BGGS INVESTMENTS LIMITED ν. FH RUSSIA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 954/2025, 2/6/2026
print
Τίτλος:
BGGS INVESTMENTS LIMITED ν. FH RUSSIA LIMITED κ.α., Αρ. Αγωγής: 954/2025, 2/6/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής: 954/2025

 

Μεταξύ:

 

BGGS INVESTMENTS LIMITED

Ενάγουσα/Αιτήτρια

και

 

1. FH RUSSIA LIMITED

2. FH HOLDINGS ST PETERSBURG LIMITED

3. ANTON LINNER

4. CHARTERHOUSE SECRETARIAL LTD

5. ΝΙΚΟΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΥ

Εναγόμενοι/Καθ’ ων η Αίτηση

 

 

2 Ιουνίου, 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Ενάγουσα/Αιτήτρια: κα Ιωάννου για Ermina Papasolomou & Co LLC

Για Εναγόμενους 1&2/Καθ’ ων η Αίτηση: κ. Πανάγος με κα Αγαθοκλέους για Πανάγος & Πανάγος Δ.Ε.Π.Ε. και Ι.Κ. Κούππας & Σία Δ.Ε.Π.Ε.

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

στην αίτηση της Ενάγουσας/Αιτήτριας ημερομηνίας 28.5.2025

για ενδιάμεσες θεραπείες

 

 

Η Αγωγή και υπόβαθρο. Η Ενάγουσα BGGS Investments Limited (στο εξής η «BGGS») και η Εναγόμενη 1 FH Russia Limited (στο εξής «FH Russia») είναι μέτοχοι στην Εναγόμενη 2 εταιρεία FH Holdings St Petersburg Limited (στο εξής η «FH Holdings»).

Η Εναγόμενη 2 είναι το όχημα μέσω του οποίου τα φυσικά πρόσωπα που ελέγχουν την BGGS από τη μια και η μητρική εταιρεία της FH Russia από την άλλη, αποφάσισαν περί το 2009 να συνεργαστούν με σκοπό την ανάπτυξη ενός εμπορικού κέντρου στη Ρωσία. Η σχέση των εμπλεκομένων αναπτύχθηκε και συναποτελείται από σειρά διαφόρων συμφωνιών.

 

Με την παρούσα αγωγή η BGGS επιδιώκει να εξαναγκαστεί η FH Russia να αγοράσει τις 395.184 μετοχές (στο εξής οι «Επίδικες Μετοχές») που η BGGS κατέχει στην FH Holdings έναντι ποσού €6.028.236,38 (στο εξής το «Επίδικο Ποσό»). Η BGGS υποστηρίζει ότι η FH Russia υποχρεούται να αγοράσει τις εν λόγω Επίδικες Μετοχές για το πιο πάνω Επίδικο Ποσό δυνάμει των προνοιών των άρθρων 11.3 και 11.4 μιας συμφωνίας μετόχων ημερομηνίας 17.11.2009, ως τροποποιήθηκε και επαναβεβαιώθηκε στις 17.9.2013 (στο εξής η «Συμφωνία Μετόχων»). Είναι η θέση της BGGS ότι η FH Russia αντισυμβατικά αρνείται να προβεί στην εν λόγω αγορά παρότι κλήθηκε να το πράξει κατά τον συμφωνημένο τρόπο.

 

Αυτό είναι, επιγραμματικά, το υπόβαθρο των γεγονότων. Διευκρινίζω ότι το πλέγμα των γεγονότων, όπως προκύπτει από τις εκατέρωθεν ένορκες δηλώσεις, είναι ευρύτερο και πολύ πιο σύνθετο. Εστιάζω στα βασικά σημεία για να δοθεί το γενικότερο πλαίσιο της επίδικης σχέσης, στοn βαθμό που είναι αναγκαίος για σκοπούς αυτής της απόφασης.

 

Μέσω της αγωγής η BGGS ζητά διάταγμα ειδικής εκτέλεσης των άρθρων 11.3 και 11.4 της Συμφωνίας Μετόχων (παρακλητικό Α). Παράλληλα ζητά διάταγμα που να διατάζει την FH Russia να αγοράσει τις Επίδικες Μετοχές (παρακλητικό Β) και να διατάζει την FH Russia να πληρώσει στην BGGS το Επίδικο Ποσό (παρακλητικό Γ). Ζητά επίσης γενικές αποζημιώσεις εναντίον της FH Russia (παρακλητικό Δ) και αποζημιώσεις για συνεπακόλουθες ζημιές (παρακλητικό Ε).

 

Αίτηση. Η παρούσα Αίτηση καταχωρήθηκε ταυτόχρονα με την αγωγή. Μέσω της Αίτησης, η πλευρά της BGGS ζητά την έκδοση πληθώρας ενδιάμεσων διαταγμάτων. Περιλαμβάνουν παγκόσμιας εμβέλειας παγοποιητικά διατάγματα τύπου Mareva και επικουρικό διάταγμα αποκάλυψης εναντίον των αξιωματούχων της FH Russia και τραπεζικών ιδρυμάτων (αιτητικά Α, Β και Γ), απαγορευτικά διατάγματα εναντίον των αξιωματούχων της FH Russia (αιτητικά Δ, Ζ, Η και Θ), απαγορευτικά διατάγματα εναντίον του Εφόρου Εταιρειών (αιτητικά Ε και Ι), διατάγματα αποκάλυψης και απόδοσης λογαριασμών προς την FH Russia στη βάση των αρχών Bankers Trust/Norwich Pharmacal (αιτητικά Κ και Λ) και απαγορευτικό διάταγμα τύπου Chabra εναντίον της Fashion House SPB που είναι εταιρεία θυγατρική της FH Holdings (αιτητικό Μ).

 

Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, γίνεται αναφορά στα γεγονότα που συνθέτουν το υπόβαθρο της σχέσης μεταξύ των διαδίκων και γίνεται αναφορά στο πλαίσιο των διαφόρων μεταξύ τους συμφωνιών. Η πλευρά της BGGS υποστηρίζει ότι η Συμφωνία Μετόχων της παρείχε δικαίωμα να ζητήσει από την FH Russian να αγοράσει τις Επίδικες Μετοχές (στο εξής το «Δικαίωμα Πώλησης Χωρίς Προεπιλογή 2», ως ορίζεται στην Αίτηση) και ρύθμιζε επίσης τον τρόπο με τον οποίο θα καθοριζόταν το αντίτιμο αγοράς. Υποστηρίζει ότι στις 5.4.2021 εξάσκησε το εν λόγω Δικαίωμα και ότι το αντίτιμο αγοράς των Επίδικων Μετοχών καθορίστηκε κατά τον συμφωνημένο τρόπο ως το Επίδικο Ποσό. Υποστηρίζει επίσης ότι, επιδεικνύοντας υπομονή, ανέμενε από την FH Russia να εξασφαλίσει τα κεφάλαια για την αγορά. Εν τέλει στις 21.3.2024 η BGGS απέστειλε νέα ειδοποίηση προς την FH Russia για την άσκηση του Δικαιώματος Πώλησης Χωρίς Προεπιλογή 2 «και ενεργοποίησε πλήρως το εν λόγω δικαίωμα της» (παράγραφος 32 της ΕΔ). Η FH Russia αρνήθηκε γραπτώς στις 15.7.2024 να προχωρήσει με την αγορά των Επίδικων Μετοχών προβάλλοντας σειρά λόγων τους οποίους η BGGS απορρίπτει ως προφάσεις για να αποφύγει τις συμβατικές της υποχρεώσεις. Ακολούθησε σειρά αλληλογραφίας και συναντήσεων που δεν τελεσφόρησαν με αποτέλεσμα η BGGS να καταχωρήσει την παρούσα Αίτηση.

 

Η θέση της BGGS είναι ότι η έκδοση των ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι αναγκαία και επιτακτική ενόψει της πρόθεσης που έχει εκφράσει η FH Russia να αποφύγει τις συμβατικές τις υποχρεώσεις. Υποστηρίζει ότι το εμπορικό κέντρο έχει λειτουργήσει με επιτυχία όμως δεν έχουν ακόμα καταβληθεί μερίσματα στην BGGS κάτι που συνιστά, ως η θέση της, «σαφή πιθανότητα η Εναγόμενη 1 ενδέχεται να αποσκοπεί στη μετακύλιση κερδών ή περιουσιακών στοιχείων σε τρίτους, ώστε να αποφύγει την εκτέλεση οποιασδήποτε τελεσίδικης δικαστικής απόφασης». Συνεχίζει λέγοντας ότι τα υποκείμενα περιουσιακά στοιχεία είναι «οικόπεδα και το Έργο τα οποία αποτελούν περιουσιακά στοιχεία υψηλής αξίας, ευάλωτα σε μεταβιβάσεις ή επιβαρύνσεις που θα μπορούσαν να καταστήσουν ανέφικτη την αποζημίωση της Ενάγουσας. Η διασυνοριακή φύση των εταιρικών δομών και η εμπλοκή περιουσιακών στοιχείων στη Ρωσία εντείνουν τον κίνδυνο, καθώς οποιαδήποτε μεταβίβαση ή επιβάρυνση εκτός Κύπρου θα περιέπλεκε σημαντικά την επιβολή δικαστικής απόφασης. Κατά συνέπεια, η έκδοση προσωρινών διαταγμάτων είναι επιβεβλημένη για την αποτροπή ανεπανόρθωτης οικονομικής ζημιάς στην Ενάγουσα και τη διασφάλιση της αποτελεσματικότητας της δικαστικής διαδικασίας» (αυτά από την παράγραφο 50 της ΕΔ). Τα ίδια επικαλείται σε σχέση με την αναγκαιότητα των διαταγμάτων αποκάλυψης. Αναφέρει επίσης ότι η αναστολή οποιασδήποτε μεταβολής στο ιδιοκτησιακό καθεστώς της FH Russia και FH Holdings και η αποκάλυψη των περιουσιακών τους στοιχείων είναι αναγκαία για τη διατήρηση του status quo ενώ επικαλείται τη φύση της υπόθεσης και την εμπλοκή πολυεθνικών και διασυνοριακών εταιρικών δομών για να εξηγήσει την αναγκαιότητα της έκδοσης διατάγματος τύπου Chabra «αναφορικά με την FH SPB, η οποία τελεί υπό τον έλεγχο της Εναγόμενης 1 και διαχειρίζεται, άμεσα ή έμμεσα, περιουσιακά στοιχεία μεγάλης αξίας. Η ύπαρξη ελέγχου επί της FH SPB καθώς και η κρισιμότητα των περιουσιακών στοιχείων της για την ικανοποίηση της απαίτησης της Ενάγουσας, καθιστούν αναγκαία την προσωρινή παγοποίηση αυτών, για την πρόληψη καταστρατήγησης» (παράγραφοι 51-53 της ΕΔ).

 

Η FH Russia και FH Holdings έχουν εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Προβάλλουν συνολικά 33 λόγους ένστασης. Υπάρχει αχρείαστη επανάληψη και αλληλοεπικάλυψη στους λόγους ένστασης που προβάλλονται. Όμως συνοψίζονται στο ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60, δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις που καθιερώθηκαν από τη νομολογία για την έκδοση διαταγμάτων τύπου Mareva, Norwich Pharmacal, Bankers Trust και Chabra, υποστηρίζουν ότι η Αίτηση προωθείται καταχρηστικά, ότι υπήρξε απόκρυψη γεγονότων και επικαλούνται παρατυπίες από την πλευρά της BGGS.

 

Ως προς τα γεγονότα, η δική τους θέση συνοψίζεται στο ότι το Δικαίωμα Πώλησης Χωρίς Προεπιλογή 2 δεν ασκήθηκε νομότυπα και συνεπώς δεν έχει ενεργοποιηθεί η αντίστοιχη υποχρέωση της FH Russia, αμφισβητούν την ορθότητα του Επίδικου Ποσού και αναφέρονται σε διάφορα – αμφισβητούμενα – γεγονότα και συνεννοήσεις που κατά τη θέση τους εμποδίζουν την BGGS να εγείρει τις επίδικες αξιώσεις. Υποστηρίζουν επίσης ότι η οικονομική θέση της FH Russia της επιτρέπει να αποζημιώσει την BGGS σε περίπτωση τυχόν έκδοσης απόφασης υπέρ της στην αγωγή και προς τούτο παρουσιάζει οικονομικές καταστάσεις για το έτος που τελειώνει στις 31.12.2023 που δείχνουν πόρους €28.000.000 περίπου.

 

Να σημειώσω ότι οι δύο πλευρές έχουν καταχωρήσει και συμπληρωματικές ένορκες δηλώσεις προς υποστήριξη της Αίτησης και ένστασης αντίστοιχα. Μέσω αυτών δεν παρουσιάστηκαν ουσιώδη νέα δεδομένα. Οι δύο πλευρές μάλλον περιορίστηκαν να επαναλάβουν θέσεις που ήδη εξέφρασαν και να προβάλουν επιχειρήματα.

 

Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω στις θέσεις των δύο πλευρών. Σημειώνω ότι οι ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν από τις δύο πλευρές εκτείνονται σε δεκάδες σελίδες και συνοδεύονται από δεκάδες τεκμήρια. Έχω εξετάσει όλα αυτά τα στοιχεία. Όμως αυτό είναι ένα ενδιάμεσο στάδιο της διαδικασίας και δεν είναι κατάλληλο για εις βάθος εξέταση και αξιολόγηση της μαρτυρίας. Δεν θα προβώ στα πλαίσια αυτής της Αίτησης σε διαπιστώσεις για τα αμφισβητούμενα γεγονότα ούτε θα καταλήξω σε τελικά συμπεράσματα. Έχω προσεγγίσει τη μαρτυρία μόνο για τον περιορισμένο σκοπό αυτής της Αίτησης.

 

Αυτά αναφορικά με τις θέσεις των δύο πλευρών και το υπόβαθρο της Αίτησης.

 

Κατάχρηση. Ξεκινώ από τον ισχυρισμό των Εναγόμενων ότι η Αίτηση συνιστά κατάχρηση διαδικασίας. Όπως είναι γνωστό εναπόκειται στον διάδικο που προβάλλει αυτή τη θέση να την τεκμηριώσει.

 

Από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν διαπιστώνω στοιχεία ή ενδείξεις καταχρηστικής συμπεριφοράς. Αυτό που διαφαίνεται είναι ότι η BGGS προωθεί ένα διάβημα εντός του πλαισίου των δικαιωμάτων της.

 

Καθ’ ης η αίτηση 2, FH Holding. Πριν προχωρήσω περαιτέρω, θα αναφερθώ στην Εναγόμενη 2, FH Holding. Παρότι κατονομάζεται ως καθ’ ης η Αίτηση 2, εντούτοις κανένα από τα αιτούμενα διατάγματα δεν στρέφεται εναντίον της. Να προσθέσω επίσης ότι καμία από τις αξιώσεις της αγωγής στρέφεται εναντίον της. Συνεπώς, δεν υπάρχει πεδίο για να προχωρήσει η Αίτηση αναφορικά με αυτήν. Η Αίτηση απορρίπτεται εναντίον της FH Holding με έξοδα υπέρ της, ως η πρόνοια που γίνεται πιο κάτω.

 

Αμφισβήτηση δικαιοδοσίας. Ένα άλλο ζήτημα στο οποίο πρέπει να αναφερθώ εξ αρχής αφορά τη θέση των Εναγόμενων ότι το παρόν Δικαστήριο στερείται δικαιοδοσίας να επιληφθεί της υπόθεσης. Αυτό ένεκα της ύπαρξης ρήτρας διαιτησίας στη Συμφωνία Μετόχων.

 

Η διαδικασία αμφισβήτησης της αρμοδιότητας του Δικαστηρίου ρυθμίζεται από το Μέρος 12 των Κανονισμών Πολιτικής Δικαιοδοσίας 2023.

 

Οι Εναγόμενοι καταχώρησαν σημείωμα εμφάνισης χωρίς να σημειώσουν σε αυτό την πρόθεση τους να αμφισβητήσουν την αρμοδιότητα του Δικαστηρίου. Ούτε έχει υποβληθεί σχετική αίτηση εντός της προβλεπόμενης προθεσμίας των 14 ημερών από την εμφάνιση.

Συνεπώς, θεωρείται ότι έχουν αποδεχθεί τη δικαιοδοσία του Δικαστηρίου και δεν δύνανται να ισχυριστούν ότι το Δικαστήριο δεν πρέπει να ασκήσει τη δικαιοδοσία του. Οι λόγοι ένστασης που εδράζονται σε αυτές τις θέσεις και τα αντίστοιχα επιχειρήματα, δεν θα απασχολήσουν.

 

Απόκρυψη. Το πιο πάνω σημείο οδηγεί στο επιχείρημα των Εναγόμενων ότι επειδή η BGGS απέκρυψε την ύπαρξη της ρήτρας διαιτησίας και αυτό δεικνύει ότι δεν προσήλθε με καθαρά χέρια στο Δικαστήριο. Συνεπώς, εισηγούνται, πρέπει να απορριφθεί η Αίτηση.

 

Ενόψει όσων αναφέρω πιο πάνω σε σχέση με τη δικαιοδοσία του παρόντος Δικαστηρίου, δεν συμφωνώ με τη θέση ότι η παράληψη ρητής αναφοράς στη ρήτρα διαιτησίας πρέπει αφ’ εαυτού να οδηγήσει σε απόρριψη της Αίτησης.

 

Άρθρο 32(1), Ν.14/60. Στρέφομαι στις προϋποθέσεις του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 από όπου εκπηγάζει η γενική εξουσία του Δικαστηρίου να εκδίδει ενδιάμεσα διατάγματα. Η εν λόγω διάταξη προβλέπει τα εξής:

 

«Τηρουμένου οποιουδήποτε διαδικαστικού κανονισμού, δικαστήριο κατά την άσκηση της πολιτικής του δικαιοδοσίας, δύναται να εκδίδει ενδιάμεσο διάταγμα (απαγορευτικό, διηνεκές, ή προστακτικό) ή να διορίζει παραλήπτη, εάν το κρίνει δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις, παρόλο που δεν αξιώνεται ή χορηγείται μαζί με αυτό οποιαδήποτε αποζημίωση ή άλλη θεραπεία:

 

Νοείται ότι, δεν εκδίδεται ενδιάμεσο διάταγμα, εκτός εάν το δικαστήριο ικανοποιηθεί ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση κατά την επ’ ακροατηρίου διαδικασία, ότι υπάρχει πιθανότητα ο αιτών διάδικος να δικαιούται θεραπεία, και ότι θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η πλήρης απονομή δικαιοσύνης σε μεταγενέστερο στάδιο, εάν δεν εκδοθεί το εν λόγω διάταγμα.»

 

Παρά τις πρόσφατες τροποποιήσεις αυτής της διάταξης, επί της ουσίας οι προϋποθέσεις παραμένουν οι ίδιες. Όπως προκύπτει από το λεκτικό, το Δικαστήριο εκδίδει παρεμπίπτον διάταγμα μόνο εάν ο αιτητής καταδείξει (α) ότι υπάρχει σοβαρό ζήτημα προς εκδίκαση, (β) ότι υπάρχει πιθανότητα να δικαιούται σε θεραπεία και (γ) εάν δείξει ότι θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί πλήρης δικαιοσύνη στο μέλλον εάν δεν εκδοθεί το διάταγμα. Οι προϋποθέσεις αυτές είναι σωρευτικές. Τέλος, παρεμπίπτον διάταγμα εκδίδεται μόνο εφόσον το Δικαστήριο κρίνει ότι αυτό είναι «δίκαιο ή πρόσφορο υπό τις περιστάσεις».

Αναφορικά με την 1η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/1960, σύμφωνα με τη νομολογία, το Δικαστήριο ανατρέχει στα δικόγραφα για να αποφασίσει κατά πόσο αποκαλύπτεται καλή βάση αγωγής.

 

Όπως επαναλήφθηκε στην πρόσφατη απόφαση του Εφετείου Laxiflora Holdings Ltd κ.α. ν Κώστα Ζερβού κ.α., πολιτικές εφέσεις Ε38/2021 και Ε42/2021, ημερομηνίας 12.2.2024:

 

«για εκπλήρωση της πρώτης προϋπόθεσης απαιτείται απλώς η δικογραφημένη ανάδειξη σοβαρού ζητήματος για εκδίκαση. Δεν πληρούν την πρώτη προϋπόθεση, αγωγές στηριζόμενες σε βάσεις άγνωστες στον Νόμο ή και τη Νομολογία όπου η συνέχιση τους θα απολήξει να είναι ανούσια και ενοχλητική (frivolous and vexatious), αλλά και απαιτήσεις όπου επιδιώκεται η απόδοση θεραπείας παράλογης ή απαράδεκτης.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, οι αξιώσεις της Έκθεσης Απαίτησης, όπως τις έχω περιγράψει πιο πάνω, δεν είναι απαράδεκτες ούτε αντινομικές. Συνεπώς θεωρώ ότι η εν λόγω προϋπόθεση πληρείται.

 

Η 2η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 αφορά κατά πόσο διαπιστώνεται ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται με την αγωγή. «Ορατή πιθανότητα επιτυχίας» σημαίνει κάτι περισσότερο από απλή δυνατότητα και κάτι λιγότερο από το ισοζύγιο των πιθανοτήτων[1]. Το Δικαστήριο πρέπει να διαπιστώσει αν υπάρχει ενδεχόμενο, με βάση το μαρτυρικό υλικό, ο αιτητής να πετύχει στο στάδιο της ακροαματικής διαδικασίας[2].

 

Στην Laxiflora (ανωτέρω), η προσέγγιση της νομολογίας συνοψίστηκε ως εξής:

 

«Κατά την εξέταση της προϋπόθεσης αυτής γίνεται συσχέτιση της νομικής βάσης της αγωγής με την προσκομισθείσα, από πλευράς αιτητή, μαρτυρίας. Σταθμίζεται βέβαια και η αντίθετη εκδοχή του καθ' ου η αίτηση. Η υποκειμενική και εξαντλητική αξιολόγηση της μαρτυρίας, αλλά και η επιλογή εκδοχών και η εξαγωγή τελικών συμπερασμάτων θα πρέπει να αποφεύγεται. Αυτά είναι αξιώματα που ανήκουν στην κυρίως δίκη. Αυτού λεχθέντος, χωρίς να υπεισέρχεται στην ουσία, κάποια αποτίμηση της αποδεικτικής δύναμης της μαρτυρίας εκείνου που ζητά τη θεραπεία, θα πρέπει να γίνεται από το Δικαστήριο.»

 

Στην προκείμενη περίπτωση, η BGGS έχει παρουσιάσει μαρτυρία και στοιχεία σχετικά τη βασική της θέση ότι εξάσκησε νόμιμα το Δικαίωμα Πώλησης Χωρίς Προεπιλογή 2 και για τον καθορισμό του Επίδικου Ποσού καθώς και για την άρνηση ή παράλειψη της FH Russia να ενεργήσει ανάλογα.

 

Κρίνω πως η μαρτυρία που έχει παρουσιάσει η BGGS επαρκεί για να ικανοποιήσει τη 2η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Δηλαδή στοιχειοθετεί ότι διαθέτει ορατή πιθανότητα επιτυχίας στις αξιώσεις που εγείρονται.

 

Όπως ήδη σημείωσα, δεν παραγνωρίζω την αντίθετη θέση που εκφράζουν οι Εναγόμενοι, τη διαφορετική ερμηνεία που δίδεται στις συμβατικές πρόνοιες και στις επιπτώσεις κάποιων γεγονότων, ούτε τις διαφορετικές εκδοχές για τις προθέσεις και επιδιώξεις των εμπλεκόμενων. Επαναλαμβάνω ότι η αξιολόγηση της μαρτυρίας και κατάληξη σε τελικά συμπεράσματα για αμφισβητούμενα γεγονότα θα γίνει κατά τη δίκη.

 

Προχωρώ στην 3η προϋπόθεση του άρθρου 32 του Ν.14/60. Για σκοπούς αυτής της προϋπόθεσης ο αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι χωρίς την ενδιάμεση θεραπεία θα είναι δύσκολο ή αδύνατο να απονεμηθεί δικαιοσύνη σε μεταγενέστερο στάδιο.

 

Έχει επικρατήσει στη νομολογία, ζημιά να μην θεωρείται ανεπανόρθωτη εάν μπορεί να αποτιμηθεί σε χρήμα[3].

 

Σε αυτή την περίπτωση, η βασική αξίωση και επιδίωξη της BGGS είναι ακριβώς αυτό. Δηλαδή να αναγκαστεί η FH Russia να την πληρώσει το Επίδικο Ποσό των €6.028.236,38 για τις Επίδικες Μετοχές, τις οποίες η BGGS θέλει να πωλήσει. Δηλαδή, η οικονομική απόδοση είναι ικανοποιητική θεραπεία.

 

Συνεπώς το επόμενο ζήτημα που πρέπει να απασχολήσει είναι κατά πόσο η FH Russia (θυμίζω ότι δεν εγείρεται κάποια αξίωση εναντίον της FH Holding) είναι σε θέση να αποζημιώσει. Στην αρχική ΕΔ, η πλευρά της BGGS δεν εισηγείται ότι η FH Russia δεν θα ήταν σε θέση να ικανοποιήσει απόφαση για πληρωμή του Επίδικου Ποσού που τυχόν εκδοθεί εναντίον της. Από την πλευρά της, η FH Russia έχει παρουσιάσει μέσω της ένστασης οικονομικές καταστάσεις για το έτος 2023 (Τεκμήριο 11 της ένστασης) που δείχνουν ότι υπάρχουν περιουσιακά στοιχεία πολλαπλάσιας αξίας από το Επίδικο Ποσό. Στην ΣΕΔ της BGGS δεν φαίνεται να αμφισβητείται ότι η FH Russia διαθέτει περιουσία αξίας περίπου €28.000.000. Η BGGS αντιτάσσει όμως ότι αυτό δεν σημαίνει ότι η FH Russia θα μπορεί να ικανοποιήσει τυχόν απόφαση εναντίον της γιατί «η ύπαρξη λογιστικών κεφαλαίων σε μια δεδομένη χρονική στιγμή δεν συνεπάγεται ούτε δεσμεύει ότι η Καθ΄ης η Αίτηση θα διατηρήσει διαθέσιμα κεφάλαια στο μέλλον, ούτε ότι δεν μπορεί να αποξενώσει, μεταβιβάσει ή επιβαρύνει τα στοιχεία του ενεργητικού της. Η ύπαρξη λογιστικής αξίας σε οικονομικές καταστάσεις δεν προσφέρει καμία ασφαλιστική δικλείδα έναντι μελλοντικών κινήσεων αποξένωσης» (παράγραφος 48 της ΣΕΔ).

 

Το πιο πάνω απόσπασμα θέτει τις επιδιώξεις της BGGS εκτός του πλαισίου της 3ης προϋπόθεσης. Όπως διαφαίνεται, σε αυτή την περίπτωση, η ζημιά που ισχυρίζεται η BGGS μπορεί να αποζημιωθεί πλήρως χρηματικά. Διαφαίνεται επίσης ότι στο παρόν στάδιο τουλάχιστον η FH Russia διαθέτει επαρκή περιουσία για εκτέλεση τυχόν απόφασης που θα εκδοθεί υπέρ της BGGS και εναντίον της. Αυτό που η BGGS αναζητά είναι «ασφαλιστική δικλείδα έναντι μελλοντικών κινήσεων αποξένωσης». Αυτό όμως είναι μια θεωρητική άσκηση. Είναι μεν ένας ενδεχόμενος κίνδυνος όμως δεν έχουν τεθεί ενώπιον μου στοιχεία ότι υπάρχει πρόθεση ή έχουν γίνει ενέργειες προς τέτοια κατεύθυνση από την FH Russia. Ούτε υπάρχουν ενδείξεις που να εισηγούνται κάτι τέτοιο. Χωρίς κάτι χειροπιαστό ή έστω χωρίς ενδείξεις ότι ο δυνητικός αυτός κίνδυνος έχει κάποιο πραγματικό έρεισμα, δεν μπορεί να προκύψει διαπίστωση ότι χωρίς την ενδιάμεση θεραπεία θα είναι δύσκολη ή αδύνατη η αποζημίωση στο τέλος. Η BGGS επιδιώκει να προστατευθεί από ένα θεωρητικό κίνδυνο και να διασφαλίσει ότι, εάν πετύχει η αγωγή, θα υπάρχουν ακόμα τα κεφάλαια για να πληρωθεί. Τα παρεμπίπτοντα διατάγματα του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 δεν είναι εργαλείο σχεδιασμένο για να προσφέρει αυτού του είδους την προστασία σε περιπτώσεις όπως η παρούσα, χωρίς ξεκάθαρες κινήσεις από την πλευρά του καθ’ ου η αίτηση για τέτοια επιδίωξη.

 

Για αυτούς τους λόγους, κρίνω ότι δεν πληρείται η 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60. Όπως ανέφερα, οι προϋποθέσεις του 32(1) του Ν.14/60 είναι σωρευτικές και αυτή η κατάληξη δεν επιτρέπει την έκδοση παρεμπίπτοντος διατάγματος σε αυτή τη βάση.

 

Mareva injunction. Η BGGS ζητά την έκδοση παγοποιητικού διατάγματος περιουσίας της FH Russia παγκόσμιας εμβέλειας αξίας μέχρι του Επίδικου Ποσού. Πρόκειται για το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Α της Αίτησης.

Πέραν όσων έχω αναφέρει πιο πάνω, από τα ενώπιον μου στοιχεία δεν διαπιστώνω ενδείξεις που να καθιστούν αναγκαία την έκδοση αυτών των διαταγμάτων. Τέτοια διατάγματα πρέπει να εκδίδονται με φειδώ και η παρούσα περίπτωση, με τα στοιχεία και δεδομένα που είναι σήμερα ενώπιον μου, δεν εμπίπτει στις ιδιαίτερες περιπτώσεις όπου είναι απαραίτητη η χορηγία τόσο δραστικής θεραπείας. Όπως σημείωσα, μαρτυρία ότι επίκειται αποξένωση ή επιβάρυνση περιουσίας δεν υπάρχει. Υπάρχει μόνο ενδεχόμενος, θεωρητικός κίνδυνος.

 

Έκδοση αυτού του αιτούμενου διατάγματος και επιβολή τέτοιας έκτασης περιορισμού κρίνω ότι θα ήταν δυσανάλογη και αδικαιολόγητη στο παρόν στάδιο.

 

Αυτό συμπαρασύρει τα επικουρικά διατάγματα αποκάλυψης που ζητούνται προς αστυνόμευση του διατάγματος Mareva τα οποία επίσης δεν μπορούν να εκδοθούν. Πρόκειται για τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Β και Γ της Αίτησης.

 

Norwich Pharmacal orders. Η πλευρά της BGGS επικαλείται τη δικαιοδοσία Bankers Trust/Norwich Pharmacal του Δικαστηρίου και στη βάση αυτής ζητά την έκδοση διαταγμάτων που να διατάζουν την FH Russia να αποκαλύψει ενόρκως όλα τα περιουσιακά στοιχεία της FH Holding, τους τραπεζικούς λογαριασμούς της FH Holding, απόδοση λογαριασμών για την FH Holding από το 2009 μέχρι σήμερα (συναλλαγές και σχετικά έγγραφα, πληρωμές μισθών και μερισμάτων, έσοδα/έξοδα και εξελεγμένους λογαριασμούς). Ζητούν επίσης να διαταχθεί η FH Russia κάθε μήνα μέχρι τελικής εκδίκασης της αγωγής να αποκαλύπτει ενόρκως στοιχεία για όλες τις συναλλαγές της FH Holdings (όλες τις πληρωμές και εισπράξεις), συμφωνίες κάθε φύσης της FH Holding, όλα τα περιουσιακά στοιχεία, αλλαγές αξιωματούχων, αλλαγές στο μητρώο μελών, αποφάσεις και ψηφίσματα και κάθε τραπεζικό λογαριασμό της FH Holding. Πρόκειται για τα αιτούμενα διατάγματα των παραγράφων Κ και Λ της Αίτησης.

 

Οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal του Δικαστηρίου έχουν αναπτυχθεί μέσω της νομολογίας. Οι προϋποθέσεις διατυπώθηκαν ξανά σχετικά πρόσφατα στην Αγγλική υπόθεση Collier v Bennett [2020] EWHC 1884 (QB) ως εξής:

 

«Based principally on the above case law (and specifically upon the way in which more recent cases have refined and explained the original tests), I suggested to the parties, and they accepted, a broad formulation of a workable and practical test under CPR r 31.18 as follows:

(i) The applicant has to demonstrate a good arguable case that a form of legally recognisable wrong has been committed against them by a person (“the Arguable Wrong Condition”).

 

(ii) The respondent to the application must be mixed up in so as to have facilitated the wrongdoing (“the Mixed Up In Condition”).

 

(iii) The respondent to the application must be able, or likely to be able, to provide the information or documents necessary to enable the ultimate wrongdoer to be pursued (“the Possession Condition”).

 

(iv) Requiring disclosure from the respondent is an appropriate and proportionate response in all the circumstances of the case, bearing in mind the exceptional nature of the jurisdiction (“the Overall Justice Condition”)».

 

Κρίνω ότι δεν πληρούνται οι προϋποθέσεις για ενεργοποίηση αυτής της δικαιοδοσίας στην παρούσα περίπτωση για τρεις λόγους.

 

Ο πρώτος λόγος αφορά τις επιδιώξεις της BGGS μέσω αυτών των διαταγμάτων. Αυτό που προκύπτει από τα ενώπιον μου στοιχεία είναι πως η BGGS δεν αναζητεί μαρτυρία που να είναι αναγκαία για να ενάγει τους αδικοπραγούντες. Δεν προκύπτει ότι υπάρχουν κενά στη μαρτυρία που να είναι απαραίτητο να συμπληρωθούν πριν την έγερση αγωγής. Σημειώνω ότι έχει καταχωρηθεί Έκθεση Απαίτησης από την BGGS με πλήρεις λεπτομέρειες των αξιώσεων της και των γεγονότων στα οποία τις στηρίζει. Άρα οι πληροφορίες που η BGGS ζητά να αποκαλυφθούν δεν κρίνονται αναγκαίες και απαραίτητες για έγερση αγωγής. Αυτό που η BGGS φαίνεται να επιδιώκει είναι να λάβει γενική και ευρύτερη πληροφόρηση για την περιουσία και εργασίες της FH Russia και της FH Holding. Αυτή όμως η επιδίωξη είναι εκτός του πλαισίου της δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal.

 

Ο δεύτερος λόγος αφορά το εύρος της αποκάλυψης που ζητείται. Το εύρος, όπως το περίγραψα, κρίνεται υπερβολικό και δυσανάλογο λαμβάνοντας υπόψη τη φύση της υπόθεσης και τις αξιώσεις που εγείρονται.

 

Ο τρίτος λόγος άπτεται μιας άλλης, ιδιαίτερης παραμέτρου. Η FH Russia εναντίον της οποίας στρέφονται τα διατάγματα αποκάλυψης δεν είναι κάποιο τρίτο αθώο εμπλεκόμενο πρόσωπο στην υπόθεση. Είναι ο κυρίως αδικοπραγούντας (κατά την BGGS) και είναι ήδη εναγόμενη στην αγωγή.

 

Διατάγματα στη βάση των αρχών που διατυπώθηκαν στην υπόθεση Norwich Pharmacal v Customs and Excise Commissioners [1974] AC 133, όταν στρέφονται εναντίον του κυρίως αδικοπραγούντα, συνιστούν την εξαίρεση των εξαιρετικών περιπτώσεων χορήγησης τέτοιας θεραπείας. Εγείρουν ευρύτερα ζητήματα που άπτονται του δίκαιου χειρισμού μιας υπόθεσης και επιβάλλουν ακόμα μεγαλύτερη προσοχή ως προς τη φύση και εύρος των πληροφοριών που επιζητούνται. Η Αγγλική νομολογία έχει αναγνωρίσει αυτή τη διαφορετική διάσταση και μεταχείριση. Ενδεικτικά παραθέτω το πιο κάτω απόσπασμα από την υπόθεση AQR Capital Management LLC and others v The London Metal Exchange and another [2022] EWHC 3313 (Comm). Επισημαίνω ότι η υπόθεση εκείνη αφορούσε πιθανό εναγόμενο σε προτεινόμενη αγωγή (potential defendant in the intended action) ενώ στην παρούσα περίπτωση η FH Russia είναι ήδη εναγόμενη στην αγωγή.

 

«31. Fifth, a notable feature of this case is that the claim for Norwich Pharmacal relief is made against the only potential Defendants in the intended action. I accept the submission of Mr McGrath that there is no formal bar to such a claim. This is not a jurisdiction which is likely to have such hard-edged rules and I was referred to one case, Sarayiah v Williams [2017] EWHC 2918 (Ch), at [28], where Jay J was of the view that it was not a misuse of the jurisdiction to claim against intended Defendants. The Judge in that case said that that was “a relevant consideration but it is not decisive”. I agree. I see no reason in theory why a party cannot seek Norwich Pharmacal relief against an intended Defendant but this is bound to affect the overall evaluation of the claim. It is not a claim based on the need for third party assistance but on an entitlement to require a defendant to provide evidence against itself. That immediately raises questions as to why that is thought necessary and appropriate and indeed why such a case differs from any other action in which a Claimant may be expected to proceed with what it has already got and without further assistance from equity. It also raises fundamental questions about procedural fairness, which questions become more pressing the greater the scale of the relief sought. That is why I mentioned earlier the scope of the draft order sought by the Claimants. Mr McClelland submitted that, even in the context of an already exceptional jurisdiction, it would be unusually exceptional to order an intended defendant to provide full disclosure and indeed full witness evidence about the subject matter of a complaint before the action has been begun. I entirely agree».

 

Όπως σημείωσα η πιο πάνω υπόθεση αφορούσε προτιθέμενο εναγόμενο σε αγωγή που δεν είχε ακόμα εγερθεί. Εδώ η περίπτωση αφορά υφιστάμενο εναγόμενο, σε αγωγή στην οποία τα δικόγραφα έχουν κλείσει. Σημειώνω επίσης ότι υπάρχει διαδικασία μέσω της «κανονικής» δικονομικής οδού για γενική και ειδική αποκάλυψη η οποία είναι στη διάθεση της BGGS στην πορεία της υπόθεσης προς τη δίκη. Σε περίπτωση που η BGGS πετύχει την έκδοση απόφασης υπέρ της και η FH Russia δεν συμμορφωθεί, υπάρχουν μηχανισμοί για διερεύνηση της περιουσιακής κατάστασης.

 

Στη βάση των πιο πάνω, κρίνω ότι τα αιτούμενα διατάγματα αποκάλυψης που ζητά η BGGS μέσω της Αίτησης, δεν μπορούν να εκδοθούν. Δεν έχω ικανοποιηθεί ότι είναι κατάλληλη περίπτωση για ενεργοποίηση της εξαιρετικής δικαιοδοσίας Norwich Pharmacal η οποία παραμένει μια δικαιοδοσία εξαιρετικής φύσης και συγκεκριμένου σκοπού.

 

Chabra Order. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Μ της Αίτησης, η BGGS ζητά την έκδοση διατάγματος που να εμποδίζει την εταιρεία Fashion House SPB να πωλήσει, επιβαρύνει ή αποξενώσει περιουσία της ανά το παγκόσμιο.

 

Στην αγγλική υπόθεση T.S.B. Private Bank International S.A. v Chabra and Another [1992] 1 W.L.R. 231 αναγνωρίστηκε η δυνατότητα στο Δικαστήριο να εκδίδει διατάγματα κατά προσώπου εναντίον του οποίου δεν υπάρχει απαίτηση ή αγώγιμο δικαίωμα, εάν το πρόσωπο αυτό κατέχει και ελέγχει περιουσία εναγομένου, εναντίον του οποίου δικαιολογείται η έκδοση διαταγμάτων. Η εν λόγω δικαιοδοσία αναγνωρίσθηκε και από το Ανώτατο Δικαστήριο της Κύπρου στην υπόθεση Nicolaou Bros Tourist Enterprises Ltd (1999) 1 A.A.Δ 201.

 

Οι προϋποθέσεις έκδοσης διατάγματος τύπου Chabra απαιτούν μαρτυρία ότι ο εναγόμενος χρησιμοποιεί ένα περίπλοκο πλέγμα εταιρειών για τη διαχείριση των περιουσιακών του στοιχείων που καθιστά σχεδόν αδύνατο τον εντοπισμό περιουσιακών στοιχείων εκτός δικαιοδοσίας.

 

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως εξήγησα, δεν υπάρχουν τέτοιες ενδείξεις. Ισχύουν επίσης όσα έχω αναφέρει αναφορικά με την 3η προϋπόθεση του άρθρου 32(1) του Ν.14/60 πιο πάνω.

 

Αυτές οι διαπιστώσεις οδηγούν στο ότι δεν υπάρχει πεδίο για έκδοση τέτοιου διατάγματος.

 

Λοιπά απαγορευτικά διατάγματα. Η BGGS ζητά και διάφορα άλλα παγοποιητικά διατάγματα. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Δ της Αίτησης ζητά να απαγορευτεί στην FH Russia να επιτρέψει μεταβίβαση ή επιβάρυνση μετοχών στην ίδια την FH Russia και την κοινοποίηση τέτοιων αλλαγών στον Έφορο Εταιρειών. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Ε της Αίτησης ζητά να απαγορευτεί στον Έφορο Εταιρειών να εγγράψει αλλαγές στο καθεστώς της FH Russia. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Ζ της Αίτησης η BGGS ζητά να απαγορευτεί στην FH Russia να «χρησιμοποιεί και/ή επεμβαίνει και/ή λειτουργεί και ή απολαμβάνει και/ή διαχειρίζεται και/ή εκμεταλλεύεται τις μετοχές και περιουσιακά στοιχεία της FH Holdings» καθώς και να επιβαρύνει ή να διαθέσει μετοχές που η FH Russia κατέχει στην FH Holdings. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Η, ζητείται να απαγορευτεί στην FH Russia να διενεργήσει τροποποιήσεις στο μητρώο μελών της FH Holdings και να κοινοποιήσει σχετικές αλλαγές στον Έφορο Εταιρειών. Με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Θ, η BGGS ζητά να απαγορευτεί στην FH Russia «να λαμβάνει οποιαδήποτε απόφαση και/ή να εξουσιοδοτεί οποιαδήποτε πράξη σχετικά με την Εναγόμενη 2, χωρίς τη γραπτή συγκατάθεση της Ενάγουσας». Τέλος, με το αιτούμενο διάταγμα της παραγράφου Ι, η BGGS ζητά να απαγορευτεί στον Έφορο Εταιρειών να προβεί σε οποιαδήποτε αλλαγή στο μητρώο του σε σχέση με τις μετοχές της FH Holding.

 

Ο λόγος που αναφέρθηκα σε κάθε ένα από τα πιο πάνω αιτούμενα διατάγματα είναι για να δείξω το εύρος της επέμβασης που ζητά η BGGS.

 

Η δυνατότητα παροχής ενδιάμεσης θεραπείας έχει συγκεκριμένο σκοπό. Πρόκειται για παρέμβαση στα δικαιώματα και περιουσία των εμπλεκομένων χωρίς να έχει προηγηθεί δίκη και χωρίς να έχουν αποφασιστεί τα εκατέρωθεν δικαιώματα. Η έκδοση τέτοιων διαταγμάτων γίνεται με φειδώ με προσήλωση στους σκοπούς που καθορίζονται από το νόμο και τη νομολογία. Βασικά κριτήρια για έκδοση ενδιάμεσων διαταγμάτων είναι να υπάρχει άμεση συνάρτηση των αξιώσεων της αγωγής με τα ενδιάμεσα διατάγματα και η παροχή της ενδιάμεσης θεραπείας να εξυπηρετεί τους σκοπούς της αγωγής.

 

Αναφέρω αυτά για να καταλήξω ότι δεν εντοπίζω έρεισμα στα γεγονότα και στις αξιώσεις για έκδοση των πιο πάνω διαταγμάτων (αιτούμενα διατάγματα Δ-Ι της Αίτησης). Δεν εξηγείται γιατί η έκδοση τους είναι αναγκαία προς διαφύλαξη της ακεραιότητας της κυρίως δίκης. Ποιο είναι το έρεισμα, νομικό ή πραγματικό, για να εμποδιστεί η FH Russia να επιτρέψει μεταβιβάσεις ίδιων μετοχών; Παρομοίως γιατί να εμποδιστεί η FH Russia να απολαμβάνει, διαχειρίζεται κτλ μετοχές που κατέχει στην FH Holding; Γιατί να χρειάζεται η προηγούμενη συγκατάθεση της BGGS για τη λήψη απόφασης σχετικά με την FH Holding; Αυτά τα ερωτήματα δεν έχουν απαντηθεί από την πλευρά της BGGS που ζητά τα εν λόγω διατάγματα.

 

Κατάληξη. Για τους λόγους που έχω εξηγήσει πιο πάνω, καταλήγω ότι η Αίτηση δεν μπορεί να επιτύχει και απορρίπτεται.

 

Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόμενων 1 & 2 και εναντίον της Ενάγουσας.

 

Σε σχέση με το ύψος των εξόδων, δεν έχουν αναρτηθεί προτεινόμενοι κατάλογοι εξόδων. Λαμβάνοντας υπόψη τη φύση των ζητημάτων που εγείρονται με την Αίτηση, την πορεία εκδίκασης αυτής, την κλίμακα της αγωγής και τους πίνακες δικηγορικής αμοιβής κρίνω εύλογο και επιδικάζω ποσό €7.990 πλέον ΦΠΑ.

 

 

 

 

(Υπ). ….………………..……………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.

 

Πιστόν αντίγραφο

 

Πρωτοκολλητής



[1] Οδυσσέως (ανωτέρω)

[2] Fellowes v Fisher [1975]2 All E.R. 829

[3] Karydas Taxi Services Ltd v Komodikis (1975) 1 ΑΑΔ 330


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο