ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ
Ενώπιον: Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Αρ. Αίτησης ΠΣΑ: 5/2024
Αναφορικά με τον περί Αφερεγγυότητας Φυσικών Προσώπων (Προσωπικά Σχέδια Αποπληρωμής και Διάταγμα Απαλλαγής Οφειλών) Νόμο του 2015
και
Αναφορικά με την Παντελίτσα Αντωνίου, από Λευκωσία
3 Ιουνίου, 2026
Εμφανίσεις:
Για ΚΕΔΙΠΕΣ/Αιτήτρια: κα Βαταμίδου για Στέλιος Στυλιανίδης & Σία Δ.Ε.Π.Ε.
Για Χρεώστιδα/Καθ’ ης η Αίτηση: κ. Αλεξάνδρου για Αλεξάνδρου & Παπαθεοδώρου Δ.Ε.Π.Ε.
ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ
Αίτηση της Κυπριακής Εταιρείας Διαχείρισης Περιουσιακών Στοιχείων Λτδ (στο εξής η «ΚΕΔΙΠΕΣ») ημερομηνίας 3.1.2025 για ακύρωση διατάγματος επιβολής ΠΣΑ
Εισαγωγή/Υπόβαθρο. Στις 30.5.2024 εκδόθηκε διάταγμα με το οποίο επιβλήθηκε στους πιστωτές της Χρεώστιδας το προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής των χρεών της (στο εξής το «ΠΣΑ» και το «Επίδικο Διάταγμα» αντίστοιχα). Το ΠΣΑ είχε απορριφθεί από τη συνέλευση πιστωτών της Χρεώστιδας που έγινε στις 16.7.2024. Η ΚΕΔΙΠΕΣ είναι ο μοναδικός πιστωτής της Χρεώστιδας έχοντας καταστεί δικαιούχος χορήγησης που είχε δοθεί αρχικά από τη Συνεργατική Κυπριακή Τράπεζα Λτδ. Η χορήγηση αφορούσε δάνειο προς τον γαμπρό της Χρεώστιδας, σύζυγο της θυγατέρας της. Η Χρεώστιδα είχε εγγυηθεί τις υποχρεώσεις του και είχε παραχωρήσει ως πρόσθετη εξασφάλιση υποθήκη επί ακινήτου της. Στο ενυπόθηκο ακίνητο βρίσκεται η κατοικία της Χρεώστιδας όπου αυτή διαμένει με τη θυγατέρα της, τον γαμπρό της και τα τέκνα τους.
Παρούσα Αίτηση. Με την παρούσα Αίτηση η ΚΕΔΙΠΕΣ ζητά την ακύρωση του Επίδικου Διατάγματος επιβολής του ΠΣΑ. Στην ένορκη δήλωση που συνοδεύει την Αίτηση, προβάλλονται διάφοροι λόγοι για ακύρωση του Επίδικου Διατάγματος. Επιγραμματικά, η ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι δεν έχει αποδειχθεί ικανοποιητικώς η προβλεπόμενη από τον Νόμο μείωση των εισοδημάτων της Χρεώστιδας κατά 25%, ότι υπάρχει ασάφεια στη διατύπωση των όρων του ΠΣΑ ειδικότερα σε σχέση με πληρωμές που φαίνεται ότι θα προέρχονται από τη θυγατέρα και τον γαμπρό της και σε σχέση με αναφορές σε ακίνητα που δεν ανήκουν στην Χρεώστιδα, ότι οι αποπληρωμές του ΠΣΑ εκτείνονται μέχρι το 102ο έτος της ηλικίας της Χρεώστιδας, ότι υπάρχουν ανακρίβειες στην ΚΠΟΣ σε σχέση με τα εισοδήματα της Χρεώστιδας και ότι με το ΠΣΑ θα είναι σε δυσμενέστερη θέση παρά στην πτώχευση της Χρεώστιδας.
Η Χρεώστιδα έχει εγείρει ένσταση στην Αίτηση. Διαφωνεί με όσα επικαλείται η άλλη πλευρά και υποστηρίζει ότι το Επίδικο Διάταγμα πρέπει να διατηρηθεί.
Για σκοπούς της απόφασης μου έχω μελετήσει την Αίτηση, ένσταση και τις ένορκες δηλώσεις που καταχωρήθηκαν εκατέρωθεν. Έχω επίσης μελετήσει τις αγορεύσεις των συνηγόρων των δύο πλευρών και, περαιτέρω, γνωρίζω το περιεχόμενο του φακέλου.
Διάταγμα επιβολής ΠΣΑ. Διάταγμα για την επιβολή μη συναινετικού προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής σε πιστωτές εκδίδεται από το Δικαστήριο αφού διαπιστώσει ότι πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72(1) του Ν.65(Ι)/2015.
Ο Ν.65(Ι)/2015 παρέχει το δικαίωμα σε πιστωτή προς τον οποίο επιβλήθηκε προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής, να προσφύγει στο Δικαστήριο και να ζητήσει την ακύρωση του διατάγματος επιβολής. Κατά την εξέταση αίτησης για ακύρωση διατάγματος επιβολής προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής, το Δικαστήριο εστιάζει στο κατά πόσο ο πιστωτής έχει επιτύχει να ανατρέψει την προηγούμενη διαπίστωση ότι πληρούνταν οι προϋποθέσεις για τον συγκεκριμένο χρεώστη ώστε να εκδοθεί διάταγμα επιβολής του ΠΣΑ στους πιστωτές του.
Προηγηθέντα στάδια της διαδικασίας. Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ προβάλλει, ως λόγους ακύρωσης του Επίδικου Διατάγματος κάποια ζητήματα που άπτονται της διαδικασίας που προηγήθηκε.
Συγκεκριμένα, όπως ανέφερα πιο πάνω, η ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι εντοπίζονται ανακρίβειες στην ΚΠΟΣ που είχε υποβληθεί από τη Χρεώστιδα. Αυτό άπτεται των κριτηρίων επιλεξιμότητας της Χρεώστιδας όπως τα κριτήρια αυτά καθορίζονται στο άρθρο 35 του Ν.65(Ι)/2015.
Το ζήτημα αυτό που εγείρει η ΚΕΔΙΠΕΣ θεωρώ ότι είναι εκτός του πλαισίου μιας αίτησης όπως η παρούσα. Το αντικείμενο αυτής της Αίτησης είναι εάν συντρέχουν λόγοι για ακύρωση διατάγματος επιβολής προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής που υποβάλλεται από πιστωτή. Όπως καθορίζεται στο άρθρο 72(5) του Ν.65(Ι)/2015, το προς εξέταση ζήτημα αφορά:
«ακύρωση διατάγματος που εκδίδεται δυνάμει του παρόντος άρθρου».
Δεν πρέπει, θεωρώ, να καταστεί μια τέτοια αίτηση όχημα για να τεθούν υπό αμφισβήτηση και να εξεταστούν εκ νέου, ζητήματα και διαβήματα που έχουν ήδη συντελεστεί σε ενωρίτερα στάδια της διαδικασίας, εκτός εάν αφορούν άμεσα τις προϋποθέσεις του άρθρου 72(1) του Νόμου.
Τα κριτήρια επιλεξιμότητας του άρθρου 35 του Νόμου ελέγχονται στο αρχικό στάδιο της διαδικασίας, κατά την ετοιμασία πρότασης από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας και καταχώρηση αίτησης στην Υπηρεσία Αφερεγγυότητας για έκδοση προστατευτικού πιστοποιητικού στα πλαίσια του άρθρου 37. Ακολούθως, εάν η Υπηρεσία Αφερεγγυότητας κρίνει τα στοιχεία ικανοποιητικά, καταχωρεί αίτηση στο Δικαστήριο για έκδοση προστατευτικού διατάγματος δυνάμει του άρθρου 39. Εκεί τα κριτήρια ελέγχονται από το Δικαστήριο που, εάν ικανοποιηθεί ότι πληρούνται, εκδίδει προστατευτικό διάταγμα. Πιστωτής έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει παραμερισμό του προστατευτικού διατάγματος στη βάση του άρθρου 42. Εκείνο είναι το κατάλληλο στάδιο και πλαίσιο για να αμφισβητηθεί ότι ο χρεώστης πληροί τα κριτήρια. Εκείνο στο στάδιο έχει παρέλθει.
Κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό ΠΣΑ (Άρθρο 72(1) Ν.65(Ι)/2015). Άλλοι λόγοι που προβάλλονται από την ΚΕΔΙΠΕΣ προς ακύρωση του Επίδικου Διατάγματος, άπτονται των προνοιών του άρθρου 72(1) του Ν.65(Ι)/2015.
Συγκεκριμένα, η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι δεν πληρούνται κάποια από τα κριτήρια επιλεξιμότητας για μη συναινετικό σχέδιο αποπληρωμής του άρθρου 72 του Ν.65(Ι)/2015.
Το ζητούμενο είναι κατά πόσο τα στοιχεία που παρουσιάζει η ΚΕΔΙΠΕΣ μέσω αυτής της Αίτησης, ανατρέπουν την αρχική διαπίστωση του Δικαστηρίου όταν εξέδιδε το Επίδικο Διάταγμα ότι πληρούνται όλες οι προϋποθέσεις του άρθρου 72(1).
Άρθρο 72(1)(ε), Ν.65(Ι)/2015. Η ΚΕΔΙΠΕΣ αμφισβητεί ότι πληρείται η προϋπόθεση του άρθρου 72(1)(ε), στη μορφή που αυτό είχε κατά τον χρόνο καταχώρησης της παρούσας Αίτησης. Σύμφωνα με την τότε μορφή αυτής της διάταξης, ο Χρεώστης πρέπει να:
«αδυνατεί να αποπληρώσει τα χρέη του λόγω χειροτέρευσης της οικονομικής του κατάστασης ως αποτέλεσμα γεγονότων ή καταστάσεων εκτός του ελέγχου του, τα οποία έχουν επισυμβεί από το 2009 και εντεύθεν και πριν από την αίτηση για έκδοση προστατευτικού διατάγματος σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 39, και είχαν ως αποτέλεσμα την ουσιαστική μείωση του εισοδήματός του κατά τουλάχιστον είκοσι πέντε τοις εκατόν (25%) ή περισσότερο».
Είναι η θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρείται γιατί ενώ το κριτήριο είναι προσωπικό, εντούτοις στον υπολογισμό της μείωσης λήφθηκαν υπόψη εισοδήματα της θυγατέρας και του γαμπρού της Χρεώστιδας. Σημειώνει ότι η Χρεώστιδα ήταν και είναι συνταξιούχα και ότι το ποσό της σύνταξης της παρουσιάζει αύξηση την εν λόγω περίοδο.
Αναφορικά με τη συγκεκριμένη προϋπόθεση του άρθρου 72(1)(ε), η θέση της Χρεώστιδας είναι ότι ορθά λήφθηκαν υπόψη τα συνολικά εισοδήματα των μελών του νοικοκυριού.
Εξέτασα τα εκατέρωθεν επιχειρήματα επί αυτού του ζητήματος και κρίνω ότι δεν ανατρέπεται η αρχική διαπίστωση πως και αυτή η προϋπόθεση του άρθρου 72(1) του Ν.65(Ι)/2015 πληρείται.
Εδώ, η μείωση στα συνολικά εισοδήματα πέραν του 25% των προσώπων που συναποτελούν το νοικοκυριό της Χρεώστιδας φαίνεται από τα στοιχεία που παρουσιάστηκαν.
Για σκοπούς του πλαισίου διαχείρισης αφερεγγυότητας που δημιούργησε ο Ν.65(Ι)/2015, στον υπολογισμό των εισοδημάτων για σκοπούς διαμόρφωσης ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής, λαμβάνονται υπόψη τα εισοδήματα και αναγκαία έξοδα διαβίωσης όλων των μελών του νοικοκυριού. Συνεπώς, σαν θέμα αρχής, δεν διακρίνω γιατί να μην ληφθεί υπόψη η εισοδηματική κατάσταση των υπολοίπων μελών της οικογένειας όταν εξετάζεται εάν υπάρχει μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη.
Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ παραπέμπει σε αριθμό πρωτόδικων αποφάσεων όπου, για το ζήτημα αυτό, επικράτησε διαφορετική άποψη από τη δική μου. Αναγνωρίζω ότι υπάρχουν διιστάμενες πρωτόδικες αποφάσεις σε σχέση με την ερμηνεία του άρθρου 72(1)(ε). Στην απουσία όμως δεσμευτικού δικαστικού προηγούμενου, κατά τη δική μου κρίση, η ορθή προσέγγιση είναι όπως εξηγώ πιο πάνω.
Η μείωση των συνολικών εισοδημάτων στην παρούσα περίπτωση ήταν αποτέλεσμα της μείωσης των εισοδημάτων του γαμπρού της Χρεώστιδας και της συνεπακόλουθης απώλειας της οικονομικής συνεισφοράς του στα εισοδήματα του νοικοκυριού. Μέσω αυτής της Αίτησης δεν έχουν παρουσιαστεί στοιχεία που να ανατρέπουν την αρχική διαπίστωση.
Άρθρο 72(1)(στ), Ν.65/2015. Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ αμφισβητεί επίσης ότι συντρέχουν κάποια από τα προβλεπόμενα στο άρθρο 72(1)(στ) του Ν.65(Ι)/2015. Ειδικότερα υποστηρίζει ότι υπάρχουν κενά και ασάφειες στην ΚΠΟΣ και υποστηρίζει επίσης ότι μετά τις προβλεπόμενες πληρωμές δεν παραμένει επαρκές ποσό για κάλυψη βασικών αναγκών των μελών της οικογένειας της Χρεώστιδας.
Σύμφωνα με το άρθρο 72(1)(στ) του Ν.65(Ι)/2015, ο σύμβουλος αφερεγγυότητας πρέπει να έχει υπογράψει δήλωση με την οποία να επιβεβαιώνει την άποψη του ότι συντρέχουν συγκεκριμένες παράμετροι που απαριθμούνται στις υποπαραγράφους (i)-(v) του εν λόγω άρθρου. Αυτή η έγγραφη βεβαίωση του συμβούλου αφερεγγυότητας είχε δοθεί στα πλαίσια της μονομερούς αίτησης στη βάση της οποίας εκδόθηκε το Επίδικο Διάταγμα.
Επί του άρθρου 72(1)(στ), σαν θέμα αρχής αναφέρω τα εξής. Ο νομοθέτης έχει καθορίσει διαδικασία εξουσιοδότησης κάποιου προσώπου ώστε αυτός να ενεργεί ως σύμβουλος αφερεγγυότητας. Σχετικές είναι οι πρόνοιες του περί Συμβούλων Αφερεγγυότητας Νόμου στις οποίες παραπέμπω. Ο νομοθέτης έχει επίσης, μέσω των διατάξεων του Ν.65(Ι)/2015, επιφορτίσει τους συμβούλους αφερεγγυότητας με συγκεκριμένα καθήκοντα και αρμοδιότητες. Στα πλαίσια των καθηκόντων του, ένας σύμβουλος αφερεγγυότητας που διορίζεται για τον εκάστοτε χρεώστη οφείλει να βεβαιώσει προς το Δικαστήριο εγγράφως ότι, κατά την άποψη του, πληρούνται οι προϋποθέσεις του άρθρου 72(1)(στ) του Ν.65(Ι)/2015.
Όταν το Δικαστήριο αποφασίζει εάν πληρούνται τα κριτήρια του άρθρου 72(1) του Ν.65(Ι)/2015, ένας από τους παράγοντες που εξετάζει είναι κατά πόσο υπάρχει η προαναφερόμενη έγγραφη επιβεβαίωση της παραγράφου (στ) από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας. Η διαπίστωση ότι πράγματι δόθηκε η εν λόγω βεβαίωση, εκτός από εξαιρετικές περιπτώσεις, θεωρώ ότι επαρκεί για να ικανοποιήσει τη συγκεκριμένη προϋπόθεση.
Κατά την άποψη μου θα ήταν λάθος το Δικαστήριο να εξετάσει, εκ νέου, μια εκάστη των παραμέτρων του άρθρου 72(1)(στ)(i)-(v) και να υποκαταστήσει την κρίση του για την κρίση του συμβούλου αφερεγγυότητας. Αυτό θα ακύρωνε, ουσιαστικά, την αρμοδιότητα του συμβούλου αφερεγγυότητας. Θεωρώ πως δεν ήταν αυτή η πρόθεση του νομοθέτη. Εάν υπήρχε τέτοια πρόθεση τότε η εν λόγω διάταξη δεν θα προέβλεπε ότι «ο σύμβουλος αφερεγγυότητας έχει υπογράψει δήλωση με την οποία επιβεβαιώνει…» αλλά ο νομοθέτης θα είχε προβλέψει ότι «το Δικαστήριο ελέγχει….»
Τα ζητήματα που εγείρει η ΚΕΔΙΠΕΣ και άπτονται της επιλεξιμότητας της Χρεώστιδας ή της βιωσιμότητας του ΠΣΑ δεν θα εξεταστούν. Έχω ήδη αναφερθεί στο ζήτημα αυτό πιο πάνω. Πρόκειται για ζητήματα που προβλήθηκαν από τη ΚΕΔΙΠΕΣ, στο παρόν στάδιο, για πρώτη φορά.
Η ΚΕΔΙΠΕΣ κλήθηκε από τον σύμβουλο αφερεγγυότητας να προσφέρει τις παρατηρήσεις της πριν τη διαμόρφωση του ΠΣΑ και αφού έλαβε την κατάσταση προσωπικών οικονομικών στοιχείων, όμως δεν φαίνεται να ζήτησε οποιαδήποτε στοιχεία ή διευκρινίσεις. Παρομοίως, δεν παρευρέθηκε στη συνέλευση πιστωτών, δε ζήτησε διευκρινίσεις ούτε περαιτέρω πληροφορίες για οποιοδήποτε ζήτημα.
Βρισκόμαστε τώρα σε στάδιο που έχει επιβληθεί το ΠΣΑ από το Δικαστήριο. Τα βήματα της διαδικασίας που προηγήθηκαν, δεν ήταν τυπικά. Σε κάθε ένα από τα προηγούμενα στάδια γίνεται ουσιαστική εργασία για την ορθή εκτίμηση της οικονομικής εικόνας του χρεώστη και διαμόρφωση των όρων ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής των χρεών του. Από το κείμενο των σχετικών διατάξεων του Ν.65(Ι)/2015 είναι εμφανής η πρόθεση του νομοθέτη όπως οι πιστωτές είναι συμμέτοχοι στην προσπάθεια ρύθμισης των χρεών μέσω ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Έχουν λόγο εξ αρχής και μπορούν να ζητήσουν διευκρινίσεις, να προβούν σε εισηγήσεις, να εκφράσουν απόψεις και παρατηρήσεις. Όταν εξαντληθούν όλα αυτά και δεν καταστεί δυνατό να επιτευχθεί συναίνεση, τότε – ως τελευταίο μέτρο - ο χρεώστης έχει το δικαίωμα να αποταθεί στο Δικαστήριο και να ζητήσει επιβολή του ΠΣΑ.
Η ΚΕΔΙΠΕΣ είχε την ευκαιρία να συμμετάσχει και να συνεισφέρει σε όλα τα στάδια που προηγήθηκαν. Αυτά που τώρα προβάλλει η ΚΕΔΙΠΕΣ, έπρεπε να είχαν εγερθεί στα προηγούμενα στάδια. Εκεί ήταν το κατάλληλο πλαίσιο και χρονικό σημείο για να εξεταστούν, να αξιολογηθούν, να απαντηθούν και να ληφθούν υπόψη στην τελική διαμόρφωση του ΠΣΑ. Βρισκόμαστε πλέον σε προχωρημένο στάδιο της όλης διαδικασίας και, θεωρώ, ότι δεν επιτρέπεται να εγείρονται για πρώτη φορά τέτοιου είδους ζητήματα.
Δεν διαφωνώ ότι κάποιος έλεγχος για σκοπούς της προϋπόθεσης του άρθρου 72(1)(στ) πρέπει να γίνεται όταν ίσως υπάρχουν ενδείξεις για κακοπιστία του συμβούλου αφερεγγυότητας ή του Χρεώστη ή εξόφθαλμα λάθη και παραλείψεις. Σε τέτοιες περιπτώσεις το Δικαστήριο μπορεί και πρέπει να επέμβει. Όμως δεν είναι ορθό να αναμένεται από το Δικαστήριο να υπεισέλθει στη θέση του συμβούλου αφερεγγυότητας και να εξετάσει από την αρχή, μικροσκοπικά και εξαντλητικά όλα τα στοιχεία, πληροφορίες, λογιστικές πράξεις και οικονομικά δεδομένα καθώς και κάθε άλλη λεπτομέρεια, ενέργεια ή άποψη του συμβούλου αφερεγγυότητας.
Δεν διαπιστώνω κακοπιστία, αντικανονικότητα ή άλλο έρεισμα για «ακύρωση» ή «παραμερισμό» της εν λόγω βεβαίωσης του συμβούλου αφερεγγυότητας στην παρούσα περίπτωση. Μεταξύ άλλων, δεν διαπιστώνω έκδηλες ελλείψεις ή ανακρίβειες στην ΚΠΟΣ της Χρεώστιδας. Δεν υποδείχθηκαν από τη ΚΕΔΙΠΕΣ σημεία που δεν συνάδουν με τις σχετικές κατευθυντήριες γραμμές του Τμήματος Αφερεγγυότητας. Ούτε διαπιστώνω έλλειψη καλής πίστης από μέρους της Χρεώστιδας.
Τα πιο πάνω συνιστούν τη δική μου αντίληψη για την ορθή προσέγγιση. Όπως ήδη σημείωσα, αναγνωρίζω ότι υπάρχουν διιστάμενες πρωτόδικες αποφάσεις για αυτό το ζήτημα.
Η υποπαράγραφος (στ) του άρθρου 72(1) (στη μορφή που ισχύει για σκοπούς αυτής της Αίτησης) αναφέρει τα εξής:
«Το Προσωπικό Σχέδιο Αποπληρωμής που απορρίφθηκε από τους πιστωτές έχει ως αποτέλεσμα να θέσει τους πιστωτές στην ίδια ή σε καλύτερη θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν οι εν λόγω πιστωτές, εάν η περιουσία του χρεώστη εδιατίθετο σύμφωνα με τις διατάξεις του περί Πτώχευσης Νόμου, εξαιρουμένων των περιουσιακών στοιχειών που δεν διατίθενται και τηρουμένης της σειράς προτεραιότητας των χρεών».
Είναι η θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ ότι αυτή η προϋπόθεση δεν πληρείται διότι με το ΠΣΑ θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση παρά στην πτώχευση της Χρεώστιδας. Το παράπονο της εδράζεται στο ότι δεν μπορεί να εκποιήσει άμεσα το ενυπόθηκο ακίνητο στη βάση των διατάξεων του Μέρους VIA του Ν.9/65.
