια της δικασίμου ημερ. 26.02.2025.

[2] Σε αυτή με παρέπεμψε η πλευρά των Εναγομένων.

[3] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.

[4] Υπογράμμιση δική μου, καθώς και όσες ακολουθούν.

[5] Καταγράφηκαν αυτούσιες ανωτέρω.

[6] Επίσης καταγράφηκαν αυτούσιες ανωτέρω.

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο