Γενική Αίτηση: 200/2022
Αναφορικά με τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο του 1992, Ν. 69(Ι)/1992, ως έχει τροποποιηθεί
και
Αναφορικά με το Κυπριακό Διεθνές Εμπίστευμα «The Trent Trust» ημερομηνίας 8.7.2004
και
Αναφορικά με τα πιο κάτω πρόσωπα και/ή μεταξύ:
Marina Vladimirovna Shcherbinina
Αιτήτρια/Δικαιούχος
και
C & L Trustees Limited
Καθ’ ου Αίτηση/Επίτροπος
26 Ιουνίου, 2026.
Εμφανίσεις:
Για Αιτήτρια: κ. Δημοσθένους με κα Χειμωνή για Π.Ν. Κούρτελλος & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
Για Επίτροπο: κ. Ιωαννίδης με κα Ηλιάδου για Χατζηαναστασίου, Ιωαννίδη Δ.Ε.Π.Ε. & Μάρκος Γρηγόρης Δράκος
Για Ενδιαφερόμενα Μέρη Anton Fedotov και Irina Fedotova: κ. Κληρίδης για Φοίβος, Χρίστος Κληρίδης & Συνεργάτες Δ.Ε.Π.Ε.
AΠΟΦΑΣΗ
(ΔΙΟΡΘΩΜΕΝΗ)
1. Εισαγωγή & Υπόβαθρο. Σε αυτή την υπόθεση εγείρονται ζητήματα που αφορούν τη φύση και την έκταση του δικαιώματος του δικαιούχου κάποιου εμπιστεύματος σε αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών από τον επίτροπο σε σχέση με το εμπίστευμα, την περιουσία του εμπιστεύματος και τη διαχείριση αυτής.
Η Αιτήτρια, Marina Vladimirovna Shcherbinina (στο εξής η «MVS») είναι μια εκ των δικαιούχων του Κυπριακού Διεθνούς Εμπιστεύματος «The Trent Trust» (στο εξής το «Εμπίστευμα»). Το Εμπίστευμα ιδρύθηκε από τον πρώην σύζυγο της Alexander Fedotov (στο εξής ο «Εμπιστευματοπάροχος») και διέπεται από τον περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμο, Ν.69(Ι)/1992. Επίτροπος του Εμπιστεύματος είναι σήμερα η εταιρεία C & L Trustees Limited (στο εξής ο «Επίτροπος»). Το Εμπίστευμα έχει ακόμα δύο δικαιούχους που είναι τα ενήλικα παιδιά του ζεύγους, η Irina Fedotova και ο Anton Fedotov (στο εξής «IF» και «AF»). Η MVS και ο Εμπιστευματοπάροχος εμπλέκονταν σε έντονες δικαστικές διαμάχες στα Αγγλικά Δικαστήρια σε σχέση με τη συζυγική περιουσία (στο εξής οι «Αγγλικές Διαδικασίες»).
Στα πλαίσια των Αγγλικών Διαδικασιών η MVS είχε αιτηθεί την αποκάλυψη διάφορων εγγράφων και στοιχείων σε σχέση με το Εμπίστευμα από τον Επίτροπο. Αφού δεν έλαβε κατ’ εκείνο τον τρόπο τα στοιχεία που ήθελε, καταχώρησε αυτή την αίτηση που στρέφεται εναντίον του Επιτρόπου. Ζητά από το Δικαστήριο να τον διατάξει να αποκαλύψει ένα πολύ ευρύ φάσμα εγγράφων και πληροφοριών. Τα αιτούμενα στοιχεία εκτείνονται σε 34 κατηγορίες (μερικές εξ αυτών με υποκατηγορίες) στο παράρτημα Α της Αίτησης. Επιπρόσθετα, μέσω της Αίτησης ζητά αποκάλυψη διάφορων οικονομικών στοιχείων που αφορούν το Εμπίστευμα, όπως τα περιγράφει (επίσης σε κατηγορίες) στο αιτητικό Β της Αίτησης.
Ο Επίτροπος έχει εγείρει ένσταση. Το ίδιο και η IF και ο AF που εμφανίζονται στη διαδικασία ως ενδιαφερόμενα μέρη.
Ως προς την έκταση της επιδιωκόμενης αποκάλυψης, πολύ συνοπτικά σημειώνω ότι η MVS ζητά την αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών που σχετίζονται με τη σύσταση του Εμπιστεύματος, την περιουσία του Εμπιστεύματος και την ιδιοκτησιακή δομή της εν λόγω περιουσίας, στοιχεία αναφορικά με τις μετοχές εταιρειών ή μονάδες σε επενδυτικά ταμεία που αποτελούν μέρος της περιουσίας του Εμπιστεύματος και τυχόν θυγατρικές ή συνδεδεμένες εταιρείες. Ζητά επίσης πληροφορίες για ακίνητα που κατέχονται μέσω των εταιρειών και τα εισοδήματα που προέρχονται από αυτά, τυχόν υποχρεώσεις των υποκείμενων εταιρειών και οντοτήτων και τις εξασφαλίσεις αυτών, στοιχεία για την ταυτότητα των δικαιούχων του Εμπιστεύματος από τη σύσταση του, τυχόν επιστολές επιθυμίας (letters of wishes) του Εμπιστευματοπάροχου, τους λογαριασμούς του Εμπιστεύματος, εκτιμήσεις των περιουσιακών στοιχείων του Εμπιστεύματος, στοιχεία για την οικονομική διαχείριση του Εμπιστεύματος καθώς και πληροφορίες κατά πόσο ο Επίτροπος κατέχει αυτή την ιδιότητα και σε σχέση με άλλα δύο εμπιστεύματα, πέραν του Wigan Trust και, εάν ναι, τότε ζητά πλήρη στοιχεία εκείνων των εμπιστευμάτων. Ζητά επίσης αντίγραφα αλληλογραφίας μεταξύ του Εμπιστευματοπάροχου και του Επιτρόπου, την πηγή πληρωμής των εξόδων του Επιτρόπου και πληροφορίες αναφορικά με όλα τα εμπιστεύματα, οντότητες και εταιρείες στις οποίες έχει συμφέρον ο Εμπιστευματοπάροχος.
Προς υποστήριξη της επιδιωκόμενης αποκάλυψης, η MVS υποστηρίζει πως δικαιούται πρόσβαση στα έγγραφα και στις πληροφορίες που ζητά επειδή είναι δικαιούχος του Εμπιστεύματος. Αναφορά στους λόγους που προβάλλει η MVS για την αιτούμενη αποκάλυψη και τους σκοπούς της εάν τα στοιχεία περιέλθουν στην κατοχή της, γίνεται πιο κάτω.
Τόσο ο Επίτροπος όσο και η IF και ο AF διαφωνούν, ως προς το δικαίωμα σε αποκάλυψη όσο και σε σχέση με το εύρος των αιτούμενων στοιχείων.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στις θέσεις των εμπλεκόμενων. Όσα προβάλλει η κάθε πλευρά εξετάζονται πιο κάτω. Περιορίζομαι να σημειώσω ότι έχω εξετάσει όλα όσα έχουν τεθεί ενώπιον μου μέσω της αίτησης και των ενστάσεων, των ενόρκων δηλώσεων που τις υποστηρίζουν και τα τεκμήρια που παρουσιάστηκαν. Έχω επίσης μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων της κάθε πλευράς, γραπτές και προφορικές, τη νομολογία και συγγράμματα στα οποία με έχουν παραπέμψει.
Να προσθέσω ότι η MVS είχε καταχωρήσει και την γενική αίτηση 199/2022 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας. Εκείνη η γενική αίτηση αφορούσε άλλο εμπίστευμα, το The Wigan Trust, της ίδιας οικογένειας. Με εκείνη την αίτηση ζητούσε την αποκάλυψη αντίστοιχων στοιχείων και εγγράφων όπως με την παρούσα. Τα δικόγραφα εκείνης της γενικής αίτησης, οι ένορκες δηλώσεις, η νομική εκπροσώπηση, οι αγορεύσεις είναι επί της ουσίας πανομοιότητα με την παρούσα υπόθεση. Στη γενική αίτηση 199/2022 εκδόθηκε απόφαση σήμερα από το παρόν Δικαστήριο. Η απόφαση εκείνη, που βασίστηκε ουσιαστικά στα ίδια γεγονότα και νομικά επιχειρήματα, είναι σχεδόν ταυτόσημη με την παρούσα.
2. Άλλες διαδικασίες και ενέργειες. Πριν προχωρήσω θα αναφερθώ σε συντομία σε άλλες διαδικασίες μεταξύ των εμπλεκόμενων γιατί κάποιες από τις θέσεις εκατέρωθεν αγγίζουν και αυτές.
(α) Γενική Αίτηση 439/2021. Στις 10.12.2021 ο Επίτροπος είχε καταχωρήσει τη γενική αίτηση 439/2021 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας. Μέσω εκείνης ζητούσε οδηγίες αναφορικά με την άσκηση των εξουσιών του, μεταξύ άλλων, σε σχέση με τα αιτήματα της MVS για αποκάλυψη στις Αγγλικές Διαδικασίες και κατά πόσο έπρεπε να συμμετάσχει στις Αγγλικές Διαδικασίες. Η αίτηση εκείνη τελικά αποσύρθηκε από τον Επίτροπο γιατί μεταγενέστερα γεγονότα (σύμφωνα με τον Επίτροπο) την κατέστησαν άνευ αντικειμένου. Τα γεγονότα αυτά περιλαμβάνουν και την ολοκλήρωση των Αγγλικών Διαδικασιών.
(β) Απόφαση τερματισμού του Εμπιστεύματος. Στις 10.5.2022 ο Επίτροπος αποφάσισε τον τερματισμό του Εμπιστεύματος γιατί, ως η θέση του, η διατήρηση του συνιστά παραβίαση των Ευρωπαϊκών κυρώσεων που επιβλήθηκαν σε σχέση με τον πόλεμο στην Ουκρανία. Κοινοποίησε την απόφαση του αυτή στην MVS, στον AF και στην IF, ως τους δικαιούχους. Τους ενημέρωσε επίσης ότι αποφάσισε τον διαμοιρασμό της περιουσίας του Εμπιστεύματος προς τους τρεις, σε ίσα μέρη. Προς υλοποίηση, ζήτησε την υπογραφή από αυτούς σχετικών εγγράφων αποδοχής της μεταβίβασης της περιουσίας.
(γ) Γενική Αίτηση 135/2022. Η IF και ο AF συμφώνησαν και αποδέχτηκαν την απόφαση του Επιτρόπου. Η MVS όμως διαφώνησε με την απόφαση για τερματισμό του Εμπιστεύματος και δεν αποδέχτηκε τη διανομή της περιουσίας. Καταχώρησε τη Γενική Αίτηση 135/2022 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λευκωσίας στην οποία, μεταξύ άλλων, υποστηρίζει ότι είναι λανθασμένη η θέση του Επιτρόπου περί παράβασης των διεθνών κυρώσεων με τη συνέχιση του Εμπιστεύματος.
Στα πλαίσια εκείνης της γενικής αίτησης εξασφάλισε προσωρινό διάταγμα ημερομηνίας 17.5.2022 που απαγορεύει τη διανομή της περιουσίας του Εμπιστεύματος και τη λήψη περαιτέρω διαβημάτων προς υλοποίηση του τερματισμού του Εμπιστεύματος.
Το διάταγμα εκείνο είναι ακόμα σε ισχύ και η Γενική Αίτηση 135/2022 εκκρεμεί προς εκδίκαση.
Τα μέρη δεν συμφωνούν κατά πόσο το Εμπίστευμα έχει τερματιστεί ή εάν το προσωρινό διάταγμα έχει εμποδίσει τον τερματισμό του. Αυτό όμως δεν είναι ερώτημα που χρειάζεται να απαντηθεί για σκοπούς της παρούσας Γενικής Αίτησης.
Ένα παρεμφερές, όμως, σημείο που πρέπει να θίξω αφορά το εξής. Εάν αποφασιστεί ότι ο Επίτροπος έχει υποχρέωση να αποκαλύψει έγγραφα και πληροφορίες προς την MVS, τότε θεωρώ πως η υποχρέωση αυτή επιβιώνει του τερματισμού του Εμπιστεύματος, ειδικά λαμβάνοντας υπόψη ότι εκκρεμούν ακόμα διαδικαστικές (administrative) ενέργειες για την υλοποίηση του τερματισμού ενώ δεν έχει διαμοιραστεί η περιουσία του Εμπιστεύματος. Θα ήταν λάθος να θεωρηθεί ότι ο τερματισμός ενός εμπιστεύματος διαγράφει το καθήκον πίστης του (fiduciary duty) του Επιτρόπου.
(δ) Αγωγή 2575/2023. Ενώ η παρούσα γενική αίτηση ήταν σε εκκρεμότητα, η MVS καταχώρησε την αγωγή 2575/2023 στο Επαρχιακό Δικαστήριο Λεμεσού εναντίον του Επιτρόπου.
Στην αγωγή εκείνη προβάλλει ισχυρισμούς για αδικοπραξίες που διενεργήθηκαν εις βάρος της σε σχέση, μεταξύ άλλων, και με το Trent Trust. Αντιλαμβάνομαι ότι η αγωγή εκείνη εκκρεμεί προς εκδίκαση.
3. Κατάχρηση. Τόσο ο Επίτροπος όσο και η IF και ο AF εγείρουν ζήτημα κατάχρησης της διαδικασίας από την MVS.
Εισηγούνται ότι η MVS προωθεί αυτή τη γενική αίτηση όχι καλόπιστα, στα πλαίσια των δικαιωμάτων της ως δικαιούχος του Εμπιστεύματος, αλλά με σκοπό να λάβει πληροφορίες και έγγραφα για να εξυπηρετήσει προσωπικά της συμφέροντα στις Αγγλικές Διαδικασίες.
Σε σχέση με αυτό το επιχείρημα, δεν έχω πειστεί ότι πρέπει να οδηγήσει σε απόρριψη της παρούσας Γενικής Αίτησης. Εάν η MVS δικαιούται σε αποκάλυψη ως δικαιούχος του Εμπιστεύματος, αυτό το δικαίωμα υφίσταται ανεξάρτητα εάν εκκρεμούν μεταξύ αυτής και του Εμπιστευματοπάροχου άλλες δικαστικές διαδικασίες. Η καταχώρηση αυτής της Αίτησης στα πλαίσια της οποίας μάλιστα η MVS αποκαλύπτει τις Αγγλικές Διαδικασίες που τότε εκκρεμούσαν, δεν θεωρώ ότι καθιστά θνησιγενή όλη τη διαδικασία.
Να προσθέσω όμως, όπως θα εξηγήσω και πιο κάτω, ότι οι λόγοι για τους οποίους η MVS επιδιώκει την αποκάλυψη είναι σχετικοί και λαμβάνονται υπόψη για την απόφαση μου.
Προβάλλεται επίσης μέσω των ενστάσεων η θέση ότι υπάρχει κατάχρηση από την πλευρά της MVS γιατί προωθεί πολλαπλές διαδικασίες για τον ίδιο σκοπό. Ειδικότερα, γίνεται αναφορά στην αγωγή 2575/2023 και στη γενική αίτηση 439/2021.
Η γενική αίτηση 439/2021, που έχει στο μεταξύ αποσυρθεί, είχε καταχωρηθεί από τον Επίτροπο και στα πλαίσια εκείνης η MVS δεν θα μπορούσε να εξασφαλίσει διάταγμα για αποκάλυψη. Συνεπώς, δεν μπορώ να θεωρήσω ότι ένεκα εκείνης η παρούσα διαδικασία είναι καταχρηστική.
Σε ό,τι αφορά την αγωγή 2575/2023, δεν θεωρώ ότι μπορεί να αποτελέσει έρεισμα για να απορριφθεί η παρούσα Αίτηση ως καταχρηστική. Η αγωγή εκείνη είναι μεταγενέστερη αυτής της διαδικασίας. Συνεπώς εάν υπάρχει κατάχρηση, κατά τον γενικό κανόνα, καταχρηστικό είναι το μεταγενέστερο διάβημα. Επίσης η αγωγή φαίνεται να εδράζεται σε ισχυριζόμενες αδικοπραξίες από τον Επίτροπο και διεκδικούνται σχετικές θεραπείες ενώ δεν προβάλλονται τέτοιες θέσεις ή αξιώσεις μέσω αυτής της διαδικασίας.
4. Κώλυμα. Προβάλλεται επίσης η θέση ότι η MVS εμποδίζεται στην προώθηση αυτής της υπόθεσης ένεκα του ότι δεν είχε αποδεχτεί την πρόσκληση του Επιτρόπου να αποδεχτεί το 1/3 μερίδιο στην περιουσία του Εμπιστεύματος.
Δεν διαπιστώνω πως εκείνο το ζήτημα εμποδίζει την προώθηση του αιτήματος για αποκάλυψη.
5. Ανάλυση. Προχωρώ στην εξέταση της ουσίας.
Εξ αρχής σημειώνω ότι δεν έχω εντοπίσει Κυπριακή νομολογία που να πραγματεύεται τα προς απόφαση ζητήματα. Υπάρχουν όμως αποφάσεις, Αγγλικές και άλλων χωρών του κοινοδικαίου σε υποθέσεις με συγκρίσιμα χαρακτηριστικά που παρέχουν καθοδήγηση ως τις πτυχές της παρούσας περίπτωσης. Αυτή η καθοδήγηση μαζί με τις γενικές αρχές που διέπουν το δίκαιο των εμπιστευμάτων θα οδηγήσουν στο αποτέλεσμα.
Στην ανάλυση μου θα ξεκινήσω με μια αναφορά στις σχετικές πρόνοιες του περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμου, Ν.69(Ι)/1992 και ακολούθως στις πρόνοιες του Εμπιστεύματος. Μετά θα στραφώ στις πρόνοιες του δικαίου της επιείκειας, αφού οι αρχές που διέπουν τα εμπιστεύματα εντάσσονται στο δίκαιο της επιείκειας.
(α) Ο περί Διεθνών Εμπιστευμάτων Νόμος 1992, Ν.69(Ι)/1992. Η πλευρά της MVS επικαλείται τις πρόνοιες του Ν.69(Ι)/1992 ως βάση για την αιτούμενη αποκάλυψη.
Σχετικές με την παρούσα διαδικασία είναι οι διατάξεις του άρθρου 11 του Ν.69(Ι)/1992 τις οποίες παραθέτω αυτούσιες:
11.-(1) Τηρούμενων των όρων του ιδρυτικού εγγράφου διεθvoύς εμπιστεύματος και αν το δικαστήριο δεν εκδώσει διάταγμα για παροχή πληρoφoριώv σύμφωνα με τις πρόνοιες του εδαφίου (2), o επίτρoπoς, προστάτης, επιθεωρητής εφαρμογής εμπιστεύματος ή οποιοδήποτε άλλο πρόσωπο, συμπεριλαμβαvoμέvωv, δε δύναται να αποκαλύπτει σε καvέvα πρόσωπο που δε δικαιούται κατά vόμo να γνωρίζει έγγραφα ή πληροφορίες:
(α) Με τα όποια αποκαλύπτεται το όvoμα του εμπιστευματoπάρoχoυ ή οποιουδήποτε από τους δικαιoύχoυς·
(β) με τα όποια απoκαλύπτovται οι διαβουλεύσεις του επιτρόπου για τον τρόπο με τον οποίο ασκήθηκε εξουσία ή ευχέρεια ή εκτελέσθηκε καθήκov παραχωρημέvo ή επιβαλλόμεvo από το δίκαιο ή τους όρους του διεθvoύς εμπιστεύματος·
(γ) με τα όποια αποκαλύπτεται o λόγος για οποιαδήποτε συγκεκριμένη άσκηση τέτοιας εξουσίας ή ευχέρειας ή εκτέλεσης καθήκovτoς ή τα στοιχεία στα όποια o πρoαvαφερθείς λόγος είχε στηριχθεί ή μπoρoύσε να είχε στηριχθεί·
(δ) με τα όποια σχετίζεται η άσκηση ή η πρoτιθέμεvη άσκηση τέτoιωv εξουσιών ή ευχερειών ή η εκτέλεση ή η πρoτιθέμεvη εκτέλεση τέτoιoυ καθήκovτoς·
(ε) τα όποια σχετίζovται ή απoτελoύv μέρος των λoγαριασμώv διεθvoύς εμπιστεύματος:
Νοείται ότι, αν υποβληθεί αίτηση από δικαιούχο στον επίτροπο για την αποκάλυψη των λογαριασμών διεθνούς εμπιστεύματος ή οποιωνδήποτε εγγράφων ή πληροφοριών έχουν σχέση με εισπράξεις και πληρωμές από τους επιτρόπους, οι οποίες αποτελούν μέρος των εν λόγω λογαριασμών, ο επίτροπος έχει εξουσία να αποκαλύπτει τέτοιους λογαριασμούς, έγγραφα ή πληροφορίες στο δικαιούχο, μόνο εάν κατά τη γνώμη του τέτοια αποκάλυψη είναι αναγκαία και διασφαλίζει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εμπιστεύματος.
(2) Παρά τις διατάξεις οποιουδήποτε άλλου vόμoυ και τηρουμένων των διατάξεων του εδαφίου (3) δικαστήριο ενώπιον του oπoίoυ εκκρεμεί πολιτική ή πoιvική διαδικασία δύναται με διάταγμα να επιτρέψει την αποκάλυψη των εγγράφων ή πληροφοριών που αvαφέρovται στο εδάφιο (1) ύστερα από αίτηση η όποια υποβάλλεται από μέρος στην πιο πάνω πολιτική ή πoιvική διαδικασία, αvάλoγα με την περίπτωση.
(3) Το δικαστήριο εκδίδει διάταγμα δυνάμει του εδαφίου (2), αν πεισθεί ότι η αποκάλυψη των εγγράφων ή πληροφοριών που αναφέρεται στο εδάφιο (1) είναι ουσιαστικής σημασίας για την έκβαση της διαδικασίας.
(4) Για τους σκοπούς του παρόvτoς άρθρου «έγγραφα ή πληροφορίες» περιλαμβάνει έγγραφα ή πληροφορίες εvαπoθηκευμέvα σε ηλεκτρovικoύς υπoλoγιστές και σε τέτοια περίπτωση διάταγμα αποκάλυψης εκτελείται με την αποκάλυψη ή την παροχή της πληρoφoρίας ή του εγγράφου σε ορατή, αvαγvώσιμη και φορητή μορφή.»
(υπογράμμιση δική μου)
Από το λεκτικό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει ότι ο Επίτροπος μπορεί να αποκαλύψει τα στοιχεία και πληροφορίες που απαριθμούνται στο άρθρο 11(1)(α)-(ε) μόνο εάν το επιτρέπει το ιδρυτικό έγγραφο του εμπιστεύματος.
Ακόμα και σε περίπτωση που το πρόσωπο που ζητά τις πληροφορίες από τον επίτροπο είναι δικαιούχος του Εμπιστεύματος, εναπόκειται στη διακριτική ευχέρεια του επιτρόπου κατά πόσο θα ικανοποιήσει το αίτημα. Προβαίνει σε αποκάλυψη «μόνο εάν κατά τη γνώμη του τέτοια αποκάλυψη είναι αναγκαία και διασφαλίζει τα καλώς νοούμενα συμφέροντα του εμπιστεύματος» και πάλιν «τηρουμένων των όρων του ιδρυτικού εγγράφου διεθνούς εμπιστεύματος».
Στην παρούσα περίπτωση ο Επίτροπος αρνήθηκε να ικανοποιήσει το αίτημα της MVS για αποκάλυψη, για τους λόγους που εξηγεί στην ένσταση που εγείρει. Στους όρους του ιδρυτικού εγγράφου του Εμπιστεύματος αναφέρομαι πιο κάτω.
Η άλλη περίπτωση στην οποία επιτρέπεται αποκάλυψη στη βάση του άρθρου 11(1) του Ν.69(Ι)/1992 είναι κατόπιν διατάγματος του Δικαστηρίου δυνάμει του άρθρου 11(2). Τέτοιο διάταγμα εκδίδεται μόνο από δικαστήριο ενώπιον του οποίου εκκρεμεί ποινική ή αστική διαδικασία και αφού το Δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι η αποκάλυψη αφορά πληροφορίες ουσιαστικές για την έκβαση της υπόθεσης.
Κατά την καταχώρηση της παρούσας Γενικής Αίτησης δεν εκκρεμούσε ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου πολιτική ή ποινική διαδικασία.
Η αίτηση 439/2021 δεν μπορεί να θεωρηθεί ως τέτοια γιατί το αντικείμενο της ήταν διαφορετικό και δεν διακρίνω ότι η αιτούμενη αποκάλυψη θα ήταν ουσιώδης για την έκβαση της (δεν παραβλέπω ότι έχει πλέον αποσυρθεί). Η αγωγή 2575/2023 του Επαρχιακού Δικαστηρίου Λεμεσού είναι μεταγενέστερη αυτής της διαδικασίας, συνεπώς δεν μπορεί να θεωρηθεί ότι εκκρεμούσε ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την καταχώρηση της παρούσας υπόθεσης ώστε να διαταχθεί αποκάλυψη σε σχέση με εκείνη. Τέλος, η γενική αίτηση 135/2022 αφορά κατά πόσο ο λόγος που επικαλείται ο Επίτροπος για τον τερματισμό του Εμπιστεύματος είναι βάσιμος. Οι πληροφορίες και στοιχεία των οποίων ζητείται η αποκάλυψη με αυτή την Αίτηση, δεν μπορούν να θεωρηθούν ουσιαστικές για το αποτέλεσμα εκείνης της διαδικασίας.
Συνεπώς, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση, δεν υπάρχει πεδίο για να διαταχθεί ο Επίτροπος σε αποκάλυψη από το Δικαστήριο στη βάση του άρθρου 11(2) του Ν.69(Ι)/1992.
(β) Ιδρυτικό έγγραφο του Εμπιστεύματος. Στρέφομαι στο ιδρυτικό έγγραφο του παρόντος Εμπιστεύματος. Σχετικές με το ζήτημα αυτό είναι οι παράγραφοι 36 και 37 του ιδρυτικού εγγράφου. Προνοούν τα εξής:
«Non Disclosure
36. Subject to an order of any competent court the Trustees shall not be bound to disclose to any person any document or other matter relating to this Trust.
Disclosure
37. Without prejudice to any right under the general law of the Trustees to refuse disclosure of any document or information relating to this trust, it is declared that the Trustees may, subject to obtaining the written consent of the settlor and the beneficiaries and if the beneficiaries or any of them are minors or if the beneficiaries or any of them are members of a class of beneficiaries of a discretionary trust created by this Deed, subject to obtaining the consent of the settlor, disclose to any person the following information and/or documents that is to say:
(a) Any document disclosing the identities of the settlor and/or the beneficiaries including but not limited to this Deed, any deliberations of the Trustees (or any of them) as to the manner in which the Trustees should exercise any power or any discretion conferred upon the Trustees by this settlement or disclosing any reason for any particular exercise of any such power or any such discretion or the material upon which sich reasons shall or might have been based.
(b) Any other document relating to the exercise or proposed exercise of any power or any discretion conferred on the Trustees by this settlement».
(υπογράμμιση δική μου)
Στις πιο πάνω διατάξεις του ιδρυτικού εγγράφου του Εμπιστεύματος, ορίζεται ότι εκτός κατόπιν διατάγματος από αρμόδιο Δικαστήριο, ο Επίτροπος δύναται να αποκαλύψει (may disclose) τις πληροφορίες που καθορίζονται στις παραγράφους 37(a) και 37(b) μόνο με τη γραπτή συγκατάθεση του Εμπιστευματοπάροχου και όλων των δικαιούχων. Αυτό δεν συμβαίνει στην παρούσα περίπτωση. Δηλαδή δεν υπάρχει η συγκατάθεση του Εμπιστευματοπάροχου ενώ οι υπόλοιποι δικαιούχοι του Εμπιστεύματος, πλην της MVS, έχουν εγείρει ένσταση στην αιτούμενη αποκάλυψη.
Να προσθέσω, για όση σημασία μπορεί να έχει, ότι το εύρος της αποκάλυψης που επιθυμεί η MVS εκτείνεται πολύ πέραν των στοιχείων που καθορίζονται στις παραγράφους 37(a) και (b) πιο πάνω.
Συνεπώς, ούτε στη βάση του ιδρυτικού εγγράφου του Εμπιστεύματος θα μπορούσε να ικανοποιηθεί το αίτημα της MVS.
(γ) Εγγενείς εξουσίες του Δικαστηρίου. Σύμφωνα με το άρθρο 14 του Ν.69(Ι)/1992, οι νόμοι της Δημοκρατίας που διέπουν εμπιστεύματα εξακολουθούν να ισχύουν και εφαρμόζονται σε διεθνή εμπιστεύματα, εκτός εάν είναι ασυμβίβαστοι με ή έχουν τροποποιηθεί από τις πρόνοιες του Ν.69(Ι)/1992. Στρέφομαι επομένως στο δίκαιο της επιείκειας για να εξετάσω κατά πόσο η MVS δικαιούται σε αποκάλυψη και, εάν ναι, σε ποια έκταση, κατ’ επίκληση των εγγενών εξουσιών του Δικαστηρίου.
Η νομιμοποιητική βάση στην οποία ο δικαιούχος ενός εμπιστεύματος μπορεί να ζητήσει αποκάλυψη στοιχείων που αφορούν το Εμπίστευμα, διασαφηνίστηκε στην απόφαση του Privy Council στην υπόθεση Schmidt v Rosewood Trust Ltd [2003] 2 AC 709. Στην απόφαση εκείνη, το Privy Council, αφού αναλύει τη σχετική νομολογία, καταλήγει ότι το δικαίωμα δικαιούχου ενός εμπιστεύματος να ζητήσει αποκάλυψη, είναι μια έκφραση της εγγενούς εξουσίας του Δικαστηρίου να επιβλέπει και, όπου είναι αρμόζον, να επεμβαίνει στη διαχείριση εμπιστεύματος:
«66. …a beneficiary’s right to seek disclosure of trust documents, although sometimes not appropriately described as a proprietary right, is best approached as one aspect of the court’s inherent jurisdiction to supervise (and where appropriate intervene in) the administration of trusts...»
Δηλαδή ο δικαιούχος ενός εμπιστεύματος δεν μπορεί να απαιτήσει δικαιωματικά πρόσβαση σε έγγραφα του εμπιστεύματος. Δεν έχει ο δικαιούχος κάποιου είδους ιδιοκτησιακό δικαίωμα επί των εγγράφων (equitable proprietary right). Υπό τις κατάλληλες περιστάσεις μπορεί να δοθεί πρόσβαση σε έγγραφα προς τον δικαιούχο από το Δικαστήριο.
Στην περίπτωση αιτημάτων από δικαιούχους προς αποκάλυψη εγγράφων και στοιχείων που αφορούν το εμπίστευμα, το Δικαστήριο πρέπει να εξετάσει τρία ζητήματα αποφασίζοντας εάν πρέπει να ασκήσει την εγγενή του εξουσία και να διατάξει αποκάλυψη. Όπως τέθηκε στην Schmidt v Rosewood Trust Ltd, με αναφορά στην προγενέστερη Re Londonderry’s Settlement [1965] Ch 918:
«54. There are three such areas in which the court may have to form a discretionary judgement: whether a discretionary object (or some other beneficiary with only a remote or wholly defeasible interest) should be granted relief at all; what classes of documents should be disclosed, either completely or in a redacted form; and what safeguards should be imposed (whether by undertaking to the court, arrangements for professional inspection, or otherwise) to limit the use which may be made of documents or information disclosed under the order of the court».
Συνεπώς, το πρώτο ζήτημα που πρέπει να εξετάσει το Δικαστήριο είναι κατά πόσο ο συγκεκριμένος δικαιούχος δικαιούται σε οποιαδήποτε αποκάλυψη. Το δεύτερο ζήτημα αφορά ποιες κατηγορίες εγγράφων είναι ορθό να αποκαλυφθούν, είτε πλήρως είτε σε μερική μορφή. Το τρίτο ζήτημα αφορά περιορισμούς που θα ήταν ορθό να τεθούν στην χρήση των αποκαλυφθέντων εγγράφων και στοιχείων.
Στην ίδια απόφαση Schmidt v Rosewood Trust Ltd, στην παράγραφο 67 το Privy Council προσθέτει τα εξής:
67. However the recent cases also confirm (as had been stated as lοng ago as In re Cowin in 1886) that no beneficiary (and least of all a discretionary object) has any entitlement as of right to disclosure of anything which can plausibly be described as a trust document. Especially when there are issues as to personal or commercial confidentiality, the court may have to balance the competing interests of different beneficiaries, the trustees themselves, and third parties. Disclosure may have to be limited and safeguards may have to be put in place. Evaluation of the claims of a beneficiary (and especially of a discretionary object) may be an important part of the balancing exercise which the court has to perform on the materials placed before it. In many cases the court may have no difficulty in concluding than an applicant with no more than a theoretical possibility of benefit ought not to be granted any relief».
Στην παρούσα περίπτωση η MVS είναι μια εκ των δικαιούχων του Εμπιστεύματος. Το γεγονός ότι το αίτημα για αποκάλυψη δεν στηρίζεται από όλους του δικαιούχους (μάλιστα οι άλλοι δύο δικαιούχοι έχουν εγείρει ένσταση) δεν είναι απαγορευτικό. Υπάρχουν περιπτώσεις, όπως πχ η Αγγλική υπόθεση Lewis v Tamplin (2018) EWHC 777 (Ch), όπου το αίτημα για αποκάλυψη προερχόταν από κάποιους αλλά όχι από όλους τους δικαιούχους και αυτό δεν θεωρήθηκε εμπόδιο. Αντίθετα, αναγνωρίστηκε, ότι τα συμφέροντα όλων των δικαιούχων μπορεί να μην είναι ευθυγραμμισμένα. Η απόφαση στην Lewis v Tamplin επίσης εισηγείται ότι δεν είναι αναγκαίο να διαπιστωθεί κάποια υπόνοια για κακοδιαχείριση για να διαταχθεί αποκάλυψη. Φτάνει να ικανοποιηθεί το Δικαστήριο ότι θα πρέπει στην ενώπιον του περίπτωση να δοθούν στοιχεία ως βάση για να ελεγχθεί η συμπεριφορά του επιτρόπου. Στην προκείμενη περίπτωση, στη βάση των ενώπιον μου στοιχείων δεν διακρίνω εκ προοιμίου κάποιο λόγο γιατί το αίτημα της MVS να απορριφθεί ως απαράδεκτο.
Προχωρώ επομένως να εξετάσω τις κατηγορίες στοιχείων που η MVS ζητά να αποκαλυφθούν. Μια ένδειξη ως προς την κατηγοριοποίηση εγγράφων που αφορούν ένα εμπίστευμα και τον τρόπο με τον οποίο πρέπει να προσεγγίζεται κάθε κατηγορία από το Δικαστήριο δίνεται στην Schmidt v Rosewood Trust Ltd και στην Lewis v Tamplin.
Η πρώτη κατηγορία αφορά τα έγγραφα σύστασης ενός εμπιστεύματος. Περιλαμβάνουν την πράξη σύστασης (trust deed) καθώς και όποια άλλα έγγραφα τυχόν το τροποποιούν. Η καθοδήγηση από τις αποφάσεις είναι πως αυτά τα έγγραφα κατά κανόνα πρέπει να αποκαλύπτονται στους δικαιούχους γιατί δεν μπορούν να θεωρηθούν εμπιστευτικά. Οι εξουσίες και αρμοδιότητες των επιτρόπων, που δεν προστατεύονται ως εμπιστευτικές, απορρέουν από αυτά τα έγγραφα και συνεπώς η αποκάλυψη τους είναι αναγκαία ώστε να διαπιστωθεί ότι ενεργούσαν εντός του πλαισίου της εντολής τους. Αυτό εξηγήθηκε από τον Briggs J στην Αγγλική υπόθεση Breakspear v Ackland [2008] EWHC 220 (Ch). Έθεσε το ζήτημα κατ’ αυτό τον τρόπο, σε αντιδιαστολή με την αντιμετώπιση επιστολών επιθυμιών (letters of wishes) στις οποίες θα επανέλθω πιο κάτω:
«60. While in a sense a wish letter is the companion of the trust deed, it by no means follows that it therefore needs or ought to be afforded similar treatment in the hands of the trustees. The trust deed is a document which confers and identifies the trustees’ powers. There is in principle nothing confidential about the existence and precise boundaries of those powers. By contrast, the wish letter, operating exclusively within those boundaries and purely in furtherance of the trustee’s confidential exercise of discretionary powers, may properly be afforded a status of confidentiality which the trust deed itself entirely lacks.» (υπογράμμιση δική μου)
Συνεπώς, κρίνω ότι στην παρούσα περίπτωση η MVS δικαιούται σε αντίγραφο του εγγράφου σύστασης του Εμπιστεύματος, ως έχει τροποποιηθεί, τα οποία ζητά στο Παράρτημα Α της Αίτησης.
Το πιο πάνω απόσπασμα από την Breakspear v Ackland οδηγεί σε μια άλλη κατηγορία εγγράφων των οποίων η MVS ζητά την αποκάλυψη. Αφορούν σε ενδεχόμενες επιστολές επιθυμιών (letter of wishes).
Για τους λόγους που εξηγούνται στο ακόλουθο απόσπασμα από την ίδια υπόθεση, κρίνω ότι οι επιστολές επιθυμιών, εάν υπάρχουν, δεν πρέπει να αποκαλυφθούν. Όπως το θέτει ο Briggs J:
«3. …By contrast the claim for disclosure of Basil’s wish letter and of his oral statements of wishes raised a question of real importance for settlors, trustees, beneficiaries and trust lawyers, and of difficulty for a first instance judge. It is of importance because of widespread use of wish letters in connection with discretionary trusts, and of uncertainty of whether and to what extent they should generally be recognised as confidential. It is difficult both because the specific question has never been addressed by an English court, and because the relatively settled state of the law with regard to the identity and disclosure to beneficiaries of trust documents has been substantially re-cast, so far as concerns the underlying principles, by the decision of the Privy Council in Schmidt v Rosewood Trust Ltd [2003] 2 AC 709, in a manner at least partially at variance with dicta in O’Rourke v Darbishire [1920] AC 581 and Re Londonderry’s Settlement [1965] Ch 918. Furthermore, the question whether beneficiaries should normally be able to obtain disclosure of wish letters from their trustees has been the subject of controversy in the reported decisions of courts in Australia, New Zealand and the Channel Islands, which are accustomed to administer trusts in substantially the same manner as English courts.»
Μετά τη σύγκριση μεταξύ των εγγράφων σύστασης ενός εμπιστεύματος και επιστολών επιθυμιών στην οποία προβαίνει στην παράγραφο 60 της απόφασης (την οποία έχω παραθέσει πιο πάνω στην παρούσα απόφαση), ο Briggs J καταλήγει στην παράγραφο 61 ως εξής:
«61. Of course, particular wish letters may contain valuable background information relevant (under modern ICS based principles) to the construction of the trust deed itself, but I can see no reason why that possibility should detract from the inherent confidentiality of a wish letter. If a genuine issue as to the construction of a trust deed becomes the subject of litigation, and that issue appears likely to be illuminated by relevant background material evidenced by a wish letter, then the wish letter may become disclosable, regardless of its confidentiality, in accordance with ordinary principles of disclosure in civil litigation».
Στην παρούσα περίπτωση δεν τέθηκε θέμα ασάφειας ως προς την ερμηνεία του εγγράφου σύστασης του Εμπιστεύματος ώστε να είναι επιθυμητή η αποκάλυψη τυχόν επιστολών επιθυμιών με σκοπό την ανίχνευση των προθέσεων του Εμπιστευματοπάροχου ή προς υποβοήθηση της ερμηνείας.
Δεν εξηγείται στη Γενική Αίτηση ο λόγος που η MVS θεωρεί αναγκαία την αποκάλυψη τέτοιων επιστολών επιθυμιών. Στην απουσία συγκεκριμένης εξήγησης, κρίνω ότι δεν πρέπει να διαταχθεί ο Επίτροπος να τις αποκαλύψει. Εάν τέτοιες επιστολές υπάρχουν, δεν καθορίζουν τις εξουσίες του Επιτρόπου. Συνιστούν την έκφραση μη δεσμευτικών επιθυμιών του Εμπιστευματοπάροχου και άπτονται του τρόπου με τον οποίο ο Επίτροπος ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια.
Είναι δε σαφής η θέση της νομολογίας ότι ο Επίτροπος δεν ελέγχεται για τον τρόπο που ασκεί τη διακριτική του ευχέρεια. Όπως τέθηκε στην Breakspear v Ackland:
«54. At the heart of the Londonderry principles is the unanimous conclusion (most clearly expressed by Dankwerts LJ) that it is in the interests of the beneficiaries of family discretionary trusts, and advantageous to the due administration of such trusts, that the exercise by trustees of their dispositive discretionary powers be regarded, from start to finish, as an essentially confidential process. It is in the interests of the beneficiaries because it enables the trustees to make discreet and thorough inquiries as to their competing claims for consideration for benefit without fear or risk that those inquiries will come to the beneficiaries knowledge. […] Such confidentiality serves the due administration of family trusts both because it tends to reduce the scope for litigation about the rationality of the exercise by trustees of their discretions and because it is likely to encourage suitable trustees to accept office, undeterred by a perception that their discretionary deliberations will be subject to scrutiny by disappointed or hostile beneficiaries and to potentially expensive litigation in the courts.
55. I recognise the force of the contrary proposition, best enunciated by the editors of Underhill, that the conferral of a general confidentiality upon the exercise by trustees of their discretionary powers may in particular cases reduce the practical extent to which they can be held to account. Trustees undoubtedly are accountable for the exercise of those powers, but is seems to me quite wrong to suppose that the courts have been mindless of the existence of that core principle of accountability, during the period of more than 150 years when the law has been that it is better for confidentiality to be afforded…. »
Τα πλείστα στοιχεία, έγγραφα και πληροφορίες που η MVS ζητά μέσω της αίτησης εμπίπτουν και αφορούν τον τρόπο άσκησης των εξουσιών του Επιτρόπου, σχετίζονται με τη διαχείριση της περιουσίας του Εμπιστεύματος, ζητούνται εξηγήσεις για την οικονομική διαχείριση, για δάνεια που λήφθηκαν, ζητούνται πληροφορίες για τη δομή των περιουσιακών στοιχείων, εξηγήσεις για τις επενδύσεις, πληροφορίες για ενδεχόμενη άλλη σύνδεση του Επιτρόπου με τις επενδύσεις, εκτιμήσεις των υποκείμενων περιουσιακών στοιχείων. Αυτά παραπέμπουν σε μια προσπάθεια να ελεγχθεί ο τρόπος με τον οποίο ο Επίτροπος διαχειρίστηκε την περιουσία του Εμπιστεύματος.
Μια άσκηση τόσο ευρεία και μάλιστα στην απουσία στοιχείων ή ενδείξεων για κακή πίστη ή παράβαση των καθηκόντων πίστης του Εμπιστευματοχόδου, είναι εκτός του επιτρεπτού πεδίου αποκάλυψης.
Προχωρώντας, όπως εξήγησα στην αρχή, η αποκάλυψη δεν είναι δικαίωμα του δικαιούχου ένεκα της ιδιότητας του ως δικαιούχος. Δεν είναι απόρροια κάποιου ιδιοκτησιακού δικαιώματος (equitable proprietary right) στα έγγραφα και πληροφορίες του Εμπιστεύματος. Η δυνατότητα του Δικαστηρίου να διατάξει τους επιτρόπους ενός εμπιστεύματος να προβούν σε αποκάλυψη εγγράφων είναι μια έκφραση της εγγενούς εξουσίας του να επιβλέπει και, εάν κριθεί αναγκαίο, να επεμβαίνει στη διαχείριση ενός εμπιστεύματος. Πρέπει, θεωρώ, να συνδέεται με μια προσπάθεια προστασίας των καλώς νοούμενων συμφερόντων των δικαιούχων. Συνεπώς οι λόγοι που προβάλλει η πλευρά της MVS για να δικαιολογήσει το αίτημα για αποκάλυψη είναι σχετικοί και λαμβάνονται υπόψη.
Σύμφωνα με την ΕΔ της Αίτησης, οι σκοποί της Αιτήτριας είναι πολλοί. Επιδιώκει, μέσω της αποκάλυψης, «να επιβεβαιωθεί η τρέχουσα τάξη δικαιούχων και συνεπώς να διασαφηνιστεί ποια άτομα έχουν προστεθεί ως δικαιούχοι του Trent Trust και πιθανόν έχουν επωφεληθεί από το Εμπίστευμα που πιθανόν να δηλωθεί από το Αγγλικό Δικαστήριο στα πλαίσια της διαδικασίας διαχωρισμού ως nuptial settlement. Εν πάση περιπτώσει η Αιτήτρια έχει το δικαίωμα, ανεξαρτήτως της διαδικασίας διαχωρισμού να γνωρίζει τέτοιες πληροφορίες ως δικαιούχος του Trent Trust» (παράγραφος 55 της ΕΔ). Ζητά επίσης πληροφορίες που θεωρεί ότι «είναι αναγκαίες προκειμένου να διασαφηνιστεί το πώς και πότε ο [Εμπιστευματοπάροχος] δημιούργησε τη δομή που κατέχει τα περιουσιακά στοιχεία που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου μεταξύ της [MVS και του Εμπιστευματοπάροχου]» (παράγραφος 56 της ΕΔ). Επίσης ζητά τις πληροφορίες ώστε να «διαφανεί η πραγματική αξία των περιουσιακών στοιχείων τα οποία αν και αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου μεταξύ της [MVS] και του [Εμπιστευματοπάροχου], η [MVS] αγνοεί την αξία των. Με τις πιο πάνω αναφερόμενες αιτούμενες πληροφορίες θα διαφανεί ποιο πρόσωπο λάμβανε πληρωμές από το Trent Trust και κατά πόσο αυτό το πρόσωπο ήταν ο [Εμπιστευματοπάροχος]. Τέλος οι αιτούμενες πληροφορίες θα καταδείξουν κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να επωφεληθεί η Αιτήτρια από το Trent Trust» (παράγραφος 57 της ΕΔ). Άλλες από τις αιτούμενες πληροφορίες «θα καταδείξουν τη χρηματική ροή του Trent Trust και κατά πόσο υπάρχει δυνατότητα να επωφεληθεί η [MVS] από το Εμπίστευμα» (παράγραφος 58 της ΕΔ). Επιπρόσθετα, η πλευρά της MVS αναφέρει ότι οι αιτούμενες πληροφορίες «θα καταδείξουν το πώς έχει εξελιχθεί η ιδιοκτησία των περιουσιακών στοιχείων που αποκτήθηκαν κατά τη διάρκεια του γάμου μεταξύ της [MVS και του Εμπιστευματοπάροχου], που αν και συζυγικά περιουσιακά στοιχεία, η [MVS] αγνοεί την εξέλιξη της δομής στην οποία τα εν λόγω περιουσιακά στοιχεία έχουν καταλήξει. Παράλληλα οι πληροφορίες που ζητούνται στο σημείο 24 θα καταδείξουν πιθανά πρόσωπα που έχουν επωφεληθεί από τα συζυγικά περιουσιακά στοιχεία που κατέχονται από το Trent Trust» (παράγραφος 59 της ΕΔ).
Παρενθετικά να σημειώσω ότι πέραν των αναφορών στην ένορκη δήλωση της Αίτησης περί «παράνομου», όπως τον χαρακτηρίζει η πλευρά της MVS τερματισμού του Εμπιστεύματος, (κάτι που θα είναι αντικείμενο εξέτασης στην γενική αίτηση 135/2022), δεν υπάρχουν ισχυρισμοί για κακοδιαχείριση της περιουσίας του Εμπιστεύματος, παραβάσεις καθήκοντος επιμέλειας, απόκτηση αθέμιτου κέρδους από την περιουσία του Εμπιστεύματος, διαχείριση ή ενέργειες εκτός του πλαισίου που καθορίζεται από τα έγγραφα σύστασης του Εμπιστεύματος, δόλο, στοιχεία ή συγκεκριμένα παράπονα που παραπέμπουν παράβαση καθηκόντων πίστης. Στην ΕΔ της Αίτησης προβάλλεται η ανησυχία ότι ο τερματισμός του Εμπιστεύματος είναι «προσχηματικός», όπως χαρακτηρίζεται στην Αίτηση. Δεν παρουσιάζεται όμως κάποιο απτό στοιχείο που να δημιουργεί υποψίες για τη στάση του Επιτρόπου. Σε κάθε περίπτωση, η απόφαση του Επιτρόπου για τερματισμό του Επιστεύματος θα εξεταστεί στα πλαίσια της γενικής αίτησης 135/2022.
Επανέρχομαι στις αναφορές στην ένορκη δήλωση της Αίτησης για τους λόγους που ζητείται η αποκάλυψη. Φαίνεται, θεωρώ, από τα πιο πάνω αποσπάσματα της ένορκης δήλωσης ότι οι λόγοι που προβάλλονται δεν αφορούν προσπάθεια προστασίας των δικαιούχων. Η MVS επιθυμεί να λάβει τις πληροφορίες και στοιχεία για να αποφασίσει εάν αυτά εξυπηρετούν ή μπορεί να είναι βοηθητικά σε σχέση με άλλες επιδιώξεις της, στις αντιδικίες της με τον πρώην σύζυγο της Εμπιστευματοπάροχο που σχετίζονται με τις διαφορές για τη συζυγική περιουσία. Τέτοιου είδους διερευνητική άσκηση είναι, στη δική μου κρίση, εκτός του πλαισίου του εποπτικού ελέγχου που ασκεί το Δικαστήριο στη διαχείριση ενός εμπιστεύματος. Δεν μπορεί να διαταχθεί ο Επίτροπος σε αποκάλυψη προς εξυπηρέτηση των πιο πάνω σκοπών. Σταθερός γνώμονας για την άσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου στα πλαίσια του εποπτικού του ρόλου είναι άλλος. Πρέπει η αποκάλυψη να είναι αναγκαία προς διασφάλιση των καλώς νοούμενων συμφερόντων του Εμπιστεύματος. Άλλες, προσωπικές επιδιώξεις του αιτούντος δικαιούχου είναι άσχετες.
Αυτό οδηγεί σε ένα άλλο ζήτημα. Δεν πρέπει να συγχέεται (i) η αποκάλυψη από τον επίτροπο ενός εμπιστεύματος προς τους δικαιούχους από τη μια και (ii) η αποκάλυψη στην έννοια και για τους σκοπούς μιας αστικής δίκης από την άλλη. Οι σκοποί είναι πλήρως διακριτοί όπως και οι αρχές που διέπουν την κάθε άσκηση. Στην πρώτη περίπτωση η δυνατότητα σε αποκάλυψη διέπεται από όσα εξηγώ στην παρούσα απόφαση. Στη δεύτερη περίπτωση η αποκάλυψη είναι θέμα δικονομίας και του δικαίου της απόδειξης. Η διάκριση αυτή επισημαίνεται σταθερά στη νομολογία και αναφέρομαι μεταξύ άλλων στην O’Rourke v Darbyshire, στην ΑΤ & Τ Istel Ltd v Tully [1999] AC 45, στην Schmidt v Rosewood Trust Ltd και στην Breakspear v Ackland.
Για αυτούς τους λόγους το αίτημα της MVS για ευρύτερη αποκάλυψη εγγράφων και πληροφοριών ως έχω περιγράψει, δεν μπορεί να ικανοποιηθεί.
Μια άλλη κατηγορία στοιχείων που αιτείται η MVS αφορά, δύο άλλα εμπιστεύματα, το Gallow Trust και το First Point Trust καθώς και πληροφορίες σε σχέση με τυχόν πρόσθετα εμπιστεύματα με τα οποία συνδέεται ο Εμπιστευματοπάροχος.
Το αίτημα για αποκάλυψη αυτών των στοιχείων σαφώς δεν μπορεί να ικανοποιηθεί. Η MVS προσήλθε στο Δικαστήριο ως δικαιούχος του επίδικου Εμπιστεύματος. Η εγγενής εξουσία του Δικαστηρίου αφορά το παρόν Εμπίστευμα. Δεν εκτείνεται σε τυχόν άλλα εμπιστεύματα.
Ούτε μπορεί να ικανοποιηθεί το αίτημα της MVS προς αποκάλυψη αλληλογραφίας μεταξύ του Επιτρόπου, των λειτουργών του και του Εμπιστευματοπάροχου, τόσο σε σχέση με το παρόν Εμπίστευμα αλλά και με ευρύτερες επαγγελματικές υπηρεσίες και συναλλαγές. Το αίτημα για αποκάλυψη αλληλογραφίας εγείρει διάφορους προβληματισμούς που αφορούν ζητήματα εμπιστευτικότητας. Πέραν αυτού, χωρίς να επαναλάβω αυτά που έχω ήδη αναφέρει, δεν έχω ικανοποιηθεί ότι η αποκάλυψη αυτών των στοιχείων είναι αναγκαία για σκοπούς άσκησης του εποπτικού ρόλου του Δικαστηρίου σε σχέση με το παρόν Εμπίστευμα.
Στην Schmidt v Rosewool Trusts Ltd γίνεται αναφορά στο ακόλουθο απόσπασμα από το σύγγραμμα Lewin on Trusts, 20th edition στην παράγραφο [21-038] που αφορά αδικαιολόγητα ευρεία αιτήματα αποκάλυψης από δικαιούχους:
“Ordinarily a beneficiary may seek reasonable information and supporting documents about transactions concerning the trust property and property owned by companies owned by the trust entered into by or with the authority of the trustees. While the trustees must give accurate information, they need not answer never-ending lengthy and voluminous enquiries as to the state of the trust beyond what is reasonable having regard to the trustee’s time and resources available to respond to such inquiries”.»
Όσα αναφέρονται στο πιο πάνω απόσπασμα ισχύουν στην παρούσα περίπτωση. Η έκταση της αποκάλυψης που επιδιώκει η πλευρά της MVS είναι εμφανώς υπέρμετρη και δυσανάλογη.
Παραμένει μια ακόμα κατηγορία εγγράφων η οποία αφορά τους λογαριασμούς του Εμπιστεύματος. Εξ αρχής σημειώνω ότι, τα αιτούμενα οικονομικά στοιχεία, ως είναι διατυπωμένα στο αιτητικό Β και στο παράρτημα Α της Αίτησης, είναι αδικαιολόγητα ευρεία.
Στην The Royal National Lifeboat Institution and others v Headley and another [2016] EWHC 1948 (Ch), αναφέρθηκαν τα εξής:
«The right to an accounting and to see trust documents as part of it, is an aspect of the court’s inherent jurisdiction to supervise and if appropriate intervene in the administration of a trust: see Schmidt v Rosewood Trust Ltd [2003] 2 AC 709, PC. The Claimants relied on this case for the proposition that, save in exceptional circumstances trust accounts and other documents must be disclosed to all beneficiaries on demand, because the Court’s jurisdiction would be so exercised. Again, I do not think it necessarily follows that all such documents must be disclosed to all beneficiaries. It must depend on what is needed in the circumstances for the beneficiaries to appreciate, verify and if need be vindicate their own rights against the trustees in respect of the administration of the trust. That will vary according to the facts of the case».
Ενόψει του ότι ο Επίτροπος έχει δηλώσει την πρόθεση του για τερματισμό του Εμπιστεύματος, (δεν υπεισέρχομαι στο κατά πόσο μπορεί να θεωρηθεί ότι το Εμπίστευμα έχει τερματιστεί ή όχι), κρίνω πως δεν είναι παράλογο να δώσει στους δικαιούχους την οικονομική εικόνα αυτού. Στην παράγραφο 26 του Παραρτήματος Α της Αίτησης, η MVS ζητά λογαριασμούς του Εμπιστεύματος για 3 χρόνια. Κρίνω το χρονικό αυτό διάστημα εύλογο για να έχουν οι δικαιούχοι επαρκείς πληροφορίες. Συνεπώς, είναι ορθό να διαταχθεί ο Επίτροπος να παρέχει τους λογαριασμούς του Εμπιστεύματος για την εν λόγω περίοδο.
Τα υπόλοιπα που η MVS ζητά εκφεύγουν των λογικών υπό τις περιστάσεις ορίων. Κρίνω ότι δικαιούται σε αποκάλυψη των λογαριασμών του Εμπιστεύματος για τα 3 τελευταία χρόνια, χωρίς η αποκάλυψη να εκτείνεται σε υποκείμενες (ενδεχομένως) εταιρείες και οντότητες.
6. Κατάληξη. Στη βάση όσων έχω εξηγήσει, καταλήγω ότι η Αίτηση επιτυγχάνει μερικώς.
Η MVS δικαιούται σε αποκάλυψη:
(α) του εγγράφου σύστασης του Εμπιστεύματος μαζί με τυχόν έγγραφα που το τροποποιούν από τη σύσταση αυτού μέχρι σήμερα, και
(β) των λογαριασμών του Εμπιστεύματος για τα τελευταία 3 χρόνια από την καταχώρηση της παρούσας γενικής αίτησης.
Ο Επίτροπος διατάζεται να αποκαλύψει ενόρκως αντίγραφα των πιο πάνω εντός 60 ημερών από σήμερα.
Ως προς τα έγγραφα που θα αποκαλυφθούν, ενόψει της φύσης τους, θεωρώ ότι η αποκάλυψη μπορεί να είναι πλήρης, χωρίς να χρειάζεται να τεθεί οποιοσδήποτε περιορισμός ως προς τη χρήση τους.
Η Αίτηση απορρίπτεται ως προς τα υπόλοιπα στοιχεία, έγγραφα και πληροφορίες των οποίων ζητείται η αποκάλυψη.
Παραμένει το θέμα των εξόδων της Αίτησης. Ενόψει της μερικής επιτυχίας αυτής, κρίνω ότι τα έξοδα πρέπει να επιδικαστούν και επιδικάζονται υπέρ της Αιτήτριας και εναντίον της περιουσίας του Εμπιστεύματος. Όμως δεν μπορώ να παραγνωρίσω ότι από την πολύ ευρεία αποκάλυψη που επιδίωκε η MVS, η Αίτηση έχει επιτύχει ως προς ένα μικρό ποσοστό. Συνεπώς, κρίνω δίκαιο όπως η MVS δικαιούται στα έξοδα, ως αυτά θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν, μειωμένα όμως κατά το ήμισυ. Εκδίδεται συνεπώς αντίστοιχη διαταγή.
Αναφορικά με τα ενδιαφερόμενα μέρη, καμία διαταγή για έξοδα.
(Υπ.) …………………………………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο