ARGOSY TRADING COMPANY LTD ν. ANDREAS COSTA MICHAELIDES & SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 712/24, 21/5/2026
print
Τίτλος:
ARGOSY TRADING COMPANY LTD ν. ANDREAS COSTA MICHAELIDES & SONS LTD, Αρ. Αγωγής: 712/24, 21/5/2026

ΕΠΑΡΧΙΑΚΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΛΕΥΚΩΣΙΑΣ

ΕΝΩΠΙΟΝ: Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Αρ. Αγωγής:  712/24 (i-Justice)

 

 

Μεταξύ:

ARGOSY TRADING COMPANY LTD

Ενάγοντες

- και -

 

ANDREAS COSTA MICHAELIDES & SONS LTD

Εναγόμενοι

 

Αίτηση ημερομηνίας 08/09/25

για παραμερισμό Απόφασης

 

Ημερομηνία: 21 Μαΐου 2026

 

Εμφανίσεις:

Για Εναγόμενους - Αιτητές:                        κ.Γ.Χριστοφίδης για

ΟΡΦΑΝΙΔΗΣ, ΧΡΙΣΤΟΦΙΔΗΣ & ΣΥΝΕΡΓΑΤΕΣ  ΔΕΠΕ

Για Ενάγοντες

-Καθ’ ων η Αίτηση:                                      ΘΕΟΔΩΡΟΣ Μ. ΙΩΑΝΝΙΔΗΣ & ΣΙΑ ΔΕΠΕ

 

 

 

 

ΕΝΔΙΑΜΕΣΗ ΑΠΟΦΑΣΗ

 

Η υπό  εξέταση Αίτηση αφορά την Αίτηση των Εναγομένων για παραμερισμό της Απόφασης ημερ.26/11/24, η οποία εκδόθηκε ερήμην λόγω παράλειψης καταχώρισης Σημειώματος Εμφάνισης.

 

ΔΙΚΟΝΟΜΙΚΟ ΙΣΤΟΡΙΚΟ

Η Αγωγή έχει καταχωριστεί στις 05/07/24 και την 25/09/24 επιδόθηκε στην γραμματέα των Εναγομένων – Μάρω Μιχαηλίδου. Οι Εναγόμενοι δεν καταχώρισαν Σημείωμα Εμφάνισης και οι Ενάγοντες προχώρησαν την 18/10/24 σε καταχώριση Αίτησης για έκδοση Απόφασης ερήμην, η οποία εκδόθηκε την 26/11/24 και συντάχθηκε την 05/05/25. Οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την 08/09/25 την υπό κρίση Αίτηση και οι Ενάγοντες καταχώρισαν Ένσταση στις 03/12/25.

 

Η ΑΙΤΗΣΗ

Με την υπό εξέταση Αίτηση, οι Αιτητές ζητούν:

1.            Διάταγμα και/ή Απόφαση του Σεβαστού Δικαστηρίου που να απορρίπτει και/ή να ακυρώνει και/ή παραμερίζει (Set Aside) το Διάταγμα και/ή την Απόφαση που εκδόθηκε εναντίον των Εναγόμενων- Αιτητών και άδεια του Δικαστηρίου που να επιτρέπει στους Εναγόμενους- Αιτητές να καταχωρήσουν 'Εκθεση Υπεράσπισης στην εναντίον τους υπό των ως άνω αριθμό και τίτλο Αγωγή, με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο κρίνει ορθούς και δίκαιους.

2.            Επαναφορά (Reinstatement) της Αγωγής με τον πιο πάνω αριθμό και τίτλο, με τέτοιους όρους που το Δικαστήριο θα κρίνει ορθούς και δίκαιους.

3.            Ακύρωση και/ή παραμερισμό /ή και αναστολή όλων των μετέπειτα διαδικασιών και μέτρων εκτέλεσης που βασίζονται στο εκδοθέν Διάταγμα και/ή εκδοθείσα Απόφαση, μέχρις ότου εκδικασθεί η παρούσα Αίτηση των Εναγομένων -Αιτητών, για ακύρωση και/ή παραμερισμό του εκδοθέντος Διατάγματος και/ή της εκδοθείσας Απόφασης και/ή μέχρι να επιλυθεί η ουσία της διαφοράς των διαδίκων και/ή μέχρι νεότερης διαταγής του Δικαστηρίου.

4.            Έξοδα της Αίτησης, πλέον Φ.Π.Α και έξοδα επίδοσης.

 

Η Αίτηση βασίζεται στον περί Δικαστηρίων Νόμος του 1960 (Ν.14/1960) άρθρα 30, 31 και 47, στους Νέους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας: Μέρος 1(2), 1(4), 1(5),Μέρος 3(2), Μέρος 13, Μέρος 14(2)(γ) και (δ), Μέρος 16, Μέρος 23(6)(α) & (δ), Μέρος 25(1),(3) και (6), στο άρθρο 30 του Συντάγματος, στην Νομολογία και Συμφυείς Εξουσίες του Δικαστηρίου.  

 

Η Αίτηση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση του Διευθυντή των Εναγομένων- Αιτητών (στο εξής η «ΕΔ-ΜΜ») στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα.

 

-       Οι Ενάγοντες πραγματοποιούσαν πωλήσεις επί πιστώσει με έκδοση τιμολογίων και παρέδιδαν στους Εναγόμενους τα εμπορεύματα τους. Ως οι Ενάγοντες ισχυρίζονται εκκρεμεί ένα χρεωστικό υπόλοιπο ύψους €10.123,37 εις βάρος των Εναγομένων. Κατά την 12/11/2023 οι Ενάγοντες ισχυρίζονται ότι έχουν αποστείλει επιστολή την οποία οι Εναγόμενοι έχουν παραλάβει στις 01/12/2023. Στις 05/05/2025 λήφθηκε Απόφαση ερήμην εναντίον των Εναγομένων από το Επαρχιακό Δικαστήριο Λευκωσίας.

 

-       Η Απόφαση αυτή εκδόθηκε χωρίς να έχει ο ενόρκως δηλών – Διευθυντής των Αιτητών λάβει γνώση της Αγωγής ή της διαδικασίας. Ουδέποτε του επιδόθηκε η Αγωγή, ούτε οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο ή επιστολή, με αποτέλεσμα να μην δοθεί στους Εναγόμενους η δυνατότητα να παρουσιαστούν ή να εκπροσωπηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου.

 

-       Ως αποτέλεσμα της παράλειψης Νόμιμης επίδοσης, οι Εναγόμενοι στερήθηκαν του θεμελιώδους δικαιώματος τους να ακουστούν και να υπερασπίσουν τα συμφέροντα τους στο Δικαστήριο.

 

-       Επί της ουσίας της Αγωγής, ο ενόρκως δηλών αναφέρει ότι η αναφερόμενη απαίτηση οφειλής των Εναγόντων στερείται Νομικής και πραγματικής βάσης.

 

-       Συγκεκριμένα, η Αγωγή στηρίζεται σε ισχυρισμούς περί ύπαρξης χρηματικής οφειλής, η οποία ουδέποτε δημιουργήθηκε και ουδέποτε αναγνωρίστηκε από τους Εναγόμενους. Επί τούτου, οι ισχυρισμοί των Εναγόντων βασίζονται σε τιμολόγια τα οποία είναι παντελώς ανυπόγραφα, χωρίς σφραγίδες και τα οποία δεν φέρουν οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι Εναγόμενοι τα έχουν αποδεχθεί ή ότι συναινούν σε αυτά.

 

-       Τόσο ο ενόρκως δηλών προσωπικά, όσο και οι συνεργάτες του ζήτησαν επανειλημμένα από τους Ενάγοντες να τους αποστείλουν αντίγραφα των υποτιθέμενων τιμολογίων, συμφωνητικών και συμβάσεων ώστε να εξετάσουν την υποτιθέμενη οφειλή και να επιλυθεί το ζήτημα, χωρίς καμία ανταπόκριση. Ουδέποτε τους στάληκαν τα έγγραφα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των Εναγομένων, χωρίς καμία ουσιαστική τεκμηρίωση για την αξίωση που προβάλλεται.

 

-       Οι Εναγόμενοι διατηρούν πλήρη και βάσιμη υπεράσπιση έναντι των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αγωγής και προτίθενται να καταχωρήσουν πλήρως αιτιολογημένη Υπεράσπιση, εφόσον παραμεριστεί η Απόφαση ερήμην.

 

Η ΕΝΣΤΑΣΗ

Με την Ένσταση τους οι Καθ’ ων η Αίτηση εγείρουν τρεις λόγους ένστασης ως ακολούθως:

1.            Το έντυπο Απαίτησης επιδόθηκε την 25/09/24 από τον ιδιώτη επιδότη Χρίστο Νικηφόρου και έχει αναρτηθεί την 02/10/24.

2.            Δικαστηριακό Πρωτόκολλο απεστάλη διπλοσυστημένο την 12/11/24 και παρελήφθηκε από τους Εναγόμενους την 28/12/24.

3.            Η Απαίτηση στηρίζεται στην παράδοση επί πιστώσει εμπορευμάτων.

 

Η Ένσταση βασίζεται στους Κανονισμούς Πολιτικής Δικονομίας 2023 Μέρος 6, 6.3.(Ι)(α) 6.4(7), Μέρος 13.1(1) (α),13.10 (3)(α)(β)(γ), Μέρος 23.7(1) (α) (β) (γ) (2) (3) (4).

 

Η Ένσταση υποστηρίζεται από Ένορκη Δήλωση υπαλλήλου του λογιστηρίου των Εναγόντων (στο εξής η «ΕΔ-ΠΙ») στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα.

 

-       Εργάζεται στο λογιστήριο και έχει υπό τον έλεγχο και εξουσία της, όλες τις δοσοληψίες που είχαν οι Εναγόμενοι με τους Ενάγοντες.

 

-       Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να εξοφλήσουν τον λογαριασμό τους, εστάλη Δικαστηριακό Πρωτόκολλο από τους δικηγόρους τους, το οποίο οι Εναγόμενοι παρέλαβαν την 28/12/2024. Αντίγραφο του Δικαστηριακού Πρωτοκόλλου επισυνάφθηκε στην ΕΔ-ΠΙ ως Τεκμήριο 1 και η απόδειξη παραλαβής ως Τεκμήριο 1Α.

 

-       Επειδή οι Εναγόμενοι δεν ανταποκρίθηκαν, καταχωρίστηκε η παρούσα Απαίτηση η οποία επιδόθηκε στους Εναγόμενους την 25/09/2024.

 

-       Λόγω παράλειψης των Εναγομένων να καταχωρίσουν εμφάνιση, το Δικαστήριο εξέδωσε Απόφαση την 26/11/2024.

 

-       Την 05/06/2025, εξεδόθη ένταλμα κινητών εναντίον των Εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο την 03/09/2025.

 

-       Οι Εναγόμενοι ουδέν ποσό κατέβαλαν στους Ενάγοντες είτε πριν την έκδοση της Απόφασης ή μετά.

 

ΑΚΡΟΑΣΗ

Η Ακρόαση της Αίτησης διεξήχθη στη βάση του περιεχομένου των δικογράφων, της Αίτησης, της Ένστασης, των Ενόρκων Δηλώσεων που τις υποστηρίζουν και των γραπτών αγορεύσεων των δικηγόρων των μερών.

Περαιτέρω να αναφέρω ότι η Απόφαση η οποία ζητείται να παραμεριστεί εκδόθηκε την 26/11/24 και συντάχθηκε την 05/05/25.

 

ΝΟΜΙΚΗ ΠΤΥΧΗ

Ο Κ.14.2. των ΚΠΔ αναφέρει:

«14.2. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε, δυνάμει του Μέρους 13

(1) Το δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει απόφαση, η οποία εκδόθηκε δυνάμει του Μέρους 13, ανεξαρτήτως της σπουδής που επέδειξε ο εναγόμενος ή, στην περίπτωση ανταπαίτησης, ο ενάγων, ή, σε σχέση με την προοπτική επιτυχίας τους, αν η απόφαση εκδόθηκε εσφαλμένα:

(α) στην περίπτωση απόφασης, λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1)·

(β) στην περίπτωση απόφασης λόγω παράλειψης καταχώρισης υπεράσπισης, για τον λόγο ότι δεν ικανοποιήθηκε οποιαδήποτε από τις προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3(1) και 13.3(2)·

(γ) για τον λόγο ότι η απαίτηση ή ανταπαίτηση ικανοποιήθηκε στο σύνολό της πριν από την έκδοση απόφασης· ή

(δ) για τον λόγο ότι το έντυπο απαίτησης δεν επιδόθηκε στην πραγματικότητα.»

 

 

 

Ο Κ.14.3. των ΚΠΔ αναφέρει:

«14.3. Περιπτώσεις όπου το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13

(1) Σε κάθε άλλη περίπτωση, το δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13 με τέτοιους όρους ως κρίνεται δίκαιο αν:

(α) ο εναγόμενος ή ο ενάγων έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την απαίτηση ή ανταπαίτηση· ή

(β) το δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο:

(i) πρέπει να παραμεριστεί ή διαφοροποιηθεί η απόφαση· ή

(ii) πρέπει να επιτραπεί στον εναγόμενο να υπερασπιστεί την απαίτηση.

(2) Το δικαστήριο, εξετάζοντας αν πρέπει να παραμερίσει ή διαφοροποιήσει απόφαση, η οποία εκδίδεται, δυνάμει του Μέρους 13, στα θέματα τα οποία λαμβάνει υπόψη του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο, το οποίο επιδιώκει τον παραμερισμό ή τη διαφοροποίηση της απόφασης, υπέβαλε τη σχετική αίτηση χωρίς χρονοτριβή.»

 

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι υπάρχουν δύο περιπτώσεις παραμερισμού Απόφασης.

Πρώτον οι περιπτώσεις όπου το Πρωτόδικο Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει Απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην δυνάμει του Μέρους 13 των ΚΠΔ (βλ. Κ.14.2 των ΚΠΔ) και  δεύτερον οι περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει ή να διαφοροποιήσει Απόφαση η οποία εκδόθηκε ερήμην δυνάμει του Μέρους 13 των ΚΠΔ (βλ. Κ.14.3 των ΚΠΔ).

Στη δεύτερη περίπτωση το Δικαστήριο δύναται να παραμερίσει την Απόφαση όταν ο Εναγόμενος έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την Απαίτηση (βλ. Κ.14.3 (1) (α) των ΚΠΔ) ή όταν το Δικαστήριο κρίνει ότι υπάρχει άλλος καλός λόγος για τον οποίο πρέπει να παραμεριστεί η Απόφαση ή πρέπει να επιτραπεί στον Εναγόμενο να υπερασπιστεί την Απαίτηση (βλ. Κ.14.3 (1) (β) των ΚΠΔ). 

 

Κατά την ενάσκηση της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου για παραμερισμό Απόφασης, στα θέματα που λαμβάνει υπόψιν του περιλαμβάνεται και το κατά πόσο το πρόσωπο που επιδιώκει τον παραμερισμό υπέβαλε τη σχετική Αίτηση χωρίς χρονοτριβή (βλ. Κ.14.3(2) των ΚΠΔ). Συνεπώς, πρόσωπο εναντίον του οποίου έχει εκδοθεί Απόφαση ερήμην και επιθυμεί να αμφισβητήσει την εκδοθείσα Απόφαση, πρέπει να καταχωρίσει ενώπιον του Δικαστηρίου που εξέδωσε αυτήν, Αίτηση για παραμερισμό της και οφείλει να ικανοποιήσει το Δικαστήριο, είτε ότι η περίπτωση εμπίπτει στη διακριτική ευχέρεια του Δικαστηρίου να παραμερίσει την επίδικη Απόφαση, είτε ότι εμπίπτει στις προϋποθέσεις όπου πρέπει επιτακτικά να παραμεριστεί η Απόφαση (βλ. Ανδρέας Θεμιστοκλέους ν. ΚΩΣΤΑΣ ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΙΔΗΣ (ΑΚΙΝΗΤΑ) ΛΤΔ, Πολ.Έφ.53/24, ημερ.30/04/25).

 

Στην Ανδρέας Θεμιστοκλέους ανωτέρω αναφέρθηκαν τα ακόλουθα:

«Σύμφωνα με τους παλαιούς Θεσμούς Πολιτικής Δικονομίας, σχετική είναι η Δ.17 θ.10, όταν το θέμα άπτεται της διακριτικής ευχέρειας του Δικαστηρίου, όπως έχει νομολογηθεί, θα πρέπει να εξηγείται η παράλειψη εμφάνισης, όπως και ο χρόνος στον οποίο ο καθ' ου η αίτηση προέβηκε στο διάβημα παραμερισμού και να παρέχονται στοιχεία για εκ πρώτης όψεως υπεράσπιση ώστε να καθίσταται δυνατή η άσκηση διακριτικής εξουσίας από το Δικαστήριο για παραμερισμό της απόφασης. Σχετικές είναι οι υποθέσεις Evans v. Bartlam [1937] 2 All E.R. 646 (H. L.), Phylactou v. Michael (1982) 1 C.L.R. 201, Mine & Quarry Services Ltd v.  Γεωργίου (1993) 1 Α.Α.Δ. 26 και Σκάρος v. Χριστοδούλου και άλλοι (1998) 1Α Α.Α.Δ. 291.

 

Σε αντίθετη περίπτωση, που πρέπει δηλαδή να παραμεριστεί η επίδικη απόφαση, ο Κανονισμός 14.2 αναφέρει τους λόγους για τους οποίους αυτό πρέπει να γίνει, οι οποίοι αφορούν μεταξύ άλλων μη ορθή επίδοση της απαίτησης, αν η απόφαση εκδόθηκε λόγω παράλειψης καταχώρισης σημειώματος εμφάνισης ή καταχώρισης Υπεράσπισης, χωρίς όμως να ικανοποιηθούν οι προϋποθέσεις του Κανονισμού 13.3 ή επειδή η απαίτηση ή η ανταπαίτηση αναλόγως έχει ικανοποιηθεί στο σύνολο της πριν από την έκδοση της απόφασης.»

 

 

Αναφορικά με την προϋπόθεση ο Αιτητής πρέπει να καταδείξει ότι έχει πραγματική προοπτική να υπερασπιστεί επιτυχώς την Απαίτηση, σχετικό είναι το κάτωθι απόσπασμα από το Αγγλικό «White Book 2024, Rule 13.3 - Cases where the court may set aside or vary judgment entered under Part 12, Rule 13.3: Effect of rule, παρ.13.3.1» όπου αναφέρονται τα ακόλουθα: 

«The defendant applying to set aside the judgment must come within r.13.3(1)(a) or (b). It is not enough to show an “arguable” defence; the defendant must show that they have “a real prospect of successfully defending the claim”. It is essentially the same test as applied to summary judgment applications under Pt 24. This test is more fully covered in para.24.2.3; see also Swain v Hillman [2001] 1 All E.R. 91, CA.

 

In ED&F Man Liquid Products Ltd v Patel [2003] EWCA Civ 472; [2003] All E.R. (D)75; [2003] C.P. Rep. 51, Potter LJ explained the distinction between the tests:

“…the only significant difference between the provisions of CPR 24.2 and 13.3(1), is that under the former the overall burden of proof rests upon the claimant to establish that there are grounds for his belief that the respondent has no real prospect of success whereas, under the latter, the burden rests upon the defendant to satisfy the court that there is good reason why a judgment regularly obtained should be set aside. That being so, although generally the burden of proof is in practice of only marginal importance in relation to the assessment of evidence, it seems almost inevitable that, in particular cases, a defendant applying under CPR 13.3(1) may encounter a court less receptive to applying the test in his favour than if they were a defendant advancing a timely round of resistance to summary judgment under CPR 24.2.”»

 

Σκοπός της διακριτικής εξουσίας του Δικαστηρίου να παραμερίζει μία Απόφαση είναι η αποφυγή αδικίας και εκείνο που εξετάζεται από το Δικαστήριο είναι το εάν ο Εναγόμενος έχει δείξει πραγματική προοπτική επιτυχούς Υπεράσπισης της Αγωγής ή κάποιον άλλο βάσιμο λόγο για τον οποίο η Απόφαση θα πρέπει να παραμεριστεί ή θα πρέπει να του επιτραπεί να καταχωρίσει Υπεράσπιση στην Αγωγή (βλ. «White Book 2024, παρ.13.3.1»).

 

Σε σχέση με τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης στο «White Book 2024, παρ.13.3.3» αναφέρονται τα ακόλουθα:

«In applying to set aside the court has always considered delay and the reasons for it (Evans v Bartlam [1937] A.C. 473). Promptness will always be a factor of considerable significance and, if there has been a marked failure to make the application promptly, a court may well be justified in refusing relief, notwithstanding the possibility that the defendant may well succeed at trial (Standard Bank Plc v Agrinvest International Inc [2010] EWCA Civ 1400; [2011] C.P. Rep. 15; [2010] 2 C.L.C. 886). However, in certain cases the court may conclude that judgment may be set aside even where there has been excessive delay; see Barons Bridging Finance Plc v Nnadiekwe [2012] EWHC 2817 (Comm), where HH Judge Mackie QC allowed a defendant to set aside a judgment entered several years earlier, on the basis that: (i) There were very serious conflicts of evidence between the parties, and the defendant alleged that she was the victim of fraud; (ii) the case had not lain buried since judgment was entered, it had continued for some time. Given the importance of the issue and the facts, justice required that the judgment be set aside.»

 

ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

Με βάση τα ανωτέρω και αξιολογώντας τα όσα αναφέρονται στις ΕΔ-ΜΜ και ΕΔ-ΠΙ και τα προσκομισθέντα Τεκμήρια καταλήγω στα ακόλουθα συμπεράσματα.

Στην παρούσα περίπτωση η Απόφαση εκδόθηκε την 26/11/24 και συντάχθηκε την 05/05/25. Εκείνο που προκύπτει από την ΕΔ-ΠΙ και δεν έχει αμφισβητηθεί από τους Αιτητές είναι ότι την 05/06/25 εξεδόθη ένταλμα κινητών εναντίον των Εναγομένων το οποίο επεστράφη ανεκτέλεστο την 03/09/2025. Ακολούθως την 08/09/25 οι Εναγόμενοι καταχώρισαν την υπό κρίση Αίτηση. Θεωρώ ότι η καθυστέρηση 10 σχεδόν μηνών στην καταχώριση της παρούσας Αίτησης (26/11/24- 08/09/25) δεν αποτελεί από μόνη της λόγο για την απόρριψη της Αίτησης εφόσον σε ορισμένες περιπτώσεις, το Δικαστήριο μπορεί να καταλήξει στο συμπέρασμα ότι η Απόφαση μπορεί να ακυρωθεί ακόμη και όταν έχει υπάρξει υπερβολική καθυστέρηση (βλ. «White Book 2024» ανωτέρω).  

 

Προχωρώ να εξετάσω τον ισχυρισμό των Εναγομένων είναι ότι δεν τους επιδόθηκε η Απαίτηση και άρα το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την Απόφαση δυνάμει του Κ.14.2(1)(δ) των ΚΠΔ. Από το σύστημα i-Justice φαίνεται ότι το Έντυπο Απαίτησης επιδόθηκε στην Μάρω Μιχαηλίδου- Γραμματέα των Εναγομένων την 25/09/24 στην Λάρνακα. Στην ΕΔ-ΜΜ εκείνο που αναφέρεται είναι ότι ουδέποτε επιδόθηκε στον Διευθυντή των Εναγομένων η Αγωγή, ούτε οποιοδήποτε άλλο σχετικό έγγραφο ή επιστολή, με αποτέλεσμα να μην δοθεί στους Εναγόμενους η δυνατότητα να παρουσιαστούν ή να εκπροσωπηθούν ενώπιον του Δικαστηρίου. Δεν υπάρχει στην ΕΔ-ΜΜ οποιαδήποτε αμφισβήτηση ότι η κα.Μάρω Μιχαηλίδου είναι Γραμματέας των Εναγομένων ή ότι επιδόθηκε σε αυτήν το έντυπο Απαίτησης.

 

Σύμφωνα με τον Κ.6.4(7) των ΚΠΔ:

«Στην απουσία οποιασδήποτε νομοθετικής πρόνοιας η οποία να ρυθμίζει ειδικά την επίδοση σε νομικό πρόσωπο, επίδοση πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης στον πρόεδρο ή διοικητικό σύμβουλο ή άλλο ανώτερο υπάλληλο, ή στον ταμία ή γραμματέα τέτοιου νομικού προσώπου, ή η επίδοση τέτοιου αντιγράφου στο εγγεγραμμένο γραφείο τέτοιου νομικού προσώπου ή στον κύριο χώρο διεξαγωγής των εργασιών του σε πρόσωπο που εμφανίζεται να είναι εξουσιοδοτημένο να δεχτεί τέτοια επίδοση, θεωρείται έγκυρη επίδοση· και στην περίπτωση οποιασδήποτε εταιρείας μη συσταθείσας στην Κύπρο, το αντίγραφο μπορεί να αφήνεται στον χώρο διεξαγωγής των εργασιών της στην Κύπρο ή, αν δεν υπάρχει τέτοιος χώρος, σε οποιοδήποτε πρόσωπο στην Κύπρο το οποίο εμφανίζεται ως εξουσιοδοτημένο να διεκπεραιώνει εργασίες για την εταιρεία στην Κύπρο, και τέτοια επίδοση του αντιγράφου θεωρείται έγκυρη επίδοση εκτός αν το Δικαστήριο ή ο δικαστής διατάξει διαφορετικά. Και εάν σε οποιοδήποτε νόμο υπάρχει ειδική πρόνοια για την επίδοση οποιουδήποτε εντύπου απαίτησης ή άλλης κλήσης σε οποιοδήποτε νομικό πρόσωπο ή σε οποιοδήποτε σωματείο ή σύλλογο ή οποιοδήποτε σώμα ή αριθμό προσώπων, συστημένων δυνάμει νόμου ή μη, η επίδοση του πιστού αντιγράφου του εντύπου απαίτησης μπορεί να διενεργηθεί αναλόγως.»

 

Συνεπώς η επίδοση σε Γραμματέα εταιρείας είναι καθόλα Νόμιμη επίδοση, κάτι που ισχύει και στην παρούσα περίπτωση. Άρα η παρούσα δεν είναι από τις περιπτώσεις όπου το Δικαστήριο πρέπει να παραμερίσει την Απόφαση δυνάμει του Κ.14.2 των ΚΠΔ.

 

Προχωρώ να εξετάσω κατά πόσον η παρούσα είναι από τις περιπτώσεις όπου εμπίπτει στον Κ.14.3 των ΚΠΔ και το Δικαστήριο δύναται να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια προς τον παραμερισμό της Απόφασης.

 

Σε σχέση με την Υπεράσπιση των Εναγομένων στην ΕΔ-ΜΜ οι Εναγόμενοι παραδέχονται ότι οι Ενάγοντες πραγματοποιούσαν πωλήσεις επί πιστώσει με έκδοση τιμολογίων και παρέδιδαν στους Εναγόμενους τα εμπορεύματα τους, πλην όμως αμφισβητούν το χρεωστικό υπόλοιπο. Στην ΕΔ-ΜΜ αναφέρουν ότι τα τιμολόγια στα οποία στηρίζεται η οφειλή είναι παντελώς ανυπόγραφα, χωρίς σφραγίδες και τα οποία δεν φέρουν οποιαδήποτε ένδειξη ότι οι Εναγόμενοι τα έχουν αποδεχθεί ή ότι συναινούν σε αυτά. Περαιτέρω ο ενόρκως δηλών στην ΕΔ-ΜΜ αναφέρει ότι προσωπικά ο ίδιος και οι συνεργάτες του ζήτησαν επανειλημμένα από τους Ενάγοντες να τους αποστείλουν αντίγραφα των υποτιθέμενων τιμολογίων, συμφωνητικών και συμβάσεων ώστε να εξετάσουν την υποτιθέμενη οφειλή και να επιλυθεί το ζήτημα, χωρίς καμία ανταπόκριση και ότι ουδέποτε τους στάλθηκαν τα έγγραφα, παρά τις συνεχείς οχλήσεις των Εναγομένων, χωρίς καμία ουσιαστική τεκμηρίωση για την αξίωση που προβάλλεται.

 

Τέλος στην ΕΔ-ΜΜ αναφέρεται ότι οι Εναγόμενοι διατηρούν πλήρη και βάσιμη υπεράσπιση έναντι των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αγωγής και προτίθενται να καταχωρήσουν πλήρως αιτιολογημένη Υπεράσπιση, εφόσον παραμεριστεί η Απόφαση.

 

Είναι ξεκάθαρο από την ΕΔ-ΜΜ ότι δεν προβάλλεται οποιαδήποτε ουσιώδης Υπεράσπιση με παράθεση ισχυρισμών, γεγονότων ή εγγράφων που να μπορούν να οδηγήσουν το Δικαστήριο στο συμπέρασμα ότι οι Εναγόμενοι έχουν πραγματική προοπτική να υπερασπιστούν επιτυχώς την Απαίτηση, ούτως ώστε το Δικαστήριο να ασκήσει τη διακριτική του ευχέρεια και να παραμερίσει την Απόφαση (βλ. Ανδρέας Θεμιστοκλέους και «White Book 2024» ανωτέρω). Ο ισχυρισμός τους ότι οι Εναγόμενοι διατηρούν πλήρη και βάσιμη Υπεράσπιση έναντι των προβαλλόμενων ισχυρισμών της Αγωγής και προτίθενται να καταχωρήσουν πλήρως αιτιολογημένη Υπεράσπιση εφόσον παραμεριστεί η Απόφαση, είναι γενικός και αόριστος και δεν μπορεί να οδηγήσει το Δικαστήριο σε παραμερισμό της Απόφασης. Οι οποιοιδήποτε ισχυρισμοί των Εναγομένων οι οποίοι θα μπορούσαν να συστήσουν πλήρη και βάσιμη Υπεράσπιση τους, έπρεπε να τεθούν στην ΕΔ-ΜΜ ούτως ώστε να εξεταστούν προς τούτο από το Δικαστήριο, πλην όμως δεν τέθηκαν ούτε προβλήθηκαν.

Ούτε και κάποιος «άλλος καλός λόγος» έχει προβληθεί στην ΕΔ-ΜΜ για να κρίνει το Δικαστήριο ότι δύναται να παραμερίσει την Απόφαση (βλ. «White Book 2024, παρ.13.3.2»).  

 

ΚΑΤΑΛΗΞΗ

Συνεπώς με βάση τα ανωτέρω η Αίτηση απορρίπτεται στο σύνολο της.

 

Τα έξοδα της Αίτησης επιδικάζονται υπέρ των Εναγόντων- Καθ’ων η αίτηση και εναντίον των Εναγομένων – Αιτητών, συνοπτικά υπολογισθέντα δυνάμει του Κ.39.7 των ΚΠΔ, στο ποσό των €1.543, πλέον ΦΠΑ. 

 

 

 

                              (Υπ.)

 

Κ.Γεωργίου, Ε.Δ.

 

Πιστόν Αντίγραφο

 

 

Πρωτοκολλητής

 


cylaw.org: Από το ΚΙΝOΠ/CyLii για τον Παγκύπριο Δικηγορικό Σύλλογο