Εξέτασα αυτή τη θέση σε συνάρτηση με τα ενώπιον μου στοιχεία, τις διατάξεις του περί Πτωχεύσεως Νόμου, Κεφ. 5 αλλά και τον σκοπό του νομοθέτη όπως εκφράζεται στο προοίμιο του Ν.65(Ι)/2015. Καταλήγω ότι δεν συμφωνώ με τη θέση της ΚΕΔΙΠΕΣ.
Η ΚΕΔΙΠΕΣ σημειώνει ότι το ΠΣΑ της στερεί τη δυνατότητα να ασκήσει τα δικαιώματα της δυνάμει του Μέρους VIA του περί Μεταβιβάσεως και Υποθηκεύσεως Νόμου Ν.9/65. Όμως, ο Ν.9/65 είναι άσχετος με τα προς απόφαση ζητήματα. Ο νομοθέτης δεν καθόρισε ως μέτρο σύγκρισης τη θέση των πιστωτών σε συνάρτηση με τον Ν.9/65 αλλά με τον περί Πτωχεύσεως Νόμο, Κεφ. 5. Συνεπώς οι διατάξεις του Ν.9/65 και τα δικαιώματα και δυνατότητες που ο Νόμος εκείνος παρέχει σε ενυπόθηκο δανειστή, δεν υπεισέρχονται στην κρίση του Δικαστηρίου για σκοπούς της παρούσας διαδικασίας.
Το παράπονο ότι ένεκα του ΠΣΑ η ΚΕΔΙΠΕΣ στερείται της δυνατότητας να ασκήσει αμέσως τα δικαιώματα της δυνάμει της υποθήκης, είναι ανεδαφικό. Ολόκληρο το πλαίσιο του Ν.65(Ι)/2015 είναι δομημένο ώστε να δοθεί η δυνατότητα με «λογικό και οργανωμένο τρόπο» να αντιμετωπιστούν οφειλές του επιλέξιμου χρεώστη. Εκ των πραγμάτων, αυτό προϋποθέτει ότι οι πιστωτές θα εισπράττουν στην πορεία του προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής και όχι αμέσως.
Στην προκείμενη περίπτωση, εξετάζοντας το ΠΣΑ, σε συνάρτηση με τις πρόνοιες του Κεφ.5, δεν διακρίνω ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση παρά τη θέση στην οποία θα βρισκόταν εάν σήμερα η Χρεώστιδα κηρυσσόταν σε πτώχευση. Αντίθετα, το ΠΣΑ προβλέπει ότι η ΚΕΔΙΠΕΣ διατηρεί την υποθήκη επί της κύριας κατοικίας της Χρεώστιδας και συνεχίζει να παραμένει «ενυπόθηκος δανειστής» (στην έννοια του Κεφ. 5). Περαιτέρω, σύμφωνα με το ΠΣΑ, διαθέσιμα εισοδήματα θα διατεθούν προς πληρωμή του χρέους στην ΚΕΔΙΠΕΣ ως εκεί προνοείται. Με την πιστή τήρηση και ολοκλήρωση του ΠΣΑ, κατά τη λήξη του, η ΚΕΔΙΠΕΣ θα έχει εισπράξει συνολικό ποσό μεγαλύτερο παρά εάν η Χρεώστιδα κηρυσσόταν σήμερα σε πτώχευση.
Συνεπώς, όχι μόνο η ΚΕΔΙΠΕΣ δεν θα βρεθεί σε δυσμενέστερη θέση υπό του ΠΣΑ παρά στην πτώχευση της Χρεώστιδας, αλλά ευνοείται από τις πρόνοιες του.
Συνεπώς, καταλήγω ότι η προϋπόθεση του άρθρου 72(1)(στ)(iv) πληρείται.
Αυτά είναι όσα είχα να πω σε σχέση με τις προϋποθέσεις του άρθρου 72(1) του Ν.65(Ι)/2015. Πέραν αυτών όμως, προσθέτω και τα ακόλουθα.
Πρόνοιες ΠΣΑ. Η πλευρά της ΚΕΔΙΠΕΣ παραπονείται για το περιεχόμενο του ΠΣΑ, ότι πάσχει από ασάφεια και αδιαφάνεια.
Για αυτό το ζήτημα επαναλαμβάνω ότι αυτά τα θέματα έπρεπε να είχαν εγερθεί σε προγενέστερα στάδια της διαδικασίας και όχι, για πρώτη φορά, τώρα. Παρά ταύτα, δεν συμφωνώ με όσα η ΚΕΔΙΠΕΣ προβάλλει.
Μεταξύ άλλων, η ΚΕΔΙΠΕΣ υποστηρίζει ότι δεν γίνεται επαρκής πρόβλεψη για τα καθημερινά έξοδα και ανάγκες της Χρεώστιδας. Σε σχέση με αυτό το επιχείρημα της ΚΕΔΙΠΕΣ, έχω την άποψη ότι δεν πρέπει να υποτιμάται η αγωνία ενός οφειλέτη να διαφυλάξει την οικογενειακή στέγη. Αυτή η αγωνία συνιστά ένα ισχυρό κίνητρο ώστε ένας χρεώστης και άλλα μέλη της οικογένειας του, να είναι έτοιμα και πρόθυμα να υποστούν θυσίες, στερήσεις και δραστικές μειώσεις στα έξοδα τους ώστε να πληρώνονται δόσεις που θα επιτρέψουν τη διατήρηση της κατοικίας τους. Αυτό το δεδομένο αναγνωρίστηκε από την Ιρλανδική νομολογία, στην αντίστοιχη νομοθεσία της οποίας βασίστηκε και ο δικός μας νομοθέτης στη διαμόρφωση του Ν.65(Ι)/2015[1].
Ένα προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής είναι, ουσιαστικά, για μια εισήγηση/πρόταση του συμβούλου αφερεγγυότητας για τον τρόπο με τον οποίο κάποιος επιλέξιμος χρεώστης δύναται να ρυθμίσει την αποπληρωμή και αναδιάρθρωση των χρεών του στις παραμέτρους που καθορίζει ο Ν.65(Ι)/2015.
Οι εκατέρωθεν υποχρεώσεις και δικαιώματα στα πλαίσια ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής δημιουργούνται και ρυθμίζονται από το καινοφανές - για σκοπούς του δικού μας νομικού συστήματος – πλαίσιο που έχει δημιουργήσει ο Ν.65(Ι)/2015. Σε περίπτωση απόρριψης του προτεινόμενου σχεδίου από τη συνέλευση πιστωτών, ο Ν.65(Ι)/2015 δημιουργεί τον μηχανισμό για να επιβληθούν τα προτεινόμενα ακόμα και σε πιστωτές που διαφωνούν. Είναι λάθος να αναμένεται ότι οι όροι και προτάσεις ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής θα προσομοιάζουν με την μορφή, τύπο και ορολογία μιας σύμβασης ή ότι θα μπορούν να υπαχθούν αυστηρά στον νόμο και αρχές περί συμβάσεων. Το ζητούμενο είναι να καθορίζεται στο κείμενο με επαρκή σαφήνεια η προτεινόμενη αναδιάρθρωση και ρυθμίσεις για την αποπληρωμή των χρεών του επιλέξιμου χρεώστη.
Υπό αυτό το πρίσμα, πρέπει να προσεγγίζεται και να ερμηνεύεται το κείμενο ενός προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής. Πρόκειται για έγγραφο που ετοιμάζεται, συντάσσεται και προτείνεται στους πιστωτές με γνώμονα την εκπλήρωση των σκοπών του νομοθέτη όπως ρητά εκφράζονται στο προοίμιο του Ν.65(Ι)/2015. Επαναλαμβάνω ότι στη διαμόρφωση των όρων του προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής έχουν λόγο και οι πιστωτές εξ αρχής.
Θεωρώ ότι το ΠΣΑ με επαρκή σαφήνεια καθορίζει τις υποχρεώσεις και όρους που θα πρέπει να τηρεί η πλευρά της εδώ Χρεώστιδας σε σχέση με τα χρέη της. Το σημαντικό είναι ο καθορισμένος πιστωτής να πληρώνεται ανελλιπώς, στον καθορισμένο χρόνο τα προβλεπόμενα ποσά και να τηρηθούν οι υπόλοιποι όροι που τίθενται. Στην περίπτωση της Χρεώστιδας, θεωρώ πως δεν υπάρχει ασάφεια για όσα η πλευρά της οφείλει να τηρήσει.
Επισημαίνει η ΚΕΔΙΠΕΣ ότι σύμφωνα με τους όρους του ΠΣΑ, οι αποπληρωμές εκτείνονται μέχρι το 102ο έτος της ηλικίας της Χρεώστιδας και εισηγείται ότι αυτό καθιστά το ΠΣΑ ανεφάρμοστο. Εάν ο νομοθέτης επιθυμούσε να θέσει ηλικιακό όριο θα το έπραττε. Εφόσον να φτάσει κάποιο πρόσωπο στην ηλικία των 102 ετών δεν είναι βιολογικά αδύνατο ή στατιστικά ανέφικτο, τότε δεν είναι για το Δικαστήριο να επέμβει.
Τροποποιητικός νόμος Ν.112(Ι)/2026. Πριν ολοκληρώσω, επιθυμώ να θίξω ακόμα ένα ζήτημα.
Η παρούσα Αίτηση κρίνεται με βάση το νομικό πλαίσιο που ήταν σε ισχύ κατά την καταχώρηση αυτής. Όμως μέσω του τροποποιητικού νόμου Ν.112(Ι)/2026 που τέθηκε σε ισχύ στις 8.5.2026 διενεργούνται ουσιαστικές τροποποιήσεις στον Ν.65(Ι)/2015 που (εάν εφαρμόζονταν) θα απαντούσαν πολλά από τα ζητήματα που η ΚΕΔΙΠΕΣ εγείρει σε αυτή την περίπτωση.
Σημειώνω ειδικά τις πρόνοιες του άρθρου 9 του Ν.112(Ι)/2026 που εισαγάγει το νέο εδάφιο 53(5Α). Η νέα αυτή διάταξη προβλέπει ότι καθορισμένος πιστωτής που αρνείται ή παραλείπει να υποβάλει παρατηρήσεις, προτάσεις και αιτιολογημένους λόγους διαφωνίας στη συνέλευση πιστωτών, δεν δικαιούται να υποβάλει ένσταση στο να τεθεί σε ισχύ προσωπικό σχέδιο αποπληρωμής ή να προσφύγει για ακύρωση διατάγματος επιβολής προσωπικού σχεδίου αποπληρωμής ή να αιτηθεί τον παραμερισμό προστατευτικού διατάγματος που εκδόθηκε δυνάμει του άρθρου 76.
Σημειώνω επίσης τις πρόνοιες του άρθρου 11 του Ν.112(Ι)/2026 που διαγράφει την προϋπόθεση για μείωση εισοδήματος του χρεώστη τουλάχιστον κατά 25% και εισαγάγει πρόνοια ότι η οποιαδήποτε μείωση στα εισοδήματα του χρεώστη τεκμαίρεται ότι οφείλεται σε γεγονότα ή καταστάσεις εκτός του ελέγχου του εκτός εάν ο πιστωτής αποδείξει το αντίθετο.
Σημαντική επίσης η διαγραφή όλων των αναφορών τόσο στο προοίμιο όσο και στις διατάξεις του Ν.65(Ι)/2015 στην προϋπόθεση το ΠΣΑ να μη θέτει τους πιστωτές σε δυσμενέστερη θέση παρά με τη πτώχευση του χρεώστη.
Δεν θα επεκταθώ περαιτέρω εφόσον η παρούσα περίπτωση κρίνεται με βάση το νομοθετικό πλαίσιο που ίσχυε πριν τις 8.5.2026.
Κατάληξη. Επανέρχομαι στην υπό κρίση Αίτηση το αποτέλεσμα της οποίας καθορίζεται από όσα έχω εξηγήσει πιο πάνω.
Δεν διαπιστώνω λόγο για τον οποίο η Χρεώστιδα να αποστερηθεί της δυνατότητας που της παρέχει ο Ν.65(Ι)/2015 να αναδιαρθρώσει τα χρέη της «με λογικό και οργανωμένο τρόπο», στον βαθμό που οι δυνατότητες, τα εισοδηματικά και περιουσιακά δεδομένα της το επιτρέπουν, «ώστε να αποφευχθεί η πτώχευση της και να διευκολυνθεί η ενεργός συμμετοχή της στην οικονομική δραστηριότητα», όπως ο ίδιος ο νομοθέτης το θέτει στο προοίμιο του Ν.65(Ι)/2015.
Εξ άλλου, σε μια προσπάθεια εξισορρόπησης των δικαιωμάτων των πιστωτών και των οφειλετών, ο νομοθέτης έχει προνοήσει όπως σε περίπτωση που όροι του ΠΣΑ δεν τηρούνται, οι πιστωτές μπορούν να ζητήσουν τον τερματισμό του. Σε αυτή την περίπτωση θα δικαιούνται να διεκδικήσουν αμέσως όλα όσα τους οφείλονται και να εξασκήσουν κάθε δικαίωμα που τους παρέχεται ως πιστωτές.
Καταληκτικά, για τους λόγους που έχω εξηγήσει, κρίνω ότι η Αίτηση θα πρέπει να απορριφθεί και απορρίπτεται.
Ακολουθώντας το αποτέλεσμα, τα έξοδα της παρούσας Αίτησης επιδικάζονται υπέρ της Χρεώστιδας και εναντίον της ΚΕΔΙΠΕΣ, όπως θα υπολογιστούν και θα εγκριθούν.
(Υπ.) ………………..………………………..
Γ. Κυθραιώτου-Θεοδώρου, Π.Ε.Δ.
Πιστό Αντίγραφο
Πρωτοκολλητής
[1] Ενδεικτικά Promontoria Oyster Dac (The Objecting Creditor) v O’Connor (The Debtor) [2023] IESC 31
cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο