ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αγωγής: 84/2025
Μεταξύ:
1. AMBERMANOR ASSET MANAGEMENT LIMITED, από Βρετανικές Παρθένες Νήσους
2. VLADIMIR ZHELEZOV
Ενάγοντες
και
1. LAVRODE LIMITED, από τη Λευκωσία
2. KONSTANTIN SHUMΙLIN, από τη Ρωσία
3. KONSTANTIN PANOV, από τη Ρωσία
4. LINKIND LIMITED, από τη Λεμεσό
Εναγόμενοι
25 Μαΐου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Εναγόμενο 3/Αιτητή: κ. Γ. Χριστοδούλου για Λ. Παπαφιλίππου & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Ενάγοντες/Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Ι. Οικονόμου με κα Ε. Οικονόμου για E. Economou & Co LLC
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Στην αίτηση του Εναγόμενου 3 ημερομηνίας 21.1.2026 για αναστολή εκτέλεσης απόφασης ημερομηνίας 7.1.2026 εκκρεμούσης έφεσης
Με ενδιάμεση απόφαση ημερομηνίας 7.1.2026, το παρόν Δικαστήριο εξέδωσε ενδιάμεσα απαγορευτικά διατάγματα και επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης εναντίον των Εναγόμενων 1-4 (στο εξής η «Ενδιάμεση Απόφαση» και τα «Επίδικα Διατάγματα»).
Η πλευρά του Εναγόμενου 3 έχει εφεσιβάλει εκείνη την Ενδιάμεση Απόφαση. Παράλληλα, καταχώρησε την παρούσα Αίτηση με την οποία ζητά την αναστολή εκτέλεσης των Επίδικων Διαταγμάτων, στο βαθμό που τον αφορούν, μέχρι την εκδίκαση της έφεσης του.
Οι Ενάγοντες έχουν εγείρει ένσταση στην Αίτηση υποστηρίζοντας ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για τη χορήγηση της αιτούμενης αναστολής.
Για σκοπούς της παρούσας απόφασης έχω εξετάσει την Αίτηση και ένσταση, τις ένορκες δηλώσεις που τις υποστηρίζουν καθώς και όσα αναφέρθηκαν από τους συνηγόρους στις αγορεύσεις τους. Γνωρίζω επίσης και όσα προηγήθηκαν στον φάκελο.
Σύμφωνα με το Μέρος 41.7 των περί Πολιτικής Δικονομίας Διαδικαστικών Κανονισμών 2023 (στο εξής οι «ΚΠΔ»), εκτός εάν το Εφετείο ή πρωτόδικο Δικαστήριο διατάξουν διαφορετικά, η καταχώρηση έφεσης δεν επενεργεί ως αναστολή εκτέλεσης εκδοθείσας απόφασης. Αυτό αντικατοπτρίζει την ίδια αρχή που ίσχυε και με βάση τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας.
Οι ΚΠΔ δεν καθορίζουν συγκεκριμένες προϋποθέσεις για χορήγηση αναστολής και το ζήτημα, ουσιαστικά, αφήνεται στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου. Στην άσκηση αυτής της διακριτικής ευχέρειας, θεωρώ ότι πρέπει να ακολουθηθούν - κατά το πλησιέστερο δυνατό - οι παράμετροι που διαμορφώθηκαν μέσω της νομολογίας με βάση τους παλαιούς Θεσμούς και την εκεί διάταξη Δ.35 Θ.18[1].
Το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξεταστεί είναι εάν τα Επίδικα Διατάγματα επιδέχονται αναστολής.
Στην Μιχάλης Δημητρούδης ν Ανδρέα Νίκου Λουγκρίδη (2011) 1 ΑΑΔ 689, το Ανώτατο Δικαστήριο εξήγησε ότι:
«το αντικείμενο της αναστολής συναρτάται προς ορισμένη θετική ενέργεια, υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την εφεσιβαλλόμενη απόφαση.»
Στην προκείμενη περίπτωση, θεωρώ ότι τα Επίδικα Διατάγματα δεν δημιουργούν κάποια θετική υποχρέωση στον Εναγόμενο 3 ή κάποιο άλλο καθήκον που να επιδέχεται εκτέλεσης. Τα κυρίως διατάγματα που εκδόθηκαν είναι απαγορευτικά. Το διάταγμα αποκάλυψης (με το οποίο έχει συμμορφωθεί ο Εναγόμενος 3) που επίσης εκδόθηκε, δεν ήταν αυτοτελές. Εκδόθηκε ως επικουρικό των απαγορευτικών διαταγμάτων. Συνεπώς, επί της ουσίας δεν διατάζεται ο Εναγόμενος 3 να προβεί σε κάποια θετική ενέργεια, ούτε να εκτελέσει κάποια πράξη. Άρα, η Ενδιάμεση Απόφαση δεν μπορεί να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής.
Αυτή είναι η ερμηνεία και προσέγγιση που καθορίστηκε από το Ανώτατο Δικαστήριο στην υπόθεση Περατικός κ.α. ν Λοϊζίδη, Παραλήπτη και Διαχειριστή της Κ. Χ. Περατικός Λτδ, Πολιτική Έφεση Ε207/2017, ημερομηνίας 4.9.2018. Πρόκειται για υπόθεση στην οποία επίσης ζητήθηκε η αναστολή εκτέλεσης ενδιάμεσων διαταγμάτων (απαγορευτικό διάταγμα και επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης) που είχαν εκδοθεί πρωτόδικα. Εκεί, το Ανώτερο Δικαστήριο θεώρησε το διάταγμα αποκάλυψης ως συνεπακόλουθο του απαγορευτικού διατάγματος και κατέληξε ότι:
«τα οριστικοποιηθέντα διατάγματα, ως απαγορευτικά, δεν μπορούν να αποτελέσουν αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ. 35 Θ.18».
Ακολούθως, το Ανώτατο Δικαστήριο σε εκείνη την απόφαση παρέθεσε το εξής απόσπασμα από τη Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1384:
«Το αντικείμενο της δικαιοδοσίας του Ανωτάτου Δικαστηρίου βάσει της Δ.35, θ.18 είναι η αναστολή θετικής υποχρέωσης ή καθήκοντος το οποίο επιβάλλεται από την απόφαση η οποία εφεσιβάλλεται. Το αντικείμενο της αναστολής είναι η υποχρέωση ή καθήκον που επιβάλλεται από την απόφαση, και όχι η παγοποίηση ή ο προσωρινός παραμερισμός της απόφασης η οποία εφεσιβάλλεται. Η θέση αυτή προκύπτει ευθέως από τις αποφάσεις. (Fotiou and Another v. Petrolina Ltd. (1984) 1 C.L.R. 708· In re E.S. (an Infant) (1986) 1 C.L.R. 119· (βλ. Επίσης Aftomata Eleourgia v. Monastery of Mahera (1986) 1 C.L.R. 524.)».
Επανέρχομαι στην προκείμενη περίπτωση. Κατ΄ εφαρμογή των πιο πάνω, η διαπίστωση ότι η Ενδιάμεση Απόφαση δεν είναι δεκτική αναστολής προκρίνει το αποτέλεσμα της παρούσας Αίτησης. Αυτό χωρίς να χρειάζεται ενασχόληση με τους υπόλοιπους λόγους για χορήγηση της αιτούμενης αναστολής εκτέλεσης, τους οποίους επικαλείται η πλευρά του Εναγόμενου 3.
Πολύ επιγραμματικά όμως, για σκοπούς πληρότητας, σημειώνω ότι δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να δείχνουν ότι σε αυτή την περίπτωση ο Εναγόμενος 3 υφίσταται δυσανάλογες και καταπιεστικές συνέπειες από την έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων. Έχει ήδη συμμορφωθεί με το διάταγμα αποκάλυψης, ενώ για το απαγορευτικό διάταγμα (ως έχει τροποποιηθεί εκ συμφώνου) εκκρεμεί έτερη αίτηση του Εναγόμενου 3 με την οποία ζητά τον παραμερισμό ή ακύρωση του. Η αίτηση εκείνη είναι ορισμένη για ακρόαση στις 17.6.2026. Αναφορικά με τις πιθανότητες επιτυχίας της έφεσης που εκκρεμεί κατά της Ενδιάμεσης Απόφασης, αυτός ο παράγοντας δεν μπορεί να είναι καθοριστικής σημασίας. Φαίνεται ότι εγείρονται μέσω της έφεσης διάφορα πραγματικά και νομικά θέματα προς εξέταση από το Εφετείο. Όμως, το παρόν Δικαστήριο έχει ήδη εκφράσει την ετυμηγορία του για τα σχετικά ζητήματα στην Ενδιάμεση Απόφαση. Σε κάθε περίπτωση, δεν διακρίνω ότι η αιτούμενη αναστολή είναι αναγκαία για να διαφυλαχθεί το αντικείμενο και η ακεραιότητα της έφεσης.
Παρενθετικά σημειώνω πως η Ενδιάμεση Απόφαση περιλαμβάνει και διαταγή για πληρωμή εξόδων που επιδικάστηκαν εναντίον των Εναγόμενων και υπέρ των Εναγόντων. Αυτό το μέρος της Ενδιάμεσης Απόφασης θα μπορούσε, δυνητικά, να αποτελέσει αντικείμενο αναστολής. Εντούτοις δεν είναι αυτό που ζητά ο Εναγόμενος 3. Ούτε στην Αίτηση, ούτε στις ένορκες δηλώσεις που τη συνοδεύουν, ούτε και στην αγόρευση του συνηγόρου του Εναγόμενου 3 γίνεται αναφορά στην υποχρέωση πληρωμής εξόδων. Η Αίτηση επικεντρώνεται και αφορά τα Επίδικα Διατάγματα.
Προσθέτω και το εξής. Η πλευρά του Εναγόμενου 3 υποστηρίζει ότι πραγματική ενάγουσα στην αγωγή είναι η Ρωσική τράπεζα Alfa Bank JSC που υπόκειται σε διεθνείς κυρώσεις. Είναι η θέση του Εναγόμενου 3 ότι οι Ενάγοντες 1 & 2 είναι «κατ’ όνομα» ενάγοντες και ενεργούν ως αχυράνθρωποι για την τράπεζα. Εισηγείται ότι πρέπει το Δικαστήριο να ερευνήσει αυτόν τον ισχυρισμό και, σε περίπτωση που αυτός ευσταθεί, εισηγείται ότι το Δικαστήριο οφείλει να ανακόψει τη διαδικασία ως μια προσπάθεια παράκαμψης των κυρώσεων.
Σε σχέση με αυτό το επιχείρημα σημειώνω το εξής. Ο σχετικός Ευρωπαϊκός Κανονισμός δεν δημιουργεί θετική, ρητή, υποχρέωση για τα εθνικά Δικαστήρια να ενεργούν με αυτό τον τρόπο. Δηλαδή, δεν υπάρχει υποχρέωση για το Δικαστήριο να ενεργήσει ως ερευνητής και να εξετάσει ex proprio motu και εκτός του πλαισίου της δίκης κατά πόσο οι Ενάγοντες ενεργούν ως ονομαστικοί μόνο ενάγοντες εκ μέρους και για λογαριασμό της Alfa Bank JSC. Ούτε είναι ξεκάθαρο με ποιο τρόπο θα μπορούσε να συμβεί κάτι τέτοιο στα πλαίσια του δικαϊκού μας, αντιπαραθετικού, συστήματος αστικής δίκης και της δικονομίας.
Παράλληλα, οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν από την Ευρωπαϊκή Ένωση σε ρωσικά νομικά και φυσικά πρόσωπα, δεν αναστέλλουν ούτε ακυρώνουν το δικαίωμα εκείνων των προσώπων για διάγνωση των αστικών τους δικαιωμάτων από καθ’ ύλην αρμόδιο Δικαστήριο. Δεν εμποδίζουν τη διεξαγωγή δίκης ούτε δημιουργούν μια κάποιο νέο, γενικό νομικό εμπόδιο στην προώθηση αξιώσεων ή προβολή υπεράσπισης. Η ενδεχόμενη πρακτική επίπτωση των κυρώσεων στα πλαίσια μιας δίκης είναι ότι μπορεί να προκύψει ανάγκη για ειδικές ρυθμίσεις κατά την εκτέλεση ή πληρωμή τυχόν απόφασης υπέρ ή προς όφελος προσώπου που υπόκειται σε κύρωση.
Πριν ολοκληρώσω, ένα τελευταίο σημείο που έχει εγερθεί αφορά τη θέση που προβλήθηκε κατά την ακρόαση της Αίτησης από την πλευρά του Εναγόμενου 3 περί κατάχρησης της διαδικασίας από τους Ενάγοντες ένεκα του ότι δεν είχαν προβεί (μέχρι την ακρόαση αυτής της αίτησης) σε προσωπική επίδοση των διαταγμάτων που εκδόθηκαν με την Ενδιάμεση Απόφαση. Αυτό δείχνει, εισηγείται η πλευρά του Εναγόμενου 3, πως δεν υπάρχει διάθεση από πλευράς των Εναγόντων να εφαρμόσουν τα εκδοθέντα διατάγματα και ότι τα επιδίωξαν για αλλότριους σκοπούς. Ο συνήγορος των Εναγόντων διαφώνησε. Από την πλευρά μου, αναφορικά με αυτό το ζήτημα, περιορίζομαι να σημειώσω ότι στο παρόν στάδιο δεν έχω ενώπιον μου επαρκή στοιχεία που να στοιχειοθετούν τη θέση περί καταχρηστικής συμπεριφοράς.
Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων/Καθ’ ων η Αίτηση και εναντίον του Εναγόμενου 3/Αιτητή. Αναφορικά με το ύψος των εξόδων, έχοντας υπόψη τους προτεινόμενους καταλόγους εξόδων που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν, τη φύση και πορεία εκδίκασης της Αίτησης, την κλίμακα της αγωγής και τους πίνακες δικηγορικής αμοιβής των ΚΠΔ, κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €7.450 πλέον ΦΠΑ πλέον €47 πραγματικά έξοδα.
(Υπ.) …………….………………………………………
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Λαϊκή Κυπριακή Τράπεζα (Χρηματοδοτήσεις) Λτδ ν. Λύρα κ.α. (αρ. 1) (1997) 1(Γ) Α.Α.Δ. 1384, Fotiou and Another v. Petrolina Ltd. (1984) 1 C.L.R. 708, In re E.S. (an Infant) (1986) 1 C.L.R. 119, Aftomata Eleourgia v Monastery of Mahera (1986) 1 C.L.R. 524.
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο